ΜΑΡΙΑΣ ΜΕΛΑΝΘΙΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αριθμός αγωγής: 665/2011, 4/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αριθμός αγωγής: 665/2011 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑΣ ΜΕΛΑΝΘΙΟΥ Ενάγουσα και ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγόμενη 4 Ιανουαρίου, 2017 Για Ενάγουσα: κ. Παπαλλής δια Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα Ερωτοκρίτου και κ Κόνιας δια Α.Π. Ερωτοκρίτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Δικογραφημένες θέσεις Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τραυματισμούς και ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος την ευθύνη για το οποίο αποδίδει στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη με τη σειρά της ισχυρίζεται ότι ευθύνη για το ατύχημα φέρει η Ενάγουσα και ανταπαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δικούς της τραυματισμούς και ζημιές. Σημειώνω ότι στην πορεία το ποσό στο οποίο η Ενάγουσα δικαιούται τόσο αναφορικά με ειδικές όσο και γενικές αποζημιώσεις, επί πλήρους ευθύνης, κατέστη παραδεκτό καθώς και η αξία των ζημιών που υπέστη το όχημα της Ενάγουσας. Συνεπώς, αναφορικά με την αγωγή μοναδικό επίδικο θέμα παρέμεινε το θέμα του επιμερισμού της ευθύνης για το ατύχημα. Σε σχέση με την ανταπαίτηση, κατέστη παραδεκτή η αξία των ζημιών που υπέστη το όχημα της Εναγόμενης και μέρος των ειδικών αποζημιώσεων, επί πλήρους ευθύνης, παραμένουν όμως επίδικες οι γενικές και μέρος των ειδικών αποζημιώσεων όπως και το θέμα του επιμερισμού της ευθύνης για το ατύχημα. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν στο Δικαστήριο 4 μάρτυρες. Προς υπεράσπιση και για προώθηση της ανταπαίτησης έδωσαν μαρτυρία 6 πρόσωπα. Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα αναφερθώ συνοπτικά στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και, ειδικότερα, στα σημεία που έκρινα ως σημαντικά για την απόφαση μου επί των επιδίκων θεμάτων ή που έκρινα ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης. Πριν προχωρήσω στη σύνοψη της μαρτυρίας, σημειώνω ότι τα ακόλουθα γεγονότα κατέστησαν παραδεκτά: (α) Κατά τον επίδικο χρόνο, το όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΚΧ 920 ανήκε στην Ενάγουσα και το όχημα με αριθμό εγγραφής KQU 553 ανήκε στην Εναγόμενη. (β) Οι ειδικές ζημιές της Ενάγουσας ανέρχονται στο ποσό των €300, επί πλήρους ευθύνης, πλέον νόμιμο τόκο από 13.5.
- (γ) Οι γενικές αποζημιώσεις για τους τραυματισμούς που υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του ατυχήματος ανέρχονται στο ποσό των €7.000, επί πλήρους ευθύνης, πλέον νόμιμο τόκο από 13.5.
- (δ) Οι ειδικές ζημιές του οχήματος της Ενάγουσας με αριθμό εγγραφής ΚΚΧ 920 ανέρχονται στο ποσό των €7.500, επί πλήρους ευθύνης. (ε) Οι ειδικές ζημιές του οχήματος της Εναγόμενης με αριθμό εγγραφής KQU 553 ανέρχονται στο ποσό των €7.998, επί πλήρους ευθύνης. (στ) Η Εναγόμενη υπέστη ειδικές ζημιές συνεπεία του ατυχήματος οι οποίες ανέρχονται σε €9.542,51, επί πλήρους ευθύνης (παράγραφοι 10Β(α)-(θ) της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης). Επίδικες παραμένουν ειδικές ζημίες εκ ποσού €2.100 που διεκδικεί η Εναγόμενη αναφορικά με απώλεια απολαβών. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο Αστ. 4836 Χρίστος Μακρής (ΜΕ1). Καταθέτοντας ανέφερε ότι στις 4.9.2009 και περί ώρα 20:15μμ ενημερώθηκε ότι είχε συμβεί τροχαίο ατύχημα στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λεμεσό, παρά τον κατήφορο της Κακορατζάς και ότι ο ίδιος μετέβη στην σκηνή γύρω στις 20:25μμ. Στην σκηνή διενήργησε εξετάσεις και μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα το οποίο και παρουσίασε (Τεκμήριο 1). Αργότερα ετοίμασε πιο καθαρό, όχι συμμετρικό ούτε σε κλίματα, σχεδιάγραμμα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή το οποίο επίσης παρουσίασε (Τεκμήριο 2). Εξήγησε το περιεχόμενο και των δύο τεκμηρίων στο βαθμό που του ζητήθηκε από τους συνηγόρους. Αναφορικά με το περιεχόμενο των σχεδιαγραμμάτων, Τεκμήρια 1 και 2, εξήγησε ότι δεν σημείωσε σημεία τροχοπέδισης γιατί στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχαν πολλά και δεν μπορούσε να αποδώσει συγκεκριμένα σημεία στα εμπλεκόμενα οχήματα. Ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι στα πλαίσια διερεύνησης του ατυχήματος λήφθηκαν καταθέσεις από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 4) και την Εναγόμενη (Τεκμήριο 3). Έλαβε επίσης κατάθεση από τον κ. Σοφοκλή Δημητρίου (Τεκμήριο 5), ο οποίος ανέφερε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος, ενώ από το ίδιο πρόσωπο λήφθηκε συμπληρωματική κατάθεση από άλλο λοχία σε μεταγενέστερο στάδιο (Τεκμήριο 6). Παρουσίασε στο Δικαστήριο τις καταθέσεις αυτές. Ερωτώμενος σε σχέση με τα όσα συνάντησε όταν έφτασε στο σημείο του ατυχήματος, ανέφερε ότι δεν υπήρχε οδικός φωτισμός, ενώ είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ο καιρός ήταν αίθριος. Η δε ορατότητα ήταν, σύμφωνα με τον μάρτυρα, αρκετά καλή. Σε σχέση με τις έρευνες και εξετάσεις που διενήργησε ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το όχημα ΚΚΧ 920 είχε ζημιές στο μπροστινό μέρος και το όχημα KQU 553 είχε ζημιές στον αριστερό πίσω προφυλακτήρα, φτερό, φανάρι και τροχό καθώς και στο δεξί μπροστινό προφυλακτήρα και φτερό. Ερωτώμενος σε σχέση με τις 2 καταθέσεις που έδωσε ο κ. Σοφοκλής Δημητρίου, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι παρά την ύπαρξη της πρώτης κατάθεσης του κ. Δημητρίου (Τεκμήριο 5) στην οποία αυτός αναφέρει ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος, ο ίδιος δεν είχε πεισθεί για την ορθότητα του περιεχομένου της κατάθεσης αυτής. Συνέχισε λέγοντας ότι κατά την 1 ½ περίπου ώρα που αυτός ήταν στην σκηνή του ατυχήματος δεν είχε εντοπίσει τον κ. Δημητρίου, ούτε αυτός τον είχε προσεγγίσει. Έλαβε την κατάθεση Τεκμήριο 5, 12 ημέρες μετά το ατύχημα αφού ενημερώθηκε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας από επιστολή που είχε λάβει από το δικηγόρο της Ενάγουσας. Πρόσθεσε ότι δεν είχε πεισθεί ότι μπορούσε να βασιστεί στο περιεχόμενο της κατάθεσης εκείνης για να καταλήξει σε συμπέρασμα αναφορικά με το θέμα της ευθύνης για το ατύχημα. Αυτό μεταξύ άλλων διότι στην κατάθεση του Τεκμήριο 5, ο κ. Δημητρίου αναφέρεται σε όχημα άλλης μάρκας από τα εμπλεκόμενα. Η δεύτερη κατάθεση λήφθηκε από άλλο συνάδελφο του κάποιους μήνες μετά και αφού ο ίδιος είχε πάρει μετάθεση. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο Λοχ. 1650 Γεώργιος Μούσκος (ΜΕ2). Σε σχέση με το επίδικο ατύχημα, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 4) και μια συμπληρωματική κατάθεση από τον κ. Σοφοκλή Δημητρίου (Τεκμήριο 6). Εξήγησε ότι έλαβε εκείνος την ανακριτική κατάθεση από την Ενάγουσα, αντί ο εξεταστής της υπόθεσης, επειδή η Ενάγουσα ήταν αστυνομικός και η ενδεδειγμένη διαδικασία ήταν να ληφθεί κατάθεση από ανώτερο της. Σε σχέση με την δεύτερη κατάθεση από τον κ. Σοφοκλή Δημητρίου (Τεκμήριο 6), ο ΜΕ2 εξήγησε ότι την έλαβε ο ίδιος στις 10.3.2010 γιατί ο εξεταστής της υπόθεσης ΜΕ1 είχε στο μεταξύ μετατεθεί σε άλλη υπηρεσία. Υποστήριξε ότι έπρεπε να ληφθεί συμπληρωματική κατάθεση από τον κ. Σοφοκλή Δημητρίου διότι υπήρχαν ασάφειες στην πρώτη του κατάθεση. Ειδικότερα ανέφερε ότι στην πρώτη κατάθεση αναφερόταν σε όχημα μάρκας Ford ενώ το εμπλεκόμενο όχημα στο ατύχημα ήταν μάρκας Mazda. Κατά την αντεξέταση του και ερωτώμενος σχετικά, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι όταν μελέτησε το φάκελο διαπίστωσε ότι στην αρχική κατάθεση του κ. Σοφοκλή Δημητρίου υπήρχε αναφορά σε όχημα άλλης μάρκας από το εμπλεκόμενο και έκρινε ότι το θέμα έχρηζε διευκρίνισης από το μάρτυρα. Ακολούθως ο μάρτυρας κλήθηκε εκ νέου στο σταθμό - - μάλλον από τον ίδιο τον ΜΕ2 - ο οποίος του υπέδειξε τα εμπλεκόμενα οχήματα ήταν μάρκας Yaris και Mazda αντί Ford που είχε αναφέρει στην πρώτη του κατάθεση και αυτός έκανε σχετική διόρθωση με τη συμπληρωματική του κατάθεση Τεκμήριο
- Του τέθηκε από τη συνηγόρο υπεράσπισης ότι η συμπληρωματική κατάθεση επεκτείνεται και σε άλλα θέματα πέραν από τη διόρθωση αυτή και ο ΜΕ2 απάντησε ότι ο ίδιος είχε κρίνει ότι η πρώτη κατάθεση του κ. Σοφοκλή Δημητρίου ήταν ελλειπής και έπρεπε να ληφθούν και άλλες πληροφορίες από το μάρτυρα. Ακολούθως έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο η ίδια η Ενάγουσα (ΜΕ3). Η Ενάγουσα υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία αναφορικά με το ατύχημα (Τεκμήριο 4), διευκρινίζοντας ότι το όχημα της ήταν μάρκας Mazda, χρώματος γκρίζου. Επιγραμματικά σημειώνω ότι στην κατάθεση της Τεκμήριο 4 η Ενάγουσα ανέφερε ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος η τροχαία κίνηση δεν ήταν πυκνή, ο καιρός ήταν αίθριος και είχε αρχίσει να νυχτώνει. Η ίδια είπε ότι είχε τα φώτα του οχήματος της αναμμένα. Συνέχισε λέγοντας ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου πριν από το ανήφορο της Κακορατζιάς προσπέρασε προπορευόμενο όχημα και οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 120 χιλ. ανά ώρα. Ακολούθως παρέμεινε στη δεξιά λωρίδα και ενώ βρισκόταν κανονικά στη δεξιά λωρίδα το άλλο εμπλεκόμενο όχημα μπήκε από την αριστερή λωρίδα στη δεξιά μπροστά της, απότομα και γρήγορα. Αμέσως εκείνη εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος της και δε θυμάται τι συνέβη μετά. Όταν συνήλθε, βγήκε από το όχημα της, ζήτησε να κληθεί ασθενοφόρο γιατί κατάλαβε ότι είχε σπάσει το χέρι της και καθόταν στο έδαφος. Την πλησίασε μετά από λίγο η Εναγόμενη και της ανέφερε «Είμαι εγώ που σου κτύπησα». Όταν ήρθε το ασθενοφόρο την μετέφερε στο νοσοκομείο όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση το χέρι, νοσηλεύτηκε για 5 ημέρες και ακολούθως της χορηγήθηκε άδεια ασθενείας. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της επέμενε ότι ο ατύχημα συνέβη με τον τρόπο που ανέφερε στην κατάθεση της, δηλαδή ενώ η ίδια οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα, το όχημα της Εναγόμενης μπήκε απότομα και γρήγορα μπροστά της από τα αριστερά και, παρά το ότι εφάρμοσε τα φρένα της, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. Πρόσθεσε ότι ενώ καθόταν στο αριστερό παγκέτο του δρόμου μετά το ατύχημα, την πλησίασε και ο κ. Σοφοκλής Δημητρίου ο οποίος της είπε ότι είχε δει το ατύχημα και της έδωσε το όνομα και το τηλέφωνο του. Στη συνέχεια η ίδια έδωσε τα στοιχεία αυτά στον δικηγόρο της. Αντεξεταζόμενη σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του ατυχήματος η Ενάγουσα ανέφερε ότι λίγο πριν το ανήφορο της Κακορατζιάς θέλησε να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα το οποίο προσπέρασε αφού μπήκε στην δεξιά λωρίδα. Αφού προσπέρασε, παρέμεινε στην δεξιά λωρίδα αφού υπήρχαν κάποια άλλα οχήματα την αριστερή λωρίδα που δεν της επέτρεπαν να ξαναμπεί αριστερά. Σε σημείο του δρόμου περίπου στο μέγιστο ύψος του ανήφορου, το όχημα της Εναγόμενης μπήκε απότομα μπροστά της, κινούμενη λωξώς δεξιά. Κατά την αντεξέταση της επέμενε ότι η πρώτη φορά που είδε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης ήταν όταν αυτό μπήκε απότομα και γρήγορα μπροστά της, λωξώς δεξιά, η ίδια δε εφάρμοσε απότομα τα φρένα της όμως ακολούθησε η σύγκρουση μεταξύ των δύο αυτοκινήτων. Της τέθηκε ότι κατά την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης που αφορούσε το ίδιο ατύχημα η ίδια είχε καταθέσει ότι είδε για πρώτη φορά το όχημα της Εναγόμενης όταν τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. Η Ενάγουσα δεν αμφισβήτησε ότι είχε κάνει τη συγκεκριμένη αναφορά αλλά επέμενε ότι εννοούσε το ίδιο πράγμα. Ανέφερε περαιτέρω ότι το δικό της όχημα υπέστη ζημιές μπροστά και αριστερά ενώ στη συνέχεια το όχημα της συγκρούστηκε με το δεξιό κιγκλίδωμα του αυτοκινητόδρομου. Δεν θυμάται τι έγινε μετά από αυτό. Πρόσθεσε ότι ο εξεταστής του ατυχήματος της είχε δείξει το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής που είχε ετοιμάσει όμως η ίδια δεν συμφώνησε με αυτό γιατί παρουσιάζει ίχνη πλαγιολίσθησης που δεν ανήκουν στο δικό της αυτοκίνητο. Επιπλέον ανέφερε ότι δεν είχε υποδείξει εκείνη την ώρα το σημείο της σύγκρουσης αφού την είχε παραλάβει από τη σκηνή ασθενοφόρο. Όταν ρωτήθηκε για το τι είχε συμβεί αμέσως μετά το ατύχημα, η Ενάγουσα ανέφερε ότι η ίδια κάθισε στο παγκέτο δίπλα από το αυτοκίνητο της και την πλησίασε η Εναγόμενη η οποία της είπε «είμαι εγώ που σου κτύπησα». Τον χρονικό αυτό διάστημα δεν είδε το όχημα της Εναγόμενης ούτε και την μηχανή του που είχε πέσει από το όχημα και βρισκόταν στο δρόμο. Της υποβλήθηκε ότι ήταν αμελής γιατί δεν είχε αντιληφθεί το όχημα της Εναγόμενης που βρισκόταν μπροστά της στον αυτοκινητόδρομο με αποτέλεσμα να του κτυπήσει όμως διαφώνησε. Επόμενος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο Σοφοκλής Δημητρίου (ΜΕ4) ο οποίος ανέφερε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος. Ανέφερε ότι σε σχέση με το ατύχημα είχε δώσει δύο καταθέσεις στην αστυνομία (Τεκμήρια 5 και 6). Επιγραμματικά αναφέρω ότι στην κατάθεση Τεκμήριο 5 η οποία λήφθηκε στις 16.9.2009, ο ΜΕ4 αναφέρει ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λεμεσό με ταχύτητα περί τα 100 χιλ. ανά ώρα. Περί τον κατήφορο της Κακορατζιάς τον προσπέρασε ένα όχημα σκούρου χρώματος μάρκας Toyota. Αφού τον προσπέρασε μπήκε ξανά στην αριστερή λωρίδα, μπροστά του, και ελάττωσε ταχύτητα. Μετά από λίγο ένα άλλο όχημα χρώματος γαλάζιο μάρκας Ford Focus τον προσπέρασε επίσης και συνέχισε να οδηγεί στην δεξιά λωρίδα. Όταν έφτασε στο ύψος του προπορευόμενου Toyota, και τα δύο οχήματα ήταν πλάι πλάι, το Toyota κινήθηκε προς τα δεξιά με αποτέλεσμα το μισό περίπου όχημα να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα. Το αυτοκίνητο που ήταν δεξιά εφάρμοσε τα φρένα του και προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση. O ίδιος ελάττωσε ταχύτητα γιατί κατάλαβε ότι θα συγκρούονταν και θυμάται ότι είδε καπνό από το ένα αυτοκίνητο, το ένα όχημα να κτυπά στο κιγκλίδωμα και τη μηχανή του άλλου οχήματος να αποσυνδέεται από το όχημα και να καταλήγει πιο μακριά στον αυτοκινητόδρομο. Η κατάθεση του ΜΕ4 Τεκμήριο 6 λήφθηκε στις 10.3.2010 και σε αυτή ο ΜΕ4 αναφέρει ότι, η αναφορά στην πρώτη του κατάθεση σε όχημα μάρκας Toyota αλλά Mazda και ότι η προηγούμενη του λανθασμένη αναφορά οφείλεται στο ότι οι δύο τύποι οχημάτων μοιάζουν μεταξύ τους. Προσθέτει ότι το όχημα μάρκας Ford που οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα είχε σχεδόν προσπεράσει το άλλο όχημα όταν αυτό άρχισε να κινείται δεξιότερα με αποτέλεσμα να εισέλθει στην δεξιά λωρίδα κατά το 1/
- Ακολούθησε η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ4 επέμενε ότι δεν θυμόταν πολλά πράγματα για το ατύχημα λόγω του χρόνου που είχε παρέλθει από τότε. Επέμενε επίσης ότι δεν θυμόταν, για τον ίδιο λόγο, τα όσα είχε καταθέσει στο Δικαστήριο κατά την μαρτυρία του σε ποινική υπόθεση που αφορούσε το ίδιο ατύχημα. Ενδεικτικά σημειώνω ότι δεν θυμόταν την ώρα που συνέβηκε το ατύχημα, λέγοντας αρχικά ότι έγινε την ώρα που είχε ξεκινήσει να σκοτεινιάζει και αποκλείοντας ότι συνέβη περί τις 8μμ. Ακολούθως επέμενε ότι ο ίδιος είχε μείνει στη σκηνή για 20 λεπτά περίπου και έφυγε όταν ήρθε το ασθενοφόρο αλλά προτού έρθει στη σκηνή η αστυνομία. Στη συνέχεια όμως είπε ότι είχε δώσει τα στοιχεία επικοινωνίας του σε αστυνομικό που ήταν παρών αναφέροντας του ότι βιαζόταν και έπρεπε να φύγει αλλά να του τηλεφωνήσει εάν χρειαζόταν πληροφορίες για το ατύχημα και απέκλεισε το ενδεχόμενο να είχε δώσει τα στοιχεία του στην Ενάγουσα. Ακολούθως είπε ότι κλήθηκε και έδωσε την πρώτη του κατάθεση 2-3 μέρες μετά το ατύχημα αποκλείοντας το ενδεχόμενο να είχε δώσει κατάθεση 12 ημέρες μετά. Σημειώνω παρενθετικά ότι η πρώτη κατάθεση του ΜΕ4 είχε δοθεί 12 ημέρες μετά το ατύχημα. Αναφορικά με την 2η του κατάθεση Τεκμήριο 6 και αντεξεταζόμενος σχετικά, ο ΜΕ4 ανέφερε ότι επικοινώνησε μαζί του κάποιος αστυνομικός και του είχε ότι στην 1η του κατάθεση είχε κάνει λάθος την μάρκα του οχήματος της Εναγόμενης και έπρεπε να το διορθώσει. Κατά τη λήψη της κατάθεσης, σύμφωνα με τον ΜΕ4, ο αστυνομικός του είπε να αναφέρει ξανά όσα είχε δει σε σχέση με το ατύχημα. Σημειώνω τέλος ότι αντεξεταζόμενος ο ΜΕ4 επέμενε αρχικά ότι δεν είχε δει τη στιγμή τη σύγκρουσης λόγω της διαμόρφωσης του δρόμου γιατί η σύγκρουση έγινε μόλις είχε τελειώσει το ανήφορο της Κακορατζιάς και τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα άρχισαν να κατεβαίνουν. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του - όταν του τέθηκε ότι στην ποινική υπόθεση είχε καταθέσει ότι είδε τη σύγκρουση - ανέφερε ότι είδε τα δύο οχήματα να κινούνται το ένα δίπλα στο άλλο και τα καθρεφτάκια των δύο αυτοκινήτων να αγγίζουν. Καθ' όλη τη διάρκεια, είπε, το δικό του αυτοκίνητο βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου ενώ μετά τη σύγκρουση είδε τη μηχανή το οχήματος Mazda, η οποία είχε αποκολληθεί από το όχημα, να πετά με κατεύθυνση κατά πάνω του και αναγκάστηκε να κάνει ελιγμό για να την αποφύγει. Πρώτος μάρτυρας για την Εναγόμενη ήταν ο κ. Άλκης Οικονομίδης, μηχανολόγος και εκτιμητής οχημάτων (ΜΥ1). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, μετά το ατύχημα είχε εξετάσει το όχημα της Ενάγουσας με αριθμούς εγγραφής ΚΚΧ 920, ετοίμασε σχετική έκθεση και έβγαλε αριθμό φωτογραφιών (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με τον ΜΥ1, το όχημα ΚΚΧ 920 παρουσίαζε ζημιές σε όλο το μπροστινό μέρος. Σημειώνω παρενθετικά ότι οι φωτογραφίες που έλαβε ο ΜΥ1 από το όχημα της Ενάγουσας δείχνουν τα όσα αναφέρει και στην έκθεση του (Τεκμήριο 7), δηλαδή ζημιές σε όλο το μπροστινό μέρος του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚΚΧ 920, περιλαμβανομένων των δύο μπροστινών τροχών. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 εξήγησε ότι ο ίδιος δεν ξέρει πως είχαν προκληθεί οι ζημιές αυτές, εάν ήταν άμεσες ή έμμεσες και δεν έχει εξετάσει το άλλο εμπλεκόμενο όχημα. Επόμενος μάρτυρας της Εναγόμενης ήταν ο κ. Ευθύβουλος Χαραλάμπους, εσωτερικός εκτιμητής της ασφαλιστικής εταιρείας Cosmos (MY2). O ΜΥ2 ανέφερε ότι στις 18.9.2009 εξέτασε το όχημα της Εναγόμενης με KQU 553, έλαβε φωτογραφίες και ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με τον ΜΥ2 κατά την επιθεώρηση του οχήματος KQU 553 διαπίστωσε ζημιές στον πισινό προφυλακτήρα (αναφέρθηκε ειδικότερα σε σχισίματα κάτω από το αριστερό πισινό φανάρι) καθώς και στο δεξιό μέρος του οχήματος. Τα σημεία στα οποία αναφέρθηκε στην κατάθεση του, φαίνονται και στις φωτογραφίες που παρουσίασε, Τεκμήριο
- Επόμενη μάρτυρας ήταν η ίδια η Εναγόμενη (ΜΥ3) η οποία στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, Τεκμήριο 3, και παρουσίασε αριθμό ιατρικών πιστοποιητικών και αποδείξεων σε σχέση με τις αξιώσεις που εγείρει ανταπαιτητικά (Τεκμήρια 9-27). Στην κατάθεση της Τεκμήριο 3 ανέφερε ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας Λεμεσού με ταχύτητα περί τα 95-100 χιλ. ανά ώρα, κρατώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και σε κάποιο σημείο του δρόμου ένιωσε κτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματος της. Ακολούθως το όχημα της κινήθηκε δεξιότερα και κτύπησε στο δεξί διαχωριστικό κυκλίδωμα, άρχισε να περιστρέφεται, κτύπησε και στο αριστερό κιγκλίδωμα και κατέληξε στο αριστερό παγκέτο. Μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι όταν πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο έδωσε κατάθεση στην αστυνομία και μετέβηκε στη σκηνή με τον εξεταστή και του υπέδειξε το σημείο όπου έγινε η σύγκρουση. Πρόσθεσε δε ότι συμφώνησε με το περιεχόμενο του πρόχειρου σχεδιαγράμματος το οποίο και υπέγραψε. Η Εναγόμενη επέμενε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος το δικό της όχημα βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου και κτυπήθηκε στο πίσω μέρος από το όχημα της Ενάγουσας. Διευκρίνισε ότι η ίδια είχε προσπεράσει το όχημα της Ενάγουσας και προχωρούσε κανονικά στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου όταν κτυπήθηκε από πίσω από την Ενάγουσα. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πόση ώρα μετά που είχε προσπεράσει το όχημα της Ενάγουσας κτυπήθηκε από αυτό. Η Εναγόμενη παρουσίασε πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας (Τεκμήριο 9), σύμφωνα με το οποίο η Εναγόμενη εισήχθη στην χειρουργική κλινική του νοσοκομείου στις 4.9.2009 μετά από τροχαίο ατύχημα με συμπτώματα εγκεφαλικής διάσεισης και αυχεναλγίας. Απεικονιστικός έλεγχος που διενεργήθηκε δεν είχε ευρήματα και πήρε εξιτήριο στις 6.9.2009 με ικανοποιητική γενική κατάσταση. Στις 14.9.2009 παρουσίαστηκε στα εξωτερικά ιατρεία με συμπτώματα εγκεφαλικής διάσεισης, αυχεναλγία, άλγος δεξιάς ωμοπλάτης, θωρακικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και λεκάνης. Έγινε επεικονιστικός έλεγχος χωρίς ευρήματα και δόθηκαν οδηγίες για παρακολούθηση από ορθοπεδικό και επανεκτίμηση ακολούθως στα εξωτερικά ιατρεία. Παρουσίασε επίσης το εξιτήριο που έλαβε από το Γενικό Νοσοκομείο (Τεκμήριο 10) σύμφωνα με το οποίο εισήχθηκε στις 4.9.2009 και παρέμεινε μέχρι 6.9.
- κατά την εισαγωγή παρουσίασε «ήπια κεφαλαλγία και ζάλη» και «ευαισθησία αυχένος», οι απεικονιστικοί έλεγχοι που έγιναν δεν έδειξαν οποιαδήποτε ευρήματα και η κατάσταση της βελτιώθηκε. Η Εναγόμενη παρουσίασε περαιτέρω ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Κωστάκη Χατζηβασίλη (Τεκμήριο 11), ιατρική έκθεση και συνταγές του Δρ. Στήβεν Ιωσιφήδη (Τεκμήρια 12, 13 και 14 αντίστοιχα), ιατρική έκθεση του Δρ. Ανδρέα Κοτζιαμανή (Τεκμήριο 15) και βεβαίωση του Φυσικοθεραπευτή Κώστα Σκεμπετζή (Τεκμήριο 16). Στα Τεκμήρια αυτά θα αναφερθώ στην πορεία. Η Εναγόμενη παρουσίασε επίσης πιστοποιητικά ασθενείας για σκοπούς χορήγησης άδειας ασθενείας (Τεκμήρια 17-19). Από αυτά φαίνεται ότι είχε χορηγηθεί στην Εναγόμενη άδεια ασθενείας για την περίοδο από το ατύχημα μέχρι 4.10.
- Πέραν των πιο πάνω, η Εναγόμενη παρουσίασε διάφορες αποδείξεις πληρωμής. Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια γιατί οι αποδείξεις αυτές αποτελούν μέρος των ειδικών αποζημιώσεων που έχουν γίνει παραδεκτές, επί πλήρους ευθύνης. Η Εναγόμενη παρουσίασε επιπρόσθετα βεβαίωση από την εταιρεία Lanitis E.C. Holdings Ltd στην οποία εργοδοτείτο κατά τον επίδικο χρόνο (Τεκμήριο 25), σύμφωνα με την οποία απουσίαζε από την εργασία της λόγω τροχαίου ατυχήματος από 4.9.2009 μέχρι 4.10.
- Η βεβαίωση αναφέρει περαιτέρω ότι για την εν λόγω περίοδο καταβλήθηκε στην Εναγόμενη ο μισθός της που ανέρχετο σε €2.100 και η ίδια παρέδωσε στην εταιρεία ποσό €1.056,91, ποσό που αποτελούσε το επίδομα ασθενείας της από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Το δε υπόλοιπο ποσό θα επιστραφεί στην εταιρεία με την αποζημίωση της Εναγόμενης. Σημειώνω ότι το Τεκμήριο 25 έγινε αποδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του από την πλευρά της Ενάγουσας, παραμένει όμως επίδικο θέμα το κατά πόσο η Εναγόμενη δικαιούται να προβάλλει τη συγκεκριμένη αξίωση. Σε σχέση δε με το επίδομα ασθενείας που έλαβε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, η Εναγόμενη παρουσίασε δέσμη με σχετικά δικαιολογητικά (Τεκμήριο 26). Τέλος, παρουσίασε απόδειξη από φαρμακείο ημερομηνίας 12.9.2009 που αφορούσε αγορά φαρμάκων για ποσό €17,12 (Τεκμήριο 27). Σημειώνω ότι το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 24.9.2009 του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας (μέρος του Τεκμηρίου 9) και εξιτήριο από το Γενικό Νοσοκομείο (Τεκμήριο 10) δεν αμφισβητήθηκαν. Επέμενε όταν αντεξεταζόταν ότι είχε προσπεράσει το όχημα της Ενάγουσας και ότι το δικό της όχημα συνέχισε να κινείται στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου όταν κτυπήθηκε βίαια από πίσω από το όχημα της Ενάγουσας. Μετά τη σύγκρουση, το δικό της όχημα τρίφτηκε στο δεξιό κιγκλίδωμα του αυτοκινητόδρομου και ακολούθως περιστράφηκε και κτύπησε στο αριστερό κιγκλίδωμα. Δεν θυμόταν εάν, εκτός από το όχημα της Ενάγουσας είχε προσπεράσει και άλλα οχήματα αλλά θυμάται ότι η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Δεν μπορούσε επίσης να θυμηθεί πόση ώρα μετά που προσπέρασε το όχημα της Ενάγουσας ακολούθησε η μεταξύ τους σύγκρουση. Της ζητήθηκε να αναφέρει εάν είχαν περάσει λεπτά ή δευτερόλεπτα αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει, λέγοντας μόνο ότι δεν είχε περάσει πολλή ώρα. Πρόσθεσε ότι μετά που είχε προσπεράσει, δεν πρόλαβε να μετακινήσει το όχημα της πίσω στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, αναφέροντας ότι έπρεπε να προχωρήσει λίγο «για να πιάσουμε την αριστερή λωρίδα με ασφάλεια». Για να διακριβώσει εάν μπορούσε να κινηθεί με ασφάλεια, η Εναγόμενη ανέφερε ότι κοίταζε από το πλαϊνό και κεντρικό της καθρεφτάκι και ότι είχε δει το όχημα της Ενάγουσας όταν αυτό βρισκόταν σε απόσταση περί τα 100 μέτρα περίπου πίσω της. Ανέφερε ότι «θεώρησα ότι έπρεπε να προχωρήσω ακόμα λίγο για να μπορέσω να μπω [αριστερά]». Όταν ερωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση της, η Εναγόμενη ανέφερε ότι η ίδια οδηγούσε με 100 χιλ. ανά ώρα περίπου. Ερωτήθηκε στη συνέχεια κατά πόσο το όχημα της Ενάγουσας ανέπτυξε ταχύτητα αφού το είχε προσπεράσει ώστε να συγκρουστεί μαζί της αλλά απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ανέφερε επίσης ότι η ίδια δεν είδε το όχημα της Ενάγουσας να την κτυπά. Ερωτήθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας πόσα οχήματα είχε προσπεράσει κατά τον επίδικο χρόνο και απάντησε ότι προσπέρασε σίγουρα ένα όχημα. Ερωτήθηκε στη συνέχεια εάν μπορεί να είχε προσπεράσει 2 ή 3 οχήματα και απάντησε «Όχι, ένα είχε». Αναφορικά με την κατάσταση της μετά το ατύχημα, η Εναγόμενη είπε ότι υπέφερε από ναυτίες, ζαλάδες και πόνο στον αυχένα. Ανέφερε ότι τα η κατάσταση της καταγράφεται στα ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσίασε. Τέταρτος μάρτυρας για την πλευρά της Εναγόμενης ήταν ο Δρ. Κωστάκης Χατζηβασίλης (ΜΕ4), νευρολόγος ψυχίατρος. Ο ΜΕ4 υιοθέτησε το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού (Τεκμήριο 11 και 30) που εξέδωσε. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εξέτασε την Εναγόμενη συνολικά 4 φορές και ότι αυτή παραπονείτο για τα συμπτώματα που καταγράφει στο ιατρικό του πιστοποιητικό. Ανέφερε ότι ο ίδιος διέγνωσε ότι η Εναγόμενη είχε υποστεί εγκεφαλική διάσειση και μεταδιασεισιακό σύνδρομο, θλάση αυχενικής μοίρας και σπονδυλικής στήλης, τραυματισμό δεξιού ώμου και τραυματισμό λεκάνης στη δεξιά περιοχή. Είπε ότι τα συμπτώματα και οι ενοχλήσεις για τα οποία παραπονείτο η Εναγόμενη ήταν συμβατά με τα τραύματα που διέγνωσε και ότι η κατάσταση της βελτιώνετο σταδιακά μέχρι τις 1.12.2009 και ανέμενε ότι ανέμενε περαιτέρω βελτίωση και εξάλειψη των συμπτωμάτων με την πάροδο του χρόνου. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι η εγκεφαλική διάσειση που διαπίστωσε στην Εναγόμενη ήταν ελαφριάς μορφής. Όταν του τέθηκε ότι οι συναδέλφοι του στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας που είχαν περιθάλψει την Εναγόμενη δεν είχαν διαπιστώσει συμπτώματα ίδιας έκτασης όπως εκείνος, ο ΜΕ4 απάντησε οι δικές του διαπιστώσεις είναι αποτέλεσμα εξειδικευμένων εξετάσεων και αξιολόγησης και ότι οι ιατροί του Γενικού Νοσοκομείου που περιέθαλψαν για πρώτη φορά την ασθενή μετά το ατύχημα δεν θα εντόπιζαν γιατί δεν αφορούσαν βασικά ζωτικά σημεία ενός ασθενούς. Πέμπτος μάρτυρας για την Εναγόμενη ήταν ο Δρ. Στήβεν Ιωσηφίδης, ορθοπεδικός τραυματολόγος (ΜΕ5). Κατά τη μαρτυρία του υιοθέτησε το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης που ετοίμασε (Τεκμήριο 12) και επεξήγησε το περιεχόμενο της. Επιγραμματικά, σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης Τεκμήριο 12, κατά την πρώτη εξέταση της Εναγόμενης διαπίστωσε επώδυνη δυσκαμψία αυχένα, έντονο άλγος κατά τη ψηλάφηση με έντονο μυϊκό σπασμό, χωρίς μυϊκή αδυναμία αλλά με μούδιασμα των χεριών, πόνο στο δεξί ώμο και επώδυνο αιμάτωμα στη δεξιά πλευρά της λεκάνης, αναγούλες και ζαλάδες. Μετά από εξετάσεις που διενήργησε, διέγνωσε θλάση αυχένα και κάκωση στον δεξί ώμο και δεξιά πλευρά της λεκάνης. Διαπίστωσε επίσης ότι οι ενοχλήσεις υποχωρούσαν σταδιακά όμως η θλάση αυχένα ήταν πιθανό να εξελιχθεί μελλοντικά σε χρόνιο αυχενικό σύνδρομο και σε σπονδυλοαρθροιτικές αλλοιώσεις. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ5, αυτός ανέφερε ότι είχε δει για πρώτη φορά την Εναγόμενη στις 11.9.2009 και για τελευταία φορά στις 20.10.
- Ανέφερε επίσης ερωτώμενος σχετικά ότι δεν θεωρεί την περίπτωση της Εναγόμενης ως περίπτωση σοβαρού διαστρέμματος αυχένα. Συμφώνησε επίσης ότι ο τραυματισμός της λεκάνης και δεξιού ώμου που παρουσίαζε η Εναγόμενη δεν ήταν σοβαρός. Ανέφερε επίσης ότι συνεπεία του διαστρέμματος αυχένα η Εναγόμενη παρουσιάζει απλή ευπάθεια. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι κήλη που διαπίστωση από απεικονιστικό έλεγχο (Τεκμήριο 32) μπορούσε να ήταν προϋπάρχουσα αλλά να επιδεινώθηκε συνεπεία του ατυχήματος. Τελευταίος μάρτυρας για την Εναγόμενη ήταν ο κ. Κώστας Σκεμπετζιής, φυσικοθεραπευτής (ΜΕ6). Ο ΜΕ6 ανέφερε ότι του είχε παραπέμψει την Εναγόμενη ο Δρ. Στήβεν Ιωσηφίδης (ΜΕ5) για φυσικοθεραπεία σε σχέση τραυματισμούς που υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Υιοθέτησε το περιεχόμενο βεβαίωσης που ετοίμασε σχετικά με το περιστατικό (Τεκμήριο 37), σύμφωνα με το οποίο η Εναγόμενη είναι ασθενής του από 11.9.2009 και παρουσίαζε κάκωση αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και κάκωση στην περιοχή της λεκάνης. Παρακολούθησε δε συνεδρίες με ρεύματα, υπέρηχα, διαθερμίες, μάλαξη και κινησιοθεραπεία. Μέχρι δε και τις 21.6.2010 συνέχισε να παραπονείται για ενοχλήσεις στον αυχένα και συνέχισε ακόμα 2-3 θεραπείες μετά τη χορήγηση της βεβαίωσης Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι είχε βασιστεί σε παραπεμπτικό που έλαβε από τον Δρ Ιωσηφίδη (ΜΕ5) για την κατάσταση της Εναγόμενης και εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ενήργησε για να την βοηθήσει μέσω της θεραπείας. Αξιολόγηση Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τόσο τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται πρέπει να κρίνεται με βάση το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται κατά τη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι σαφώς ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[1]. Έχω επίσης κατά νου ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα μπορούν να εξαχθούν από την σύγκριση, σύγκλιση και αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, από την σκοπιά που ο κάθε μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα και στο βαθμό που εμπλέκεται σε αυτά[2]. Οι πρώτοι δύο μάρτυρες για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης (ΜΕ1) και ο Λοχ. 1650 Γ. Μούσκος (Μ.Ε.2). Σε σχέση με τη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας ανεξάρτητος, αμερόληπτος και αξιόπιστος, χωρίς όμως να είναι ιδιαίτερα βοηθητικός. Εξήγησε την έκταση της εμπλοκής του στην υπόθεση, έλαβε κάποιες από τις καταθέσεις των εμπλεκομένων και ετοίμασε τα δύο σχεδιαγράμματα της σκηνής. Αναφορικά με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, πέραν από τις τελικές θέσεις των οχημάτων και το σημείο όπου κατέληξε η μηχανή του οχήματος της Ενάγουσας που είχε αποκολληθεί από το όχημα της, κρίνω ότι αυτό δεν είναι ιδιαίτερα βοηθητικό για εξαγωγή συμπερασμάτων. Ειδικότερα, για τους λόγους που ο μάρτυρας εξήγησε, δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει επακριβώς το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, ούτε να γνωρίζει το σημείο και ακριβή πορεία τους πριν αυτά συγκρουστούν. Το δε σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 2 αποτελεί μια αναπαραγωγή του Τεκμηρίου
- Ο ΜΕ2 επίσης δεν είχε ιδιαίτερη εμπλοκή στα γεγονότα που περιέβαλλαν το επίδικο ατύχημα. Έλαβε την κατάθεση της Ενάγουσας και την δεύτερη κατάθεση του ΜΕ
- Η μαρτυρία του δεν κρίνεται βοηθητική για την κατάληξη μου σε ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος. Στρέφομαι στην μαρτυρία της Ενάγουσας. Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας της, την αμεσότητα των απαντήσεων της αλλά και τον τρόπο που απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την κυρίως εξέταση της και κατά την αντεξέταση, μου δημιούργησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Σε σχέση με τα γεγονότα που αμέσως προηγήθηκαν του ατυχήματος, κρίνω ότι παρέμεινε σταθερή και πειστική στη θέση της. Δεν διακρίνω ότι διαφοροποίησε τη θέση της από την αρχική εκδοχή που είχε δώσει στην κατάθεση της. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, οι απαντήσεις της ήταν αληθοφανείς, λογικές και - θεωρώ - αυθόρμητες. Με αυτό το δεδομένο, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ο ΜΕ4 ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος και έδωσε στην αστυνομία 2 καταθέσεις σε σχέση με το ατύχημα. Παρακολούθησα το μάρτυρα με προσοχή όταν αυτός βρισκόταν στο εδώλιο, τον τρόπο που απαντούσε, την στάση και τη συμπεριφορά του. Από το σύνολο της μαρτυρίας του, κρίνω ότι δεν μπορώ να την αποδεχτώ. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του απαντούσε με απροθυμία, διστακτικότητα, άλλαζε την εκδοχή του σε σχέση με σημαντικά στοιχεία των γεγονότων για τα οποία του ζητούνταν διευκρινήσεις. Έχω ήδη επισημάνει τα κυριότερα σημεία από τη μαρτυρία του πιο πάνω και δεν θα τα επαναλάβω. Επί της ουσίας, δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και θα ήταν ακροσφαλές να αποδεχτώ τα όσα κατέθεσε και να βασιστώ σε αυτά για την εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με τα γεγονότα. Προχωρώ στους μάρτυρες που παρουσίασε η πλευρά της Εναγόμενης. Οι πρώτοι δύο μάρτυρες ήταν εκτιμητές αυτοκινήτων και κατέθεσαν σε σχέση με τις ζημιές των δύο οχημάτων. Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρες αντικειμενικοί και αξιόπιστοι. Σημειώνω ότι οι ειδικές ζημιές των δύο εμπλεκόμενων οχημάτων έγιναν παραδεκτές. Σε σχέση με τις φωτογραφίες των οχημάτων που παρουσίασαν στο Δικαστήριο, κρίνω ότι αυτές αποτυπώνουν την κατάσταση των οχημάτων όπως τις αντίκρυσαν οι μάρτυρες αυτοί μετά το ατύχημα. Σημειώνω όμως ότι κανένας από τους δύο μάρτυρες δεν είχε τις ειδικές γνώσεις για να διαφωτίσει αναφορικά με τον τρόπο που τα οχήματα κινήθηκαν αμέσως πριν, κατά ή μετά τη σύγκρουση ώστε να υποστούν τις ζημιές αυτές. Επόμενη μάρτυρας ήταν η ίδια η Εναγόμενη, την οποία επίσης παρακολούθησα με προσοχή κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Άκουσα τα όσα ανέφερε, τόσο κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της σε σχέση με τον τρόπο που συνέβη το ατύχημα. Αν και έχω ήδη αναφερθεί στην εκδοχή της. Επιγραμματικά σημειώνω ότι η θέση της αναφορικά με τον τρόπο που συνέβη το ατύχημα ήταν ότι στο δρόμο υπήρχε αραιή τροχαία κίνηση, ότι η ίδια μπήκε στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου και προσπέρασε το όχημα της Ενάγουσας, συνέχισε να κινείται στη δεξιά λωρίδα με ταχύτητα περί τα 100 χιλ. ανά ώρα και παρέμεινε στη δεξιά λωρίδα μέχρι να καλύψει κάποια απόσταση ασφαλείας ώστε να μπορέσει να μετακινηθεί ξανά στην αριστερή λωρίδα. Ταυτόχρονα ανέφερε κατά την αντεξέταση της ότι παρατηρούσε τον δρόμο από το πλαϊνό και το κεντρικό καθρεφτάκι της και ότι είχε εντοπίσει το όχημα της Ενάγουσας όταν αυτό βρισκόταν περί τα 100 μέτρα πίσω από το δικό της στη δεξιά επίσης λωρίδα. Η εκδοχή της Εναγόμενης δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Υποστήριξε ότι κινήθηκε στη δεξιά λωρίδα για να προσπεράσει το όχημα της Ενάγουσας που τότε ήταν στην αριστερή λωρίδα, το οποίο και προσπέρασε. Προσπέρασε, όπως ανέφερε ένα μόνο αυτοκίνητο. Για να είναι σε θέση να την προσπεράσει ακολουθεί ότι η Ενάγουσα οδηγούσε με χαμηλότερη ταχύτητα. Στη συνέχεια, παρά το ότι η τροχαία κίνηση ήταν αραιή, παρέμεινε στη δεξιά λωρίδα, κινούμενη περί τα 100 χιλ. ανά ώρα, γιατί δεν αισθάνθηκε ότι δημιουργήθηκε απόσταση ασφαλείας από το όχημα της Ενάγουσας ώστε να μπορεί να ξαναμπεί στην αριστερή λωρίδα. Παρατηρούσε την κίνηση στον δρόμο από τα καθρεφτάκια του οχήματος της και εντόπισε ξανά το όχημα της Ενάγουσας από τα καθρεφτάκια της όταν αυτό ήταν περί τα 100 μέτρα πίσω της. Ξενίζει το πώς έκρινε ότι αυτή η απόσταση των 100 μέτρων δεν της επέτρεπε με ασφάλεια να εισέλθει ξανά στην αριστερή λωρίδα. Σημειώνω την αναφορά της κατά την αντεξέταση ότι είχε προσπεράσει ένα αυτοκίνητο (αυτό της ενάγουσας) κάτι που δείχνει ότι δεν υπήρχε στην αριστερή λωρίδα τέτοια κίνηση που να την εμποδίζει να μετακινηθεί αριστερά. Σύμφωνα με την εκδοχή της, είδε από τα καθρεφτάκια της το όχημα της Ενάγουσας πίσω της όταν αυτό ήταν περί τα 100 μέτρα μακριά. Δηλαδή, η θέση της είναι ότι είδε το όχημα της Ενάγουσας να την πλησιάζει, αναπτύσσοντας ταχύτητα, καλύπτοντας μια απόσταση 100 περίπου μέτρων, και - χωρίς να υπάρχει πραγματικό εμπόδιο που να μην της επιτρέπει στο μεταξύ να μετακινηθεί στην αριστερή λωρίδα - η ίδια παρέμεινε στα δεξιά και συνέχισε να κινείται με την ίδια ταχύτητα, χωρίς να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για να αποφύγει το όχημα της Ενάγουσας μέχρι που επήλθε η σύγκρουση, την οποία περιέγραψε ως βίαιη. Μάλιστα ανέφερε ότι δεν είδε το όχημα της Ενάγουσας να την κτυπά. Η εκδοχή αυτή της Εναγόμενης είναι τόσο παράλογη μου κρίνω ότι δεν μπορεί να είναι αληθινή. Αντίθετα θεωρώ ότι είναι μια εκδοχή κατασκευασμένη με σκοπό να παρουσιάσει η Εναγόμενη τα γεγονότα με τρόπο που έκρινε ότι θα της επέτρεπαν να αποφύγει την ευθύνη για το ατύχημα. Δεν μπορώ επομένως να δεχτώ ότι η Εναγόμενη κατέθεσε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που περιέβαλλαν το ατύχημα και δεν μπορώ να βασιστώ στα όσα είπε για να καταλήξω σε ευρήματα. Υπόλοιποι μάρτυρες για την πλευρά της Εναγόμενης ήταν οι ιατροί Κωστάκης Χατζηβασίλης και Στήβεν Ιωσηφίσης (ΜΕ4 και ΜΕ5) και ο φυσικοθεραπευτής Κώστας Σκεμπετζής (ΜΕ6). Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρες ανεξάρτητοι και ότι κατέθεσαν την αλήθεια. Τεκμηρίωσαν τις επιστημονικές τους θέσεις με πειστικότητα, εξήγησαν με σαφήνεια τα ευρήματα και διάγνωση τους και η μαρτυρία τους ήταν πειστική και σταθερή. Αποδέχομαι επομένως τα όσα κατέθεσαν. Ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Κατά τον επίδικο χρόνο, η Ενάγουσα ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΚΚΧ 920 και η Εναγόμενη ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμό εγγραφής KQU
- (β) Στις 4.9.2009 και περί ώρα 20:10μμ, η Ενάγουσα και η Εναγόμενη οδηγούσαν τα προαναφερόμενα οχήματα τους στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσία - Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λεμεσό, πλησιάζοντας το κατήφορο Κακορατζιάς. (γ) Σε κάποιο σημείο του δρόμου, η Ενάγουσα μετακινήθηκε στην δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου και προσπέρασε προπορευόμενο όχημα. Παρέμεινε στην δεξιά λωρίδα στην οποία συνέχισε να κινείται με ταχύτητα περί τα 120 χιλ. ανά ώρα. Κατά τον ίδιο χρόνο η Εναγόμενη οδηγούσε το όχημα της στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. (δ) Όταν το όχημα της Ενάγουσας είχε πλησιάσει και βρισκόταν σχεδόν στο ίδιο ύψος με το όχημα της Εναγόμενης και τα δύο οχήματα ήταν περίπου στο σημείο όπου ξενικά το κατήφορο της Κακορατζιάς, η Εναγόμενη απότομα και γρήγορα μετακίνησε το όχημα της και εισήλθε λωξώς στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, μπροστά από το όχημα της Ενάγουσας. (ε) Αυτή ήταν η πρώτη φορά που η Ενάγουσα είδε το όχημα της Εναγόμενης, και η Ενάγουσα εφάρμοσε απότομα τα φρένα σε μια προσπάθεια να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. (στ) Παρά την εφαρμογή των φρένων της Ενάγουσας, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν ώστε το μπροστινό αριστερό μέρος του οχήματος της Ενάγουσας να έρθει σε επαφή με το πισινό δεξί μέρος του οχήματος της Εναγόμενης. (ζ) Μετά τη σύγκρουση τα δύο οχήματα κινήθηκαν εκτός ελέγχου, προσέκρουσαν στα προστατευτικά κιγκλιδώματα του δρόμου και κατέληξαν στις τελικές θέσεις, όπως αυτές παρουσιάζονται στο σχεδιάγραμμα της σκηνής Τεκμήριο
- (η) Από το ατύχημα, το όχημα της Ενάγουσας υπέστη ζημιές η αξία των οποίων ανέρχεται σε €7.500, επί πλήρους ευθύνης. Συνεπεία του ατυχήματος, ειδικές ζημίες υπέστη και η Ενάγουσα η αξία των οποίων ανέρχεται στο ποσό των €300, επί πλήρους ευθύνης, πλέον νόμιμο τόκο από 13.5.
- (θ) Το τροχαίο ατύχημα προκάλεσε επίσης τραυματισμούς στην Ενάγουσα. Οι γενικές αποζημιώσεις για τους τραυματισμούς που υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του ατυχήματος ανέρχονται στο ποσό των €7.000, επί πλήρους ευθύνης, πλέον νόμιμο τόκο από 13.5.
- (ι) Από το ατύχημα υπέστη ζημιές το όχημα της Εναγόμενης η αξία των οποίων ανέρχεται σε €7.998, επί πλήρους ευθύνης. (ια) Το τροχαίο ατύχημα προκάλεσε τραυματισμούς στην Εναγόμενη, ως αυτοί καταγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσίασε. Η Εναγόμενη υπέφερε τις ενοχλήσεις και υποβλήθηκε στις εξετάσεις και θεραπείες που καταγράφονται στα εν λόγω πιστοποιητικά. Η πρόγνωση για την κατάσταση της Εναγόμενης είναι ως καταγράφεται στα πιστοποιητικά Τεκμήρια 11 και
- Η εγκεφαλική διάσταση, θλάση αυχένα και κακώσεις της Ενάγουσας δεν ήταν σοβαρής μορφής. (ιβ) Συνεπεία του ατυχήματος, η Εναγόμενη υπέστη ειδικές ζημιές οι οποίες ανέρχονται σε €9.542,51, επί πλήρους ευθύνης. (ιγ) Επιπρόσθετα των πιο πάνω ειδικών ζημιών οι οποίες είναι παραδεκτές, η Εναγόμενη απουσίασε από την εργασία της με άδεια ασθενείας που της χορηγήθηκε από θεράποντες ιατρούς της από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι τις 4.10.
- Η εταιρεία Lanitis E.C. Holdings Ltd στην οποία εργοδοτείτο η Εναγόμενη κατά τον επίδικο χρόνο (Τεκμήριο 25), κατέβαλε στην Εναγόμενη το μισθός της για την περίοδο αυτή, που ανέρχετο σε €2.100 και η ίδια παρέδωσε στην εταιρεία ποσό €1.056,91, ποσό που αποτελούσε το επίδομα ασθενείας που έλαβε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Η Εναγόμενη συμφώνησε να επιστρέψει το υπόλοιπο ποσό στην εταιρεία από την αποζημίωση που θα λάβει για το ατύχημα. Διευκρινίζω παρενθετικά ότι δεν υπάρχει παραδοχή ότι η Εναγόμενη δικαιούται να αξιώνει το ποσό των €2.100 από την Ενάγουσα Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, παραμένει να εξεταστεί εάν οι δύο πλευρές έχουν αποδείξει, και σε πιο βαθμό, τις αξιώσεις που εγείρουν. Ευθύνη Τόσο η Ενάγουσα όσο και η Εναγόμενη ισχυρίζονται ότι για το ατύχημα ευθύνεται η άλλη, η οποία ενήργησε αμελώς. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας αποτυπώνεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Σε σχέση με τα στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας, παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα»[3]. Σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων, η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος επιμέλειας εξαρτάται από τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούσαν στην σκηνή του ατυχήματος κατά τον επίδικο χρόνο[4]. Κάθε οδηγός έχει καθήκον να λάβει προστατευτικά μέτρα για αποφυγή ατυχημάτων και το καθήκον αυτό εξετάζεται και κρίνεται με γνώμονα την δυνατότητα λογικής πρόβλεψης[5]. Παραπέμπω ειδικά στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 όπου γίνεται αναφορά στο καθήκον επιμέλειας όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο για την ασφάλεια των άλλων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους.. Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Παραθέτω επίσης και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378, σε σχέση με το καθήκον επιμέλειας του οδηγού: «Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει.» Στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο καλείται να προβεί σε διαπίστωση και καταμερισμό της ευθύνης για το επίδικο ατύχημα μεταξύ των δύο εμπλεκόμενων οδηγών. Σχετικές με το θέμα του καταμερισμού της ευθύνης είναι οι πρόνοιες του άρθρου 57 του Κεφ. 148, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του οποίου: «Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω πταίσματoς τoυ πρoσώπoυ πoυ υπέστη τη ζημιά, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί σε αυτό μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ στη ζημιά.» Όπως καθορίστηκε από τη νομολογία[6], οι κύριοι παράγοντες για τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ οδηγών είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των εμπλεκόμενων οδηγών, του τροχαίου ατυχήματος που προκάλεσε και της ζημίας που προκλήθηκε. Παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση των νομικών αρχών στην υπόθεση Κυριάκος Χριστοδούλου ν Γρηγόρης Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178 όπου το Εφετείο καθορίζει ότι: «Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγήθηκε στις υποθέσεις Charalambous v Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v Adamou
(1988)1 C.L.R. 727» Σχετική και διαφωτιστική είναι και η ακόλουθη ανάλυση από το σύγγραμμα Clerk & Lindsell Οn Torts, 16η έκδοση, παράγραφος 10-139, σελ. 97-98: «[Contributory negligence] does not mean negligence which is contributory along with the negligence of the other party. It means negligence which causes or contributes to the injury or damage that has happened. It is not confined to participating in bringing about the happening which inflicts the damage. Thus, even where the defendant was solely responsible for the occurrence which inflicted the damage, but the plaintiff could have taken steps to avert or mitigate it, the damages will be reduced. Thus, in O'Connell v. Jackson the defendant was wholly to blame for colliding with the plaintiff, who was riding a moped. The plaintiff was not wearing a crash helmet and sustained greater injuries than he need have done. His claim was reduced by 15 per cent. The result of all this is that when the plaintiff's damage has been due in part to his own fault and in part to the defendant's fault, the latter is liable, but the damages recoverable from him will be reduced in accordance with the provisions of the Act.» Στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών στέφομαι στα υπό εξέταση ζητήματα με γνώμονα πάντα τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων. Από τα γεγονότα διαφαίνεται ότι η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα της στην δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου υπό τις συνθήκες που περιέγραψε. Η Εναγόμενη, με την ενέργεια της να εισέλθει απότομα και ξαφνικά στην δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου αμέσως μπροστά από την Ενάγουσα, ανέκοψε ουσιαστικά την ελεύθερη πορεία της Ενάγουσας. Είτε είχε δει το όχημα της Ενάγουσας είτε όχι πριν προβεί στη συγκεκριμένη κίνηση, η ενέργεια της Εναγόμενης υπολείπεται της δέουσας και ενδεδειγμένης συμπεριφοράς του μέσου συνετού οδηγού. Είχε καθήκον και όφειλε να λάβει μέτρα ώστε να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου μόνο εφόσον είχε βεβαιωθεί ότι η συγκεκριμένη λωρίδα ήταν ελεύθερη, ότι μπορούσε να προβεί στον συγκεκριμένο ελιγμό με ασφάλεια και χωρίς να αιφνιδιάσει ή να ανακόψει την ελεύθερη πορεία άλλου οχήματος. Οι παραλείψεις της αυτές είναι αποτέλεσμα και σύμπτωμα της αμέλειας που επέδειξε κατά την οδήγηση. Στρέφομαι στην Ενάγουσα σύμφωνα με τη μαρτυρία της οποίας η πρώτη στιγμή που είχε αντιληφθεί το όχημα της Εναγόμενης ήταν όταν αυτό εισήλθε στη λωρίδα της και μπήκε απότομα μπροστά της. Διακρίνω ότι εάν η Ενάγουσα οδηγούσε με την προσήκουσα προσοχή, όφειλε να είχε εντοπίσει ενωρίτερα το όχημα της Εναγόμενης το οποίο προπορευόταν του δικού της στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Εάν είχε εντοπίσει, ως όφειλε, την ύπαρξη του οχήματος της Εναγόμενης τότε ενδεχομένως να ήταν σε θέση να προβλέψει και να αντιληφθεί ενωρίτερα την πρόθεση της Εναγόμενης να μετακινηθεί δεξιά και να λάβει έγκαιρα μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι ευθύνη για το επίδικο ατύχημα είχαν και οι δύο οδηγοί. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ενώπιον μου δεδομένα κρίνω ότι η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα βαραίνει την Ενάγουσα κατά 25% και την Εναγόμενη κατά 75%. Ειδικές και γενικές αποζημιώσεις Ενάγουσας Οι αποζημιώσεις για τις ειδικές ζημιές και σωματικές βλάβες που υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του ατυχήματος έχουν γίνει παραδεκτές επί ποσοστού πλήρους ευθύνης. Ειδικότερα, είναι παραδεκτό ότι επί πλήρους ευθύνης, η Ενάγουσα δικαιούται €300 πλέον νόμιμο τόκο από 13.5.2015 ως ειδικές ζημιές, €7.000 πλέον νόμιμο τόκο ως γενικές αποζημιώσεις και ποσό €7.500 ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές στο όχημα της. Ενόψει του καταμερισμού της ευθύνης για το ατύχημα, η Ενάγουσα δικαιούται στα πιο πάνω ποσά μειωμένα κατά ποσοστό 25%. Ειδικές αποζημιώσεις Εναγόμενης Μέρος των ειδικών ζημιών της Εναγόμενης έχει γίνει παραδεκτό και ανέρχεται στο ποσό των €9.642,51 επί ποσοστού πλήρους ευθύνης. Πέραν αυτού η Εναγόμενη αξιώνει επίσης ποσό €2.100 για απώλεια εισοδημάτων για την περίοδο από 4.9.2009 μέχρι 4.10.2009 που απουσίαζε από την εργασία της με άδεια ασθενείας. Σε σχέση με αυτή την αξίωση, είναι παραδεκτό ότι έχει το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το μισθό της για την εν λόγω περίοδο. Είναι επίσης παραδεκτό ότι κατόπιν συμφωνίας με τον εργοδότη της, της έχει πληρώσει το ποσό αυτό και η ίδια κατέβαλε στον εργοδότη ποσό €1.056,91 που έλαβε ως επίδομα ασθενείας από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Το δε υπόλοιπο συμφώνησε ότι θα το επιστρέψει στον εργοδότη της όταν λάβει αποζημιώσεις για το ατύχημα. Η πλευρά της Ενάγουσας αμφισβητεί ότι η Εναγόμενη δικαιούται να εγείρει τη συγκεκριμένη αξίωση γιατί έχει ήδη πληρωθεί το εν λόγω ποσό από τον εργοδότη της. Αναφορικά με το ποσό των €1.056,91 που η Εναγόμενη έχει λάβει ως επίδομα ασθενείας από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, σχετικό είναι το άρθρο 65(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 σύμφωνα με το οποίο: «Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης που πρέπει να πληρωθεί εξαιτίας αστικού αδικήματος δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη οποιοδήποτε ποσό- .(β) το οποίο καταβλήθηκε ή το οποίο πρέπει να καταβληθεί από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως παροχή ή επίδομα σε ασφαλισμένο πρόσωπο συνεπεία των ιδίων περιστάσεων οι οποίες δημιουργούν τη νομική υποχρέωση για αποζημίωση σε σχέση με το αστικό αυτό αδίκημα». Οποιοδήποτε δε άλλο ποσό το οποίο η Εναγόμενη έχει λάβει από τον εργοδότη της συνεπεία μεταξύ τους συνεννόησης ή συμφωνίας, κρίνω ότι με κανένα τρόπο δεν μειώνει ή εξαλείφει την υποχρέωση της Ενάγουσας σε αποζημίωση της Εναγόμενης για ζημιές που η Εναγόμενη υπέστη εξαιτίας αμέλειας που επέδειξε η Ενάγουσα. Συνεπώς καταλήγω ότι η Εναγομένη δικαιούται ολόκληρο το ποσό των €2100 που αντιπροσωπεύει απολαβές της για την περίοδο που απουσίαζε από την εργασία της με άδεια ασθενείας. Γενικές αποζημιώσεις Εναγόμενης Έχω αποδεχτεί τους τραυματισμούς, επιπτώσεις, αποθεραπεία και πρόγνωση των τραυμάτων που η Εναγόμενη υπέστη συνεπεία του ατυχήματος όπως τα κατέθεσαν οι θεράποντες ιατροί της και όπως αποτυπώνονται στα διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν. Σε σχέση με αυτά, η Εναγόμενη δικαιούται σε αποζημίωση. Έχω κατά νου ότι ο σκοπός για τον οποίο επιδικάζονται γενικές αποζημιώσεις είναι η δίκαιη αποζημίωση του θύματος για τη ζημιά και τραυματισμούς που έχει υποστεί χωρίς όμως να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα[7]. Έχω επίσης κατά νου ότι το επιδικασθέν ποσό πρέπει να είναι εύλογο[8], «κοινωνικά αποδεκτό»[9] και να αντανακλά την ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο που υπέστη το αθώο μέρος[10]. Επίσης, χωρίς όμως να πρόκειται για απόλυτο κανόνα, διαπιστώνεται μια γενικά αυξητική τάση στα ποσά που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις[11]. Αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων, οι προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις δεν συνιστούν δεσμευτικό προηγούμενο. Το ποσό των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης και δεν υπάρχει απόλυτη φόρμουλα ή κανόνας αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου και ταλαιπωρίας. Όμως, νομολογία σε σχέση με ποσά που επιδικάστηκαν σε άλλες υποθέσεις για αντίστοιχους τραυματισμούς είναι ενδεικτική και καθοδηγητική, μέχρι ενός βαθμού, σε σχέση με τα πλαίσια στα οποία μπορεί να κυμαίνεται το επιδικασθέν ποσό. Έχω λάβει υπόψη επομένως, για σκοπούς καθοδήγησης, το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν σε περιπτώσεις όπου η φύση και έκταση των τραυματισμών και μετα-τραυματική πορεία και τα κατάλοιπα των τραυμάτων ήταν αντίστοιχα ή προσομοίαζαν με την παρούσα υπόθεση. Αποφασίζοντας το ποσό που θα πρέπει να επιδικαστεί υπέρ της Εναγόμενης ως γενικές αποζημιώσεις για τα τραύματα που έχει υποστεί, έλαβα υπόψη τον πόνο και ταλαιπωρία που έχει υποστεί, την φύση και την έκταση των τραυμάτων της, τη φαρμακευτική και θεραπευτική αγωγή που ακολούθησε, το χρόνο για τον οποίο νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, καθώς και το χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι την αποκατάσταση της. Έχω λάβει επίσης υπόψη τις επιπτώσεις τις ενδεχόμενες μελλοντικές επιπτώσεις των τραυμάτων της. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ως εύλογο και δίκαιο, επί πλήρους ευθύνης, το ποσό των €5.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Το τελικό ποσό στο οποίο η Εναγόμενη δικαιούται πρέπει να απομειωθεί κατά 75% λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό ευθύνης που της έχει καταμεριστεί για το ατύχημα. Κατάληξη Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι στην αγωγή εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης ως ακολούθως: (α) ποσό €225 πλέον νόμιμο τόκο από 13.5.2015, ως ειδικές αποζημιώσεις απόρροια των τραυματισμών που υπέστη, (β) ποσό €5.250 πλέον νόμιμο τόκο από 13.5.2015, ως γενικές αποζημιώσεις, και (γ) ποσό €5.625 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ως ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη το όχημα της Ενάγουσας. Στην ανταπαίτηση εκδίδεται απόφαση υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας ως ακολούθως: (α) ποσό €525 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ως ειδικές αποζημιώσεις που αφορούν απώλεια απολαβών, (β) ποσό €1.250 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ως γενικές αποζημιώσεις, και (γ) ποσό €1.999 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ως ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη το όχημα της Εναγόμενης. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν, μειωμένα κατά 25%. Τα έξοδα της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν, μειωμένα κατά 75%. .......... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [2] Κουκούνη κ.α. ν A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής ν Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153 [3] Σχετική και η Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Elpiniki Panayiotou v Georghios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215 [4] Μαρκαντώνης ν Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387 [5] Βίκης ν Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345 [6] Χαραλάμπους ν Στυλιανού
(1991)1(Α) Α.Α.Δ. 284 [7] Χαριλάου ν Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460, Fletcher v Autocar Transporters Ltd [1968] 1 All E.R. 726, Constantinou v Salahouris
(1969)1 C.L.R. 416 [8] Βαρβάρα Χρίστου Μιχαήλ ν Φίλιος Συκοπετρίτης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049, Κώστας Ιακώβου ν Αλέξανδρος Παπαδάκη κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 2079 [9] Paraskevaides (Overseas) Ltd v Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 [10] Φοινικαρίδης κ.α. ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 [11] Παναγή ν Θεοδώρου κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Κωνσταντίνου ν Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο