KTK Polska Sp. z o.o. ν. Marek Andrzej Falenta κ.α., Αρ. Αγωγής: 1087/15, 12/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1087/15 KTK Polska Sp. z o.o. Ενάγοντες - Αιτητές και 1. Marek Andrzej Falenta 2. Falenta Investments Limited 3. Navicorp Trust (Cyprus) Limited 4. Navicorp Management (Cyprus) Limited Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 9.6.15 Ημερομηνία: 12.4.17. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Β. Παπαγιάννη με κ. Δ. Παπαπολυβίου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Μ. Λοΐζου για Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση τους ημερ. 9.6.15 οι Ενάγοντες (Αιτητές) εξασφάλισαν τα ακόλουθα διατάγματα κατά των Εναγομένων 1 και 2: "(A) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να απαγορεύεται και/ή να εμποδίζεται ο Εναγόμενος/Καθ' ού η Αίτηση 1, προσωπικά και/ή μέσω των συνεργατών και/ή αντιπροσώπων του και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή κατόπιν οδηγιών του, από του να μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει και/ή εκχωρήσει και/ή επιβαρύνει και/ή υποθηκεύσει και/ή δωρίσει και/ή πωλήσει και/ή διαθέσει και/ή προβεί σε οποιαδήποτε άλλη πράξη ή ενέργεια σε σχέση με την κινητή ή ακίνητη περιουσία που αυτός διατηρεί στην Κύπρο ή το εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων, αλλά χωρίς περιορισμό, των μετοχών τις οποίες ο ίδιος διατηρεί στις εταιρείες: (
- i)HAWE SPÓLKA AKCYJNA (KRS Number 121430), (
- ii)SECO SPÓLKA Z O.O. (ΚRS Number 62060), (iii) PLOCHOCIŃSKA PARK ECO SPÓLKA Z O.O. (KRS Number 488402), (
- iv)MODLIŃSKA MALL SPÓLKA Z O.O. (KRS Number 477656), (
- v)ΖΝΤΚ NIERUCHOMOŚCI SPÓLKA Z O.O. (KRS Number 288800), (
- vi)APERIO SPÓLKA Z O.O. (KRS Number 255224), (vii) PRESTO SPÓLKA Z O.O. (KRS Number 218612) και (viii) την Εναγομένη/Καθ' ής η Αίτηση 2, και/ή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία υπό στοιχεία KW nr LE1U/00044589/6, στην περιοχή Karczowiska, στην πόλη Lubin της Πολωνίας, της οποίας ο ίδιος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και/ή με το οποίο να δεσμεύονται και/ή παγοποιούνται όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί και/ή οι καταθέσεις του Εναγομένου/Καθ' ού η Αίτηση 1, οι οποίοι διατηρούνται εξ ολοκλήρου και/ή από κοινού με άλλα πρόσωπα σε οποιαδήποτε τράπεζα και/ή τραπεζικό και/ή συνεργατικό ίδρυμα στην Κύπρο και/ή το εξωτερικό, μέχρι ποσού ύψους 7.000.000,00 Ευρώ και/ή οποιουδήποτε άλλου ποσού ήθελε θεωρήσει πρέπον το Δικαστήριο, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να απαγορεύεται και/ή να εμποδίζεται η Εναγόμενη/Καθ' ής η Αίτηση 2, μέσω των αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων και/ή συνεργατών και/ή αντιπροσώπων της και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή κατόπιν οδηγιών της και/ή διά μέσω του Εναγομένου/Καθ' ού η Αίτηση 1, από του να μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει και/ή εκχωρήσει και/ή επιβαρύνει και/ή υποθηκεύσει και/ή δωρίσει και/ή πωλήσει και/ή διαθέσει και/ή προβεί σε οποιαδήποτε άλλη πράξη ή ενέργεια σε σχέση με οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία αυτή διατηρεί στην Κύπρο ή το εξωτερικό και με το οποίο να δεσμεύονται και/ή παγοποιούνται όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί και/ή οι καταθέσεις της Εναγομένης/Καθ' ής η Αίτηση 2, οι οποίοι διατηρούνται εξ ολοκλήρου και/ή από κοινού με άλλα πρόσωπα σε οποιαδήποτε τράπεζα και/ή τραπεζικό και/ή συνεργατικό ίδρυμα στην Κύπρο και/ή το εξωτερικό μέχρι ποσού ύψους 7.000.000,00 Ευρώ και/ή οποιουδήποτε άλλου ποσού ήθελε θεωρήσει πρέπον το Δικαστήριο, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου." Με την ίδια μονομερή αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές αιτήθηκαν και την έκδοση του πιο κάτω διατάγματος (Γ) το οποίο όμως δεν εξασφάλισαν αφού το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης όσον αφορά αυτό στους Εναγόμενους 1 - 4: "(Γ) Διάταγμα αποκάλυψης, με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος/Καθ' ού η Αίτηση 1, προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Εναγομένης/Καθ' ής η Αίτηση 2, και/ή οι Εναγόμενοι/Καθ' ών η Αίτηση 2 και/ή 3 και/ή 4, διά μέσω των αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων και/ή συνεργατών και/ή αντιπροσώπων τους και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή κατόπιν οδηγιών τους, όπως, εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης σε αυτούς του παρόντος Διατάγματος, ετοιμάσουν και παραδώσουν στους Ενάγοντες/Αιτητές ή στους Δικηγόρους τους, το δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Δρ. Κ. Χρυσοστομίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., καθώς και όπως καταχωρήσουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, 'Ενορκη Δήλωση, η οποία να αναφέρει και/ή περιλαμβάνει και/ή παρέχει όλες τις πληροφορίες και/ή στοιχεία, καθώς και αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων που οι ίδιοι και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι αξιωματούχοι και/ή οι συνεργάτες και/ή οι αντιπρόσωποί τους και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό τους και/ή κατόπιν οδηγιών τους έχουν στη φύλαξη και/ή κατοχή και/ή υπό τον έλεγχό τους, αναφορικά με τα ακόλουθα: (α) Πλήρεις και/ή όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα αναφορικά με τη μεταβίβαση 990.455 συνολικά μετοχών της εταιρείας ZWG S.A, η οποία έλαβε χώρα κατά ή περί τις 14.07.2014, από την Εναγομένη/Καθ' ής η Αίτηση 2 προς την εταιρεία Fregate. (β) Πλήρεις και/ή όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα αναφορικά με τη μεταβίβαση 2.804.165 μετοχών της δημόσιας εταιρείας ZWG S.A προς άγνωστο πρόσωπο, η οποία έλαβε χώρα κατά ή περί τις 15.07.2014. (γ) Πλήρεις και/ή όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα αναφορικά με τη μεταβίβαση 4.906.000 μετοχών της εταιρείας ZWG S.A., προς την εταιρεία WS Trust Sp. z o.o, κατά ή περί τις 16.07.2014. (δ) Πλήρεις και/ή όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα αναφορικά με τη μεταβίβαση 100 συνολικά μετοχών της εταιρείας Fregate Sp. Z ο.ο. προς την κα. Jolanta Agnieszka Falenta-Rybka, κατά ή περί τις 10.09.2014. (ε) Πλήρεις και/ή όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα αναφορικά με τη μεταβίβαση 50 συνολικά μετοχών της εταιρείας Real 2B Sp. z.o.o στον κ. Dobroslaw Fijalkowski, κατά ή περί 19.11.2014. (στ) Πλήρεις και/ή όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα αναφορικά με τη μεταβίβαση 50 συνολικά μετοχών της εταιρείας Real 2B Sp. z o.o. προς την εταιρεία Trinitybay Investments Ltd, κατά ή περί τις 19.11.2014. (ζ) Πλήρεις και/ή όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα αναφορικά με το ακριβές ποσοστό της συμμετοχής των Εναγομένων/Καθ' ών η Αίτηση 1 και 2 στην εταιρεία HAWE SPÓLKA AKCYJNA (KRS Number 121430) κατά το χρόνο της καταχώρισης της αιτούμενης Ένορκης Δήλωσης, (η) Πλήρεις και/ή όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα αναφορικά με τη μεταβίβαση και/ή αποξένωση και/ή εκχώρηση και/ή επιβάρυνση και/ή υποθήκευση και/ή δωρεά και/ή διάθεση και/ή οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με οποιεσδήποτε μετοχές που οι Εναγόμενοι/Καθ' ών η Αίτηση 1 και 2 κατείχαν στην εταιρεία ΗAWE SPÓLKA AKCYJNA (KRS Number 121430) από τις 26.03.2014 μέχρι την καταχώρηση της αιτούμενης Ένορκης Δήλωσης. (θ) Πλήρεις και/ή όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς και/ή οποιαδήποτε μεταβίβαση και/ή αποξένωση και/ή εκχώρηση και/ή επιβάρυνση και/ή υποθήκευση και/ή δωρεά και/ή διάθεση και/ή οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με οποιεσδήποτε μετοχές που οι Εναγόμενοι/Καθ' ών η Αίτηση 1 και 2 κατείχαν έμμεσα στην εταιρεία ΤrinityBay Investments Ltd (Aρ. Εγγραφής ΗΕ 288434), από τις 26.03.2014 μέχρι την καταχώρηση της αιτούμενης Ένορκης Δήλωσης. (ι) Πλήρεις και/ή όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα αναφορικά με οποιαδήποτε κινητά και/ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία κατείχε και/ή κατέχει ο Εναγόμενος/Καθ' ού η Αίτηση 1 και/ή η Εναγόμενη/Καθ' ής η Αίτηση 2, είτε προσωπικά είτε από κοινού με άλλα πρόσωπα, είτε μέσω εμπιστευμάτων, και/ή των οποίων ο Εναγόμενος/Καθ' ού η Αίτηση 1 και/ή η Εναγόμενη/Καθ' ής η Αίτηση 2 ήταν και/ή είναι οι εγγεγραμμένοι και/ή οι τελικοί ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι, από τις 26.03.2014 και μέχρι την καταχώρηση της αιτούμενης Ένορκης Δήλωσης." Η νομική βάση της Αίτησης των Εναγόντων εδράζεται στα άρθρα 2, 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 29, 30, 31, 32, 33 και 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), στον άρθρο 3, 4 και 9 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 (Ν.31(Ι)/92), στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ. 9 Θ. 4, Δ. 27, Θ.4, Δ. 39, Δ. 48 Θ.Θ. 1, 2 και 8, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις νομικές αρχές που καθιερώθηκαν από το Κοινοδίκαιο και/ή το Δίκαιο της Επιείκειας, και ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό, στις νομικές αρχές που θεσπίστηκαν από τις υποθέσεις Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carriers S.A. [1975] 2 Lloyd's Rep. 509, Norwich Pharmacal Co. and Other v. Commissioners and Customs Excise
(1973)2 All E.R. 943 και/ή σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148), συγκεκριμένα και χωρίς περιορισμό στα άρθρα 34, 36 και 67, στη διακριτική ευχέρεια και/ή τις γενικές και/ή συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτέθηκαν στην ένορκη δήλωση της κας Νάντιας Νικολάου από τη Λευκωσία, ημερομηνίας 9.6.15 και στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις της κας Θεοδώρας Παπακυριακού ημερομηνίας 6.9.16 και 18.10.
- Οι Εναγόμενες 3 και 4 - Εταιρείες δεν προέβαλαν ένσταση στην έκδοση του ανωτέρω υπό στοιχείο Γ διατάγματος και στις 16.7.15, καταχώρησαν ένορκη δήλωση προς το σκοπό συμμόρφωσης τους με το εν λόγω διάταγμα το οποίο και κατέστη απόλυτο όσον αφορά αυτές (Εναγόμενες 3 και 4 Εταιρείες) στις 7.8.
- Η Εναγόμενη 2 Εταιρεία καταχώρησε ένσταση στην εξακολούθηση της ισχύος των δύο εκδοθέντων μονομερώς διαταγμάτων στις 3.9.15 και στις 9.9.15 μαζί με τον Εναγόμενο 1, καταχώρησαν αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση της μονομερούς αίτησης ημερ. 9.6.15 κα των δυνάμει αυτής εκδοθέντων μονομερώς διαταγμάτων, αίτηση που απερρίφθη με απόφαση του Δικαστηρίου στις 21.1.
- Στις 2.8.16, 14 μήνες μετά την έκδοση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων και 7 μήνες μετά από την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης ημερ. 21.1.16, καταχωρήθηκε για πρώτη φορά ένσταση εκ μέρους του Εναγομένου 1, ενώ καταχωρήθηκε επίσης την ίδια ημέρα και τροποποιημένη ένσταση εκ μέρους της Εναγομένης 2, σε σχέση με τα εκδοθέντα διατάγματα Α και Β (ανωτέρω) και την αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 9.6.15 για έκδοση του διατάγματος υπό στοιχείο Γ ανωτέρω Στις 6.9.16 και 18.10.16 καταχωρήθηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις εκ μέρους των Εναγόντων σε σχέση με τις ενστάσεις της Εναγόμενης 2 και του Εναγόμενου 1, αντίστοιχα, ενώ στις 2.12.16, κατόπιν σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.11.16, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους των Εναγομένων 1 και
- Τέλος, όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, στις 13.1.17 καταχωρήθηκε σχετική αίτηση εκ μέρους των Εναγόντων για την καταχώρηση μιας ακόμα συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναφορικά με κάποια πρόσφατα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα στην Πολωνία αναφορικά με την ποινική διαδικασία την οποία αντιμετώπιζε ο Εναγόμενος 1 εκεί, η οποία, για τους λόγους που επεξηγούνται στη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 3.2.17, δεν εγκρίθηκε. Έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της αίτησης για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων έδωσε όχι η ισχυριζόμενη παράβαση της συμφωνίας ημερ. 26.3.14 εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 αλλά ο καταρτισμός αυτής με δόλο και/ή απάτη από τους Εναγόμενους 1 και 2, και/ή συνεπεία του ισχυριζόμενου δόλου ζημία που προέκυψε στους Ενάγοντες και με την οποία αδικαιολόγητα επλούτισαν οι Εναγόμενοι 1 και
- Τα γεγονότα όπως αποκαλύπτονται από την ένορκη δήλωση της Νάντιας Νικολάου που συνοδεύει την αίτηση και επί των οποίων θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για την οριστικοποίηση των διαταγμάτων και την έκδοση του υπολειπομένου διατάγματος Γ (όπως επίσης κα τα γεγονότα της έκθεσης απαίτησης) είναι σε συντομία τα ακόλουθα: Ο Εναγόμενος 1 είτε ενεργώντας προσωπικά είτε υπό την ιδιότητα του ως αξιωματούχος και μοναδικός μέτοχος της Εναγομένης 2 Εταιρείας, σε σύμπραξη με την Εναγόμενη 2 και κάποιον κ. Marcinem Waszczeniuk, εκπρόσωπο της εταιρείας SkladyWegla pl Sp. z o.o., αλλά και η ίδια η Εναγόμενη 2 ως νομικό πρόσωπο, ώθησαν τους Ενάγοντες στο να συμβληθούν με την Εναγόμενη 2 και να καταρτίσουν τη Συμφωνία ημερομηνίας 26.3.14 (η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6(α),(β) και (γ) στα Πολωνικά, τα Ρωσικά και τα Αγγλικά, αντίστοιχα, στην ένορκη δήλωση της Νάντιας Νικολάου), στη βάση της οποίας εκδόθηκε η συμβολαιογραφική πράξη ίδιας ημερομηνίας (η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7(α) και (β) στα Πολωνικά και τα Ελληνικά, αντίστοιχα, στην ένορκη δήλωση Νάντιας Νικολάου). Η εν λόγω συμφωνία και συμβολαιογραφική πράξη αφορούσαν την αγορά από μέρους της Εναγομένης 2, του δικαιώματος απαίτησης/είσπραξης των υποχρεώσεων της Πολωνικής Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης Energo Spolka z o.o. έναντι των Εναγόντων, η οποία ανέρχετο στα 29.904.555,50 Πολωνικά Ζλότι - περίπου €7.000.000,
- Ο λόγος για τον οποίο η Εναγόμενη 2 Εταιρεία, διά μέσω του Εναγομένου 1, συμφώνησε στην καταβολή του προαναφερόμενου ποσού στους Ενάγοντες ήταν προκειμένου να γίνει ένας συμψηφισμός (set-off) μεταξύ των χρεών της εταιρείας Energo προς τους Ενάγοντες και των χρεών τα οποία, πρόσωπα συνδεδεμένα με τον Εναγόμενο 1 και την Εναγομένη 2 εταιρεία, υπείχαν προς την εταιρεία Εnergo. Η συμφωνία ημερ. 26.3.14 και η Συμβολαιογραφική Πράξη καταρτίστηκαν - σύμφωνα με τους ενάγοντες - κατόπιν προσωπικής μεσολάβησης του Εναγόμενου 1, ο οποίος ρητώς παρέστησε στον κ. Piort Matuszak - Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγόντων, την επιθυμία της Εναγόμενης 2 να αγοράσει το δικαίωμα είσπραξης των υποχρεώσεων της Energo προκειμένου να γίνει ο προαναφερόμενος συμψηφισμός. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 7 στην ένορκη δήλωση Νάντιας Νικολάου, οι Ενάγοντες συμφώνησαν όπως η Εναγόμενη 2 καταβάλει σε αυτούς το πιο πάνω ποσό σε τρείς καθορισμένες δόσεις ως ακολούθως: μέχρι τις 30.4.14 10.000.000,00 Ζλότι, μέχρι τις 31.5.14 10.000.000,00 Ζλότι και μέχρι τις 30.6.14 9.904.555,50 Ζλότι. Καθόλη τη διάρκεια της επικοινωνίας μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου 1, εκ μέρους της Εναγομένης 2, ο Εναγόμενος 1 παρίστανε ψευδώς και δολίως, όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες σ΄ αυτούς ότι η Εναγόμενη 2 εταιρεία αποκλειστικών συμφερόντων του ήταν καθόλα αξιόχρεα και αξιόπιστη και ότι επρόκειτο, συνεπώς, να συμμορφωθεί πλήρως με τις οικονομικές της υποχρεώσεις έναντί τους άμα τη καταρτίσει της επίδικης Συμφωνίας ημερ. 26.3.
- Επιπρόσθετα, προκειμένου να πείσει τους Ενάγοντες να συμβληθούν με την Εναγομένη 2 εταιρεία του, ο Εναγόμενος 1 προσέφερε ευνοϊκούς όρους προς αυτούς, και συμφώνησε να τους παράσχει και δύο εγγυητές ως προς τις υποχρεώσεις τις οποίες επρόκειτο να αναλάβει η Εναγόμενη 2 στα πλαίσια της Συμφωνίας έναντί τους, ήτοι τις εταιρείες SkladyWegla.pl Sp. z o.o. (η οποία εκπροσωπείτο από τον προαναφερόμενο κ. Marcinem Waszczeniuk, και στην οποία μέτοχοι ήταν και οι δύο με τον Εναγόμενο 1 μάλιστα να είναι ο μεγαλύτερος μέτοχός της) και MM Group Sp. z o.o. Εντούτοις, παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις και παραστάσεις από μέρους του Εναγόμενου 1 και την Εναγομένη 2 Εταιρεία ως προς τη δέουσα συμμόρφωση με τους όρους της μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 2 Εταιρείας συμφωνίας, κατά ρητή παράβαση των προνοιών της συμφωνίας και της αντίστοιχης συμβολαιογραφικής πράξης, η Εναγόμενη 2 ουδέποτε προέβη στην αποπληρωμή οποιουδήποτε ποσού προς τους Ενάγοντες. Ως αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης της Εναγόμενης 2 Εταιρείας με τις υποχρεώσεις της, οι Ενάγοντες προχώρησαν στην κήρυξη - μέσω της νενομισμένης διαδικασίας στην Πολωνία - της συμβολαιογραφικής πράξης ημερομηνίας 26.03.2014 σε εκτελεστή, με σκοπό την ικανοποίηση των συμβατικών τους δικαιωμάτων. Η απόφαση ημερομηνίας 10.10.2014 - και η μετάφραση αυτής στα Ελληνικά - με την οποία κηρύχθηκε η εν λόγω πράξη εκτελεστή, έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο 8(α) και (β), αντίστοιχα, στην ένορκη δήλωση Νάντιας Νικολάου. Ενόψει της συνεχιζόμενης απραξίας και άρνησης εκ μέρους της Εναγομένης 2 να προβεί στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς τους Ενάγοντες και παρά τις επανειλημμένες ρητές υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες ότι η Εναγόμενη 2 θα εξοφλούσε σύντομα τις υποχρεώσεις της, οι Ενάγοντες αιτήθηκαν και εξασφάλισαν, στις 4.12.14, την έκδοση Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου (εφεξής ''Ε.Ε.Τ.''), σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 805/2004, σε σχέση με την προαναφερόμενη απόφαση ημερ. 10.10.
- Αντίγραφα του προαναφερόμενου Ε.Ε.Τ. στα Πολωνικά, καθώς και της μετάφρασης αυτού στα Ελληνικά, έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση Νάντιας Νικολάου ως Τεκμήριο 9 (α) & (β) αντίστοιχα. Μετά την εγγραφή του Ε.Ε.Τ. στην Κύπρο στη βάση της διαδικασίας που προνοείται στο σχετικό Ευρωπαϊκό Κανονισμό, οι Ενάγοντες καταχώρησαν μέσω των δικηγόρων τους στην Κύπρο σχετικό ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας εναντίον της Εναγομένης 2, το οποίο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 7.1.15 - αντίγραφο του οποίου έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση Νάντιας Νικολάου. Το εν λόγω ένταλμα ουδέποτε εκτελέσθηκε όμως εναντίον της Εναγόμενης 2 Εταιρείας, καθότι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της είχε εγκαταλειφθεί από την εταιρεία και δεν ανευρέθηκε οποιαδήποτε κινητή περιουσία σε αυτήν προς εκποίηση. Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια εκτέλεσης του εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας, στις αρχές Μαρτίου 2015 οι Ενάγοντες - όπως διατείνονται - συνέλεξαν πληροφορίες αναφορικά με μία σειρά από μεταβιβάσεις οι οποίες έλαβαν χώρα από μέρους της Εναγόμενης 2 και οι οποίες φαίνεται να έγιναν υπό τις οδηγίες, την καθοδήγηση και την εμπλοκή του Εναγόμενου 1 ως διευθυντή ή αναπληρωτή διευθυντή και ως μοναδικού μετόχου της Εναγόμενης
- Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι μεταβιβάσεις αυτές έγιναν από τον Εναγόμενο 1 σε συνεργεία και συνωμοσία με άλλα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγομένης 2, με μοναδικό σκοπό την καταδολίευση και πρόκληση ζημίας σ΄ αυτούς μέσω της αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 2, ούτως ώστε αυτή να καταστεί ανίκανη να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι των Εναγόντων και ταυτόχρονα οι Ενάγοντες να μην μπορούν να προβούν σε οποιαδήποτε εκτέλεση της Πολωνικής απόφασης ημερομηνίας 10.10.14 και του αντίστοιχου Ε.Ε.Τ. προκειμένου να εισπράξουν τα χρήματα που τους οφείλονται δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 26.3.
- Οι εν λόγω μεταβιβάσεις, οι οποίες έλαβαν χώρα μετά τη σύναψη της συμφωνίας ημερομηνίας 26.3.14 και της αντίστοιχης συμβολαιογραφικής πράξης, σύμφωνα με τα όσα αποκαλύπτονται στην ένορκη δήλωση της Νάντιας Νικολάου, είναι οι ακόλουθες: α) Κατά ή περί τις 14.7.14, η Εναγόμενη 2 προέβη στη μεταβίβαση 990.455 συνολικά μετοχών, τις οποίες η ίδια κατείχε στην εταιρεία ZWG S.A., προς την εταιρεία Fregate, η οποία, μέχρι και τις 10.9.14 (όπως επεξηγείται πιο κάτω) ήταν θυγατρική της, ανήκε δηλαδή αποκλειστικά στην ίδια την Εναγομένη
- β) Επιπρόσθετα, κατά ή περί τις 15.7.14, η Εναγόμενη 2 προέβη στην αποξένωση, προς άγνωστο πρόσωπο, του συνολικού αριθμού 2.804.165 μετοχών, τις οποίες η ίδια κατείχε στη δημόσια εταιρεία ZWG S.A., ενώ την επομένη, στις 16.7.14, προέβη στη μεταβίβαση ακόμα 4.906.000 μετοχών, τις οποίες η ίδια επίσης κατείχε στην εταιρεία ZWG S.A., προς την εταιρεία WS Trust Sp. z o.o. Μάλιστα, ο νυν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας (WS Trust), κ. Stanislow Bagiński, είναι πρόσωπο το οποίο είναι συνδεδεμένο με τον Εναγόμενο 1, καθότι ενεργεί ως σύμβουλός του σε θέματα επενδύσεων στον τομέα της ακίνητης ιδιοκτησίας. γ) Επίσης, κατά ή περί τις 10.9.14, η Εναγόμενη/Καθ' ής η Αίτηση 2 προέβη στη μεταβίβαση 100 συνολικά μετοχών, όλου του μετοχικού δηλαδή κεφαλαίου, τις οποίες η ίδια κατείχε στην εταιρεία Fregate Sp. Z ο.ο., προς την κα. Jolanta Agnieszka Falenta-Rybka (née Krzysztof Rybka), η οποία είναι η αδερφή του Εναγομένου
- Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η εταιρεία Fregate είναι ιδιοκτήτρια μεγάλης ακίνητης περιουσίας ιδιαίτερα σημαντικής αξίας στην Πολωνία. δ) Περαιτέρω, κατά ή περί τις 19.11.14, η Εναγόμενη 2 προέβη στη μεταφορά 50 μετοχών, τις οποίες η ίδια κατείχε στην εταιρεία Real 2B Sp. z.o.o, προς τον κ. Dobroslaw Fijalkowski, ο οποίος στη συνέχεια, την ίδια ακριβώς ημερομηνία (δηλαδή στις 19.11.14), προέβη σε μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών προς την εταιρεία TrinityBay Investments, η οποία, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν συλλέξει οι Ενάγοντες, ελέγχεται από τον Εναγόμενο 1 και οικογενειακά του πρόσωπα, διά μέσω άλλης εταιρείας, ονόματι Presto Sp. Z o.o., στην οποία, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2(ζ) της ένορκης δήλωσης Νάντιας Νικολάου, συμμετέχει ο Εναγόμενος
- Η μία εκ των εγγυητριών εταιρειών της Εναγόμενης 2 στη συμφωνία ημερομηνίας 26.3.14, ήτοι η εταιρεία SkladyWegla pl Sp. Zo.o, έχει χρεοκοπήσει μετά από ενέργειες στις οποίες έχει προβεί ο ίδιος ο Εναγόμενος
- Οι Ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης και τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρήσει διατείνονται ότι μετά την υπογραφή της Συμφωνίας και της Συμβολαιογραφικής Πράξης στις 26.3.14, ο Εναγόμενος 1 ξεκίνησε μια εντατική και ενορχηστρωμένη προσπάθεια δόλιας αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 2 σε συνδεδεμένα με αυτόν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, προκειμένου να εμποδίσει τους Ενάγοντες να εισπράξουν το χρέος που η Εναγόμενη 2 οφείλει προς αυτούς δυνάμει της προαναφερόμενης συμφωνίας ημερ. 26.3.2014, καθώς και της σχετικής απόφασης και του ΕΕΤ. Σύμφωνα με πάγια νομολογία σε σωρεία υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε κλασσική υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557), όπως έχει αποτυπωθεί, οι βασικές προϋποθέσεις που πηγάζουν από το Άρθρο 32 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτητή στην αγωγή και η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Seamark Consultancy Service Ltd κ.α. v. Lasala κ.α
(2007)1 ΑΑΔ 162, 167: ''Στην Κύπρο, η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva, διέπεται από το άρθρο 32
(1)του Ν.14/60, του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι, στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Βέβαια στο άρθρο 32 υπάρχει πρόνοια ότι τέτοια διατάγματα δεν εκδίδονται εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία και ότι εκτός αν εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.'' Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, όπως λέχθηκε στην Odysseos (ανωτέρω): ''[.] that when all the aforementioned factors are taken into account, the Court must ultimately decide whether it is ''just'' or ''convenient'' to grant the injunction.'' Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, έχω να παρατηρήσω ότι η εν λόγω διαπίστωση γίνεται κατόπιν σχετικής αξιολόγησης των καταχωρημένων δικογράφων και ενόρκων δηλώσεων. Όπως λέχθηκε στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, με παραπομπή στο αγγλικό σύγγραμμά Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση: «Συζητήσιμη υπόθεση [.] Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίες οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτη όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση.» Συνεπώς, το κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ικανοποιείται από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Είναι δηλαδή αρκετό, στο παρόν στάδιο να αποκαλύπτεται μόνο συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα αναφέρονται στα δικόγραφα για να ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και δεν απαιτείται η απόδειξη των ισχυρισμών του Ενάγοντος. Αντίθετα, επαρκεί μόνο η ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι σύμφωνα με το υλικό που αυτό έχει ενώπιόν του (το τι προκύπτει, δηλαδή, από τα δικόγραφα και την κατατεθειμένη ενώπιόν του μαρτυρία), υπάρχει, εκ πρώτης όψεως, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και καλή συζητήσιμη υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ από την ένορκη δήλωση της κας Νάντιας Νικολάου που υποστηρίζει την Αίτηση και τα δικόγραφα της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση εναντίον αμφοτέρων των Εναγομένων. Παρά το ότι ο ισχυριζόμενος δόλος στη σύναψη της συμφωνίας ημερ. 26.3.14 απαιτεί μεγαλύτερο βάρος απόδειξης από την παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων (διαδικασίες στην Πολωνία) εντούτοις θεωρώ ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και κατά συνέπεια ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Με παρόμοια κριτήρια αξιολογείται στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο και η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης προοπτικής ή ορατότητας επιτυχίας ενός ενάγοντα στην αγωγή που ήγειρε. Όπως τέθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802: «σε ενδιάμεση θεραπεία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί πιθανότητας ύπαρξής του». Απαιτείται δηλαδή σοβαρή ένδειξη περί ύπαρξης δικαιώματος, και όχι η ουσιαστική απόδειξη αυτού, ώστε να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση ύπαρξης ορατότητας επιτυχίας ενός διαδίκου. Η ερμηνεία αυτή, εκτός από παγιωμένη, είναι και συνάδουσα με τον τρόπο αξιολόγησης των γεγονότων στον οποίο προβαίνουν τα Δικαστήρια σε ενδιάμεσες αιτήσεις έκδοσης διαταγμάτων, αφού δεν υπεισέρχονται σε πλήρη αξιολόγηση της ενώπιον τους μαρτυρίας αλλά σε εκ πρώτης όψεως αξιολόγηση αυτής (βλ. σχετικά Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνα Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248 και Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Και αυτό το κριτήριο θεωρώ ότι ικανοποιείται υπό τις περιστάσεις, καθότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένη μαρτυρία, διαφαίνεται μια δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων 1 και 2 προς αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Μία σειρά από πράξεις και/ή ενέργειες όπως αποκαλύπτονται στην ένορκη δήλωση της Νάντιας Νικολάου πριν και μετά τον καταρτισμό της σύμβασης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πιθανόν εις βάρος των Εναγόντων να στήθηκε μία πλεκτάνη από τους Εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι, με δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, συνωμοσία προς καταδολίευση (ως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται) και τη συνολική αδικοπρακτική τους συμπεριφορά, να έχουν προκαλέσει ουσιαστική ζημία στους Ενάγοντες. Βάση της καταχωρηθείσας αγωγής είναι η ισχυριζόμενη δόλια συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 ο οποίος ενεργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στο καταρτισμό της σύμβασης ημερ. 26.3.2014 για λογαριασμό και/ή εκ μέρους της Εναγόμενης 2 σύμφωνα με τα όσα μνημονεύονται στην έκθεση απαίτησης και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της κας Νάντιας Νικολάου για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Η ισχυριζόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 που κατήρτισε και εκτέλεσε - όπως οι Ενάγοντες διατείνονται - ένα δόλιο σχέδιο εις βάρος τους υπερβαίνει - σύμφωνα με τους Ενάγοντες - τη συμβατική ευθύνη της Εναγόμενης 2 έναντι των Εναγόντων (για την οποία οι Ενάγοντες εκινήθηκαν δικαστικά στην Πολωνία και εξασφάλισαν εκτελεστή δικαστική απόφαση) η οποία θέτει αυτομάτως τα θεμέλια για τη δημιουργία αδικοπρακτικής αστικής ευθύνης και της ίδιας της Εταιρείας Εναγόμενης 2 μέσω της οποίας έγιναν οι δόλιες μεταβιβάσεις αλλά και του ίδιου του Εναγόμενου 1 για δόλο, απάτη, συνομωσία προς καταδολίευση, και πρόκληση ζημιάς με παράνομα ή αθέμιτα μέσα, αδικαιολόγητο πλουτισμό, ψευδείς παραστάσεις και παράνομη πρόκληση άλλου σε παράβαση σύμβασης, εξ αιτίας των οποίων οι Ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά περίπου €7.000.000,00. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 πληρούνται, καθώς από τη προσκομισθείσα μαρτυρία έχει καταδειχθεί η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης, όπως επίσης και ορατή πιθανότητα επιτυχίας των Εναγόντων στην Αγωγή, στη βάση των παγιωμένων αρχών της Νομολογίας όπως αποτυπώθηκαν αντίστοιχα -μεταξύ άλλων - στην Parico Aluminium και T.A. Micrologic (ανωτέρω). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή η αναγκαιότητα έκδοσης των διαταγμάτων παγοποίησης διότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο έχει ερμηνευθεί από την νομολογία ότι διαλαμβάνει μια ευρύτερη διάσταση, περιλαμβάνοντας και άλλους παράγοντες, πέραν της υλικής ζημιάς που μπορεί να προκληθεί από την μη έκδοση του Διατάγματος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο επί του προαναφερόμενου ζητήματος στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd v The Timberland Co
(1997)1 ΑΑΔ 1791: «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου την θεραπεία.» Σχετικό επί του προκείμενου είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κώστας Κυρίσαββας κ.α. ν Χάρη Κύζη
(2001)1Β ΑΑΔ 1245, 1253, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια ερμηνείας της τρίτης προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 αναφέρει τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος δεν παρουσίασε ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία για την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκαλείτο στο κτήμα αν αφήνετο να προχωρήσει και συμπληρωθεί η ανέγερση του περιπτέρου. Όμως η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης ν Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231)» Σε ότι αφορά το ζήτημα του κινδύνου αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσίας και τις συνέπειες που ένας τέτοιος κίνδυνος θα έχει στην απονομή της δικαιοσύνης, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αναφέρει τα ακόλουθα στην υπόθεση Larticon Co v Detergenta Developments Ltd
(2004)1Β ΑΑΔ 1121 : «Έχουμε εξετάσει προσεκτικά τα στοιχεία που έχουν προβληθεί και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση μας κρίνεται επιβεβλημένη. Η εισήγηση ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι ορθή, αφού όπως έχει νομολογιακά τονισθεί το άρθρο 5 αντιστοιχεί στην Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Το Πρωτόδικο εύρημα ότι απαιτείται «στερεά, θετική μαρτυρία» και «απτά στοιχεία» για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος είναι ορθό αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λτδ (Πολιτική Έφεση 11013 της 13/6/2001): Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.'» Όπως εκτίθεται στις παραγράφους 39-47 της ένορκης δήλωσης της κας Νάντιας Νικολάου, οι Ενάγοντες έχουν προσπαθήσει να δεσμεύσουν περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 2 στην Πολωνία, όπως επίσης και να ικανοποιήσουν τις οικονομικές τους απαιτήσεις από τις εγγυήτριες της Εναγόμενης 2 Εταιρείας, SkladyWegla και MM Group, χωρίς όμως επιτυχία. Το γεγονός ότι το μοναδικό ποσό που κατάφεραν να εξασφαλίσουν από τις δύο εγγυήτριες εταιρείες ανέρχεται σε περίπου €72.000, δηλαδή σχεδόν το 1% του συνολικά οφειλόμενου ποσού, καταδεικνύει τις όποιες πιθανότητες ικανοποίησης της απαίτησης των Εναγόντων από διαδικασίες που σχετίζονται αποκλειστικά με την Εναγόμενη 2 Εταιρεία, καθώς ο Εναγόμενος 1 έχει, μέσω του σχεδίου εξαπάτησης των Εναγόντων το οποίο επινοήθηκε και εκτελέστηκε από αυτόν, καταφέρει να αποξενώσει όλα σχεδόν τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης
- Προκύπτει, λοιπόν, πρόδηλα η ανάγκη διατήρησης σε ισχύ των εκδοθέντων Διαταγμάτων προς το σκοπό της αποφυγής περαιτέρω αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει η Εναγόμενη 2 αλλά και ο ίδιος ο Εναγόμενος 1, ο οποίος έχει αρχίσει σύμφωνα με τους Ενάγοντες προσπάθειες αποξένωσης και των προσωπικών του περιουσιακών στοιχειών, αντιλαμβανόμενος προφανώς την έκταση και της δικής του προσωπικής αδικοπρακτικής ευθύνης αλληλεγγύως με την Εναγόμενη 2 έναντι των Εναγόντων, η οποία υπερβαίνει σαφώς τη συμβατική ευθύνη της Εναγόμενης 2 δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 26.03.
- Η ανάγκη, λοιπόν, να καταστούν απόλυτα τα εκδοθέντα διατάγματα καθίσταται σαφής λαμβάνοντας υπ' όψη και τα όσα εκτίθενται στις παραγράφους 49-52 της ένορκης δήλωσης της κας Νάντιας Νικολάου. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 1 κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης 9.6.2015 ήταν έτοιμος να προβεί σε μεταβίβαση των μετοχών που ο ίδιος και η Εναγόμενη 2 κατείχαν άμεσα ή έμμεσα κατά το χρόνο εκείνο στη δημόσια εταιρεία HAWE, καθώς επίσης και στην Κυπριακή εταιρεία TrinityBay Investments, τα οποία ήταν τα εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία με πραγματική αξία ικανά να χρησιμοποιηθούν προς ικανοποίηση των πιστωτών των Εναγομένων 1 και 2 και, συγκεκριμένα, των Εναγόντων. (Βλέπε Τεκμήρια 13 και 14(α) και (β) της ένορκης δήλωσης της κας Νάντιας Νικολάου όπου διαφαίνονται καθαρά οι προθέσεις του Εναγόμενου 1 προς μεταβίβαση των πιο πάνω μετοχών). Παραθέτω αυτούσια την παράγραφο 50 της ένορκης δήλωσης της Νάντιας Νικολάου: "
- Αποδεικτικά των εν λόγω στοιχείων είναι τα επισυνημμένα, ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 13 και 14(α) & (β), αντίστοιχα, ακόλουθα έγγραφα: α) ένα δημοσίευμα στην ηλεκτρονική έκδοση του Economic Journal Online ημερ. 02.06.2015, στην οποία ο ίδιος ο Εναγόμενος/Καθ΄ ού η Αίτηση 1 παραδέχεται ξεκάθαρα την πρόθεσή του να πωλήσει τις μετοχές που κατέχει στην HAWE σύντομα - "soon" (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13), καθώς και β) μια ανάρτηση (tweet) στις 02.06.2015 στον προσωπικό του λογαριασμό στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης TWITTER, στην οποία ο ίδιος δηλώνει ότι πολύ σύντομα θα είναι σε θέση να πωλήσει τις εν λόγω μετοχές. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14(α) είναι στα Πολωνικά, ενώ το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14(β) αποτελεί την ανεπίσημη μετάφραση του (από την εφαρμογή 'Google Translate' ) στα Αγγλικά." Αξίζει να σημειωθεί ότι στο χρόνο που μεσολάβησε από την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 9.6.15, ο Εναγόμενος 1, κατά παράβαση του εν λόγω διατάγματος, έχει ολοκληρώσει τη μεταβίβαση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, καταφέρνοντας έτσι να ελαχιστοποιήσει και/ή εκμηδενίσει τις πιθανότητες των Εναγόντων να ικανοποιήσουν την εκδοθείσα προς όφελος τους απόφαση του Πολωνικού Δικαστηρίου δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 26.3.
- Είναι φανερό ότι η Εναγόμενη 2 Κυπριακή Εταιρεία επί της οποίας τα Πολωνικά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας (βλέπε απόφαση ημερ. 21.1.16) και ουσιαστικά απεδείχθησαν απρόθυμα να προστατεύσουν τους Ενάγοντες από την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της, καταδεικνύει ότι θα είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο να αποζημιωθούν πλήρως οι Ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο εάν τα εκδοθέντα διατάγματα παγοποίησης περιουσίας των Εναγομένων 1 και 2 εκτός δικαιοδοσίας δεν οριστικοποιηθούν. Στην Seamark Consultancy Services Ltd κ.ά. ν. Joseph P Lasala κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 162 αναγνωρίστηκε η δυνατότητα των Δικαστηρίων δυνάμει του άρθρου 32 να εκδίδουν διατάγματα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων και εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, ανατρέποντας τη συσταλτική ερμηνεία που είχε δοθεί στην Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 CLR 583: «Στην υπόθεση BP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 τονίστηκε ότι τα δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Σε σχέση με την αλλαγή που επήλθε στην Αγγλική νομολογία το 1975, με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων τύπου Mareva, το Εφετείο στην προαναφερόμενη υπόθεση παρατήρησε ότι το άρθρο 45 του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act του 1925, στο οποίο βασίστηκαν οι Αγγλικές αποφάσεις Nippon Ysen Kaisha v. Karagiorghis [1975] 3 All E.R. 282 και Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carriers S.A. [1975] 2 Lloyd's Rep. 509, είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 37
(1)του δικού μας παλαιού περί Δικαστηρίων Νόμου 40/53 και με το άρθρο 32 του ισχύοντος Νόμου 14/60. Είναι πρόδηλο πως τα Αγγλικά δικαστήρια έκριναν τότε ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία, ειδικότερα στον τομέα της επικοινωνίας, καθώς βέβαια και τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων. Λέχθηκε στην υπόθεση Κιταλίδης (ανωτέρω) ότι σήμερα μπορεί να γίνουν δοσοληψίες σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε λίγα λεπτά μέσω του συστήματος τηλεμηνυμάτων. Χρήματα μπορεί να μεταφερθούν από τον ένα λογαριασμό σε άλλο και από τη μια χώρα στην άλλη σε λίγα δευτερόλεπτα. Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ' αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς. Είναι προφανές λοιπόν ότι, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 με το οποίο παρέχεται ευρύτατη εξουσία στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα, και με βάση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κιταλίδη (ανωτέρω) περί αναδιάπλασης του πλαισίου της εξουσίας των δικαστηρίων ώστε τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδίδονται να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς αλλά και τα όσα παρατηρήθηκαν, γενικά, σε σχέση με τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων, παρείχετο έρεισμα στο πρωτόδικο δικαστήριο να εκδώσει, στην προκείμενη περίπτωση, παρεμπίπτοντα διατάγματα που να δεσμεύουν και περιουσιακά στοιχεία των εφεσειόντων, εκτός δικαιοδοσίας. Με την ευρύτητα του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως ερμηνεύτηκε στην Κιταλίδης (ανωτέρω), κρίνουμε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα στο να επεκτείνει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το διάταγμα τύπου Mareva που εξέδωσε και σε περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας. Σημειώνουμε ότι στο Άρθρο 32 δεν τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός, εκτός από τις τρεις προϋποθέσεις. .... Όσον αφορά την ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν 14/60, στην παρούσα υπόθεση, συμφωνούμε με τον ευπαίδευτο πρωτόδικο Δικαστή ότι αυτές ικανοποιούνται στην παρούσα υπόθεση. ... Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, υπήρχε επαρκής μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου που έδειχνε ότι ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των εφεσειόντων ήταν υπαρκτός και υπήρχε και πιθανότητα μη ικανοποίησης μιας απόφασης που τυχόν να πετύχουν στο τέλος οι εφεσίβλητοι. Στο συμπέρασμα αυτό, με το οποίο συμφωνούμε, κατέληξε το πρωτόδικο δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη το περίπλοκο των γεγονότων υπό το φως του καταλογιζόμενου περίτεχνου δόλου εις βάρος των εφεσιβλήτων με τον οποίον εξαπατήθηκαν τόσο οι Αρχές των Η.Π.Α. όσο και οι μέτοχοι της εταιρείας. ... Όσον αφορά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτοδίκου δικαστηρίου αυτό έκρινε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε σαφώς υπέρ των εφεσιβλήτων και ότι ήταν επάναγκες να διατηρηθεί το status quo ante προς διατήρηση των δεδομένων ως είχαν αμέσως πριν την έγερση της αγωγής. Συμφωνούμε με αυτά τα συμπεράσματα και την κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Διαφωτιστική επίσης και η πιο κάτω περικοπή από την Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την εξουσία έκδοσης διαταγμάτων παγοποίησης σε περιπτώσεις που: " . Πρόκειται ωστόσο για εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ . Κλασσικό παράδειγμα της εξαίρεσης που έχουμε υπόψη αποτελούν περιπτώσεις διαταγμάτων mareva, εκεί όπου προκύπτει κίνδυνος απομάκρυνσης των περιουσιακών στοιχείων του χρεώστη από τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, ιδίως όταν και ο χρεώστης βρίσκεται εκτός. » Αυτός ο κίνδυνος, ήτοι η τελική απόφαση που θα εκδοθεί να μην μπορεί να ικανοποιηθεί, υφίσταται και στην υπό εξέταση περίπτωση ενόψει της δόλιας συμπεριφοράς με την οποία ενήργησε (ως διατείνονται οι Ενάγοντες) κατά τον καταρτισμό της σύμβασης και φαίνεαι να εξακολουθεί να ενεργεί ο Εναγόμενος 1 και η Εναγόμενη 2 Εταιρεία η οποία ελέγχεται πλήρως από αυτόν, και, ως εκ τούτου, δικαιολογείται πλήρως η διατήρηση σε ισχύ των εκδοθέντων διαταγμάτων παγοποίησης μέχρι την περάτωση της υπό τον άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής. Είναι περισσότερο από ορατός ο κίνδυνος σε περίπτωση επιτυχίας των Εναγόντων, να έχουν εκτελεστή απόφαση εναντίον του αδικοπραγήσαντα Εναγόμενου 1 και της Εναγομένης 2 και να είναι αδύνατο να εισπράξουν τα προς αυτούς οφειλόμενα ποσά. Το ισοζύγιο δικαιοσύνης/ευχέρειας που πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο υποδηλώνει, το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν λανθασμένη (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) ΑΑΔ 788, 795). Στην προκειμένη περίπτωση, η φύση και η έκταση της ζημίας που αναμένετο να υποστούν οι Ενάγοντες ως αποτέλεσμα της μη έκδοσης των αιτούμενων Προσωρινών Διαταγμάτων περιγράφηκε με αρκετή λεπτομέρεια στην ένορκη δήλωση της Νάντιας Νικολάου και τεκμηριώθηκε, επαρκώς, το ότι αυτή η ζημιά θα ήταν πολύ πιο σοβαρή και αυξημένη από την όποια ταλαιπωρία την οποία πιθανόν να υφίσταντο οι Εναγόμενοι 1 και 2 σε περίπτωση έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων. Επιπρόσθετα, λόγω ακριβώς της έκδοσης των επίδικων Διαταγμάτων, το status quo ante διατηρήθηκε, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, η εύλογα αναμενόμενη περαιτέρω αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 2 θα ήταν μη αναστρέψιμη σε μεταγενέστερο στάδιο. Εξ ού και προκύπτει η ανάγκη διατήρησης της ισχύος των επίδικων εκδοθέντων μονομερώς διαταγμάτων παγοποίησης μέχρι το τέλος της διαδικασίας. Παραμένει να εξεταστεί η έκδοση ή μη του διατάγματος αποκάλυψης (επιδιωκόμενη θεραπεία Γ). Ανάλυση σε σχέση με τις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας τύπου Norwich Pharmacal έγινε στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625 (Ch), στην οποία θεωρείται ότι κωδικοποιήθηκαν οι σχετικές "επιταγές" για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων αποκάλυψης: "
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued." Περαιτέρω, στην Ashworth Security Hospital v. MGN
(2002)WL 1310757, έχει επεξηγηθεί ότι αυτό που είναι αναγκαίο για να εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών ή εγγράφων εναντίον κάποιου προσώπου, δεν είναι το πρόσωπο να έχει διαπράξει άδικη πράξη ή να έχει παραβεί σύμβαση ή να έχει διαπράξει άλλο αστικό ή ποινικό αδίκημα, αφού είναι αρκετό αλλά και αναγκαίο, να αποδειχτεί ότι το πρόσωπο εμπλέκεται με κάποιο τρόπο, έστω αθώο, στην διάπραξη της άδικης πράξης: "His analysis of the case law and the principles involved to my mind makes two things in particular abundantly clear. The first is that the jurisdiction recognized in Norwich Pharmacal Co. v. Customs and Excise Commissioners
(1974)AC 133 to order disclosure of, inter alia, the identity of a source of information or documents does not depend on whether the person against whom the order is sought has committed a tort, a breach of contract or other civil or criminal wrong. It is sufficient but, it is important to stress, also necessary that the person should be shown to have "participated" or been "involved" in the wrongdoing which is at the basis of the application for discovery". Το ίδιο είχε λεχθεί και στην προγενέστερη υπόθεση Bankers Trust Co v. Shapira and others
(1980)3 All ER 355 και, συγκεκριμένα: "Disclosure can in certain circumstances be obtained under the principle applied by the House of Lords in Norwich Pharmacal v. Customs & Excise Commissioners which is derived from the discovery which can be ordered by a court of equity: ....
(7)it follows that the principle is available when there is only evidence that the respondent may have been mixed up, participated or become involved in a wrong. ...
(16)The width of the order and whether is a limited to specific documents is itself part of the exercise of the discretion. It may not be appropriate in certain situations to impose any greater burden on a third party than requiring specific documents as can be imposed on a third party by a witness summons, in others the disclosure can be required as a class of documents.
(17)Normally, if the person giving the disclosure is not himself a wrongdoer, the claimant will have to indemnify him against his costs incurred in assisting him. Οι αρχές που προκύπτουν από την προαναφερόμενη απόφαση Bankers Trust Co. έτυχαν αποδοχής από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμος Εταιρεία κ.α.
(2001)1Α ΑΑΔ 153. Όπως αναγνώρισε το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και η Κυπριακή Νομολογία δεν διαφωτίζει το δικαιοδοτικό ζήτημα που εγείρεται σε σχέση με την παροχή τέτοιου είδους διαταγμάτων, η Αγγλική νομολογία παίρνει θετική στάση απέναντι σ' αυτό και, ως εκ τούτου, το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να χορηγείται από τα Δικαστήρια όταν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη εκδίκαση της αίτησης. Επιπρόσθετα, σε μια σειρά αποφάσεων με κύρια την υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616 (Ch), επιβεβαιώθηκε ότι στα πλαίσια των αρχών της Norwich Pharmacal, η αποκάλυψη που μπορεί να διατάξει το δικαστήριο δεν περιορίζεται μόνο στην ταυτότητα προσώπου που σχετίζεται με την άδικη πράξη, αλλά περιλαμβάνει, και άλλα στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία για τον Ενάγοντα, ούτως ώστε να θέσει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον υπάρχει ένδειξη περί ύπαρξης κάποιας άδικης πράξης εναντίον του: "So Norwich Pharmacal is not limited simply to the case of finding out of the name of a wrong-doer. It also extends to cases where there is a good indication of wrong-doing, but not every piece of what the claimant needs to plead a case is fully in position". ...... "In its time Norwich Pharmacal was ground-breaking. It was argued, indeed, that it was a very special case, virtually unique, because how often does one know that one has had a wrong done to one, not know who did it but know a man who does? However, things have moved on. The jurisdiction of equity to assist in the attainment of justice has been seen to apply to other kinds of case too. Thus, similar orders are now made pursuant to the jurisdiction established in Bankers Trust v. Shapira." Με την πιο πάνω θέση συμφωνούν και τα Κυπριακά Δικαστήρια, καθότι, όπως αναφέρθηκε στην καθοδηγητική απόφαση στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. v Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1Β ΑΑΔ 1403: "Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366)." Απλή και μόνο ανάγνωση των διαταγμάτων αποκάλυψης που αιτούνται οι Ενάγοντες φανερώνει ότι οι αιτούμενες πληροφορίες είναι αναγκαίες πρωτίστως προκειμένου οι Ενάγοντες να μπορέσουν να εντοπίσουν τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων τα οποία αποξενώθηκαν, ήτοι 'to trace the assets', και συγκεκριμένα τις μετοχές και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία δολίως και με σκοπό την εξαπάτηση των Εναγόντων αποξένωσαν ήδη ο Εναγόμενος 1 και η Εναγόμενη 2, αλλά και προκειμένου να ενημερωθούν αναφορικά με τα κινητά και/ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία τα οποία κατείχε ή κατέχει ο Εναγόμενος 1 και η Εναγόμενη 2 είτε προσωπικά είτε από κοινού με άλλα πρόσωπα, είτε μέσω εμπιστευμάτων, και των οποίων ο Εναγόμενος 1 ή η Εναγόμενη 2 ήταν και/ή είναι οι εγγεγραμμένοι και/ή οι τελικοί ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι, από τις 26.3.14 και μέχρι την καταχώρηση της αιτούμενης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Δεδομένης της καλής εκ πρώτης όψεως υπόθεσης για απάτη, δόλο, συνωμοσία προς καταδολίευση, την οποία έχουν καταδείξει οι Ενάγοντες ακολουθώντας τις σύγχρονες εξελίξεις στον τομέα των διαταγμάτων αποκάλυψης, όπως αυτές διατυπώθηκαν στις προαναφερόμενες Αγγλικές αποφάσεις και συγγράμματα, θεωρώ επιβεβλημένο για το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης το οποίο είναι απολύτως αναγκαίο υπό τις περιστάσεις προκειμένου να διαφωτίσουν και στοιχειοθετήσουν περαιτέρω το πραγματικό μέγεθος της ισχυριζόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των Εναγομένων 1 και 2 και πιθανόν άλλων εμπλεκόμενων προσώπων. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd v Darya Abramchyk Πολ. Εφ. 319 και 320/11 ημερ. 13.2.2014: «Στο τέλος της ημέρας εκείνο που προσμετρά είναι η αναγκαιότητα λήψης των πληροφοριών κρινόμενο πάντοτε κάτω από τα γεγονότα της εκάστοτε υπόθεσης.» Ενόψει του ότι: α) έχει επισυμβεί αδικοπραξία εις βάρος των Εναγόντων από τις δόλιες ενέργειες και ψευδείς παραστάσεις του Εναγόμενου 1 και της Εναγόμενης 2 με σκοπό την εξαπάτησή τους, β) οι Ενάγοντες επιζητούν τις πληροφορίες που υπολείπονται ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζουν το συνολικό μέγεθος και το πλήρες φάσμα της αδικοπραξίας που έχει συμβεί εις βάρος τους, ώστε να είναι σε θέση να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους στην πλήρη της διάσταση (βλ. Carlton Films και Avila ανωτέρω), να ολοκληρώσουν τη διαθέσιμη μαρτυρία και να εξακριβώσουν τη διαδρομή και τον τελικό προορισμό των περιουσιακών στοιχείων που αποξενώθηκαν δολίως μετά από την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας μεταξύ τους και γ) οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν εμφανώς εμπλακεί στην αδικοπραξία αυτή μέσω των ενεργειών και των παραστάσεων τους, πληρούνται πλήρως οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal ως το αιτητικό Γ της αίτησης. Προτού ολοκληρώσω θα πρέπει να εξετάσω τις ενστάσεις που προβάλλουν οι Εναγόμενες για την μη οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και την μη έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης. Οι Εναγόμενες 1 και 2 διατείνονται ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι παρέκκλισης από την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης της εκατέρωθεν ακρόασης των διαδίκων πριν την έκδοση με μονομερή αίτηση των διαταγμάτων. Ουσιαστικά επικαλούνται ότι δεν υπήρχε κατεπείγον στην έκδοση των διαταγμάτων κατά παρέκκλιση του κανόνα να ακούγονται αμφότερες οι πλευρές. Το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί "δικαιοδοτικό όρο" για την παροχή θεραπείας μονομερώς (In Re Stavros Appartments Ltd κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 836 και Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ
- Η υπό εκδίκαση αίτηση και τα εκδοθέντα διατάγματα φέρουν ημερομηνία καταχώρησης 9.6.
- Οι Ενάγοντες διατείνονταν στην ένορκη δήλωση της Νάντιας Νικολάου ότι στις αρχές Ιουνίου 2015 θορυβημένοι από τις ρητές δηλώσεις του Εναγόμενου 1 ότι θα αποξενώσει και άλλα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον ίδιο και την Εναγόμενη 2 Εταιρεία άμεσα ή έμμεσα (βλέπε παράγραφο 50 ένορκης δήλωσης Νάντιας Νικολάου, Τεκμήρια 13 και 14 ανωτέρω) αποτάθηκαν στο Δικαστήριο καταχωρώντας την παρούσα αγωγή και τη μονομερή αίτηση επιδιώκοντας τις θεραπείες παγοποίησης και αποκάλυψης για να εμποδίσουν περαιτέρω αποξένωση περιουσίας και να εντοπίσουν δόλια μεταβιβασθείσα περιουσία ανήκουσα στους Εναγόμενους 1 και
- Ουσιαστικά τον Ιούνιο του 2015 έγινε ευρέως γνωστό ότι ο Εναγόμενος 1 προτίθετο να αποξενώσει τις μετοχές που κατείχε στη δημόσια εταιρεία HAWE. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι υφίστατο κατά το χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων παγοποίησης ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος (ανεξάρτητα από τις καταγγελίες των Εναγόντων που εξέταζε από τον Αύγουστο του 2014 η Πολωνική Αστυνομία) που επέτρεπε στο Δικαστήριο να εκδώσει μονομερώς τα διατάγματα, δηλαδή χωρίς να ακουστεί η πλευρά των Εναγομένων. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 1 και 2 εγείρουν το ζήτημα της δήθεν μη πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης από πλευράς των Εναγόντων κατά την παρουσίαση της αίτησης ημερ. 9.6.
- Σχετικές επί του θέματος είναι, μεταξύ άλλων, και οι υποθέσεις Resola (ανωτέρω) και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited και άλλων
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601, στην οποία αναφέρθηκαν μάλιστα τα εξής: ''Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. .... Το κριτήριο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος [...] Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής''. Περαιτέρω, στην υπόθεση Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου και άλλοι v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου και άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264, τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης, η οποία, λόγω της ύψιστης πίστης που την περιβάλλει, επιβάλλει στον Αιτητή καθήκον πλήρους αποκάλυψης: ''H διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου''. Οι πιο πάνω θέσεις της νομολογίας μας περί αυστηρού καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης οδήγησαν, ωστόσο, τα Δικαστήρια σε καταιγισμό άσχετων και περιττών εγγράφων και στοιχείων, καθότι εν τη απουσία ''αποκάλυψης'' οποιουδήποτε τυχαίου και μη ουσιώδους στοιχείου, διάδικοι επιχειρούσαν την απόρριψη διαταγμάτων που είχαν εκδοθεί μονομερώς. Η πιο πάνω πρακτική αποδοκιμάστηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG κ.α. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολ. Έφ. Αρ. Ε6/2014, 27.2.
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα το οποίο κατά την γνώμη μου είναι πλήρως διαφωτιστικό: "Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω)''. Προκύπτει λοιπόν ότι η σύγχρονη τάση της Νομολογίας των Κυπριακών Δικαστηρίων όπως τέθηκε στην Commerzbank (ανωτέρω), είναι η στάθμιση του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός και τι όχι, ώστε ο κανόνας ακύρωσης του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης να μην μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας. Θα συμφωνήσω με τους Ενάγοντες ότι η ισχυριζόμενη μη αποκάλυψη εκ μέρους των Εναγόντων αφορά σε μη ουσιώδη στοιχεία τα οποία σε καμιά περίπτωση δεν θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου εάν είχαν αποκαλυφθεί στην αρχική ένορκη δήλωση της Νάντιας Νικολάου που συνοδεύει την αίτηση. Και εξηγούμε: (α) Στις συμφωνίες Τεκμήρια 5 και 6 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 και σύμφωνα με τον ίδιο αποτελούν συνολική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 2 οι Ενάγοντες δεν αποτελούν μέρος αυτών. Κατά συνέπεια οι όποιες συμφωνίες της Εναγομένης 2 Εταιρείας και άλλων τρίτων νομικών προσώπων (Energo και ΜΜ Group) και όχι των Εναγόντων δεν δεσμεύουν τους Ενάγοντες ούτε και θα έπρεπε βεβαίως να αποκαλυφθούν από τους Ενάγοντες. (β) Ούτε τα Τεκμήρια 8 και 9 στην ένορκη δήλωση Εναγομένου 1 που συνοδεύουν αμφότερες τις ενστάσεις συνιστούν παραδοχές αξιωματούχων των Εναγόντων και της μητρικής τους εταιρείας ως προς τον καταρτισμό μιας συνολικής συμφωνίας διευθέτησης των διαφορών των Εναγόντων και της Εναγομένης
- Κατά συνέπεια ούτε αυτές θα έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί από τους Ενάγοντες και δεν μπορούν να θεωρηθούν "ουσιώδη γεγονότα" που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου. (γ) Το Τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 που συνοδεύει τις ενστάσεις αμφοτέρων επιβεβαιώνει το αντίθετο αυτού το οποίο ο Εναγόμενος 1 προσπαθεί να πείσει το Δικαστήριο ότι συμβαίνει, δηλαδή ότι κατόπιν οδηγιών των Εναγόντων η εταιρεία KREX απέσυρε την αγωγή που είχε καταχωρήσει εναντίον της Εναγόμενης 2 Εταιρείας. Από το Τεκμήριο 13 προκύπτει ότι είναι η Εναγόμενη 2 Εταιρεία που αιτήθηκε την απόσυρση της συγκεκριμένης αγωγής. Θέμα άσχετο και κατά συνέπεια μη ουσιώδες στην κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά την έκδοση ή μη των μονομερώς αιτουμένων να εκδοθούν διαταγμάτων παγοποίησης και αποκάλυψης. (δ) Από το Τεκμήριο 3 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Θεοδώρας Παπακυριάκου ημερ. 25.9.15 είναι σαφές ότι το Δικαστήριο της Βαρσοβίας εξέδωσε απόφαση απορρίπτοντας τη διαδικασία την οποία ήγειρε η Εναγόμενη 2 Εταιρεία εναντίον των Εναγόντων προσπαθώντας να πείσει το Δικαστήριο ότι ουδεμία υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού είχε δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 26.3.14 λόγω της ύπαρξης άλλων σχετικών συμφωνιών με τρίτα πρόσωπα (βλέπε [α] και [β] ανωτέρω). Θέμα μη ουσιώδες και ορθά μη αποκαλυφθέν. (ε) Γίνεται προσπάθεια στην ένορκη δήλωση των Εναγομένων που συνοδεύει την ένσταση ότι η Εναγόμενη 2 Εταιρεία είναι φερέγγυα. Για το σκοπό αυτό παρατίθεται η αξία της εταιρείας Sklady Wegla αποκλειστικών συμφερόντων του Εναγόμενου 1 ως αυτή ήταν τον Ιούνιο του 2014 και παραλείπεται να αναφερθεί ότι αυτή μέσα σε λίγους μήνες έχασε όλη την περιουσία της και από εταιρεία με περιουσία 173.000.000 ζλότι είναι σήμερα υπό πτώχευση. Η αξία της πιο πάνω εταιρείας το 2014 δεν ήταν ουσιώδες θέμα που έπρεπε να αποκαλυφθεί. (στ) Το πιο ουσιώδες θέμα που εγείρουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 όσον αφορά τη μη αποκάλυψη είναι ότι οι Ενάγοντες σκόπιμα απέκρυψαν άλλες διαδικασίες που αυτοί ήγειραν στην Πολωνία εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 με τα ίδια επίδικα θέματα, τα ίδια γεγονότα και στα οποία προέβαλαν τους ίδιους ισχυρισμούς που προβάλλουν στην παρούσα διαδικασία. Από τη μελέτη όμως της νομικής γνωμάτευσης της Δρ Madgalena Konopacka Τεκμήριο 2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Θεοδώρας Παπακυριάκου καταφαίνεται ότι οι πολωνικές διαδικασίες βασίζονται στην παράβαση της σύμβασης ημερ. 26.3.14 διαφέρουν κατά πολύ της παρούσας αγωγής που έχει εγερθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και στην οποία η βάση της αγωγής είναι ο δόλος και η απάτη που χρησιμοποίησε ο Εναγόμενος 1 διά μέσου της πλήρους ελεγχόμενης από αυτόν Εναγόμενης 2 Κυπριακής Εταιρείας για τον καταρτισμό της σύμβασης ημερ. 26.3.14 και της εξαπάτησης των Εναγόντων λαμβάνοντας υπόψη της διαδικασίας αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 2 που άρχισε αμέσως μετά τον καταρτισμό της σύμβασης. (ζ) Το θέμα του εφαρμοστέου δικαίου είχε τεθεί και αποφασιστεί στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 21.1.16 και κατά συνέπεια δεν υπήρχε θέμα να τεθεί στο πλαίσιο της μονομερούς αίτησης για την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης και αποκάλυψης θέμα εφαρμοστέου δικαίου μάλιστα ως ουσιώδες θέμα από τους ίδιους τους Ενάγοντες η μη αποκάλυψη του οποίου θα συνεπάγετο την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Αιτία της παρούσης αγωγής όπως έχω αναφέρει δεν είναι η παράβαση της σύμβασης που αφορά τις πολωνικές διαδικασίες αλλά ο δόλος, η απάτη, οι ψευδείς παραστάσεις και η συνομωσία προς καταδολίευση των Εναγομένων οι οποίες επέφεραν προκάλεσαν ζημιά στους Ενάγοντες την οποία διεκδικούν υπό τη μορφή αποζημιώσεων. Κατά συνέπεια δεν εγείρεται θέμα κατάχρησης της διαδικασίας από μέρους των Εναγόντων οι οποίοι προωθούν δήθεν δύο παράλληλες διαδικασίες για να εξασφαλίσουν εις διπλούν τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά. Γίνεται επίσης προσπάθεια εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 οι οποίοι στηρίζονται σε ανάλυση του Πολωνικού Δικαίου (που δεν είναι το εφαρμοστέο δίκαιο - βλέπε απόφαση ημερ. 21.1.16) ότι δεν υπάρχει αστική ευθύνη εκ μέρους της Εναγομένης 2 Εταιρείας εφόσον καταλογίζεται δόλος και/ή απάτη στον Εναγόμενο 1 (φυσικό πρόσωπο), η δε Εναγόμενη 2 Εταιρεία έχει ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα από τον Εναγόμενο 1 και είναι αυτή που είχε συμβληθεί με τους Ενάγοντες. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποίησε ως όχημα καταδολίευσης των Εναγόντων την Εναγομένη 2 Εταιρεία και τους αξιωματούχους αυτής (Εναγόμενους 3 και 4). Ο Εναγόμενος 1 είναι το μοναδικό πρόσωπο πίσω από την Εναγόμενη 2 Εταιρεία. Στην κλασσική Αγγλική αυθεντία επί του θέματος της ανεξάρτητης νομικής προσωπικότητας Salomon v. Salomon & Co
(1987)A.C.22, αποφασίστηκε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου παραμερίζεται το πέπλο (lifting the veil) που δημιουργεί μια εταιρική οντότητα ως ξεχωριστή νομική προσωπικότητα για να καταφανεί ποιος κρύβεται πίσω από αυτό (βλέπε επίσης Michaelides v. Gavrielides
(1980)1 CLR 244, Bank of Cyprus (Holdings) v. Republic
(1983)3 CLR 636, Bank of Cyprus (Holdings) v. Republic
(1985)3 CLR 1883, Αδελφοί Παπαθανασίου Λτδ. κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 2296). Τα όσα επεσυνέβησαν στα Πολωνικά Δικαστήρια στις πολλαπλές διαδικασίες που επιχειρήθηκαν εκεί δεν θα με απασχολήσουν στο πλαίσιο αυτής της ενδιάμεσης απόφασης οριστικοποίησης των εκδοθέντων μονομερώς διαταγμάτων παγοποίησης και έκδοσης του διατάγματος αποκάλυψης. Οι Πολωνικές διαδικασίες που στηρίζονται στο Πολωνικό δίκαιο που δεν είναι το εφαρμοστέο δίκαιο (βλέπε απόφαση ημερ. 21.1.16) δεν μπορούν να αλλοιώσουν την κρίση του Δικαστηρίου σε μια άλλη βάση αγωγής απ΄ αυτήν που χρησιμοποιήθηκε στα Πολωνικά Δικαστήρια και στην οποία αυτό που εξετάζεται είναι η σωρευτική ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ως εκ των ανωτέρω τα διατάγματα παγοποίησης Α και Β οριστικοποιούνται και εκδίδεται επίσης διάταγμα αποκάλυψης ως το Αιτητικό Γ της αίτησης. Τα έξοδα είναι προς όφελος Εναγόντων-Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ.