Oυρανίας Καραμπέτσου ν. Ζ.Κ.Ο ΤΡΑΙΝΙΝG CYPRUS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης 503/16, 27/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 503/16 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 202 και 211(στ) και Αναφορικά με την εταιρεία Ζ.Κ.Ο. TRAINING CYPRUS LIMITED (HE 310238) Mεταξύ: Oυρανίας Καραμπέτσου, από Αθήνα Ελλάδα Αιτήτριας και
- Ζ.Κ.Ο ΤΡΑΙΝΙΝG CYPRUS LIMITED (HE 310238)
- Πάρης Μυτιληναίος, από τη Λευκωσία
- Αθανάσιος Τσαρακλής, από την Αθήνα Καθ'ων η Αίτηση Ημερομηνία: 27.4.2017 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Γ. Βιολάρης (για να ακούσει απόφαση κα. Α. Κυριάκου) Για τους καθ'ων η αίτηση: Ε. Αντωνιάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση που καταχώρισε στις 26.9.16, η αιτήτρια υπό την ιδιότητα της ως μέτοχος της εταιρείας «Ζ.Κ.Ο ΤΡΑΙΝΙΝG CYPRUS LIMITED , επιδιώκει διάταγμα εκκαθάρισης και διάλυσης της , επί τη βάσει του άρθρου 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου. Διαζευκτικά επιδιώκει την παροχή εναλλακτικών θεραπειών, ως προβλέπει το άρθρο 202 του Κεφ.
- Οι επιδιωκόμενες θεραπείες διατυπώνονται ως εξής: Α. Διάταγμα Διάλυσης της καθ'ης η αίτηση εταιρείας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 202 και 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Β. Διαζευκτικά Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αγορά των μετοχών της στην καθ'ης η αίτηση 1 εταιρεία από τους μετόχους πλειοψηφίας σε τιμή που θα καθορίσει ανεξάρτητος εκτιμητής. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ρυθμίζεται η μελλοντική διεξαγωγή των υποθέσεων της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διορίζεται ανεξάρτητος ελεγκτής μετά από υπόδειξη και/ή εισήγηση του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την καθ'ης η αίτηση 1 εταιρεία, όπως ετοιμάσει και καταθέσει προς έγκριση σε Γενική Συνέλευση όλους τους ελεγμένους ετήσιους λογαριασμούς της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας μέχρι σήμερα. Στ. Οιανδήποτε περαιτέρω και/ή καλύτερη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη. Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση που καταχωρήθηκε μονομερώς η αιτήτρια εξαιτείται: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει τη διενέργεια οποιασδήποτε Συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας Ζ.Κ.Ο TRAINING CYPRUS LIMITED (HE 310238) μετά την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αίτησης ή τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης σε επίπεδο Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Ζ.Κ.Ο. TRAINING CYPRUS LIMITED (HE 310238) εκτός κατόπιν συγκατάθεσης της Αιτήτριας ή άδειας του Δικαστηρίου μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο γενικής αίτησης ή μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει τη διενέργεια οποιασδήποτε Συνέλευσης μετόχων ή τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης σε επίπεδο μετόχων της Εταιρείας Ζ.Κ.Ο. TRAINING CYPRUS LIMITED (HE 310238) εκτός κατόπιν συγκατάθεσης της Αιτήτριας ή άδειας του Δικαστηρίου μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης ή μέχρι νεωτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην εταιρεία Ζ.Κ.Ο. TRAINING CYPRUS LIMITED (HE 310238) και/ή στους αντιπροσώπους και/ή στους αξιωματούχους της να πωλήσει, υποθηκεύσει, δεσμεύσει, επιβαρύνει, μεταβιβάσει ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει ή διαθέσει το ενεργητικό, την περιουσία ή οποιοδήποτε συμφέρον της εταιρείας μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εταιρεία Ζ.Κ.Ο. TRAINING CYPRUS LIMITED (HE 310238) και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι αξιωματούχοι της όπως επιτρέπουν στην Αιτήτρια την ελεύθερη επιθεώρηση όλων των βιβλίων (Γενικό Καθολικό) της εταιρείας Ζ.Κ.Ο. TRAINING CYPRUS LIMITED, τιμολογίων πωλήσεων, Αγορών και Εξόδων, αποδείξεων Πληρωμών, Εισπράξεων και Καταθέσεων (εμβασμάτων), όλων των φορολογικών δηλώσεων και δηλώσεων στο Φ.Π.Α., καταστάσεων τραπεζικών λογαριασμών, οικονομικών καταστάσεων, αναλυτικών μηνιαίων ισοζυγίων, πρακτικών, συμβολαίων, αλληλογραφίας ή άλλων εγγράφων της εταιρείας μέχρι της τελικής εκδίκασης της κυρίως Αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διορίζεται ο κ. Γιώργος Θεοφίλου, εγκεκριμένος λογιστής, για να επιθεωρεί και έχει πρόσβαση στα ακόλουθα βιβλία της εταιρείας μέχρι της τελικής εκδίκασης της κυρίως Αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου:
- Όλα τα βιβλία (Γενικό Καθολικό) της ΖΚΟ από την ημέρα της ίδρυσης της
- Τιμολόγια πωλήσεων, Αγορών και Εξόδων από την ημερομηνία της ίδρυσης της.
- Αποδείξεις Πληρωμών, Εισπράξεων και Καταθέσεων (εμβασμάτων) από την ημερομηνία ίδρυσης της.
- Όλες τις φορολογικές δηλώσεις και δηλώσεις στο Φ.Π.Α. της εταιρείας.
- Καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών.
- Οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας από την ημερομηνία ίδρυσης της.
- Αναλυτικά μηνιαία ισοζύγια.
- Έργα υλοποιημένα και υπό υλοποίηση κατάρτισης -συμβουλευτικής Ιδιωτικού Τομέα-Δημόσιου Τομέα και Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα.
- Συμβάσεις οποιονδήποτε Έργων. Στ. Οιανδήποτε περαιτέρω και/ή καλύτερη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη. Η αίτηση βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 202-204, 209, 211(στ), 213-215, 233 και 235, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 4-6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στη Δ.48 θθ1-13 και Δ.64 θ.1-2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση της Aιτήτριας Ουρανίας Καραμπέτσου από την Αθήνα και τα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια αναφορά στα οποία θα γίνει στη συνέχεια εκεί που κρίνεται αναγκαίο. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει η αιτήτρια καταγράφονται συνοπτικά ως ακολούθως: Η καθ'ης η αίτηση 1 εταιρεία Ζ.Κ.Ο. TRAINING CYPRUS LIMITED (στο εξής η «Ζ.Κ.Ο.») συστάθηκε στις 7.8.12, είναι δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο και ασχολείται μεταξύ άλλων με τη δημιουργία και ανάπτυξη εκπαιδευτικών συστημάτων και προγραμμάτων σε διάφορους τομείς, καθώς και την ίδρυση Σχολής παροχής υπηρεσιών και επιμορφωτικών μαθημάτων. Το ονομαστικό κεφάλαιο της Ζ.Κ.Ο. είναι 5.000 μετοχές αξίας €1.- έκαστη και το εκδοθέν κεφάλαιο είναι €3.000 από τις οποίες οι καθ'ων η αίτηση 2 και 3 έκαστος κατέχουν από 1.000 μετοχές αξίας €1.- έκαστη, ενώ οι υπόλοιπες 1.000 αξίας €1.- έκαστη κατέχονται από την αιτήτρια. Διευθυντής της εταιρείας ήταν ο καθ'ου η αίτηση 2 μέχρι τις 3.12.13, ημερομηνία κατά την οποία τον διαδέχθηκε ο διατελών μέχρι και σήμερα Κωνσταντίνος Μεντζελιώτης από την Ελλάδα. Με το συμβόλαιο αρ. 548/25.10.12 η Ζ.Κ.Ο. και η θυγατέρα της αιτήτρια, Σταυρούλλα Καραμπέτσου συνέστησαν στην Ελλάδα την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «ACADEMY SKILLS KΕΝΤΡΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" με το διακριτικό τίτλο «ACADEMΥ SKILLS KEK" (στο εξής Ε.Π.Ε.). Το κεφάλαιο της Ε.Π.Ε. ορίστηκε σε €40.500 διαιρούμενο σε 1.350 εταιρικά μερίδια ονομαστικής αξίας €30.- έκαστο και με συμμετοχή εταίρων της μεν Ζ.Κ.Ο. με €36.450 ήτοι 1.215 μερίδια και μια μερίδα συμμετοχής, της δε Σταυρούλλας Καραμπέτσου €4.050 ήτοι 135 εταιρικά μερίδια και μια μερίδα συμμετοχής. Σκοπός της εταιρείας μεταξύ άλλων είναι η υλοποίηση προγραμμάτων συνεχόμενης επαγγελματικής κατάρτισης και κάθε συναφής δραστηριότητα. Με το συμβόλαιο υπ' αριθμό 576/11.1.13 τροποποιήθηκε το άρθρο 3 του καταστατικού της Ε.Π.Ε. με την προσθήκη σε αυτό δημιουργίας Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης και αυξήθηκε το κεφάλαιο της το οποίο ορίστηκε στο ποσό των €112.500 διαιρούμενο σε 3.750 εταιρικά μερίδια ονομαστικής αξίας €30 έκαστο και με συμμετοχή των εταίρων της, της μεν Ζ.Κ.Ο. με €101.250, ήτοι 3.375 εταιρικά μερίδια και μια μερίδα συμμετοχής και της δε Σταυρούλλας Καραμπέτσου με €11.250, ήτοι 375 εταιρικά μερίδια και μια μερίδα συμμετοχής. Περαιτέρω με το συμβόλαιο 4382/30.1.14 τροποποιήθηκε το άρθρο 11 του καταστατικού της Ε.Π.Ε. για τη διαχείριση και εκπροσώπηση της και ορίστηκε διαχειριστής αυτής ο Κωνσταντίνος Μεντζελιώτης (τωρινός διευθυντής της Ζ.Κ.Ο.). Έκτοτε η ΕΠ.Ε. συμμετείχε και συμμετέχει ως πάροχος κατάρτισης στην υλοποίηση διάφορων έργων και ή προγραμμάτων στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ (Εταιρικό Σύμφωνο για το Πλαίσιο Ανάπτυξης) 2007-2013 και 2014-2020 που προκηρύχθηκε από τα αρμόδια Υπουργεία και ή Φορείς, με τη συνδρομή σημαντικών πόρων που προέρχονται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο της Ευρωπαϊκής Ένωση και από Εθνικούς Πόρους της Ελλάδας. Εν αντιστοιχία με το στάδιο υλοποίησης των έργων του ΕΣΠΑ που συμμετείχε και συμμετέχει ως δικαιούχος η Ε.Π.Ε., πληρώθηκε και συνεχίζει να πληρώνεται από τα αρμόδια Υπουργεία και ή Φορείς τα αντίστοιχα προβλεπόμενα ποσά με βάση το πρόγραμμα. Από το 2013 η αιτήτρια τόσο προσωπικά όσο και υπό την ιδιότητας της ως μετόχου της Ζ.Κ.Ο., αλλά και εκπροσωπώντας τη θυγατέρα της, καθώς επίσης και μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Αργύρη Διβριώτη ζήτησε τα οικονομικά στοιχεία της Ε.Π.Ε. από τον διαχειριστή της και διευθυντή της Ζ.Κ.Ο. Κωνσταντίνο Μεντζελιώτη, αλλά παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση. Μετά από αιτήματα που υπέβαλε η θυγατέρα της αιτήτριας ως μέτοχος της Ε.Π.Ε. προς τις αρμόδιες Αρχές, αναφορικά με τα προγράμματα στα οποία συμμετείχε και συμμετέχει η Ε.Π.Ε. έλαβε αντίστοιχες απαντήσεις τις οποίες η αιτήτρια επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση ως τεκμήριο Ζ. Είναι η θέση της ότι τα προγράμματα αυτά είναι μόνο μερικά από τα προγράμματα που συμμετείχε και ή συμμετέχει η Ε.Π.Ε., αλλά είναι τα μόνα για τα οποία έλαβε γνώση μέσω των πληροφοριών που της έδωσε η θυγατέρας της καθότι η ίδια ως μέτοχος της Ζ.Κ.Ο δεν ενημερώνεται καθόλου αναφορικά με τις δραστηριότητες της τελευταίας, μεταξύ άλλων και σε ότι αφορά την Ε.Π.Ε.. Η Ζ.Κ.Ο. είναι κύριος εταίρος της Ε.Π.Ε. και η αιτήτρια ως μέτοχος της Ζ.Κ.Ο. απηύθυνε επανειλημμένες οχλήσεις ώστε να λάβει ενημέρωση και πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία και έγγραφα της Ζ.Κ.Ο. Ισχυρίζεται καταπιεστική συμπεριφορά των μετόχων της πλειοψηφίας και σε βάρος των συμφερόντων της και συγκεκριμένα την απόκρυψη ουσιωδών οικονομικών στοιχείων της Ζ.Κ.Ο. καθότι από τον Ιανουάριο του 2014 δεν λαμβάνει ενημέρωση για τα θέματα και τις δραστηριότητες της Ζ.Κ.Ο. Ως μέτοχος ζήτησε επανειλημμένα να ενημερωθεί για την πορεία των υποθέσεων της Ζ.Κ.Ο. και να εξετάσει τα βιβλία και τα έγγραφα της εταιρείας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι από τον Ιανουάριο του 2014 ζητά από την Ζ.Κ.Ο. οικονομικές καταστάσεις, λογιστικά βιβλία και έγγραφα της εταιρείας αλλά ουδέποτε της δόθηκε. Επισυνάπτει προς τούτο στην ένορκη της δήλωση ως τεκμήριο Η σε δέσμη διάφορες επιστολές τις οποίες απηύθυνε προς τους καθ'ων η αίτηση. Κατά τις 3.4.2016 ο ελεγκτής της Ζ.Κ.Ο της απέστειλε τις φορολογικές δηλώσεις της εταιρείας για τα έτη 2012 και 2013 μαζί με τιμολόγια υπηρεσιών του ελεγκτικού και δικηγορικού γραφείου και καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών τα οποία επισυνάπτει σε δέσμη στην ένορκη της δήλωση ως Τεκμήριο Κ. Είναι η θέση της ότι η Ζ.Κ.Ο. δεν διατηρεί συστηματικά ελεγμένους λογαριασμούς και αυτό οφείλεται στην προσπάθεια μη ενημέρωσης της για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, ενώ η ίδια ουδέποτε έλαβε ειδοποίηση για ετήσια γενική συνέλευση. Από την ίδρυση της Ζ.Κ.Ο. ουδέποτε ετοιμάστηκαν οποιοιδήποτε ελεγμένοι ή άλλοι λογαριασμοί ή οικονομικές καταστάσεις που καταχωρήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών και αν ετοιμάστηκαν δεν της έχουν δοθεί. Επειδή η Ζ.Κ.Ο. έχει θυγατρική εταιρεία την Ε.Π.Ε. με βάση την Κυπριακή Νομοθεσία οφείλει να ενοποιεί τις οικονομικές καταστάσεις των δύο εταιρειών και να τις παρουσιάζει ενώπιον της γενικής συνέλευσης κάτι που παρέλειψε να πράξει. Το δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση έκρινε πως τα αιτούμενα διατάγματα δεν πρέπει να εκδοθούν μονομερώς και ως εκ τούτου ζητήθηκε εκ μέρους της αιτήτριας χρόνος για την επίδοση της αίτησης μετά την πραγματοποίηση της οποίας οι καθ΄ων η αίτηση καταχώρισαν ειδοποίηση ένστασης προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: α) Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη, παράτυπη και/ή νομικά και/ή πραγματικά αστήρικτη σύμφωνα με τους σχετικούς Νόμους και Διαδικαστικούς Κανονισμούς και/ή άλλως πως. β) Δεν τηρήθηκε η υπό του Νόμου προβλεπόμενη διαδικασία πριν την καταχώρηση της παρούσης αίτησης. γ) Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την μονομερή αίτηση αλλά ούτε και την εναρκτήρια αίτηση. δ) Η μονομερής αίτηση της Αιτήτριας είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη, πρόωρη και αντικανονική. ε) Η Αιτήτρια δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο. στ) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. η) Δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αιτήτριας. θ) Δεν υπάρχει πιθανότητα να υποστεί η Αιτήτρια ανεπανόρθωτη ζημιά. ι) Η Αιτήτρια απέτυχε να ικανοποιήσει το στοιχείο του κατεπείγοντος. κ) Η Αίτητρια είναι ένοχη μεγάλης καθυστέρησης στο να προσφύγει στην δικαιοσύνη για να προστατέψει τα ισχυριζόμενα δικαιώματα της. λ) Δεν πληρούνται όλες οι απαιτούμενες εκ του Νόμου προϋποθέσεις για την καταχώρηση και προώθηση της παρούσης αίτησης. μ) Δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία για διάλυση της εταιρείας και/ή είναι επιπόλαια και ενοχλητική η παρούσα αίτηση και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. ν) Η παρούσα αίτηση ως και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή ουδέν ζήτημα εγείρει το οποίο θα μπορούσε να τύχει εξέτασης στην παρούσα διαδικασία. ξ) Υπάρχει εκ μέρους της Αιτήτριας απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Η ένσταση στηρίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 ως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 62
(1)/2015 άρθρα 202Α, 202Β, 202Γ, 202Δ, 202Ε, 202Στ, 202Ζ, 202Η, στα άρθρα 202-204, 209, 211(στ), 213, 215, 216, 233, 235, 301 και 333 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και στους περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 στα άρθρα 4-9 του περί Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στους θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.26, Δ.27 θ.3, Δ.38, Δ.39 θ.1, Δ.48 θθ1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.57 και Δ.64, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και εν γένει πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση των καθ'ων η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Γιάλλουρου και στα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι ο εγκεκριμένος λογιστής και ελεγκτής της εταιρείας Ζ.Κ.Ο. και δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος από όλους τους καθ' ων η αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αρνείται τους ισχυρισμούς της ένορκης της αιτήτριας και υποστηρίζει ότι η αίτηση είναι αβάσιμη και αστήρικτη. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει στη δική του ένορκη δήλωση καταγράφονται συνοπτικά ως ακολούθως: Η αίτηση είναι πρόωρη και καταχωρήθηκε χωρίς να τηρηθεί προηγουμένως η υπό του Νόμου προβλεπόμενη διαδικασία. Η καθ'ης η αίτηση εταιρεία Ζ.Κ.Ο. από της ίδρυσης της δεν είχε οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Κύπρο και απλώς είναι μέτοχος στην Ε.Π.Ε. Από της ιδρύσεως της Ε.Π.Ε ήτοι από την 1.12.12 μέχρι τις 14.2.14 η θυγατέρα της αιτήτριας Σταυρούλλα Καραμπέτσου ήταν η διαχειρίστρια και η νόμιμος εκπρόσωπο της Ε.Π.Ε.. Ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι κατέχει το 33% του εκδοθέντος κεφαλαίου στην καθ'ης η αίτηση 1 εταιρεία είναι αναληθής και λανθασμένος. Η αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει ότι η Ε.Π.Ε. στις 23.6.15 καταχώρησε εναντίον της ίδιας και της θυγατέρας της μήνυση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (τεκμήριο Α) με την οποία ζητούν την κατά νόμο τιμωρία τους μεταξύ άλλων για παράνομες και κολάσιμες πράξεις στα πλαίσια της διαχείρισης της Ε.Π.Ε. Ακόμη αναφέρεται στη μήνυση ότι ενώ είχαν παράνομη ενασχόληση στην Ε.Π.Ε. τόσο η αιτήτρια όσο και η θυγατέρα της αμέσως μετά την αποχώρηση της τελευταίας από τη θέση της διαχειρίστριας και εκπροσώπου της Ε.Π.Ε., στις 13.6.14 συνέστησαν εταιρεία ανταγωνιστική με την Ε.Π.Ε. με τον ίδιο σκοπό με τον ίδιο κύκλο πελατών και με σχεδόν ίδια επωνυμία. Η αιτήτρια παρέλειψε επίσης να αναφέρει ότι η Ε.Π.Ε. στις 24.7.15 καταχώρησε εναντίον της αιτήτριας και της θυγατέρας της αγωγή στο μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (τεκμήριο Β) για παράνομες πράξεις και ψευδείς καταγγελίες αξιώνοντας εναντίον τους αποζημιώσεις. Περαιτέρω δημιουργούν ερωτήματα οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι από το 2013 η ίδια προσωπικά αλλά και εκπροσωπώντας τη θυγατέρας της ζήτησε τα οικονομικά στοιχεία της Ε.Π.Ε. αφού διαχειριστής της τελευταίας κατά το έτος 2013 ήταν η θυγατέρα της. Σε κάθε όμως περίπτωση ο οικονομικός σύμβουλος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της αιτήτριας μετέβηκε πολλές φορές στην Ε.Π.Ε. και ενημερώθηκε από τον λογιστή αυτής για τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας. Ο μοναδικός σκοπός της αιτήτριας ήταν να πάρει από την Ε.Π.Ε. στοιχεία των πελατών, συνεργατών και προμηθευτών της για να ανταγωνίζεται την Ε.Π.Ε. με την εταιρεία που συνέστησε με τη θυγατέρα της ως αναφέρεται πιο πάνω. Η καθ' ης η αίτηση εταιρεία κατέθεσε στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος ελεγμένους λογαριασμούς για τα έτη 2012 και 2013, ενώ οι λογαριασμοί για τα έτη 2014 και 2015 βρίσκονται στη διαδικασία ετοιμασίας τους. Τόσο η αιτήτρια όσο και η θυγατέρα της επανειλημμένα κλήθηκαν να παρευρεθούν σε τακτική γενική συνέλευση της Ε.Π.Ε., (τεκμήρια Γ, Δ και Ε ) αλλά αυτές ουδέποτε ανταποκρίθηκαν. Η καθ' ης η αίτηση εταιρεία είναι εταιρεία μικρού μεγέθους και έχει ως μοναδική δραστηριότητα της την επένδυση της στη θυγατρική της Ε.Π.Ε. Ως εκ τούτου με βάση την Κυπριακή νομοθεσία, εξαιρείται από την υποχρέωση όπως ετοιμάζει και παρουσιάζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις. Παράλληλα η Ε.Π.Ε. τηρώντας τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την Ελληνική Νομοθεσία, ανάρτησε στη ιστοσελίδα της τις οικονομικές της καταστάσεις ( τεκμήριο Η). Είναι η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν τεκμηριώνει οποιαδήποτε καταπιεστική συμπεριφορά και από το σύνολο των γεγονότων που αναφέρει στην ένορκη της δήλωση δεν νομιμοποιείται στην καταχώρησης της εναρκτήριας αίτησης αλλά ούτε και της ενδιάμεσης αίτησης. Καμία πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις αγορεύσεις τους αναφερόμενοι στις αρχές που τάσσει η νομολογία μας για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας υποστήριξε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση από την πλευρά του υποστήριξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2029). Με βάση τις νομολογημένες αρχές παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκδίδεται όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. H έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δικονομικά ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς( Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 AΑΔ 2015.) Είναι νομολογημένο πως η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 από μόνη της δεν είναι αρκετή. Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα. Είναι επίσης νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο που εξετάζει αίτημα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Όπως είναι γνωστό, κατά την ακρόαση των αιτήσεων σύμφωνα με τη Δ.48 Θ4 δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται με αντεξέταση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου είτε με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 218). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης, βεβαίως, της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Το βάρος απόδειξης ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις (Μαίρη Σεβαστού v. Εμανουήλ Σεβαστού (πιο πάνω) Τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International Bv. V. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)A.Α.Δ 1460). Στην απόφαση Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528 έχει επίσης τονιστεί ότι στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία ούτε καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο εκείνων που κρίνονται αναγκαία για την εξακρίβωση στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στο άρθρο 4 του Κεφ. 6. το οποίο παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα με σκοπό την προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (Βλ. BP Holdings Ltd κ.α v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 694 και Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Oliver & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122). Το άρθρο 4 δεν εξετάζεται ανεξάρτητα από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να δεσμεύεται ακίνητη περιουσία ή μέρος της, όση είναι κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, απαραίτητη για να είναι δυνατή η ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης (βλ. Καλογήρου v. CCC Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 AAΔ 1237). Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο, είναι πιθανό ο ενάγοντας να εμποδισθεί να ικανοποιήσει την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του, κάτι που αποτελεί και σκοπό του άρθρου αυτού. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι το άρθρο 5 του Κεφ.6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και ουσιαστικά αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση. Σχετική επί του ζητήματος είναι η απόφαση LARTICON CO.v.DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD.,
(2004)1Β Α.Α.Δ 1121 όπου έχει λεχθεί ότι εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του. Πέραν του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το άρθρο 214
(1)του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο για την έκδοση προσωρινού Διατάγματος στα πλαίσια εναρκτήριας αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω εάν η αίτηση της αιτήτριας θα πρέπει να εγκριθεί, έχοντας βέβαια κατά νου ότι το βάρος απόδειξης να ικανοποιήσει τις τασσόμενες από την νομολογία προϋποθέσεις παραμένει στον διάδικο που επιζητεί την έκδοση του διατάγματος και σημειώνοντας εκ των προτέρων ότι στην υπό εξέταση υπόθεση ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη των λόγων ένστασης δεν αμφισβητήθηκε σε όσα ορκίστηκε αφού δεν αντεξετάστηκε (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ πιο πάνω). Όπως αναφέρεται πιο πάνω με την κυρίως αίτηση της η αιτήτρια υπό την ιδιότητα της ως μέτοχος της εταιρείας Ζ.Κ.Ο εξαιτείται διάταγμα εκκαθάρισης και διάλυσης της στη βάση του άρθρου 211 (στ) του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και διαζευκτικά, αξιώνει εναλλακτικές θεραπείες, στηριζόμενη στο άρθρο 202 του ίδιου Νόμου. Το πρώτο συνεπώς ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί βάση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι εάν η αιτήτρια νομιμοποιείται στην αίτηση για εκκαθάριση και διάλυση της εταιρείας. Τούτο δεδομένου ότι ο αιτητής σε αίτηση εκκαθάρισης, πρέπει να αποδείξει το δικαίωμα του σε σχετική προς το Δικαστήριο παράσταση («locus standi to petition») (Βλ. Tallington Lakes Ltd a. o. v Ancasta International Boat Sales Ltd [2012] EWCA Civ 1712, CA). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Tallington Lakes(πιο πάνω) το δικαίωμα δικονομικής παράστασης πρόκειται για ζήτημα που είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει και αυτεπάγγελτα. Τα πρόσωπα που δυνάμει των προνοιών του Κεφ. 113 δικαιούνται στην καταχώρηση αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας καθορίζονται ρητά στο άρθρο 213
(1). Σε αυτά, περιλαμβάνονται, εκτός της ίδιας της εταιρείας που κέκτηται σχετικού δικαιώματος, πιστωτές και συνεισφορείς της εταιρείας. Το Άρθρο 211(στ) του Κεφ. 113, προνοεί ότι, εταιρεία, δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο, αν το Δικαστήριο έχει την γνώμη ότι, αυτό, θα ήταν δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας. Από τους ισχυρισμούς της αιτήτριας όπως περιγράφονται πιο πάνω είναι σαφές ότι αυτή δεν υποβάλλει την αίτηση υπό την ιδιότητα της ως πιστωτής της εταιρείας Ζ.Κ.Ο. Είναι συνεπώς, αναγκαίο, ως έχει προαναφερθεί, να εξεταστεί κατά πόσο, από την Αίτηση της αποκαλύπτεται κατά πόσο αυτή είναι συνεισφορέας της Εταιρείας. Εάν, δηλαδή, έχει την μοναδική άλλη ιδιότητα, σε σχέση με την Εταιρεία, που την κατατάσσει στην κατηγορία αυτή των προσώπων, που, με βάση το Άρθρο 213
(1)του Κεφ. 113, τους παρέχεται, το δικαίωμα, της εκκαθάρισης της. Ποιος είναι συνεισφορέας, για σκοπούς που αφορούν και τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 213
(1)του Κεφ. 113, ορίζεται από το Άρθρο 205 του Κεφ. 113: «σημαίνει κάθε πρόσωπο που είναι υπεύθυνο να συνεισφέρει στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας σε περίπτωση εκκαθάρισης της, και για τους σκοπούς κάθε διαδικασίας για να αποφασιστεί, και κάθε διαδικασίας πριν από τον τελικό ορισμό των προσώπων που λογίζονται συνεισφορείς, περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι συνεισφορέας». Έχει ερμηνευτεί, νομολογιακά, ότι, συνεισφορέας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, οι οποίες μετοχές έχουν όλες πληρωθεί, πρέπει να αποδείξει ότι έχει απτό ενδιαφέρον («tangible interest») στην εκκαθάριση, υπό την έννοια ότι, εάν η εταιρεία εκκαθαριστεί, θα υπάρξει πλεόνασμα περιουσιακών στοιχείων διαθέσιμων προς διανομή μεταξύ των μελών (μετόχων) της εταιρείας, περιλαμβανομένου δηλαδή και του ιδίου (Βλ. In re Rica Gold Washing Company
(1879)11 Ch D 36, In re Chesterfield Catering Co Ltd [1977] Ch 373 στις σελίδες 379 -381 και CVC/Opportunity Equity Partners Ltd & Anor v Almeida [2002] UK PC 16). Στην In Re Othery Construction Ltd
(1966)1 All E.R. 145 ο αιτητής, κατείχε στην εταιρεία 33 πλήρως πληρωμένες μετοχές, οι οποίες αντιπροσώπευαν το 33% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου εταιρείας. Ο αιτητής, είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι, η εταιρεία, ήταν αφερέγγυα και μη έχουσα τη δυνατότητα να εξοφλήσει τα χρέη της και ότι, για αυτό τον λόγο ήταν εύλογο και δίκαιο η εταιρεία να εκκαθαριστεί. Με αναφορά στην In re Rica Gold Washing Company (πιο πάνω), ο Δικαστής Buckley, έθεσε το ζήτημα ως εξής: «In my judgment it still remains a rule of this court that where a fully paid shareholder petitions for compulsory winding-up he must show on the face of his petition a prima facie probability that there will be assets available for distribution amongst the shareholders.». Ο δε, συνεισφορέας, που δεν έχει καταβάλει (η δεν έχει καταβάλει πλήρως) την αξία των μετοχών που κατέχει, σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις (επί τη βάσει του σκεπτικού, ότι, σε περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας, θα υποχρεωθεί να συνεισφέρει στην εκκαθάριση, στην αναλογία του ποσού της αξίας των μετοχών που κατέχει αλλά δεν έχει πληρώσει) θα του επιτραπεί να υποβάλει αίτημα στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση της εταιρείας, και για να του επιτραπεί κάτι τέτοιο, είναι σύνηθες, να του επιβληθεί η πληρωμή στο Δικαστήριο ποσού χρημάτων, που αναλογεί στην αξία των μετοχών του που δεν έχουν εξοφληθεί (Βλ. In re A Company [1894] 2 Ch 349, In re Gattopardo Ltd [1969] 1 WLR 61 και In re Crystal Reef Gold Mining Co [1892] 1 Ch 408). Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Ρ. Λιάτσου (ως ήταν τότε Π.Ε.Δ.) στα πλαίσια εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης παρόμοιας φύσης με την παρούσα, στην απόφαση Αναφορικά με την εταιρεία Fecipero InvestmentsLtd, Αίτηση Αρ. 77/11, ημερομηνίας 16/05/2011, όπου το Δικαστήριο με αναφορά στις Κυπριακές αποφάσεις Printek Dataforms Express Ltd,
(2003)1 ΑΑΔ 1193, 1197 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ LINDOS CONSTRUCTIONS LIMITED Μιχαήλ κ.ά. v. Επίσημου Παραλήπτου κ.ά.,
(1999)1 ΑΑΔ 1033 απέρριψε την ενδιάμεση αίτηση για το λόγο ότι με δεδομένη την πλήρη καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου εκ μέρους τους οι αιτητές, δεν καλύπτονταν από τα πλαίσια του όρου «συνεισφορέας» και, συνεπώς, δεν νομιμοποιούνταν κατ΄ ακολουθία του άρθρου 213
(1)στην εισαγωγή αίτησης για εκκαθάριση της εταιρείας. Στην υπόθεση LINDOS CONSTRUCTIONS LIMITED (πιο πάνω) εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ο όρος «συνεισφορέας», υπό το πρίσμα του άρθρου 205 όπου και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βάσιμα αρνήθηκε η Επίσημος Παραλήπτης τον ισχυρισμό των εφεσειόντων ότι είναι « συνεισφορείς », εφόσο το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας είχε καταβληθεί στο ακέραιο. Ο όρος «συνεισφορέας» ορίζεται στο Άρθρο 205 του Κεφ.
- Περιορίζεται σε μετόχους της εταιρείας που δεν κατέβαλαν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου.» Επανερχόμενη στην υπό κρίση υπόθεση και αφού εξέτασα την αίτηση και τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει θεωρώ ότι δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε υπόβαθρο που προσδίδει στην Αιτήτρια δικαίωμα δικονομικής παράστασης προς το Δικαστήριο για την εκκαθάριση της Εταιρείας. Σε ότι αφορά την ιδιότητα της σε σχέση με την Εταιρεία υπάρχει μόνο ο ισχυρισμός της ότι είναι μέτοχος της Εταιρείας, κάτοχος 1.000 συνήθων μετοχών αξίας €1 (Τεκμήριο Β στην ένορκο της δήλωση της). Δεν υπάρχει, κανένας ισχυρισμός ως προς το κατά πόσο αυτές είναι πλήρως πληρωθείσες ή όχι. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας που σημειώνεται ότι είναι πανομοιότυπη με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση της, δεν υπάρχει καμία αναφορά, ή εν πάση περιπτώσει, θετικός ισχυρισμός, αρκούντως τεκμηριωμένος, είτε, σε ότι αφορά τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας Ζ.Κ.Ο, είτε, σε ότι αφορά το κατά πόσο σε περίπτωση εκκαθάρισης της είναι πιθανόν ότι θα υπάρξει (μετά την πληρωμή όλων των χρεών ή και υποχρεώσεων της εταιρείας) πλεόνασμα από τα περιουσιακά της στοιχεία διαθέσιμο για διανομή μεταξύ των μετόχων της (περιλαμβανομένης δηλαδή και της ατήτριας). Το Δικαστήριο στην υπόθεση Fecipero Investments Ltd (πιο πάνω) εξετάζοντας και την εισήγηση περί νομιμοποίησης των συγκεκριμένων μετόχων στην καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης στη βάση ισχυρισμών της αίτησης ότι «η εταιρεία έχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία και σε περίπτωση διάλυσής της θα υπάρξει σημαντικό πλεόνασμα, μετά την πληρωμή των οποιωνδήποτε χρεωστών της, για διανομή στους μετόχους της...», πρόσθεσε τα εξής: «Aκόμη και η πιο πάνω καταγραφή της κυρίως Αίτησης δεν υποδηλοί, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, πιθανότητα περί ύπαρξης περισσεύματος προς διανομή στους μετόχους, μετά την εξόφληση, στα πλαίσια εκκαθάρισης, των οποιωνδήποτε χρεωστών της Facipero. Τέτοια πιθανότητα που θα ήταν αρκετή για να προσδώσει νομιμοποίηση στους Αιτητές για προσφυγή τους στο Δικαστήριο και καταχώρηση αίτησης για εκκαθάριση. Ούτε συνιστά, στην απουσία κάποιας έστω στοιχειοθέτησής της με περαιτέρω λεπτομέρειες, θεμελίωση ενός χειροπιαστού συμφέροντος, περιεχόμενο του οποίου θα ήταν η ύπαρξη πλεονάσματος προς όφελος και των αιτητών-μετόχων. Η κυρίως Αίτηση εδράζεται, πέραν του άρθρου 211(στ), και στο άρθρο 202 του Κεφ. 113, το οποίο προβλέπει για εναλλακτικές θεραπείες τις οποίες μπορεί να αξιώσει οποιοδήποτε μέλος της εταιρείας. Οι πρόνοιες του άρθρου αυτού σκοπό έχουν την παροχή νομικής διεξόδου στη μετοχική μειοψηφία - όπως εν προκειμένω οι Αιτητές - σε κάθε περίπτωση όπου οι υποθέσεις εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό εκ μέρους της πλειοψηφίας. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Αιτητές ότι έστω κι αν η πλευρά που εκπροσωπεί δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης με βάση το άρθρο 211(στ), έχει δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο κατ΄ ακολουθία του άρθρου
- Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η πιο πάνω προσέγγιση. Παρόμοιο θέμα, ως προς τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης δηλαδή του άρθρου 202, εξετάστηκε από το πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην υπόθεση BedrosKaraoglanian & Sons Ltd., and Others and HagopKaraoglanian and Another
(1977)4 J.S.C. σελ.
- Εκδίδοντας την απόφαση ο Δικαστής Πικής, τότε Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου, αφού κατέληξε ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν πως ήταν δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία, προχώρησε στην εξέταση των εναλλακτικών θεραπειών που αξίωναν στη βάση του άρθρου
- Αναφέρει στη σελ. 511: «In the light of the above finding it would be unnecessary to go any further and examine the alternative remedies sought in the petition, considering that before a member of the company may avail himself of the provisions of s.202, he must first establish that the company should be wound up."». Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω συνεπώς, ότι στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο αφού δεν αποκαλύπτεται η νομιμοποίηση της αιτήτριας στην προώθηση της κυρίως αίτησης γεγονός που άπτεται των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 και καθορίζει θεωρώ και την τύχη της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης. Για την περίπτωση που κριθεί ότι η πιο πάνω κατάληξη δεν είναι ορθή και για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω στη συνέχεια την ουσία της αίτησης εφαρμόζοντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης. Αρχίζοντας με την συνεξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων με βάση το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι η αιτήτρια ως μειοψηφούσα μέτοχος ισχυρίζεται καταπιεστική συμπεριφορά των πλειοψηφούντων μετόχων οι οποίοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της είναι οι καθ΄ων η αίτηση 2 και
- Οι πρόνοιες των άρθρων 211(στ) και 202 του Κεφ. 113 επιτρέπουν το δικαστικό έλεγχο του τρόπου άσκησης των νομίμων δικαιωμάτων της πλειοψηφίας υπό το πρίσμα των αρχών της επιείκειας. Και επιτρέπουν την δικαστική επέμβαση στις υποθέσεις μίας εταιρείας εάν αποδειχθεί πώς ο τρόπος με τον οποίον η πλειοψηφία ασκεί τα κατ΄ αρχήν νόμιμα δικαιώματά της οδηγεί σε καταπίεση, αδικία και ανεπιεικείς λύσεις εις βάρος της μειοψηφίας. Το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 κάμνει αναφορά στα δικαιώματα της μειοψηφίας των μετόχων, ειδικά δε στις περιπτώσεις όπου οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό από την πλειοψηφία. Το τι συνιστά καταπιεστική συμπεριφορά (oppressive conduct) επεξηγείται στην Αγγλική απόφαση Re Five Munite Car Wash Services Ltd
(1966)1 All ER 242. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην απόφαση αυτή, ο αιτητής για να επιτύχει θα πρέπει να δείξει στην αίτησή του ότι (α) τα ζητήματα για τα οποία υποβάλλεται παράπονο σχετίζονται με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα, τα οποία ισχυρίζονται ότι έτυχαν καταπιεστικής συμπεριφοράς, ως μέλη της εταιρείας, (β) τα ζητήματα για τα οποία υποβάλλεται παράπονο να σχετίζονται με την διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας και (γ) είναι τέτοιας φύσεως, εις τρόπο ώστε, όχι μόνο καθιστούν τη διάλυση της εταιρείας δίκαιη και εύλογη αλλά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι υποθέσεις της εταιρείας έτυχαν χειρισμού κατά τρόπο που μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταπιεστικός για τον ίδιο τον αιτητή ή και για άλλα μέλη της εταιρείας. Επεξηγείται επίσης ότι το απλό γεγονός ότι ο αιτητής έχει χάσει την εμπιστοσύνη του στον τρόπο με τον οποίο τυγχάνουν χειρισμού οι υποθέσεις της εταιρείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταπιεστική συμπεριφορά. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι η καταπίεση περιλαμβάνει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας και της δίκαιης μεταχείρισης σε κάποιο μέλος της εταιρείας. Σύμφωνα με τον Lord Keith " ... ... ... ... oppression involves, I think, at least an element of lack of probity or fair dealing to a member in the matter of his proprietary rights as a shareholder". Στηνυπόθεση ScotishCo operative wholesale society Ltdv. Meyer and another
(1958)3 All ER 66 αναφέρεται ότι ο όρος καταπίεση περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας (probity), ή δίκαιης μεταχείρισης (fair dealing) προς μέλη της εταιρείας σε σχέση με τα δικαιώματα τους ως μέτοχοι. Αντίθετα, ανεπάρκεια ή αμέλεια στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά (βλ. επίσης In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246). Επιπλέον, τα ενώπιον του δικαστηρίου γεγονότα θα πρέπει να καθιστούν την διάλυση της εταιρείας δίκαιη και εύλογη. Η σημασία του όρου "δίκαιη και εύλογη" (just and equitable) έχει επίσης επεξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων (βλ. μεταξύάλλων Ebrahimi v. Westbourne Galleries Ltd
(1972)2 AllER 492 και Bedros Karaoglanian & Sons Ltd and othersv. Hagop Karaoglanian and another του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 4 JSC
(488). Η διάλυση της εταιρείας καθίσταται δίκαιη και εύλογη όταν ο αιτητής αποδείξει ότι δεν υπάρχει πλέον μεταξύ των μελών της εταιρείας καμιά συνεννόηση, η οποία είναι θεμελιώδης για την σύσταση της επήρειας και ότι η εμπιστοσύνη (confidence) την οποία οφείλει ένα μέλος προς το άλλο ή άλλα μέλη έπαυσε να υπάρχει. Στην προκειμένη περίπτωση εξετάζοντας με προσοχή τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας παρατηρώ ότι καμία αναφορά γίνεται σε σχέση με οποιεσδήποτε ενέργειες των πλειοψηφούντων μετόχων που να οδηγούν σε καταπίεση, αδικία και ανεπιεικείς λύσεις εις βάρος της. Αντίθετα εκείνο που αποκαλύπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας είναι ότι το παράπονο της στρέφεται εναντίον του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας Ζ.Κ.Ο και συγκεκριμένα του διευθυντή της κ. Μεντζελιώτη. Καμία απολύτως αναφορά γίνεται από την αιτήτρια σε σχέση με οποιοδήποτε παράπονο εναντίον των υπόλοιπων μετόχων της εταιρείας Ζ.Κ.Ο., για οποιεσδήποτε πράξεις, ενέργειες ή παραλείψεις τους οι οποίες συνιστούν καταπιεστική συμπεριφορά σε βάρος της. Αλλά ούτε και αναφέρεται στην αίτηση ότι η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ «των συνεταίρων» της Ζ.Κ.Ο. παραβιάσθηκε από οποιεσδήποτε ενέργειες της πλειοψηφίας. Εκείνο που ουσιαστικά ισχυρίζεται είναι ότι η Ζ.Κ.Ο. παρέλειψε να την ενημερώσει για τις δραστηριότητες και τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας και αρνήθηκε να της επιτρέψει την επιθεώρηση των βιβλίων της επιχείρησης της εταιρείας, των τιμολογίων, των καταστάσεων, των αποδείξεων πληρωμών και εισπράξεων, καταστάσεων τραπεζικών λογαριασμών και άλλων σχετικών εγγράφων της εταιρείας. Τούτο διαφαίνεται άλλωστε και από το περιεχόμενο των επιστολών που επισυνάπτει ως τεκμήριο Η στην ένορκη της δήλωση. Σε κάθε περίπτωση όμως καμία αναφορά γίνεται εκ μέρους της σε σχέση με οποιαδήποτε συμμετοχή των μετόχων της εταιρείας Ζ.Κ.Ο στις ισχυριζόμενες παραλείψεις. Ο Κανονισμός 125 του Πίνακα Α (Μέρος ΙΙ) που ισχύει αφού η Z.K.O είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές προνοεί τον από καιρού εις καιρό καθορισμό από τους συμβούλους πως και σε ποιο βαθμό τα βιβλία της εταιρείας μπορούν να ελεγχθούν από τους μετόχους. Για να έχει κάποιος μέτοχος δικαίωμα επιθεώρησης πρέπει το δικαίωμα να προβλέπεται στο νόμο ή να επιτραπεί από τους συμβούλους ή την εταιρεία σε γενική συνέλευση . Εάν συνεπώς η αιτήτρια επιθυμούσε τέτοια επιθεώρηση θα έπρεπε να αποταθεί στους συμβούλους και εάν δεν ικανοποιείτο θα μπορούσε να αποταθεί στο δικαστήριο για την ανάλογη θεραπεία με πρωτογενή αίτηση και όχι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προστεθεί ακόμη πως με βάση τους ισχυρισμούς των καθ΄ων η αίτηση που σημειώνεται παρέμειναν αναντίλεκτοι, αφού ο ενόρκως δηλών Ανδρέας Γιάλλουρος δεν έχει αντεξεταστεί από την πλευρά της αιτήτριας, η εταιρεία Ζ.Κ.Ο. κατέθεσε στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος ελεγμένους λογαριασμούς για τα έτη 2012 και 2013 και που η ίδια η αιτήτρια δηλώνει ότι της έχουν δοθεί μαζί και με τα υπόλοιπα έγγραφα που επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση σε δέσμη ως τεκμ. Κ. Περαιτέρω ο κ. Γιάλλουρος δηλώνει πως οι λογαριασμοί για τα έτη 2014 και 2015 βρίσκονται στη διαδικασία ετοιμασίας τους. Αναντίλεκτος παρέμεινε επίσης ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση σύμφωνα με τον οποίο η εταιρεία Ζ.Κ.Ο. από της ίδρυσης της δεν είχε οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Κύπρο πλην της συμμετοχής της στη Ε.Π.Ε. Προβάλλεται περαιτέρω στην αίτηση της αιτήτριας πως η εταιρεία Ζ.Κ.Ο. έχοντας θυγατρική εταιρεία την Ε.Π.Ε υποχρεούται στην υποβολή ενοποιημένων λογαριασμών έστω και εάν αυτή είναι αποδεκτό πως συμπεριλαμβάνεται στα συγκροτήματα μικρού μεγέθους τα οποία σύμφωνα με το Νόμο απαλλάσσονται από την υποχρέωση ενοποίησης των οικονομικών καταστάσεων τους. Στο στάδιο των αγορεύσεων η πλευρά της αιτήτριας βάσισε την πιο πάνω θέση στις πρόνοιες του άρθρου 142 (δ) του Κεφ. 113 που περιλαμβάνει τα ακόλουθα: (δ) Τα συγκροτήµατα µικρού µεγέθους και τα συγκροτήµατα µεσαίου µεγέθους εξαιρούνται από την υποχρέωση ετοιµασίας ενοποιηµένων οικονοµικών καταστάσεων, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (β) του παρόντος εδαφίου, εκτός αν κάποια συνδεδεµένη εταιρεία είναι οντότητα δηµοσίου συµφέροντος ή η ετοιµασία των ενοποιηµένων οικονοµικών τους καταστάσεων διέπεται από άλλη νομοθεσία. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε θετικό στοιχείο που να υποδεικνύει ότι η ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων των δύο εταιρειών διέπεται από άλλη νομοθεσία και δεν συνεπάγεται κάτι τέτοιο, ως ήταν η εισήγηση της αιτήτριας, από το γεγονός και μόνο ότι η εταιρεία Ζ.Κ.Ο. είναι εταιρεία κυπριακή ενώ η Ε.Π.Ε είναι Ελληνική. Κατά συνέπεια δεν κρίνεται σκόπιμο θεωρώ να εξεταστεί περαιτέρω ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι δεν της δόθηκαν τα οικονομικά στοιχεία της Ε.Π.Ε., ισχυρισμός που εν πάση περιπτώσει απορρίπτεται με την ένσταση των καθ΄ων η αίτηση. Στη βάση συνεπώς όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Εξετάζοντας τέλος τη τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 παρατηρείται ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας σε σχέση με το ότι θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε συγκεκριμένα γεγονότα ή άλλα στοιχεία που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλην του ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας για το αναφερόμενο ζήτημα έχουν τεθεί με τρόπο γενικό και σε επίπεδο πιθανοτήτων με τη δήλωση ότι « είναι απροστάτευτη και ανά πάσα στιγμή είναι δυνατό να υποστεί ζημιά» αυτοί παρέμειναν μετέωροι αφού τέθηκαν μόνο μέσα από την αγόρευση του συνηγόρου της και συνεπώς δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφού έχει πολλάκις νομολογηθεί ότι είναι ανεπίτρεπτο να δίδεται μαρτυρία μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου ενός διαδίκου. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω κρίνεται συνεπώς ότι δεν συντρέχει καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 για την έκδοση των διαταγμάτων και η αίτηση δεν έχει περιθώριο επιτυχίας επί της ουσίας της. Περαιτέρω στη βάση όλων πιο πάνω, θεωρώ ότι ούτε στο ισοζύγιο της ευχέρειας δεν δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - Αίτηση διάλυσης εταιρείας