ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΙΟΛΑΡΗ κ.α. ν. CYPEX MANUFACTURING LTD κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 2733/2011, 24/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 2733/2011 Μεταξύ: ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΙΟΛΑΡΗ ΣΑΒΒΑ ΒΙΟΛΑΡΗ Εναγόντων - και - CYPEX MANUFACTURING LTD ΣΤΕΛΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 24/02/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Γιώργος Λ. Λουκαΐδης για τον Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια Για τους Εναγομένους: κ. Ανδρέας Δ. Δημητρίου για τον κ. Ανδρέα Θ Μαθηκολώνη --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Οι Ενάγοντες, με αυτή την Αγωγή, αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων, τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. €34.855,46 - σαν ληξιπρόθεσμα ενοίκια .. Β. Νόμιμον Τόκον. Γ. Όλα τα δικαστικά έξοδα, πλέον 15% Φ. Π. Α. πλέον έξοδα επίδοσης». [Β]. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν των διαδίκων εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς. Η υπόθεση των Εναγόντων
- Οι Ενάγοντες, με την έκθεση απαίτησης τους, υποστήριξαν την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Είναι οι ιδιοκτήτες μιας αποθήκης εμβαδού 1.000 τ. μ. με αρ. εγγραφής G. 57, Φ. / Σχ. XL46.E.2847.W.2 τμήμα G, τεμάχιο 99, στην τοποθεσία Στρογγυλοπάμπουλος στην Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας. ii. Δυνάμει ενοικιαστήριου εγγράφου, ενοικίασαν στην Εναγομένη 1, υπό την εγγύηση του Εναγομένου 2, την εν λόγω αποθήκη, για την περίοδο 01/04/2005 έως 31/03/2015, με συμφωνημένο ενοίκιο ως εξής: (α) από 01/04/2005 έως 31/03/2010, Λ.Κ.1.500, ήτοι €2.562,90 μηνιαίως. (β) από 01/04/2010 έως 31/03/2015, Λ.Κ.1.700, ήτοι €2.904,62 μηνιαίως. iii. Παρά ταύτα, οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν τα ενοίκια από 01/10/2010 έως 30/09/2011, ανερχόμενα συνολικά σε €34.855,
- Η υπόθεση των Εναγομένων
- Οι Εναγόμενοι, δια της εκθέσεως υπεράσπισης τους ([1]), αρνήθηκε την, από πλευράς Ενάγουσας, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική της ακόλουθη εκδοχή: i. Το επίδικο υποστατικό ή/και οικοδομή εκμισθώθηκε ή/και αποτέλεσε αντικείμενο της ενοικίασης, ενώ δεν είχε ή/και ενώ δεν έχει πιστοποιητικό έγκρισης ή/και πιστοποιητικό ή/και άδεια για την συγκεκριμένη χρήση και ως εκ τούτου, η συμφωνία ενοικίασης είναι άκυρη ή/και παράνομη ή/και χωρίς έννομο αποτέλεσμα ή/και δεσμευτικότητα και η ισχυριζόμενη βάση αγωγής της Ενάγουσας δεν ευσταθεί. ii. Αρνούνται τα όσα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται σε ότι αφορά τα συμφωνηθέντα και ότι τους οφείλουν τα ενοίκια της συγκεκριμένης περιόδου. Ισχυρισμός τους, είναι, ότι, δεν οφείλουν κανένα ποσό στους Ενάγοντες ως δεδουλευμένα ενοίκια. Περαιτέρω, άνευ βλάβης ή/και διαζευκτικά αυτού του ισχυρισμού τους, ισχυρίζονται ότι τα ενοίκια της συμφωνίας ή/και ενοικίασης των διαδίκων, τροποποιήθηκαν, αφού μειώθηκαν από το 2010, ή/και δεν ισχύουν τα ισχυριζόμενα ενοίκια και δεν μπορούσαν να γίνουν οφειλόμενα ή/και πληρωτέα τα όσα ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. iii. Άνευ βλάβης ή/και διαζευκτικά των ισχυρισμών τους της έκθεσης υπεράσπισης τους, ισχυρίζονται, ότι, ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε εγγυήθηκε νόμιμα ή/και έγκυρα την Εναγομένη 1, ή/και η ισχυριζόμενη εγγύηση δεν είναι έγκυρη και νόμιμη και σε κάθε περίπτωση δεν τηρήθηκαν οι αναγκαίες προϋποθέσεις ή/και διατυπώσεις, ούτε και οι αναγκαίες προειδοποιήσεις σύμφωνα με τον νόμο περί προστασίας των εγγυητών ή/και την σχετική νομοθεσία. Η επίδικη συμφωνία ενοικίασης και το επικαλούμενο ενοικιαστήριο έγγραφο, αν και αναφέρεται σε ενοικίαση ακινήτου για δέκα χρόνια, δεν υπογράφτηκε ως απαιτείται για την εγκυρότητα του από δύο μάρτυρες, δηλαδή τρίτα πρόσωπα που να υπέγραψαν ως μάρτυρες της έγκυρης σύναψης και εκτέλεσης του ενοικιαστήριο εγγράφου και εν πάση περιπτώσει, δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του νόμου, με αποτέλεσμα η ενοικίαση να ίσχυε ως ενοικίαση από μήνα σε μήνα. Επιπλέον, το συμφωνηθέν ή/και συμφωνηθέν στην πορεία ενοίκιο, ήταν αυτό των €2.562 και ουδέποτε ίσχυε ενοίκιο δεύτερης πενταετίας. Για αυτούς τους λόγους, οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην ισχυριζόμενη αξίωση τους περί οφειλόμενων ενοικίων, €34.855, για την περίοδο που ισχυρίζονται. Οι μάρτυρες
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, παρουσιάστηκε και έδωσε στο Δικαστήριο, μαρτυρία, μόνον ο Ενάγοντας
- Προς υπεράσπιση της Εναγομένης, μαρτυρία προσφέρθηκε από τα εξής πρόσωπα: i. από τον κ. Γεώργιο Ττόουλο (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ1»), ii. από τον Εναγόμενο 2 (ο εξής καλούμενος «ο Εναγόμενος 2», ή ανάλογα της περίπτωσης «ο ΜΥ2»). Και iii. και από τον κ. Ανδρέα Γεωργιάδη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ3»). Η εκτίμηση της μαρτυρίας, γενικά
- Σύμφωνα με την νομολογία, όταν από την μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, προκύπτει, ότι, υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα [[i]], βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται [[ii]]. Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού [[iii]].
- Στην προκείμενη περίπτωση, δικογραφικά, οι διάδικοι, σε κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, παρουσίασαν ως προς αυτά, ο κάθε ένας, μία διαφορετική εκδοχή. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η κάθε πλευρά, παρουσίασε την μαρτυρία των προσώπων που έχουν προαναφερθεί. Τα πρόσωπα αυτά, αντεξετάστηκαν από την αντίδικη πλευρά, και, ως προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, αρκετές θέσεις, αντίθετες με την μαρτυρία τους, τους υποβλήθηκαν ως ορθές, χωρίς όμως αυτές να γίνουν αποδεκτές. Συνεπώς, από απόψεως γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές ως προς τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, που, καθιστούν αναγκαία την εκτίμηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο.
- Ως προς τα προαναφερόμενα, αναγκαία είναι η εξής επισήμανσης, που πρέπει να γίνει καθότι αφορά ζήτημα άρρηκτα συνυφασμένο με την εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, προς μάρτυρες, κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[iv]]. Συνεπώς, ο τρόπος που προσεγγίστηκε η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς του αντιδίκου, κατά την αντεξέταση των προσώπων που κλήθηκαν στο Δικαστήριο για τον σκοπό, και ποιες θέσεις υποβλήθηκαν στα πρόσωπα αυτά ως ορθές, σε ότι αφορά τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκαν, και τι μαρτυρία τελικά κλήθηκε από πλευράς του διαδίκου αυτού προς τεκμηρίωση τους, συνεκτιμούνται επίσης από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, με γνώμονα πάντοτε και τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς.
- Προχωρώ, συνεπώς, να διακριβώσω την αληθοφάνεια, ακρίβεια ή και ορθότητα της μαρτυρίας, και συνακόλουθα, εάν κριθεί ως τέτοια (και όχι, δηλαδή, ανακριβής, αναξιόπιστη, ψευδής ή λανθασμένη), τι βάρος ή σημασία μπορεί να της αποδοθεί. Εκεί και όπου βρίσκω, ότι, μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει αποδεκτή (falsus in uno), μνημονεύω το γεγονός ειδικά, ως επίσης και τους λόγους, αφενός, για την αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της και αφετέρου, για την απόρριψη του υπολοίπου της [[v]].
- Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του αριθμού των μαρτύρων που κάθε διάδικος παρουσιάζει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, αποτελεί η ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη φόρμουλα για την εκτίμηση από το Δικαστήριο της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου, κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί, της ζωής (ως συναρτώμενοι με το τι είναι πιο εύλογα αναμενόμενο από ένα μέσο άνθρωπο), έχουν καθιερωθεί ότι προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του.
- Μέσα, λοιπόν, στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου.
- Σε πρώτο στάδιο [[vi]], εκτίμησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων, που, ως προανέφερα, είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων: η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων (με την ίδια την μαρτυρία τους ή και με προηγούμενες τους δηλώσεις); η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό; η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια (και δη σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε την μαρτυρία τους); οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποία ιδιότητα; η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους; όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του [[vii]]. Σε κάθε περίπτωση, τονίζω, ότι, η εκτίμηση στην οποία προβαίνω αμέσως μετά, βάσει, μεταξύ άλλων, των προαναφερόμενων παραγόντων, δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό [[viii]].
- Σε δεύτερο στάδιο [[ix]], εξέτασα την μαρτυρία, κρίνοντας την από την εντύπωση που τα πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, μου δημιούργησαν, κατά την εξιστόρηση της εκδοχής τους. Η λειτουργία αυτή του Δικαστηρίου ενθυλακώνεται πολύ εύστοχα στην ακόλουθη σύντομη αναφορά του έντιμου Π. Ε. Δ., Α. Δαυίδ, στην απόφαση του στην Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας.». Συμπληρώνοντας, εν προκειμένω, περαιτέρω, στην συνέχεια της απόφασης του ο έντιμος Πρόεδρος: «Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676).». Η εκτίμηση και αξιολόγηση της μαρτυρίας
- Η μαρτυρία που οι Ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο δια του Ενάγοντα 2, εκτιμάται, από απόψεως ποιότητας, ότι σύγκειται από αρκετά από εκείνα τα στοιχεία που δικαιολογούν το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή για να καταλήξει με ασφάλεια στα ευρήματα του κατά την αξιολόγηση της. Η εντύπωση μου για τον Ενάγοντα 2, από την παρουσία του στο ειδώλιο του μάρτυρα, είναι θετική. Οι αντιδράσεις του, καθ' όλη την διάρκεια της εξέτασης του, και ειδικότερα κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, ήταν πολύ φυσιολογικές, απαντούσε στα διάφορα ερωτήματα χωρίς δισταγμό, με αμεσότητα και απλότητα. Η εντύπωση που μου έχει δημιουργηθεί, είναι ότι, ο Ενάγοντας 2, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου τα όσα πραγματικά γνώριζε και θυμόταν για τα ζητήματα για τα οποία εξετάστηκε και τα διαδραματισθέντα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, χωρίς διάθεση να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δεν εντοπίζονται στην μαρτυρία του, ουσιαστικές αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά στην αντίληψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας του, θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής και με έπεισε ως προς αυτό, ενώ αρκετές από τις τοποθετήσεις του για την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν αυτή την υπόθεση, είναι κοντά στην λογική. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του στο σύνολο της προς εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για την κατάληξη μου που ακολουθεί. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί των Εναγομένων, για τους λόγους που αναφέρονται στην συνέχεια, δεν παρέχουν ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο και απορρίπτονται, στο βαθμό πάντοτε που αφορά γεγονότα για τα οποία οι θέσεις των διαδίκων διίστανται. Οι, Εναγόμενος 2 και ΜΥ3, δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Τόσο η προδιάθεση τους ως μάρτυρες, όσο και η ευλογοφάνεια των ισχυρισμών τους ως προς τα γεγονότα, κρίνεται ως αρνητική. Σε ότι δε αφορά την μαρτυρία του ΜΥ1, αυτή, σημειώνεται, γίνεται αποδεκτή. Ως πολιτικός μηχανικός της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Αραδίππου, στα καθήκοντα του οποίου είναι και η έκδοσης αδειών οικοδομής για ακίνητα που εμπίπτουν, σύμφωνα με την νομοθεσία, στην αρμοδιότητα της εν λόγω δημοτικής αρχής, κατέθεσε σε ότι αφορά το υποστατικό, αντικείμενο της επίδικης σύμβασης, ακριβώς σε ότι αφορά το κατά πόσο αυτό κέκτηται τέτοιας άδειας. Ένας εντελώς, από κάθε άποψης, ανεξάρτητος μάρτυρας, που κατέθεσε στην βάση των όσων στοιχείων το σχετικό αρχείο του Δήμου Αραδίππου παρουσιάζει, του οποίου την μαρτυρία αποδέχομαι προς εξαγωγή των συμπερασμάτων μου.
- Με δεδομένη, πλέον, αυτή την θετική εκτίμηση μου, σε ότι αφορά την ποιότητα της μαρτυρίας των Ενάγοντα 2 και ΜΥ1, και την απόρριψη της μαρτυρίας των Εναγομένου 2 και ΜΥ3, σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, προχωρώ να αξιολογήσω την αποδεκτή μαρτυρία για να καταλήξω ως προς το τελικό ζητούμενο. Ήτοι, κατά πόσο τα γεγονότα δικαιολογούν τις απαιτήσεις των Εναγόντων στον απαιτούμενο βαθμό. [Γ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
- Η Οι Εναγόμενοι, προέβαλλαν προς υπεράσπιση τους, ακυρότητα της σύμβασης, επειδή, αυτή, ένεκα της μίσθωσης του υποστατικού για περίοδο πέραν του ενός έτους, δεν υπογράφτηκε, ως επιβάλλεται από το Άρθρο 77
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 [[x]], στην παρουσία [[xi]] δύο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι. H επίπτωσης ενός τέτοιου γεγονότος στην σχέση των μερών που προσήλθαν στην άκυρη, κατά το Άρθρο 77
(1)του Κεφ. 149, σύμβαση μίσθωσης, εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Nicos Christou Developments Ltd v Παναγιώτη Τοφινή
(1998)1 Α.Α.Δ. 1990, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Π. Αρτέμη, ελέχθη, ότι: «όπου ο ενοικιαστής λαμβάνει κατοχή του ακινήτου και πληρώνει το συμφωνηθέν με βάση το άκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο, η ενοικίαση καθίσταται ενοικίαση από έτος εις έτος ή από μήνα σε μήνα, ανάλογα με το αν με βάση το συμβόλαιο το ενοίκιο είναι πληρωτέο ετήσια ή κατά μήνα.». Για να θεωρείται μία τέτοια ενοικίασης λήξασα, αναφέρει περαιτέρω ο έντιμος Πρόεδρος, «ή θα πρέπει να έχει λήξει η περίοδος ενοικίασης που αναφέρεται στο άκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο, ή να έχει δοθεί νόμιμη ειδοποίηση τερματισμού»•, με το νόμιμο της ειδοποίησης τερματισμού, να καθορίζεται από το εάν τέτοια ειδοποίηση εδόθη στο τέλος του πρώτου ή οποιουδήποτε ακόλουθου, ανάλογα της περίπτωσης, έτους ή μήνα [[xii]].
- Το ζήτημα όμως, στην υπό κρίση περίπτωση, ως τίθεται από πλευράς Εναγομένων, δεν είναι ότι η επίδικη σύμβαση μίσθωσης δεν είχε υπογραφτεί ενώπιον δύο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, αλλά, αποδεχόμενοι ότι αυτή φέρει τις υπογραφές δύο μαρτύρων, εισηγούνται ότι, οι Ενάγοντες, δεν απέδειξαν την εγκυρότητα της, επειδή ως μάρτυρας, εισηγούνται περαιτέρω, υπέγραψε και ο Ενάγοντας 2, που, ως συμβαλλόμενο στην σύμβαση μίσθωσης μέρος, δεν ήταν σε θέση να είναι και μάρτυρας της υπογραφής των συμβαλλομένων μερών (δηλαδή της ίδιας της υπογραφής του).
- Δεν μπορώ να αποδεχθώ αυτή την θέση της υπεράσπισης για τους εξής λόγους. Κατ' αρχήν, σημειώνεται, ότι, η θέση περί της ακυρότητας της σύμβασης μίσθωσης στην έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων ήταν γενική, χωρίς εξειδίκευση ως προς το τι ειδικά κατά την θέση των Εναγομένων επέφερε την ισχυριζόμενη ακυρότητα. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 6 της έκθεσης υπεράσπισης, αναφέρεται το εξής: «Η επίδικη συμφωνία ενοικίασης και το επικαλούμενο ενοικιαστήριο έγγραφο αν και αναφέρεται σε ενοικίαση ακινήτου για δέκα χρόνια δεν υπεγράφη ως απαιτείται για την εγκυρότητα του από δύο μάρτυρες, δηλαδή τρίτα πρόσωπα που να υπέγραψαν ως μάρτυρες της έγκυρης σύναψης και εκτέλεσης του ενοικιαστήριο εγγράφου και εν πάση περιπτώσει δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του νόμου με αποτέλεσμα η ενοικίαση να ίσχυε ως ενοικίαση από μήνα σε μήνα. .». Κατά την δίκη, ως έχει προαναφερθεί, ο μοναδικός μάρτυρας για την υπόθεση των Εναγόντων, ήταν ο Ενάγοντας
- Αντεξεταζόμενος για το ζήτημα των υπογραφών επί της σύμβασης μίσθωσης, Τεκμήριο 2, και συγκεκριμένα σε ότι αφορούσε αυτές των μαρτύρων, ο Ενάγοντας 2, όπως και κατά την κυρίως εξέταση του, υποστήριξε, ότι, ως μάρτυρες της υπογραφής των συμβαλλομένων, υπέγραψαν οι Ανδρέας Γεωργιάδης και Ολύμπιος Μηνά. Και τα δύο αυτά πρόσωπα, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ενάγοντα 2, είναι συγγενικά των διαδίκων. Ο Ολύμπιος Μηνά, είναι πατέρας των Εναγόντων, ενώ, ο Ανδρέας Γεωργιάδης, είναι ο υιός του Εναγομένου
- Σημειώνεται εδώ, ότι, η παρουσία των δύο αυτών προσώπων κατά την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης στο γραφείου κάποιου μεσίτη με το όνομα Κυριακίδη, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένων. Ερωτήθηκε, ο Ενάγοντας 2, κατά πόσο, η μία εκ των δύο υπογραφών επιβεβαίωσης μάρτυρος, είναι η δική του, και ο μάρτυρας το αρνήθηκε, υποδεικνύοντας ότι, η συγκεκριμένη που του είχε υποδειχθεί ήταν αυτή του Ολύμπιου Μηνά. Μάλιστα, με πολλή φυσικότητα, αποδέχθηκε, όταν ερωτήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης, να δώσει δείγμα της υπογραφής του για γραφολογική εξέταση προς διαπίστωση τούτου. Εν συνεχεία, ζητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης, από τον Ενάγοντα 2, να συγκρίνει οπτικά τις δύο υπογραφές μαρτύρων, με αυτή του Στέλιου Γεωργιάδη στο σημείο όπου αυτός υπέγραψε για την εταιρεία και αυτός ανέφερε, με την ίδια πάλι φυσικότητα, ότι δεν φαίνονται οι ίδιες. Και αυτό, χωρίς να είναι παράλογο, αφού είχε προηγηθεί η θέσης του Ενάγοντα 2, ότι, ως μάρτυρας υπέγραφε, εκτός του Ολύμπιου Μηνά και ο Ανδρέας Γεωργιάδης, ΜΥ3, που είναι υιός του Εναγομένου 2, Στέλιου Γεωργιάδη, ο οποίος, σύμφωνα με την θέση του, ήταν αυτός που υπέγραψε για λογαριασμό της Εναγομένης 1 εταιρείας ως συμβαλλόμενο μέρος. Παρά τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον Ενάγοντα 1, χωρίς αυτός δια των απαντήσεων του να αυτοαναιρεθεί, δεν υποβλήθηκε στον Ενάγοντα 2, για την τοποθέτηση του, ο ισχυρισμός που εν συνεχεία οι Εναγόμενοι υποστήριξαν κατά την παρουσίαση της υπόθεσης τους (που υπενθυμίζω, δεν καλυπτόταν ειδικά από την δικογραφία), ότι, η υπογραφή ενός εκ των δύο μαρτύρων, ήταν του Ενάγοντα 2 ή ότι για την Εναγομένη 1 δεν υπέγραφε ο Στέλιος Γεωργιάδης, αλλά ο Ανδρέας Γεωργιάδης. Ενώ, δεν διαφεύγει της προσοχής μου, ότι, ο Εναγόμενος 2, δίδοντας την μαρτυρία του, κατά την αντεξέταση του, και παρά τα όσα πολύ ξεκάθαρα παρουσίαζε δια της γραπτής δηλώσεως του κατά την κυρίως εξέταση του, δεν ήταν αυτή ακριβώς την θέση που υποστήριξε. Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος 2, σε κάποιο σημείο υποστήριξε, ότι, έλειπαν εντελώς οι υπογραφές αυτές των μαρτύρων από την σύμβαση μίσθωσης, αφήνοντας να νοηθεί ότι συμπληρώθηκαν εκ των υστέρων, ενώ σε κατοπινό στάδιο, όταν του υποδείχθηκε ότι τα όσα ανέφερε στην παράγραφο 6 της δήλωσης του δεν ευσταθούν, βλέποντας την ξανά, ενέμεινε στην θέση που εκεί καταγράφεται, ότι, μάρτυρες υπογραφής των συμβαλλομένων υπέγραψαν οι Ολύμπιος Μηνά και Ενάγοντας
- Θέσης, που δεν είναι ούτε και λογική. Να είναι δηλαδή παρόν ένα μη συμβαλλόμενο πρόσωπο, ο κ. Ολύμπιος Μηνά ή ο ΜΥ3, αλλά να επιλεχθεί να υπογράψει ως μάρτυρας της υπογραφής των συμβαλλομένων, ένας εκ των συμβαλλομένων, δηλαδή, ο Ενάγοντας 2 αντί του κ, Ολύμπιου Μηνά ή του ΜΥ
- Για όλους τους προαναφερόμενους λόγους, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Εναγομένου 2 και του ΜΥ, Ανδρέα Γεωργιάδη, σε ότι αφορά το υπό συζήτηση επίδικο γεγονός, αλλά αυτή του Ενάγοντα
- Είναι συναφώς εύρημα μου, ότι, η σύμβαση μίσθωσης Τεκμήριο 2 υπογράφτηκε ενώπιον δύο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι [[xiii]].
- Αυτό το συμπέρασμα μου, κρίνει και την εισήγηση της υπεράσπισης, ότι, η σύμβαση μίσθωσης, Τεκμήριο 2, είχε τροποποιηθεί σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο της σύναψης της, προφορικά, ώστε το ενοίκιο να παρέμενε χωρίς μεταβολή στις Λ.Κ.1.500, ήτοι €2.562,90, μηνιαίως. Και αυτό, καθότι, αποτελεί αρχή του κοινούδικαίου, ότι, σύμβασης που, βάσει νόμου, απαραιτήτως καταρτίζεται γραπτώς, δεν μπορεί να τροποποιηθεί, παρά μόνο εγγράφως [[xiv]]. Σε κάθε περίπτωση, και επιτρεπτή να ήταν υπό τις περιστάσεις η τροποποίηση της σύμβασης μίσθωσης, προφορικά, από την μαρτυρία, δεν δικαιολογείται ένα τέτοιο εύρημα. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή στο δίκαιο το συμβάσεων ότι, η ικανοποίηση του ανταλλάγματος που συμφωνείται μεταξύ των μερών δια της συμφωνίας τους, δεν μπορεί να επηρεαστεί από την οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια οποιοιδήποτε εξ αυτών. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γιωργούλλα Καραολή κ. α. ν Γιώργου Λαουρη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 225, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Γ. Ερωτοκρίτου: «ένα συμβαλλόμενο μέρος, για να θεωρηθεί ότι απαλλάσσει το άλλο από την υποχρέωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων ή να δεχθεί διαφοροποίηση του ανταλλάγματος σε ένα σημαντικό σημείο, θα πρέπει να εκδηλώσει την πρόθεσή του με κάποιο σαφή τρόπο ή ενέργεια, η οποία να μην αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς τις προθέσεις του. Πέραν τούτου, η τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας θα πρέπει να τηρεί όλες τις προϋποθέσεις για σύναψη μιας σύμβασης όπως κοινοποίηση της πρότασης, αποδοχή και αντιπαροχή.» [[xv]]. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Ενάγοντας 2, δεν συμφώνησε με την εισήγηση αυτή των Εναγομένων και οι Εναγόμενος 2 και ΜΥ3, μαρτυρώντας για το συγκεκριμένο ισχυρισμό της υπεράσπισης, δεν έδωσαν τίποτα το συγκεκριμένο από πλευράς γεγονότων επί του οποίου να μπορούσε να στηριχτεί τέτοιο εύρημα του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, ως προς το πότε ακριβώς έγινε αυτή η τροποποίηση της σύμβασης μίσθωσης Τεκμήριο 2 και ποιο το αντάλλαγμα που οι Ενάγοντες συμφώνησαν να πάρουν για αυτήν. Αίσθηση προκαλεί η τοποθέτησης του ΜΥ3 κατά την αντεξέταση του όταν ερωτήθηκε για το ζήτημα αυτό από τον συνήγορο των Εναγόντων («Ε: Τι θα κέρδιζαν οι Ενάγοντες;»), όταν απάντησε (με ερώτηση) «Γιατί δεν τους ρωτάτε τους ίδιους;», προσθέτοντας στην συνέχεια, ότι, δεν θυμόταν τι είχε συγκεκριμένα αναφέρει στους Ενάγοντες «για να τους πείσει», και, ότι, «τους ζήτησε απλά το ενοίκιο να παραμείνει στα ίδια επίπεδα και αυτοί το αποδέχθηκαν». Δεν με πείθει ο ισχυρισμός αυτός των Εναγομένων. Ειδικότερα, αν λάβει κανείς υπόψη, ότι, η περίοδος της μίσθωσης για την οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι αφορούσε η τροποποίηση ήταν πενταετής και η διαφορά στο ενοίκιο ήταν της τάξης των Λ.Κ. 150, ήτοι €256,29 μηνιαίως. Καθώς επίσης και το γεγονός, ότι, επιχειρήθηκε, κατά την κυρίως εξέταση του Εναγομένου 2, να εισαχθεί ισχυρισμός περί νέας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, δια της οποίας «εγκαταλείφτηκε το ενοικιαστήριο έγγραφο», κάτι που σαφώς δεν αποτελεί δικογραφημένη θέση των Εναγομένων, ούτε και συνάδει με την θέση περί τροποποίησης της υφιστάμενης, που εν συνεχεία υποστηρίχτηκε από τον ΜΥ
- Σε αυτά, προσθέτει και η εντελώς αντιφατική θέση μεταξύ της έκθεσης υπεράσπισης των Εναγομένων και της μαρτυρίας του Εναγομένου 2 θέση, αφενός ότι, κανένα ποσό δεν οφείλεται προς τους Ενάγοντες και αφετέρου ότι, κάποιο ποσό ίσως να οφείλεται, όμως επειδή το αρχείο της επιχείρησης της Εναγομένης 1 κατακρατήθηκε από τους Ενάγοντες στο υποστατικό μετά που αλλάχτηκαν από αυτούς οι κλειδωνιές και ανέλαβαν παράνομα κατοχή του από την Εναγομένη 1, αυτό το υπόλοιπο δεν μπορεί αποτελεσματικά να ελεγχτεί από πλευράς τους. Η θέση όμως αυτή, εκτός από αντιφατική της δικογραφίας των Εναγομένων, είναι και πραγματικά παράλογη. Δεν μπορώ να πιστέψω, ότι, η Εναγομένη 1, που ως ισχυρίζεται, συνέχισε σε κάποιο βαθμό τις εργασίες της μετά την εγκατάλειψη του υποστατικού των Εναγόντων, να είχε αποκλειστεί εξ ολόκληρου του αρχείου της επιχείρησης της από τους Ενάγοντες με τον τρόπο που εισηγείται, σε βαθμό που να έμενε τόσο η ίδια όσο και οι διοικητικοί της σύμβουλοι εκτεθειμένοι λόγω μη τήρησης νομίμων υποχρεώσεων τους, όπως π. χ. προς το τμήμα του εφόρου φορολογίας και να μην προέβαιναν σε κάποιο διάβημα, το οποιοδήποτε, ούτως ώστε να το επανακτούσαν. Και να προβάλλουν αυτό τον ισχυρισμό, που σε κανένα σημείο της έκθεσης υπεράσπισης τους δεν προβάλλεται, για να υποστηρίξουν ότι, αν είχαν πρόσβαση στο αρχείο τους, θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι δεν οφείλουν στους Ενάγοντες αυτά που αξιώνουν, όταν θα μπορούσαν, αφού ο ισχυρισμός τους ήταν ότι πλήρωναν σχεδόν πάντοτε με επιταγές τους Ενάγοντες, να εξασφαλίσουν τα σχετικά στοιχεία από τα δύο αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα που ανάφεραν ότι συνεργάζονταν, για να παρουσίαζαν σχετική μαρτυρία προς ανατροπή ειδικά αυτού του συγκεκριμένου γεγονότος που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται. Συνεπώς, βάσει του προαναφερόμενου σκεπτικού και σε ότι αφορά αυτό το επίδικο γεγονός, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Εναγομένου 2 και ΜΥ3, αλλά αυτή του Ενάγοντα και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε καμία τροποποίησης της σύμβασης μίσθωσης, Τεκμήριο
- Η Εναγομένη 1, ήγειρε και ζήτημα παρανομίας στην σύμβαση της με τους Ενάγοντες, οφειλόμενη στο γεγονός ότι το υποστατικό που οι τελευταίοι της μίσθωσαν, δεν είχε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, γεγονός που ανακάλυψε μετά και την έγερση εναντίον της από τους Ενάγοντες αυτής της Αγωγής. Το ζήτημα αυτό, έχει επίσης αποτελέσει το αντικείμενο εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Τουμάζος Τουμάζου ν S.P.S. Restaurants Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 700, στην οποία, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αντικρίστηκε ως εξής: «Λανθασμένα εισηγείται επίσης ο εφεσείων στο λόγο έφεσης αρ. 6, ότι έπασχε θεμελιακά η νομιμότητα της συνομολόγησης της συμφωνίας ενοικίασης ούτως ώστε να μην υπάρχει καν νόμιμο έγγραφο ενοικίασης ή εκτελεστή σύμβαση δυνάμει του ενοικιαστηρίου. Η θέση ότι από την παράνομη συμφωνία δεν εξαγόταν ούτε καν υποχρέωση καταβολής ενοικίου ή τουλάχιστον ενοικίου στο συμφωνηθέν ποσό των £2.000 μηνιαίως, παραγνωρίζει την υπό του εφεσείοντος πραγματική χρήση του υποστατικού και την πληρωμή για σειρά μηνών του ενοικίου, ούτως ώστε να εμποδίζεται εκ των υστέρων να θέτει θέματα τα οποία ανήλθαν στην επιφάνεια τουλάχιστον ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο μετά την καταχώρηση των αγωγών λόγω της μη καταβολής των ενοικίων για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο του 2005 και του συνακόλουθου τερματισμού της ενοικίασης. Άλλωστε το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διέκρινε ότι ελλείψει της επιμαρτύρησης της συμφωνίας από δύο μάρτυρες κατά τις προϋποθέσεις του Αρθρου 77 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, η ενοικίαση λογιζόταν ως ενοικίαση επί μηνιαίας βάσεως με την ανάλογη υποχρέωση μηνιαίας πληρωμής του ενοικίου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 22. Συνεπώς, όπως και στην υπόθεση Τουμάζος Τουμάζου ανωτέρω, - τα γεγονότα της οποίας δεν διαφέρουν σε ουσιαστικό βαθμό, ως προς τον υπό συζήτηση εξεταζόμενο ισχυρισμό -, και εδώ, η Εναγομένη 1, δεν μπορεί, αφού έχει για μήνες χρησιμοποιήσει το υποστατικό των Εναγόντων, καταβάλλοντας προς τούτο και το συμφωνημένο αντάλλαγμα και ειδικότερα, χωρίς να έχει επιδιώξει τον τερματισμό της, να εγείρει το ζήτημα προς υπεράσπιση της στην απαίτηση των Εναγόντων για οφειλόμενα ενοίκια, και μόνον αφού έχει εγερθεί αυτή η Αγωγή εναντίον της (βλ. επίσης Ηλίας Αριστοδήμου ν Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ.
- Τώρα, σε ότι αφορά την ευθύνη του Εναγομένου 2 ως εγγυητή των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 βάσει της επίδικης σύμβασης μίσθωσης Τεκμήριο 2, αυτή δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητείτο από πλευράς Εναγομένου 2, ήταν η εγκυρότητα της υποχρέωσης του, σε περίπτωση όπου κρινόταν η σύμβαση μίσθωσης Τεκμήριο 2 άκυρη λόγω της ισχυριζόμενης ως έχει προαναφερθεί, παρανομίας, είτε από την άποψη του ότι δεν υπήρχε για το υποστατικό κατά την σύναψη της σύμβασης μίσθωσης, πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, είτε από την άποψη των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 77
(1)του Κεφ. 149. Οι εν προκειμένω ισχυρισμοί των Εναγομένων, ως έχει προαναφερθεί, δεν γίνονται αποδεκτοί και συνεπώς το συμπέρασμα μου είναι ότι ο Εναγόμενος 2, ευθύνεται και αυτός για τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς τους Ενάγοντες (βλ. Διονύσης Αργύρη ν Χλόης Χρυσοστόμου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1362 και Γιώργος Καρατσιώλης ν Royal Sports Betting Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 669), ως αυτές απορρέουν από την σύμβαση μίσθωσης Τεκμήριο 2, για την περίοδο Οκτώβριος του έτους 2010 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2011 που διατήρησαν κατοχή του ακινήτου χωρίς να καταβάλουν στους Ενάγοντες το συμφωνημένο ενοίκιο των €2.904,62 μηνιαίως, ήτοι συνολικό ποσό €34.855,
- [Δ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €34.855,44, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού ετησίως, από την καταχώριση αυτής της Αγωγής (την 20/09/2011) μέχρι εξόφλησης.
- Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Διδακτήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ως τροποποιήθηκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 03/02/
- [i] Βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/
- [ii] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212. [iii] Βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974. [iv] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ
- [v] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/
- [vi] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [vii] Βλ. Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016. [viii] Βλ. Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Αθανασίου κ. α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co Ltd v Κατωμονιάτη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ. α. ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. [ix] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [x] Σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 77
(1)του Κεφ. 149: «77.-
(1)Σύμβαση που αφορά τη μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή εκτός αν- (α) είναι γραπτή και (β) υπογράφεται στο τέλος αυτής, από το κάθε πρόσωπο που βαρύνεται από τη σύμβαση ή από πρόσωπο το οποίο είναι ικανό προς το συμβάλλεσθαι και το οποίο έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει εκ μέρους του πιο πάνω προσώπου στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, οι οποίοι και προσυπογράφουν τη σύμβαση ως μάρτυρες.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xi] Βλ. Takis Georghiades a. ο. v Alexandra Lambi
(1976)8 J.S.C. 1332. [xii] Βλ. επίσης Τουμάζος Τουμάζου ν S.P.S. Restaurants Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 700 και Α. & C. Antoniou Resort Ltd v Eleonora Htel Apartments Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ.
- [xiii] Πολύ πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Αντώνης Σαλαχώρη ν Αργυρούλλα Παναγιωτίδου, ECLI:CY:AD:2016:A129, Πολιτική Έφεση Αρ. 257/2010, 01/03/2016, εξετάζοντας το ζήτημα της νομιμότητας γραμματίου συνήθους τύπου, που, επίσης, βάσει των προνοιών του Άρθρου 78 του Κεφ. 149, κρίνεται και από το εάν τούτο υπογράφτηκε ενώπιον δύο, τουλάχιστον, μαρτύρων, ικανών προς το συμβάλλεσθαι, ανέφερε στην απόφαση του, δια της έντιμης, Δ. Α. Δ., Δ. Μιχαηλίδου, τα εξής, απολύτως σχετικά με το συμπέρασμα μου αυτό, δεδομένης της αποδοχής της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1: «Συνακόλουθα, η κρίση του Δικαστηρίου, η οποία βασίστηκε στην έλλειψη ικανοποιητικής απόδειξης ως προς τούτο, απλώς και μόνο εκ της αδυναμίας του εφεσείοντος να θυμηθεί τα ονόματα των μαρτύρων, κρίνεται λανθασμένη. Ιδιαιτέρως μάλιστα όταν ο εφεσείων κρίθηκε καθόλα αξιόπιστος, το επίδικο έγγραφο φέρει την υπογραφή της εφεσίβλητης και δύο ευδιάκριτες υπογραφές στη θέση των μαρτύρων.». Βλ. επίσης, το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, έκδοση έτους 2014, στις σελίδες 373 και 373, υπό την θεματική ενότητα «Επιβεβαίωση Εγγράφων,
- Διάφορα Έγγραφα». [xiv] Bλ. το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, έκδοση έτους 2014, στην σελίδα 373, υπό την θεματική ενότητα «Επιβεβαίωση Εγγράφων,
- Διάφορα Έγγραφα» και τις αποφάσεις Morris v Baron & Co
(1918)AC 1 και Noble v Ward
(1867)LR 2 Ex 135 στις οποίες εκεί γίνεται αναφορά. [xv] Εκτενέστερο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γιωργούλλα Καραολή κ. α. ν Γιώργου Λαουρη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 225 παρατίθεται, για σκοπούς καλύτερης αντίληψης της αναφερθείσας εκεί αρχής του δικαίου των συμβάσεων: «Δεν συμφωνούμε με το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ταχυδρόμηση τίτλων μη διαπραγματεύσιμων μετοχών σήμαινε και την «τελείωση των αντίστοιχων συναλλαγών»*. Δεν αμφισβητήθηκε ότι οι εφεσείοντες παρέλαβαν μέσω του ταχυδρομείου τους συγκεκριμένους μη διαπραγματεύσιμους τίτλους. Όμως, το γεγονός αυτό από μόνο του, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ικανοποίηση του ανταλλάγματος που οι εφεσείοντες συμφώνησαν να πάρουν. Η μονομερής αυτή ενέργεια εκ μέρους των εφεσιβλήτων, δεν είχε καμία σημασία και άφηνε τις συμβατικές τους υποχρεώσεις άθικτες. (Βλ. Cowey v. Liberian Operations Ltd. [1966] 2 Lloyd´s Rep. 45). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Indian Contract Law and Specific Relief Acts, 10η Έκδοση, σελ. 512, ένα συμβαλλόμενο μέρος, για να θεωρηθεί ότι απαλλάσσει το άλλο από την υποχρέωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων ή να δεχθεί διαφοροποίηση του ανταλλάγματος σε ένα σημαντικό σημείο, θα πρέπει να εκδηλώσει την πρόθεσή του με κάποιο σαφή τρόπο ή ενέργεια, η οποία να μην αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς τις προθέσεις του. Πέραν τούτου, η τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας θα πρέπει να τηρεί όλες τις προϋποθέσεις για σύναψη μιας σύμβασης όπως κοινοποίηση της πρότασης, αποδοχή και αντιπαροχή. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι οι εφεσείοντες προέβησαν σε οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία να ισοδυναμεί με απαλλαγή των εφεσιβλήτων από εκπλήρωση της βασικής υποχρέωσής τους να μεταβιβάσουν τίτλους οι οποίοι θα ήταν διαπραγματεύσιμοι στο ΧΑΚ. Η μη επιστροφή των τίτλων από τους εφεσείοντες, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αποδοχή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των εφεσιβλήτων ή ως απαλλαγή από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Εν πάση περιπτώσει, η πράξη αυτή καθαυτή της επιστροφής των τίτλων, δεν θα είχε οποιοδήποτε νόημα, δεδομένου ότι η μεταβίβαση των μετοχών είχε ήδη συντελεστεί στο μητρώο μετοχών της εταιρείας και οι εφεσείοντες απλώς τελούσαν εν αναμονή της διαπραγμάτευσης των τίτλων στο ΧΑΚ. Η απόσυρση της αίτησης της εταιρείας για εισδοχή στο ΧΑΚ, έθετε φραγμό μια για πάντα στην προοπτική διαπραγμάτευσης των τίτλων της. Αυτό σήμαινε αυτόματα και την αθέτηση της σύμβασης από πλευράς εφεσίβλητου 1, αφού ήταν πλέον αδύνατο για τον ίδιο να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Αυτό έδιδε το δικαίωμα στους εφεσείοντες που ήταν τα αθώα μέρη, να θεωρήσουν τη σύμβαση είτε ως άκυρη είτε ως τερματισθείσα και να αξιώσουν αποζημιώσεις. Με την καταχώρηση της αγωγής, οι εφεσείοντες εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να τερματίσουν τη σύμβαση. Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «η αποδοχή» εκ μέρους των εφεσειόντων, μη διαπραγματεύσιμων μετοχικών τίτλων ενωρίτερα του χρόνου που είχε συμφωνηθεί, τροποποίησε τη σύμβαση «κατά ένα ουσιαστικό τρόπο που αφορούσε στο είδος των μετοχών που οι ενάγοντες (εφεσείοντες) τελικώς αποδέχθηκαν να αγοράσουν», είναι παντελώς αβάσιμη και λανθασμένη. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος γιατί οι εφεσείοντες, ενώ είχαν πληροφορηθεί για τα προβλήματα της εταιρείας και γι' αυτό εξάλλου πίεζαν για να πάρουν τις διαπραγματεύσιμες μετοχές που είχαν συμφωνήσει ή να τους επιστραφούν τα χρήματά τους, θα δέχονταν να πάρουν μετοχές μιας ιδιωτικής εταιρείας, οι οποίες ήταν αμφιβόλου αξίας. Εκείνο που οι εφεσείοντες συμβλήθηκαν να αγοράσουν, ήταν μετοχές «ισότιμες με όλες τις άλλες διαπραγματεύσιμες μετοχές και άμεσα ήταν διαπραγματεύσιμες». Οποιαδήποτε αλλαγή για το θέμα της ποιότητας των τίτλων θα έπρεπε να γίνει με νέα αποδεικνυόμενη συμφωνία, στην οποία να συνυπάρχει και το νέο αντάλλαγμα για τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας. Η ισχυριζόμενη τροποποίηση της Σύμβασης αφορούσε στο ουσιαστικότερο μέρος της, το οποίο προέβλεπε για την παραχώρηση μετοχικών τίτλων, οι οποίοι όμως δε θα μπορούσαν να είναι διαπραγματεύσιμοι στο ΧΑΚ και επομένως ούτε και ισότιμοι. Σε περίπτωση που γινόταν δεχτή η εισήγηση του δικηγόρου των εφεσιβλήτων ότι η συμφωνία τροποποιήθηκε, θα σήμαινε ότι, εξ' αιτίας της μονομερούς ενέργειας των εφεσιβλήτων να ταχυδρομήσουν τίτλους, άλλους από αυτούς που είχαν συμφωνηθεί και της απλής παραλαβής και κράτησης τους από τους εφεσείοντες, θα άλλαζε ριζικά ο χαρακτήρας και η φύση της σύμβασης και ιδιαίτερα της αντιπαροχής που οι εφεσείοντες συμφώνησαν να πάρουν, χωρίς οι εφεσείοντες να έχουν με τρόπο θετικό δώσει την συγκατάθεσή τους για μια τέτοια αλλαγή.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης Saab and Another v Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Maison Jenny Ltd v Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο