← Κύπρος

Χρυστάλλα Κίζη κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αίτηση Έφεση αρ.: 13/17, 19/5/2017

Χρυστάλλα Κίζη κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αίτηση Έφεση αρ.: 13/17, 19/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αίτηση Έφεση αρ.: 13/17 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμο 9/65 ως τροποποιήθηκε. Μεταξύ:

  1. Χρυστάλλα Κίζη
  2. Θεόδωρος Κίζης
  3. PHAR LAP ESTATES LTD Εφεσείοντες - Αιτητές -και- ALPHA BANK CYPRUS LTD Εφεσίβλητης- Καθ' ης η Αίτηση 19 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους εφεσείοντες-αιτητές:κ. Α. Κασιανής για κ. Α. Μαθηκολώνης Για την εφεσίβλητη-καθ΄ης η αίτηση: κα Σ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Πεκρή) ΑΠΟΦΑΣΗ
  4. Με την παρούσα έφεση επιζητείται ο παραμερισμός της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ ημερ. 1.2.17 καθότι (α) η ειδοποίηση δεν επιδόθηκε στην εφεσείουσα αρ.3 και (β) εκκρεμεί ανταπαίτηση με την οποία επιζητείται μεταξύ άλλων διάταγμα για ακύρωση της επίδικης υποθήκης στα πλαίσια αγωγής που καταχώρισε η εφεσίβλητη. Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης εγκαταλείφθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων από μέρους του συνηγόρου των εφεσειόντων.
  5. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 27, 44Α - 44ΙΑΑ του περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της εφεσείουσας αρ.1, η οποία αναφέρεται στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Η δε εφεσίβλητη - καθ΄ ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται η τράπεζα) φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και αυτή συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Σ. Άδωνη.
  6. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία και οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Τα αδιαμφισβήτητα και ουσιώδη γεγονότα όπως προκύπτουν από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις έχουν ως ακολούθως: α) Η τράπεζα παραχώρησε στην αιτήτρια - εφεσείουσα αρ.1 πιστωτικές διευκολύνσεις και για εξασφάλιση, η τελευταία στις 17.1.08 παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αρ. Υ97/08 (βλ. Τεκμ.1). Περαιτέρω ο εφεσείων αρ.2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εφεσείουσας αρ.1 ως επίσης η εφεσείουσα αρ.3 παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αρ. Υ2496/
  7. β) Στις 19.9.16 η τράπεζα καταχώρισε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο με αρ. 1540/16 εναντίον των εφεσειόντων με το οποίο αξιώνει μεταξύ άλλων το ποσό των €206.069,56 πλέον τόκους, το ποσό €6.286,15 ως επίσης και διάταγμα εκποίησης των υποθηκών με αρ. Υ97/08 και Υ2496/12 που παραχώρησαν οι εφεσείοντες αρ. 1 και 3 αντίστοιχα (βλ. Τεκμ.2). Ακολούθως στις 28.12.16 στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης καταχωρήθηκε υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία επιζητείται μεταξύ άλλων διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει τις πιο πάνω υποθήκες (βλ. Τεκμ.3). γ) Η τράπεζα στις 28.11.16 επέδωσε στους εφεσείοντες αρ. 1 και 2 τις ειδοποιήσεις Τύπος ΙΑ και ΙΒ (βλ. Τεκμ.1 ένστασης). Σε σχέση με τις πιο πάνω ειδοποιήσεις οι εφεσείοντες στις 28.12.16 καταχώρισαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας τις αιτήσεις εφέσεις 25/16 και 26/
  8. Με την παράδοση των δυο εκτιμήσεων των εκτιμητών που διορίστηκαν από την τράπεζα προέκυψε απόκλιση πέραν αυτής που επιτρέπει η νομοθεσία οπότε ζητήθηκε τρίτη εκτίμηση από άλλο ανεξάρτητο εκτιμητή διορισμένο από το ΕΤΕΚ, η οποία δεν μπορούσε να παραδοθεί έγκαιρα. Η τράπεζα στις 9.2.17 επέδωσε εκ νέου στους εφεσείοντες αρ. 1 και 2 την ειδοποίηση Τύπος ΙΑ (βλ. Τεκμ.4 και 5) μεταφέροντας τον πλειστηριασμό σε άλλη ημερομηνία και περαιτέρω απέσυρε τις δυο πιο πάνω αιτήσεις εφέσεις.
  9. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ενόψει του γεγονότος (α) ότι η τράπεζα δεν επέδωσε σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τη σχετική ειδοποίηση και (β) εκκρεμεί αγωγή με την οποία αμφισβητείται η επίδικη υποθήκη αντικείμενο της σχετικής ειδοποίησης. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσίβλητης η οποία επισήμανε μεταξύ άλλων ότι η ανταπαίτηση των εφεσειόντων δεν αποτελεί αγωγή για την ειδοποίηση Τύπος Ι βάση του άρθρου 44Γ

(3)(δ) και περαιτέρω αυτή δεν καταχωρήθηκε πριν την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ. Ήταν η θέση της ότι υφίσταται προθεσμία για την καταχώριση αγωγής σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπος Ι και αυτό συναρτάται από το λεκτικό της ειδοποίησης Τύπος Θ. Ανέφερε ότι όταν επιδοθεί η ειδοποίηση Τύπος Ι η οποία συνοδεύεται από την ειδοποίηση Τύπος Θ δίδεται χρονικό περιθώριο 30 ημερών στον ενυπόθηκο οφειλέτη να καταβάλει το ποσό του ενυπόθηκου χρέους είτε να καταχωρίσει αγωγή για την ειδοποίηση Τύπος Ι. Σε σχέση με τον άλλο λόγο με τον οποίο επιζητείται η έκδοση διατάγματος αναγνώρισε ότι πράγματι δεν επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπος ΙΑ στον εφεσείοντα αρ.3 καθότι δεν απαιτείτο ενόψει του γεγονότος ότι δεν πρόκειται για ενδιαφερόμενο πρόσωπο όπως αυτό καθορίζεται στη σχετική νομοθεσία.
  1. Κατ΄ αρχήν θα εξεταστεί κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ενόψει του γεγονότος ότι δεν έχει επιδοθεί η ειδοποίηση Τύπος ΙΑ στον εφεσείοντα αρ.
  2. Από τα πιο πάνω γεγονότα διαπιστώνεται ότι η τράπεζα παραχώρησε στην εφεσείουσα αρ. 1 πιστωτικές διευκολύνσεις και προς εξασφάλιση της παραχώρησε την υποθήκη με αρ. Υ97/
  3. Επίσης ο εφεσείοντας αρ. 2 εγγυήθηκε προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις της και η εφεσείουσα αρ. 3 ενέγραψε προς όφελος της τράπεζας άλλη υποθήκη με αρ. Υ2496/
  4. Η ειδοποίηση Τύπος ΙΑ επιδόθηκε στις 9.2.17 στους εφεσείοντες αρ. 1 και
  5. Ο ενυπόθηκος δανειστής υποχρεούται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο τόσο την ειδοποίηση Τύπος Ι με την οποία αρχίζει η διαδικασία του μέρους VIA του Νόμου όσο και την ειδοποίηση Τύπος ΙΑ (βλ. άρθρα 44Γ
(1)
(2)του Νόμου). Ενδιαφερόμενο πρόσωπο σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 44ΙΕ σημαίνει «οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος». Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείοντας αρ. 3 δεν έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος από το εκπλειστηρίασμα της πώλησης της υποθήκης που παραχώρησε η εφεσείουσα αρ.1 και δεν είναι εγγυητής σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος. Συνεπώς δεν απαιτείτο η επίδοση της σχετικής ειδοποίησης στον εφεσείοντα αρ.3 σε σχέση με την υποθήκη αρ. Υ97/
  1. Ο εφεσείοντας αρ.3 δεν είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου και δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αίτηση έφεσης αφού όπως έχει ήδη επεξηγηθεί αντικείμενο της επίδικης ειδοποίησης είναι η υποθήκη Υ97/08 που παραχώρησε η εφεσείουσα αρ.
  2. Συνεπώς η αίτηση έφεσης του εφεσείοντα αρ. 3 είναι έκθετη σε απόρριψη.
  3. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο η ανταπαίτηση που καταχώρισαν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 7.1 Με τον Νόμο 142
(1)/14 εισήχθηκε στον περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ν.9/65 το μέρος VIA που αφορά πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Σε περίπτωση υπερημερίας, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 44Β του πιο πάνω Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος. Οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς την παρατηρηθείσα υπερημερία όταν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον τύπο Θ του δεύτερου παραρτήματος και αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο (βλ.άρθρο 44Β
(2)(α) του Νόμου). 7.2 Το άρθρο 44Β
(3)προνοεί ότι οι διατάξεις του δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμα του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύει νόμους και κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του μέρους VIA, εκτός εάν προβλέπεται διαφορικά στο εν λόγω μέρος. 7.3 Η διαδικασία αρχίζει όταν ο ενυπόθηκος δανειστής επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο Ι του δεύτερου παραρτήματος συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλομένου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξη του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σ΄ αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλομένου ποσού (βλ.άρθρο 44Γ
(1)του πιο πάνω Νόμου). Στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της πιο πάνω ειδοποίησης, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, σύμφωνα με τον Τύπο ΙΑ του δεύτερου παραρτήματος στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου (βλ.άρθρο 44Γ
(2)του πιο πάνω Νόμου). 7.4 Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, τύπος ΙΑ να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης για τους ακόλουθους λόγους: «(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί ˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή ˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» (βλ.άρθρο 44Γ
(3)του πιο πάνω Νόμου). 7.5 Περαιτέρω αναφορικά με την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA, ο Νόμος ρητά προνοεί (βλ. άρθρο 44ΙΓ), ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο του οποίου τα έννομα συμφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη στα πλαίσια του πιο πάνω μέρους του Νόμου δύναται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη να καταχωρίσει έφεση στο επαρχιακό δικαστήριο. 8.1 Οι Νόμοι θα πρέπει να είναι σαφείς ως επίσης να υφίσταται και νομική βεβαιότητα. Μερικές φορές παρατηρείται το φαινόμενο ότι οι διατάξεις μιας νομοθετικής πρόνοιας περιέχουν κενά και έτσι καθίστανται ασαφείς. (βλ. Κωνσταντίνου ν Αντωνιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 120). Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd v Δημοκρατίας
(2002)3 ΑΑΔ 528, στη σελ.533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (βλ. Νικολάου ν Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1Β ΑΑΔ 1358, ΚΟΤ ν Παπαδόπουλου
(1990)2 ΑΑΔ 86, Μακεδόνας ν Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 ΑΑΔ 348). Στο σύγγραμμα Maxwell on Interpretation of Statutes 12η Έκδοση 1969, αναφέρεται στη σελ. 99 ότι, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να δώσει τέτοια ερμηνεία στο Νόμο ώστε να είναι βοηθητικό προς την προαγωγή της προβλεπόμενης θεραπείας και επισημαίνεται περαιτέρω στη σελ. 251 ότι τα νομοθετήματα που επεμβαίνουν σε δικαιώματα, όπως στην προκείμενη περίπτωση, υπόκεινται σε αυστηρή ερμηνεία όπως οι ποινικοί νόμοι. Αναγνωρίζεται ότι πρέπει να ερμηνεύονται, όπου αυτό είναι εφικτό, με τρόπο ώστε να σέβονται αυτά τα δικαιώματα (βλ. Walsh v Secretary State of India
(1863)10 H.L.C. 367). Όταν το νόημα είναι διφορούμενο η ερμηνεία που είναι υπέρ της διατήρησης του δικαιώματος πρέπει να υιοθετείται (βλ. David v Da Silva
(1934)A.C. 106). 8.2 Κατ΄ αρχήν όπως έχει ήδη αναφερθεί ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή και οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο (βλ. άρθρο 44ΙΓ). Περαιτέρω ο νομοθέτης ρητά προέβλεψε ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3)του πιο πάνω Νόμου και μεταξύ αυτών καθότι εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση, που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 14Γ, δηλ. την ειδοποίηση Τύπος Ι. Ο νομοθέτης δεν έχει θέσει οποιαδήποτε προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος να καταχωρίσει αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση Τύπος Ι παρά μόνο με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)του πιο πάνω Νόμου, η έφεση θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ. Οι πρόνοιες του άρθρου 44ΙΓ δεν καθορίζουν ότι η αγωγή στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για την ειδοποίηση. Επίσης ούτε και η ειδοποίηση Τύπος Θ καθορίζει προθεσμία καταχώρισης της αγωγής. Η αναφορά που γίνεται στον Τύπο Θ σε ενδεχόμενο δικαίωμα προσφυγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στην απαίτηση του χρέους δεν παραπέμπει απαρέγκλιτα στο δικαίωμα καταχώρισης της αγωγής σε σχέση με ζήτημα που αφορά στην ειδοποίηση σύμφωνα με τον Τύπο Ι ως επίσης και δεν παραπέμπει σε ενέργεια καταχώρισης αγωγής (βλ. απόφαση Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. στην υπόθεση ZAVOS ROYAL HILLS LTD και ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αίτηση Έφεσης 488/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού). Περαιτέρω ο Τύπος Ι ρητά προνοεί ότι εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει διαφορετική γνώμη να πληροφορήσει για τούτο γραπτώς τον ενυπόθηκο δανειστή σε διάστημα 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης Τύπος Ι. Και κάτι εξίσου σημαντικό. Η ειδοποίηση Τύπος Θ δεν αποστέλλεται όταν ο ενυπόθηκος δανειστής δεν είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα. Επομένως δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της πρόνοιας του Τύπου Θ ως ρυθμιστική των δικαιωμάτων του ενυπόθηκου οφειλέτη. Επισημαίνεται ότι δεν υφίσταται νομοθετική πρόνοια με την οποία να καθορίζεται προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να καταχωρηθεί αγωγή σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπος Ι παρά μόνο η έφεση θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός της προθεσμίας που απαιτεί ο Νόμος και να εκκρεμεί αγωγή. Αν ο νομοθέτης το επιθυμούσε θα το έπραττε. Τονίζεται περαιτέρω ότι εκείνο που απαιτείται είναι η εκκρεμοδικία αγωγής δηλ. να μην έχει ολοκληρωθεί και δεν αξιώνει οτιδήποτε άλλο σε σχέση με αυτήν. Η ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης Τύπος ΙΑ παραμερίζεται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3)όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω και ένας από τους λόγους είναι η εκκρεμοδικία της αγωγής σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπος Ι και νοουμένου ότι η έφεση καταχωρήθηκε εντός της πιο πάνω προθεσμίας. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή, χωρίς να εξεταστεί, θα ήταν άνευ αντικειμένου και κατ΄επέκταση θα ισοδυναμούσε με άρνηση δικαιοσύνης και παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και αποτελεσματικής θεραπείας, δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται τόσο από τα άρθρα 6§1 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και από το άρθρο 30§2 του Συντάγματος. Τα δικαιώματα πρέπει να είναι πρακτικά και αποτελεσματικά και όχι θεωρητικά και απατηλά. (βλ. Artico v Italy no 6694/74 ημερ. 13.5.1980). 8.3 Διαφαίνεται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ότι η τράπεζα στις 19.9.16 καταχώρισε την αγωγή αρ. 1540/16 με την οποία αξιώνει, μεταξύ άλλων, από τους εφεσείοντες διάφορα χρηματικά ποσά όπως περιγράφονται πιο πάνω πλέον τόκους και έξοδα ως επίσης και διάταγμα για εκποίηση της επίδικης υποθήκης με αρ. Υ97/08 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας αντικείμενο της επίδικης ειδοποίησης. Οι εφεσείοντες καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία επιζητούν μεταξύ άλλων διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει την πιο πάνω υποθήκη. Παρά το γεγονός ότι η τράπεζα καταχώρισε την πιο πάνω αγωγή με άλλη παράλληλη διαδικασία επιδιώκει όμοιο σκοπό δηλαδή την εκποίηση της πιο πάνω υποθήκης αφού όπως έχει ήδη αναφερθεί επέδωσε στους εφεσείοντες την ειδοποίηση Τύπος ΙΑ και ΙΒ. Ο όρος αγωγή σημαίνει «πολιτική διαδικασία αρχομένη δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλο τρόπο ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού» (βλ. άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου). Περαιτέρω στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς η ανταπαίτηση εντάσσεται στον όρο αγωγή (βλ. μεταξύ άλλων Δ.30). Στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει ανταπαίτηση με την οποία επιζητείται η ακύρωση της υποθήκης η οποία αποτελεί αντικείμενο της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ. Με αυτή όχι μόνο αμφισβητείται η εγκυρότητα της υποθήκης, αντικείμενο της ειδοποίησης, αλλά και το αξιούμενο ποσό, στοιχεία της ειδοποίησης που επακολούθησε. Σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης θα συμπαρασύρει τις ειδοποιήσεις του μέρους VΙA. Περαιτέρω υφίσταται πιθανότητα αυτή να καταστεί άνευ αντικειμένου στην περίπτωση που δεν παραμεριστεί η παράλληλη διαδικασία με όμοιο σκοπό που άρχισε η εφεσίβλητη τράπεζα με τις σχετικές ειδοποιήσεις. Στην προκείμενη περίπτωση η ανταπαίτηση των εφεσειόντων στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, νομιμοποιεί τους εφεσείοντες να εγείρουν την παρούσα αίτηση - έφεσης. 8.4 Όπως έχει ήδη αναφερθεί η τράπεζα στις 9.2.17 επέδωσε στους εφεσείοντες την ειδοποίηση Τύπος ΙΑ. Η αίτηση έφεσης καταχωρήθηκε στις 10.3.17. Στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής που καταχώρισε η τράπεζα, οι εφεσείοντες στις 28.12.16 καταχώρισαν ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν μεταξύ άλλων, την ακύρωση της υποθήκης αντικείμενο της επίδικης ειδοποίησης. Συνεπώς για όλους τους λόγους που εξηγούνται πληρείται η συγκεκριμένη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου και δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. 9. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η αίτηση έφεσης των εφεσειόντων αρ.1 και 2 επιτυγχάνει ενώ αντιθέτως για τους λόγους που εξηγούνται στην παρ.5 η έφεση του εφεσείοντα αρ.3 είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων αρ. 1 και 2 και εναντίον της εφεσίβλητης όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η έφεση του εφεσείοντα αρ.3 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον του όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ...... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.