ΜΑΡΙΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1992/2015, 27/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1992/2015 Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ Ενάγοντα - και - ΑΝΔΡΕΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 27/01/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Μιχαήλ Γ. Μιχαήλ Για την Εναγομένη: κ. Κρίτων Α. Βλαδιμήρου για την Κώστας Τσιρίδης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Ο Ενάγοντας, με αυτή την Αγωγή, αξιώνει εναντίον του Εναγομένου, τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. €1.205.- ως ποσό ληφθέν αδικαιολόγητα από τον Εναγόμενο για υπηρεσίες που δεν προσέφερε και ή άλλως πως. Β. Διαζευκτικά, Διάταγμα του . Δικαστηρίου όπως ο Εναγόμενος προχωρήσει άμεσα στην εξασφάλιση τίτλου ιδιοκτησίας για την κατοικία του Ενάγοντα . συμφωνήθηκε μεταξύ τους. Γ. Νόμιμο τόκο. Δ. Έξοδα.».
- Ο Εναγόμενος, πρόβαλε υπεράσπιση στις απαιτήσεις του Ενάγοντα και παράλληλα, υποστήριξε ότι έχει το δικαίωμα στην εξής ανταπαίτηση: «Α. £1.600 (€2.733,76) ... Β. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη. Γ. Νόμιμο τόκο. Δ. Έξοδα πλέον Φ. Π. Α.».
- Εισαγωγικά, σημειώνεται περαιτέρω, ότι, όλες οι υποσημειώσεις ή σημειώσεις τέλους στο κείμενο της απόφασης μου, αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου για την κατάληξη μου στην υπόθεση αυτή, που τώρα ανακοινώνεται. [Β]. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν των διαδίκων εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς. Η υπόθεση του Ενάγοντα
- Ο Ενάγοντας, με την έκθεση απαίτησης του, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Είναι κάτοικος Μαρωνίου. ii. Ο Εναγόμενος, είναι κάτοικος Καλαβασού και επαγγέλλεται τον αρχιτέκτονα-πολιτικό μηχανικό. iii. Κατά τις 19/11/2005 και 30/11/2005, ο Εναγόμενος εισέπραξε από τον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των £700 (€1.205) για σχέδια πισίνας, μελέτης και επίβλεψης για την κατασκευή της πισίνας, καθώς επίσης και για την προώθηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων της κατοικίας του Ενάγοντα στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας και εξασφάλιση τίτλου ιδιοκτησίας. iv. Η εν λόγω κατοικία του Ενάγοντα, βρίσκεται στο Μαρώνι και έχει ανεγερθεί επί του τεμαχίου με αριθμό 03-205, του Φ/Σχ. 2-234-347, στην τοποθεσία Ξάλωνα. v. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα και του πατέρα του, ως αντιπροσώπου του, προς τον Εναγόμενο για διεκπεραίωση της υπόθεσης του, ο Εναγόμενος τίποτα δεν έκανε. Η υπόθεση του Εναγομένου
- Ο Εναγόμενος, δια της εκθέσεως υπεράσπισης του, αρνήθηκε την, από πλευράς Ενάγοντα, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική του ακόλουθη εκδοχή: i. Παραδέχεται ότι ο Ενάγοντας είναι κάτοικος Μαρωνίου και ότι η κατοικία του έχει ανεγερθεί στο τεμάχιο 03-205, του Φ/Σχ. 2-234-347, στην τοποθεσία Ξάλωνα του Μαρωνίου. Καθώς, επίσης, παραδέχεται, ότι, ο ίδιος, είναι κάτοικος Καλαβασού και ότι επαγγέλλεται τον αρχιτέκτονα-πολιτικό μηχανικό. ii. Αρνείται, ότι, κατά τις 19/11/2005 και 30/11/2005, εισέπραξε από τον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των £700 (€1.205) για σχέδια πισίνας, μελέτης και επίβλεψης για την κατασκευή της πισίνας, καθώς επίσης και για την προώθηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων της κατοικίας του Ενάγοντα στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας και εξασφάλιση τίτλου ιδιοκτησίας. Ισχυρίζεται, ότι: (α) Πέραν από τις οποιεσδήποτε άλλες συμφωνίες και/ή υπηρεσίες που πρόσφερε στον Ενάγοντα, η συμφωνία τους για τα σχέδια, μελέτη και επίβλεψη της πισίνας που θα κατασκευαζόταν στην οικία του Ενάγοντα, προέβλεπε αμοιβή του για το ποσό των £900 (€1.537,74) και δεν διελάμβανε την προώθηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων της κατοικίας του Ενάγοντα για την εξασφάλιση τίτλου ιδιοκτησίας. (β) Η κατοικία του Ενάγοντα, σχεδιάστηκε από άλλο αρχιτέκτονα / μελετητή, ο οποίος είχε την επίβλεψη και την ευθύνη για την προώθηση των σχεδίων στις αρμόδιες αρχές και την εξασφάλιση τίτλου ιδιοκτησίας. Στον Εναγόμενο, ανατέθηκε µόνο η κατασκευή της πισίνας και ότι αυτή αφορούσε, καθώς και κάποιες άλλες υπηρεσίες. (γ) Εισέπραξε, έναντι, το ποσό των £700 (€1.196,02) για τα σχέδια και μελέτη της πισίνας. Για την επίβλεψη της πισίνας, ως η συμφωνία προέβλεπε, ο Ενάγοντας οφείλει και δεν κατέβαλε στον Εναγόμενο, το υπόλοιπο ποσό των £200 (€341,72) το οποίο διεκδικεί με την ανταπαίτηση του. iii. Αρνείται, ότι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα και του πατέρα του, ως αντιπροσώπου του, για διεκπεραίωση της υπόθεσης του, αυτός τίποτα δεν έκανε. Ισχυρίζεται, ότι: (α) Μετά την διεκπεραίωση των υπηρεσιών που πρόσφερε στον Ενάγοντα, κατά και/ή περί το τέλος του έτους 2005, δεν είχε συχνή επαφή µε τον Ενάγοντα σχετικά µε την προσφερμένη υπηρεσία για την κατασκευή της πισίνας. (β) Μετά το έτος 2005 και όταν είχε τελειώσει η παροχή των υπηρεσιών του προς τον Ενάγοντα, ζητούσε από τον Ενάγοντα τηλεφωνικώς, όχι συχνά, και µόνο όταν ο Ενάγοντας ανταποκρινόταν, να τον εξοφλήσει για όλες τις υπηρεσίες που του είχε προσφέρει, πέραν της προσφερόμενης υπηρεσίας για την κατασκευή της πισίνας, ο Ενάγοντας όμως, σκόπιμα δεν ανταποκρινόταν για να αποφύγει την εξόφληση των οφειλών του. (γ) Προσπαθούσε να εισπράξει από τον Ενάγοντα ποσά που του όφειλε, αλλά ο Ενάγοντας τον απέφευγε και δεν ανταποκρινόταν, όταν δε τον συναντούσε, του έδινε υποσχέσεις τις οποίες δεν τηρούσε. (δ) Η μόνη επαφή που είχε με τον πατέρα του Ενάγοντα, ήταν, κατά και/ή περί τις αρχές του έτους 2015, όταν ο τελευταίος του είχε τηλεφωνήσει και ζητήσει οτιδήποτε είχε δικό του Ενάγοντα, από τίτλο, τοπογραφικά, παλαιές άδειες να του τα επιστρέψει, κάτι που έγινε. iv. Κατά το έτος 2005, ο Εναγόμενος, συμφώνησε, ως έχει προαναφερθεί, με τον Ενάγοντα, να εκπονήσει τα σχέδια, μελέτη για την κατασκευή και επίβλεψη της πισίνας στην κατοικία του Ενάγοντα, έναντι του συνολικού ποσού των £900 (€1.537,74). Πέραν της εργασίας αυτής, ο Εναγόμενος, συμφώνησε με τον Ενάγοντα, για την εκπόνηση σχεδίων, μελέτης και επίβλεψης για την κατασκευή αποθήκης, για αποτύπωση γουµάδων, αποτύπωση υπόστεγου, στατική μελέτη υπόστεγου, χωροταξικό σχέδιο και αποτύπωση περίφραξης, για το συνολικό ποσό των £1.400 (€2.393,04). v. Για όλες τις υπηρεσίες που συμφωνήθηκε με τον Ενάγοντα να του παράσχει, συνολικού ποσού £2.300 (€3.929,78), ο Εναγόμενος έλαβε µόνο το ποσό των £700 (€1.196,02), χωρίς να πληρωθεί για τις υπόλοιπες υπηρεσίες που πρόσφερε στον Εναγόμενο, ήτοι, το ποσό των £1.600,00 (€2.733,76) που αναλύεται ως εξής και το οποίο ανταπαιτεί: (α) Υπόλοιπο ποσό από την εκπόνηση σχεδίων, μελέτη για την κατασκευή και επίβλεψη της πισίνας: £200 (€341,72). (β) Απαίτηση για την εκπόνηση σχεδίων, μελέτης και επίβλεψης για την κατασκευή αποθήκης: £800 (€1.366,88). (γ) Αποτύπωση γουµάδων: £150 (€256,29). (δ) Αποτύπωση υπόστεγου: £100 (€170,86). (ε) Στατική μελέτη υπόστεγου: £150 (€256,29). (ζ) Χωροταξικό σχέδιο: £150 (€256,29). (η) Αποτύπωση περίφραξης: £50 (€85,43). ΣΥΝΟΛΟ: £1.600 (€2.733,76). Η υπόθεση του Ενάγοντα στην ανταπαίτηση του Εναγομένου
- Ο Ενάγοντας, δια της εκθέσεως απάντησης του, αρνήθηκε την, από πλευράς Ενάγοντα, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε ότι: i. Ο Εναγόμενος, ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε από τις εργασίες που ισχυρίζεται, ουδέποτε επέβλεψε και/ή εξασφάλισε την απαιτούμενη εγγραφή στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και/ή στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας της οικίας του Ενάγοντα, πράγμα που απαιτούσε ο Ενάγοντας, ως η μεταξύ τους συμφωνία. ii. Αρνείται ότι οφείλει στον Εναγόμενο το οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης, ισχυριζόμενος, ότι, τα όσα αναφέρονται προς υποστήριξη της ανταπαίτησης του Εναγομένου, είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων του, μετά την έγερση αυτής της Αγωγής από πλευράς του. Οι μάρτυρες
- Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, ενόρκως, προσέφερε μαρτυρία μόνο ο ίδιος.
- Παρομοίως, προς απόδειξη της υπόθεσης του Εναγομένου, ενόρκως, προσέφερε μαρτυρία μόνο ο ίδιος. Η εκτίμηση της μαρτυρίας
- Σύμφωνα με την νομολογία, όταν από την μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, προκύπτει, ότι, υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα [[i]], βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται [[ii]]. Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού [[iii]].
- Στην προκείμενη περίπτωση, δικογραφικά, οι διάδικοι, σε κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, παρουσίασαν ως προς αυτά, ο κάθε ένας, μία διαφορετική εκδοχή. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης τους, οι διάδικοι, παρουσίασαν ένορκες δηλώσεις γεγονότων, προσωπικές τους, και δεν στηρίχτηκαν στην μαρτυρία του οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Δεδομένων των προνοιών της Δ.30, κ. 5(
(1),
(2),
(5)και κ. 6 των Θ. Π. Δ. και της μη υποβολής σχετικού αιτήματος από τους διαδίκους στο κατάλληλο στάδιο (βλ. Δ.30 κ. 7 των Θ. Π. Δ.), Ενάγοντας και Εναγόμενος δεν αντεξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς, από απόψεως γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχουν, μόνον οι δύο προαναφερόμενες ένορκες δηλώσεις.
- Προχωρώ, συνεπώς, να διακριβώσω, την αληθοφάνεια, ακρίβεια ή και ορθότητα της μαρτυρίας, και συνακόλουθα, εάν κριθεί ως τέτοια (και όχι, δηλαδή, ανακριβής, αναξιόπιστη, ψευδής ή λανθασμένη), τι βάρος ή σημασία μπορεί να της αποδοθεί. Εκεί και όπου βρίσκω, ότι, μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει αποδεκτή (falsus in uno), μνημονεύω το γεγονός ειδικά, ως επίσης και τους λόγους, αφενός, για την αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της και αφετέρου, για την απόρριψη του υπολοίπου της [[iv]].
- Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του αριθμού των μαρτύρων που κάθε διάδικος παρουσιάζει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, αποτελεί η ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη φόρμουλα για την εκτίμηση από το Δικαστήριο της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου, κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί, της ζωής (ως συναρτώμενοι με το τι είναι πιο εύλογα αναμενόμενο από ένα μέσο άνθρωπο), έχουν καθιερωθεί ότι προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του.
- Στο αντιπαραθετικό σύστημα δικαιοσύνης, ο Δικαστής, ως διαιτητής και κριτής της υπόθεσης, παρακολουθεί δια ζώσης την μαρτυρία των προσώπων που καλούνται στο Δικαστήριο κατά την δίκη προς υποστήριξη της υπόθεσης των διαδίκων. Αυτό, κατά κύριο λόγο, εξυπηρετεί, στο να υποβοηθήσει το Δικαστήριο να εκτιμήσει καλύτερα την μαρτυρία κάθε ενός προσώπου που παρουσιάζεται ενώπιον του. Σε πρώτο στάδιο [[v]], το Δικαστήριο εκτιμά τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων, που, ως προανέφερα, είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων: η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων (με την ίδια την μαρτυρία τους ή και με προηγούμενες τους δηλώσεις); η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό; η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια (και δη σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε την μαρτυρία τους); οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποία ιδιότητα; η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους; όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του [[vi]]. Σε κάθε περίπτωση, τονίζεται, η εκτίμησης του Δικαστηρίου της μαρτυρίας, βάσει, μεταξύ άλλων, των προαναφερόμενων παραγόντων, δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την συσχετίζει, αντιπαραβάλλει και διερευνά με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό [[vii]].
- Σε δεύτερο στάδιο [[viii]], το Δικαστήριο εξετάζει την μαρτυρία, κρίνοντας την από την εντύπωση που τα πρόσωπα που παρουσιάζονται ενώπιον του, του δημιουργούν, κατά την εξιστόρηση της εκδοχής τους. Η λειτουργία αυτή του Δικαστηρίου ενθυλακώνεται πολύ εύστοχα στην ακόλουθη σύντομη αναφορά του έντιμου Π. Ε. Δ., Α. Δαυίδ, στην απόφαση του στην Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας.». 16. Συμπληρώνοντας, εν προκειμένω, περαιτέρω, στην συνέχεια της απόφασης του ο έντιμος Πρόεδρος: «Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676).». 17. Στην προκείμενη περίπτωση, ένεκα του τρόπου εκδίκασης που επιβάλλει, ως έχει προαναφερθεί, η Δ.30, κ. 5(
(1),
(2),
(5)και κ. 6 των Θ. Π. Δ., σε υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης», αφαιρείται [[ix]], από την μαρτυρία, η ευχέρεια της ζωντανής παρουσίασης της ή και αμφισβήτησης της - υπό εξαιρέσεις -, και, το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση της, περιορίζεται σε όλους τους υπόλοιπους παράγοντες, που, ως έχει προαναφερθεί, μπορούν να καθορίσουν την ποιότητα και αξιοπιστία της. Υπό αυτό ακριβώς το πρίσμα έχω αντικρίσει την μαρτυρία και στην υπό κρίση υπόθεση. Η μαρτυρία του Ενάγοντα
- Ενόρκως, ο Ενάγοντας, ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο τα εξής: «
- Είμαι ο Ενάγοντας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
- Διάβασα το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και συμφωνώ πλήρως ότι όσα αναφέρονται είναι ορθά και αληθινά και ότι ο Εναγόμενος µου οφείλει το ποσό των €1.205 για ποσά εισπραχθέντα για εργασία µη εκτελεσθείσα. Οι δύο αποδείξεις πληρωμής προς τον Εναγόμενο επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και
- Ο Εναγόμενος, ουδέποτε κατέθεσε οιαδήποτε σχέδια για έγκριση προς τις αρμόδιες αρχές για διεκπεραίωση της υπόθεσης µου και έτσι το ποσό των €1.205 οφείλει να µου το επιστρέψει.
- Για τούτο ζητώ από το . Δικαστήριο απόφαση εναντίον του Εναγομένου για: Α. Ποσό €1.205 ως η παρ. 6Α της Ε/Α, νόμιμο τόκο ως η παρ. 6Γ της Ε/Α, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν, πλέον €21 έξοδα επίδοσης. Β. Διαζευκτικά με τα ανωτέρω, ζητώ από το . Δικαστήριο απόφαση ως παρ. 6Β της Ε/Α, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν, πλέον τόκοι ως η παρ. 6Γ της Ε/Α, πλέον €21 έξοδα επίδοσης.». Η μαρτυρία του Εναγομένου
- Ενόρκως, ο Εναγόμενος, ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο τα εξής: i. Κατά τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του έτους 2005, του τηλεφώνησε ο κ. Ανδρέας Μενελάου, πατέρας του Ενάγοντα, τον οποίο γνώριζε από παιδικής ηλικίας όταν ζούσε και αυτός στο χωρίο του, Καλαβασό, πριν ο κ. Ανδρέας Μενελάου εγκατασταθεί στο Μαρώνι. ii. Ο κ. Ανδρέας Μενελάου, τον κάλεσε να τον επισκεφθεί στο Μαρώνι και συγκεκριμένα στο κτήμα του Ενάγοντα, για να του αναθέσουν εργασίες της ειδικότητας του ως αρχιτέκτονα και έργα πολιτικής μηχανικής. iii. Στην συνάντηση που είχαν στο κτήμα του Ενάγοντα µε τον πατέρα του, σε πρώτη φάση, σε εργάσιμη ημέρα, χωρίς την παρουσία του Ενάγοντα καθότι κατοικούσε στην Λεμεσό και εργαζόταν στην Λεμεσό και του ήταν δύσκολο να βρισκόταν στο κτήμα τις καθημερινές, συζήτησαν και του ζητήθηκε να εκπονήσει σχέδια, στατική μελέτη και επίβλεψη για την ανέγερση μίας πισίνας και μίας αποθήκης. iv. Διαπίστωσε, από την επίσκεψη που έκανε στο κτήμα, ότι, υπήρχε µια κατοικία, ένα υπόστεγο (τύπου κιόσκι), μερικοί πρόχειροι χώροι φύλαξης και εκτροφής διαφόρων πτηνών (γουµάδες) και ότι το κτήμα ήταν περιφραγμένο. Ενημερώθηκε, ότι, για την κατοικία και την περίφραξη υπήρχε εξασφαλισμένη οικοδομική άδεια. v. Αφού είδε τον χώρο, ζήτησε να γίνει συνάντηση παρουσία και του Ενάγοντα, καθότι ήταν ο ιδιοκτήτης του κτήματος, για να τους εξηγήσει τι μπορούσε να κάνει για αυτά που του ζητούσε ο πατέρας του Ενάγοντα για λογαριασμό του τελευταίου, µε τα δεδομένα που υπήρχαν στο κτήμα του Ενάγοντα. vi. Στην νέα συνάντηση που είχαν, σε µη εργάσιμη ημέρα, τους εξήγησε ότι, για να κάμει αυτά που του ζητούσαν, - ήτοι, σχέδια για έκδοση άδειας για πισίνα και αποθήκη -, και να τα υποβάλει στην αρμόδια αρχή, αυτά θα απορρίπτονταν, διότι, θα ζητούσε η αρχή την συμπερίληψη και όλων των έργων που ήταν παράνομα και χωρίς άδεια, δηλαδή το υπόστεγο και τους γουµάδες. Επίσης, θα ζητείτο και νέο σχέδιο για την περίφραξη, καθότι η περίφραξη έγινε µε εντελώς διαφορετικό τρόπο από το αρχικό σχέδιο που εγκρίθηκε, καθώς επίσης, θα ζητείτο νέο χωροταξικό σχέδιο που έπρεπε να φαίνονται όλα τα έργα, τα ήδη υφιστάμενα, και όλα όσα θα κατασκευάζονταν, στην ορθή τους θέση. vii. Για την ήδη υφιστάμενη κατοικία, δεν μπορούσε να γίνει οτιδήποτε, καθότι, ο σχεδιασμός, μελέτη και επίβλεψη της, είχε γίνει από άλλο αρχιτέκτονα. Του είχαν δε διαβεβαιώσει, ότι, είχαν, εκ μέρους του, εξασφαλισμένη άδεια. Δεν μπορούσε να επέμβει στο έργο του συνάδελφου του. Ούτε νομικά επιτρεπτό θα ήταν, ούτε δεοντολογικά ορθή θα ήταν, η, εκ μέρους του, οποιαδήποτε ενέργεια σε οποιαδήποτε αρχή. viii. Αφού τους εξήγησε όλα αυτά του είχαν ζητηθεί από τον Ενάγοντα, προχώρησε στην εκπόνηση των σχεδίων για την κατασκευή της πισίνας, την στατική μελέτη και επίβλεψη για την πισίνα, για την οποία εργασία συμφωνήθηκε το ποσό των £900 (€1.537,74). Ως προς το θέμα της εξασφάλισης άδειας από τον Ενάγοντα, - και αν θα εξασφάλιζε άδεια ο Ενάγοντας -, θα ήταν θέμα δικό του Ενάγοντα και δεν διελάμβανε μέρος των συμφωνηθέντων τους η προώθηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων της κατοικίας του Ενάγοντα για την εξασφάλιση τίτλου ιδιοκτησίας, καθώς, αυτό, ήταν κάτι που ο ίδιος δεν μπορούσε πράξει. Η κατοικία του Ενάγοντα, είχε σχεδιαστεί από άλλο αρχιτέκτονα / μελετητή, ο οποίος, είχε και την επίβλεψη της ανέγερσης της, αλλά και την ευθύνη προώθησης των σχεδίων στις αρμόδιες αρχές και την εξασφάλιση τίτλου ιδιοκτησίας. ix. Πέραν τις εκπονήσεις των σχεδίων, μελέτη για την κατασκευή και επίβλεψη της πισίνας, και µε τα ίδια δεδομένα που υπήρχαν, με τον Ενάγοντα συμφώνησαν και για την εκπόνηση σχεδίων, μελέτης και επίβλεψης για την κατασκευή αποθήκης, για αποτύπωση γουµάδων, αποτύπωση υπόστεγου, στατική μελέτη υπόστεγου, χωροταξικό σχέδιο και αποτύπωση περίφραξης, εργασία για την οποία συμφωνήθηκε το συνολικό ποσό των £1.400 (€2.393,04). Αποτύπωση, σημείωσε, για έργα τα οποία ήδη υπήρχαν και είχαν κατασκευαστεί χωρίς σχέδια. x. Μετά το ξεκαθάρισµα του τι εργασία θα έκανε και αφού εκπόνησε αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια, συναντήθηκε µε τον Ενάγοντα και ο τελευταίος του έδωσε το ποσό των £200 (€341,72), ως έναντι του τιμολογίου των £900 (€1.537,74) για τις εργασίες που ανέλαβε να διεκπεραιώσει, µε προτεραιότητα την πισίνα, και έκδωσε απόδειξη προς τον Ενάγοντα µε ημερομηνία 19/11/2005 και µε αριθμό Σ166974, στην οποία ανέφερε ότι το εν λόγω ποσό λαμβανόταν, έναντι, για την μελέτη πισίνας. xi. Ως Τεκμήριο 1 στην ένορκο του δήλωση, ο Εναγόμενος, σημείωσε και δια αυτής παρουσίασε, τα σχέδια πισίνας µε τις λεπτομέρειες της; ως Τεκμήριο 2, το σχετικό τιμολόγιο για την πισίνα; και ως Τεκμήριο 3, την σχετική εν λόγω απόδειξη είσπραξης. xii. Την 30/11/2005, έλαβε το ποσό των £500 (€854,30) και παρέμεινε το ποσό των £200,00 (€341,72) το οποίο θα ελάμβανε για την επίβλεψη και µόνο της πισίνας. Σημειώθηκε δε και στην εν λόγω απόδειξη, ότι, το υπόλοιπο ποσό των £200 (€341,72), αφορούσε την επίβλεψη για την πισίνα. Ως Τεκμήριο 4 στην ένορκο του δήλωση, ο Εναγόμενος, σημείωσε και δια αυτής παρουσίασε, αντίγραφο της εν λόγω απόδειξης. xiii. Κατασκευάστηκε η πισίνα, κάτω από την επίβλεψη του, και βάση των αρχιτεκτονικών και στατικών σχεδίων, χωρίς κανένα πρόβλημα. xiv. Συγχρόνως µε την κατασκευή και την επίβλεψη, και μετά την αποπεράτωση, κατά προτεραιότητα, των σχεδίων της πισίνας, και µε βάση τις συμφωνίες που είχαν γίνει, σε μεταγενέστερο στάδιο, ετοίμασε και τα υπόλοιπα σχέδια που του ζητήθηκαν από τον Ενάγοντα. Ήτοι, για την εκπόνηση σχεδίων, μελέτης και επίβλεψης για την κατασκευή αποθήκης, για αποτύπωση γουµάδων, αποτύπωση υπόστεγου, στατική μελέτη υπόστεγου, χωροταξικό σχέδιο και αποτύπωση περίφραξης. Τα οποία, όταν τα ετοίμασε, τα παρέδωσε στον Ενάγοντα, μαζί µε τα σχετικά τιμολόγια για την διεξαχθείσα εργασία. xv. Για την εργασία της εκπόνησης σχεδίων, μελέτης και επίβλεψης για την κατασκευή αποθήκης, τα οποία παραδόθηκαν, ως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε τιμολόγιο για £800 (€1.366,88). Ως Τεκμήριο 5 στην ένορκο του δήλωση, ο Εναγόμενος, σημείωσε και δια αυτής παρουσίασε, τα σχέδια της αποθήκης και ως Τεκμήριο 6, αντίγραφο του σχετικού τιμολογίου. xvi. Για την αποτύπωση γουµάδων - για £150 (€256,29), αποτύπωση υπόστεγου - για £100 (€170,86), στατική μελέτη υπόστεγου - για £150 (€256,29), χωροταξικό σχέδιο - για £150 (€256,29) και αποτύπωση περίφραξης - για £50,00 (€85,43), τα σχέδια αυτά παραδόθηκαν στον Ενάγοντα, μαζί µε το σχετικό τιμολόγιο συνολικού ποσού £600 (€1.025,16). Ως Τεκμήριο 7 στην ένορκο του δήλωση, ο Εναγόμενος, σημείωσε και δια αυτής παρουσίασε, δέσμη σχεδίων που αφορούν τα προαναφερόμενα και ως Τεκμήριο 8, αντίγραφο του σχετικού τιμολογίου. xvii. Από το συνολικό ποσό όλων των εργασιών και τιμολογίων, δηλαδή £2.300 (€3.929,78), έλαβε από τον Ενάγοντα, µόνο το ποσό των £700 (€1.196,02), μέρος δηλαδή του τιμολογίου για τα σχέδια για την πισίνα, χωρίς να πληρωθεί για τις υπόλοιπες υπηρεσίες που πρόσφερε στον Ενάγοντα, ήτοι, το ποσό των £1.600 (€2.733,76): (α) Υπόλοιπο ποσό από την εκπόνηση σχεδίων, μελέτη για την κατασκευή και επίβλεψη της πισίνας: £200 (€341,72). (β) Απαίτηση για την εκπόνηση σχεδίων, μελέτης και επίβλεψης για την κατασκευή αποθήκης: £800 (€1.366,88). (γ) Αποτύπωση γουµάδων: £150 (€256,29). (δ) Αποτύπωση υπόστεγου: £100 (€170,86). (ε) Στατική μελέτη υπόστεγου: £150 (€256,29). (ζ) Χωροταξικό σχέδιο: £150 (€256,29). (η) Αποτύπωση περίφραξης: £50 (€85,43). ΣΥΝΟΛΟ: £1.600 (€2.733,76). xviii. Μετά το έτος 2005, που είχε διεκπεραιώσει την εργασία που είχε συμφωνηθεί με τον Ενάγοντα, δεν είχε συχνή επαφή µε τον Ενάγοντα. Προσπαθούσε να έρθει σε επικοινωνία με τον Ενάγοντα, καλώντας τον τηλεφωνικώς, ο οποίος όμως δεν ανταποκρινόταν. Όταν δε τον συναντούσε τυχαία, ο Ενάγοντας του έδινε υποσχέσεις τις οποίες δεν τηρούσε. Η μόνη επαφή που είχε, ήταν περί τις αρχές του έτους 2015, µε τον πατέρα του Ενάγοντα, κ. Ανδρέα Μενελάου, όταν ο τελευταίος του τηλεφώνησε και του ζήτησε οτιδήποτε είχε δικό του Ενάγοντος, από τίτλο, τοπογραφικά, παλαιές άδειες, να του τα επιστρέψει. Κάτι που έκανε. xix. Μετά από τις προσπάθειες του για να πληρωθεί, και μετά την παρέλευση αρκετών χρόνων, δεν προσπάθησε ξανά, γιατί, πλέον, πίστευε ότι δεν άξιζε τον κόπο και πίστεψε ότι θα τα έχανε τα χρήματα για την εργασία που πρόσφερε, που δεν είναι η πρώτη φορά στην όλη περίοδο που ασκεί το επάγγελμα, το να εξαφανίζονται πελάτες όταν τελειώσει και παραδοθεί το τι του ζητείται. Όμως, είναι μέσα στις συναλλαγές να αντιμετωπίζονται τέτοια περιστατικά. xx. Μετά από 11 χρόνια, ο Ενάγοντας, θυμήθηκε και θεώρησε ότι του χρωστά μάλιστα για τις εργασίες που του πρόσφερε, ξεχνώντας τις δικές του υποχρεώσεις. Ξεχνά ότι του ετοίμασε όλα τα σχέδια για την πισίνα και αποθήκη και τελείωσαν αυτές οι κατασκευές µε την επίβλεψη του, ξεχνά και τις αποτυπώσεις για τα ήδη υφιστάμενα κτήρια που υπήρχαν στο κτήμα του και έγιναν χωρίς άδειες. Ακόμη ξεχνά ότι η κατοικία του έγινε από άλλο αρχιτέκτονα, τα σχέδια του οποίου βρίσκονται κατατεθειμένα στις αρμόδιες αρχές. xxi. Αρνείται ότι ο Ενάγοντας δικαιούται οποιαδήποτε από τις αξιώσεις του που αναγράφονται στις υποπαραγράφους (Α) έως (Δ) του παρακλητικού της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης, αιτείται την απόρριψη της Αγωγής, µε έξοδα σε βάρος του Ενάγοντα και έκδοση απόφασης υπέρ του, ως η ανταπαίτησης του, για το συνολικό ποσό των €2.733,
- Η εκτίμηση της μαρτυρίας
- Η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν ήταν σαφής, ή, εν πάση περιπτώσει, ήταν, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, ελλιπής, σε βαθμό που δημιουργεί αβεβαιότητα για το κατά πόσο ο Ενάγοντας μαρτύρησε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Κατά την δίκη, μάλιστα, πρέπει να σημειωθεί, σε μεγάλο βαθμό, και ως προς το ουσιαστικότερο ζήτημα της υπόθεσης του, ήτοι, για το τι συμφωνήθηκε με τον Εναγόμενο, ο Ενάγοντας, περιορίστηκε στο να υιοθετήσει το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης του, που, σύμφωνα με την νομολογία, δεν αντικρίζεται ως αποδεκτό μέσο παρουσίασης μαρτυρίας κατά την ακρόαση μιας υπόθεσης (βλ. Μιχαηλίδης v Δρουσιώτη κ. α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 877) ([1]). Σε κάθε όμως περίπτωση, το τι στην προκείμενη περίπτωση, σε ουσιαστικό βαθμό, προσμετρά αρνητικά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, είναι: (α) ότι, δεδομένης της βάσης της απαίτησης του Ενάγοντα, αλλά και των θέσεων της έκθεσης υπεράσπισης του Εναγομένου και του νομικού πλαισίου που διέπει την ισχυριζόμενη αυτή σχέση τους (επανέρχομαι στο ζήτημα αυτό στην συνέχεια), κατά την δίκη, ενόρκως, δεν προσφέρθηκε από πλευράς του Ενάγοντα καμία μαρτυρία ως προς το καθεστώς της οικοδομής της οικίας του (νομικό και πραγματικό) κατά τον χρόνο που προσερχόταν στην ισχυριζόμενη συμφωνία με τον Εναγόμενο. Ειδικότερα, ως προς την ύπαρξη ή όχι οικοδομικής άδειας για την ανέγερση της και εάν είχαν υποβληθεί αρχιτεκτονικά σχέδια ή μελέτες για την εξασφάλιση της και από ποιο πρόσωπο, καθώς επίσης και για το κατά πόσο υπήρξε επίβλεψης των οικοδομικών εργασιών ανέγερσης της οικίας του και από ποιόν, αλλά και για το κατά πόσο υπήρχε κάποιος ειδικός λόγος γιατί δεν είχε εξασφαλιστεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Ήταν δε, σε ότι αφορούσε τα συμφωνηθέντα με τον Εναγόμενο, πολύ γενικός, όταν ισχυριζόταν, ότι, είχε συμφωνηθεί «η προώθησης των αρχιτεκτονικών σχεδίων της κατοικίας του στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας» προς τον σκοπό «εξασφάλισης τίτλου ιδιοκτησίας». Γεγονός, που, εκτός του ότι δεν ξεκαθαρίζει με επάρκεια τα συμφωνηθέντα (που εάν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του, θα ήγειρε, εάν ετίθετο από τον Εναγόμενο, και ζήτημα ασάφειας στην συμφωνία ([2])), δεδομένων των προνοιών της νομοθεσίας που αφορούν άμεσα το ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο της συμφωνίας και επενεργούν προς διαμόρφωση της (στις οποίες αναφορά γίνεται στην συνέχεια), επηρεάζει αρνητικά την εκτίμηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, ο οποίος, σίγουρα είχε γνώση των γεγονότων αυτών και θα μπορούσε, αλλά και αναμενόταν ότι θα το έπραττε, να μαρτυρούσε για αυτά στο Δικαστήριο• και (β) ότι, το μοναδικό στοιχείο τεκμηρίωσης της μαρτυρίας του Ενάγοντα, ήτοι, τα Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη του δήλωση, δεν υποστηρίζουν άμεσα τους ισχυρισμούς του, αλλά προπαντός, δεν ανατρέπουν τις θέσεις του Εναγομένου αναφορικά με το ότι δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους «η προώθησης των αρχιτεκτονικών σχεδίων της κατοικίας του Ενάγοντα στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας» και «η εξασφάλισης τίτλου ιδιοκτησίας», αλλά «η εκπόνηση των σχεδίων για την κατασκευή της πισίνας, την στατική μελέτη και επίβλεψη για την κατασκευή της πισίνας», αφού στις αποδείξεις Τεκμήρια 1 και 2 (της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα), δεν καταγράφεται οτιδήποτε αναφορικά με το τι αυτός ισχυρίζεται για τα συμφωνηθέντα, σε σχέση με τα οποία υποστηρίζει ότι είχε καταβάλει το αναφερόμενο σε αυτές χρηματικό αντάλλαγμα. Τουναντίον, στα εν λόγω Τεκμήρια 1 και 2 (της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα) καταγράφεται ότι ήταν πληρωμές έναντι του τιμήματος της αξίας της σύμβασης για «σχέδιο, μελέτη και επίβλεψη πισίνας». Κάτι, που, κατά την δίκη, πρέπει να σημειωθεί, ο Ενάγοντας δεν το αμφισβήτησε (ότι, δηλαδή, κάτι τέτοιο συμφωνήθηκε με τον Εναγόμενο, αλλά και υλοποιήθηκε από τον τελευταίο), σε αντίθεση βέβαια με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης του, σύμφωνα με τους οποίους, ο Εναγόμενος, τίποτα δεν έκαμε για την «υπόθεση» του. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι λογικό να μην είχαν συμφωνηθεί τα όσα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται, αλλά τα όσα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται (και μόνο), και ο Εναγόμενος να έχει σχέδια (αρχιτεκτονικά και αποτύπωσης) που αφορούν τα όσα αναφέρει ότι, δια της συμφωνίας του με τον Ενάγοντα του ανατέθηκε ο σχεδιασμός και η επίβλεψη κατασκευής τους, τα οποία και παρουσίασε στο Δικαστήριο. Για όλους τους προαναφερόμενους λόγους, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα προς τον σκοπό εξαγωγής των συμπερασμάτων μου.
- Σε ότι αφορά την μαρτυρία του Εναγομένου, δεν εντοπίζονται στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν παράγοντα για απόρριψη της μαρτυρίας του για τον οποιοδήποτε λόγο. Ο Εναγόμενος, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα όσα γεγονότα στηρίχτηκε η υπόθεσης του, τα οποία συνάδουν με τα όσα δικογραφήθηκαν στην έκθεση υπεράσπισης του και τεκμηριώνονται και από τα διάφορα έγγραφα που καταχωρήθηκαν από πλευράς του στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του, για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου.
- Με δεδομένη, πλέον, αυτή την θετική εκτίμηση μου, σε ότι αφορά την ποιότητα της μαρτυρίας του Εναγομένου, προχωρώ να την αξιολογήσω - ως την μοναδική αποδεκτή μαρτυρία - (στην βάση της οποίας προβαίνω, σε όλα τα σχετικά, με βάση τα επίδικα ζητήματα ευρήματα ως προς τα γεγονότα) για να καταλήξω ως προς το τελικό ζητούμενο. Ήτοι, κατά πόσο τα γεγονότα δικαιολογούν τις απαιτήσεις είτε του Ενάγοντα (ανεξαρτήτως της απόρριψης της μαρτυρίας του, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από τα γεγονότα), είτε του Εναγομένου ή και σε ποιο βαθμό. [Γ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
- Η απαίτηση του Ενάγοντα, αλλά και η ανταπαίτηση του Εναγομένου, ως προκύπτει από την δικογραφία, βασίζονται σε παράβαση σύμβασης. Συνεπώς, σχετικές με τα εγειρόμενα στην υπόθεση αυτή ζητήματα, είναι οι διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και οι αρχές του κοινούδικαίου που δεν κωδικοποιούνται από αυτόν. Ισχυρισμός του Ενάγοντα, είναι, ότι, ο Εναγόμενος, παραβίασε τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και δη ότι δεν εκτέλεσε εργασία που ανέλαβε, για την οποία έλαβε αντιπαροχή που απέτυχε πλήρως. Ο δε Εναγόμενος, ισχυρίζεται παράβαση από πλευράς του Εναγομένου, εξόφλησης του χρηματικού ανταλλάγματος που συμφωνήθηκε με τον Ενάγοντα ως αντιπαροχή, για τις υπηρεσίες της ειδικότητα του που του παρείχε.
- Παράβαση σύμβασης, ενέχει, σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, σειρά συνεπειών. Μπορεί να δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να επιδιώξει, μέσω του Δικαστηρίου, διαταγή για ειδική εκτέλεση της σύμβασης ή/και να επιβεβαιώσει («affirm») την σύμβαση και να απαιτήσει αποζημιώσεις, εάν, από την παράβαση, έχει υποστεί ζημιά [[x]], ή να τερματίσει την σύμβαση και να απατήσει αποζημιώσεις, εάν, και πάλι, από την παράβαση της έχει υποστεί ζημιά.
- Αποτελεί αρχή του δικαίου των συμβάσεων, ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, επιφέρει την απαλλαγή των μερών από τις μελλοντικές τους, βάσει αυτής, υποχρεώσεις, και καταδεικνύει, συνήθως, την πρόθεση του αναίτιου μέρους να απαιτήσει αποζημιώσεις για τυχόν απώλεια του λόγω της παράβασης της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του (Βλ. Photo Productions v Securicor [1980] AC 827).
- Τι τύπου παραβιάσεις της σύμβασης δίδουν, ως έχει προαναφερθεί, το δικαίωμα θεώρησης της σύμβασης ως παραβιασθείσας και δίδουσες το δικαίωμα τερματισμού της ή επιβεβαίωσης της και αξίωσης τυχόν αποζημιώσεων ένεκα της παράβασης, είναι ζήτημα που εναπόκειται στα μέρη, σε κάθε σύμβαση, να καθορίσουν ρητά. Σε κάθε όμως περίπτωση, το ζήτημα της κατηγοριοποίησης των όρων μίας σύμβασης, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, μπορεί να εξαρτηθεί από την ορθή ερμηνεία της σύμβασης στο σύνολο της - ως προς την σχετική πρόθεση των μερών κατά την σύναψη της - (Βλ. Bettini v Gye [1876] 1 QBD 183 και Shuler AG v Wickman Tools Sales Ltd [1974] AC 235), ή ακόμη, και από την επίδραση που η παράβασης της σύμβασης πραγματικά έχει, όταν από ερμηνεία των προνοιών της συνολικά, δεν μπορεί να εξακριβωθεί η εξ υπαρχής εν προκειμένω πρόθεσης των μερών ως προς το προαναφερόμενο ζητούμενο (Βλ. Hong Kong Fir Shipping Co v Kawasaki Kisen Kaisha [1962] 2 QB 26). Είναι όμως και σύνηθες, το ζήτημα του τι συνιστά παραβίαση της σύμβασης που δίδει δικαίωμα τερματισμού της, να καθορίζεται και από νόμο (όπως είναι π. χ. ο περί Πώλησης Αγαθών Νόμος του 1994, Νόμος 10(I)/1994, ο οποίος προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ όρων ουσιωδών και εγγυητικών διαβεβαιώσεων, παραβίασης των οποίων ενέχει διαφορετικά έννομα, σε σχέση με την συμβατική σχέση των μερών, αποτελέσματα. Και συγκεκριμένα, μόνον η παραβίασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, δίδει το δικαίωμα σε τερματισμό της).
- Σε ότι αφορά όλες τις περιπτώσεις όπου, ως έχει προαναφερθεί, παρέχεται το δικαίωμα τερματισμού μιας σύμβασης και το αναίτιο μέρος επιλέγει τον τερματισμό της, η απόφασης του αυτή, κανονικά, είναι αποτελεσματική, εάν γνωστοποιηθεί στον αντισυμβαλλόμενο. Ο δε τερματισμός, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρος («clear and unequivocal»). Εν προκειμένω, στην υπόθεση Vitol SA v Norelf Ltd, The Santa Clara [1996] AC 800, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου (ως ήταν τότε η επωνυμία της), ανέφερε ότι, η πράξη της γνωστοποίησης του τερματισμού της σύμβασης, μπορεί να προσλάβει κάθε δυνατό τύπο. Ανατρέποντας σε ότι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα το Αγγλικό Εφετείο [[3]], η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου, αποφάσισε ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, δεν είναι απαραίτητο να είναι καθοδηγούμενος από ρητή τοποθέτηση του αναίτιου μέρους που επιλέγει τον τερματισμό της ως προς αυτό («does not have to be couched in the language of acceptance [of the repudiation]»). Είναι αρκετό, ελέχθη, η γνωστοποίησης από πλευράς του αναίτιου μέρους, ή ακόμη και η διαγωγή του αναίτιου μέρους, να μεταφέρει ξεκάθαρα στο υπαίτιο για την παράβαση της σύμβασης μέρος, ότι, αυτός - το θιγόμενο, δηλαδή, μέρος -, θεωρεί ότι η σύμβαση έχει τερματιστεί. Μάλιστα, ως ετέθη το ζήτημα από τον Λόρδο Steyn στην εν λόγω υπόθεση, το θέμα που η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων είχε κληθεί να αποφασίσει, ήταν, κατά πόσο, «non-performance of an obligation is ever as a matter of law capable of constituting acceptance [of the repudiation as opposed to affirmation]», στο οποίο και απεφάνθη, καταφατικά, καταλήγοντας, ότι, το κατά πόσο, σε κάθε περίπτωση, υπάρχει τερματισμός λόγω παράβασης σύμβασης («repudiatory breach»), «all depends on the particular contractual relationship and the particular circumstances of the case». Εκρίθη, επί αυτής της βάσης, στην εν λόγω υπόθεση, ότι, η αδράνεια του αναίτιου μέρους, σε ότι αφορούσε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που η σύμβασης έθετε σε αυτό, αποτελούσε διαγωγή, δια της οποίας, είχε γνωστοποιηθεί στο υπαίτιο για την παράβαση της σύμβασης μέρος, ότι, η σύμβασης τους είχε τερματιστεί. Στην Κύπρο, έχει νομολογηθεί, ότι, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής που βασίζεται σε παράβαση σύμβασης, συνιστά (εκ της συμπεριφοράς του θιγόμενου στην σύμβαση μέρους), υπό προϋποθέσεις [[xi]], επαρκή τερματισμό της συμφωνίας και απαίτηση βάση αυτής, ή και απαίτηση για θεραπεία για την ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη ένεκα της παράβασης της [[xii]]. Διαφορετική είναι περίπτωσης, όταν, ο χρόνος για την εκπλήρωση των συμφωνηθέντων, δεν έχει καθοριστεί στην σύμβαση, ως ουσιώδης όρος της σύμβασης [[xiii]].
- Στην προκείμενη περίπτωση, ο τρόπος ενέργειας των διαδίκων και τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, εγείρουν ζήτημα νομιμότητας της σύμβασης τους και κατ' επέκταση εξ υπαρχής ακυρότητας της, ώστε να επιβάλλεται η εξέτασης του κατά προτεραιότητα, εφόσον εάν τέτοια είναι η κατάληξης του Δικαστηρίου, αφαιρείται το βάσιμο, τόσο της υπό κρίση απαίτησης όσο και της υπό κρίση ανταπαίτησης.
- Υπάρχουν περιπτώσεις, που, τα Δικαστήρια, παρά το γεγονός, ότι, μία συμφωνία παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μίας δεσμευτικής σύμβασης, επεμβαίνουν προς αποτροπή της εφαρμογής της. Μία από αυτές τις περιπτώσεις, είναι όταν κάτι τέτοιο επιβάλλεται για λόγους δημόσιας πολιτικής [[xiv]], οπόταν και το Δικαστήριο, ακόμη και εάν το ζήτημα δεν έχει εγερθεί από οποιοδήποτε από τους διάδικους στην διαδικασία (δικογραφικά ή άλλως πως), μπορεί αυτεπάγγελτα να το εξετάσει και αποφασίσει [[xv]].
- Στο κοινόδίκαιο, έχουν ήδη αναγνωριστεί κάποιες κατηγορίες τέτοιων παράνομων συμβάσεων, που εντάσσονται στην προαναφερόμενη περιπτωσιολογία. Οι κυριότερες, είναι οι εξής: (α) οι συμβάσεις που απαγορεύονται από τον νόμο ([4])• και (β) οι συμβάσεις που καθίστανται παράνομες, λόγω του τρόπου εφαρμογής τους. Δηλαδή, συμφωνίες, που, αν και εκ πρώτης όψεως παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά μίας νόμιμης σύμβασης (με νόμιμο σκοπό), ο τρόπος εκτέλεσης των όσων έχουν με αυτή συμφωνηθεί, αντίκειται σε διατάξεις του νόμου. Ειδικότερα, σε εκείνες τις περιπτώσεις, όπου, ο σκοπός του νομοθετήματος, στις πρόνοιες του οποίου υπάρχει η πρόσκρουσης, είναι η προστασία του δημοσίου ([5]) και τα συμβαλλόμενα μέρη (ειδικότερα ο ενάγοντας) γνωρίζουν για τα του γεγονότος αυτού και εντούτοις, ενεργούν στην βάση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, σε αντίθεση με τις πρόνοιες του [[xvi]].
- Στην προκείμενη περίπτωση, αυτό που απασχολεί, είναι κατά πόσο, η εφαρμογή των όσων είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, προσέκρουε στις διατάξεις του οποιουδήποτε νομοθετήματος. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία (γεγονός, σε κάθε περίπτωση, παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων) η συμφωνία των μερών, συνομολογήθηκε και εφαρμόστηκε το έτος
- Για αυτό τον λόγο, η ανάλυση στην οποία εν συνεχεία προβαίνω, των νομοθετημάτων, που όχι μόνο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τα της εφαρμογής των συμφωνηθέντων των μερών, αλλά και που επενεργούσαν προς διαμόρφωση τους, γίνεται με γνώμονα το τι ίσχυε κατά τον ουσιώδη αυτό χρόνο.
- Σχετικές, εν προκειμένω, είναι οι πρόνοιες του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 [[xvii]] (στο εξής καλούμενος «Κεφ. 96»). Σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Κεφ. 96, κανένα πρόσωπο δεν δύναται, μεταξύ άλλων, να ανεγείρει οικοδομή, ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή, χωρίς να έχει εξασφαλίσει προς τον σκοπό άδεια από την αρμόδια αρχή (βλ. Άρθρο 3[
(1), (β) και (στ) και
(2)] του Κεφ. 96), σύμφωνα και με τις πρόνοιες των Άρθρων 4 και 9 του Κεφ.
- Πριν από τη χορήγηση άδειας, δυνάμει του προαναφερόμενου Άρθρου 3 του Κεφ. 96, η αρμόδια αρχή, μπορεί να απαιτήσει την προσαγωγή τέτοιων σχεδίων, σχεδιαγραμμάτων και υπολογισμών, ή δύναται να απαιτήσει να δοθεί τέτοια περιγραφή της εργασίας που σκοπεύεται, ως ήθελε φανεί αναγκαίο και επιθυμητό σε αυτή, και δύναται να απαιτήσει τη μετατροπή των σχεδίων, σχεδιαγραμμάτων και υπολογισμών που προσάχθηκαν με αυτό τον τρόπο (βλ. Άρθρο 8 του Κεφ. 96). Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες του Άρθρου 8Α
(1)του Κεφ. 96, όλα τα σχέδια, σχεδιαγράμματα, μελέτες, συγγραφές, υπολογισμοί και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, τα οποία υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή για την έκδοση άδειας οικοδομής δυνάμει των προνοιών του Κεφ. 96, πρέπει να φέρουν την υπογραφή και τον τίτλο του προσώπου το οποίο τα ετοίμασε, το οποίο πρέπει να έχει μια από τις άδειες άσκησης επαγγέλματος, που χορηγούνται δυνάμει των διατάξεων του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμος του 1990, Νόμος 224/1990. Σε κάθε όμως περίπτωση, - και ανεξάρτητα των υπόλοιπων διατάξεων του Κεφ. 96 -, σύμφωνα με το Άρθρο 8Α
(2)του Κεφ. 96, όλα τα εκπονούμενα σχέδια, σχεδιαγράμματα, συγγραφές, μελέτες, υπολογισμοί και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, σχετικό με την υποβολή αιτήματος δυνάμει του Κεφ. 96 στην αρμόδια αρχή για την έκδοση άδειας οικοδομής, τα οποία αφορούν, μεταξύ άλλων, οποιαδήποτε οικοδομή, ή μετατροπή, προσθήκη, επισκευή οικοδομής, υποβάλλονται και υπογράφονται: (α) από αρχιτέκτονα μελετητή, όταν εκπονείται σε σχέση με αρχιτεκτονική εργασία, και (β) από πολιτικό μηχανικό μελετητή, όταν εκπονείται σε σχέση με εργασία πολιτικού μηχανικού. 34. Επιπρόσθετα των προαναφερομένων, ως προνοείται από το Άρθρο 4Α
(1)του Κεφ. 96, ουδεμία άδεια που συνεπάγεται κατασκευαστικές εργασίες υλοποιείται, εκτός αν η αρμόδια αρχή ικανοποιηθεί ότι ο αιτητής έχει κατάλληλα διορίσει επιβλέποντα μηχανικό για την επίβλεψη της εκτέλεσης των εργασιών. Τον οποίον, επιβλέποντα μηχανικό, ο ιδιοκτήτης του έργου, οφείλει να ενημερώνει γραπτώς και έγκαιρα, για τον χρόνο έναρξης των εργασιών για υλοποίηση της σχετικής άδειας και για τυχόν αναστολές στην πορεία εκτέλεσης του έργου (βλ. Άρθρο 9Α[
(1)και
(2)] του Κεφ. 96). Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες του Άρθρου 9Α
(3)του Κεφ. 96, επιβλέπων μηχανικός, ο οποίος έχει κατάλληλα διοριστεί και αναλάβει την επίβλεψη του έργου, οφείλει: (α) Να μη συνεργεί ή να ανέχεται την έναρξη της εκτέλεσης ή υλοποίησης του υπό επίβλεψη έργου, προτού βεβαιωθεί για την ύπαρξη της σχετικής άδειας δυνάμει του Άρθρου 3 του Κεφ. 96, και, (β) να επιβλέπει, τηρουμένων των διατάξεων του Κεφ. 96 και οποιωνδήποτε δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, το έργο, σε όλα τα στάδια της εκτέλεσης του μέχρι και την αποπεράτωση του. 35. Σε ότι δε αφορά την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης της εργασίας από την αρμόδια αρχή σε σχέση με οικοδομή ή τμήματα της (για τα οποία εκδόθηκε άδεια), αναγκαίο για την κατοχή και χρησιμοποίηση της (και τούτο, ανεξαρτήτως της εξασφάλισης άδειας δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 3 του Κεφ. 96 και Άρθρο 10
(1)του Κεφ. 96), δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 10
(2)του Κεφ. 96, ο κάτοχος άδειας, μέσα σε περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 21 ημέρες από τη συμπλήρωση της εργασίας σε σχέση με την οποία εκδόθηκε η άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 3 του Κεφ. 96, οφείλει να γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή τη συμπλήρωση της. Οπόταν και η αρχή, αν ικανοποιείται ότι η εργασία συμπληρώθηκε κανονικά σύμφωνα µε την άδεια, παρέχει στον κάτοχο πιστοποιητικό έγκρισης της εργασίας σε σχέση µε την οποία χορηγήθηκε η άδεια. Με την επιφύλαξη, ότι, η αρμόδια αρχή, δεν προχωρεί στην εξέταση θέματος χορήγησης πιστοποιητικού έγκρισης, εκτός αν και μέχρις ότου έχει ενώπιον της και το πιστοποιητικό συμπλήρωσης του έργου ή τμήματος του, που εκδίδεται κατά τον καθορισμένο τρόπο από τον επιβλέποντα μηχανικό [[xviii]].
- Το Κεφ. 96, είναι από τα νομοθετήματα που εφαρμόζονται στην Κύπρο, ως μέρος του ευρύτερου νομικού πλαισίου που έχει θεσπιστεί για πολεοδομικό σχεδιασμό του νησιού μας, και σκοπεί στην αναβάθμιση και διατήρηση του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος μέσα στα πλαίσια της βιώσιμης ανάπτυξης. Οι πρόνοιες του, συνεπώς, και ειδικότερα οι προαναφερόμενες, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον, και οι διάδικοι σε αυτή την υπόθεση, που σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, σκόπιμα τις παρέκαμψαν, ή εν πάση περιπτώσει, δια των συμφωνηθέντων τους, εν γνώσει τους ενήργησαν προς εφαρμογή τους, ενάντια των προνοιών τους (αφού Ενάγοντας και Εναγόμενος συμφώνησαν για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, οι οποίες έλαβαν χώρα, χωρίς να έχει προηγηθεί η κατάθεση αιτήματος και εξασφάλισης άδειας από πλευράς του Ενάγοντας βάσει του Άρθρου 3 του Κεφ. 96, προς αποφυγή ελέγχου του ζητήματος από την αρμόδια αρχή, σε μία υφιστάμενη παράνομη οικοδομή), δεν μπορούν να προβάλλουν οποιαδήποτε απαίτηση που να βασίζεται στην σύμβαση τους, που να μπορεί να αντικριστεί θετικά από το Δικαστήριο. [Δ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί απαίτηση και ανταπαίτηση αποτυγχάνουν και συνεπώς απορρίπτονται.
- Καμία διαταγή για έξοδα μεταξύ των διαδίκων. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλέπε σημείωση τέλους ix. [2] Από την στιγμή που πρόκειται για προφορική σύμβαση και το Δικαστήριο ένεκα της διαφωνίας των διαδίκων ως προς τους όρους της, καλείται να διαπιστώσει τι ακριβώς συμφωνήθηκε, από την μαρτυρία, αναμενόταν ο Εναγόμενος να ήταν πιο περιεκτικός και συγκεκριμένος στην μαρτυρία του. Εφόσον, πρόκειται για προφορική συμφωνία, το Δικαστήριο, εξετάζοντας την μαρτυρία για το τι ελέχθη και έλαβε χώρα μεταξύ των μερών, προσεγγίζει το ζήτημα αντικειμενικά, υπό την όψη που αυτά τα γεγονότα θα είχαν για ένα λογικό άνθρωπο. Αυτό που χρειάζεται, δηλαδή, είναι αντικειμενική μαρτυρία για τα συμφωνηθέντα. [3] Στην απόφαση του οποίου είχε αναφερθεί το εξής: «A choice, however resolute, which gains no expression outside the bosom of the chooser cannot be clear and unequivocal in the sense that the law requires. Silence and inaction, being in the generality of cases equally consistent with an affirmation of the contract, cannot constitute an acceptance of a repudiation.». Βλ. Vitol SA v Norelf Ltd, The Santa Clara [1996] QB 108,
- [4] Γιατί, π. χ., η ίδια η σύναψης τους, συνιστά ποινικό αδίκημα (συμφωνία για την διάπραξη ποινικού αδικήματος), ή αστικό αδίκημα (διαπραχθέν εκ προθέσεως και με γνώση των μερών ως προς αυτό), ή όταν, η ίδια η σύναψης τους, παρά το γεγονός ότι δεν συνιστά ποινικό αδίκημα, ο σκοπός τους, απαγορεύεται από νόμο (βλ. Mohamed v Alaga [1999] 3 AllER 699 και Awwad v Geraghty & Co [2000] 1 AllER 608). [5] Σε αντίθεση με εκείνα τα νομοθετήματα, που, απλά αποσκοπούν στην προστασία των εσόδων του δημοσίου. Σε σχέση με τα οποία, είναι κατά πολύ αμφισβητούμενο αν μπορούν να κριθούν παράνομα για λόγους δημόσιας πολιτικής (βλ. Re Mahmoud and Ispahani [1921] 2 KB 716 και St John Shipping Corp v Joseph Rank Ltd [1995] 3 AllER 669). [i] Βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/
- [ii] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212. [iii] Βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ.
