Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Κυριάκος Μιχαήλ, άλλως Κυριάκος Σάββα Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4895/2013, 25/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4895/2013 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ Ενάγουσα -και-
- Κυριάκος Μιχαήλ, άλλως Κυριάκος Σάββα Μιχαήλ
- Olga Slobodina
- L N A S Developers Limited Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης ημερ. 7.9.16 25 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη 3 - αιτήτρια: κ. Θ. Αντωνίου Για ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση: κ. Α. Κουκούνης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Η ενάγουσα με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο αξιώνει από την εναγόμενη 3 το ποσό των €171.144,57 πλέον τόκους δυνάμει συμφωνίας δανείου ως επίσης και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εκποίηση της υποθήκης που παραχώρησε προς όφελος της ενάγουσας. Στις 27.5.15 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και
- Η εναγόμενη 3 στην Έκθεση Υπεράσπιση της μεταξύ άλλων προβάλει ότι ουδέποτε υπέγραψε την επίδικη εγγύηση και ή τη χορήγηση της επίδικης υποθήκης. Περαιτέρω προβάλει διαζευκτικό ισχυρισμό ότι στην περίπτωση που διαφανεί ότι η υπογραφή της εγγύησης ανήκει στην εναγόμενη 3 τότε αυτή είναι για περιορισμένο ποσό και δεν αφορούσε την επίδικη συμφωνία δανείου και μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι οι όροι είναι καταχρηστικοί για τους λόγους που περιγράφει. Επίσης διαζευκτικά αναφέρει ότι υπέγραψε την επίδικη εγγύηση και συμφώνησε με την ενάγουσα ότι σε περίπτωση που υπάρξει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας δανείου τότε αυτή θα προχωρούσε στη διεκδίκηση του από την εναγόμενη 3 στην περίπτωση που έπαιρνε όλα τα δικαστικά ή άλλα μέτρα για είσπραξη του από τους πρωτοφειλέτες. Περαιτέρω υφίσταται δικογραφημένος ισχυρισμός ότι στην περίπτωση που διαφανεί ότι η εναγόμενη 3 υπέγραψε τα έγγραφα υποθήκης τότε αυτή είναι άκυρη καθότι οι όροι της εν λόγω συμφωνίας είναι καταχρηστικοί για τους λόγους που περιγράφονται στην Έκθεση Υπεράσπισης.
- Η αίτηση βασίζεται στην Δ.25 θ1, 2, 5 και Δ.48 θ1, 2, 8, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγομένης 3 κ. Λ. Χριστοφόρου. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, σ΄ αυτήν ότι η εναγόμενη 3 στις 29.10.15 διόρισε νέους δικηγόρους για να την εκπροσωπήσουν στη διαδικασία της παρούσας αγωγής. Σε συνάντηση που είχε με τους νέους δικηγόρους κατά την προετοιμασία της υπόθεσης η οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση την 22.6.16 διαπιστώθηκε η αναγκαιότητα τροποποίησης. Επισημαίνει ότι δεν ανέφερε στους προηγούμενους δικηγόρους του, πλήρως τα πραγματικά γεγονότα με αποτέλεσμα να μην αναγραφούν στην Υπεράσπιση. Περαιτέρω δε οι νέοι δικηγόροι, τους έχουν συμβουλέψει για νομικά θέματα για τα οποία δεν γνώριζαν ότι θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στο δικόγραφο. Έτσι επιζητεί την τροποποίηση της Υπεράσπισης.
- Με την επίδικη αίτηση η εναγόμενη 3 επιδιώκει την τροποποίηση με την προσθήκη ισχυρισμών και ειδικότερα μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε τη δεσπόζουσα θέση της και υπέβαλε στην εναγόμενη 3 τους όρους τόσο στην επίδικη εγγύηση αν ήθελε αποδειχθεί η υπογραφή της ως και στη συμφωνία υποθήκης. Περαιτέρω η ενάγουσα εκμεταλλευόμενη την πιο πάνω θέση της, χρέωνε τόκους υπερημερίας και άλλα ποσά. Επίσης επιθυμεί να προσθέσει τον ισχυρισμό ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας να καθυστερήσει τον τερματισμό της σύμβασης μετά την ύπαρξη τριών καθυστερημένων δόσεων εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 υποδηλώνει εγκατάλειψη και ή παραίτηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας ως επίσης το γεγονός ότι η ενάγουσα αποδεχόταν πληρωμές δόσεων μετά την καθυστέρηση πληρωμής τους υποδηλώνει τροποποίηση των όρων της επίδικης συμφωνίας. Περαιτέρω επιδιώκει να προβάλει ότι η ενάγουσα εμποδίζεται πλέον ν΄ αξιώνει το επίδικο ποσό ενόψει του γεγονότος ότι εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο η ενάγουσα κατέστη αποκλειστικός δικαιούχος των δικαιωμάτων των εναγομένων 1 και 2 που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο. Περαιτέρω επιζητεί την προσθήκη ανταπαίτησης με την οποία, μεταξύ άλλων αξιώνει διατάγματα με τα οποία να διατάσσεται η ενάγουσα να αγοράσει ή πωλήσει την επίδικη κατοικία ως επίσης και να αναστέλλεται η παρούσα αγωγή μέχρις ότου η ενάγουσα αγοράσει ή πωλήσει την πιο πάνω κατοικία.
- Η ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και μεταξύ άλλων προβάλει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη καθότι σ΄ αυτή υφίστανται διαζευκτικοί ισχυρισμοί, ότι υφίσταται καθυστέρηση στην υποβολή και προώθηση της, με την αιτούμενη τροποποίηση μεταβάλλεται εξ ολοκλήρου η Έκθεση Υπεράσπισης και εισάγονται νέες βάσεις Υπεράσπισης και προσθήκης Ανταπαίτησης και γενικότερα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Οι Αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων έχουν συνοψιστεί από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Πική στην υπόθεση Φοινιώτης v. Green Navigation
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)«Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη και τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D.361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». (Βλ. και Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607).
- Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση. (Βλ. Icos Cif Ltd ν.
- Μartin Coward κ.α. Πολ. Εφέσεις αρ. 137/2013 και 138/2013 ημερ. 20.3.2014)
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ης η αίτηση προβάλει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη καθότι σ΄ αυτή περιέχονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί. Το δικονομικό μας σύστημα επιτρέπει στη δικογραφία την ύπαρξη διαζευκτικών ή και ακόμη αντιφατικών ισχυρισμών. Δεν επιτρέπεται όμως η μαρτυρία να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Στην προκείμενη περίπτωση σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους επιζητείται η τροποποίηση δεν υφίστανται διαζευκτικοί ισχυρισμοί. Περαιτέρω στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναπαράγεται η αιτούμενη τροποποίηση στην οποία υφίστανται ισχυρισμοί οι οποίοι δεν είναι τέτοιοι ώστε να την καθιστούν παράτυπη υπό τις περιστάσεις.
- Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. υπόθεση Icos Cif Ltd, ανωτέρω και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες).
- Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ.501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. 11. Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα κι όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής: "I start with the principle, well settled, than an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Και σε μετάφραση στα ελληνικά: «Ξεκινώ με την αρχή, που είναι καλά καθιερωμένη, ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν ζητείται αργά, αν είναι αναγκαία, για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, καθόσον οποιαδήποτε δυσχέρεια θα ήθελε προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αυτή η αρχή ισχύει εδώ». 12. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ανωτέρω η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω κι αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1ΑΑΔ 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Επίσης έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για την διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2ΑΑΔ 203, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84, Λυσιώτη v. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515/22.3.2000 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989), Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλας Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 αντίστοιχα ημερ. 24/10/
- Στην υπόθεση Astor Manufacturing ανωτέρω εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώρηση της Αγωγής καθότι υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της Έκθεσης Απαίτησης γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα ως επίσης στην υπόθεση Χριστοδούλου ανωτέρω εγκρίθηκε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες.
- Όπως έχει ήδη επισημανθεί προβάλλεται ως λόγος ένστασης η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης από μέρους της εναγόμενης 3 - αιτήτριας.
- Λίγα λόγια για το ιστορικό της υπόθεσης είναι χρήσιμα. Στις 20.12.13 καταχωρήθηκε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο και ακολούθως οι εναγόμενο καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Η Έκθεση Υπεράσπισης της εναγόμενης 3 καταχωρήθηκε στις 24.2.13 και των εναγόμενων 1 και 2 στις 27.3.
- Η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 17.6.14 και ορίστηκε για ακρόαση στις 3.2.
- Η αγωγή αναβλήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις για διάφορους λόγους. Στις 27.5.15 εκ συμφώνου εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και
- Στις 29.10.15 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από μέρους της εναγόμενης 3 και ακολούθως στις 7.9.16 καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση. Η αγωγή τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον τούτου του Δικαστηρίου στις 10.10.16 ενόψει του γεγονότος ότι εξαιρέθηκε ο Δικαστής ενώπιον του οποίου ήταν η παρούσα αγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαφαίνεται από το ιστορικό της υπόθεσης όπως με λεπτομέρεια έχει εκτεθεί πιο πάνω η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει. Διαπιστώνεται επίσης ότι υφίσταται καθυστέρηση από μέρους της εναγόμενης 3 στην καταχώριση της επίδικης αίτησης. Λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της υπόθεσης όπως με λεπτομέρεια έχει εκτεθεί πιο πάνω, το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν άρχισε, τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, κρίνω ότι στην προκείμενη περίπτωση η καθυστέρηση δεν είναι τέτοια ώστε να οδηγεί από μόνη της προς την κατεύθυνση της απόρριψης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν διαπιστώνεται καθοιονδήποτε τρόπο η ανυπαρξία καλής πίστης από μέρους της εναγόμενης
- Περαιτέρω δε, σε περίπτωση που το αίτημα εγκριθεί αδυνατώ να αντιληφθώ πως θα επηρεαστεί δυσμενώς η ενάγουσα και δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να επιφέρει αδικία σ΄ αυτήν, λαμβανομένου υπόψη ότι μπορεί να υπάρξει αποζημίωση με την επιδίκαση εξόδων. Στην προκείμενη περίπτωση δεν καταδεικνύεται κατάχρηση ή οτιδήποτε άλλο που να οδηγεί προς την κατεύθυνση της απόρριψης.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Τροποποιημένο δικόγραφο να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος νοουμένου ότι αυτό θα ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Στη συνέχεια ν΄ ακολουθηθούν οι θεσμοί.
- Αναφορικά με τα έξοδα, τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και όλα τα σπαταληθέντα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .................................... Η. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