SALMONA ENTERPRISES LTD ν. ΕΛΕΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1125/2012, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1125/2012 Μεταξύ: SALMONA ENTERPRISES LTD Ενάγουσας - και -
- ΕΛΕΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
- SERGUEI KIRIAKOV Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 28/02/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Θεόδωρος Ποσνακίδης για την Κύπρος Ανδρέου Δ. Ε. Π. Ε. Για τους Εναγομένους 1 και 2: κα Έλενα Μ. Παπαγαπίου για τον Θέμης Θωμά & Σια --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Η Ενάγουσα, με αυτή την Αγωγή, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. €.1.786,74.- ποσόν δυνάμει αξίας πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων και/ή δυνάμει ακάλυπτων επιταγών και/ή αποζημιώσεων. Β. Νόμιμο τόκο από 31/01/09 μέχρι εξοφλήσεως. Γ. Έξοδα - Φ. Π. Α.».
- Οι Εναγόμενοι, πρόβαλαν (κοινή) υπεράσπιση στις απαιτήσεις της Ενάγουσας.
- Εισαγωγικά, σημειώνεται περαιτέρω, ότι, όλες οι υποσημειώσεις ή σημειώσεις τέλους στο κείμενο της απόφασης μου, αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου για την κατάληξη μου στην υπόθεση αυτή, που τώρα ανακοινώνεται. [Β]. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Προχωρώ να συνοψίσω, την δικογραφημένη εκδοχή κάθε ενός των διαδίκων, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς. Η υπόθεση της Ενάγουσας
- Η Ενάγουσα, με την έκθεση απαίτησης της, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο. ii. Οι Εναγόμενοι κατοικούν στην Λάρνακα. iii. Κατά ή περί την 28/01/2009 πώλησε και παρέδωσε εμπορεύματα της στους Εναγομένους, έναντι του συνολικού ποσού των €.1.786,
- iv. Οι Εναγόμενοι, για την πληρωμή του εν λόγω ποσού των €.1.786,74 στην Ενάγουσα, της εξέδωσαν και παρέδωσαν τις επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας: (α) Ημερομηνίας 28/01/2009 υπ' αρ. 97265397 για ποσό €.800,
- (β) Ημερομηνίας 30/01/2009 υπ' αρ. 97265399 για ποσό €.807,
- (γ) Ημερομηνίας 31/01/2009 υπ' αρ. 97265400 για ποσό €.179,
- v. Η Ενάγουσα, αφού συμπλήρωσε ως δικαιούχο των εν λόγω επιταγών την συνεργάτιδα της κα Ειρήνη Πιλαβίδου, τις παρέδωσε τις επιταγές για πληρωμή της, και/ή πληρωμή του υιού της που είναι υπάλληλος της. vi. Η εν λόγω κα Ειρήνη Πιλαβίδου, παρουσίασε και/ή κατέθεσε τις επιταγές στην τράπεζα για πληρωμή, αλλά οι επιταγές δεν πληρώθηκαν, καθότι οι Εναγόμενοι µε ενέργειες τους σταμάτησαν την πληρωμή των επιταγών. vii. Περαιτέρω, η εν λόγω κα Ειρήνη Πιλαβίδου, επέστρεψε τις εν λόγω επιταγές στην Ενάγουσα, που είναι η τελευταία κάτοχος τους. viii. Οι Εναγόμενοι, δεν της κατέβαλαν κανένα ποσό έναντι του προαναφερόμενου ποσού των €1.786,74 και παρά τις συνεχείς οχλήσεις της Ενάγουσας, συνεχίζουν μέχρι σήμερα να αμελούν και/ή αρνούνται να της καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. Η υπόθεση των Εναγομένων
- Οι Εναγόμενοι, δια της εκθέσεως υπεράσπισης τους, αρνήθηκαν την, από πλευράς Ενάγουσας, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξαν την δική τους ακόλουθη εκδοχή: i. Αγνοούν το κατά πόσο η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο. ii. Παραδέχονται ότι κατοικούν στην Λάρνακα. iii. Αγνοούν τα όσα ισχυρίζεται η Ενάγουσα ως προς το ότι, (α) κατά ή περί την 28/01/2009, τους πώλησε και παρέδωσε εμπορεύματα της, αντί του συνολικού ποσού των €.1.786,74•, και (β) ότι, αυτοί, για την πληρωμή του εν λόγω ποσού προς αυτήν, εξέδωσαν και παρέδωσαν στην Ενάγουσα τις ισχυριζόμενες επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας. Εν προκειμένω, ισχυρίζονται ότι, για όλες τις συναλλαγές τους που προηγήθηκαν µε τους Ενάγοντες, διατηρούσαν αναλυτική κατάσταση συναλλαγών, από την οποία δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη εκκρεμότητα μεταξύ τους, αφού κάθε οφειλή τους προς την Ενάγουσα, είχε από πολύ πιο πριν εξοφληθεί. iv. Επιπλέον, ο Εναγόμενος 2, ισχυρίζεται, ότι, δεν έχει καμία σχέση µε την υπόθεση αυτή, καθότι ουδέποτε συναλλάχθηκε προσωπικά µε την Ενάγουσα, δεν είχε ή έχει καμία σχέση µε τα εμπορεύματα και τις συναλλαγές που αναφέρει η Ενάγουσα στην Αγωγή της και ουδέποτε υπόγραψε οποιεσδήποτε επιταγές. v. Επιπρόσθετα, είναι ο ισχυρισμός της Εναγομένης 1, ότι, αυτή ήταν που συναλλασσόταν με την Ενάγουσα και υπέγραφε επιταγές για τα εκάστοτε εμπορεύματα. Εντούτοις, δεν υφίστανται οποιεσδήποτε οικονομικές ή άλλες εκκρεμότητες μεταξύ της και της Ενάγουσας, καθότι αυτές έχουν προ πολλού διευθετηθεί. vi. Αγνοούν κατά πόσο η Ενάγουσα, αφού συμπλήρωσε ως δικαιούχο των εν λόγω επιταγών την συνεργάτιδα της κα Ειρήνη Πιλαβίδου, τις παρέδωσε τις επιταγές για πληρωμή της και/ή πληρωμή του υιού της που είναι υπάλληλος της. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό αυτό της Ενάγουσας, η θέση των Εναγομένων είναι ότι, οποιεσδήποτε επιταγές που τυχόν εκδόθηκαν προς όφελος της Ενάγουσας, αυτές σε καμία περίπτωση δεν θα εκδίδονταν στο όνομα της εν λόγω κας Ειρήνης Πιλαβίδου, καθότι αυτοί δεν γνωρίζουν είτε αυτήν, είτε τον υιό της, με τους οποίους δεν έχουν ποτέ συναντηθεί ή συναλλαχτεί. Σε κάθε περίπτωση, προβάλλουν την θέση ότι, εάν ήθελε φανεί ότι η εν λόγω κα Ειρήνη Πιλαβίδου ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, έχει οποιαδήποτε σχέση µε τα επίδικα θέματα, θα έπρεπε να συνενώνονταν ως διάδικοι στην Αγωγή αυτή των Εναγόντων. vii. Οι Εναγόμενοι αγνοούν τα όσα αφορούν τον ισχυρισμό της Ενάγουσας περί του ότι η εν λόγω κα Ειρήνη Πιλαβίδου, παρουσίασε και/ή κατέθεσε τις επιταγές στην τράπεζα για πληρωμή, και ότι οι επιταγές δεν πληρώθηκαν, επειδή αυτοί µε ενέργειες τους σταμάτησαν την πληρωμή των επιταγών. Εν προκειμένω, ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι κανένα ποσό δεν οφείλουν στην Ενάγουσα, εφόσον, κάθε οφειλή τους προς αυτή, εξοφλήθηκε µε μετρητά που της δόθηκαν. Περαιτέρω, οι εν λόγω επιταγές ουδέποτε επιστράφηκαν σε αυτούς, αλλά αντίθετα, έκτοτε παρέμειναν και/ή παραμένουν στην κατοχή της Ενάγουσας. Σε κάθε περίπτωση, χωρίς επηρεασμό της προαναφερόμενης θέσης τους, ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην διεκδίκηση οποιωνδήποτε ποσών επιταγών, µόνο και µόνο επειδή, όπως ισχυρίζονται, είναι οι τελευταίοι κάτοχοι των εν λόγω επιταγών. viii. Αρνούνται ότι δεν κατέβαλαν στην Ενάγουσα κανένα ποσό έναντι του προαναφερόμενου ποσού των €1.786,74 και ότι παρά τις συνεχείς οχλήσεις της Ενάγουσας, συνεχίζουν μέχρι σήμερα να αμελούν και/ή αρνούνται να της καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. Κάθε οφειλή τους προς την Ενάγουσα έχει εξοφληθεί και καμία οικονομική εκκρεμότητα δεν υφίσταται μεταξύ τους. Οι μάρτυρες
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, παρουσιάστηκε και έδωσε στο Δικαστήριο, μαρτυρία: i. Ο κ. Ιβάν Ποτάποφ (Ivan Potapov) (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ»).
- Προς υπεράσπιση των Εναγομένων, παρουσιάστηκε και έδωσε στο Δικαστήριο, μαρτυρία: i. Η Εναγομένη 1, κα Έλενα Παναγιώτου (στο εξής καλούμενη «η Εναγομένη 1»). Τα παραδεκτά γεγονότα
- Κατά την εξέλιξη της δίκης (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/05/2016), οι διάδικοι, δήλωσαν στο Δικαστήριο μέσω των συνηγόρων τους, ως παραδεκτά, τα εξής γεγονότα: i. Τα Τεκμήρια 6 και 7, πιστοποιητικό σύστασης εταιρείας και πιστοποιητικό αξιωματούχων εταιρείας, εκδοθέντα υπό του Εφόρου Εταιρειών την 12ην/05/2016, έγιναν παραδεκτά ως προς το περιεχόμενο τους. Ουσιαστικά, ότι η Ενάγουσα είναι συστημένη στην Κύπρο, ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, από 11/07/
- Καθώς επίσης και ότι, διευθυντής και γραμματέας της Ενάγουσας, αντίστοιχα, είναι ο ΜΕ, κ. Ivan Potapov και η κα Svetlana Potapova. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, γενικά
- Σύμφωνα με την νομολογία, όταν από την μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, προκύπτει, ότι, υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα [[i]], βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται [[ii]]. Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού [[iii]].
- Στην προκείμενη περίπτωση, δικογραφικά, οι διάδικοι, σε κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, παρουσίασαν ως προς αυτά, ο κάθε ένας, μία διαφορετική εκδοχή. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η κάθε πλευρά, παρουσίασε την μαρτυρία των προσώπων που έχουν προαναφερθεί. Τα πρόσωπα αυτά, αντεξετάστηκαν από την αντίδικη πλευρά, και, ως προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, αρκετές θέσεις, αντίθετες με την μαρτυρία τους, τους υποβλήθηκαν ως ορθές, χωρίς όμως αυτές να γίνουν αποδεκτές. Συνεπώς, από απόψεως γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές ως προς τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, που, καθιστούν αναγκαία την εκτίμηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο.
- Ως προς τα προαναφερόμενα, αναγκαία είναι η εξής επισήμανσης, που πρέπει να γίνει καθότι αφορά ζήτημα άρρηκτα συνυφασμένο με την εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, προς μάρτυρες, κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[iv]]. Συνεπώς, ο τρόπος που προσεγγίστηκε η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς του αντιδίκου κατά την αντεξέταση των προσώπων που κλήθηκαν στο Δικαστήριο για τον σκοπό και ποιες θέσεις υποβλήθηκαν στα πρόσωπα αυτά ως ορθές σε ότι αφορά τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκαν και τι μαρτυρία τελικά κλήθηκε από πλευράς του διαδίκου αυτού προς τεκμηρίωση τους, συνεκτιμούνται από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, με γνώμονα πάντοτε και τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς.
- Προχωρώ, συνεπώς, να διακριβώσω την αληθοφάνεια, ακρίβεια ή και ορθότητα της μαρτυρίας, και συνακόλουθα, εάν κριθεί ως τέτοια (και όχι, δηλαδή, ανακριβής, αναξιόπιστη, ψευδής ή λανθασμένη), τι βάρος ή σημασία μπορεί να της αποδοθεί. Εκεί και όπου βρίσκω, ότι, μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει αποδεκτή (falsus in uno), μνημονεύω το γεγονός ειδικά, ως επίσης και τους λόγους, αφενός, για την αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της και αφετέρου, για την απόρριψη του υπολοίπου της [[v]].
- Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του αριθμού των μαρτύρων που κάθε διάδικος παρουσιάζει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, αποτελεί η ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη φόρμουλα για την εκτίμηση από το Δικαστήριο της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου, κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί, της ζωής (ως συναρτώμενοι με το τι είναι πιο εύλογα αναμενόμενο από ένα μέσο άνθρωπο), έχουν καθιερωθεί ότι προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του.
- Μέσα, λοιπόν, στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου.
- Σε πρώτο στάδιο [[vi]], εκτίμησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων, που, ως προανέφερα, είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων: η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων (με την ίδια την μαρτυρία τους ή και με προηγούμενες τους δηλώσεις); η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό; η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια (και δη σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε την μαρτυρία τους); οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποία ιδιότητα; η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους; όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του [[vii]]. Σε κάθε περίπτωση, τονίζω, ότι, η εκτίμηση στην οποία προβαίνω αμέσως μετά, βάσει, μεταξύ άλλων, των προαναφερόμενων παραγόντων, δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό [[viii]].
- Σε δεύτερο στάδιο [[ix]], εξέτασα την μαρτυρία, κρίνοντας την από την εντύπωση που τα πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, μου δημιούργησαν, κατά την εξιστόρηση της εκδοχής τους. Η λειτουργία αυτή του Δικαστηρίου ενθυλακώνεται πολύ εύστοχα στην ακόλουθη σύντομη αναφορά του έντιμου Π. Ε. Δ., Α. Δαυίδ, στην απόφαση του στην Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας.». Συμπληρώνοντας, εν προκειμένω, περαιτέρω, στην συνέχεια της απόφασης του ο έντιμος Πρόεδρος: «Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676).». [Γ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
- Ο, κατά κύριο λόγο, σχετικός με τα επίδικα ζητήματα νόμος, εφόσον η απαίτηση της Ενάγουσας βασίζεται στο γεγονός ότι επιταγές που της εξεδόθησαν από τους Εναγομένους έναντι καλού ανταλλάγματος, κατόπιν δέουσας παρουσίασης τους για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, δεν τιμήθηκαν, λόγω εντολής για την μη πληρωμή τους, είναι ο περί Συναλλαγματικών Νόμος, Κεφ.
- Παράλληλα, η Ενάγουσα αξιώνει, ως η απαίτηση της εναντίον των Εναγομένων, και στην βάση του ανταλλάγματος που έδωσε στην συναλλαγή της με τους Εναγομένους, έναντι του οποίου οι τελευταίοι της εξέδωσαν και παρέδωσαν τις επιταγές. Κάτι, που, ως αναγνωρίζεται από την νομολογία μας, είναι επιτρεπτό [[x]].
- Το βάσιμο αξίωσης που έχει ως υπόβαθρο της συναλλαγματική, εξετάστηκε, σχετικά πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Heatron Co Ltd v Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους
(2012)1 Α.Α.Δ. 1034, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Γ. Ερωτοκρίτου, ελέχθησαν τα εξής: «Σύμφωνα με το Άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 (Μέρος ΙΙΙ), μια επιταγή θεωρείται ως συναλλαγματική και εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο, διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για τις συναλλαγματικές. Όπως έχει νομολογηθεί, πληρωμές που γίνονται με επιταγή, στην ουσία εξισώνονται με πληρωμές τοις μετρητοίς [[xi]], με αποτέλεσμα η υπεράσπιση που μπορεί να προβληθεί να πρέπει να συσχετιστεί είτε με την πληρωμή, είτε με την εγκυρότητα της επιταγής (Nova (Jersey) Knit Ltd v. Kammgarn Spinnerei G.m.b.H [1977] 2 All ER 463 (HL), James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd (No 2) [1950] 1 All ER 929 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Tlais [1991] 1 Α.Α.Δ. 239). Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, όπως ονομαζόταν τότε, στην υπόθεση Nova (Jersey) Knit Ltd, πιο πάνω, μία συναλλαγματική (ή επιταγή) θα πρέπει, σύμφωνα με το S.3 του Bills of Exchange Act 1882, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το δικό μας Άρθρο 3 του Κεφ. 262, να θεωρείται ως εντολή για άνευ όρων πληρωμή σε μετρητά. Διαφορετική ερμηνεία θα σήμαινε στην περίπτωση πώλησης, ότι αυτή διενεργείται επί πιστώσει, με όλες τις νομικές συνέπειες. Όπως εξηγείται περαιτέρω στην απόφαση, η συναλλαγματική ή επιταγή είναι από μόνη της μια σύμβαση, ξεχωριστή από τη σύμβαση πώλησης. Σύμφωνα με το Λόρδο Wilberforce, είναι γι' αυτό το λόγο που ο αγγλικός νόμος δεν επιτρέπει την προβολή υπερασπίσεων, εκτός εκείνων που επιτρέπονται από το Νόμο και στηρίζονται σε δόλο, στη μη εγκυρότητα της επιταγής και σε αποτυχία της αντιπαροχής. Πάνω σ' αυτή την αρχή στηρίζεται και η μεγάλη εμπορική επιτυχία και αποδοχή της επιταγής, ως ενός ουσιαστικού μέσου συναλλαγής. Το αγώγιμο δικαίωμα εγείρεται όταν μια συναλλαγματική και κατ' εφαρμογή του Άρθρου 73, μια επιταγή παρουσιαστεί δεόντως για πληρωμή (Άρθρο 45), δεν τιμηθεί (Άρθρο 47), δοθεί ειδοποίηση προς τον εκδότη για το γεγονός της μη τίμησης (Άρθρο 48), εκτός αν η μη αποστολή ειδοποίησης δικαιολογηθεί με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Δικογραφικά, ο ενάγων έχει υποχρέωση στην Έκθεση Απαίτησής του να αναφέρει, μεταξύ άλλων, την ημερομηνία της επιταγής, το ποσό, το όνομα του εκδότη και δικαιούχου ή κατόχου. Επίσης, θα πρέπει να δικογραφούνται λεπτομέρειες ότι η επιταγή δεν τιμήθηκε και ότι παραμένει απλήρωτη (βλ. Bullen & Leake and Jacobs, Precedents of Pleadings). Το ζήτημα της αντιπαροχής ρυθμίζεται από τα Άρθρα 27-30 του Νόμου. Σύμφωνα με το Άρθρο 27
(1)του Κεφ. 262, κάθε αντάλλαγμα που θα ήταν ικανοποιητικό δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου, θεωρείται καλό αντάλλαγμα και στην περίπτωση συναλλαγματικής ή επιταγής. Σύμφωνα με το Άρθρο 27
(2)του Νόμου, ο κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως κάτοχος για αξία και δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την ύπαρξη αντιπαροχής [[xii]]. Λόγω του τεκμηρίου που δημιουργείται, το βάρος απόδειξης για την έλλειψη αντιπαροχής μετατίθεται στο πρόσωπο που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής (βλ. Ρωμανού ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991). [[xiii]]». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 20. Στην υπόθεση Νικόλας Τσίκκος ν Ελένης Σταυρινού
(1999)1 Α.Α.Δ. 963, αναφέρθηκε ότι, ο όρος «κάτοχος επιταγής», υποδηλώνει τον νομίμως κατέχοντα την επιταγή ή τον κάτοχό της στη συνήθη πορεία των πραγμάτων [[xiv]]. Η έννοια του κατόχου επιταγής κατά προσήκοντα τρόπο, επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με περισσότερο λεπτομέρεια, στην υπόθεση Vasos Charalambides Ltd v Πάμπος Ψαρά
(2000)1 Α.Α.Δ. 849: «Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος της για αξία (άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262). Δηλαδή κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (ή επιταγής), θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο. Το βάρος απόδειξης μετατίθεται αν αποδειχθεί ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία, εκτός αν, και μέχρις ότου, ο κάτοχος αποδείξει ότι εν συνεχεία του κατ΄ ισχυρισμόν δόλου και παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική (άρθρο 30
(2)). Το τεκμήριο που δημιουργείται μεταθέτει στους ώμους των εναγομένων το βάρος απόδειξης (Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Georghiades v. Antoniou and Another
(1984)1 C.L.R. 155 και Patsalides v. Afsharian
(1965)1 C.L.R. 134. Βλέπε επίσης Papaellina v. EPCO (Cyprus) Ltd
(1967)1 C.L.R. 338). "Κάτοχος", σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262, είναι ο δικαιούχος ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου έγινε η οπισθογράφηση της συναλλαγματικής ή του γραμματίου που έχει στην κατοχή του, ή ο κομιστής. "Κομιστής", σύμφωνα με το ίδιο άρθρο είναι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο που είναι πληρωτέο στον κομιστή. Ο ενάγων απαλλάσσεται του βάρους να αποδείξει ότι είναι κάτοχος της επιταγής, αν στην υπεράσπιση γίνει από τον εναγόμενο σχετική παραδοχή. Το τεκμήριο του άρθρου 30
(2)δεν απαλλάσσει τον ενάγοντα από την υποχρέωση να αποδείξει ότι είναι κάτοχος της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 21. Στην υπόθεση D. & G. Products Ltd v Πάμπου άλλως Χαράλαμπου Αναστασίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1400, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στο σύγγραμμα Byles, Bills of Exchange, 26η έκδοση, ανέφερε τα εξής σε ότι αφορά το ζήτημα της έκδοσης, παράδοσης και κατοχής συναλλαγματικής ή επιταγής: «Η γένεση αξιογράφου συμπίπτει με την πρώτη του παράδοση στο δικαιούχο. Η λέξη issue (έκδοση) στο άρθρ. 2 σημαίνει "the first delivery of a bill or note, complete in form to a person who takes it as a holder" (την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος). Ορίζεται και η λέξη "delivery" (παράδοση). Σημαίνει "μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή, από ένα πρόσωπο σε άλλο". Ο όρος issue δεν έχει την έννοια που του απέδωσε ο κ. Παπαθεοδώρου ότι αρκεί η παράδοση χωρίς υπογραφή του εκδότη. Η φράση "complete in form" δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά. Αλλά υπάρχουν και άλλες πρόνοιες π.χ. άρθρ. 21
(3): "Where a bill is no longer in the possession of a party who has signed it as drawer, acceptor or indorser, a valid and unconditional delivery by him is presumed until the contrary is proved."» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). [Δ]. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
- Η μαρτυρία που η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο δια του ΜΕ, εκτιμάται, από απόψεως ποιότητας, ότι σύγκειται από αρκετά από εκείνα τα στοιχεία που δικαιολογούν το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή για να καταλήξει με ασφάλεια στα ευρήματα του κατά την αξιολόγηση της. Η εντύπωση μου για τον ΜΕ, από την παρουσία του στο ειδώλιο του μάρτυρα, είναι θετική. Οι αντιδράσεις του, καθ' όλη την διάρκεια της εξέτασης του, και ειδικότερα κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, ήταν πολύ φυσιολογικές, απαντούσε στα διάφορα ερωτήματα χωρίς δισταγμό, με αμεσότητα και απλότητα. Η εντύπωση που μου έχει δημιουργηθεί, είναι ότι, ο ΜΕ, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου τα όσα πραγματικά γνώριζε και θυμόταν για τα ζητήματα για τα οποία εξετάστηκε και τα διαδραματισθέντα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση και κατά τον τρόπο που αντιλαμβανόταν, χωρίς διάθεση να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δεν εντοπίζονται στην μαρτυρία του, ουσιαστικές αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά στην αντίληψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας του. Θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής και με έπεισε ως προς αυτό, ενώ οι τοποθετήσεις του για την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν αυτή την υπόθεση, εκτός του ότι συνάδουν με την δικογραφία της Ενάγουσας, είναι και λογικές. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του στο σύνολο της προς εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για την κατάληξη μου που ακολουθεί.
- Η Εναγομένη 1, δεν με έπεισε για την φιλαλήθεια των ισχυρισμών της. Κατά την εξέλιξη της δίκης, παρατήρησα πως η υπόθεση των Εναγομένων μεταμορφωνόταν, τελικώς ως διαπιστώνω, σε μία προσπάθεια να απεκδυθούν των υποχρεώσεων τους έναντι της Ενάγουσας. Διάφορες ήταν οι θέσεις που υπεβλήθηκαν στον ΜΕ κατά την αντεξέταση του, ως προκύπτει, σε μία προσπάθεια να προκαλέσουν σύγχυση και να αποπροσανατολίσουν από τα πραγματικά γεγονότα. Σε αυτές, η στάσης του ΜΕ εκτιμάται ως απολύτως σταθερή, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας του, και έχει συντείνει και στο να εκτιμηθεί θετικά η μαρτυρία του. Αντιθέτως, πλήττουν την αξιοπιστία των θέσεων που η Εναγομένη 1 εν συνεχεία παρουσίασε με την κατάθεση της στο Δικαστήριο. Κάποιες από αυτές τις διακυμάνσεις στην υπόθεση των Εναγομένων, που συντέλεσαν στο προαναφερόμενο συμπέρασμα μου, ως διαφάνηκαν μέσα από την αντεξέταση του ΜΕ, συσχετιζόμενες με την μαρτυρία της Εναγομένης 1, ήταν: η αμφισβήτηση της οντότητας της Ενάγουσας, όταν εν συνεχεία το γεγονός αυτό έγινε παραδεκτό και η Εναγομένη 1 κατά την μαρτυρία της αποδέχθηκε ότι ήταν το πρόσωπο με το οποίο συνεργαζόταν•, η προσπάθεια να αμφισβητηθεί η συναλλαγή της Ενάγουσας με τους Εναγομένους και να υπάρξει η εισήγησης ότι αυτή η Αγωγή θα έπρεπε να είχε εγερθεί εναντίον κάποιας εταιρείας MosPrestige των Εναγομένων, χωρίς να αποτελεί ισχυρισμό των Εναγομένων στην έκθεση υπεράσπισης τους, και όταν εν συνεχεία η Εναγομένη 1 κατά την εξέταση της αποδέχθηκε (τουλάχιστον σε ότι αφορά την ίδια) ότι η συνεργασία με την Ενάγουσα ήταν προσωπική και όχι με την εν λόγω εταιρεία, η οποία σε κατοπινό στάδιο συστήθηκε,• η προσπάθεια αμφισβήτησης από πλευράς Εναγομένων ότι υπήρξε αντάλλαγμα για τις επίδικες επιταγές, - ήτοι ότι όντως πωλήθηκαν εμπορεύματα από την Ενάγουσα προς τους Εναγομένους, ή ότι αυτές οι αγορές τιμολογήθηκαν από την Ενάγουσα και σχετικά τιμολόγια παραδόθηκαν στους Εναγομένους -, όταν τα τιμολόγια που ο ΜΕ παρουσίασε στο Δικαστήριο εις ανταπόκριση των σχετικών ερωτήσεων της υπεράσπισης, η Εναγομένη 1 κατά την αντεξέταση της τα αποδέχθηκε, δηλαδή ότι ήταν σε σχέση με αυτά που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές•, η προσπάθεια απεμπλοκής του Εναγομένου 2, δια του ισχυρισμού της Εναγομένης 1 ότι μόνον αυτή συναλλασσόταν με την Ενάγουσα και ότι αυτή εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, όταν σε αυτές υπάρχει μία ευδιάκριτη δεύτερη υπογραφή που δεν έχει αμφισβητηθεί ότι είναι του Εναγομένου 2•, η προσπάθεια αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του ΜΕ ότι οι επιταγές δεν τιμήθηκαν (μάλιστα υποβλήθηκε και η θέσης ότι δεν αληθεύει ο ισχυρισμός ότι δεν τιμήθηκαν λόγω εντολής μη πληρωμής), όταν η Εναγομένη 1 παραδέχθηκε στην συνέχεια ότι αυτές δεν τιμήθηκαν, ισχυριζόμενη ότι πληρώθηκε η Ενάγουσα για αυτές από αυτήν σε μετρητά, μόλις ο ΜΕ την είχε πληροφορήσει για του γεγονότος. Όλα τα προαναφερόμενα, σίγουρα δημιουργούν μία αβεβαιότητα γύρω από τους ισχυρισμούς και θέσεις των Εναγομένων. Άλλωστε, δεν βρίσκω καμία λογική η Εναγομένη 1, που αποδέχεται ότι είχε πληροφορηθεί (από τον ΜΕ1) ότι οι επιταγές δεν τιμήθηκαν από την τράπεζα της, ότι ο λόγος ήταν εντολή να μην πληρωθούν (δική των Εναγομένων δηλαδή), όμως αυτή (παρά την εντολή για να μην πληρωθούν), αμέσως αφού ενημερώθηκε από τον ΜΕ για το γεγονός, έσπευσε και εξόφλησε (έστω και σταδιακά) το ποσό που αυτές αφορούν με μετρητά. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της Εναγομένης 1 προς τον σκοπό εξαγωγής των συμπερασμάτων μου.
- Με δεδομένο, ότι, οι Εναγόμενοι, προς υποστήριξη της υπόθεσης τους, παρουσίασαν στο Δικαστήριο μαρτυρία που έχει απορριφτεί ως αναξιόπιστη, βάσει των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων και της μαρτυρίας του ΜΕ, την οποία έχω αποδεχθεί, προβαίνω σε όλα τα σχετικά με τα επίδικα γεγονότα ευρήματα μου, που είναι προσδιοριστικά της ακόλουθης κατάληξης μου.
- Τα ευρήματα μου: i. Περί το τέλος του έτους 2008 ή αρχές του έτους 2009, η Ενάγουσα προσήλθε σε συμφωνίες με τους Εναγομένους για την πώληση σε αυτούς εμπορευμάτων της εμπορίας της, έναντι ανταλλάγματος που είχε για την κάθε περίπτωση συμφωνηθεί, ως εμφαίνεται στα τιμολόγια Τεκμήρια ΙΟ5.1, ΙΟ5.2, ΙΟ5.3, ΙΟ5.4, ΙΟ5.5 και ΙΟ5.
- Τα εμπορεύματα παραδόθηκαν από την Ενάγουσα και παραλήφθηκαν από τους Εναγομένους στην ίδια προαναφερόμενη περίοδο. ii. Οι Εναγόμενοι, προς πληρωμή των προαναφερόμενων προϊόντων, κατά την 28/01/2009, εξέδωσαν (υπογράφοντας και οι δύο για την έκδοση των υπογραφών) και παρέδωσαν (δια της Εναγομένης 1) στον ΜΕ, που ενεργούσε για λογαριασμό της Ενάγουσας, τις επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας: (α) υπ' αρ. 97265397 για ποσό €.800,00, πληρωτέα την 28/01/2009 (Τεκμήριο ΙΟ1). (β) υπ' αρ. 97265399 για ποσό €.807,44, πληρωτέα την 30/01/2009 (Τεκμήριο ΙΟ2). (γ) υπ' αρ. 97265400 για ποσό €.179,30, πληρωτέα την 31/01/2009 (Τεκμήριο ΙΟ3). iii. Η επιταγές, Τεκμήρια ΙΟ1 έως ΙΟ3, εξεδόθησαν απλώς πληρωτέες στον κομιστή, δηλαδή, χωρίς να οριστεί ειδικά ως ο κομιστής των επιταγών η Ενάγουσα και ήταν διαπραγματεύσιμες. iv. Η Ενάγουσα, παρέδωσε τις επιταγές, Τεκμήρια ΙΟ1 έως ΙΟ3, που ήταν ως έχει προαναφερθεί, συναλλαγματικές πληρωτέες στον κομιστή, σε κάποια κα Ειρήνη Πιλαβίδου, προς πληρωμή του υιού της, που ήταν υπάλληλος της Ενάγουσας, για οφειλόμενα της προς αυτόν, οπόταν και η Ενάγουσα έχασε, σε ότι αφορά αυτές, τον τίτλο της, αφού πλέον αυτές δεν ήταν στην κατοχή της. v. Κάτοχος των εν λόγω επιταγών, παρέμενε η εν λόγω κα Ειρήνη Πιλαβίδου. vi. Η εν λόγω κα Ειρήνη Πιλαβίδου, συμπλήρωσε τις επιταγές διά της αναγραφής του ονόματός της ως δικαιούχου και την 12/06/2009 τις παρουσίασε για πληρωμή στην Ελληνική Τράπεζα, αλλά οι επιταγές δεν τιμήθηκαν, καθότι οι Εναγόμενοι µε ενέργειες τους σταμάτησαν την πληρωμή τους. Εν όψει τούτου, η εν λόγω κα Ειρήνη Πιλαβίδου, κάτοχος των επιταγών εν ευθέτω χρόνω, εφόσον αποτάθηκε στην Ενάγουσα την 13/06/2009 και η Ενάγουσα εξόφλησε την σχετική οφειλή της προς τον υιό της, επέστρεψε τις εν λόγω επιταγές στην Ενάγουσα. vii. Οι Εναγόμενοι, παρά το γεγονός ότι προκάλεσαν την μη πληρωμή των επιταγών και ως εκ τούτου γνώριζαν για αυτό, αλλά είχαν πληροφορηθεί για αυτό και από τον ΜΕ μετά την 13/06/2009, δεν κατέβαλαν στην Ενάγουσα κανένα ποσό έναντι του οφειλόμενου από αυτούς προς την Ενάγουσα ποσού των €1.786,74 για τις προαναφερόμενες επιταγές, Τεκμήρια ΙΟ1 έως ΙΟ3, ή για τα εμπορεύματα που τους πωλήθηκαν και παραδόθηκαν από την Ενάγουσα και αντιστοιχούν στο ποσό αυτό, βάσει των τιμολογίων, Τεκμήρια ΙΟ5.1, ΙΟ5.2, ΙΟ5.3, ΙΟ5.4, ΙΟ5.5 και ΙΟ5.7, το οποίο και συνεχίζουν να της το οφείλουν. viii. Καταλήγω συνεπώς ότι η Ενάγουσα δικαιούται στις απαιτήσεις της και επί των δύο βάσεων που αυτή στηρίχτηκε.
- Εγερθέντα ζητήματα:
- Οι Εναγόμενοι, ισχυρίστηκαν ότι, η Ενάγουσα, δεν είχε το δικαίωμα να προβάλει αξίωση εναντίον των Εναγομένων στην βάση των επίδικων επιταγών, καθότι, κατά νόμο, η Ενάγουσα δεν είναι η κάτοχος των επιταγών. Έχω εξετάσει το ζήτημα και από τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω ότι, η Ενάγουσα, ως η πραγματικά κάτοχος των επίδικων επιταγών, αποκτά τίτλο σε αυτές, που της θεμελιώνει το αγώγιμο της δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων στην βάση αυτών, από την κάτοχο των επιταγών εν ευθέτω χρόνω και Ειρήνη Πιλαβίδου, στην βάση των προνοιών των Άρθρων 29 και 47 του Κεφ. 262 και του σκεπτικού του αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Jade International Steel Stahl und Eisen GmbH & Co. KG v Robert Nicholas (Steels) Ltd [1978] 3 W.L.R. 39 που βασίστηκε στις πρόνοιες του Section 29
(3)του Bills of Exchange Act 1882 [[xv]] που είναι ανάλογο σε πρόνοιες με το Άρθρο 29 του Κεφ. 262. 28. Το Άρθρο 29 του Κεφ. 262, σημειώνεται, προνοεί: «
(1)Νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, με τους πιο κάτω όρους, δηλαδή- (α) Ότι έγινε κάτοχος αυτής προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη και χωρίς ειδοποίηση ότι προηγουμένως δεν τιμήθηκε, αν τέτοια ήταν η περίπτωση~ (β) ότι αυτός έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή.
(2)Ειδικότερα ο τίτλος προσώπου ο οποίος μεταβιβάζει συναλλαγματική είναι ελαττωματικός εντός της έννοιας του Νόμου αυτού όταν αυτός έλαβε τη συναλλαγματική ή την αποδοχή αυτής, με δόλο, εξαναγκασμό, ή βία και φόβο, ή με άλλα παράνομα μέσα ή για παράνομη αντιπαροχή, ή όταν μεταβιβάζει αυτήν με κατάχρηση εμπιστοσύνης ή υπό τέτοιες συνθήκες οι οποίες ισοδυναμούν με δόλο.
(3)Κάτοχος (είτε για αξία ή όχι) ο οποίος αντλεί τον τίτλο του στη συναλλαγματική μέσω κατόχου κατά προσήκοντα τρόπο, και ο οποίος συνέβαλε ο ίδιος σε οποιοδήποτε δόλο ή παρανομία που επηρεάζει αυτή, έχει όλα τα δικαιώματα του κατόχου αυτού κατά προσήκοντα τρόπο σε σχέση προς τον αποδέκτη και προς όλα τα μέρη της συναλλαγματικής πριν από τον κάτοχο αυτό.». 29. Στην υπόθεση Jade International Steel Stahl und Eisen GmbH & Co. KG v Robert Nicholas (Steels) Ltd [1978] 3 W.L.R. 39 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά από το αγγλικό Εφετείο: «Geoffrey Lane L. J.: What happened as a matter of historical sequence in this case was as follows: the drawers, it being a 120 day bill, in the normal way discounted the bill and transferred the title to the Sparkasse, a German bank, and with it went all the rights to sue. One reads section 31
(1)and
(4)to see the rights the Sparkasse got in those circumstances. They gave value for the bill and were holders in due course and could accordingly sue on the bill if they wished. They in their turn discounted the bill to the Deutsche Bundesbank, and the Deutsche Bundesbank in turn apparently discounted the bill to the Midland Bank. That bank then presented the bill for acceptance. It was duly accepted. It was presented for payment after the 120 days had elapsed and as I have already said it was dishonoured at that stage. The Midland Bank, it having been discounted to them, and assuming it was so discounted as it seems to have been, were holders in due course, and when it arrived to them there was no further transfer. If one looks at the reverse side of the bill one sees that the Midland Bank simply opened the indorsement; then it was passed back down the line inoculated, so to speak, with the title of the Midland Bank. The intermediate bankers had given value for the bill and that made them holders in due course, which gave them under the sections to which I have already drawn attention rights against the acceptors. So the bill goes back through the Deutsche Bundesbank to the Sparkasse; Sparkasse debited the plaintiffs' current account, and, Mr. Saloman submits, thereby they give value for the bill, although plainly on the terms of section 29
(3), which I have already read, it does not matter whether they gave value or not, it does not affect their situation as holders. Consequently, although they are not holders in due course, because they have notice of dishonour at that stage, the plaintiffs are holders, with all the rights of holders; and those rights are expressed to be all the rights of the holder in due course from whom the title has been derived and all parties to the bill prior to that holder, according to the terms of section 29
(3). In his reply to those submissions Mr. Bowsher, if I may say so respectfully, shifted his ground somewhat, because instead of relying simply, as he had done in his opening address, upon the position of the plaintiffs as drawers, he drew attention to the fact, correctly, that not only were the plaintiffs drawers, but they were also payees of the bill; and as payees they were, under the definition section 2 which I have already read, holders of the bill. Consequently he suggests that at the very lowest the plaintiffs were holders in two capacities. First of all holders as drawers/payees, and secondly holders because they were the holders from the Sparkasse, who were themselves holders in due course; and he submits that in those circumstances they should certainly be given the rights which either of those two capacities confers upon them, since, he says, the capacity of drawer/payee makes them immediate parties to the bill, and since immediate parties do have a right to have the discretion situation examined they should be given that right. I respectfully disagree with that conclusion. It seems to me that once the drawers/payees (the plaintiffs in this case) have discounted the bill to the Sparkasse (Sparkasse then becoming the holders in due course), they lose the capacity which they had as immediate parties to the bill as drawers. Then when in the effluxion of time they once again become holders of the bill in the way that I have described, it is in that new fresh capacity of holders via the Sparkasse and the other bank that their situation must be judged. It is unreal as I see it to regard them as having a dual capacity. Indeed, it is something of a logical difficulty to see how they could. I repeat, when they discounted the bill they lost the benefit of their original capacity, and the guise under which they held it on the second occasion becomes the dominating guise for the purpose of deciding whether or not the judge was in a position to consider the question of discretion. Although Donaldson J., a judge of enormous experience in these matters, did not put the matter quite in that way it seems to me that that was what he in fact meant. .. Cumming-Bruce L. J.: This bill was originally drawn, accepted and then held by the plaintiffs as drawers and payees. Thereafter it was negotiated by them to the Sparkasse Bank, and the indorsements on the back of the bill show its further history of negotiation. When the Midland Bank were the holders, as holders in due course, the bill was dishonoured. Then it started its journey backwards, pursuant to section 47 of the Bills of Exchange Act 1882, which provides that on dishonour by non-payment an immediate right of recourse against the drawer and indorser accrues to the holder. It was pursuant to that right of recourse that when the bill reached Sparkasse Bank for the second time, having a right of recourse against the drawer they debited the drawer's account and thereafter delivered the bill to the drawer to take such action as he thought fit. So the short point which is raised as the first point on this appeal is whether in those circumstances the drawer/payee to whom the bill was delivered pursuant to the Midland Bank or Sparkasse's right of recourse is properly to be regarded as a holder who derives his title to the bill through a holder in due course, within the meaning of section 29
(3)of the Act. The submission of Mr. Bowsher is that when the plaintiffs recovered the bill pursuant to the Sparkasse Bank's right of recourse they did not thereby derive their title to the bill through the Sparkasse Bank, or through any of the other indorsers, but that it came back to them in their initial capacity as drawer pursuant to their liability as drawer under section 47
(2)of the Act. Thus, he submits, that whether or not it is right within the meaning of the subsection to regard the plaintiffs at that stage as holders they were not holders who derived their title through a holder in due course. Initially as drawers they derive title from nobody. When they negotiated the bill in the first instance they then lost their title. All that was left was their liability under section 47
(2), the liability to a right of recourse against them in their capacity as drawers. and so the submission is that the words of section 29
(3)ought to be read strictly so as to limit the meaning of the words "derive title to the bill" to those situations in which the bill is negotiated, what I would call on its way upwards, from the original drawer to indorser and subsequent indorsers. Some support for that submission is founded on the note which appears in Byles on Bills of Exchange , 23rd ed., p. 189, where the authors write: "When considering a lesser holding than that of a holder in due course and any action which may be brought by such lesser holder, the relationship between him and the defendant must be taken into account. In this respect parties to a bill may be considered as immediate or remote, the former being parties in direct relation with each other and the latter being those who are not in such relationship." No authority is cited for such proposition as may be collected from that paragraph. It is clear that the editors regarded it as limiting the rights of an immediate party who found themselves as a holder within the meaning of section 29
(3). But in the absence of any authority the persuasive value of the note must be limited to its efficacy in the light of the true construction of the section. I see the force as a matter of mercantile practice of the submission of Mr. Bowsher that there is not any good commercial reason to deprive the defendants of the contractual rights that they initially had before they discounted the bill merely because in the last stages of the story when the bill was being dishonoured it comes back into the drawer's hands pursuant to the right of recourse of a party to whom the bill has been negotiated. The question which in the absence of authority I do not find perfectly straightforward is whether it can be right to place a restricted meaning on the apparently clear words of the subsection so as to exclude these plaintiffs from a capacity which at first sight they have, namely, a holder deriving title to the bill from a holder in due course; and faced with the words of the statute I am persuaded that there is not sufficient reason shown for placing upon those words the restricted meaning for which he contends. . Stephenson L. J.: It seems clear from the note of Donaldson J.'s judgment which Geoffrey Lane L.J. has read that the judge in his great experience rejected any argument of that kind and must have held that the plaintiffs' title to this bill was a derivative title; and I cannot resist the conclusion that whether or not he had reread to himself section 29
(3)he was in fact applying that subsection and finding that the plaintiffs as a holder of this bill derived their title to it through the holders in due course, that is to say one or other of these banks.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Ε]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί: Α. Η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €1.786,74, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού ετησίως, από την ημερομηνία καταχώρισης αυτής της Αγωγής την 03/04/2012, μέχρι εξόφλησης.
- Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα εξόδων €500 - €2.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/
- [ii] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212. [iii] Βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974. [iv] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ
- [v] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/
- [vi] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [vii] Βλ. Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016. [viii] Βλ. Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Αθανασίου κ. α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co Ltd v Κατωμονιάτη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ. α. ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. [ix] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [x] Βλ. την υπόθεση Κλείτος Χριστοδούλου ν Πανίκος Μιχαιλίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2058, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Νικήτα, ανέφερε τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση δεν ισχύει η αρχή του απρόβλητου των ενστάσεων ή υπερασπίσεων που στηρίζονται σε ορισμένες διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.
- Έτσι, όπως αναφέρουν οι Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, στη σελ. 973: "The rights under a bill or note may be affected by an agreement in writing made at the same time and between the same parties, and directly with respect to it." Ακόμη και στην περίπτωση που γίνεται δεκτό ότι υπάρχει ταυτόχρονη προφορική συμφωνία δεν επηρεάζει ούτε μεταρρυθμίζει τη γραπτή συμφωνία. Στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι: "Α contemporary oral agreement cannot vary the rights of the parties as shown on the instrument (Hoare v. Graham [1811] 3 Camp. 57)." Συμφωνούμε με τις παραπάνω διαπιστώσεις του δικαστηρίου όπως και με την ερμηνευτική προσέγγιση που αφορά το τεκμ.
- Η κακότεχνη εκτέλεση της εργασίας, που ανέλαβε η εταιρεία, δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής. Ούτε με το τεκμ. 2 συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο. Η μαρτυρία του εφεσείοντα απορρίφθηκε γιατί προσκρούει στο περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας. Ίσως να υπήρχε δυνατότητα προβολής του θέματος ως αιτίας αγωγής, αλλά αυτή έπρεπε να πάρει άλλη μορφή. Έπρεπε να υπάρχουν δικονομικά οι εκατέρωθεν προτάσεις, που θα επέτρεπαν την εκδίκαση του θέματος, πράγμα που δεν έγινε. Η στενότητα της βάσης της αγωγής από τη μια και η συμφωνία, τεκμ. 2, που ήταν απόλυτα συνυφασμένη με την επιταγή από την άλλη δεν παρείχαν περιθώρια για πλήρη αξιολόγηση όλης της μαρτυρίας για τους λόγους που περιέχει η εκκαλούμενη απόφαση. Τέτοια ενέργεια θα ήταν όχι μόνο περιττή, αλλά θα αντιστρατευόταν τη γραπτή συμφωνία. Είναι γιαυτό που ο Byles on Bills of Exchange, 24η έκδοση, προειδοποιεί πως είναι ασφαλέστερο να ενώνονται στο ίδιο δικόγραφο όλες οι απαιτήσεις που πηγάζουν από την ίδια αιτία. Στη σελ. 315 αναφέρει: "The safer course, where the action is between immediate parties, and there is any doubt as to the validity of the bill or the right of recovering upon it as such, is to sue upon both, as might have been done formerly. Though the forms of statement of claim in actions on bills in Appendix C, section 4, to the Rules of the Supreme Court do not include a form of statement of claim based on the consideration, yet a claim on the consideration as a substantive ground of claim is recognised by Order 18, rule 7
(3). Hence, where the action is between immediate parties, there is no reason why a claim on the consideration should not be joined with a claim on the bill."». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xi] Ως αναφέρθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση D. & G. Products Ltd v Πάμπου άλλως Χαράλαμπου Αναστασίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1400, «πληρωμή οφειλής με επιταγή, έστω και αν ο δανειστής αναγνώρισε πως αυτή λήφθηκε προς πλήρη διακανονισμό, αποτελεί πληρωμή υπό αίρεση και η οφειλή αναβιώνει αν δεν εξοφληθεί.». Βλ. επίσης Oleksandr Sotnyk v Του σκάφους "M/V Kimberly" (AΡ. 2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1234. [xii] Σε ότι αφορά το ζήτημα του κατόχου επιταγής για αξία και το δικαίωμα αυτού να εγείρει αγωγή εναντίον του εκδότη της όταν αυτή παρά την δέουσα παρουσίαση της για πληρωμή δεν τιμηθεί, βλέπε επίσης την υπόθεση Ηλίας Τσιακλίδης ν Σταύρου Σιανού
(2008)1 Α.Α.Δ. 296 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Κραμβή, εν προκειμένω ανέφερε τα εξής: «Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι ο εφεσείων και ο εφεσίβλητος δεν είχαν μεταξύ τους οποιαδήποτε συναλλαγή που αφορούσε αμέσως ή εμμέσως την επίδικη επιταγή. Ωστόσο, ο εφεσείων δεν απαλλάσσεται της ευθύνης για πληρωμή της επιταγής. Από τη στιγμή που δόθηκε αξία στην επιταγή και αυτή περιήλθε νομίμως στην κατοχή του εφεσίβλητου από τον Ευαγγέλου, ο εφεσίβλητος κατέστη κάτοχος της επιταγής για αξία (holder for value) με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 27 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 και υπό αυτή την ιδιότητα, είχε εκ του νόμου εξουσία να συμπληρώσει την επιταγή διά της αναγραφής του ονόματός του ως δικαιούχου (payee) και να την παρουσιάσει για πληρωμή. Η σχετική εξουσία συμπλήρωσης της επιταγής, κάτω από ανάλογες περιστάσεις, παρέχεται στον κάτοχο της επιταγής δυνάμει του Άρθρου 20 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262. Βλ. επίσης Halsbury´s Laws of England, 3η έκδ., τόμος 3, παρ. 245. Το πρωτόδικο δικαστήριο, κατόπιν ορθής αξιολόγησης της μαρτυρίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος, ενεργώντας καλόπιστα, κατέστη κάτοχος για αξία της επιταγής. Ο εφεσίβλητος, ως ο κάτοχος της επιταγής είχε τα εκ του νόμου (Άρθρο 38 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262) δικαιώματα, ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του εναντίον του εκδότη.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νικόλας Τσίκκος ν Ελένης Σταυρινού
(1999)1 Α.Α.Δ. 963, όπου δια του έντιμου, Π. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Γ. Μ. Πική, επεξηγήθηκε ότι, η ιδιότητα του καλόπιστου κατόχου της επιταγής, ταυτίζεται με την επίδειξη καλής πίστης και την παροχή ανταλλάγματος•, και ότι, η διαπραγμάτευση της επιταγής, κακή τη πίστει, αποστερεί τον κάτοχο νομίμου δικαιώματος εξαργύρωσής της. [xiii] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Robust Trading C. Ltd v Γεωργιου Λεωνιδα
(1996)1 Α.Α.Δ. 304, όπου δια του δια του έντιμου, Π. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Γ. Μ. Πική, επεξηγήηθηκε ότι το μαχητό τεκμήριο για την ύπαρξη ανταλλάγματος, το οποίο εγείρεται από την υπογραφή ή την οπισθογράφηση της επιταγής (βλ. Άρθρα 30 και 33 του Κεφ. 262), μπορεί να ανατραπεί και να μετατεθεί το βάρος για την απόδειξη του ανταλλάγματος, «εφόσον καταφανεί ότι η ανάληψη της υποχρέωσης που επιμαρτυρείται από την έκδοση ή οπισθογράφηση της επιταγής προέκυψε από δόλο (fraud), εξαναγκασμό (duress) και τους άλλους λόγους που αναφέρονται στο Άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262». [xiv] Βλ. επίσης Μάριος Παπαγεωργίου ν Πληροφορική & Πολιτιστική Εταιρεία Ο "Λόγος" Λτδ κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1344. [xv] Section 29
(3)του Bills of Exchange Act 1882: «
(1)A holder in due course is a holder who has taken a bill, complete and regular on the face of it, under the following conditions; namely, (
- a)that he became the holder of it before it was overdue, and without notice that it had previously been dishonoured, if such was the fact: (
- b)that he took the bill in good faith and for value, and that at the time the bill was negotiated to him he had no notice of any defect in the title of the person who negotiated it.
(2)In particular the title of a person who negotiates a bill is defective within the meaning of this Act when he obtained the bill, or the acceptance thereof, by fraud, duress, or force and fear, or other unlawful means, or for an illegal consideration, or when he negotiates it in breach of faith, or under such circumstances as amount to a fraud.
(3)A holder (whether for value or not), who derives his title to a bill through a holder in due course, and who is not himself a party to any fraud or illegality affecting it, has all the rights of that holder in due course as regards the acceptor and all parties to the bill prior to that holder.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο