← Κύπρος

Μαρίας Παπουή ν. Γεώργιου Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 1566/12, 5/4/2017

Μαρίας Παπουή ν. Γεώργιου Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 1566/12, 5/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1566/12 Μεταξύ: Μαρίας Παπουή Ενάγουσας -και- Γεώργιου Αντωνίου Εναγομένου Ημερομηνία: 5.4.2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Παυλίδου, για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. Για Εναγόμενο: κ. Χατζηπαναγιώτου. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Αντικείμενο Το επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή προέκυψε από τροχαίο ατύχημα μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε η Ενάγουσα με αρ. εγγραφής KSQ738 στην οδό Τ. Μιχαήλ (στο εξής «η πάροδος») στην Αθηαίνου με το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος με αρ. εγγραφής KYL845 στην οδό Μ. Ταππή (στο εξής «ο κύριος δρόμος») στην Αθηαίνου με πορεία προς τον Αστυνομικό Σταθμό Αθηαίνου. Μέσα από τα γεγονότα που προέκυψαν ως παραδεκτά με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας προκύπτει ότι, η σύγκρουση επισυνέβη ενώ η Ενάγουσα, η οποία οδηγούσε κανονικά στην πορεία της και στην αριστερή λωρίδα της παρόδου, επιχείρησε να εξέλθει αριστερά εντός του κυρίου δρόμου, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα του Εναγόμενου, το οποίο τη στιγμή εκείνη επιχειρούσε δεξιά στροφή εντός της παρόδου. Ας σημειωθεί ότι, το σχεδιαγράφημα της σκηνής που εκπόνησε και εξήγησε ο Αστυνομικός που διερεύνησε το ατύχημα και το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε από τα μέρη, δείχνει ότι το σημείο σύγκρουσης είναι 60 εκατοστά εντός του κυρίου δρόμου και κατά προέκταση της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της παρόδου, στην οποία κινείτο η Ενάγουσα. Φαίνεται, επίσης, το όχημα του Εναγόμενου στην τελική του θέση μετά τη σύγκρουση να είναι οριζοντοποιημένο στη δεξιά λωρίδα του κυρίου δρόμου, και επομένως στην αντίθετη από τη νόμιμη πορεία του, και στην προέκταση της αριστερής λωρίδας της παρόδου. Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το ποσό των €3.070 των ειδικών ζημιών που αξιώνει η Ενάγουσα δια της Έκθεσης Απαίτησής της, έγινε παραδεκτό μεταξύ των μερών επί πλήρους ευθύνης. Β. Η μαρτυρία Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρισμένο στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του, χωρίς να είναι απαραίτητο το Δικαστήριο να προβεί σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας τους. Αναφορά θα γίνει ό,που και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Στην υπόθεση μαρτύρησαν συνολικά τέσσερις μάρτυρες. Για την πλευρά της Ενάγουσας μαρτύρησε η Ενάγουσα, ο Αστυνομικός 3592, Μάριος Ανδρέου (στο εξής «ο Μ.Ε.1») και ο Δρ. Χρίστος Ηρακλέους, ορθοπεδικός ιατρός που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Βοηθός Διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακος (στο εξής «ο Μ.Ε.2»). Για την πλευρά του Εναγόμενου μαρτύρησε μόνο ο ίδιος. Η Ενάγουσα κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή δήλωση στην οποία αναφέρει ότι, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια και οδηγός του αυτοκινήτου μάρκας ΗΟΝDA με αρ. εγγραφής ΚSQ738 και ο Εναγόμενος ήταν οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KYL

  1. Στις 14.4.2012 και περί τις 12μ.μ. η Ενάγουσα οδηγούσε το αυτοκίνητό της στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της παρόδου, ενώ ο Εναγόμενος οδηγούσε το δικό του αυτοκίνητο εντός του κυρίου δρόμου. Ενώ η ίδια βρισκόταν στο αλτ της παρόδου, σταματημένη, αναμένοντας να έχει ελεύθερη πορεία ώστε να επιχειρήσει αριστερή στροφή στον κύριο δρόμο, ο Εναγόμενος επιχείρησε δεξιά στροφή εντός της παρόδου. Το εγχείρημά του αυτό ήταν αντικανονικό αφού επιχειρήθηκε από σημείο από το οποίο δεν επιτρέπεται, πήρε την στροφή με κυκλική πορεία («πολύ κλειστά») και όχι σε ορθή γωνία με αποτέλεσμα να επισυμβεί η σύγκρουση, η οποία επέφερε ζημιές στο αυτοκίνητό της και σωματικές βλάβες στην ίδια. Αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα είναι ο Εναγόμενος εφόσον οδηγούσε αμελώς, με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα ή καθόλου το αυτοκίνητο της Ενάγουσας, οδηγούσε στη λανθασμένη λωρίδα του κυρίου δρόμου δηλαδή στη δεξιά, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του σωστά και έγκαιρα και γενικά οδηγούσε απρόσεκτα χωρίς τη δέουσα προσοχή, παρατηρητικότητα και επιμέλεια ενός συνετού οδηγού υπό τις περιστάσεις. Συνεπεία της σύγκρουσης, η Ενάγουσα υπέστη χρηματική ζημιά €2.985 για επιδιόρθωση του αυτοκινήτου της. Πλήρωσε επίσης το ποσό των €85 για να λάβει αντίγραφο της αστυνομικής έκθεσης αναφορικά με το ατύχημα. Μετά το ατύχημα επισκέφθηκε τον Μ.Ε.2, ο οποίος διαπίστωσε κάκωση στην οσφυϊκή μοίρα. Είναι η πρώτη φορά που ενεπλάκη σε ατύχημα. Ανέφερε επίσης προφορικά ότι, ενώ η ίδια είχε σταματήσει εντός της λωρίδας της και κοίταζε δεξιά για να βεβαιωθεί ότι δεν ερχόταν αυτοκίνητο που θα εμπόδιζε την αριστερή της στροφή στον κύριο δρόμο και πριν προλάβει να γυρίσει το κεφάλι της αριστερά, της κτύπησε ο Εναγόμενος. Παραδέχθηκε ότι δεν τον είδε καθόλου πριν την σύγκρουση. Δύο γειτόνισσες που παρακολούθησαν την σύγκρουση της είπαν ότι είδαν τον Εναγόμενο να έρχεται κατά πάνω της. Αντεξεταζόμενη και αφού ερωτήθηκε το ακριβές σημείο στο οποίο ήταν σταματημένη παρέπεμψε στην αστυνομική έκθεση, την οποία υιοθέτησε και με την οποία συμφώνησε. Στην οποία φαίνεται ότι, το αυτοκίνητό της είχε σταματήσει λίγο μετά την οριζόντια γραμμή του αλτ, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του οχήματος της βρισκόταν ακόμα στην αριστερή λωρίδα της παρόδου. Η ίδια θεώρησε, πάντως ότι, εφόσον ευρισκόταν εντός της λωρίδας της και όσο πιο αριστερά μπορούσε εντός αυτής, θα ήταν ασφαλής. Δεν θυμάται αν, στον Μ.Ε.1 που ήρθε στη σκηνή ανέφερε οποιονδήποτε πόνο ή τραυματισμό. Τραυματίστηκε πάντως από το ατύχημα, αλλά μόλις στις 11.5.2012 επισκέφθηκε τον Μ.Ε.2 στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακος, εφόσον προηγουμένως και μετά το ατύχημα, έλαβε voltaren για αρκετές μέρες και δεν της πέρασε ο πόνος στην οσφύ. Τα voltaren και τα παυσίπονα τα έλαβε κατόπιν τηλεφωνικής συμβουλής την ημέρα του ατυχήματος της Δρ. Αντρούλλας Δημητρίου, ακτινολόγου του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακος. Δεκαπέντε ημέρες μετά το ατύχημα, πήρε ξανά τηλέφωνο την εν λόγω ιατρό, η οποία της συνέστησε να πάει στο Νοσοκομείο για να ληφθούν ακτινογραφίες. Αρνήθηκε ότι κατά τη σύγκρουση το αυτοκίνητό της ήταν εν κινήσει και επέμεινε ότι είχε ήδη σταματήσει πριν την σύγκρουση και κοιτούσε δεξιά γι' αυτό και δεν είδε τον Εναγόμενο. Της υπεβλήθη ότι καμία σωματική βλάβη υπέστη και γι΄ αυτό δεν πήγε απευθείας σε γιατρό. Επανέλαβε ότι πονούσε στη οσφύ εξ' αρχής και γι' αυτό έλαβε και τηλεφωνική συμβουλή, αλλά όταν οι πόνοι δεν περνούσαν, τότε επισκέφθηκε το Νοσοκομείο. Μέχρι την ημέρα που επισκέφθηκε το Νοσοκομείο δεν υπέστη οποιονδήποτε άλλο τραυματισμό ή κάκωση. Κατόπιν οδηγιών του ιατρού Μ.Ε.2 έλαβε μια σειρά από φάρμακα, χωρίς να θυμάται ακριβώς ποια. Έκαμε και φυσιοθεραπείες στον Ζορπά στην Αθηαίνου τέσσερις ή πέντε φορές, χωρίς όμως να προσκομίσει οποιοδήποτε σχετικό πιστοποιητικό ή απόδειξη ή να αξιώνει το ποσό αυτό ως ειδικές αποζημιώσεις. Πήγε και γυμναστική στο ΑΓΟ για να ενισχυθούν οι ραχιαίοι μύες κατόπιν υπόδειξης του ιατρού της. Όταν της υπεβλήθη ότι επισκέφθηκε ιατρό κατόπιν της διαπίστωσης ότι η ασφαλιστική δεν θα της πλήρωνε αποζημιώσεις για το επίδικο ατύχημα, απάντησε αρνούμενη. Όταν της υπεβλήθη ότι μεγάλο ποσοστό ευθύνης φέρει και η ίδια, απάντησε ότι το σχεδιαγράφημα της Αστυνομίας τα λέει όλα. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι εξέτασε το ατύχημα και συνέταξε αστυνομική έκθεση και εκπόνησε σχεδιαγράφημα της σκηνής. Δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον οποιουδήποτε από τους ενεχόμενους οδηγούς. Στην αστυνομική του έκθεση πάντως αναφέρει ότι, ο Εναγόμενος «πήρε κλειστά τη στροφή», με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα της Ενάγουσας, το οποίο κατά τη στιγμή εκείνη ταξίδευε εντός της παρόδου και εισερχόταν εντός του κύριου δρόμου με αριστερή στροφή. Φαίνεται από τα περιεχόμενα της αστυνομικής έκθεσης να μην του αναφέρθηκε οποιοσδήποτε τραυματισμός στη σκηνή. Όταν επισυνέβη το ατύχημα ήταν μέρα με αίθριο καιρό. Και τα δύο οχήματα είχαν ζημιές στο μπροστινό και μπροστινό δεξιό μέρος τους. Επιβεβαίωσε τα λεγόμενα της Ενάγουσας, ότι δηλαδή το αυτοκίνητο της όπως βρέθηκε στο σημείο σύγκρουσης ήταν εντός της νόμιμης πορείας του και πιο κοντά στο αριστερό πεζοδρόμιο παρά στη μέση του δρόμου. Δε γνωρίζει, ούτε θα μπορούσε να γνωρίζει, εφόσον πήγε στη σκηνή του ατυχήματος κατόπιν αυτού, είτε τις ταχύτητες των δύο οχημάτων, εφόσον δεν βρήκε στοιχεία από τα οποία να μπορούσε να εξάξει οποιοδήποτε επί τούτου συμπέρασμα, είτε εάν η Ενάγουσα κινείτο ή αν ήταν σταματημένη κατά τη στιγμή του ατυχήματος. Ούτε μπορεί να υπολογίσει την ταχύτητα των δύο οχημάτων, στη βάση των ζημιών που αυτά υπέστηκαν. Ανέφερε ότι, το σημείο σύγκρουσης ήταν 60 πόντους έξω από την οριζόντια γραμμή του αλτ και εντός του κυρίου δρόμου, σε σχέση με την πορεία της Ενάγουσας. Δεν ανέφερε οτιδήποτε, είτε στο Δικαστήριο, είτε στην αστυνομική του έκθεση, σε σχέση με την ορατότητα που είχαν οι δύο οδηγοί, ο ένας προς την κατεύθυνση του άλλου, αλλά ούτε και ερωτήθηκε σχετικά. Ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι στις 11.5.2012 εξέτασε την Ενάγουσα κατόπιν αναφοράς περί τροχαίου ατυχήματος στις 14.4.
  2. Αναφέρει στο ιατρικό του πιστοποιητικό Τεκμήριο 3 ότι: «υπέστη κάκωση στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Έκτοτε παρουσιάζει οσφυοϊσχιαλγία (Δ) που χρήζει φαρμακευτικής αγωγής και φυσιοθεραπείας.» Μετά από τροχαίο, αν δεν είναι βαρύς ο τραυματισμός ο πόνος δεν είναι μεγάλος, είπε, και μπορεί να επιδεινωθεί μετά από κάποια 24ώρα και να συνεχίσει για βδομάδες. Οι πιο συνηθισμένες αιτίες της οσφυαλγίας είναι δισκοπάθεια, εκφυλιστικές αλλοιώσεις και κακώσεις. Είναι ασφαλές να συμπεράνει κάποιος ότι η οσφυαλγία της Ενάγουσας άρχισε μετά το τροχαίο και σιγά σιγά επιδεινώθηκε μέχρι και την ημέρα που την εξέτασε. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι είναι η ίδια η Ενάγουσα που του ανέφερε το τροχαίο ατύχημα. Όταν του υπεβλήθη ότι δε μπορεί με βεβαιότητα να αποδώσει την οσφυαλγία της στο ατύχημα, απάντησε ότι πράγματι δε μπορεί να είναι 100% βέβαιος, όμως η αναφορά του τραυματισμού μπορεί να συνδεθεί άμεσα με την οσφυαλγία. Ούτε και η Ενάγουσα αναφέρθηκε σε δισκοπάθεια. Δε διέταξε οποιεσδήποτε απεικονιστικές εξετάσεις για να διαπιστώσει αν υπήρχαν εκφυλιστικές αλλοιώσεις στη σπονδυλική στήλη. Δεν αποκλείεται, είπε, η οσφυαλγία να οφείλεται είτε σε δισκοπάθεια, είτε σε εκφυλιστικές αλλοιώσεις της σπονδυλικής στήλης, «με πολύ λίγες πιθανότητες στην προκειμένη περίπτωση». Με παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη ο πόνος στην οσφύ ξεπερνιέται μόνο στιγμιαία, εφόσον τα φάρμακα αντιμετωπίζουν μόνο τα συμπτώματα της κάκωσης και όχι την αιτία της. Τα συμπτώματα συνήθως επανέρχονται και για να ανακουφιστεί ο ασθενής χρειάζεται μια ελάχιστη περίοδος τριών με τεσσάρων εβδομάδων. Δε θυμάται να έγιναν ακτινογραφίες, αλλά μάλλον έγιναν, είπε. Του υπεβλήθη ότι το επίδικο ατύχημα και οι σωματικές βλάβες της Ενάγουσας δε συνδέονται. Το αρνήθηκε, χωρίς όμως να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο ενδεχόμενο εφόσον δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πρωτογενώς το μηχανισμό κάκωσης. Ο Εναγόμενος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι του υπεδείχθη το σχεδιαγράφημα που εκπόνησε ο Μ.Ε.2 στη σκηνή του ατυχήματος. Δεν ερωτήθηκε αν συμφωνεί με αυτό, αλλά μέσα από τη μαρτυρία του προέκυψε ότι συμφωνεί πλήρως. Είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά από τον κύριο δρόμο εντός της παρόδου και τράκαρε με την Ενάγουσα. Επιχείρησε κλειστή δεξιά στροφή πριν από το σημείο όπου δικαιούτο να την επιχειρήσει. Το ατύχημα έγινε μετά την οριζόντια γραμμή του αλτ της παρόδου, εντός του κυρίου δρόμου και κατά προέκταση της νόμιμης λωρίδας κυκλοφορίας της Ενάγουσας. Τίποτε κατά την κρίση του εμπόδιζε την ορατότητα της Ενάγουσας προς το μέρος του. Συμφώνησε με υποβολή ότι η κλειστή δεξιά του στροφή ήταν η αιτία του ατυχήματος. Ανέφερε ότι κατά τη στιγμή του ατυχήματος κινούνταν και τα δύο αυτοκίνητα. Του υπεβλήθη ότι η Ενάγουσα ήταν εκτός της γραμμής του αλτ διότι μόνο έτσι θα μπορούσε να είχε ικανοποιητική ορατότητα προς τα δεξιά ώστε να βεβαιωθεί ότι η αριστερή της στροφή εντός του κυρίου δρόμου ήταν ασφαλής. Δεν τοποθετήθηκε. Διαφώνησε με υποβολή ότι ο ίδιος κινείτο με υπερβολική ταχύτητα. Δεν απάντησε σε ερώτηση ως προς το πόσα μέτρα πριν την στροφή είδε την Ενάγουσα. Είπε μόνο ότι, μόλις την είδε πάτησε φρένο και το αυτοκίνητο του σταμάτησε αμέσως. Του υπεβλήθη ότι εάν δεν έτρεχε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του πολύ προηγουμένως και θα αποφεύγετο το ατύχημα. Απάντησε: «Πάλι διαφωνώ. Όπως φαίνεται στο χαρτί που είναι τα δύο αυτοκίνητα αν την έβλεπα προτού σταματήσω, όπως λέτε εσείς, θα έβαζα το αυτοκίνητο μου σε ευθεία να φύγω, όχι να στρίψω.» Δεν ήταν σαφής ως προς το πότε είδε την Ενάγουσα, ήτοι πόσα μέτρα πριν το σημείο της σύγκρουσης. Γ. Αξιοπιστία Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Κρίνω την Ενάγουσα ως αξιόπιστη μάρτυρα. Απάντησε στις ερωτήσεις που τις υποβάλλονταν ευθέως και χωρίς διάθεση υπεκφυγής, υπογραμμίζοντας μάλιστα την ορθότητα του σχεδιαγραφήματος του Μ.Ε.1, το οποίο αντικειμενικά ιδωμένο δεν την απαλλάσσει πλήρως ευθύνης. Η ενέργειά της αυτή αποτελεί σημάδι αξιοπιστίας. Κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο, όχι με απώτερο σκοπό να απεκδυθεί ευθύνης για το ατύχημα, αλλά για να αποδοθεί στον κάθε οδηγό το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί, υπό τις περιστάσεις. Κρίνω ότι η μαρτυρία της συνάδει με τη λοιπή μαρτυρία στην υπόθεση, ειδικά του Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, αλλά και τη λογική των πραγμάτων έτσι όπως οι μάρτυρες της πλευράς της Ενάγουσας την περιέγραψαν. Κρίνω ότι ο Μ.Ε. 1 ήταν ευθύς και συγκεκριμένος στις τοποθετήσεις του. Εξάλλου, δεν είχε τίποτα να κερδίσει από τη μη παράθεση της αλήθειας στο Δικαστήριο. Ήταν αντικειμενικός τρίτος και εξεταστής της υπόθεσης. Ήταν, άλλωστε, σαφής ως προς το ότι δε μπόρεσε να εξάξει οποιοδήποτε συμπέρασμα, είτε σε σχέση με τις ταχύτητες των δύο οχημάτων, είτε σε σχέση με το εάν η Ενάγουσα ήταν σταματημένη κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Δέχομαι τη μαρτυρία του καθ' ολοκληρία. Βρίσκω και τον Μ.Ε.2 ως πλήρως αξιόπιστο μάρτυρα. Ανέφερε με πραγματική και επιστημονική πειθώ τα όσα γνώριζε εν προκειμένω. Δεν αμφισβητήθηκε η εμπειρογνωμοσύνη του και κατέθεσε με σαφήνεια και ξεκάθαρα τις θέσεις του, διαμορφώνοντας γνώμη που υποβοήθησε στην εξαγωγή συμπερασμάτων εκ του Δικαστηρίου, ως οφείλουν, σύμφωνα με τη νομολογία, να πράττουν οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες. Δέχομαι ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Κρίνω και τον Εναγόμενο ως αξιόπιστο μάρτυρα. Απαντούσε αμέσως και άμεσα και με αναφορές στο σχεδιαγράφημα του Μ.Ε.2, κάτι που προσδίδει ιδιαίτερη αξιοπιστία στα λεγόμενά του, αφού το σχεδιαγράφημα αντικειμενικά ιδωμένο του αποδίδει μεγαλύτερη ευθύνη από εκείνη της Ενάγουσας. Βρίσκω να μαρτύρησε στο Δικαστήριο με διάθεση παράθεσης της αλήθειας και με σκοπό να αποδοθεί η ευθύνη που αρμόζει στον κάθε οδηγό, υπό τις περιστάσεις. Δε μπορώ να δεχθώ όμως ένα συγκεκριμένο σημείο των λεγομένων του, λόγω του ότι δεν τοποθετήθηκε σαφώς επί τούτου μέχρι και το τέλος της μαρτυρίας του. Αρχικά είπε ότι, είδε την Ενάγουσα να κινείται πριν την σύγκρουση. Κατά την αντεξέτασή του, όμως, είπε ότι εάν την έβλεπε πριν σταματήσει, εννοώντας πριν την σύγκρουση, θα μπορούσε να την αποφύγει. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι μεταξύ τους αντιφατικοί και έτσι δε μπορώ να τους λάβω υπόψη μου. Δέχομαι, επομένως, τη μαρτυρία του καθ' ολοκληρία, εκτός από δύο σημεία: Πρώτον, ότι η Ενάγουσα κινείτο κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Προτιμώ, επί του σημείου, τη μαρτυρία της Ενάγουσας. Και δεύτερον, δε μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα από τα λεγόμενά του, εάν είδε ή όχι το αυτοκίνητο της Ενάγουσας πριν τη σύγκρουση και ούτε υπάρχει οποιαδήποτε άλλη σχετική με τούτο μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Δ. Ευρήματα Στις 14.4.2012 και περί ώρα 12:30 το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΥL845, που οδηγείτο από τον Εναγόμενο, κινείτο στην οδό Μ. Ταππή στην Αθηαίνου με πορεία προς τον αστυνομικό σταθμό Αθηαίνου. Το όχημα με αρ. εγγραφής KSQ738, οδηγούμενο από την Ενάγουσα, ταξίδευε την ίδια μέρα και ώρα εντός της οδού Τ. Μιχαήλ, παρόδου στην οδό Μ. Ταππή, κυρίου δρόμου. Ο Εναγόμενος επιχείρησε δεξιά στροφή από την οδό Μ. Ταππή προς την οδό Μ. Μιχαήλ με κυκλική πορεία και πριν από το σημείο που δικαιούτο να πράξει αυτό, εισερχόμενος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και αντίθετη της νόμιμης πορείας του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα της Ενάγουσας που είχε ήδη σταματήσει 60 πόντους έξω από την οριζόντια γραμμή του αλτ στην οδό Τ. Μιχαήλ, εντός του κυρίου δρόμου και κατά προέκταση της νόμιμης λωρίδας κυκλοφορίας της στην πάροδο. Οι ζημιές και στα δύο οχήματα ήταν στο μπροστινό και μπροστινό δεξιό μέρος αυτών. Ο Εναγόμενος δεν είχε υπερβολική ταχύτητα. Κατά τον επίδικο χρόνο, υπήρχε φως της μέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Ως εκ του ατυχήματος, η Ενάγουσα υπέστη κάκωση της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και παρουσίασε οσφυϊσχιαλγία. Προς αντιμετώπιση των σωματικών της βλαβών, η Ενάγουσα έλαβε φαρμακευτική αγωγή με παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη και έτυχε μικρού αριθμού φυσιοθεραπειών. Ε. Νομική Πτυχή και συμπεράσματα Ε. 1. Ως προς την ευθύνη Το αστικό αδίκημα της αμέλειας, βάσει του άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, συνίσταται στη ζημιογόνα παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον επιμέλειας ορίζεται με βάση την επιμέλεια που θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός άνθρωπος για να αποφύγει να προκαλέσει ζημία στον πλησίον του υπό τις δοσμένες συνθήκες. Σε σχέση με υποθέσεις οδικής αμέλειας, στη Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 218 αναφέρθηκε ότι, το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος «προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του». Οι παράμετροι του αντικειμενικού κριτηρίου της αμέλειας οριοθετούνται από τη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202). Το καθήκον επιμέλειας που οφείλεται από κάθε οδηγό, συναρτάται προς τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στο δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 484). Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική (βλ. Σωκράτους (ανωτέρω)). Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Σύμφωνα με την Christodoulou v. Peppis
(1988)1 C.L.R. 317, δύο είναι οι παράγοντες που καθορίζουν το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας σε τροχαίο ατύχημα. Πρώτον, η αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του κάθε οδηγού με την επενέργεια του ατυχήματος και δεύτερο η υπαιτιότητά καθενός[1]. Η πλευρά του Εναγόμενου, με παρέπεμψε στη Meemanage v. Αναστασίου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 59 και στην Μιχαήλ ν. Δημητρίου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1302, όπου στον οδηγό του οχήματος που εξερχόταν από πάροδο εντός του κυρίου δρόμου επιδικάστηκε, κατ' έφεση, συντρέχουσα αμέλεια προς 25% και 30% αντίστοιχα, ενώ και στις δύο υποθέσεις το πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε κατ' αποκλειστικότητα υπεύθυνο τον οδηγό στον κύριο δρόμο, υπό τις εκεί περιστάσεις. Οι παρούσες υποθέσεις, διαφοροποιούνται στα γεγονότα τους, από την περίπτωση εν προκειμένω. Στη Meemanage (ανωτέρω) η σύγκρουση έγινε στο μέσω του κυρίου δρόμου και ο οδηγός του έτερου οχήματος ακολουθούσε ευθεία πορεία εντός του κυρίου δρόμου. Εν προκειμένω, ο Εναγόμενος που κινείτο στον κύριο δρόμο, επιχείρησε δεξιά κυκλική στροφή για να εισέλθει εντός της παρόδου και η σύγκρουση έγινε 60 εκατοστά εντός του κυρίου δρόμου και κατά προέκταση της παρόδου. Στη Μιχαήλ (ανωτέρω), όπου τα γεγονότα προσομοιάζουν περισσότερο με τα γεγονότα της παρούσας, ο οδηγός της παρόδου δε σταμάτησε καθόλου στο αλτ, ενώ εδώ υπάρχει εύρημα του Δικαστηρίου περί του αντιθέτου. Βάσει των ευρημάτων του Δικαστηρίου, βρίσκω ότι ο Εναγόμενος υπέπεσε της προσοχής και φροντίδας που επιδεικνύει κατά την οδήγηση ο μέσος συνετός οδηγός. Βρίσκω ότι η αμέλεια του Εναγόμενου συνίσταται αφ'ενός στο ότι, από σημείο απ' όπου δε δικαιούτο να στρίψει, έστριψε και πήρε κυκλικά και όχι σε ορθή γωνία τη στροφή από τον κύριο δρόμο προς την πάροδο και αφ' ετέρου στο ότι πριν βεβαιωθεί για την έλλειψη οχήματος που κινείτο στη νόμιμη και αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της παρόδου, ενήργησε με τον πιο πάνω τρόπο, εισερχόμενος μάλιστα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του κυρίου δρόμου και οριζοντιώνοντας, μάλιστα, το όχημά του εντός αυτής. Η οριζοντίωση αυτή προκύπτει, πέραν από το σχεδιαγράφημα, και από το ότι οι ζημιές και στα δύο οχήματα ήταν στο μπροστινό δεξιό μέρος αυτών. Αυτές του οι ενέργειες οδήγησαν στην πρόσκρουση στο όχημα της Ενάγουσας. Εάν επιχειρούσε την ίδια στροφή με κάθετη γωνία και από το σημείο όπου στο οδόστρωμα υπήρχε άσπρη διακεκομμένη γραμμή, είναι βέβαιο, από τη θέση στην οποία ευρίσκετο η Ενάγουσα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης και φαίνεται στο σχεδιαγράφημα, ότι η σύγκρουση θα αποφεύγετο. Δε μπορεί όμως, εν προκειμένω, να αποδοθεί 100% ευθύνη στον Εναγόμενο για τον εξής λόγο: Το ότι δε μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στην Ενάγουσα για το γεγονός ότι, κατά δική της παραδοχή, δεν είδε καθόλου τον Εναγόμενο, είναι δεδομένο. Και αυτό διότι, δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου με ποια ταχύτητα κινούνταν τα δύο οχήματα και πόση ήταν η ορατότητα του ενός οδηγού προς την κατεύθυνση του άλλου. Επομένως, δε μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ως προς το εάν ο Εναγόμενος ήταν ορατός στην Ενάγουσα. Εξήγησε δε, πειστικά, γιατί δεν τον είδε: έστρεψε αρχικά την προσοχή της στα δεξιά της και πριν προλάβει να κοιτάξει αριστερά της, επήλθε η σύγκρουση. Περαιτέρω, έγινε ήδη αποδεχτό ότι η Ενάγουσα ήταν ήδη σταματημένη κατά τη στιγμή της σύγκρουσης και κοίταζε δεξιά της και έτσι η ευθύνη που ομολογουμένως της αναλογεί, επειδή δεν σταμάτησε πριν τη γραμμή του αλτ της παρόδου, είναι κατά πολύ μικρότερη από εκείνη που θα ήταν, εάν δεν σταματούσε καθόλου πριν τη σύγκρουση. Όμως, εάν ο Εναγόμενος ενεργούσε με τον ίδιο ακριβώς αμελή τρόπο, ως περιεγράφηκε πιο πάνω, δε μπορεί με απόλυτη βεβαιότητα να λεχθεί ότι και πάλι θα επισυνέβαινε το ατύχημα, εάν η Ενάγουσα ευρισκόταν, ως όφειλε, πριν την οριζόντια γραμμή του αλτ της παρόδου και όχι κατά 60 εκατοστά εκτός αυτής και εντός του κυρίου δρόμου. Η μαρτυρία, δηλαδή, που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου δε μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να μην επισυνέβαινε καθόλου το ατύχημα, στην περίπτωση που η Ενάγουσα σταματούσε πριν το αλτ της οδού Μ. Μιχαήλ, ως όφειλε. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Αδαμής κ.ά. ν. Νατάσα Ηρακλέους
(1982)1 Α.Α.Δ. 746 και υιοθετήθηκε στην Μιχαήλ ν. Δημητρίου (ανωτέρω) το καθήκον ενός οδηγού να μην εισέλθει σε δρόμο, εκτός αν είναι ασφαλές να το πράξει, δε μειώνεται επειδή δύναται να υποθέσει ότι, οι οδηγοί που χρησιμοποιούν το δρόμο αυτό, είναι στην ορθή πλευρά του[2]. Έτσι κρίνω, ότι υπό τις περιστάσεις είναι ορθό και δίκαιο όπως αποδοθεί στον Εναγόμενο 80% ευθύνη και στην Ενάγουσα 20% ευθύνη. Ε. 2. Ως προς τις αποζημιώσεις Για να μπορέσει ζημιά, η οποία ανάγεται σε αμελή πράξη, να είναι ανακτήσιμη, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δύο. Όταν η αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, η ζημιά είναι κατά κανόνα ανακτήσιμη, νοουμένου ότι δεν είναι αφ' ενός υπερβολικά απομακρυσμένη από την αμελή πράξη και αφ' ετέρου μη προβλέψιμη συνέπεια της επιδεικνυόμενης αμέλειας. Για τη διαφορά μεταξύ ειδικών και γενικών αποζημιώσεων, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings, [1975] 12th ed.: "The distinction between general and special damage is this. General damage is such as the law will presume to be the natural or probable consequence of the defendant´s act. It arises by inference of law, and need not, therefore, be proved by evidence and may be averred generally. Special damage, on the other hand, is such a loss as the law will not presume to be the consequence of the defendant´s act, but such as depends in part, at least, on the special circumstance of the particular case. It must therefore be always explicitly claimed on the pleading, as otherwise the defendant would have no notice that such items of damage would be claimed from him at the trial." Ως ειδικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικασθούν ζημιές που έχουν ήδη αποκρυσταλλωθεί, όπως για παράδειγμα ζημιά σε περιουσία, ήδη δημιουργηθέντα ιατροφαρμακευτικά έξοδα, απώλειες μισθών μέχρι τη δίκη. Ως γενικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικασθούν ζημιές που δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί ακόμη, όπως για παράδειγμα απώλεια μελλοντικών απολαβών, μελλοντική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, έξοδα μελλοντικής κατ'οίκον φροντίδας ή απώλειες οι οποίες δε μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα, όπως πόνος, ταλαιπωρία, μείωση των απολαύσεων της ζωής. Οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται και να εξειδικεύονται στην έκθεση απαίτησης, να δικογραφούνται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Εάν αυτό δε γίνει, είναι αδύνατη η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού υπό τη μορφή ειδικής ζημιάς (βλ. μεταξύ άλλων Πίριλλος v. Κονναρή
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1153)[3]. Ο ενάγων υποχρεούται όχι μόνο στην ακριβή απόδειξη της προκληθείσας ειδικής ζημιάς του, αλλά και σε απόδειξη του ευλόγου τέτοιας δαπάνης (Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 1171). Ως προς τις γενικές αποζημιώσεις, τονίστηκε στην Ειρήνη Ανδρέου ν. Αντώνης Θεμιστοκλέους,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 355, με αναφορά του Εφετείου στην πρωτόδικη απόφαση: «Οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι δίκαιες, λογικές και κοινωνικά αποδεκτές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του τραυματισθέντος χωρίς να τίθεται υπερβολικό βάρος επί του αδικοπραγήσαντος. Ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αποτιμούνται με φιλελεύθερο πνεύμα, λόγω των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας και η γενική τάση είναι να αυξάνεται το ποσό των αποζημιώσεων, σε μια προσπάθεια πιο δίκαιης αποτίμησης του πόνου, λαμβανομένης υπόψη της συνεχούς μείωσης της αξίας του χρήματος. Όσον αφορά προηγούμενες αποφάσεις, αυτές μόνο καθοδήγηση παρέχουν, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία. (βλ. Αντωνιάδης ν. Μακρίδης
(1969)1 Α.Α.Δ. 245, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 Α.Α.Δ. 789, Νεοφύτου ν. Χ"Δημητρίου
(1982)1 Α.Α.Δ. 430, Παναγής ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Miller v. Peter
(1999)1 Α.Α.Δ. 2091).» Το Δικαστήριο καλείται σε κάθε περίπτωση να επιδικάσει δίκαιη αποζημίωση στον τραυματισθέντα. Είναι επιφορτισμένο με το άχαρο έργο της αποτίμησης σε χρήμα της ανθρώπινης υγείας. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία, αλλά την αποκατάσταση. Το μέσο του χρήματος είναι αφ' εαυτού ατελές για την αποκατάσταση του τραυματισθέντα στην προτέρα κατάσταση (βλ. Κυριάκος Μαυροπετρή ν. Γεωργίου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66). Το χρήμα δε μπορεί να αποκαταστήσει την υγεία του τραυματισθέντος, αλλά οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις σκοπούν στην ανακούφιση του παθόντα από τα δεινά των κακώσεών του και την παροχή ασφάλειας για το μέλλον. Η τάση στην επιδίκαση αποζημιώσεων είναι αυξητική, εφόσον αντανακλά την κοινωνική ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669, Paraskevaides (Overseas) Ltd. v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 789 και Polycarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727). Και η επιδίκαση τόκου σκοπεί επίσης στην αποκατάσταση του ισοζυγίου μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένου. Ήτοι να αποκαταστήσει τον Ενάγοντα για τα ποσά που ο Εναγόμενος μέχρι την έκδοση της απόφασης κατακρατούσε. Και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής, μεταξύ άλλων, έχει ρόλο να διαδραματίσει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς τον επιδικασθέντα, σε κάθε περίπτωση, τόκο. (βλ. το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, την Φοινικαρίδης v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά., Πολιτική Έφεση 333/09 ημερομηνίας 12/02/2014). Ως αναφέρθηκε ήδη οι ειδικές αποζημιώσεις συμφωνήθηκαν σε €3.070 επί πλήρους ευθύνης. Έτσι, το μόνο που απομένει είναι η επιδίκαση των γενικών αποζημιώσεων, βάσει των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας ότι αυτή έχει οποιαδήποτε κατάλοιπα από την κάκωση της οσφύος που υπέστη κατά το επίδικο ατύχημα ή ότι θα αντιμετωπίσει μελλοντικά οποιοδήποτε πρόβλημα ή περιορισμό στη ζωή της ή στις συνήθεις δραστηριότητες της, ως εξ' αυτής της κάκωσης. Στην Κωνσταντινίδης ν. Παπαμιλτιάδους
(2007)1Β Α.Α.Δ. 733 η Ενάγουσα υπέστη πόνο στον αυχένα, κεφαλαλγία και ζάλη. Επιδικάστηκαν γενικές αποζημιώσεις Λ.Κ.1.000 οι οποίες δεν κρίθηκαν υπερβολικές κατ' έφεση. Στις υποθέσεις ναυτοδικείου Harmsworth κ.α. v Salamis Glory, 79/2002-82/2002 ημερομηνίας 07.11.2003, επιδικάστηκε σε ένα εκ των Εναγόντων ποσό Λ.Κ.2.500,00 για διάστρεμμα αυχένα και οσφύος, αιμάτωμα αριστερού μηρού και θλάση κοιλιακού τοιχώματος. Για διάστρεμμα οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης με έντονους πόνους και σταδιακή βελτίωση αλλά με πιθανότητα να συνεχίσει να παρουσιάζει άλγος και δυσκαμψία της οσφύος σε μικρή ένταση, ιδίως ύστερα από κούραση για αρκετό χρονικό διάστημα επιδικάστηκε σε έτερο εκ των Εναγόντων ποσό ύψους Λ.Κ.2.000,00. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση δεν απέχει πολύ από τις σωματικές βλάβες της εν λόγω υπόθεσης. Περαιτέρω, στην υπόθεση L. P. Transbeton Ltd v. Σταύρου και άλλου
(2009)1Α Α.Α.Δ. 304 επιδικάστηκε ποσό Λ.Κ.2.500,00 ως γενικές αποζημιώσεις για αιμάτωμα περιοφθαλμικά του αριστερού ματιού και βλεφάρου, εγκεφαλική διάσειση και διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Στην Χαραλάμπους ν. Αναστασιάδη
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1709 γυναίκα είχε υποστεί σοβαρή κάκωση και θλαστικό τραύμα της ινιακής χώρας του κρανίου, εγκεφαλική διάσειση, σοβαρά διαστρέμματα και θλάσεις αυχένος, θώρακα, ράχεως και οσφύος. Υπέφερε για αρκετό χρόνο από έντονο πόνο, χρησιμοποιούσε κολλάρο και λάμβανε ισχυρά παυσίπονα. Ένα χρόνο μετά το ατύχημα συνέχιζε να υποφέρει από αυχεναλγίες και μυαλγία της ράχεως κυρίως μετά από χειρονακτική εργασία καθώς και με την αλλαγή του καιρού. Επιδικάστηκαν γενικές αποζημιώσεις £3.500, επί πλήρους ευθύνης, απόφαση η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Βάσει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι το ποσό των €1.500 ως γενικές αποζημιώσεις, επί πλήρους ευθύνης, είναι αρκετό ώστε να αποζημιωθεί η Ενάγουσα για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Στ. Κατάληξη Βάσει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ως εξής: Εκδίδεται απόφαση, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, για το ποσό των €1.200 ως γενικές αποζημιώσεις και για το ποσό των €2.456 ως ειδικές αποζημιώσεις. Και τα δύο αυτά ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο από την ημέρα δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος, ήτοι την 14.4.2012, μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της αγωγής θα είναι υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] «There are two elements which the Court should always take into consideration in assessing liability. The one is the causation and the other one is blameworthiness.». [2] Βλ. Αδαμής κ.ά. ν. Νατάσα Ηρακλέους
(1982)1 Α.Α.Δ. 746, στη σελ. 751: «What is in issue here, is, whether the duty of a driver not to enter a road unless it is safe so to do, is subject to a limitation that he can act on the assumption that other users of the road will keep to their lane. The duty not to emerge on a road unless it is safe so to do, is not conditioned by any such limitation. Whether it is safe to emerge on a road or not, is dependent on the state of traffic on the road in question at the time of the emergence; and if it is such as to make it unsafe to enter, a driver must refrain from entering until safety so permits. Whether on a particular occasion it is reasonably safe to emerge on a road, is a question of fact to be resolved in the light of the circumstances of a case. » [3] Βλ. επίσης, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1157, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Λοϊζου ν. Μουρτζή
(1999)1 Α.Α.Δ. 883, Μαΐττα ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1 και Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1923).

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.