← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Haig Varbedian κ.α., Αρ. Αγωγής: 742/2012, 27/4/2017

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Haig Varbedian κ.α., Αρ. Αγωγής: 742/2012, 27/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 742/2012 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ Ενάγουσα -και-

  1. Haig Varbedian
  2. Aram Varbedian
  3. Eliz A. Varbedian Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης ημερ. 10.10.16 27 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους - αιτητές: κ. Γ. Πέτρου για κ. Α. Μαθηκολώνη Για ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση: κα Γ. Μαλέκκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  4. Η ενάγουσα με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο αξιώνει από τους εναγόμενους το ποσό των €184.695,05 πλέον τόκους δυνάμει συμφωνίας δανείου ως επίσης και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εκποίηση της υποθήκης που παραχώρησαν οι εναγόμενοι 2 και 3 προς όφελος της ενάγουσας.
  5. Οι εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπιση τους, μεταξύ άλλων, ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπέγραψαν τα επίδικα έγγραφα, ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη ή και παράνομη αφού συνήφθηκε κατά παράβαση του περί Συμβάσεων Νόμου ως επίσης διαζευκτικά προβάλουν ότι οι όροι των συμφωνιών είναι παράνομοι, καταπιεστικοί, καταχρηστικοί και υπέρμετρα ετεροβαρείς.
  6. Με την επίδικη αίτηση οι εναγόμενοι επιδιώκουν την τροποποίηση με τη διαγραφή όλης της Έκθεσης Υπεράσπισης και την αντικατάσταση της με ισχυρισμούς μεταξύ άλλων ότι πράγματι οι εναγόμενοι υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες πλην όμως συγκεκριμένοι όροι της συμφωνίας δανείου είναι καταχρηστικοί ή και παράνομοι. Περαιτέρω επιθυμούν την προβολή ισχυρισμών ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης υπογράφηκε ως αποτέλεσμα παράβασης από μέρους της ενάγουσας των προνοιών του Νόμου περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών ή και ως αποτέλεσμα δόλου ή και ψευδών παραστάσεων της ενάγουσας παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Επίσης προβάλουν ότι η υποθήκη είναι παράνομη ή και άκυρη για διάφορους λόγους όπως αυτοί εκτίθενται. Έτσι επιζητούν και τη προσθήκη Ανταπαίτησης με την οποία αξιώνουν την ακύρωση της εγγύησης και της υποθήκης.
  7. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.25 θ1 και Δ.48 θ1 - 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 ο οποίος αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον υιό του, εναγόμενο 1 και από τη σύζυγο του, εναγόμενη
  8. Αναφέρει μεταξύ άλλων ότι αρχικά διόρισαν άλλο δικηγόρο και η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε κατόπιν συνεννόησης με τον εναγόμενο 1 ο οποίος γνώριζε όλα τα γεγονότα της υπόθεσης. Κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2013 ο εναγόμενος 1 τους ειδοποίησε ότι έκρινε ορθό να διορίσουν άλλο δικηγόρο, πράγμα το οποίο έπραξαν και έτσι διόρισαν τον κ. Α. Μαθηκολώνη. Ο νέος δικηγόρος τους, ζήτησε από τον υιό τους να διευθετήσουν συνάντηση για να συζητήσουν τόσο την παρούσα αγωγή όσο και άλλες αγωγές που καταχωρήθηκαν εναντίον τους. Έτσι συναντήθηκαν αρχές Απριλίου του 2016 αφού άλλη αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 18.4.
  9. Κατά την διάρκεια της συζήτησης ανέφεραν στο νέο δικηγόρο τους ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν γνώριζαν ότι ο υιός τους, εναγόμενος 1 είχε συνάψει άλλο δάνειο σε ελβετικά φράγκα και ως ανέφερε ο τελευταίος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το αποπληρώσει. Για το εν λόγω δάνειο η ενάγουσα καταχώρισε την αγωγή αρ. 741/
  10. Ο δικηγόρος, τους ζήτησε να εξεύρουν στοιχεία σχετικά με το κατά πόσο η ενάγουσα τους αποκάλυψε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τις οικονομικές δραστηριότητες του εναγόμενου
  11. Στη συνέχεια προέβησαν σε έρευνες με αποτέλεσμα να εντοπίσουν διάφορα έγγραφα (βλ.Τεκμ.3 και 4). Αναφέρει δε ότι ο υιός, τους απέκρυψε ότι συνήψε πολύ μεγάλο δάνειο σε ελβετικά φράγκα και αν γνώριζαν την ύπαρξη του δεν θα υπέγραφαν την επίδικη εγγύηση και δεν θα παραχωρούσαν την υποθήκη. Επισημαίνει ότι εξαπατήθηκαν από την τράπεζα η οποία τους απέκρυψε το εν λόγω γεγονός. Τα πιο πάνω έγγραφα τα παρέδωσαν στο δικηγόρο τους περί τον Απρίλιο του 2016 ο οποίος ανέλαβε να τα μελετήσει. Ως αποτέλεσμα τους συμβούλεψε ότι θα πρέπει να επιδιωχθεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης τους έτσι ώστε να εγερθούν τα ζητήματα με την αιτούμενη τροποποίηση.
  12. Η ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και μεταξύ άλλων προβάλει ότι: (α) υφίσταται καθυστέρηση στην υποβολή και προώθηση της αίτησης η οποία προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης, (β) τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση καταδεικνύουν την κακοπιστία των εναγόμενων, (γ) με την αιτούμενη τροποποίηση μεταβάλλεται εξ ολοκλήρου η Έκθεση Υπεράσπισης και (δ) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  13. Οι Αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων έχουν συνοψιστεί από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Πική στην υπόθεση Φοινιώτης v. Green Navigation

(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)«Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη και τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D.361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». (Βλ. και Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607).
  1. Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση. (Βλ. Icos Cif Ltd ν.
  2. Μartin Coward κ.α. Πολ. Εφέσεις αρ. 137/2013 και 138/2013 ημερ. 20.3.2014)
  3. Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. υπόθεση Icos Cif Ltd, ανωτέρω και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες).
  4. Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ.501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. 10. Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα κι όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής: "I start with the principle, well settled, than an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Και σε μετάφραση στα ελληνικά: «Ξεκινώ με την αρχή, που είναι καλά καθιερωμένη, ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν ζητείται αργά, αν είναι αναγκαία, για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, καθόσον οποιαδήποτε δυσχέρεια θα ήθελε προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αυτή η αρχή ισχύει εδώ». 11. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ανωτέρω η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω κι αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1ΑΑΔ 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Επίσης έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για την διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2ΑΑΔ 203, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84, Λυσιώτη v. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515/22.3.2000 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989), Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλας Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 αντίστοιχα ημερ. 24/10/
  1. Στην υπόθεση Astor Manufacturing ανωτέρω εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώρηση της Αγωγής καθότι υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της Έκθεσης Απαίτησης γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα ως επίσης στην υπόθεση Χριστοδούλου ανωτέρω εγκρίθηκε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες.
  2. Ως έχει ήδη επισημανθεί προβάλλεται ως λόγος ένστασης η υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης από μέρους της εναγόμενης 3 - αιτήτριας.
  3. Λίγα λόγια για το ιστορικό της υπόθεσης είναι χρήσιμα. Στις 5.3.12 καταχωρήθηκε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο και ακολούθως οι εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 3.4.12 και η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 13.6.
  4. Ακολούθως οι εναγόμενοι διόρισαν τον κ. Α. Μαθηκολώνη ως δικηγόρο τους και έτσι στις 10.9.13 καταχωρήθηκε σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου. Η παρούσα υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε συνολικά 8 περιπτώσεις όπου αναβλήθηκε για διάφορους λόγους. Όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 22.10.13 ο συνήγορος των εναγομένων ζήτησε αναβολή καθότι πρόσφατα διορίστηκαν δικηγόροι των εναγομένων και θα προέβαιναν στην τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Το αίτημα κρίθηκε δικαιολογημένο και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 29.5.14 όπου αναβλήθηκε λόγω ελλείψεως χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε για ακρόαση στις 2.2.
  5. Κατ΄ εκείνη την ημέρα ο συνήγορος των εναγομένων ζήτησε αναβολή διότι πρόθεση του ήταν αποσυρθεί από συνήγορος του εναγόμενου 1 διότι υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων και ζητούσε χρόνο για να τον ενημερώσει. Το αίτημα κρίθηκε δικαιολογημένο και ορίστηκε για ακρόαση στις 23.9.15 όπου και πάλιν ζητήθηκε αναβολή από μέρους του συνηγόρου των εναγομένων διότι ο κ.Μαθηκολώνης ο οποίος χειριζόταν την υπόθεση ήταν απασχολημένος σε παλαιότερη υπόθεση. Έτσι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 14.1.
  6. Κατ΄ εκείνη την ημέρα επιζητήθηκε αναβολή από μέρους του συνηγόρου των εναγομένων λόγω ασθένειας του συνηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση. Έτσι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 20.4.
  7. Εκείνη την ημέρα αναβλήθηκε λόγω ελλείψεως χρόνου του Δικαστηρίου αφού ήταν απασχολημένο σε παλαιότερη αγωγή στην οποία υπήρχε μάρτυρας από το εξωτερικό. Η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 30.9.16 όπου κατ΄ εκείνη την ημέρα υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από το συνήγορο των εναγομένων καθότι πρόθεση τους ήταν να καταχωρίσουν αίτηση τροποποίησης. Η άλλη πλευρά συγκατατέθηκε στο αίτημα και η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 10.10.16 όπου κατ΄ εκείνη την ημέρα καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση τροποποίησης. Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαφαίνεται από το ιστορικό της υπόθεσης όπως με λεπτομέρεια έχει εκτεθεί πιο πάνω η ακροαματική διαδικασία δεν είχε αρχίσει. Επισημαίνεται ότι δεν επεξηγείται με την απαραίτητη επάρκεια ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία που διορίστηκε ο νέος δικηγόρος των εναγομένων, (10.9.13) μέχρι και τον Απρίλιο του 2016 που εντόπισαν τα έγγραφα ως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε για το αίτημα που υποβλήθηκε από μέρους του συνηγόρου των αιτητών στις 22.10.13 με το οποίο επιζητείτο αναβολή διότι μεταξύ άλλων θα προέβαιναν σε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι η αναγκαιότητα για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης διαπιστώθηκε περί τον Απρίλιο του
  8. Στις 22.10.13 επιζητήθηκε αναβολή από μέρους του συνηγόρου των εναγομένων διότι πρόθεση τους ήταν να καταχωρηθεί αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Συνεπώς τα όσα σχετικά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση κατατάσσουν τις προθέσεις των εναγομένων κατ΄ ελάχιστον ως μη γνήσιες. Στην προκείμενη περίπτωση έχοντας υπόψη τη συμπεριφορά των εναγομένων - αιτητών όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω, το ιστορικό της υπόθεσης ως επίσης και το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση και δεν υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης των όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της Έκθεσης Υπεράσπισης, οδηγούν προς την κατεύθυνση της απόρριψης.
  9. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .................................... Η. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.