- [iv] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/
- [v] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [vi] Βλ. Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016. [vii] Βλ. Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Αθανασίου κ. α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co Ltd v Κατωμονιάτη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ. α. ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. [viii] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [ix] Βλ. Μιχαηλίδης v Δρουσιώτη κ. α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 877, στην οποία η πλειοψηφία του Εφετείου, διά του Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Αρτεμίδη, αποφάσισε τα εξής: «Το αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου δυνατό να αποτελείται από προφορική μαρτυρία, έγγραφη, οποιοδήποτε αντικείμενο ή έμβια όντα. Είναι βασική αρχή του νομικού μας συστήματος πως η προφορική μαρτυρία δίδεται στο Δικαστήριο δια ζώσης - viva voce. Ο μάρτυρας πρέπει να εκθέσει και διευκρινίσει προφορικά στο Δικαστήριο ό,τι είναι σχετικό με την υπόθεση. Μάλιστα, όταν ο μάρτυρας λόγω παθολογικής ανικανότητας δεν μπορεί να μιλήσει, έχει όμως τη δυνατότητα να μεταδώσει με άλλο τρόπο αυτά που θέλει να πει, π.χ. με νοήματα, χρησιμοποιούνται οι υπηρεσίες διερμηνέων ή προσώπων που λόγω ειδικότητας ή ιδιαίτερης σχέσης με τον μάρτυρα, μπορούν να μεταφράσουν στο Δικαστήριο αυτό που λέει. Αυτή η θεμελιώδης, και ιστορική θα λέγαμε αρχή, εκφράζεται και νομοτύπως στον Κ.36 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που διαλαμβάνει τα πιο κάτω: 1. Subject to these rules, the witnesses at the trial of any action or at any assessment of damages shall be examined viva voce and in open court..." . Η αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιέχει ισχυρισμούς, όπως τα δικογραφήματα στην αγωγή, οι οποίοι και πρέπει να αποδειχτούν στη δίκη με τα γνωστά αποδεικτικά μέσα, όπου δε είναι αναγκαίο δια ζώσης. Η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ας μην ξεχνούμε πως στη διάρκεια της κατάθεσης ενός μάρτυρα η αντίθετη πλευρά δικαιούται να υποβάλλει ενστάσεις, ενώ ισχυρισμοί που περιέχονται στα δικογραφήματα δυνατόν, ακόμη και στο στάδιο της εξέτασης να μείνουν αναπόδεικτοι. Και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενο της κατάθεσής του αλλά και τη γενική συμπεριφορά του, που τον αναδεικνύει ως μάρτυρα της αλήθειας, ή το αντίθετο, όπως έχει επεξηγηθεί από το Εφετείο μας στην Θεοδόση Χ"Γεωργίου ν. της Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174. "Έχουμε λοιπόν τη γνώμη πως όταν το κακουργιοδικείο αναφέρει στην απόφαση του πως του ενεποίησε εντύπωση η μάρτυς Θεοδώρου, δεν αναφέρεται μόνο στην εν γένει συμπεριφορά της, κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, αλλά και στο περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Όταν χρησιμοποιείται από τα Δικαστήρια η φράση "ο μάρτυρας μας έκαμε καλή εντύπωση", αυτή δεν αναφέρεται στα εξωτερικά στοιχεία της προσωπικότητας του μάρτυρα, ή του τρόπου εκφοράς της μαρτυρίας, αλλά στο σύνολο των γνωρισμάτων που συνθέτουν αφενός το μάρτυρα που έχει σεβασμό στην αλήθεια και αφετέρου που είχε τις εξ αντικειμένου δυνατότητες να συλλάβει με τις αισθήσεις του όσα αναβιώνει με τη μαρτυρία του. Οι δικαστές λόγω της τριβής και εξειδίκευσης τους σ' αυτό το χώρο, διαθέτουν την ικανότητα, ανθρώπινη βεβαίως, να κρίνουν πότε παρουσιάζεται ενώπιον τους η αλήθεια."». [x] Σε ότι αφορά την έγερση κωλύματος στην αξίωση για εκτέλεση σύμβασης σύμφωνα με τους αρχικούς της όρους όταν ένα μέρος σε αυτή, με τη συμπεριφορά του, δείχνει ότι δεν επιμένει σε εκτέλεση του συμβολαίου όπως ορίζουν οι αρχικοί του όροι, βλέπε την υπόθεση Cybarco Ltd v Gillian Guest κ. α
(2010)1 Α.Α.Δ. 2071. [xi] Βλ. Harrow Trading Ltd κ. α. ν ADM Investor Services International Ltd
(2004)1Α Α.Α.Δ. 161, Lombard Natwest Ltd v Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465. [xii] Βλ. Χριστίνα Κυριάκου ν Μάρθας Ανδρέα Χρυσοστόμου
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 2029, Κώστας Καταφυγιώτης κ. α. ν Χρυσόστομου Χρυσοστομή
(1997)1 Α.Α.Δ .1746 και Papa Paulo Ioannou v Mollah Hasni Hassan (V3) 1 C.L.R. 30. [xiii] Βλ. Άρθρο 55[
(1)και
(2)] του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, Cybarco Ltd v Gillian Guest κ. α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 2071, Σάντης ν Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Latifundia Properties Ltd v Ψακή κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Iris Development Ltd v Τάκης Λαζαρίδης
(2000)1 Α.Α.Δ. 1504, G. Charalambous Ltd v Kalos Kafes Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 199, Ξενοφώντος ν Τυρίμου
(1984)1 Α.Α.Δ. 23, Bunge Corpn. New York v Tradax Export SA, Panama [1981] 1 WLR 711, United Scientific Holdings Ltd v Burnley BC [1977] 2 All E.R. 62, Union Eagle Ltd v Golden Achievement Ltd [1997] AC 514, Charles Ricckards Ltd v Opperheim [1950] 1 All ER 420, Behzadi v Shaftesbury Hotels Ltd [1992] Ch. 1 και Re Olympia & York Canary Wharf Ltd (No. 2) [1993] BCC 159. [xiv] Αφενός, για σκοπούς αποτροπής, ώστε ένα πρόσωπο να μην δύναται να επωφεληθεί από τις «παράνομες» πράξεις του, και αφετέρου, προς τον σκοπό διαφύλαξης της ακεραιότητας του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, με το να διασφαλιστεί ότι τα Δικαστήρια δεν αντικρίζονται από τους νομιμοφρονούντες ότι παρέχουν συνδρομή σε ενάγοντες που έχουν αψηφήσει τον νόμο. [xv] Βλ. Μιχαηλίδης και Ζαβαλλής ν Νέστορα Χ΄Ηροδότου, άλλως Νέστορα Κιταλίδη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1609, Εταιρεία Δημητράκης Σταυρίδης Ακίνητα Λτδ. ν Ελένη Ανδρέου κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A731, Πολιτική Έφεση Αρ. 265/2009, ημερομηνίας 30/09/2014, North Western Salt Company Ltd v Electrolytic Alkali Company Ltd [1914] AC 461, HL, Edler v Auerbach [1950] 1 KB 359, HC και Birkett v Acorn Business Machines Ltd
(1999)The Times, 26/08/1999, CA. [xvi] Βλ. Archbolds (Freightage) Ltd v S Spanglett Ltd [1961] 1 AllER 417 και Anderson Ltd v Daniel [1924] 1 KB
- [xvii] Ως αυτές είχαν πριν την τροποποίηση του Κεφ. 96 με τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2006, Νόμος 101(I)/2006, τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 21(I)/2008, τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2008, Νόμος 23(I)/2008, τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2011, Νόμος 47(I)/2011, τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 2011, Νόμος 77(I)/2011, τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) (Αρ.3) Νόμο του 2011, Νόμος 131(I)/2011, τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) (Αρ.4) Νόμο του 2011, Νόμος 152(I)/2011, τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2012, Νόμος 34(I)/2012, τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 2012, Νόμος 149(I)/2012, τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2013, Νόμος 66(I)/2013, τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2015, Νόμος 40(I)/2015 και τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2016, Νόμος 196(I)/
- [xviii] Σημειώνονται εδώ οι τροποποιήσεις της νομοθεσίας, ως έχουν γίνει μέχρις αυτής της στιγμής, δια των οποίων, μεταξύ άλλων, το εν λόγω Άρθρο 10 του Κεφ. 96 τροποποιήθηκε, ώστε να εισαχθούν και οι ακόλουθες πρόνοιες: Ότι, ο κάτοχος της άδειας οικοδομής, οφείλει να ενημερώνει τον επιβλέποντα μηχανικό για την ημερομηνία συμπλήρωσης της εργασίας του συνόλου της οικοδομής ή τμήματος της εργασίας. Ο οποίος, επιβλέπον μηχανικός, σύμφωνα με το Άρθρο 10
(3)του Κεφ. 96 - μεταξύ άλλων υποχρεώσεων που δύναται να του υποβληθούν δυνάμει των υπόλοιπων προνοιών του Άρθρου 10 του Κεφ. 96 -, μέσα σε περίοδο 30 ημερών από: (α) τη συμπλήρωση της εργασίας ή θέματος σε σχέση με την οποία εκδόθηκε η άδεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 3 του Κεφ. 96, ή (β) τη συμπλήρωση μεγάλου ποσοστού της εργασίας, ή (γ) την έναρξη χρήσης του συνόλου ή τμήματος της εργασίας, χωρίς να έχουν συμπληρωθεί πλήρως ή επακριβώς όλες οι εργασίες που προνοούνται στην άδεια οικοδομής, οφείλει να υποβάλει στην αρμόδια αρχή πιστοποιητικό με το οποίο να βεβαιώνεται η συμπλήρωση της εργασίας ή του θέματος, σύμφωνα με την άδεια που εκδόθηκε ή το στάδιο και το βαθμό εκτέλεσης της εργασίας ή τμήματος της και τα θέματα στα οποία η εργασία δεν είναι σύμφωνη με την άδεια, αντίστοιχα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο