CYPRUS AIRPORTS (F & B) LTD ν. X.M.S. CANTEEN LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1697/14, 6/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1697/14 (Πολιτική Έφεση Αρ.Ε192/2014) Μεταξύ: CYPRUS AIRPORTS (F & B) LTD Εναγόντων και
- X.M.S. CANTEEN LTD
- ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ
- ΜΑΡΙΟΣ ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ
- ΣΑΒΒΑΣ ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ
- ΙΟΥΛΙΑ ΑΡΓΥΡΙΔΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 6.3.2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Χαρ. Θεοδούλου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.. Για Καθ' ων η αίτηση: κα Ραφ. Καραμανή για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.. Εναγόμενος αρ.2, ως διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση 1: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση έρευνας ημερομηνίας 2.9.2016) Α. Εισαγωγή Βάσει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην παρούσα αγωγή σε αίτηση ημερομηνίας 8.7.2014, οριστικοποιήθηκαν στις 25.8.2014, εναντίον όλων των Εναγομένων και υπέρ των Εναγόντων, προσωρινά διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν μονομερώς. Δια των προσωρινών διαταγμάτων, απαγορευόταν στους Εναγόμενους 1-5, αφ' ενός να εισέρχονται και/ή χρησιμοποιούν και/ή εκμεταλλεύονται καθ' οιονδήποτε τρόπο τα υποστατικά των Εναγόντων για τα οποία κατείχαν άδεια χρήσης και αφ' ετέρου να εισπράττουν ποσό μέχρι €70.027,74 από το λογαριασμό υπ' αριθμό 026-11-014167 στην Τράπεζα Κύπρου (πρώην Λαϊκή Τράπεζα). Η απόφαση αυτή εφεσιβλήθηκε δια της Πολιτικής Έφεσης Αρ. Ε192/14 και το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφασή του, ημερομηνίας 2.10.2015, αποφάσισε ότι το δεύτερο προσωρινό διάταγμα δεν έπρεπε να είχε οριστικοποιηθεί σε σχέση με τους Εφεσείοντες 2 μέχρι 5, αλλά μόνο σε σχέση με τους Εφεσείοντες
- Παρατίθεται αυτολεξεί η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφασή του: «Για τους προαναφερόμενους λόγους η έφεση, αναφορικά με την έκδοση του πρώτου παρεμπίπτοντος διατάγματος (που αφορά στη χρήση των υποστατικών) δεν εξετάζεται και απορρίπτεται ως άνευ αντικειμένου. Η έφεση, αναφορικά με το δεύτερο παρεμπίπτον διάταγμα (της δέσμευσης του τραπεζικού λογαριασμού των εφεσειόντων) επιτυγχάνει αναφορικά με τους εφεσείοντες 2-5, αλλά αποτυγχάνει και απορρίπτεται αναφορικά με τους πρώτους εφεσείοντες. Το διάταγμα εκείνο εσφαλμένα εκδόθηκε εναντίον των εφεσειόντων 2-5, αλλά καλώς εκδόθηκε εναντίον των πρώτων εφεσειόντων. Υπό τις περιστάσεις επιδικάζονται, πρωτόδικα και κατ΄ έφεση, έξοδα υπέρ των εφεσειόντων 2-5 και εις βάρος των εφεσιβλήτων και εις βάρος των πρώτων εφεσειόντων και υπέρ των εφεσιβλήτων. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και να υποβληθούν για έγκριση από το Δικαστήριο.» Βάσει της πιο πάνω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι Εφεσίβλητοι καταχώρισαν στο Πρωτοκολλητείο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατάλογο εξόδων εναντίον των Εφεσειόντων-Εναγόντων αρ.1, ο οποίος υπολογίστηκε από Πρωτοκολλητή Α' τοποθετημένη στο Ανώτατο Δικαστήριο και εγκρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Παραθέτω αυτολεξεί το λεκτικό της σχετικής έγκρισης: «Αναφορικά με τον κατάλογο εξόδων προς όφελος των Εφεσιβλήτων/Εναγομένων, ο οποίος υποβλήθηκε από κ.κ. Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. δικηγόροι των Εφεσιβλήτων/Εναγομένων, εναντίον των Εφεσειόντων/Εναγόντων αρ.1, πιστοποιώ ότι τα έξοδα αυτής της Έφεσης έχουν υπολογισθεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθεί από το Δικαστήριο διά το ποσό των €1.641.-, πλέον Φ.Π.Α., πληρωτέων από τους Εφεσείοντες/Ενάγοντες αρ. 1 προς Εφεσίβλητους/Εναγομένους.» Β. Το αντικείμενο της παρούσας αίτησης Το ποσό των υπολογισθέντων από την Πρωτοκολλητή και εγκριθέντων από το Ανώτατο Δικαστήριο δικηγορικών εξόδων των €1.641, πλέον ΦΠΑ, ουδέποτε πληρώθηκε από τους Εναγομένους 1-Καθ' ων η αίτηση 1 στην παρούσα αίτηση (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση») προς τους Ενάγοντες-Αιτητές στην παρούσα αίτηση (στο εξής «οι Αιτητές»). Δια της παρούσας αίτησης έρευνας, οι Αιτητές αξιώνουν εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 την οικονομική εξέταση του Εναγόμενου 2, Χριστάκη Αργυρίδη, υπό την ιδιότητά του ως μοναδικός διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση, έτσι ώστε να εκδοθούν τα ανάλογα διατάγματα που το Δικαστήριο θα κρίνει πρέποντα στη βάση του Μέρους VIII και IX του Κεφ.
- Δια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση η κα Ελισάβετ Τιμοθέου, δικηγόρος που εργαζόταν στη δικηγορική εταιρεία των Αιτητών και ήταν εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, αναφέρει ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρόλο που διατάχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο να καταβάλουν στους Αιτητές το ποσό των €1.641, πλέον Φ.Π.Α., ως δικηγορικά έξοδα της Πολιτικής Έφεσης Αρ. Ε192/14 ουδέποτε έπραξαν τούτο. Ο διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση-Εναγόμενος 2 έχει πρόσβαση στα στοιχεία και αρχεία της εταιρείας και μπορεί να εφοδιάσει το Δικαστήριο με το σύνολο των εγγράφων και στοιχείων που αφορούν στην οικονομική κατάσταση της εταιρείας και στην ικανότητά της να αποπληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος. Αναφέρει δε, ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 2, ως διευθυντής της εταιρείας, είναι σε θέση να αποπληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος των Καθ' ων η αίτηση δια μηνιαίων δόσεων είτε κατευθείαν, είτε με διάταγμα αποκοπής απολαβών εκ €500 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε κρίνει το Δικαστήριο ως εύλογο, μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Είναι δίκαιο και λογικό να εξεταστεί ο Εναγόμενος 2, διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση, οικονομικά εφόσον ο ίδιος είναι δυνατό να έχει προβεί σε οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η αίτηση ή σε οποιαδήποτε επιβάρυνση, διακίνηση και απόκρυψή τους με στόχο να παρεμποδιστούν οι Αιτητές στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους τους. Δια της ένστασης που οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν, αναφέρονται 32 λόγοι ένστασης. Θα αποπειραθώ να τους συνοψίσω ως εξής: Η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη, στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, δεν πληροί τις εκ του Νόμου προϋποθέσεις ώστε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, βασίζεται σε λανθασμένες διατάξεις Νόμου, δε στηρίζεται στο άρθρο 14 του Κεφ.6 και η παρατυπία αυτή είναι μη θεραπεύσιμη και καθιστά την αίτηση άκυρη εξ υπαρχής. Ουδεμία μαρτυρία προσφέρει η ενόρκως δηλούσα για την οικονομική δυνατότητα των Καθ' ων η αίτηση, η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας διότι χρησιμοποιείται από τους Αιτητές με σκοπό την καταπίεση των Καθ' ων η αίτηση. Οι Αιτητές ουδέποτε κατέστησαν εξ' αποφάσεως οφειλέτες εν τη εννοία του Νόμου Κεφ.
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αίτηση, εφόσον αυτή αφορά σε κατάλογο εξόδων που ψηφίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της Πολιτικής Έφεσης Aρ. Ε192/
- Η αίτηση λανθασμένα στρέφεται εναντίον του Εναγόμενου 2, εφόσον αυτός είναι διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση και δε δικαιολογείται η άρση του εταιρικού πέπλου εν προκειμένω. Η αίτηση δεν καθορίζει τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων η μεταβίβαση ή η δωρεά αξιώνεται όπως ακυρωθούν. Στηρίζεται από αντικανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου, χωρίς να δίνει την απαραίτητη εξήγηση. Η εν λόγω δικηγόρος είναι άτομο όχι δεόντως εξουσιοδοτημένο, ούτε προσδιορίζει με σαφήνεια την πηγή της γνώσης της. Οι Αιτητές δεν προσέρχονται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και δεν αποκαλύπτουν όλα τα ουσιώδη γεγονότα στην αίτηση, ούτε παραθέτουν επαρκή μαρτυρία για υποστήριξη των αιτητικών Γ μέχρι Η της αίτησης. Τα αξιούμενα διατάγματα δεν προνοούνται από τον Νόμο και/ή από τη νομική βάση που έχουν παραθέσει οι Αιτητές και ως τέτοια πρέπει να απορριφθούν. Η εκδίκαση της παρούσας αγωγής ακόμη εκκρεμεί και έτσι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης, με τον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό, η αίτηση είναι καταχρηστική διότι οι Αιτητές προωθούν ταυτόχρονα τόσο την αίτηση, όσο και την αγωγή. Εάν η αίτηση επιτύχει οι Καθ' ων η αίτηση θα καταστούν εξ' αποφάσεως οφειλέτες εν τη εννοία του Νόμου χωρίς να έχει εκδικαστεί η εναντίον τους αγωγή και έτσι θα προαποφασιστεί η ευθύνη τους. Η αίτηση είναι κακόπιστη διότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν οικονομικούς πόρους και οι Αιτητές το γνωρίζουν εφόσον έχουν δεσμεύσει με διάταγμα Δικαστηρίου το μοναδικό τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι των Καθ' ων η αίτηση και έτσι αποστερούν από τους Καθ' ων η αίτηση τη δυνατότητα και/ή πιθανότητα να πληρώσουν το ποσό εξόδων της απόφασης στην Έφεση. Οι Αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και αποκρύβουν ουσιώδη γεγονότα. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Χριστάκη Αργυρίδη, Εναγομένου 2 και διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση 1, ο οποίος αρνείται τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Τιμοθέου προς υποστήριξη της αίτησης. Επισυνάπτει, ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωσή του, δεύτερη ένορκη δήλωση σε συμμόρφωση με διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 1.11.2016 για αποκάλυψη όλων των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση[1]. Από το Τεκμήριο 1 προκύπτει ότι, τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία επ' ονόματι της Εναγομένης 1 είναι ο τραπεζικός λογαριασμός με αριθμό 026-11-014167 στην πρώην Λαϊκή και νυν Τράπεζα Κύπρου, ότι η Εταιρεία δεν έχει οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο, ούτε έχει οποιαδήποτε εισοδήματα ή οφειλές σε τρίτα πρόσωπα. Ο Εναγόμενος 2 προχωρά να αναφέρει ότι οι Αιτητές, με τις πράξεις τους, έχουν ουσιαστικά καταστρέψει τους Καθ' ων η αίτηση διότι έκλεισαν την καντίνα που οι Καθ' ων η αίτηση λειτουργούσαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας και από την οποία αντλούσαν έσοδα. Κατέστρεψαν και τον ενόρκως δηλών. Κατά τα άλλα, επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης και αναφέρεται επίσης ότι απορρίπτονται όλοι οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση Τιμοθέου, ότι υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στις 25.10.2016 τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας υπέρ των Εναγομένων 2 μέχρι 5 σε συμμόρφωση με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι εκκρεμεί ακόμη ο κατάλογος εξόδων που υπεβλήθη στο Ανώτατο Δικαστήριο για τον ίδιο σκοπό. Η εταιρεία δεν έχει ενεργητικό ή παθητικό και είναι ανενεργή και τα μόνα περιουσιακά στοιχεία που έχει είναι ο λογαριασμός με αρ. 026-11-014167 στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα και νυν Τράπεζα Κύπρου, τον οποίον παγοποιήσαν οι Αιτητές στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ο ίδιος ο Χριστάκης Αργυρίδης, ενόρκως δηλών, ουδέν ποσό έχει να πληρώσει στους Αιτητές. Οι Καθ' ων η αίτηση αντιμετωπίζουν και άλλες αγωγές από πιστωτές τους, λόγω της καταστροφής της επιχείρησής τους από τους Αιτητές, συμπεριλαμβανομένης και της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 3623/16 και θα αντιμετωπίσουν επίσης και άλλα δικαστικά μέτρα ως προς τις οφειλές τους στους πιστωτές τους. Ο ενόρκως δηλών έχει εξεύρει εργασία στην καντίνα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με πολύ χαμηλές μηνιαίες απολαβές με τις οποίες συντηρεί την οικογένειά του, ουδέν περιουσιακό στοιχείο έχει προς πίστην της η εταιρεία και ουδέποτε έχει προβεί σε οποιαδήποτε πράξη καταδολίευσης των Αιτητών ή απόκρυψης της περιουσίας της. Οι Αιτητές δε δικαιούνται να αξιώνουν ακύρωση μεταβιβάσεων ή εκχωρήσεων χωρίς να εξειδικεύουν την περιουσία που ισχυρίζονται ότι αποξενώθηκε. Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν καταστραφεί πλήρως εξ υπαιτιότητας της παγοποίησης του λογαριασμού τους από τους Αιτητές. Γ. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 Οι Αιτητές δεν προσέφεραν προφορική μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησής τους, πέραν των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Τιμοθέου που συνοδεύει την αίτηση. Ο Εναγόμενος 2 εξετάστηκε ενόρκως και ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής σημαντικά. Ήταν διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας, η οποία, ως ανέφερε, είναι αδρανής από το 2014 και δε διεξάγει εργασίες. Οι Ενάγοντες, εν προκειμένω, παγοποίησαν τους λογαριασμούς των Καθ' ων η αίτηση (αναφέρεται στο προσωρινό διάταγμα που ορθά οριστικοποιήθηκε εναντίον των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναφέρεται πιο πάνω), οι Καθ' ων η αίτηση δεν ασκούν εργασίες πια, ούτε συναλλάσσονται με οποιονδήποτε, οι Ενάγοντες ήταν οι διαχειριστές των εστιατορίων στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου και οι Καθ' ων η αίτηση ενοικίαζαν υποστατικό καντίνας προς διεξαγωγή της επιχείρησής τους που διεξήγαγαν με εξοπλισμό των Εναγόντων. Τώρα εργάζεται ως υπάλληλος στην καντίνα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, ιδιοκτήτης της οποίας είναι άλλη εταιρεία. Λαμβάνει μισθό €800 το μήνα. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν οποιαδήποτε δάνεια, ούτε οποιεσδήποτε δικαστικές αποφάσεις εναντίον τους. Ο ίδιος ουδέποτε έλαβε μέρισμα από τους Καθ' ων η αίτηση, εφόσον ουδέποτε έγινε διανομή μερίσματος και, κατόπιν της εκδίωξής της από τους Ενάγοντες από το αεροδρόμιο, οι υπάλληλοί της απολύθηκαν χωρίς αποζημίωση. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία επ' ονόματι τους, ούτε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα της Δημοκρατίας, πέραν από τον παγοποιηθέν λογαριασμό. Τα όσα φαίνονται στην κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού, μετά τις 8.7.2014 που αυτός παγοποιήθηκε, είναι χρεοπιστώσεις επιταγών για ποσά που ουδέποτε εισπράχθηκαν λόγω της παγοποίησης του λογαριασμού. Δ. Αξιολόγηση μαρτυρίας Πρέπει εξ' αρχής να αναφέρω ότι, ο Εναγόμενος 2 δε συμμορφώθηκε με το διάταγμα ημερομηνίας 1.11.2016 που υποχρέωνε τους Καθ' ων η αίτηση να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Ανέφερε, στο Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσής του, ότι η εταιρεία δεν έχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, αλλά δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τον ισχυρισμό αυτό. Τα μόνα στοιχεία, σε σχέση με την περιουσιακή κατάσταση των Καθ' ων η αίτηση που κατέθεσε στο Δικαστήριο, ήταν πιστοποιητικό από το Τμήμα Φορολογίας ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι ακόμα εγγεγραμμένοι στο Φ.Π.Α., τραπεζική κατάσταση του παγοποιηθέντος λογαριασμού και βεβαίωση από τους λογιστές των Καθ' ων η αίτηση ότι η εταιρεία είναι για τα έτη 2015 και 2016 αδρανής, επιμαρτυρούμενη από σχετικές φορολογικές δηλώσεις που οι εν λόγω λογιστές κατέθεσαν, όπου φαίνεται να μη δηλώνεται οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο για τους Καθ' ων η αίτηση. Κρίνω ότι αυτά δεν είναι αρκετά, ώστε οι Καθ' ων η αίτηση να αποσείσουν από τους ώμους τους το βάρος που έχουν για πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών τους στοιχείων ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να αποφανθεί περί της περιουσιακής τους κατάστασης. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 υπέπεσε σε αντιφάσεις και διαπίστωσα ότι μαρτυρούσε με εμπάθεια έναντι των Αιτητών, λόγω της παγοποίησης του λογαριασμού των Καθ' ων η Αίτηση. Βρίσκω, δε, ότι προσπάθησε να σκιαγραφήσει χειρότερη οικονομική κατάσταση για τον εαυτό του από την πραγματική, παρόλο που μόνο η οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η αίτηση ήταν εν προκειμένω το ζητούμενο, εφόσον η αίτηση δεν στρέφεται εναντίον του προσωπικά. Αρχικά ανέφερε ότι η Καθ' ων η αίτηση δεν είναι εγγεγραμμένη στο Φ.Π.Α., ενώ αργότερα κατά την αντεξέταση του κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 1, πιστοποιητικό του Τμήματος Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών που αναφέρει ότι η Καθ' ων η αίτηση είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο Φ.Π.Α. από την 1.7.2010 και δεν έχουν υποβάλει μέχρι 12.12.2016 αίτηση ακύρωσης της εγγραφής τους. Επίσης, ενώ ανέφερε ότι είναι απλός υπάλληλος στην καντίνα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού όπου τώρα εργάζεται, φαίνεται σε απόδειξη που εκδόθηκε από την εν λόγω καντίνα (Τεκμήριο 2), να είναι εγγεγραμμένο το δικό του όνομα και συγκεκριμένος αριθμός μητρώου Φ.Π.Α.. Ερωτήθηκε σχετικά, αλλά δεν απάντησε αν είναι ο αρ. μητρώου Φ.Π.Α. των Καθ' ων η Αίτηση ή άλλος. Υπαινίχθηκε ότι ο ίδιος προσωπικά πληρώνει Φ.Π.Α. για τις πωλήσεις της καντίνας, κάτι που αντιφάσκει με τον ισχυρισμό του ότι είναι απλός υπάλληλος εκεί. Του υπεβλήθη, μάλιστα, ότι δε μπορεί ένας απλός υπάλληλος ο οποίος πληρώνεται με €800 το μήνα να υποχρεούται να πληρώνει Φ.Π.Α. για εισπράξεις από καντίνα ιδιοκτησίας άλλου προσώπου και δεν απάντησε. Με δεδομένη την αναξιοπιστία των λεγομένων του Εναγομένου 2 και τη μη προσκόμιση επαρκών στοιχείων ώστε να τεκμηριώσει την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η Αίτηση, δεν είμαι σε θέση να βασιστώ σε οτιδήποτε είπε για να εξάξω οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Ε. Η νομική πτυχή Ε.
- Σε σχέση με το θέμα της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση Κρίνω ότι, ο λόγος ένστασης περί της αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αίτηση, πρέπει να κριθεί κατά προτεραιότητα, αφ' ενός διότι αφορά θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, το οποίο μπορεί οποτεδήποτε να εγερθεί και να αποφασισθεί, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και αφ' ετέρου διότι εάν είναι επιτυχής, αποφασίζει την έκβαση της αίτησης. Οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι η απόφαση επί των εξόδων ως φαίνεται στην πιστοποίηση της Πρωτοκολλητή ημερομηνίας 19.4.2016 δεν αποτελεί εξ' αποφάσεως χρέος και έτσι δε μπορεί για αυτήν να καταχωριστεί αίτηση έρευνας. Υποστηρίζουν, και τον αντιφατικό με τον πιο πάνω λόγο ένστασης, ισχυρισμό ότι βάσει της Δ.47 των Θ.Π.Δ[2]. έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, οι Αιτητές πρώτα να εγγράψουν, κατόπιν αδείας Δικαστηρίου, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την απόφαση αυτή και έπειτα να επιδιωχθεί, με την παρούσα αίτηση έρευνας, η εκτέλεσή της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Η αναφορά στη Δ. 47 των Θ.Π.Δ. δε βοηθά τους Καθ' ων η Αίτηση, διότι η εν λόγω διαταγή δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Εφαρμόζεται, όπως υποδεικνύει και ο τίτλος της («ENFORCEMENT OF EXTRA-JUDICIAL ORDERS») σε εξωδικαστηριακές διαταγές. Όπως λ.χ. σε διαιτητικές αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4 ή του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/85 ή σε απόφαση της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου (βλ. Αναφορικά με την αίτηση των
- Cyllenius Holdings Ltd κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 272 και Π.Ε. 142/11 Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ν. Cyllenius Holdings Ltd κ.ά., 26 Οκτωβρίου, 2016 ). Ώστε, λοιπόν, εξωδικαστηριακή απόφαση να ενδυθεί μανδύα δικαστικής απόφασης και να δύναται να εκτελεστεί ως τέτοια, πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία της Δ. 47. Εν προκειμένω, η απόφαση επί των εξόδων είναι απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον ως υποδεικνύεται στο περιεχόμενό της (πιο πάνω) εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Ως τέτοια, είναι δικαστηριακή και όχι εξωδικαστηριακή απόφαση και έτσι δεν εφαρμόζεται η Δ. 47 των Θ.Π.Δ. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6: « "Δικαστήριο" σημαίνει το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή, στην οποία υποβάλλεται οποιαδήποτε αίτηση ή εκδίδεται διάταγμα ή οποιοδήποτε ένταλμα, ή το Ανώτατο Δικαστήριο, ή οποιοδήποτε Δικαστή αυτού αντίστοιχα "εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής" σημαίνει πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων "εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους" σημαίνει πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων "εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος" σημαίνει χρήματα που επιδικάστηκαν με δικαστική απόφαση.» Σύμφωνα δε με το άρθρο 14
(1)του ίδιου Νόμου: «14.-
(1)Κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:- (α) με κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας (β) με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης (γ) με μεσεγγύηση ακίνητης ιδιοκτησίας (δ) με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου δυνάμει του Μέρους VII του Νόμου αυτού (ε) με την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VIII και την έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους ΙΧ του Νόμου αυτού. Βάσει, δε, του άρθρου 82 του Κεφ. 6: «82.-
(1)Όταν χρέος οφειλόμενο δυνάμει απόφασης ή διατάγματος δικαστηρίου παραμένει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει απλήρωτο (ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ή όχι οποιοδήποτε ένταλμα εκτέλεσης), ο εξ αποφάσεως πιστωτής δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για να εξεταστεί ο εξ αποφάσεως οφειλέτης αναφορικά - [..]» Και βάσει του Άρθρου 19 του περί Δικαστηρίου Νόμου, Ν. 14/60, ως τροποποιήθηκε: «19. To Αvώτατov Δικαστήριov, επιπρoσθέτως πρoς τας εξoυσίας και τηv δικαιoδoσίαv ήτις αvατίθεται εις αυτό υπό τoυ Συvτάγματoς, θα έχη απoκλειστικήv πρωτόδικov δικαιoδoσίαv- (α) ως vαυτoδικείov περιβεβλημέvov και ασκoύv τας εξoυσίας διά τωv oπoίωv περιεβάλλετo και τας oπoίας ήσκει τo Αvώτατov Δικαστήριov της Δικαιoσύvης εv Αγγλία εv τη επί vαυτικώv υπoθέσεωv δικαιoδoσία αυτoύ ευθύς αμέσως πρo της ημέρας της Αvεξαρτησίας (β) vα ακoύη και απoφασίζη τoιαύτα άλλα θέματα oία τo Δικαστήριov δυvατόv vα λάβη εξoυσίαv vα ακoύη και απoφασίζη κατά πρώτov βαθμόv δυvάμει τoυ παρόvτoς ή oιoυδήπoτε άλλoυ κατά καιρόv ισχύovτoς vόμoυ.» Βάσει των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων προκύπτει ότι, εφόσον η απόφαση επί των εξόδων, υπολογίσθηκε από Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εγκρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, αποτελεί δικαστική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, εφόσον με αυτή διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων από τους Καθ' ων η Αίτηση προς τους Αιτητές. Ως εκ τούτου, δύναται προς εκτέλεση της δικαστικής αυτής απόφασης να καταχωριστεί, δυνάμει του άρθρου 14
(1)πιο πάνω, αίτηση έρευνας βάσει του Μέρους VIII του Κεφ.
- Επάγοντας το άρθρο 2 του Κεφ.6 και το άρθρο 19 του Ν.14/60, στα γεγονότα εν προκειμένω, κρίνω ότι η παρούσα αίτηση έρευνας θα μπορούσε να υποβληθεί είτε στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγέρθη η αγωγή, ήτοι στο παρόν Δικαστήριο, είτε στο Ανώτατο Δικαστήριο που εξέδωσε τη δικαστική απόφαση με την οποία διατασσόταν η πληρωμή των εξόδων της έφεσης από τους εδώ Καθ' ων η Αίτηση προς τους εδώ Αιτητές. Αφ' ης στιγμής, το άρθρο 2 του Κεφ.6 δίδει επιλογή στον αιτούντα διάδικο, η καταχώριση της παρούσας αίτησης στο παρόν Δικαστήριο ήταν καθόλα επιτρεπτή και νομότυπη και ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ε.
- Σε σχέση με αιτήσεις έρευνας Σύμφωνα με την παλαιά Chrysostomou v. Athanasiou
(1981)1 C.L.R. 669, οποιοδήποτε διάταγμα μηνιαίων δόσεων δεν πρέπει να επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να ανταποκρίνεται στις βασικές προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες. Στη Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 686, λέχθηκε ότι η διαδικασία έρευνας σχετικά με τα μέσα του εξ' αποφάσεως οφειλέτη είναι ανακριτικού χαρακτήρα. Η οικονομική ευχέρεια του οφειλέτη συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του ίδιου και της οικογένειας του για αξιοπρεπή διαβίωση, που περιλαμβάνει στέγαση, διατροφή, ιατρική περίθαλψη, μόρφωση παιδιών, και ευχέρεια για οικονομική διακίνηση του οφειλέτη. Μετά τη διαπίστωση της οικονομικής ευχέρειας ο επακριβής καθορισμός του ποσού της δόσεως επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Και στην Kokoni v. Ioannide
(1963)2 C.L.R. 468, αναφέρθηκε: "We are of the view that a debtor cannot be allowed to go about creating obligations, other than those for the essential needs of himself and his family, and then putting them forward as an excuse for his inability to pay his judgment debt." Ακόμα και οι δαπάνες για έξοδα εκπαίδευσης παιδιών δε θεωρούνται εκ προοιμίου και άνευ ετέρου ως αναγκαία έξοδα. Τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης είναι διαφορετικά και πρέπει να ζυγίζονται από το Δικαστήριο, ανά περίπτωση. Στην υπόθεση GESICO PHOTOGRAPHIC LTD. ν. J.K. VIDEO ART CO. LTD.
(1991)1 Α.Α.Δ. 134, αποφασίστηκε ότι η ορθή ερμηνεία του όρου "judgment debtor" στο άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, σε συνδυασμό με την ερμηνεία του όρου "person" στον περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ.1 ήταν ότι στον όρο περιλαμβάνονται εξ' αποφάσεως χρεώστες που είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ακόμα και ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα (unincorporated association). Περαιτέρω ότι, το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του δυνάμει του Μέρους VII του Κεφ.6, μπορεί να ακούσει όχι μόνο τον εξ' αποφάσεως χρεώστη αλλά και άλλους μάρτυρες. Στην περίπτωση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, οι διευθυντές της, και άλλοι αξιωματούχοι, είναι οι κατ' εξοχήν κατάλληλοι μάρτυρες για το σκοπό αυτό, ο δε περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ.113, δεν έχει καμιά σχέση με το θέμα αυτό. Λέχθηκε επίσης ότι: «Το Δικαστήριο προβαίνει σε έρευνα για την ικανότητα του εξ αποφάσεως χρεώστη να πληρώσει. Η έρευνα δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση του χρεώστη, αλλά το Δικαστήριο ακούει και άλλους μάρτυρες που κρίνονται αναγκαίοι για το σκοπό αυτό. Το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή ακούει μαρτυρία για τα μέσα του χρεώστη να πληρώσει. Το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή ακούει μαρτυρία για τα μέσα του χρεώστη και διατάσσει το χρεώστη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος με δόσεις, σύμφωνα με τα μέσα και την ικανότητά του. Το ζήτημα του πιθανού μελλοντικού εισοδήματος του χρεώστη εξετάζεται με περίσκεψη. Στην περίπτωση των φυσικών προσώπων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το μισθό και/ή τα εισοδήματα του χρεώστη και τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες και διατάσσει πληρωμή ποσού, το οποίο είναι το περίσσευμα από τον μισθό του, μετά την αφαίρεση εύλογου ποσού αναγκαίου για τη συντήρηση του χρεώστη και των εξαρτωμένων του. Στην περίπτωση των νομικών προσώπων, λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα τους, εξαιρουμένων των αναγκαίων εξόδων λειτουργίας τους. Ο περί Εταιρειών Νόμος δεν έχει εφαρμογή, ούτε επηρεάζει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στην εξέταση του χρεώστη με βάση το Μέρος ΙΧ του Νόμου. Το Δικαστήριο δύναται να ακούσει οποιουσδήποτε μάρτυρες κρίνει αναγκαίους για το σκοπό της έρευνάς του.» Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη είναι το εισόδημα και οι εύλογες προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες του χρεώστη. Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις, εάν η διαταγή αυτή επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του - [βλ., μεταξύ άλλων, Anestos Adamou v. Xenophon Ioannides
(1963)2 C.L.R. 468· Chrysostomou v. Athanassiou
(1981)1 C.L.R. 669,671· Gesico Photographic Ltd. v. J.K. Video Art Co. Ltd.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 134· In re a Judgment Debtor 51 T.L.R. 524, στη σελ. 525· Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Θεοχάρη Χαραλαμπίδη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 556]. Η δυνατότητα εργοδότησης είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Το γεγονός ότι κάποιος δεν εργάζεται δεν επαρκεί από μόνο του για να οδηγήσει στη μη έκδοση διατάγματος, αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο χρεώστης έχει τη δυνατότητα να εργαστεί αλλά ότι αυτό που ελλείπει στην περίπτωση είναι η βούληση του να εξεύρει εργασία (βλ. Παναγιώτου v. Μιχαήλ,
(1998)1 Α.Α.Δ. 422). Δαπάνες για τσιγάρα, ποτά, διασκέδαση, καφενεία κ.λ.π. θεωρούνται ως μη αναγκαία έξοδα (βλ. Rolandis Louca & Soteriades Ltd v. Koutsiou
(1970)1 C.L.R. 25, Chrysostomou v. Athanassiou
(1981)1 C.L.R. 669). Χρέη για τα οποία δεν υπάρχει διαταγή μηνιαίων πληρωμών και υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα του δικαστικού χρέους δεν έχουν προτεραιότητα έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1034 και Κλεοβούλου v. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 207). Στην υπόθεση Γιαννάκης Βασιλειάδης ν. Χαραλάμπου Τσουρή
(2007)1Α Α.Α.Δ 43, στις σελ. 48-49 το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας το άρθρο 84
(2)του Κεφ.6, ανέφερε ότι: «Ο σκοπός της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας, η οποία απορρίπτει την εισήγηση του εφεσείοντος είναι πασιφανής. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του εξ αποφάσεως οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Έτσι το βάρος απόδειξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του, μετατοπίζεται στους ώμους του. Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει ενόρκως σε πλήρη αποκάλυψη όλων των περιουσιακών του στοιχείων για να δείξει, αν έτσι ισχυρίζεται, πως δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του ή να καθορίσει το ποσό που προτείνει ότι είναι μέσα στην οικονομική του δυνατότητα να πληρώνει μηνιαίως. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής μπορεί επίσης να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία έχει που αφορούν την περιουσία του εξ αποφάσεως χρεώστη. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου θα πρέπει να εφαρμόζονται. Στις αστικές υποθέσεις η περιουσία του εξ αποφάσεως χρεώστη βαρύνεται με το ποσό που οφείλεται δυνάμει της δικαστικής απόφασης προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή. Θεωρείται δηλαδή στην πράξη πως μέρος της περιουσίας και των εισοδημάτων του εξ αποφάσεως χρεώστη ανήκουν στον εξ αποφάσεως πιστωτή, μέχρι την εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους.» Στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Κωνσταντίνου, ανωτέρω τονίστηκε ότι: «τα προβλεπόμενα από το νόμο μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις. Πρέπει να εξισορροπείται η ανάγκη εκτέλεσης με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο κράτους δικαίου». Σύμφωνα δε, με την Χριστοφόρου Χρίστος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακακίου
(2008)1 ΑΑΔ 708, η διασφάλιση της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων είναι καίριο και ύψιστο ζήτημα, το οποίο αφορά την απονομή της δικαιοσύνης. Αν οι αποφάσεις των Δικαστηρίων δεν εκτελούνται τότε η δικαιοσύνη θα απονέμεται επί ματαίω. Στ. Επαγωγή των νομικών αρχών στα γεγονότα της υπόθεσης και λόγοι ένστασης Στ. 1. Αναφορικά με το λόγο ένστασης περί της μη αναφοράς του άρθρου 14 του Κεφ.6 στη νομική βάση της αίτησης και στον ισχυρισμό ότι η παράλειψη αυτή αποτελεί μη θεραπεύσιμη παρατυπία, παρατηρώ τα ακόλουθα: Το άρθρο 14 του Κεφ.6 (ως αναφέρεται πιο πάνω) παρέχει τη δυνατότητα εκτέλεσης εξ' αποφάσεως χρέους, μεταξύ άλλων, δια αίτησης έρευνας, ήτοι «(ε) με την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VIII και την έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους ΙΧ του Νόμου αυτού». Το λεκτικό της Δ. 48, Θ. 1 είναι επιτακτικό[3]. Απαιτεί (χρήση του ρήματος "shall") την αναφορά στη νομική βάση οποιασδήποτε αίτησης με βάσει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Είναι γεγονός, ότι η νομική βάση μιας αίτησης έχει μεγάλη σημασία, αφού προσδιορίζει το νομικό υπόβαθρο της αίτησης, το οποίο προσδίδει εγκυρότητα στο δικονομικό μέτρο (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λίμιτεδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 743 και Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd, Π.Ε. αρ. 283/10, ημερ.3.7.14). Όμως, κατόπιν της θέσπισης της Διαταγής 64, στις 24.2.1995, στην Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1Α Α.Α.Δ 366, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64. Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (Βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 Α.Α.Δ. 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 323)» Αποφασίστηκε στη Wunderlich (πιο πάνω) ότι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς θεραπεία δικονομικής παρατυπίας είναι η πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού της άλλης πλευράς[4], η πρόκληση αδικίας στο διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία[5] και το μέγεθος της παρατυπίας. Η Wunderlich (πιο πάνω) υιοθετήθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων συμπεριλαμβανομένης και της Γιώργου Φαλέκκου ν. Κυριάκου Χριστοφίδη, Π.Ε. 63/10 και ημερομηνίας 12/8/2014. (Βλ. σχετικά και Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1535 και την αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513). Εν προκειμένω, παρόλο που στη νομική βάση της αίτησης δεν υπάρχει το άρθρο 14, υπάρχουν τα άρθρα 73-81, 82-90 και 91Α-91Ι του Κεφ.
- Κατέστη επομένως σαφές στους Καθ' ων η αίτηση, μέσα από την υπάρχουσα νομική βάση, ότι επρόκειτο για αίτηση έρευνας. Ως αίτηση έρευνας βάσει του Μέρους VIII του Κεφ.6 αντιμετώπισαν οι Καθ' ων η αίτηση την αίτηση. Σε αυτή τη βάση καταχώρισαν ένσταση και την προώθησαν, τόσο μέσα από την ακροαματική διαδικασία, όσο και μέσα από την τελική γραπτή αγόρευσή τους. Με δεδομένη δε, την ύπαρξη των πιο πάνω άρθρων στη νομική βάση της αίτησης, δεν κρίνω την παράλειψη αναφοράς του άρθρου 14 ως ουσιαστικού μεγέθους παράλειψη. Περαιτέρω, κρίνω πως εάν η αίτηση, απορριπτόταν για αυτό και μόνο το λόγο, θα προκαλείτο αδικία στους Αιτητές, αδικία πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που προκλήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση, που για τους λόγους που αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω, ήταν μηδαμινή. Κρίνω επομένως ότι, η παρατυπία μη συμπερίληψης του άρθρου 14 του Κεφ.6 στη νομική βάση της αίτησης, είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να θεραπευτεί. Εκδίδεται διάταγμα θεραπείας της εν λόγω παρατυπίας, βάσει της Δ. 64, Θ.
- Ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Στ.
- Αναφορικά με τον λόγο ένστασης περί αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση λόγω του αυτή ότι γίνεται από δικηγόρο, παρατηρώ τα ακόλουθα: Η αίτηση έρευνας εν προκειμένω έγινε λόγω μη πληρωμής εκ των Καθ' ων η αίτηση εξ' αποφάσεως χρέους που αφορά αμιγώς σε δικηγορικά έξοδα. Επομένως, η ομνύουσα ως δικηγόρος που εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο, το οποίο υπέβαλε τον σχετικό κατάλογο εξόδων και η οποία είχε στην κατοχή της, πέραν από τη δικαστική απόφαση και το πιστοποιητικό υπολογισμού των εξόδων από την Πρωτοκολλητή, ήτοι το εξ' αποφάσεως χρέος εν προκειμένω, ήταν κατάλληλο άτομο για να υπογράψει την ένορκη δήλωση. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Είναι βεβαίως ορθότερο οι δικηγόροι να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Και στην περίπτωση που δικηγόρος έχει καταστεί μάρτυρας γεγονότων, δεν δύναται λόγω ασυμβίβαστου, να συνεχίζει να εκπροσωπεί διάδικο (βλ. Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1Α Α.Α.Δ 82, Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 ) Στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, πάντως, η κα Τιμοθέου ουδέποτε εμφανίστηκε για τους Αιτητές. Δεν βρίσκω επομένως, βάσει των προαναφερθέντων, τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης δικαιολογημένο και τον απορρίπτω. Στ.
- Όσον αφορά στο λόγο ένστασης ότι εάν η αίτηση επιτύχει οι Καθ' ων η αίτηση θα καταστούν εξ' αποφάσεως οφειλέτες εν τη εννοία του Νόμου χωρίς να έχει εκδικαστεί η εναντίον τους αγωγή και έτσι θα προαποφασιστεί η ευθύνη τους, αυτός είναι ξεκάθαρα ανεδαφικός. Η υπό κρίση αίτηση έρευνας καταχωρίστηκε λόγω μη πληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους των Καθ' ων η Αίτηση προς τους Αιτητές σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα της Πολιτικής Έφεσης Ε.192/2014 και αφορά αμιγώς αυτό. Πρέπει να θεωρείται ως δεδομένο ότι οποιαδήποτε κρίση στην παρούσα αίτηση είναι αυτοτελής και δεν επηρεάζει την ουσία της αγωγής η οποία δεν εκδικάστηκε ακόμα. Στ.
- Όσον αφορά στον λόγο ένστασης ότι, δε μπορεί να εκδοθεί διάταγμα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση βάσει του άρθρου 91Γ του Κεφ.6, λόγω του μη επαρκή προσδιορισμού της περιουσίας της οποίας αιτείται η μεταβίβαση ή η δωρεά ως καταδολιευτική, αυτός ευσταθεί (βλ. Χριστοφόρου Χρίστος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακακίου (ανωτέρω)). Ευσταθεί επίσης ο λόγος ένστασης ότι, δε μπορεί να διαταχθεί ο Εναγόμενος 2 να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας, εφόσον η περίπτωση εδώ δεν είναι τέτοια που μπορεί να αρθεί το εταιρικό πέπλο. Το ότι βεβαίως ευσταθούν οι πιο πάνω λόγοι ένστασης, δεν αποστερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, βάσει του άρθρου 90
(1)του Κεφ. 6, εφόσον κάτι τέτοιο ζητείται με την αίτηση και δικαιολογείται από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η. Κατάληξη Βάσει των πιο πάνω, έχοντας κατά νου ότι η συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις είναι το θεμέλιο ενός κράτους δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Αιτητές εύλογα αναμένουν ότι θα εισπράξουν το λαβείν τους, το οποίο πρέπει να ξαναυπογραμμιστεί ότι αφορά σε δικηγορικά έξοδα και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Καθ' ων η Αίτηση, μέσω τους διευθυντή τους Εναγόμενου 2, δεν παρείχαν στο Δικαστήριο τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός τους ότι δεν έχουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο το οποίο θα μπορούσαν να διαθέσουν προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους τους, καταλήγω στο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση πρέπει να διαταχθούν και διατάσσονται να καταβάλλουν δόση €200 μηνιαίως από 1.4.2017 και κάθε πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα και μέχρι πλήρους εξόφλησης του εξ' αποφάσεως χρέους. Δε διαβλέπω λόγο γιατί η διαταγή για τα έξοδα, εν προκειμένω, να αποκλίνει από το γενικό κανόνα, ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών/Εναγόντων και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων 1, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Η ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η Αίτηση, όφειλε, βάσει του διατάγματος ημερ.1.11.16, «να περιγράφει πλήρως: (α) την περιουσία στην οποία η Εταιρεία είχε ή έχει ή ενδέχεται να έχει οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον ή/και η οποία μπορεί να διατεθεί για την πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους∙ (β) οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλεια για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που βρίσκονται στη φύλαξη ή κάτω από τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία∙ (γ) οποιεσδήποτε οφειλές τρίτου προσώπου στην Εταιρεία, είτε ληξιπρόθεσμες είτε μη, είτε υπό αίρεση είτε όχι∙ (δ) οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση ή διάθεση ή αποξένωση ή επιβάρυνση ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που διενήργησε η Εταιρεία ή/και στην οποία συμμετείχε η Εταιρεία ή/και ο ίδιος με οποιοδήποτε τρόπο και η οποία είχε ως αποτέλεσμα να παρεμποδιστούν οι Ενάγοντες/Αιτητές στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρος αυτού∙ (ε) το όνομα και τη διεύθυνση του εργοδότη του (ή άλλου προσώπου το οποίο του καταβάλλει μισθούς ή άλλα ποσά)∙ (στ) λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις απολαβές του, πραγματικές ή αναμενόμενες∙ (ζ) αντίγραφα καταστάσεων λογαριασμών σε σχέση με όλους τους λογαριασμούς που διατηρεί η Εταιρεία σε τραπεζικά ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα ή διατηρούσε η Εταιρεία τους τελευταίους 12 μήνες πριν από την επίδοση του διατάγματος σε τραπεζικά ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα∙ (η) οποιαδήποτε εισοδήματα της Εταιρείας από άλλες πηγές∙ (θ) λεπτομέρειες, με αναφορά σε ποσά, αναφορικά με τις ανάγκες της Εταιρείας∙ (ι) αντίγραφα του συνόλου των λογιστικών βιβλίων της Εταιρείας ή/και των εξελεγμένων λογαριασμών της Εταιρείας.» [2] Order 47: Enforcement of extra-judicial orders 1. Whenever provision is made in any Law enabling enforcement by a Court of an order made under the Law, or the removal of such order into a Court for enforcement, application may be made ex parte to the Court or a Judge to enter the order in its book of orders, and upon leave being given the order sought to be enforced may be entered in the book of civil orders in the case of an order removed into the Supreme Court, and in the book of orders on originating applications in the case of an order removed into the District Court, 2. The application shall be accompanied by the order sought to be enforced and any certificate or other document which may by Law be required, and shall be enumbered and filed as an originating application. 3. It shall not be necessary to draw up the leave given under Rule 1 of this Order; but the order sought to be enforced when entered shall be signed by a Judge of the Court, and thereupon may be enforced as an order of the Court. [3] Ο.48, R.1. Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit. [4] (βλ. Metroinvest (πιο πάνω), Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea-Land Services Inc. [1981] 1 W.L.R. 1068, 1079) [5] βλ. Leal ν. Dunlop Bio-Process Inter Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 881