← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ ν. Αντωνάκης Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3716/2012, 26/4/2017

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ ν. Αντωνάκης Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3716/2012, 26/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3716/2012 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ Ενάγουσα -και- 1. Αντωνάκης Ανδρέου 2. Ανδρούλλα Ανδρέου Εναγομένων Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 14.5.15 26 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους 1 και 2 - αιτητές: κ. Χρ. Πουτζουρής Για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Καραμαλλή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Στις 15.5.13 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €399.923,56 με τόκο 12 % επί ποσού €387.773,32 από 2.12.12 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου πλέον έξοδα. Περαιτέρω εναντίον της εναγόμενης 2 εκδόθηκε και διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι 1 και 2 - αιτητές επιζητούν τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι υφίσταται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και ότι η δίκη δεν ήταν δίκαια. Περαιτέρω οι εναγόμενοι επιζητούν τον παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ως επίσης και τον παραμερισμό της αγωγής καθότι η ενάγουσα δεν αποτάθηκε για να εκδοθεί διάταγμα για σφράγιση του κλητηρίου αφού οι εναγόμενοι ήταν κάτοικοι εξωτερικού. 2. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.2, Δ.5, Δ.5Β, Δ.6, Δ.17 θ.3 & 10, Δ.26 θ.14, Δ.48 θ.1-9(
  2. h)και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 ο οποίος ως αναφέρει είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από την εναγόμενη 2, σύζυγο του. 3.1 Ο εναγόμενος 1 - αιτητής αναφέρει ότι η εναγόμενη 2 την 13.5.14 υπόγραψε γραπτή συμφωνία με άλλο πρόσωπο για αγορά ενός ακινήτου το οποίο όμως παρέλειψε να εκπληρώσει τους όρους της πιο πάνω συμφωνίας. Έτσι διόρισαν το δικηγορικό γραφείου του κ. Χ. Κυριακίδη για να χειριστεί την υπόθεση τους και στα πλαίσια της πιο πάνω διαφοράς έχουν εκδοθεί τρεις αποφάσεις (βλ. Τεκμ.1). Στις 18.4.08 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση που καταχωρήθηκε από μέρους του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Μετά την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου όφειλαν να πληρώσουν το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του ακινήτου και έτσι αποτάθηκαν στην ενάγουσα για να εξασφαλίσουν δάνειο. Για το πιο πάνω δάνειο έλαβαν νομική συμβουλή από τον τότε δικηγόρο τους κ. Χ. Κυριακίδη, πλην όμως αυτή ως ισχυρίζεται δεν ήταν ανεξάρτητη αφού ήταν και δικηγόρος της ενάγουσας. Ακολούθως στις 24.6.08 συμφώνησαν με την ενάγουσα όπως τους παραχωρηθεί δάνειο για το ποσό των €270.000.- για να πληρώσουν το υπόλοιπο του τιμήματος της αγοράς του ακινήτου ως επίσης και τα δικηγορικά έξοδα. Περαιτέρω οι εναγόμενοι 1 και 2 στις 2.7.08 παραχώρησαν ειδικό πληρεξούσιο με το οποίο εξουσιοδοτούσαν διαζευκτικά διάφορα πρόσωπα μεταξύ αυτών και την Κίκα Ττοφή, υπάλληλο στην δικηγορική εταιρεία Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ όπως προβούν σε συγκεκριμένες πράξεις και ειδικότερα μεταξύ άλλων όπως μεταβιβάσει το ½ μερίδιο του ακινήτου στο σύζυγο της, όπως διαγράψει υποθήκη και υπογράψει νέα υποθήκη προς όφελος της ενάγουσας (βλ.Τεκμ.3). Αναφέρει ότι η Κίκα Ττοφή είναι το πρόσωπο το οποίο προέβη στην ένορκη δήλωση ημερ. 23.4.13 για απόδειξη της υπόθεσης στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Επισημαίνεται ότι από το φάκελο της υπόθεσης το πρόσωπο που ορκίστηκε για απόδειξη της υπόθεσης ήταν η κα Σ. Δημητρίου. Η κα Κ. Ττοφή προέβη στην ένορκη δήλωση ημερ. 23.4.13 σε σχέση με την επίδοση του κλητηρίου στους εναγόμενους 1 και 2 με βάση τον κανονισμό 1393/07. 3.2 Ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι διαμένουν μόνιμα στην Αγγλία και η ενάγουσα γνώριζε εξ αρχής τη διεύθυνση τους. Ο λόγος που αναφέρεται στη συμφωνία δανείου διεύθυνση στην Κύπρο είναι διότι το ζήτησε η ίδια η ενάγουσα. Παρουσίασε στο Δικαστήριο έγγραφα (βλ.Τεκμ.5) από τα οποία καταδεικνύεται, ως ισχυρίζεται, ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι διέμεναν στην Αγγλία. Από την πιο πάνω δέσμη εγγράφων (βλ.Τεκμ.5) δεν μπορεί να εξαχθεί καθοιονδήποτε τρόπο το συμπέρασμα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, η ενάγουσα γνώριζε ότι διέμεναν στην Αγγλία. Ο εναγόμενος 1 - αιτητής, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του, παρουσίασε διάφορα έγγραφα τα οποία ως ισχυρίζεται καταδεικνύουν ότι διέμεναν στο εξωτερικό κάτι το οποίο γνώριζε η ενάγουσα (βλ.Τεκμ.23, 23Α, 24, 25, 26). 3.3 Επισημαίνει ότι στις 12.11.12 ο δικηγόρος κ. Μ. Κυριακίδης με ηλεκτρονικό μήνυμα ζητούσε όπως επικοινωνήσουν μαζί του (βλ.Τεκμ.6). Έτσι στις 26.11.12 του απάντησε αποστέλλοντας του ηλεκτρονικό μήνυμα (βλ.Τεκμ.7) και στη συνέχεια σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 ότι υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις στο δάνειο και ο ίδιος βρισκόταν σε δύσκολη θέση πλην όμως θα μπορούσε να μεσολαβήσει για επίλυση του προβλήματος. Αναφέρει ότι δεν τον πληροφόρησε για την καταχώριση της αγωγής. Ο εναγόμενος 1 με ηλεκτρονικό μήνυμα του ημερ. 4.12.12 τον πληροφορούσε ότι θα βρισκόταν στην Κύπρο αρχές του νέου έτους και θα διευθετούσε την υπόθεση με την τράπεζα (βλ.Τεκμ.8). Ο δικηγόρος κ. Μ. Κυριακίδης στις 10.12.12 τον πληροφορούσε ότι θα άφηνε το ζήτημα μέχρι τον Ιανουάριο του 2013 για να τους δώσει αρκετό χρόνο για να συζητήσουν με την τράπεζα και να βρουν μια λύση και ότι στο μεταξύ θα διευθετούσε να τους έστελλε τα έγγραφα σχετικά με την απαίτηση (βλ.Τεκμ.9). 3.4 Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι στις 7.11.13 τους επιδόθηκαν διάφορα έγγραφα, αφού προηγουμένως εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Όταν τα παρέλαβαν δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα αφού ήταν με την εντύπωση ότι τα χειριζόταν ο τότε δικηγόρος τους και θα προστάτευε τα συμφέροντα τους. Αναφέρει ότι ουδέποτε τους πληροφόρησε είτε προφορικά είτε γραπτά ότι δεν θα τους εκπροσωπήσει. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν καταχώρισαν εμφάνιση, στις 15.5.13 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω (βλ.Τεκμ.10). Επισημαίνει ότι δεν είχαν πρόθεση να αδιαφορήσουν για την υπόθεση τους εάν ο τότε δικηγόρος τους, τους δήλωνε ότι δεν θα μπορούσε να τους εκπροσωπήσει. 3.5 Ο εναγόμενος 1 - αιτητής αναφέρει ότι έλαβαν γνώση για πρώτη φορά για την έκδοση απόφασης εναντίον τους τον Φεβρουάριο του 2015 όταν η ενάγουσα τους επέδωσε έγγραφα Αγγλικών δικαστηρίων για επιβάρυνση της οικογενειακής τους κατοικίας στην Αγγλία με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης (βλ.Τεκμ.11). Επισημαίνει ότι το υποθηκευμένο ακίνητο έχει αρκετή αξία για να καλύψει το εξ αποφάσεως χρέος του (βλ.Τεκμ.12). Η καθυστέρηση που υπήρξε από την ημερομηνία που έλαβε γνώση των δικαστικών διαδικασιών ήταν αναγκαία λόγω του ότι ζει και εργάζεται σε μια άλλη χώρα και θα έπρεπε να κάνει διευθετήσεις για να έρθει στην Κύπρο να διορίσει δικηγόρο. Επίσης δυσκολεύτηκε να εντοπίσει δικηγόρο για την παρούσα υπόθεση καθότι δεν αναλάμβαναν επειδή απέδιδε ευθύνες στον τότε δικηγόρο του. 3.6 Αναφέρει ότι μετά από έρευνα του φακέλου της υπόθεσης αλλά και από τα έγγραφα που τους επιδόθηκαν την 7.3.13 εντόπισαν συμπληρωματική συμφωνία στην οποία φέρεται να υπέγραψε τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του την 16.7.09. Κατ΄ αρχήν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ότι δεν θυμούνται να υπέγραψαν τέτοια συμφωνία αφού κατά την εν λόγω περίοδο δεν βρίσκονταν στην Κύπρο. Περαιτέρω επεξηγεί ότι δεν θα υπέγραφαν τέτοια συμφωνία εφόσον το επιτόκιο Euribor 6 μηνών μειωνόταν συνεχώς και ήταν προς όφελος τους. Σε μεταγενέστερο στάδιο της ένορκης δήλωσης επισημαίνει ότι δεν αναγνωρίζει τις υπογραφές τους στην πιο πάνω συμπληρωματική συμφωνία. Παρουσίασε στο Δικαστήριο έκθεση του γραφολόγου κ. Μ. Μαρκίδη (βλ.Τεκμ.27) ο οποίος δηλώνει ότι στις 21.10.15 έλαβε εντολή όπως διενεργήσει γραφολογική έρευνα σε σχέση με τη γνησιότητα της υπογραφής στο όνομα Αντωνάκης Ανδρέου που φαίνεται σε φωτοαντίγραφο εγγράφου ημερ. 19.6.09. Έτσι στις 23.10.15 προέβηκε σε επιθεώρηση του πιο πάνω φωτοαντιγράφου και προχώρησε σε επιστημονική εξέταση της υπογραφής αφού έλαβε δείγματα υπογραφής από τον εναγόμενο 1. Στο πόρισμα του επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι ένας αντικειμενικός δικαστικός γραφολόγος για να είναι σε θέση να εκφέρει ασφαλή γνώμη σχετικά με τη γνησιότητα ή την πλαστότητα ενός εγγράφου θα πρέπει να εξετάζει το πρωτότυπο έγγραφο. Επισημαίνει ότι η γραφολογική εξέταση ενός φωτοτυπημένου εγγράφου και η εκφορά γνώμης δεν επιτρέπεται από τους κανόνες της δικαστικής γραφολογίας. Έτσι στην προκείμενη περίπτωση κατέληξε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο όνομα Αντωνάκης Ανδρέου που φαίνεται στο πιο πάνω έγγραφο δεν προσφέρεται για γραφολογική σύγκριση με τα δείγματα υπογραφής του εναγόμενου 1 και την εκφορά ασφαλούς γνώμης. Στην έκθεση αναφέρει ότι θα είναι σε θέση να εκφέρει ασφαλή γνώμη όταν κληθεί να εξετάσει το πρωτότυπο έγγραφο στο οποίο θα υπάρχει πρωτότυπη αμφισβητούμενη υπογραφή. 3.7 Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 - αιτητής ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να χρεώνει το δάνειο με ποσοστό επιτοκίου 12% όπως φαίνεται και από τα τεκμήρια που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης. 3.8 Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ότι η επίδοση της αγωγής και της σχετικής αίτησης είναι κακή εφόσον δεν πληρούνται τα κριτήρια του σχετικού κανονισμού πλην όμως στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών αναγνώρισε ότι οι επιδόσεις ήταν καλές. 3.9 Ο εναγόμενος 1 - αιτητής προβάλλει ότι έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα τους για δίκαια δίκη λόγω του χειρισμού της υπόθεσης τους από το δικηγόρο της ενάγουσας που τότε ήταν δικηγόρος τους και όφειλε να μην είχε αντιπροσωπεύσει την ενάγουσα. Επίσης όφειλε κατ΄ ελάχιστον να τους είχε προειδοποιήσει για την πιθανή έκδοση απόφασης εναντίον τους σε περίπτωση που δεν διόριζαν άλλο δικηγόρο. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι δικηγόροι της ενάγουσας στην Αγγλία απαίτησαν εκβιαστικά όπως αποσύρουν τους ισχυρισμούς τους για σύγκρουση συμφερόντων πράγμα το οποίο δεν αποδέχτηκαν (βλ.Τεκμ.28). 4. Η ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλει ότι, (α) δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, (β) η αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης και (γ) δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 5. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κου Μ. Σωφρονίου ο οποίος απορρίπτει στην ολότητα τους ουσιώδεις ισχυρισμούς. Αρνείται ότι η ενάγουσα γνώριζε εξ αρχής ότι οι εναγόμενοι διέμεναν στην Αγγλία. Επισημαίνει ότι οι ίδιοι δήλωσαν στην ενάγουσα διεύθυνση στην Δημοκρατία (βλ.Τεκμ.4) και αναφέρει ότι δεν ενημέρωσαν την ενάγουσα ότι μετοίκισαν στο εξωτερικό. Το κλητήριο ένταλμα αρχικά δόθηκε για επίδοση πλην όμως δεν επιδόθηκε καθότι δεν εντοπίστηκαν στη διεύθυνση που οι ίδιοι δήλωσαν (βλ.Τεκμ.5). Στη συνέχεια κατόπιν ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των εναγομένων με τον κ. Μ. Κυριακίδη αυτοί τον εφοδίασαν με τη διεύθυνση στην οποία θα μπορούσαν να τους διαβιβαστούν τα έγγραφα και έτσι εξασφαλίστηκε σχετικό διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Η αγωγή εν τέλει επιδόθηκε σ΄ αυτούς και οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση. Αναγνωρίζει ότι το δικηγορικό γραφείο Χάρης Κυριακίδης είχε χειριστεί εκ μέρους της εναγόμενης 2 διαφορά που είχε περί το 2004 η οποία όμως τελεσιδίκησε στις 18.4.08. Το εν λόγω γραφείο δεν αναμείχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στη σύμβαση δανείων που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων. Επισημαίνει ότι οι εναγόμενοι δεν ήταν πελάτες της Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. όταν καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και ουδέποτε αναφέρθηκε στους εναγόμενους ότι οι δικηγόροι της ενάγουσας θα τους εκπροσωπούσαν στην παρούσα υπόθεση. Σε σχέση με το πληρεξούσιο έγγραφο αναφέρει ότι αφορούσε το διορισμό προσώπων για απλή εκπροσώπηση και παρουσία στο Κτηματολόγιο σε σχέση με αποδοχή δωρεάς και εγγραφή υποθήκης προς όφελος της ενάγουσας και την εν λόγω εκπροσώπηση την ζήτησαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι. Περαιτέρω αναφέρει ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν από τον Δεκέμβριο του 2012 για την ύπαρξη της εναντίον τους απαίτησης αφού ο δικηγόρος κ. Μ. Κυριακίδης τους ζήτησε να τον εφοδιάσουν με τη διεύθυνση διαμονής τους για να φροντίσει την αποστολή των σχετικών εγγράφων και οι εναγόμενοι δεν έπραξαν οτιδήποτε για να εμφανιστούν στη διαδικασία. Πέραν δε τούτου η επίδοση στους εναγόμενους 1 και 2 έγινε στις 7.3.13 και επέδειξαν αδιαφορία η οποία ισοδυναμεί με καταφρόνηση της παρούσας διαδικασίας. Ο κ. Μ. Σωφρονίου στην ένορκη του δήλωση δηλώνει ότι οι επίδικες συμφωνίες φέρουν τις υπογραφές των εναγομένων και με βάση τις πρόνοιες αυτών δικαιολογείτο τόκος προς 12%. Επισημαίνει ότι το επίδικο δάνειο είχε λήξει από τον Ιούνιο του 2010 και ολόκληρο το ποσό είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Παρά ταύτα όμως στάληκε τόσο προειδοποιητική επιστολή ημερ. 12.7.10 καθώς και επιστολή τερματισμού ημερ. 10.9.12. 6. Στο στάδιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε ότι ενώπιον Δικαστηρίου βρίσκονται όλα εκείνα τα στοιχεία που δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επισήμανε ότι οι εναγόμενοι - αιτητές ήταν κάτοικοι εξωτερικού και η ενάγουσα δεν εξασφάλισε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και έτσι η καταχώριση της αγωγής και οι διαδικασίες που ακολούθησαν πάσχουν από ακυρότητα και δεν είναι θεραπεύσιμες. Πέραν δε τούτου η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί καθότι υπήρξε σύγκρουση συμφερόντων των δικηγόρων της ενάγουσας και έτσι οι εναγόμενοι δεν είχαν δίκαια δίκη ως επίσης αυτοί έχουν επιτύχει να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Επισήμανε ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε καθυστέρηση από μέρους τους που να δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης τους. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση η οποία εισηγήθηκε ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων από μέρους τους καθότι η υπόθεση στην οποία εκπροσωπούσαν τους εναγόμενους περατώθηκε πολύ πριν την καταχώριση της αγωγής. Επίσης οι εναγόμενοι δεν ειδοποίησαν την ενάγουσα ότι εγκατέλειψαν τη διεύθυνση που οι ίδιοι δήλωσαν στην Κύπρο και συνεπώς δεν απαιτείτο η έκδοση διατάγματος για σφράγιση του κλητηρίου. Ανέφερε δε ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και η καθυστέρηση στην υποβολή της επίδικης αίτησης προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης. Έτσι εισηγήθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. 7.1 Με βάση τη Δ.17 θ.10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το Δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι». Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά ποσό ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air ν Πούλλικα

(2005)1 Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 897: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το Δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διαδίκου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της Δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλέπε Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου v. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» (Βλ. επίσης Subine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678 και Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1(Α) ΑΑΔ 647). 7.2 Πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς o διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο Δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. (Βλ. υπόθεση Claire Morris, ανωτέρω). 7.3 Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σε αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία v. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ 1060). 7.4 Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου v. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 89: «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της Δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δίκαιας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δίκαιας δίκης .. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά το μέσο για την επίτευξη δίκαιας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δίκαιας δίκης που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντίδικου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (αρ. 2)
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1988). 7.5 Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο η αιτήτρια έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄ αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. (βλ. Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 (B) ΑΑΔ 743). 7.6 Ο εναγόμενος 1 - αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του να υπέγραψαν τη συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 16.7.09 εφόσον κατά την εν λόγω περίοδο δεν βρίσκονταν στην Κύπρο. Επισήμανε ότι δεν αναγνώρισε τις υπογραφές τους και έτσι ζήτησε από το δικηγόρο του όπως εργοδοτήσει ειδικό γραφολόγο για να εξετάσει την γνησιότητα των υπογραφών τους. Σύμφωνα με την έκθεση του εμπειρογνώμονα που διορίστηκε κ. Μ. Μαρκίδη αυτός ανέλαβε όπως διενεργήσει γραφολογική έρευνα σε σχέση με την υπογραφή στο όνομα Αντωνάκης Ανδρέου που φαίνεται σε φωτοαντίγραφο εγγράφου ημερ. 19.6.09 (βλ. Τεκμ.27). Με βάση το πόρισμα του δεν ήταν σε θέση να εκφέρει ασφαλή γνώμη ενόψει του γεγονότος ότι το έγγραφο δεν προσφέρεται για γραφολογική εξέταση ενόψει του γεγονότος ότι επρόκειτο για φωτοαντίγραφο. Η έκθεση του πιο πάνω προσώπου δεν υποστηρίζει καθοιονδήποτε τρόπο τα όσα ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται περί τούτου. Περαιτέρω ο εμπειρογνώμονας με βάση την έκθεση του δεν διαφαίνεται να εξέτασε τη γνησιότητα της υπογραφής της εναγόμενης
  1. Και κάτι ακόμη. Όπως διαφαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης το πρωτότυπο έγγραφο της συμπληρωματικής συμφωνίας ημερ. 16.7.09 βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και ειδικότερα πρόκειται για το Τεκμήριο Β που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 9.1.13 για άδεια για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου 1 - αιτητή ότι δεν αναγνωρίζει την υπογραφή τόσο του ιδίου όσο και της συζύγου του, εναγόμενης 2, είναι γενικός και αόριστος. Παρέλειψαν να προσκομίσουν στο Δικαστήριο αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας ο οποίος να αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση ότι οι υπογραφές στη συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 16.7.09 δεν τους ανήκουν. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων ώστε να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος και αόριστος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπες αποφάσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε ότι η επιδίκαση τόκου 12% δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Η συμφωνία δανείου ημερ. 11.6.08 προέβλεπε μεταξύ άλλων ότι «Το δάνειο θα χρεώνεται με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών Euribor προσαυξημένο κατά 2,500% κατά την υπογραφή της παρούσας το επιτόκιο ανέρχεται σε: Euribor: 4,938% ετησίως. Προσαύξηση: 2,500% ετησίως. Σύνολο: 7,438% ετησίως. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες, την 30ην Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους». Ο πιο πάνω όρος τροποποιήθηκε με την συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 16.7.09 ως ακολούθως: «.. Η διευκόλυνση θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 3,250%. Κατά την εκτύπωση/ετοιμασία της παρούσας συμφωνίας το επιτόκιο ανέρχεται σε: Βασικό Επιτόκιο 5,250 % ετησίως Προσαύξηση 3,250 % ετησίως Σύνολο 8,500 % ετησίως Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες, την 30ην Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους». Η συμφωνία ημερ. 11.6.08 ρητά προέβλεπε ότι «σε περίπτωση καθυστερήσεων . το δάνειο σας . θα επιβαρύνεται επιπρόσθετα του συνολικού επιτοκίου και με τόκο υπερημερίας εκ 5,25% επί του ποσού των καθυστερήσεων. Με το ίδιο ποσοστό τόκου υπερημερίας εκ 5,25% θα επιβαρύνονται και οι υφιστάμενες υποχρεώσεις σας». Η εν λόγω πρόνοια δεν έχει μεταβληθεί καθοιονδήποτε τρόπο. Η απόφαση που εκδόθηκε αφορούσε το ποσό των €399.923,56 με τόκο 12 % επί ποσού €387.773,32 από 2.12.12 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου πλέον έξοδα. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω πρόνοιες της συμφωνίας δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση σε σχέση με το ζήτημα του επιτοκίου όπως τέθηκε από τους αιτητές. Περαιτέρω οι αιτητές παραπονούνται ότι δεν τερματίστηκε νομότυπα η επίδικη συμφωνία και έτσι το χρέος δεν κατέστη απαιτητό αφού οι αιτητές διέμεναν στο εξωτερικό και η επιστολή τερματισμού αποστάληκε σε διεύθυνση στην Λευκωσία. Όπως έχει ήδη επισημανθεί στις 11.6.08 δυνάμει γραπτής συμφωνίας η ενάγουσα παραχώρησε δάνειο στους εναγόμενους 1 και 2 - αιτητές για το ποσό των €270.000.-. Το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 23 μηνιαίες δόσεις των €1.750.- μηνιαίως η κάθε μία από 18.7.08 και μία δόση εκ €269.765,05 στις 18.6.10, ημερομηνία κατά την οποία έληγε το δάνειο. Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι το δάνειο ήταν ληξηπρόθεσμο και απαιτητό κατά την 18.6.
  2. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω η ενάγουσα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία με επιστολή της ημερ. 10.9.12 η οποία στάληκε σε διεύθυνση στην Λευκωσία που δήλωσαν οι εναγόμενοι. Όπως έχει ήδη νομολογηθεί, η μη επιστροφή επιστολής η οποία αποστέλλεται κανονικά συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, δηλ. τον εναγόμενο (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά. Πολ. Έφεση 163/2006/ημερ. 5.5.2009). Στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. JGL (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Γ ΑΑΔ 1726, αποφασίστηκε ότι η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v Arena Motor Show Ltd κ.ά., Πολ.Έφ. 84/09, ημερ. 2.10.15 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Στην υπόθεση Ανδρέου ν. P.& D. Crystal Line Co. Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1521, αναφέρθηκε ότι επιστολή η οποία φέρει την ορθή διεύθυνση και η οποία στάληκε και δεν επιστράφηκε ως ανεπίδοτη θεωρήθηκε ότι ειδοποιήθηκε ο εφεσείων για την ημερομηνία ακρόασης. Δεν έχει καταδειχθεί ότι ο τερματισμός ήταν παράτυπος υπό τις περιστάσεις. Και κάτι ακόμη εξίσου σημαντικό. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, δηλ. να μην είχαν αποσταλεί ή παραληφθεί οι επιστολές τερματισμού στις διευθύνσεις των εναγόμενων, η καταχώριση της αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου και απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού (βλ. Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2004)1Γ ΑΑΔ 2029). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. Εν κατακλείδι οι αιτητές παρέλειψαν να παρουσιάσουν μαρτυρία που να εμπεριέχει κάποιο βαθμό πειστικότητας με την οποία να αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπεράσπιση. Τα όσα σχετικά ισχυρίστηκαν πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς.
  1. Στη συνέχεια θα εξεταστεί η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών ότι η δίκη δεν ήταν δίκαια ενόψει της σύγκρουσης συμφερόντων του δικηγόρου της ενάγουσας. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, ο δικηγόρος της ενάγουσας στα πλαίσια άλλης υπόθεσης εκπροσώπησε την εναγόμενη
  2. Η εν λόγω υπόθεση έχει τελεσιδικήσει πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής και ειδικότερα το Ανώτατο Δικαστήριο στις 18.4.08 εξέδωσε απόφαση στα πλαίσια της υπόθεσης Χ»Μιχαήλ ν Ανδρέου
(2008)1 ΑΑΔ 489. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.10.12 και κατά τον επίδικο χρόνο δεν διαπιστώνεται να υφίστατο οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων του δικηγόρου της ενάγουσας που να καθιστά τη δίκη μη δίκαια ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμός της απόφασης γι΄ αυτό το λόγο. Περαιτέρω το ειδικό πληρεξούσιο που δόθηκε στην κα Κ. Ττοφή για να προβεί στις συγκεκριμένες πράξεις που περιγράφονται σ΄ αυτό δεν μεταβάλει καθοιονδήποτε τρόπο το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Το κλητήριο επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 7.3.13 και οι εναγόμενοι ουδέν έπραξαν μέχρι και την καταχώριση της αίτησης παρά μόνο παραπονούνται δύο χρόνια μετά για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Συνεπώς η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 9.1 Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι και την καταχώριση της επίδικης αίτησης καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης. 9.2 Όπως έχει ήδη επισημανθεί θέμα πρωταρχικής σημασίας είναι η ύπαρξη υπεράσπισης αλλά εξ΄ ίσου σημαντικό είναι και το θέμα συναφής και εύλογης αιτιολογίας για την απουσία των αιτητών κατά την ακρόαση που έχει ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον τους. (βλ. Χρυσάνθου κ.α. ν Mariela Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129,1131, Μιχάλη Πατούρη ν Hellenic Bank Ltd,
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118). Όπως έχει νομολογηθεί η αίτηση παραμερισμού μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Milouca Motor Trading Ltd v Κούρτη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941 και Γεωργίου κ.ά. ν Χριστοδούλου
(2011)1Α ΑΑΔ 561). 9.3 Στην υπόθεση Τάσος Πεγιώτη ν Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1601 στην σελ. 4 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται αιτιολόγηση οποιαδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του. (βλ. μεταξύ άλλων Mine & Quarry Serv. Ltd v Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26). Δεν συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ΄εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της. Αυτό ειπώθηκε στην Phylactou v Michael (ανωτέρω) όπως τονίστηκε μεταξύ άλλων (σελ.210): «The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as be discloses merits» Σε Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση.» 9.4 Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Ταπελογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1101, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εφεσείων δεν θεμελίωσε καλή υπεράσπιση και περιπλέον αποφάνθηκε πως η καθυστέρηση 2 ½ μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση απόφασης και μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη. 9.5 Στην υπόθεση Milouca ανωτέρω το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για παραμερισμό και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Εκεί υπήρξε καθυστέρηση 9 μηνών για να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και επίσης είχε αγνοηθεί και η αίτηση για απόφαση που είχε επιδοθεί στους εναγομένους. 9.6 Στην προκείμενη περίπτωση κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο καταχωρήθηκε στις 30.10.
  1. Ακολούθως στα πλαίσια αίτησης ημερ. 9.1.13 εκδόθηκε στις 30.1.13 διάταγμα με το οποίο παραχωρείτο άδεια για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας ως επίσης και επίδοσης αυτού με βάση τον κανονισμό (ΕΚ)1393/
  2. Οι εναγόμενοι μπορούσαν να καταχωρίσουν εμφάνιση εντός 40 ημερών από την επίδοση. Το κλητήριο επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 στις 7.3.13 με βάση τον κανονισμό. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών στο στάδιο των αγορεύσεων δήλωσε ότι η πιο πάνω επίδοση θεωρείται καλή υπό τις περιστάσεις και ενόψει τούτου το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει να εξετάσει τα όσα ο εναγόμενος 1 - αιτητής ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση ότι η επίδοση είναι κακή. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν καταχώρισαν εμφάνιση και έτσι στις 15.5.13 εκδόθηκε απόφαση αφού προηγουμένως καταχωρήθηκε σχετική αίτηση. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν την επίδικη αίτηση δυο χρόνια μετά και ειδικότερα στις 14.5.
  3. Ισχυρίζονται ότι όταν τους επιδόθηκε το κλητήριο και τα άλλα σχετικά έγγραφα δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα διότι ήταν με την εντύπωση ότι τα χειριζόταν ο τότε δικηγόρος τους. Ο εναγόμενος 1 - αιτητής ισχυρίζεται ότι έλαβαν γνώση για την έκδοση της απόφασης το Φεβρουάριο του 2015 όταν τους επιδόθηκαν έγγραφα των αγγλικών δικαστηρίων για επιβάρυνση της οικογενειακής τους κατοικίας. Διαφαίνεται από το σύνολο της μαρτυρίας που οι ίδιοι έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ουδέποτε ο δικηγόρος κ. Μ. Κυριακίδης ή και οποιοδήποτε άλλος δικηγόρος από το εν λόγω γραφείο τους ανέφερε ότι θα τους εκπροσωπούσε στην παρούσα αγωγή. Αντιθέτως πληροφορήθηκαν από αυτόν ότι υπήρχε απαίτηση εναντίον τους (βλ.Τεκμ.9) και στη συνέχεια επιδόθηκε σ΄ αυτούς το κλητήριο ένταλμα. Οι εναγόμενοι δεν ενδιαφέρθηκαν για την υπόθεση τους από την επίδοση του κλητηρίου (7.3.13) μέχρι και την καταχώριση της επίδικης αίτησης ημερ. 14.5.
  4. Στην προκείμενη περίπτωση η καθυστέρηση που υφίσταται στην προώθηση των αιτημάτων καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της. Έτσι τα αιτήματα για παραμερισμό της απόφασης αλλά και για παραμερισμό του κλητηρίου και της επίδοσης λόγω μη σφράγισης του είναι έκθετα σε απόρριψη.
  5. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ...... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.