Sergey Popov κ.α. ν. Sviatoslav Belikov κ.α., Αρ. Αγωγής: 2401/14, 8/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2401/14
- Sergey Popov
- Netherton Enterprises Limited Ενάγοντες - Αιτητές και
- Sviatoslav Belikov
- Imilleniu Consulting Limited
- Bybloserve Management Ltd
- JF Nominee Services Limited
- JF Secretarial Services Limited
- Eurobank Cyprus Ltd Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 24.10.16 Ημερομηνία: 8.6.
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Π. Κούρτελλος (κα Μ. Χριστοφή για να ακούσει απόφαση). Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Γ. Ζαμπάς (κα Ν. Συμεού για να ακούσει απόφαση). Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση 2-5: κα Μ. Ραφαήλ για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (κα Ν. Πογιατζή για να ακούσει απόφαση). EΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 24.10.16 από τους Ενάγοντες - Αιτητές οι οποίοι επιδιώκουν τον άμεσο τερματισμό και/ή την ανάκληση του διορισμού του δικηγορικού γραφείου Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. από το να ενεργούν ως δικηγόροι των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση 2, παράλληλα την απομάκρυνση και/ή την παύση και/ή τον τερματισμό και/ή την απαλλαγή του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η Αίτηση 1 από τη θέση του επιτρόπου και/ή εμπιστευματοδόχου (trustee) σε σχέση με τις μετοχές που αυτός κατέχει στο μετοχικό κεφάλαιο των Εναγόμενων - Καθ΄ ων η Αίτηση 2 εξ ονόματος και προς όφελος των Εναγόντων - Αιτητών. Η αίτηση έχει ως νομική βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Θ.2, Δ.5, Δ.5Α. Δ.
- Θ.Θ.1, 2, 4-9, Δ.9, Θ.Θ.1-13, Δ.16, Θ.9, Δ.19, Θ.Θ.1, 2, 10-13, 26, 27, Δ.21, Θ.Θ.1, 2, 7Α, 8-12, 15, Δ.27, Δ.39, Δ.42Α, Δ.43, Δ.48, Θ.Θ.1, 2, 3, 4, 7-9, 11-13, 42 Α, Δ.43 Θ.Θ.1-3, Δ.50, Δ.51, Δ.58, Θ.Θ.1-3, Δ.64, Θ.Θ.1-2, στα άρθρα 1-3, 18, 34, 35
(1),
(2),
(6), 36, 40, 42, 50, 55 και 56 του περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμος (Κεφ. 193), στα άρθρα 3, 4, 5, 6, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 21, 29
(1)(γ), 31, 32 και 68 του περί Δικαστηρίων Νόμου - Ν.14/60(όπως τροποποιήθηκε), στο άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο, Ν.67/88, στα άρθρα 71, 72, 73, 76 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στα άρθρα 3 και 7 του Κεφ. 9, στα άρθρα 1, 2, 3, 4
(1), 18, 19 και 25
(6)του περί της Ρύθμισης των Εταιρειών Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμο Ν. 196(Ι)/2012, στα άρθρα 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 68 Α και 68Γ του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 2007 (Ν.188(Ι)/2007), ως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.192(Ι)/2012, στις αρχές που σχετίζονται με την εξ επιείκειας δημιουργία εμπιστευμάτων (trusts), στο κοινό δίκαιο και το δίκαιο της επιείκειας (equity law), στη νομολογία, την εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 με 15 λόγους ένστασης οι οποίοι εξειδικεύονται με ένορκη δήλωση της κας Ειρήνης Ανδρέου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1, ενώ ένσταση καταχωρήθηκε και από τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση 2 - 5 με 12 λόγους ένστασης η οποία υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της κας Χρυσοβαλάντως Χριστοφίδου δικηγόρου και διευθυντού των Καθ΄ ων η Αίτηση 4 και 5 Εταιρειών. Χρονολογικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Στις 9.10.2014 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και παράλληλα την ίδια ημέρα μονομερής (ex-parte) αίτηση που αφορούσε στην έκδοση αριθμού ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων καθώς και διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διατάγματα ως τα Αιτητικά Α και Β της μονομερούς αίτησης που αφορούσαν απαγορευτικά διατάγματα δέσμευσης περιουσίας δίδοντας οδηγίες όπως τα παρακλητικά που αφορούσαν την αποκάλυψη επιδοθούν προκειμένου να εξεταστούν στο στάδιο της ακρόασης. Τελικά διατάγματα αποκάλυψης εξεδόθηκαν στις 7.4.
- Το δικηγορικό γραφείο Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση 2, 3, 4 και 5 στις 14.10.14 και επιδιώχθηκε την ίδια ημερομηνία εκ μέρους των Εναγόντων - Αιτητών υποκατάσταση επίδοση στον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση 1 μέσω διεθνούς ταχυμεταφορέα. Νέα διατάγματα περισσότερο δραστικά εξεδώθησαν κατόπιν νέας μονομερούς αίτησης των Εναγόντων - Αιτητών στις 15.12.14 και τελικά οι Εναγόμενοι 2 - 5 καταχώρησαν ενστάσεις στις 2.1.15 στην εξακολούθηση της ισχύος των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων ημερ. 14.10.14 και 15.12.
- Στις 18.12.14 οι Ενάγοντες - Αιτητές εξασφάλισαν νέο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης των δικαστικών εγγράφων της αγωγής στον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση 1 μέσω πολλαπλών διαζευκτικών τρόπων αφού δεν κατέστη εφικτή η δυνάμει του δικαστικού διατάγματος ημερ. 16.10.14 υποκατάσταση επίδοση προς αυτόν της αγωγής και των εκδοθέντων διαταγμάτων μέσω διεθνούς ταχυμεταφορέα. Στις 21.1.15 λόγω αδυναμίας επίδοσης προς τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση 1 οι Ενάγοντες - Αιτητές εξασφάλισαν νέο διάταγμα με επιπρόσθετους τρόπους υποκατάστατης επίδοσης της αγωγής και των διαταγμάτων ημερ. 9.10.14 και 15.12.14 για να "λάβει" επιτέλους γνώση ο Εναγόμενος - Καθ΄ ου η Αίτηση 1 για την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία που τον αφορούσε. Το Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 7.4.2015 οριστικοποίησε τα μονομερώς εκδοθέντα απαγορευτικά διατάγματα ημερ. 9.10.14 και 15.12.14 και εξέδωσε τα λοιπά παρακλητικά αποκάλυψης όπως αυτά περιλαμβάνονταν στην αίτηση ημερ. 9.10.
- Στο πλαίσιο της απόφασης αυτής το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης ότι δια των διαζευκτικών τρόπων που χρησιμοποιήθηκαν ο Εναγόμενος 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση έλαβε τελικά γνώση για την εκκρεμούσα διαδικασία και τα εκδοθέντα διατάγματα και ως εκ τούτου επροχώρησε να τα οριστικοποιήσει και εναντίον αυτού. Ένα και πλέον χρόνο αργότερα από την οριστικοποίηση των διαταγμάτων στις 18.6.15 ο Εναγόμενος 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία δια των δικηγόρων Χρ. Ζαμπά & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και την ίδια ημερομηνία αίτηση για τον παραμερισμό της υποκατάστατης επίδοσης των δικαστικών εγγράφων σε αυτόν δια των διαζευκτικών τρόπων που προέβλεπαν τα διατάγματα ημερ. 18.12.14 και 21.1.15 καθώς και των ίδιων των διαταγμάτων ημερ. 18.12.14 και 21.1.
- Αίτηση η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 4.3.
- Η επίδικη διαφορά Ο Εναγόμενος - Καθ΄ ου η Αίτηση 1, ήτοι ο Belikov εμφαίνεται να είναι ο 100% εγγεγραμμένος μέτοχος της Εναγόμενης 2 Εταιρείας (Imilleniu). Οι εν λόγω μετοχές κρατούνται από τον τελευταίο προς όφελος των απώτερων τελικών δικαιούχων, ήτοι του κ. Mikhail Levitsky, ο οποίος είναι και θείος του Belikov, του κ. Sergey Popov, δηλαδή του Αιτητή 1, όσο και της Netherton Enterprises Limited, δηλαδή των Αιτητών 2, οι οποίοι κατέχουν ως απώτεροι τελικοί δικαιούχοι το 45,75%, 45,75% και 8,5% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Imilleniu Consulting Limited (Εναγόμενης 2 Εταιρείας) αντιστοίχως. Το πιο πάνω σχήμα υπακούει σε μια διαδεδομένη πρακτική στο πεδίο παροχής εταιρικών υπηρεσιών στην Κύπρο. Τα πιο πάνω πρόσωπα κατέχουν τις εν λόγω μετοχές ως απώτεροι τελικοί δικαιούχοι ενώ ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 φαινόταν (και συνεχίζει να φαίνεται επί του παρόντος) ο εγγεγραμμένος μέτοχος όλων των εκδομένων μετοχών της Imilleniu. Εμπίστευμα (trust deed) ημερ. 17.7.12 υπεγράφη από τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 (Belikov) διά του οποίου δηλώνει ότι κατέχει 85 συνήθεις μετοχές του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Imilleniu σαν ονομαστικός μέτοχος (nominee) και/ή εμπιστευματοδόχος (trustee) της Netherton αναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων ότι οι μετοχές που είναι εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι του ως ονομαστικού μετόχου (nominee shareholder) θα μεταφερθούν κατόπιν εντολής στον απώτερο τελικό δικαιούχο (beneficial owner) ή σύμφωνα με τις οδηγίες αυτού. Ανάλογο εμπίστευμα (trust deed) είχε επίσης υπογραφεί από τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 (Belikov) προς όφελος του κ. Popov (Ενάγοντα 1) στις 25.5.
- Τα έγγραφα εμπιστεύματος (trust deed) αποτελούν τα Τεκμήρια 3 και 4 αντιστοίχως στην ένορκη δήλωση της κας Έλενας Πεύκου που συνοδεύει την Αίτηση. Σύμφωνα με τους Αιτητές, κατά ή περί των Μάιο 2014, τόσο ο κ. Popov όσο και η Netherton θέλησαν να μεταβιβάσουν επ΄ ονόματι τους τις μετοχές που κατείχαν σαν απώτεροι τελικοί δικαιούχοι στην Imilleniu (Εναγόμενη 2 Εταιρεία), των οποίων ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 ήταν ο εγγεγραμμένος μέτοχος. Θέλησαν επομένως να καταστούν πλέον αυτοί, αντί του ονομαστικού μετόχου (nominee shareholder) Καθ΄ ου η Αίτηση 1, οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι των μετοχών που κατείχαν σαν απώτεροι τελικοί δικαιούχοι στην Imilleniu, ήτοι 457,5 μετοχές ο κ. Popov και 85 μετοχές η Netherton. Έντυπα μεταβίβασης είχαν ετοιμαστεί για κάθε μέρος ξεχωριστά, δηλαδή τον κ. Popov και την Netherton, και είχαν υπογραφεί από αυτούς αλλά όχι από τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 ως ονομαστικό μέτοχο, ο οποίος, δεν είχε εντοπιστεί και/ή δεν είχε εμφανιστεί προκειμένου να υπογράψει το τυπικό έγγραφο μεταβίβασης ώστε να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση των μετοχών, κατά παράβαση των όρων των εμπιστευμάτων (trust deeds) ημερ. 17.7.12 και 25.5.13 αλλά και των εκ του δικαίου της επιείκειας απορρεόντων υποχρεώσεων του. Οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση 3 και/ή 4 και/ή 5, υπό την ιδιότητα τους ως παροχείς εταιρικών υπηρεσιών προς την Εναγόμενη 2 Εταιρεία, είχαν αρνηθεί να συνεργαστούν και/ή πραγματοποιήσουν (to effect) την προτιθέμενη μεταβίβαση μετοχών από τον ονομαστικό μέτοχο στους απώτερους τελικούς δικαιούχους. Σημειώνεται ότι οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση 3 και/ή 4 και/ή 5 παραδέχονται την ύπαρξη του εμπιστεύματος, γεγονός το οποίο έχει επίσης καταστεί εύρημα του Δικαστηρίου με τις δύο ενδιάμεσες αποφάσεις του ημερ. 7.4.15 και ημερ. 4.3.
- Ως εκ της παράλειψης των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση 3 και/ή 4 και/ή 5 να συμμορφωθούν με τις οδηγίες των Αιτητών, και παρά τις επιστολές ειδοποίησης που αποστάληκαν προς αυτούς, ηγέρθηκε η παρούσα αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο διά της οποίας αξιώνεται η βοήθεια του Δικαστηρίου για να προστατευθούν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των Εναγόντων - Αιτητών. Προς το σκοπό τούτο καταχωρήθηκαν οι ενδιάμεσες αιτήσεις ημερ. 9.10.14 και ημερ. 15.12.14 δυνάμει των οποίων εξεδόθησαν ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα προκειμένου να προστατευθούν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των Αιτητών στην Εναγόμενη 2 Εταιρεία (Imilleniu). Το πραγματικό διακύβευμα της αναφυόμενης εκ της εξέλιξης των γεγονότων διαφοράς εξηγείται λεπτομερώς στις παραγράφους 40-57 της ένορκης δήλωσης της Σωτηρίας Χρίστου ημερ. 15.12.14 (Τεκμήριο "1.4" στην ένορκη δήλωση Έλενας Πεύκου στην παρούσα αίτηση). Πρόκειται για τα περιουσιακά στοιχεία και δικαιώματα της Imilleniu δηλαδή το συμμετοχικό της μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο της ρωσικής εταιρείας Moretti LLC και επακόλουθα της επίσης ρωσικής εταιρείας Malab Invest CJSC, η οποία είναι ιδιοκτήτρια ενός τεραστίου διαστάσεων εμπορικού κέντρου στη Ρωσία. Δεδομένου - όπως διατείνονται οι Αιτητές - ότι εγγεγραμμένος μέτοχος της Imilleniu εξακολουθεί να είναι ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1, αυτός δύναται να προβεί σε ενέργειες που αφορούν στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας η οποία κατέχει μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο της ρωσικής εταιρείας Moretti LLC. Αυτό αποτρέπεται κατά τον ενεστώτα χρόνο ως εκ των ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων τα οποία διαδοχικά εξέδωσε το Δικαστήριο. Η θέση των Αιτητών είναι ότι ουσιαστικά ο κ. Levitsky προηγούμενος απώτερος δικαιούχος ολόκληρου του μετοχικού κεφαλαίου της Imelleniu ενεργώντας με ιδιοτελή τρόπο επιδίωξε να καταστήσει όμηρους τους Αιτητές χρησιμοποιώντας και κατευθύνοντας τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1, εκμεταλλευόμενος ότι αυτός εμφανίζεται ως εγγεγραμμένος μέτοχος της Imilleniu χρησιμοποιώντας προς τούτο διάφορους μεθόδους παρελκυστικής τακτικής. Ωστόσο - όπως διατείνονται οι Ενάγοντες/Αιτητές - η πρόθεση αυτή του άλλου απώτερου δικαιούχου (Levitsky) δεν ήταν πλήρως ορατή στο χρόνο έγερσης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ούτως ώστε οι Αιτητές να κινηθούν ενωρίτερα προς διαφύλαξη των συμφερόντων τους. Τουναντίον η προσδοκία τους - όπως αποκαλύπτουν - ήταν η κατά το δυνατόν σύντομη και σύννομη διευθέτηση της διαφοράς η οποία αρχικά έμοιαζε να αφορά σε τυπική νομιμότητα σύμφωνα τουλάχιστον με τους ισχυρισμούς των Καθ΄ ων η Αίτηση 3-
- Ως προς την αρχική πρόθεση των δικηγόρων της Εναγόμενης 2 Εταιρείας και των Εναγομένων 3, 4 και 5 Εταιρειών παροχέων διοικητικών υπηρεσιών αποκαλυπτικά είναι τα ακόλουθα που έχουν δηλωθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 5.12.14 (δεύτερη ημερομηνία που εδόθηκε για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων παγοποίησης) και τα οποία ουσιαστικά επιβεβαίωναν την προσδοκία του κ. Κούρτελλου ότι η υπόθεση θα διευθετείτο και ότι αφορούσε σε τυπική νομιμότητα, προσδοκία που διαψεύστηκε από τα γεγονότα που ακολούθησαν: "Ημερομηνία: 5.12.
- Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Π. Κούρτελλος. Για Καθ΄ ων η Αίτηση 2, 3, 4 και 5: κα Αλ. Φασιανού για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ων η αίτηση 6: κ. Μ. Κυριακίδης. κ. Κούρτελλος: Υπήρξε επικοινωνία εκ μέρους των συναδέλφων χθες. Πρόθεση τους είναι να δεχτούν την έκδοση διαταγμάτων και είναι στη διαδικασία συλλογής εγγράφων, ωστόσο ζήτησαν δύο βδομάδες προκειμένου να δηλωθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενόψει αυτής της εξέλιξης, επικοινώνησα με τον κ. Κυριακίδη και του μετέφερα ότι εφόσον το προϊόν της αποκάλυψης θα διαπιστώσουμε ότι εκλείπει, να προχωρήσουμε με αποκάλυψη και για την τράπεζα και αν συμφωνεί να δοθεί αναβολή μέχρι να γίνουν αυτά. κα Φασιανού: Έτσι είναι. κ. Κυριακίδης: Αν ικανοποιηθεί ο κ. Κούρτελλος θα αποσυρθεί η υπόθεση εναντίον μου. κ. Κούρτελλος: Μάλιστα. Θα ζητούσα και μία νέα ημερομηνία για επίδοση για τον Εναγόμενο
- κ. Κυριακίδης: Έξοδα όχι εναντίον μας. Δικαστήριο: Ορίζεται για ακρόαση 18.12.14 η ώρα 9:00 και για επίδοση για τον Εναγόμενο
- Έξοδα στην πορεία όχι εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση
- Τα διατάγματα παραμένουν σε ισχύ." Είναι παραδεκτά γεγονότα που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση το γεγονός ότι υπάρχει έγγραφο εμπιστεύματος (trust deed) ημερ. 25.5.13 το οποίο οι Εναγόμενοι 3-5 αποκάλυψαν μετά την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης με το οποίο καταδεικνύεται ότι ο Εναγόμενος 1 κατέχει τις μετοχές του απώτερου τελικού δικαιούχου Ενάγοντα 1 - Αιτητή στην Εναγόμενη 2 Εταιρεία (457,5 μετοχές) ως εμπιστευματοδόχος (Trustee) κάτι το οποίο καταδεικνύεται ότι συμβαίνει και όσον αφορά την Ενάγουσα 2 - Αιτήτρια Εταιρεία με έγγραφο εμπιστεύματος ημερ. 17.7.12 (trust deed) δηλαδή ο Εναγόμενος 1 κατέχει ως ονομαστικός μέτοχος μετοχές των οποίων απώτερος τελικός δικαιούχος είναι η Netherton (85 μετοχές) στην Εναγόμενη 2 Εταιρεία (Imilleniu). Η Εναγόμενη 3 Εταιρεία (Bybloserve Management Ltd) παρείχε και παρέχει δια των συνδεδεμένων με αυτή Εναγομένων 4 και 5 Εταιρειών εταιρικές υπηρεσίες στην Εναγόμενη 2 Εταιρεία. Η Εναγόμενη 3 Εταιρεία αποτελεί μέρος της συμφωνίας εμπιστεύματος / παροχής υπηρεσιών Trust Agreement / Engagement Letter ημερ. 25.5.13 (Τεκμήριο 5 στην ένορκη Δήλωση Έλενας Πεύκου). Κατά συνέπεια προκύπτει εμπιστευτική σχέση μεταξύ των εταιρειών παροχής εταιρικών υπηρεσιών οι οποίες έχουν δημιουργηθεί για το σκοπό αυτό από το δικηγορικό γραφείο Ιωσήφ Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και κατ΄ επέκταση από το δικηγορικό γραφείο προς τους Ενάγοντες - Αιτητές απώτερων τελικών δικαιούχων 542 μετοχών ήτοι της πλειοψηφίας των μετοχών (54,2% των μετοχών) της Immileniu (Εναγόμενης 2 εταιρείας) (475,5 για τον Ενάγοντα 1 και 85 για την Ενάγουσα 2 Εταιρεία). Οι παρεχόμενες από τις Εναγόμενες 3, 4, 5 Εταιρείες υπηρεσίες προς την Εναγόμενη 2 (δυνάμει του περί της Ρύθμισης των Εταιρειών Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.196(Ι)/2012)συνιστούν μια σχέση εμπιστοσύνης (fiduciary relationship) η οποία διέπεται κύρια από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (Εquity). Τη σχέση αυτή εμπιστοσύνης που εδράζεται στα έγγραφα εμπιστεύματος διέπει αυξημένο καθήκον επιμέλειας και προσοχής του εμπιστευματοδόχου προς τον δικαιούχο του εμπιστεύματος δυνάμει των εκ του δικαίου της επιείκειας απορρεόντων καθηκόντων του. Στην παράγραφο 19 της συμφωνίας εμπιστεύματος / παροχής υπηρεσιών (Trust Agreement / Engagement Letter) ημερομηνίας 25.5.13 που συνήφθη μεταξύ των Bybloserve (Εναγόμενης 3 Εταιρείας), Imilleniu (Εναγόμενης 2 Εταιρείας) και του Αιτητή 1 (Popov) αναφέρεται: "ότι η Εναγόμενη 3 και οποιοσδήποτε συνεταίρος, συνεργάτης ή υπάλληλος της οφείλει να εξασφαλίζει και να λαμβάνει οδηγίες ή τη συγκατάθεση των δικαιούχων και οποιωνδήποτε εξουσιοδοτημένων προσώπων πριν προβεί σε οποιαδήποτε πράξη." Συνεπώς αφού οι Αιτητές 1 και 2 είναι παραδεκτό ότι αποτελούν τους 2 εκ των 3 απώτερων δικαιούχων της Εναγόμενης 2 Εταιρείας ελλείψει επικοινωνίας μετά του έτερου απώτερου δικαιούχου (Levitsky) ή του εγγεγραμμένου έστω μετόχου (Belikov) (ως οι προγενέστερες δηλώσεις των δικηγόρων των Καθ΄ ων η Αίτηση 2-5 τόσο διά των γραπτών όσο και προφορικών τους παραστάσεων ενώπιων του Δικαστηρίου) τίθεται εύλογα το ερώτημα στη βάση ποιου προσώπου τις οδηγίες ειδικά η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 Εταιρεία (Imilleniu) αλλά και οι Καθ΄ ων η Αίτηση 3-5 εναντιώνονται εξ ονόματος της Imilleniu στην αγωγή αλλά και τα ενδιάμεσα διαβήματα τα οποία έχουν καταχωρηθεί από την πλειοψηφία των απώτερων τελικών δικαιούχων των μετοχών αυτής (Imilleniu); Η εισήγηση που προκύπτει από την ένορκη δήλωση της κας Χρυσοβαλάντως Χριστοφίδου για τους Εναγόμενους 2-5 όπως διαφαίνεται από τις παραγράφους 27-35 είναι εν ολίγοις ότι: "οι διευθυντές της Εναγόμενης 2 εταιρείας δεν όφειλαν να λάβουν οδηγίες από οποιοδήποτε πρόσωπο σχετικά με την εκπροσώπηση της Εναγόμενης 2 εταιρείας στο Δικαστήριο και σαφέστατα δεν όφειλαν να λάβουν οδηγίες ούτε από τους Ενάγοντες, ούτε από τον εγγεγραμμένο μέτοχο, Εναγόμενο 1, ούτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο". Τα όσα η κα Χριστοφίδου αναφέρει στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση αντιτίθενται στον τρίτο πίνακα (third schedule) της προαναφερθείσας συμφωνίας εμπιστεύματος / παροχής υπηρεσιών ως αυτή παρατίθεται αυτούσια στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης της κας Χρυσοβαλάντως Χριστοφίδου. Συγκεκριμένα αναφορικά με τους ονομαστικούς διευθυντές σημειώνεται στη συμφωνία εμπιστεύματος: "THIRD SCHEDULE (Nominee Director)
- Nominee Director To act or make available one or more of its individuals (which for the purpose of the present shall also be called the Nominee Director) to act as Nominee Director(s) of the Beneficiaries which term for the purpose of this Schedule shall include his successors in title) and to hold the Directorship upon trust for the Beneficiaries and further agree to act in such manner as the Beneficiaries shall from time to time direct". Αίτημα για τερματισμό και/ή ανάκληση διορισμού δικηγόρου της Εναγομένης 2 Εταιρείας Ακριβώς παράδοξο είναι συνεπώς ότι ελλείψει οδηγιών (τέτοιες δεν εμφανίζονται να υπάρχουν ενώ έχει σε προγενέστερα στάδια δηλωθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δικογραφηθεί ότι ουδεμία επαφή έχουν οι Εναγόμενοι 3-5 με τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - Belikov - ονομαστικό μέτοχο ή τον τρίτο απώτερο τελικό δκαιούχο Levitsky) και παρά το ότι ο διευθυντής της εταιρείας μπορεί να εκπροσωπεί την Imilleniu δεν μπορεί κατά περιεχόμενο και ουσία να ενεργεί από μόνος του και εξ ιδίας πρωτοβουλίας. Παράδοξο επίσης και αντιφατικό είναι ότι ο ονομαστικός μέτοχος Belikov - Εναγόμενος 1/Καθ΄ ου η Αίτηση 1 αμφισβητεί την εγκυρότητα των εγγράφων εμπιστεύματος και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έχει καταρτιστεί και υπογραφεί συμφωνία εμπιστεύματος (trust agreement) η οποία να ρυθμίζει τη σχέση του με τους Ενάγοντες 1 και 2 - Αιτητές (βλέπε παρ. 6 της ένορκης δήλωσης κας Ειρήνης Ανδρέου) ενώ αντίθετα οι Εναγόμενοι 3-5 αναγνωρίζουν την ύπαρξη των συμφωνιών εμπιστεύματος, έχουν δηλώσει τα ονόματα των απώτερων τελικών δικαιούχων των μετοχών στην τράπεζα (Εναγόμενη 6) πλην όμως δεν λαμβάνουν οδηγίες ούτε από τον ονομαστικό μέτοχο (Belikov) ούτε από τους 3 απώτερους τελικούς δικαιούχους (Levitsky, Popov, Netherton). Θεωρούν ότι η ταύτιση της ιδιότητας των ονομαστικών αξιωματούχων της Εναγόμενης 2 Εταιρείας και του δικηγορικού γραφείου που εδημιούργησε τις Εναγόμενες 3, 4, 5 Εταιρείες ως παροχείς εταιρικών υπηρεσιών δεν τους δημιουργεί οποιοδήποτε κώλυμα οι ίδιοι να διορίσουν τους εαυτούς τους δικηγόρους αγνοώντας και/ή παραγνωρίζοντας την βούληση των απώτερων τελικών δικαιούχων των μετοχών της Εναγόμενης 2 Εταιρείας. Το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι ποιων τις οδηγίες ακολουθούν το δικηγορικό γραφείο Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.; Των Εναγομένων 3, 4 και 5 υπό την ιδιότητα των ως παροχέων εταιρικών υπηρεσιών και/ή εντολοδόχων διευθυντών; Και αν η απάντηση είναι θετική, οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 ποιων τις οδηγίες ακολουθούν αφού ομολογούν ότι δεν λαμβάνουν οδηγίες από κανένα εκ των τελικών δικαιούχων. Οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 δεν είναι παρά ο βραχίονας παροχής εταιρικών και διοικητικών υπηρεσιών του ιδίου δικηγορικού γραφείου εξ΄ ου και προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων. Το ερώτημα που τίθεται ευθέως από τους δικηγόρους των αιτητών είναι ποιων τα συμφέροντα εξυπηρετούν οι εντολόχοι διευθυντές και οι διορισθέντες απ΄ αυτούς δικηγόροι της Εναγόμενης 2 Εταιρείας του ονομαστικού μετόχου ή των απώτερων τελικών δικαιούχων της πλειοψηφίας των μετοχών της Imilleniu; Η απάντηση στηρίζεται απλά στη λογική και όχι στη νομική επιστήμη. Εξυπηρετούν τα συμφέροντα του ονομαστικού μετόχου (Belikov) και κατ΄ επέκταση τα συμφέροντα του απώτερου τελικού δικαιούχου της μειοψηφίας μετοχών της Εναγόμενης 2 Εταιρείας (Levitsky) τα οποία συγκρούονται με τα συμφέροντα αυτών που ετάχθησαν να προστατεύουν δια της σχέσης εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε διά των δύο συμφωνιών εμπιστεύματος και προς τους οποίους υπέχουν καθήκοντα εμπιστοσύνης (fiduciary duties) τα οποία διέπονται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Οι Καθ΄ ων η αίτηση 3-5 Εταιρείες (παροχείς εταιρικών υπηρεσιών) συνδέονται ή καλύτερα ταυτίζονται με το δικηγορικό γραφείο Ιωσήφ Φράγκος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. οι οποίοι αυτοδιορίστηκαν ως δικηγόροι της Εναγόμενης 2 Εταιρείας στη διαφορά αυτή. Η τυπική παροχή διοικητικών υπηρεσιών δεν επιτρέπει στους ίδιους τους δικηγόρους δια των συνδεδεμένων και ιδρυθέντων από αυτούς εταιρειών παροχής τέτοιων υπηρεσιών να αυτοδιορίζονται ουσιαστικά δικηγόροι των εταιρειών προς τις οποίες παρέχουν εταιρικές υπηρεσίες χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των απώτερων τελικών δικαιούχων των μετοχών. Αλλά και το αντίστροφο". Μεταξύ των κύριων καθηκόντων του δικηγόρου, είναι με επιμέλεια να συμβουλεύει τον πελάτη του, να φέρει σε γνώση του τυχόν προβλήματα, τυχόν εγγενείς κινδύνους, να τον προειδοποιεί γι΄ αυτούς και να προστατεύει τα συμφέροντα του. Για αποφυγή παρεξηγήσεων με τον πελάτη του, ο συνετός δικηγόρος, αν και δεν έχει νομική υποχρέωση, φροντίζει να πάρει γραπτώς τις οδηγίες του πελάτη του, ιδιαίτερα όταν αυτές περιοριστούν σε συγκεκριμένα θέματα ή όταν ο πελάτης του επιλέξει, παρά τις συμβουλές του, να ενεργήσει διαφορετικά." (Βλ. Beaumont Muriel κ.ά. ν. Νίκου Παπακλεοβούλου
(2010)1 ΑΑΔ 525). Στην προκείμενη περίπτωση οι διορισμένοι δικηγόροι των Καθ΄ ων η Αίτηση 3-5 με τους οποίους είχαν συμβατική κι όχι μόνο σχέση οι Αιτητές προκειμένου για την παροχή υπηρεσιών σε σχέση με την Εναγόμενη 2 ενεργούν για όλους, ακόμη και για την Εναγόμενη 2 εταιρεία σε σχέση με την οποία οι Καθ΄ ων η Αίτηση 3-5 παραδέχονται ότι ανήκει ωφέλιμα σε μεγάλο ποσοστό στους Αιτητές χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τους. Οι Αιτητές επιδιώκουν να προστατεύσουν τα συμφέροντα τους ως και τα συμφέροντα της Imilleniu από τον εμπιστευματοδόχο και τους παροχείς εταιρικών υπηρεσιών που ετάχθησαν συμβατικά ως και βάσει του δικαίου της επιείκειας να προστατέψουν ως όφειλαν, τελώντας σε σχέση εμπιστοσύνης. Διαπιστώσεις ως προς τις κατάφορες παραβιάσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση 3-4 ως Διευθυντών και των Καθ ων η Αίτηση 5 ως γραμματέα όσο και των δικηγόρων αυτών, ήτοι των κ.κ. Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. έχει προβεί το Δικαστήριο διά των δύο ενδιάμεσων δικαστικών αποφάσεων ημερ. 7.4.2015 και 4.3.2016, τις οποίες δεν χρειάζεται να επαναλάβω. Προχωρά δε διά των εν λόγω αποφάσεων του ένα βήμα περαιτέρω το Δικαστήριο και διαπιστώνει ότι οι κ.κ. Ιωσήφ Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και οι συνδεόμενες με αυτούς εταιρείες παροχής υπηρεσιών έχουν διαρρήξει την εμπιστευτική τους σχέση μετά των Εναγόντων. Μπορεί όμως το Δικαστήριο να παρέμβει και να διατάξει την άρση του διορισμού δικηγόρου από του να ενεργεί για συγκεκριμένο πελάτη; Και αν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να το πράξει; Ο κ. Κούρτελλος με παρέπεμψε στην απόφαση της αγωγής 3009/14 Ε.Δ. Λευκωσίας Maxim Moskalev v.
- Lotaso Business Consultants Ltd κ.ά. ημερ. 30.1.
- Στην Maxim Moskalev (ανωτέρω) αποτελούσε μεταξύ άλλων θέση του Αιτητή ότι οι παροχείς υπηρεσιών παρέβαιναν το καθήκον πίστης και εμπιστευτικότητας (fiduciary duty) σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών προς συγκεκριμένες εκ των εναγόμενων Εταιριών και ότι ενεργούσαν με αμέλεια, μεροληπτικά και κατά παράβαση των εκ του νόμου και των κανόνων της επιείκειας καθηκόντων τους να είναι ουδέτεροι και να μην εξυπηρετούν τα προσωπικά τους συμφέροντα προς εξαπάτηση του Αιτητή ή ενεργώντας σε συνεννόηση με τους άλλους τελικούς δικαιούχους των επίδικων εταιρειών με σκοπό τον πλήρη αποκλεισμό του Αιτητή. Υπήρχε δε ισχυρισμός στην πιο πάνω υπόθεση ότι ο διορισμός συγκεκριμένων δικηγορικών γραφείων ως εκπροσώπων ορισμένων εκ των Καθ' ων η Αίτηση είναι ανεπίτρεπτος και αντικανονικός και μπορεί να προκαλέσει τεράστια ζημιά στον Αιτητή, υπό την ιδιότητα του τελικού ωφέλιμου δικαιούχου αλλά και γενικότερα στην ορθή προώθηση της αγωγής και της απονομής της δικαιοσύνης, λόγω παράβασης κατά τον νόμο και των αρχών της επιείκειας των καθηκόντων τους ως εμπιστευματοδόχοι (trustees) ή καταπιστευματοδόχοι/επίτροποι (fiduciaries) ή λόγω σύγκρουσης συμφερόντων. Στην Maxim Moskalev (ανωτέρω) το Δικαστήριο εξετάζοντας τη δικαιοδοσία του να επέμβει στο θέμα του διορισμού δικηγόρων, αναφέρθηκε στην Αγγλική αυθεντία Rakusen ν Ellis, Munday & Clarke
(1912)1 Ch. 831, στην οποία αναγνωρίστηκε η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επεμβαίνει στις περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος να διαρρεύσουν εμπιστευτικές πληροφορίες και να απαγορεύει σε δικηγόρο να ενεργεί εκ μέρους κάποιου πελάτη. Η πιο πάνω αρχή αναγνωρίστηκε και επεκτάθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Bolkiah ν KPMG
(1999)2 AC 222, η οποία αποτέλεσε τη βάση για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο να επεμβαίνει στον διορισμό δικηγόρου όταν υπάρχει πιθανότητα
(1)να διαρρεύσουν εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικές με την υπόθεση άλλου πελάτη ή
(2)να προκόψει σύγκρουση συμφερόντων ένεκα του διορισμού. Στην Maxim Moskalev (ανωτέρω) υιοθετώντας τα ευρήματα του Αγγλικού Δικαστηρίου η κα Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ., κατέληξε ως εξής: «... Είναι επομένως η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι είναι αδιαμφισβήτητη η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επεμβαίνει και προστατεύει ένα πελάτη σε κάθε περίπτωση που υπάρχει εμπιστευτική σχέση μεταξύ πελάτη και παροχέα, όταν υπάρχει κίνδυνος να διαρρεύσουν εμπιστευτικές πληροφορίες σε σχέση με την υπόθεσή του σε κάποιον αντίδικο ή σε κάποιον που ενδεχόμενα να γίνει αντίδικος, ως και όταν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ δύο πελατών, τόσο σε περιπτώσεις δικηγόρων αλλά και γενικά σε κάθε περίπτωση επαγγελματία του οποίου η σχέση με τον πελάτη του είναι εμπιστευτική. Στην υπόθεση Bolkiah (ανωτέρω) καθορίστηκαν οι δύο προϋποθέσεις στη βάση των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να επέμβει και απαγορεύσει τον διορισμό δικηγόρου ή άλλου επαγγελματία, του οποίου η σχέση του με τον πελάτη του είναι εμπιστευτική. Η πρώτη προϋπόθεση είναι η προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών και η δεύτερη η προστασία από σύγκρουση συμφερόντων. Σε σχέση αναφορικά ειδικά με την προστασία από σύγκρουση συμφερόντων το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Bolkiah (ανωτέρω) είναι σχετικό. "It is otherwise where the court's intervention is sought by an existing client, for a fiduciary cannot act at the same time both for and against the same client, and his firm is in no better position. A man cannot without the consent of both clients act for one client while his partner is acting for another in the opposite interest. His disqualification has nothing to do with the confidentiality of client information. It is based on the inescapable conflict of interest which is inherent in the situation". Σε ελληνική μετάφραση: «Είναι άλλως πως όπου ζητείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου σε σχέση με υφιστάμενο πελάτη γιατί ο διατελών σε σχέση εμπιστοσύνης δεν μπορεί να ενεργεί ταυτόχρονα υπέρ και εναντίον του ιδίου πελάτη και η εταιρεία του δεν είναι σε καλύτερη θέση. Ένα πρόσωπο δεν μπορεί χωρίς την συγκατάθεση και των δύο πελατών να ενεργεί για τον ένα καθ' ον χρόνο ο συνέταιρος του ενεργεί για άλλο με ενάντιο συμφέρον. Η ανάκληση-άρση από την θέση του δεν αφορά στην εμπιστευτικότητα πληροφοριών. Βασίζεται στην αναπόφευκτη σύγκρουση συμφερόντων η οποία είναι σύμφυτη επί τη βάσει των περιστάσεων» Περαιτέρω, στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4th ed. V.3(l) παράγρ.464, αναφέρεται ότι ένας δικηγόρος έχει την υποχρέωση να μην δεχθεί λήψη οδηγιών με σκοπό να εκπροσωπήσει δύο πελάτες των οποίων τα συμφέροντα θα ή μπορεί να συγκρουστούν. Για παράδειγμα ένας δικηγόρος δεν μπορεί να ενεργεί για το ίδιο θέμα εκ μέρους ανεξάρτητου εμπιστευματοδόχου και ενός μέρους που έχει ενδιαφέρον για τα περιουσιακά στοιχεία του καταπιστεύματος. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό: «Α barrister ought not to accept instructions or a brief to represent two clients whose interests will or may conflict. If, after a barrister has accepted & set of instructions or a brief on behalf of more than one client, there appears to be a conflict of interest between any one or more of such clients, he may not continue to act for any such client unless all such clients consent that he should so act, and he is able to do so without embarrassment.» Στην υπόθεση Bristol and West Building Society v Mothew
(1998)Ch.l αποφασίστηκε ότι: «Α fiduciary who acts for two principals with potentially conflicting interests without the informed consent of both is in breach of the obligation of undivided loyalty; he puts himself in a position where his duty to one principal may conflict with his duty to the other: see Clark Boyce ν. Mouat [1994] I AC 428 and the cases there cited. This is sometimes described as "the double employment rule". Breach of the rule automatically constitutes a breach of fiduciary duty.» Στην υπό κρίση περίπτωση με την δεύτερη ενδιάμεση απόφαση (4.3.16), το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ενώ οι Καθ' ων η Αίτηση 2-5 αναγνωρίζουν τη σχέση εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ των Εναγόμενων 3, 4 και 5 και των Αιτητών ως απώτερων τελικών δικαιούχων, εντούτοις τεχνηέντως και για λόγους που μόνο αυτοί γνωρίζουν αρνούνται να εφαρμόσουν τις οδηγίες των Αιτητών και να προχωρήσουν στη μεταβίβαση των μετοχών της Imilleniu στο όνομα των Αιτητών. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, και ως έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο, είναι πασιφανές ότι η τριμερής σχέση εμπιστοσύνης (εμπιστευματοδόχος - απώτερος τελικός δικαιούχος - παροχέας διοικητικών υπηρεσιών) έχει διαρρηχθεί και έχει κλονιστεί. Ειδικά δε λαμβανομένων υπόψη και των ευρημάτων και διαπιστώσεων του Δικαστηρίου στις δύο ενδιάμεσες αποφάσεις οι Καθ' ων η Αίτηση 3, 4 και 5 αντί να ενεργούν καλή τη πίστει στη βάση του εγγράφου εμπιστεύματος την ύπαρξη του οποίου δεν αμφισβήτησαν, έπραξαν το αντίθετο οχυρωμένοι πίσω από την πάγια θέση ότι εφόσον δεν υπάρχει τυπικά έγγραφο μεταβίβασης μετοχών (instrument of transfer of shares) δεόντως υπογραμμένο από τον εγγεγραμμένο ονομαστικό μέτοχο η μεταβίβαση μετοχών δεν είναι εφικτή. Ενόψει του ορατού κινδύνου να εκτεθούν σε σύγκρουση συμφέροντος όφειλαν εξ' αρχής να αποποιηθούν την εμπλοκή τους προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ενός μόνο εκ των απώτερων τελικών δικαιούχων κι όχι να συνταυτιστούν μαζί του κατά των Εναγόντων - πελατών τους με τους οποίους τους συνδέει σχέση εμπιστοσύνης δυνάμει του δικαίου της επιείκειας. Το Δικαστήριο στις δύο ενδιάμεσες αποφάσεις πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα και διαπιστώνει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 3-5 λαμβάνουν οδηγίες είτε από τον ονομαστικό μέτοχο των μετοχών (Εναγόμενο 1) είτε από τρίτο πρόσωπο (Mikhail Levitsky προηγούμενο αποκλειστικό δικαιούχο όλων των μετοχών) των οποίων τα συμφέροντα είναι σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των Εναγόντων. Οι Καθ' ων η Αίτηση 3-5, ως παροχείς εταιρικών υπηρεσιών, έχουν παραβεί το καθήκον πίστης και εμπιστευτικότητας (fiduciary duty) σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών προς την Imilleniu και τους Αιτητές. Ενεργούν εξόχως μεροληπτικά, κατά παράβαση των εκ του νόμου και των κανόνων της επιείκειας καθηκόντων τους να είναι ουδέτεροι και να μην μεροληπτούν εναντίον οποιουδήποτε εκ των τελικών ωφέλιμων δικαιούχων των εταιρειών που διαχειρίζονται ή και προσφέρουν εταιρικές υπηρεσίες ή και υπηρεσίες εντολοδόχων αξιωματούχων (Διευθυντή - Γραμματέα). Ουδεμία οδηγία ζητήθηκε ή δόθηκε από τους Αιτητές προκειμένου για την εκπροσώπηση της Imilleniu στις διαδικασίες που αφορούν την παρούσα αγωγή. Οι Καθ' ων η Αίτηση 3-5 έχουν από μόνοι τους αποφασίσει το διορισμό τους ως δικηγόρων προς υπεράσπιση της Imilleniu εναντίον μάλιστα των Αιτητών που αποτελούν και την πλειοψηφία των απώτερων τελικών δικαιούχων των μετοχών της και προς τους οποίους υπέχουν καθήκον πίστης και εμπιστευτικότητας (fiduciary duty). Περαιτέρω αποτελεί θέση της πλευράς των Αιτητών ότι ούτε οι ισχυρισμοί και επακόλουθα οι λόγοι ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4 (λόγοι ένστασης 4 & 5) ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί με αναφορά στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, εφόσον τα επιδιωκόμενα διατάγματα είναι διηνεκή και/ή προστακτικής φύσης δεν ευσταθούν. Τα αιτούμενα Διατάγματα σχετίζονται με την εκπροσώπηση των Καθ' ων η Αίτηση 2 από δικηγόρο, στη δικαστική διαδικασία της παρούσας αγωγής. Δεν έχουν την φύση του προσωρινού διατάγματος ώστε να εφαρμόζεται το άρθρο 32 του Ν. 14/60 αλλά πρόκειται για διατάγματα που αφορούν την όλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Εξάλλου, η δικαιοδοσία έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, πηγάζει από το κοινοδίκαιο και τις αρχές της επιείκειας και όχι από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 (βλ. Maxim Moskalev [ανωτέρω]). Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2-5 έχουν επικαλεσθεί προς επίρρωση της θέσης τους την αυθεντία In Re Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 736 όπου ο Γαβριηλίδης Δ. σε αίτηση για παραχώρηση άδειας για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων (certiorari) για την μη έκδοση διατάγματος injunction από το Πρωτόδικο Δικαστήριο που να εμποδίζει τους δικηγόρους του Καθ΄ ου η Αίτηση - Ενάγοντα να τον αντιπροσωπεύουν και/ή ενεργούν γι΄ αυτό αποφάνθηκε ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση για χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Η υπόθεση όμως αυτή διαφοροποιείται από την παρούσα στο ότι εκεί επιδιώκετο ο αποκλεισμός δικηγόρου της επιλογής του διαδίκου ενώ στην υπό εξέταση υπόθεση επιδιώκεται ουσιαστικά ο αποκλεισμός δικηγόρου που ταυτίζεται με τους παροχείς εταιρικών υπηρεσιών οι οποίοι επέλεξαν παρά τη σύγκρουση συμφερόντων να ενεργούν ως τέτοιοι και εις βάρος των συμφερόντων των πελατών τους (απώτερων τελικών δικαιούχων της πλειοψηφίας των μετόχων της Εναγόμενης 2 Εταιρείας). Είναι γι΄ αυτό το λόγο που τα διατάγματα είναι προστακτικά εναντίον των παροχέων εταιρικών υπηρεσιών για αντικατάσταση του δικηγόρου και όχι του ίδιου του δικηγόρου όπως ήταν η αίτηση στην Evand Promotion Ltd (ανωτέρω). Εν όψει των ανωτέρω θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επέμβει και να διατάξει τις Εναγόμενες 3-5 να άρουν τον διορισμό των κ.κ. I. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. από του να ενεργούν για την Εναγόμενη 2 Εταιρεία Imilleniu. Προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων ένεκα του εν λόγω διορισμού εξ' ού και υπάρχει θετική υποχρέωση και εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να επέμβει και να προστατεύσει τους Αιτητές. Παράλληλα όσον αφορά την καταχώρηση ένστασης εκ μέρους των Εναγομένων 2 σχετικές οδηγίες θα έπρεπε να είχαν ληφθεί τουλάχιστον και από τους αποκλειστικούς δικαιούχους των μετοχών της Εναγομένης 2, ήτοι τους Ενάγοντες-Αιτητές. Τέτοιες οδηγίες ουδέποτε εδόθησαν από τους Αιτητές εξ' ού και δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος διατάσσοντας τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 να τερματίσουν και ή να ανακαλέσουν τον διορισμό των προαναφερθέντων δικηγόρων από την εκπροσώπηση και "υπεράσπιση" της Εναγόμενης 2 Εταιρείας. Απομάκρυνση και/ή παύση και/ή τερματισμός του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 από τη θέση του Επιτρόπου Στο ημεδαπό δίκαιο το δίκαιο των εμπιστευμάτων προκύπτει ακριβώς συνεπεία της εφαρμογής του δικαίου της επιείκειας δυνάμει του άρθρου 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60. Σχετικός με την παρούσα διαδικασία είναι ο περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμος (Κεφ.193), πρόκειται για νομοθεσία που έλκει την καταγωγή της στην αποικιακή περίοδο
(1955)και είναι πιστή αντιγραφή του αγγλικού Trustees Act
- Η έννοια «εμπίστευμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο, αν και όχι επαρκώς κατανοητός: <* "εμπίστευμα" δεν περιλαμβάνει τα καθήκοντα του ενυπόθηκου δανειστή αλλά με την εξαίρεση αυτή οι εκφράσεις "εμπίστευμα" και "επίτροπος εμπιστευμάτων" εκτείνονται σε σιωπηρά και εξυπακουόμενα εμπιστεύματα, και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο επίτροπος εμπιστευμάτων έχει συμφέρον στην περιουσία του εμπιστεύματος, και στα καθήκοντα τα συναφή προς το λειτούργημα του προσωπικού αντιπροσώπου, και "επίτροπος εμπιστευμάτων" όταν επιτρέπεται από το κείμενο, περιλαμβάνει προσωπικό αντιπρόσωπο, και "νέος επίτροπος εμπιστευμάτων" περιλαμβάνει πρόσθετο επίτροπο. Στην παρ. 18 της ένορκης δήλωσης της κας Χρυσοβαλάντως Χριστοφίδου που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 2-5 αναφέρεται: "
- Τα έγγραφα εμπιστεύματος (trust deeds)/ Τεκμήρια 3 και 4 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, ρυθμίζουν αποκλειστικά τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ του Εναγόμενου 1, εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη των μετοχών της Εναγομένης 2 εταιρείας και των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 δεν ανέλαβαν οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι των Εναγόντων, η οποία τυχόν εκπηγάζει από τα υπό αναφορά έγγραφα εμπιστεύματος." Τα επισυνημμένα στην αίτηση Τεκμήρια 3 και 4 αφορούν τα έγγραφα εμπιστεύματος (trust deed) ημερ. 17.7.12 που υπεγράφη από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 (Belikov) διά του οποίου δηλώνει ότι κατέχει 85 συνήθεις μετοχές του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Imilleniu σαν ονομαστικός μέτοχος (nominee) και/ή εμπιστευματοδόχος (trustee) της Netherton αναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων ότι οι μετοχές που είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι του ως ονομαστικού μετόχου (nominee shareholder) θα μεταφερθούν κατόπιν εντολής στον απώτερο Δικαιούχο (Beneficial Owner) ή σύμφωνα με τις οδηγίες αυτού, ως και το έγγραφο εμπιστεύματος (trust deed) που είχε επίσης υπογραφεί από τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 (Belikov) προς όφελος του κ. Popov στις 25.5.
- Είναι αυτά τα οποία θεωρούν οι Καθ' ων η Αίτηση 2-5 ότι ρυθμίζουν συμβατικές σχέσεις και μάλιστα συμβατικές σχέσεις μεταξύ εμπιστευματοδόχου και δικαιούχου μόνον χωρίς οι παροχείς εταιρικών υπηρεσιών (Εναγόμενες 3, 4 και 5 Εταιρείες) να έχουν οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη υποχρέωση έναντι οποιουδήποτε παρ΄ ότι είναι η Bybloserve Ltd - Εναγόμενη 3 Εταιρεία τουλάχιστον συμβαλλόμενο μέρος. Θα συμφωνήσω με τον κ. Κούρτελλο ότι το δίκαιο των εμπιστευμάτων και το δίκαιο των συμβάσεων αποτελούν διακριτά πεδία δικαίου. Το εμπίστευμα (trust) δεν υπακούει στο δίκαιο των Συμβάσεων ούτε αντιμετωπίζεται νομολογιακά μέσα από το πρίσμα των συναφών αρχών. Το εμπίστευμα ως προϊόν του δικαίου έχει λεχθεί ότι είναι παιδί του δικαίου της επιείκειας. Πρόκειται για αυτοτελές πεδίο δικαίου μη συναρτούμενο με το δίκαιο των ενοχών (law of obligations-contract law) αλλά με τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (equity law) και ειδικά την αγγλική νομολογία που συμπυκνώνει εδώ και 400 χρόνια ότι καλείται δίκαιο εμπιστευμάτων (trust law). Η αντίθετη κατανόηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2-4 όπως εκφράζεται στις καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις βιάζει κυριολεκτικά την φύση της έννοιας του εμπιστεύματος. Αν ειπωθεί απλά το εμπίστευμα δεν είναι σύμβαση (απλή ενοχική σχέση που δημιουργεί συμβατική υποχρέωση). Απολαμβάνει αυτοτέλειας ως πλάσμα δικαίου, και δημιουργεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, και κατά συνέπεια πλην των συμβατικών υποχρεώσεων καθήκον πίστης και εμπιστευτικότητας σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας. Υπήρξε εξ' αρχής η θέση των Αιτητών ότι δυνάμει των εγγράφων Εμπιστεύματος (trust deeds βλ. Τεκμήρια 3 και 4) υφίσταται εμπίστευμα προς όφελος τους, δηλαδή έχει δημιουργηθεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του Καθ' ου η Αίτηση 1 ως επιτρόπου και των Αιτητών ως δικαιούχων (beneficiaries of trust) ώστε: i. ο Belikov κατέχει και/ή διαχειρίζεται και/ή έχει στην φύλαξη του και/ή υπό τον έλεγχό του 457,5 μετοχές οι οποίες αντιστοιχούν στο 45,7 % του μετοχικού κεφαλαίου της Imilleniu δυνάμει εμπιστεύματος ημερ. 25.5.
- ii. ο Καθ' ου η Αίτηση 1 κατέχει και/ή διαχειρίζεται και/ή έχει στην φύλαξη του και/ή υπό τον έλεγχό του 85 μετοχές το οποίο αντιστοιχεί και/ή αντιπροσωπεύει το 8,5 % του μετοχικού κεφαλαίου των Καθ' ων η Αίτηση 2 δυνάμει εμπιστεύματος ημερ. 17.6.12 οι οποίες αποτελούν περιουσιακό στοιχείο των Αιτητών
- Ο Καθ' ου η Αίτηση 1, ήτοι ο Belikov εμφαίνεται να είναι ο 100% εγγεγραμμένος μέτοχος της Καθ' ης η Αίτηση 2 εταιρείας. Οι εν λόγω μετοχές κρατούνται από τον τελευταίο προς όφελος των απώτερων τελικών δικαιούχων, ήτοι του κ. Mikhail Levitsky, ο οποίος είναι και θείος του Belikov, του κ. Sergey Popov, δηλαδή του Αιτητή 1, όσο και της Netherton Enterprises Limited, δηλαδή των Αιτητών 2 οι οποίοι κατέχουν ως απώτεροι τελικοί δικαιούχοι το 45.75%, 45.75 % και 8.5% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Imilleniu αντιστοίχως. Δεν αμφισβητείται εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 2-5 η ιδιότητα των Αιτητών ως απώτερων τελικών δικαιούχων συνολικά του 54,2% των μετοχών της Imilleniu. Τουναντίον στις προηγούμενες ένορκες δηλώσεις τους είναι παραδεκτό γεγονός, Εκτεταμένα δε σε ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο των Αιτήσεων τους δεν αντικρούεται η μαρτυρία των Αιτητών, όσον αφορά τα έγγραφα εμπιστεύματος. Να προσθέσω επίσης ότι από το Τεκμήριο 2 δηλαδή τη σχετική επιστολή των Εναγομένων 6 Eurobank Cyprus Ltd - (η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 6 αποσύρθηκε ενόψει της αποκάλυψης - παράδοσης της επιστολής) προκύπτει ότι στα αρχεία τους οι Αιτητές είναι καταχωρημένοι ως οι δύο εκ των τριών τελικών απώτερων δικαιούχων της Imilleniu. Θα ήταν εξόχως αντιφατικό οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2-5 να είχαν άλλως πως πληροφορήσει την τράπεζα σε σχέση με την ταυτότητα των τελικών δικαιούχων και να αρνούνται αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτός που αμφισβητεί την ύπαρξη των συμφωνιών εμπιστεύματος κατά παράδοξο τρόπο είναι ο Εναγόμενος 1 (Belikov) ο οποίος βεβαίως εκφράζει τον θείο του Levitsky προηγούμενο αποκλειστικό δικαιούχο όλων των μετοχών της Imilleniu ο οποίος τεχνηέντως παρά την πώληση της πλειοψηφίας των μετοχών της Imilleniu στους Ενάγοντες - Αιτητές κρατά αυτούς όμηρους των δικών του αποκλειστικών συμφερόντων χρησιμοποιώντας τους δικηγόρους και παροχείς εταιρικών υπηρεσιών προς επίτευξη των στόχων του. Σημαντικό για σκοπούς ουσιαστικού δικαίου είναι το άρθρο 40
(1)του Κεφ. 193 το οποίο είναι το αντίστοιχο του άρθρου 41 του αγγλικού Trustees Act του 1925 το οποίο ρητώς προνοεί υπέρ της εξουσίας του Δικαστηρίου να διορίζει νέους επιτρόπους, εξυπακούεται και να τους απομακρύνει (removal of trustee) ή να τους αντικαθιστά: "Εξουσία Δικαστηρίου να διορίζει νέους επιτρόπους εμπιστευμάτων 40.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται, όταν είναι σκόπιμο να διορίζει νέο επίτροπο εμπιστευμάτων ή νέους επιτρόπους εμπιστευμάτων, και όταν διαπιστώνεται ότι είναι άσκοπο, δύσκολο και μη πρακτικό να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό χωρίς τη βοήθεια του Δικαστηρίου, να εκδίδει διάταγμα που να διορίζει νέο επίτροπο εμπιστευμάτων ή νέους επιτρόπους εμπιστευμάτων είτε σε υποκατάσταση είτε επιπρόσθετα προς οποιοδήποτε υφιστάμενο επίτροπο εμπιστευμάτων ή επιτρόπους εμπιστευμάτων, ή έστω και αν δεν υπάρχει υφιστάμενος επίτροπος. Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας της προηγούμενης διάταξης, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα που να διορίζει νέο επίτροπο εμπιστευμάτων σε υποκατάσταση επιτρόπου ο οποίος καταδικάστηκε σε φυλάκιση ή ο οποίος είναι πρόσωπο διανοητικά ασθενές ή πρόσωπο με υγιές πνευματικά ή πτωχεύσας ή νομικό πρόσωπο υπό εκκαθάριση ή που διαλύθηκε.
(2)Διάταγμα βάσει του άρθρου αυτού, και οποιοδήποτε επακόλουθο διάταγμα παραχώρησης ή μεταβίβασης, δεν εφαρμόζεται περαιτέρω ή διαφορετικά ως απαλλαγή οποιουδήποτε προηγούμενου ή συνεχίζοντα επιτρόπου εμπιστευμάτων από ότι θα εφαρμόζετο σε διορισμό νέων επιτρόπων εμπιστευμάτων δυνάμει οποιασδήποτε εξουσίας προς τον σκοπό αυτό που περιέχεται σε οποιοδήποτε έγγραφο." Η εντύπωση που αποκόμισα ακούοντας τους δικηγόρους του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 και Καθ΄ ων η Αίτηση 2-5 και διαβάζοντας τις αγορεύσεις τους είναι ότι αγνοούν το τι σημαίνει "εμπίστευμα". Εμπίστευμα (Trust) είναι αυτό που υποδηλεί η λέξη. Ένα περιουσιακό στοιχείο (στην προκειμένη περίπτωση μετοχές) το οποίο εμπιστεύεται ο κύριος αυτού σε κάποιο άλλο πρόσωπο (εμπιστευματοδόχος - trustee) να το κατέχει και να το διαχειρίζεται για λογαριασμό του. Δημιουργείται κατ΄ αυτόν το τρόπο σχέση εμπιστοσύνης που επιβάλλει στον εμπιστευματοδόχο να ενεργεί σύμφωνα, ως προς τη διαχείριση του εμπιστεύματος, με τις υποδείξεις του δικαιούχου προς τον οποίον οφείλει όχι μόνο ότι νομικά επιβάλλει η συμφωνία εμπιστεύματος ως συμβατικές υποχρεώσεις αλλά ύψιστη καλή πίστη (utmost good faith) δηλαδή να λειτουργεί προς το συμφέρον του δικαιούχου. Δημιουργείται με τον τρόπο αυτό σχέση εμπιστοσύνης με τον εμπιστευματοδόχο ο οποίος υπέχει καθήκον πίστης προς τον δικαιούχο (fiduciary duty). Ο Εναγόμενος 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση 1 πέραν του γεγονότος ότι δεν υπακούει στις εντολές των δικαιούχων - Εναγόντων ως προς τις μετοχές που αυτός κατέχει στην Εναγόμενη 2 Εταιρεία, ευρίσκεται κρυπτόμενος και φυλαττόμενος στο εξωτερικό από τον δικαιούχο της μειοψηφίας των μετόχων (Levitsky) πλήρως ελεγχόμενος απ΄ αυτόν παραβαίνοντας όχι μόνο της δυνάμει της συμφωνίας εμπιστεύματος υποχρεώσεις του έναντι των δικαιούχων της πλειοψηφίας των μετόχων αλλά και διαρρηγνύοντας τη συμφωνία εμπιστεύματος και μη συμμορφούμενος με συμβατικές του υποχρεώσεις και τη σχέση εμπιστοσύνης που εδράζεται στο δίκαιο της επιείκειας ενεργώντας εντελώς αντίθετα με την εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέλαβαν οι Ενάγοντες να κατέχει τις μετοχές τους στην Imilleniu και να ενεργεί προς όφελος τους. Το τρίτο μέρος του εγγράφου εμπιστεύματος επειδή πρόκειται για μετοχές είναι οι παροχείς εταιρικών υπηρεσιών Εναγόμενες 3-5 Εταιρείες συνδεδεμένες με το δικηγορικό γραφείο Ι. Φράγκος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Οι συμβατικές τους υποχρεώσεις καθορίζονται στα δύο έγγραφα εμπιστεύματος ως προς το από πού παίρνουν και εκτελούν οδηγίες (προφανώς από τους απώτερους τελικούς δικαιούχους των μετόχων). Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν παίρνουν από κανένα από τους τελικούς δικαιούχους (Levitsky, Netherton και Popov) όπως διατείνονται ή παίρνουν μόνο από τον δικαιούχο των μετοχών της μειοψηφίας (Levitsky) αφού ο Belikov ουσιαστικά είναι ανύπαρκτος και πλήρως ελεγχόμενος από τον θείο του (Levitsky) του οποίου τα συμφέροντα είναι σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των Εναγόντων - απώτερων τελικών δικαιούχων της πλειοψηφίας των μετόχων της Εναγόμενης 2 Εταιρείας και των οποίων τα συμφέροντα διακυβεύονται από την διαιώνιση αυτής της κατάστασης. Καθ΄ υπόδειξη προφανώς του Levitsky οι παροχείς εταιρικών υπηρεσιών έχουν αυτοδιοριστεί δικηγόροι της Εναγόμενης 2 Εταιρείας και αντιστρατεύονται τα συμφέροντα των δικαιούχων της πλειοψηφίας των μετόχων αυτής των οποίων τα συμφέρονται υποτίθεται θα έπρεπε να εξυπηρετούν. Είναι τουλάχιστον ανάξιος λόγου ο ισχυρισμός που προβάλλουν ότι δεν έχουν έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών από τον ονομαστικό μέτοχο Belikov προς τους τελικούς δικαιούχους - Ενάγοντες. Είναι ακριβώς αυτό που ανέλαβαν να πράξουν έναντι των Εναγόντων. Να υπακούουν στη βούληση τους και να εξασφαλίσουν το έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών σε αντίθετη περίπτωση να παραιτηθούν και όχι να συστρατευθούν με τον απώτερο τελικό δικαιούχο της μειοψηφίας των μετοχών της Imilleniu, να αυτοδιοριστούν δικηγόροι της Εναγόμενης 2 και να αντιστρατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους Εναγόντων με τους οποίους τους συνδέει επιπλέον σχέση εμπιστοσύνης και προς τους οποίους οφείλουν καθήκοντα πίστης και εμπιστευτικότητας (fiduciary duties). Με την πολύτιμη βοήθεια του κ. Κούρτελλου που συνόψισε την πενιχρή μέχρι σήμερα νομολογία που αφορά το δίκαιο των εμπιστευμάτων, θα επιχειρήσω να αποφανθώ σε ποιες περιπτώσεις απομακρύνεται και/ή αντικαθίσταται ο επίτροπος εμπιστεύματος. Οι αρχές που αφορούν στην αντικατάσταση Επιτρόπου έχουν τεθεί από τον Lord Blackburn από πολύ παλιά στην αυθεντία Letterstedt v. Broers [1884] 9 App Cas 371 ("Letterstedt") και έχουν πιο πρόσφατα τύχει σχολιασμού από τον Lewison J στην Thomas & Agnus Carvel Foundation v. Carvel [2008] Ch 395. Στην Letterstedt (ανωτέρω) έχει χαρακτηριστικά λεχθεί ότι γνώμονας του Δικαστηρίου δεν είναι παρά η ευημερία των δικαιούχων του εμπιστεύματος και δεν χρειάζεται μια θετική ανάρμοστη συμπεριφορά (positive misconduct) του επιτρόπου για την αντικατάσταση του. Στην Letterstedt (ανωτέρω) παρατίθεται στη σελίδα 385-386 από τον Δικαστή Lord Blackburn επιδοκιμαστικά το ακόλουθο απόσπασμα από το Story΄s Equity Jurisprudence section 1289: ". To my mind it is significant that although in the case of positive misconduct the court will have no difficulty in reaching a decision to remove a trustee, there is no requirement to find positive misconduct as a basis of removal. The main guide is the welfare of the beneficiaries and in many cases a trustee may be removed by an application of that wider test." Σε περιπτώσεις θετικής ανάρμοστης συμπεριφοράς τα Δικαστήρια της Επιείκειας δεν έχουν καμία δυσκολία στο να παρέμβουν ώστε να απομακρύνουν τους εμπιστευματοδόχους που έχουν καταχραστεί το εμπίστευμα. Δεν είναι όμως κάθε λάθος ή αμέλεια καθήκοντος, ή ανάρμοστη συμπεριφορά των εμπιστευματοδόχων που θα οδηγήσει το Δικαστήριο της Επιείκειας να υιοθετήσει μια τέτοια πορεία. Οι πράξεις και/ή παραλείψεις πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να θέτουν σε κίνδυνο το αντικείμενο του καταπιστεύματος ή να δείχνουν την ανάγκη για εντιμότητα, ή την ανάγκη για κατάλληλη ικανότητα να ασκούν τα καθήκοντα τους ή την ανάγκη για λογική πιστότητα των εμπιστευματοδόχων. Περεταίρω σχολιάζει ο Lord Blackburn (p 386) στην Letterstedt (ανωτέρω): ". It seems to their Lordships that the jurisdiction which a Court of Equity has no difficulty in exercising under the circumstances indicated by Story is merely ancillary to its principal duty, to see that the trusts are property executed. This duty is constantly being performed by the substitution of new trustees in the place of original trustees for a variety of reasons in non-contentious cases. And therefore, though it should appear that the charges of misconduct were either not made out, or were greatly exaggerated, so that the trustee was justified in resisting them, and the Court might consider that in awarding costs, yet if satisfied that the continuance of the trustee would prevent the trusts being property executed, the trustee might be removed. It must always be borne in mind that trustees exist for the benefit of those to whom the creator of the trust has given the trust estate." Κύριο μέλημα του Δικαστηρίου της Επιείκειας κατά συνέπεια είναι να διαπιστώσει κατά πόσο το καταπίστευμα εκτελείται ορθά. Κατά την άσκηση μιας τόσο λεπτής δικαιοδοσίας όπως αυτή της απομάκρυνσης του εμπιστευματοδόχου, η φτωχή νομολογία δεν έχει καθορίσει κάποιο γενικό κανόνα πέραν από την πολύ γενική αρχή ότι ο κύριος οδηγός των Δικαστηρίων πρέπει να είναι η ευημερία των δικαιούχων. Πιθανόν να μην είναι εφικτό το να καθορίσουν τα Δικαστήρια κάποιο πλέον σαφή κανόνα σε ένα θέμα το οποίο εξαρτάται κυρίως από στοιχεία συχνά με μεγάλη λεπτότητα. Η εκπεφρασμένη θέση των δικηγόρων των Αιτητών ήταν ότι κατ΄ αναλογίαν το πρέπον στην παρούσα υπόθεση θα ήταν η παραίτηση τόσο του εμπιστευματοδόχου Εναγομένου 1 αλλά και των Καθ΄ ων η Αίτηση 3-5 ενόψει της διαφαινόμενης σύγκρουσης συμφερόντων. Τουναντίον επέλεξαν άπαντες να αντιμάχονται την πλειοψηφία των τελικών δικαιούχων των μετοχών της εναγόμενης 2 Εταιρείας - Αιτητών. Τόσο ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 που ευρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης με αυτούς, όσο και οι Εναγόμενοι 3-5 οι οποίοι εδιόρισαν τους εαυτούς τους και ως δικηγόρους της Εναγόμενης 2 Εταιρείας προσποιούμενοι ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των πελατών τους (Levitsky - Popov - Netherton) απώτερων τελικών δικαιούχων, θα έπρεπε να είχαν παραιτηθεί. Το θέμα που προκύπτει είναι τόσο σοβαρό που το Δικαστήριο ουσιαστικά καλείται να προστατεύσει τα συμφέροντα των Αιτητών από αυτούς που ετάχθησαν να τα υπηρετούν και οι οποίοι είτε με τον μανδύα των ονομαστικών μετοχών (Belikov) είτε με τον μανδύα των παροχέων εταιρικών υπηρεσιών (Εναγόμενες 3-5 Εταιρείες) είτε με τον μανδύα των αυτοδιορισθέντων δικηγόρων (Ιωσήφ Φράγκος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.) τα αντιμάχονται. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το βασικότερο κριτήριο για το Δικαστήριο είναι εάν τα εμπιστεύματα ορθά εκτελούνται και κύριος οδηγός πρέπει να είναι η ευημερία των δικαιούχων. Αν ξεκάθαρα φανεί στο Δικαστήριο ότι η παραμονή του Επιτρόπου θα είναι επιζήμια και επιβλαβής ακόμη κι αν δεν υπάρχει άλλος λόγος από την ανθρώπινη αδυναμία που θα απέτρεπε τους δικαιούχους ή αυτούς που πράττουν προς όφελος τους να δουλεύουν σε αρμονία με τον επίτροπο τότε αυτός πρέπει να τυγχάνει συμβουλής από τον δικηγόρο του να παραιτηθεί από την θέση του. Εδώ ο επίτροπος και ο δικηγόρος του επέλεξαν να αμφισβητήσουν γενικά και αόριστα την ύπαρξη και/ή εγκυρότητα των συμφωνιών εμπιστεύματος αντί να πράξουν το αυτονόητο. Ο μεν επίτροπος (Belikov) να παραιτηθεί, ο δε δικηγόρος του να τον συμβουλέψει να το πράξει άμεσα γιατί λόγω σύγκρουσης συμφερόντων το εμπίστευμα δεν εκτελείται ορθά. Έκτοτε όσες αποφάσεις έχουν προστεθεί ακολουθούν την ίδια προσέγγιση. Στην Thomas and Agnes Carvell Foundation v. Carvell
(2007)4 All ER 81 επίσης λέχθηκε ότι: "The overriding consideration is, therefore, whether the trusts are being properly executed; or, [as Lord Blackburn put it], the main guide must be "the welfare of the beneficiaries". Περαιτέρω στην Augus v. Emmott
(2010)All ER (D) 70: "It is common ground that, in the case of removal of a trustee, the court should act on the principles laid down by Lord Blackburn in Letterstedt, and that in the case of removing a personal representative similar principles should apply . The Court΄s power to remove and replace a personal representative is in no way limited to cases of misconduct". Στην Alkin and Another v. Raymond and Another [2010] All ER (D) 48 (May) επαναλαμβάνεται: "As was made clear by Lord Blackburn in Letterstedt v. Broers, trustees may be removed even where they have been justified in resisting unfounded or exaggerated charges of misconduct (although that justification may be taken into account in the award of costs)". Στην Andrew Herbert Vaughan Scott v. Martin Leslie Scott [2012] EWHC 2397 (Ch)2012 WL 3492196 το Δικαστήριο κάνει αναδρομή σε λόγους που ιστορικά οδήγησαν σε απομάκρυνση επιτρόπου. Γίνεται αναφορά σε περιπτώσεις που ο επίτροπος είχε μεταβεί στο εξωτερικό με σκοπό την μόνιμη παραμονή, περιπτώσεις όπου οι εμπιστευματοδόχοι είχαν απόψεις που αντίβαιναν αυτές του ιδρυτή του εμπιστεύματος (opinions contrary to the founder΄s intention) αλλά και τον σκοπό του ιδίου αλλά και σε περιπτώσεις όπου υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων (conflict of interest) καθότι ο εμπιστευματοδόχος αξίωνε ως ενάγοντας θεραπείες εναντίον του εμπιστεύματος (claimant against the trust). Έγινε ακόμη αναφορά μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις όπου ο επίτροπος επέδειξε στάση που σκοπό είχε την κωλυσιεργία και παρεμπόδιση της ομαλής διαχείρισης του εμπιστεύματος και γενική απροθυμία να ανταποκριθεί στο καθήκον προστασίας των δικαιωμάτων των δικαιούχων (general unwillingness to attend promptly the rights of the beneficiaries) ή ακόμη και να προσπαθήσει να εμποδίσει την εκτέλεση διαταγμάτων του δικαστηρίου (seeking to thwart the orders of the Court). Η πλέον πρόσφατη απόφαση John Arthur William James and Stephen Neil Mountford v. Kathleen Louisewilliams e.a. [2015] EWHC 1166 (Ch) ενσωματώνονται οι ίδιες αρχές: ". the leading case in this area is Letterstedt v. Broers
(1884)9 App Cas 371, where this was said by Lord Blackburn at pp 386/7: "It seems to their Lordships that the jurisdiction which a Court of Equity has no difficulty in exercising under the circumstances indicated by Story is merely ancillary to its principal duty, to see that the trusts are properly executed. This duty is constantly being performed by the substitution of new trustees in the place of original trustees for a variety or reasons in non-contentious cases. And therefore, though it should appear that the charges of misconduct were either not made out, or were greatly exaggerated, so that the trustee was justified in resisting them, and the Court might consider that in awarding costs, yet if satisfied that the continuance of the trustee would prevent the trusts being properly executed, the trustee might be removed. It must always be borne in mind that trustees exist for the benefit of those to whom the creator of the trust has given the trust estate. The reason why there is so little to be found in the books on this subject is probably that suggested by Mr Davey in his argument. As soon as all questions of character are as far settled as the nature of the case admits, if it appears clear that the continuance of the trustee would be detrimental to the execution of the trusts, even if for no other reason than that human infirmity would prevent those beneficially interested, or those who act for them, from working in harmony with the trustee, and if there is no reason to the contrary from the intentions of the framer of the trust to give this trustee a benefit or otherwise, the trustee is always advised by his own counsel to resign, and does so. If, without any reasonable ground, he refused to do so, it seems to their Lordships that the Court might think it proper to remove him; but cases involving the necessity of deciding this, if they ever arise, do so without getting reported. It is to be lamented that the case was note considered in this light by the parties in the Court below, for, as far as their Lordships can see, the Board would have little or no profit from continuing to be trustees, and as such coming into continual conflict with the appellant and her legal advisers, and would probably have been glad to resign, and get out of an onerous and disagreeable position. But the case was not so treated. In exercising, so delicate a jurisdiction as that of removing trustees, their Lordships do not venture to lay down any general rule beyond the very broad principle above enunciated, that their main guide must be the welfare of the beneficiaries. Probably it is not possible to lay down any more definite rule in a matter so essentially dependent on details often of great nicety. But they proceed to look carefully into the circumstances of the case." In the National Westminster Bank v. Lucas case, Patten LJ said this ata paragraph [83]. "But, as Lord Blackburn indicated in this passage, the direct intervention by the court in the administration of a trust or an estate by the removal of the trustee of personal representative has, for the most part, to be justified by evidence that their continuation in office is likely to prove detrimental to the interests of the beneficiaries. A lack of confidence or feeling of mistrust are not therefore sufficient in themselves to justify removal unless the breakdown in relations is likely to jeopardise the proper administration of the trust or estate. This is something which requires to be objectively demonstrated and considered on a case-to-case basis having regard to the particular circumstances." Τα πιο πάνω βεβαιώνονται και από τα κορυφαία συγγράμματα Lewin on Trusts (18th Edition) para 13-49 and 13-50: "13-49: The general principle guiding the court in the exercise of its inherent jurisdiction is the welfare of the beneficiaries and the competent administration of the trust in their favour. In cases of positive misconduct, the court will, without hesitation, remove the trustee who has abused his trust; but it is not every mistake or neglect of duty or inaccuracy of conduct on the part of a trustee that will induce the court to adopt such course. Subject to the above general guiding principle, the act or omission must be such as to endanger the trust property or to show a want of honesty or a want of proper capacity to execute the duties, or a wand of reasonable fidelity." Ομοίως και στον Hayton & Marshall - The Law of Trusts and Equitable Remedies, σ.542: ". The Court has a jurisdiction, independent of statute, to remove trustees (Letterstedt v. Broers) and under section 41 on appointing a new trustee it may remove a trustee. On appointment of a new trustee under section 36 the appointors may remove a trustee. If hostility between trustees prevent them from acting unanimously (as they must do unless the trust instrument authorizes otherwise) then one or all should be removed and replaced." Στη βάση των πιο πάνω εξάγονται οι βασικές εφαρμοστέες από τα Δικαστήρια αρχές σε σχέση με την απομάκρυνση επιτρόπου: i. Η συμπεριφορά και στάση του επιτρόπου είναι τέτοια η οποία τον καθιστά ακατάλληλο να ενεργεί περαιτέρω (where misconduct on behalf of the trustee establishes that the trustee is not fit to act). ii. Όπου η διαχείριση του εμπιστεύματος έχει οδηγήσει σε κατάρρευση της σχέσης εμπιστοσύνης δικαιούχου-επιτρόπου και/ή υφίσταται ένταση κι εχθρότητα μεταξύ των (where the way in which the trust is being administered has given rise to a breakdown of trust and confidence (or has lead to friction and hostility) between the trustees-beneficiaries). iii. Όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορούν οι δικαιούχοι να συνεργαστούν αρμονικά με τον επίτροπο κι αυτό διακινδυνεύει την συνέχιση του εμπιστεύματος (where for whatever reason-even if only because human nature would prevent the beneficiaries working in harmony with the trustee) the continuance of the trustee in office would be detrimental to the proper execution of the trust). iv. Σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση η αντικατάσταση θα είναι επωφελής για τους δικαιούχους (in any other case where the removal of the trustee would be in the interests of the beneficiaries). Στην προκείμενη περίπτωση ο Επίτροπος, δηλαδή ο Καθ΄ ου η αίτηση 1, παρέμεινε άφαντος για διάστημα πέραν των 2 χρόνων στο εξωτερικό δίχως να πράττει οτιδήποτε σε σχέση με τα επίμαχα εμπιστεύματα γεγονός το οποίο από μόνο του είναι λόγος αντικατάστασης. Τα όσα ανωτέρω αναφέρονται που κωδικοποιούν τις αρχές για απομάκρυνση επιτρόπου συνυπάρχουν στην παρούσα υπόθεση και την καθιστούν κλασσική περίπτωση όπου ο επίτροπος πρέπει πάραυτα να απομακρυνθεί και/ή αντικατασταθεί. Το άρθρο 35 του Κεφ. 193 ρητά προνοεί ότι: "Εξουσία διορισμού νέων ή πρόσθετων επιτρόπων εμπιστευμάτων 35.
(1)Όταν επίτροπος εμπιστευμάτων, είτε αρχικός είτε υποκατάστατος, και είτε διορισμένος από Δικαστήριο ή διαφορετικά, απεβίωσε, ή παραμένει εκτός της Δημοκρατίας για περίοδο πέρα των δώδεκα μηνών, ή επιθυμεί να απαλλαγεί από όλα ή από οποιαδήποτε από τα εμπιστεύματα ή τις εξουσίες που ανατέθηκαν ή χορηγήθηκαν σε αυτόν, ή αρνείται ή είναι ακατάλληλος να ενεργεί σε αυτά, ή είναι ανήλικος, τότε τηρουμένων των περιορισμών που επιβάλλονται από τον Νόμο αυτό επί του αριθμού των επιτρόπων εμπιστεύματος. (α) το πρόσωπο ή πρόσωπα που κατονομάζονται για το σκοπό του διορισμού νέων επιτρόπων εμπιστευμάτων από το έγγραφο, αν υπάρχει, που δημιουργεί το εμπίστευμα~ ή (β) αν δεν υπάρχει τέτοιο πρόσωπο, ή δεν υπάρχει τέτοιο πρόσωπο ικανό και πρόθυμο να ενεργεί, τότε οι εκάστοτε επιζώντες ή συνεχίζοντες επίτροποι εμπιστευμάτων ή επίτροπος εμπιστευμάτων, ή οι προσωπικοί αντιπρόσωποι του τελευταίου επιζώντος ή συνεχίζοντος επιτρόπου εμπιστευμάτων, δύνανται, γραπτώς, να διορίζουν ένα ή περισσότερα άλλα πρόσωπα (είτε είναι είτε όχι τα πρόσωπα που ασκούν την εξουσία) ως επίτροπο ή επιτρόπους εμπιστευμάτων στη θέση του επιτρόπου εμπιστευμάτων που απεβίωσε με τον τρόπο αυτό, το οποίο παραμένει εκτός της Δημοκρατίας, που επιθυμεί να απαλλαγεί, που αρνείται, ή που είναι ακατάλληλο ή ανίκανο ή ανήλικο όπως προαναφέρθηκε. Καμία δυνατότητα επικοινωνίας μεταξύ των Αιτητών υπό την ιδιότητά των ως απώτερων τελικών δικαιούχων μετοχών της Εναγομένης 2 με τον επίτροπο - Καθ΄ ου η Αίτηση 1 υφίστατο ήδη από τον χρόνο προ της καταχώρησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής μέχρι και σήμερα. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 ως ελέχθη προηγουμένως είναι Ρώσος υπήκοος, κάτοικος αλλοδαπής και παραμένει εκτός της δημοκρατίας για περίοδο πέραν των δώδεκα μηνών. Ως εκ της αρνητικής στάσης του αλλά και της μακρόχρονης απουσίας του είναι ακατάλληλος να ενεργεί σε σχέση με την περιουσία που υπόκειται στα εμπιστεύματα επ΄ ωφελεία των Αιτητών 1 και 2 ως δικαιούχων της περιουσίας των εμπιστευμάτων. Κάθε σχετική προσπάθεια επικοινωνίας απέβη άκαρπη και η εκ το αποτελέσματος αδράνεια του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 να ανταποκριθεί στις οδηγίες των Αιτητών συνιστά παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης (breach of trust) ως και των καθηκόντων που η θέση του ενέχει δυνάμει των εμπιστευμάτων ημερομηνίας 17.7.12 και 25.5.13 επ΄ ωφελεία των Αιτητών 2 και του Αιτητή 1, αντίστοιχα. Στην παρούσα περίπτωση επί τη βάσει της συνολικής εικόνας των γεγονότων, και των δύο ενδιάμεσων αποφάσεων του Δικαστηρίου, συνάγεται ξεκάθαρα ότι δεν νοείται εξακολούθηση της - κατ΄ όνομα πλέον - εμπιστευτικής σχέσης μεταξύ επιτρόπου και δικαιούχων - Αιτητών λόγω παραβίασης της σχέσης εμπιστοσύνης (breach of fiduciary duty) των όρων των εγγράφων εμπιστεύματος (trust deed) ως και του καθήκοντος πίστης του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 ως επιτρόπου και/ή εμπιστευματοδόχου κι είναι κατάλληλη υπόθεση να ασκήσει την εξουσία του το Δικαστήριο για απομάκρυνση του από τα καθήκοντα του και αντικατάσταση του. Το Δικαστήριο δύναται να παρέμβει εφόσον κρίνει σκόπιμο (expedient) υπέρ της διαχείρισης εμπιστεύματος και προς τη διαφύλαξη των συμφερόντων αυτού και των συμφερόντων (welfare) των απώτερων τελικών δικαιούχων (ultimate beneficial owners) ως έχει ήδη λεχθεί και αναλυθεί εφόσον: i. Προκύπτει από τις προηγούμενες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ότι η στάση του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 είναι τέτοια ώστε θέτει σε κίνδυνο τις μετοχές οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο του εμπιστεύματος, ήτοι μετοχές στην Imilleniu. ii. Έχει δημιουργηθεί μια κατάσταση στην οποία επικρατεί πλήρης διάσταση, εχθρότητα και δυσπιστία μεταξύ του επιτρόπου/ονομαστικού μετόχου και των απώτερων δικαιούχων και τέτοια ρήξη στη μεταξύ τους σχέση, η οποία επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα των τελευταίων εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. iii. Το Δικαστήριο έχει εγγενή εξουσία να εποπτεύει, και εάν κριθεί αναγκαίο να επέμβει προκειμένου να προστατευθούν τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της σχέσης εμπιστοσύνης. iv. Κύριος γνώμονας του δικαστηρίου είναι η προστασία των συμφερόντων των Αιτητών. v. Ενυπάρχει φανερή και εν τοις πράγμασοι παραβίαση της σχέσης εμπιστοσύνης και κατάχρηση της θέσης την οποία κατέχει ο Καθ΄ ου η Αίτηση
- vi. Η στάση και παραλείψεις του Καθ΄ ου η αίτηση 1 θέτουν σε κίνδυνο τις μετοχές που κατέχει εξ ονόματος των Αιτητών στο μετοχικό κεφάλαιο της Καθ΄ ης η Αίτηση 2 εταιρείας, οδηγεί σε αδιέξοδες και παράδοξες καταστάσεις. vii. Ελλείιπει η ουδετερότητα και ακεραιότητα (lack of neutrality). Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 ενεργεί εκ μέρους και προς το συμφέρον του θείου του και τρίτου τελικού δικαιούχου της Καθ΄ ης η αίτηση 2 εταιρείας, ήτοι του κ. Levitsky. viii. Αποτελεί κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι οι Αιτητές αποτελούν δύο εκ των απώτερων τελικών δικαιούχων της Καθ΄ ης η Αίτηση 2 Εταιρείας. Συγκεκριμένα ο Αιτητής 1 αποτελεί τον δικαιούχο 457 μετοχών ενώ οι Αιτητές 2 85 μετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο της Καθ΄ ης η αίτηση 2 Εταιρείας. Συνεπακόλουθη και παρεπόμενη θεραπεία της απομάκρυνσης επιτρόπου είναι η θεραπεία που αφορά σε διάταγμα του Δικαστηρίου που να διορίζει αντικαταστάτη του Εναγομένου - Καθ΄ ου η αίτηση
- Οι Ενάγοντες-Αιτητές πρότειναν την εταιρεία Karlstem Limited (Αρ. Εγγραφής 268416) ως νέο επίτροπο και/ή εμπιστευματοδόχο (trustee) και/ή ονομαστικό μέτοχο (nominee shareholder). Η εξουσία αντικατάστασης του επιτρόπου πηγάζει ευθέως από το νόμο αλλά και τον εγγενή χαρακτήρα της δικαιοδοσίας που ασκεί το Δικαστήριο σε σχέση με εμπιστεύματα εφόσον διαπιστώσει περιστάσεις μη ελεγχόμενης συμπεριφοράς και ενεργειών του επιτρόπου εμπιστεύματος. Οι Αιτητές είναι πρόθυμοι και έτοιμοι - όπως ισχυρίζονται - να καταβάλουν την εύλογη υπό τις περιστάσεις αμοιβή στον νέο επίτροπο προκειμένου για την εκτέλεση των καθηκόντων του εφόσον έτσι ήθελε αποφασίσει εν τέλει το Δικαστήριο. Σε σχέση με την καταλληλότητα του προτεινόμενου Επιτρόπου στην ένορκη δήλωση της κας Γιαννούλλας Αντωνίου εκ των διευθυντών της προτεινόμενης εταιρείας ήτοι της Karlstem Limited δηλώνει ετοιμότητα και ότι είναι σε θέση να παρέχει διοικητικές υπηρεσίες στην Κύπρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Ρύθμισης των Επιχειρήσεων Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2012, εντός των οποίων εμπίπτουν και οι υπηρεσίες επιτροπείας (trusteeship services). Ο επίτροπος εν προκειμένω στην ιδιάζουσα αυτή σχέση ο οποίος ετάχθη να υπηρετεί τα συμφέροντα των τελικών δικαιούχων υπηρετεί μόνο το συμφέρον του θείου του Levitsky (του άλλου τελικού δικαιούχου). Κατά συνέπεια ο διορισμός νέου επιτρόπου είναι άσκοπος και αδύνατος και μη πρακτικός χωρίς την παρέμβαση του Δικαστηρίου (inexpedient, difficult or impracticable). Οι ενστάσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση Η κύρια ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι για το διαδικαστικό διάβημα που θα έπρεπε να ληφθεί για απομάκρυνση και αντικατάσταση επιτρόπου ελλείψει οποιασδήποτε νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης. Η θέση του κ. Κούρτελλου για τους Αιτητές - σε πλήρη αντίθεση με τους Καθ΄ ων η Αίτηση - είναι ότι το Δικαστήριο έχει εγγενή εξουσία να παρέμβει και προστατέψει εμπίστευμα καθ΄ οιονδήποτε χρόνο ("whenever expedient") ακόμη κι εφόσον εκκρεμεί ενώπιον του δικαστική διαδικασία εναντίον επιτρόπου επί τη βάσει άλλων λόγων, και δύναται να προχωρήσει με την απομάκρυνση επιτρόπου με ενδιάμεση αίτηση (όπως στην παρούσα υπόθεση) αντί της έγερσης νέας διαδικασίας ή άλλου εναρκτήριου διαβήματος. Την αντίθεση θέση εκφράζουν οι δικηγόροι των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2-5 οι οποίοι θεωρούν ότι η παύση του επιτρόπου επιτυγχάνεται με την καταχώρηση πρωτογενούς και όχι ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής όπως επιχείρησαν να πράξουν οι Αιτητές σε αυτήν την περίπτωση. Όπως καθορίζεται στο άρθρο 55 του περί Εμπιστευμάτων Νόμου Κεφ. 193 το οποίο παραθέτω αυτούσιο κατωτέρω, διάταγμα για διορισμό νέου επιτρόπου δυνατό να εκδοθεί με αίτηση οποιουδήποτε προσώπου που έχει συμφέρον στην περιουσία χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτό είναι δυνατό να γίνει με ενδιάμεση ή πρωτογενή αίτηση. "Πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν διατάγματα 55.1
(1)Διάταγμα δυνάμει του Νόμου αυτού για το διορισμό νέου επιτρόπου εμπιστευμάτων ή το οποίο αφορά οποιοδήποτε συμφέρον σε ακίνητη ιδιοκτησία, χρεόγραφα ή αγώγιμο δικαίωμα που υπόκειται σε εμπίστευμα δυνατό να εκδοθεί με αίτηση οποιουδήποτε προσώπου που έχει συμφέρον στην ακίνητη ιδιοκτησία, χρεόγραφα ή αγώγιμο δικαίωμα, είτε το οποίο τελεί υπό ανικανότητα είτε μη, ή με την αίτηση οποιουδήποτε προσώπου που διορίστηκε δεόντως επίτροπος εμπιστευμάτων αυτού.
(2)Διάταγμα δυνάμει του Νόμου αυτού που αφορά οποιοδήποτε συμφέρον σε ακίνητη ιδιοκτησία, χρεόγραφα, ή αγώγιμο δικαίωμα που υπόκειται σε επιβάρυνση δυνατό να εκδοθεί με αίτηση οποιουδήποτε προσώπου που έχει συμφέρον στην επιβαρυνόμενη ιδιοκτησία, είτε τελεί υπό ανικανότητα είτε μη, η με την αίτηση οποιουδήποτε προσώπου που έχει συμφέρον σε χρήματα τα οποία εξασφαλίζονται με την επιβάρυνση." Το άρθρο 64 του Κεφ. 193 προνοεί για την έκδοση διαδικαστικών κανονισμών οι οποίοι να ρυθμίζουν την πρακτική και δικονομία σε σχέση με οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει του νόμου οι οποίοι όμως ουδέποτε εκδόθηκαν. Καμία όμως αναφορά σε αναλογική εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως υπάρχει σε άλλες νομοθεσίες. Η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2-5 είναι ότι οι επιδιωκόμενες θεραπείες αντικατάστασης του επιτρόπου, δεν συνιστούν ενδιάμεσες θεραπείες και κατά συνέπεια δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο ενδιάμεσης αίτησης. (Βλέπε παρ. 7 και 11 ένορκης δήλωσης Έλενας Ανδρέου). Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι το αιτούμενο διάταγμα αντικατάστασης επιτρόπου είναι "διηνεκές και/ή προστακτικό το οποίο δεν σχετίζεται με την ουσία της διαφοράς και δεν δύναται να εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 παρεμπιπτόντως, στο πλαίσιο εκκρεμούσης αγωγής". (Βλέπε παρ. 42.4. ένορκης δήλωσης Χρυσοβαλάντως Χριστοφίδου). Σαφώς υπάρχει μια τυπολατρία η οποία παραγνωρίζει το ουσιαστικό που είναι το συμφέρον των τελικών δικαιούχων των μετόχων από αυτούς που ετάχθησαν να το εξυπηρετούν σε συνεργασία μεταξύ τους δηλαδή του επιτρόπου (Belikov) και του θείου του Levitsky από τον οποίον προφανώς λαμβάνονται οδηγίες από τους παροχείς εταιρικών υπηρεσιών (Εναγόμενες 3-5 Εταιρείες) ενδεδυμένων μάλιστα με τον μανδύα του δικηγόρου. Η σύμπτωση επίσης ενδιάμεσης με τελική θεραπεία - σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα όπως διατείνονται οι Καθ΄ ων η Αίτηση στις ενστάσεις τους - δεν υπακούει σε κάποιο ακατάμαχητο κανόνα αποκλεισμού. Στις Πολιτικές Εφέσεις 319/2011 και 320/2011, ημερ. 13.1.14, Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Ιωάννη Κλουκίνα και Fiducitrustservices Ltd κ.ά. ν. Ιωάννη Κλουκίνα το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας το εν λόγω θέμα ανέφερε τα ακόλουθα: "Όπως παρατηρεί ορθώς και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπή στην Parico Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 και Κουνούνα ν. F. & A Simonos Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361, το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται. Το ζήτημα πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Επίσης είναι ορθό ότι δεν χορηγείται ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, και κάτω από τον μανδύα της αίτησης για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα." Ούτε η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή, δεν αποκλείεται (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263. Βλέπε επίσης Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται καν ταύτιση με τις θεραπείες που εμφαίνονται στο γενικό κλητήριο ένταλμα. Ελέχθη επίσης στο σκεπτικό της Parico Aluminium Designs Ltd v. 1. Muskita Aluminium Co Limited κ.ά
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 ότι: «Εξέταση του περιεχομένου του επίδικου διατάγματος και των θεραπειών που αξιώνονται με την αγωγή αποκαλύπτει ότι η επισήμανση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με την έκθεση απαιτήσεως ζητούνται και άλλες θεραπείες είναι ορθή. Επομένως θεωρούμε ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι το επίδικο διάταγμα είναι ταυτισμένο με το σύνολο της αξίωσης στην αγωγή.» Ειδικά τα παρακλητικά Α και Β της αγωγής αφορούν σε αναγνωριστικής φύσης διατάγματα τα οποία όπως φαίνεται είναι παραδεκτά από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 3-5 αλλά όχι από τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1. "Α. Αναγνωριστικό Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει και/ή κηρύσσει ότι ο Εναγόμενος 1 κατέχει και/ή διαχειρίζεται και/ή έχει στην φύλαξη του και/ή υπό τον έλεγχό του 457 μετοχές οι οποίες αντιστοιχούν και/ή αντιπροσωπεύουν το 45,7 % του μετοχικού κεφαλαίου των Εναγομένων 2 δυνάμει εμπιστεύματος ημερ. 25/05/2013 και/ή υπό την ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου και/ή επιτρόπου και/ή εξ' επαγωγής επιτρόπου του Ενάγοντα 1 και/ή δυνάμει εξυπακουόμενου και/ή απολήγοντος εμπιστεύματος προς όφελος και/ή δυνάμει οδηγιών του Ενάγοντα 1 και/ή ότι είναι περιουσιακό στοιχείο το οποίο ευθύνεται ο Εναγόμενος 1 να επιστρέψει στον Ενάγοντα 1 με βάση το δίκαιο της επιείκειας και/ή άλλως πως. Β. Αναγνωριστικό Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει και/ή κηρύσσει ότι ο Εναγόμενος 1 κατέχει και/ή διαχειρίζεται και/ή έχει στην φύλαξη του και/ή υπό τον έλεγχό του 85 μετοχές το οποίο αντιστοιχεί και/ή αντιπροσωπεύει το 8,5 % του μετοχικού κεφαλαίου των Εναγομένων 2 δυνάμει εμπιστεύματος ημερ. 17/6/2012 και/ή υπό την ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου και/ή επιτρόπου και/ή εξ' επαγωγής επιτρόπου των Εναγόντων 2 και/ή δυνάμει εξυπακουόμενου και/ή απολήγοντος εμπιστεύματος προς όφελος και/ή δυνάμει οδηγιών των Εναγόντων 2 και/ή ότι είναι περιουσιακό στοιχείο το οποίο ευθύνεται ο Εναγόμενος 1 να επιστρέψει στους Ενάγοντες 2 με βάση το δικαίου της επιείκειας και/ή άλλως πως." Με τις παραδοχές των Καθ' ων η Αίτηση 2-5, την επιστολή Τεκμήριο 2, δηλαδή την σχετική επιστολή των Εναγομένων 6 αναφορικά με τους τελικούς δικαιούχους το ζήτημα δεν εξακολουθεί καν να είναι ουσιαστικά επίδικο θέμα. Διακριτές είναι οι νομικές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από σύμβαση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αντισυμβαλλόμενων από τις ηθικές υποχρεώσεις (στηριζόμενες στο δίκαιο της επιείκειας) που έχει ο αντιπρόσωπος προς τον αντιπροσωπευόμενο, ο υπάλληλος προς τον εργοδότη, ο εμπιστευματοδόχος ή επίτροπος προς τον ιδιοκτήτη της περιουσίας. Αυτές δεν απορρέουν από κανένα νόμο και καμία σύμβαση. Απορρέουν από τον Θείο Νόμο (το δίκαιο της επιείκειας και το κοινοδίκαιο) που επιβάλλει όπως η διαχείριση της εμπιστευθείσας περιουσίας από τον εμπιστευματοδόχο ασκείται προς το συμφέρον του τελικού δικαιούχου της περιουσίας (μετοχών) και όχι εναντίον των συμφερόντων του και με καλή πίστη. Όπου δε υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων των τελικών δικαιούχων ο εμπιστευματοδόχος οφείλει να παραιτείται. Το παράδοξο στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι ότι ο επίτροπος - Εναγόμενος 1 "αμφισβητεί" την εγκυρότητα των εγγράφων εμπιστεύματος και "ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έχει καταρτιστεί και υπογραφεί συμφωνία εμπιστεύματος (trust agreement).. η οποία να ρυθμίζει τη σχέση του με τους Ενάγοντες 1 και 2". Κατά συνέπεια αμφισβητεί τα όσα οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2-5 παραθέτουν ότι οι μετοχές κατέχονται από τον ίδιο ως ονομαστικό μέτοχο για τον θείο του Levitsky και τους Αιτητές (Popov - Netherton). Προκύπτει όμως το ερώτημα τι έχει πράξει - ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - ενόψει των παραδοχών περί του εναντίου των Καθ' ων η Αίτηση 2-5 αλλά και των καταχωρημένων από αυτούς στοιχείων ταυτότητας των τελικών δικαιούχων στην Εναγομένη 6 τράπεζα. Δεν τον ανησυχεί ότι σε σχέση με συγκεκριμένες μετοχές η Τράπεζα γνωρίζει άλλους ως τελικούς δικαιούχους; Παραταύτα και παρά την αδράνεια του δεν έχει παραιτηθεί της εγγραφής του στο μητρώο μετοχών της Εναγομένης 2 εταιρείας. Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει ταύτιση τελικής θεραπείας με τις αιτούμενες διά της Αίτησης θεραπείες. Άλλο είναι φύσει νομικά να αξιώνεται με την Αγωγή η εγγραφή των επίδικων μετοχών επ' ονόματι των Αιτητών υπό την ιδιότητα των ως δικαιούχων και άλλο να αιτούνται ως δικαιούχοι την αντικατάσταση επιτρόπου εμπιστεύματος. Δέστε παρακλητικά Γ και Δ της Αγωγής: "Γ. Επικουρικό και/ή Συμπληρωματικό Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους 2 και/ή τους Εναγόμενους 3 και/ή τους Εναγομένους 4 και/ή τους Εναγομένους 5 ως και τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών όπως εντός 48 ωρών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος, υπογράψουν οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο και/ή να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες και/ή τις απαραίτητες κοινοποιήσεις στον Έφορο Εταιρειών και/ή καταχωρήσεις στο μητρώο μελών των Εναγομένων 2 ώστε ο Ενάγοντας 1 εγγραφεί και/ή καταστεί εγγεγραμμένος μέτοχος και/ή ιδιοκτήτης 457 μετοχών το οποίο αντιστοιχεί και/ή αντιπροσωπεύει το 45,7 % του μετοχικού κεφαλαίου των Εναγομένων 2 σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις και/ή κανονισμούς του ημεδαπού δικαίου. Δ. Επικουρικό και/ή Συμπληρωματικό Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους 2 και/ή τους Εναγόμενους 3 και/ή τους Εναγομένους 4 και/ή τους Εναγομένους 5 ως και τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών όπως εντός 48 ωρών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος, υπογράψουν οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο και/ή να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες και/ή τις απαραίτητες κοινοποιήσεις στον Έφορο Εταιρειών και/ή καταχωρήσεις στο μητρώο μελών των Εναγομένων 2 ώστε οι Ενάγοντες 2 εγγραφούν και/ή καταστούν εγγεγραμμένοι μέτοχοι και/ή ιδιοκτήτες 85 μετοχών το οποίο αντιστοιχεί και/ή αντιπροσωπεύει το 8,5% του μετοχικού κεφαλαίου των Εναγομένων 2 σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις και/ή κανονισμούς του ημεδαπού δικαίου." Τα παρακλητικά Γ και Δ της Αγωγής αφορούν σε θεραπείες που εκ του αποτελέσματος τερματίζουν το εμπίστευμα. Με την αντικατάσταση επιτρόπου το εμπίστευμα εξακολουθεί, να υφίστανται και δεν εξαρτάται από την ταυτότητα του επιτρόπου. Αλλά κι αν ήθελε θεωρηθούν τελικού χαρακτήρα οι θεραπείες Γ και Δ ούτε αυτό αποκλείεται κατ' εξαίρεση από το δίκαιο μας. Ενδεικτικά να αναφέρω ότι στις αυτοτελείς αγωγές τύπου Norwhich Pharmcal ταυτόσημες θεραπείες με τις τελικές εκδίδονται κατόπιν ενδιάμεσης αίτησης. Πρόκειται δηλ. για θεραπείες suis generis - ιδιόρρυθμες. Το δίκαιο των εμπιστευμάτων είναι φύσει ιδιόρρυθμο δίκαιο ούτως ή άλλως, πλάσμα άγνωστο σε άλλα συστήματα δικαίου. Το ηπειρωτικό δίκαιο δεν γνωρίζει τέτοια διάσπαση της ιδιοκτησίας για τον απλό λόγο ότι δεν γνωρίζει το δίκαιο της Επιείκειας το οποίο αποτελεί πλάι στο Κοινό Δίκαιο αυτόνομο σύστημα νομικών αρχών. Ελλείψει σαφούς δικονομικού μηχανισμού ότι επιλεγεί ως μέσο προώθησης ενός δικονομικού διαβήματος θα κουβαλά ιδιορρυθμία ούτως ή άλλως. Με βάση την νομολογία που εξετέθη (ανωτέρω) η απομάκρυνση επιτρόπου ασκείται και δυνάμει της εγγενούς ή σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Υφίσταται επίσης η δικαιοδοτική εξουσία για την έκδοση διαταγμάτων προστακτικού χαρακτήρα (mandatory) και μάλιστα με ισχύ στο διηνεκές. Το ίδιο το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, καθορίζει ότι: «32.-
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία." Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 24, στην παράγραφο 801 επεξηγείται η έννοια του απαγορευτικού διατάγματος ως ακολούθως: "Meaning of 'injuction'": An injuction is a judicial remedy by which a person is ordered to refrain from doing or ordered to do a particular act or thing. In the former case it is called a prohibitory or restrictive injuction, and in the latter a mandatory injuction. Either type of injunction may be interlocutory or perpetual. An injunction may be interlocutory or perpetual. An injunction is a remedy of an equitable nature and therefore acts in personam.» Ενώ αναφορικά με την έκδοση διαρκούς προστακτικού διατάγματος το σύγγραμμα Halsbury´s (ανωτέρω), στην παράγραφο 826 αναφέρει: "826. Injury must be continuous or irreparable. Prima facie the court will not grant an injunction to restrain an actionable wrong for which damages are an adequate remedy. Where the court interferes by way of injunction to prevent an injury in respect of which there is a legal remedy, it does so upon either of two distinct grounds: first, that the injury is continuous and second, that it is irreparable. By "continuous injury" is meant injury which would necessitate the bringing of a series of actions in order to obtain the damages to which such continual annoyance would entitle a plaintiff. If it is a continuing injury the court will not refuse an injunction because the actual damage arising from it is slight. By ´irreparable injury´ is meant injury which is substantial and could never be adequately remedied or atoned for by damages or any other decree which the court may pronounce, not injury which cannot possibly be repaired.» Προστακτικά διατάγματα εκδίδονται σπάνια και αυτό όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση (βλ. Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 734: «Τη διάσταση αυτή παρέλειψε να εντοπίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε στην ουσία ένα προστακτικό διάταγμα το οποίο με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. (Shepherd Homes Ltd v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37). ...». Στην HjiNicolaou v. Gavriel and Another
(1965)1 C.L.R. 421, 431 χορηγήθηκε προστακτικό διάταγμα αφού λήφθηκαν υπόψη "οι περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση". Στην Colls Home and Colonial Stores [1904] A.C. 193 λέχθηκε ότι αν ο ίδιος εναγόμενος έχει ενεργήσει με δόλια και ληστρική περιφρόνηση έναντι των δικαιωμάτων του ενάγοντος "θα χορηγηθεί προστακτικό διάταγμα ακόμη και στις περιπτώσεις όπου κατά τα άλλα δεν θα χορηγείτο γιατί ήταν πολύ ασήμαντο για τη θεραπεία" («too trifling for the remedy»). Τελικό-διηνεκή χαρακτήρα έχουν και τα διατάγματα που αφορούν στις περιπτώσεις όπου διάδικο μέρος αποκτά πρόσβαση παράνομα και αντικανονικά σε έγγραφα και πληροφορίες και το επηρεαζόμενο μέρος επιδιώκει [με ενδιάμεση μάλιστα αίτηση] διατάγματα παράδοσης και/ή καταστροφής και/ή αποχής από την χρήση αυτών. Αμφότερες αποτελούν έκφραση της ενεργοποίησης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου το οποίο τίθεται ενώπιον κραυγαλέας παρανομίας και κατάχρησης της διαδικασίας του. Σε σχέση με τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου είναι αρκετό να αναφερθεί ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξης της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της, ούτε μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκληση της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ΄ εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της Δικαιοσύνης - χάριν της λειτουργίας του ιδίου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση R.Κ.B. Leathergoods Limited v. Βιργινίας Ευαγγέλου Αγγελίδη
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1071, "προστακτικό διάταγμα δεν εκδίδεται ποτέ ως εάν να είναι κάτι το βέβαιο ή φυσικό και η έκδοση του εμπίπτει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου". Οι αρχές επί των οποίων εκδίδεται προστακτικό διάταγμα έχουν τεθεί στην υπόθεση Morris v. Redland Bricks Ltd
(1970)A.C. 652, 665, 666 και έχουν υιοθετηθεί από τον Δικαστή Καλλή στην υπόθεση R.Κ.B. Leathergoods Limited (ανωτέρω) και είναι οι εξής:
- Προστακτικό διάταγμα μπορεί μόνο να χορηγηθεί όπου ενάγων αποδεικνύει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον.
- Όπου οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούν επαρκή θεραπεία αν επισυμβεί τέτοια ζημιά. Αυτό αποτελεί μόνο εφαρμογή της γενικής αρχής της επιείκειας.
- Αντίθετα προς την περίπτωση όπου εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα για να αποτρέψει τη συνέχιση ή επανάληψη μιας άδικης πράξης το θέμα της δαπάνης που θα υποστεί ο εναγόμενος για να εκτελέσει έργα τα οποία αποτρέπουν ή μειώνουν την πιθανότητα διάπραξης μιας μελλοντική αδικοπραξίας πρέπει να αποτελεί στοιχείο που θα λαμβάνεται υπόψη: (α) Όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει χωρίς να λάβει υπόψη τα δικαιώματα του γείτονα του ή έχει προσπαθήσει να κερδίσει πλεονέκτημα έναντι του ή έχει προσπαθήσει να αποφύγει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή για να συνοψίσουμε, έχει ενεργήσει αδικαιολόγητα και παράλογα σε σχέση με το γείτονα του μπορεί να διαταχθεί να διορθώσει τις αδικαιολόγητες και παράλογες πράξεις του με την εκτέλεση εργασίας για επαναφορά του status quo έστω και αν η δαπάνη είναι δυσανάλογη με το πλεονέκτημα που θα πάρει ο ενάγων. (β) Πλην όμως όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει με λογικό τρόπο μολονότι, όπως αποδεικνύεται, εσφαλμένα η δαπάνη της θεραπείας των προηγούμενων ενεργειών του με θετικές πράξεις είναι πολύ σημαντικός παράγων.
- Αν στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο αποφασίσει ότι πρόκειται για κατάλληλη περίπτωση χορήγησης προστακτικού διατάγματος τότε το Δικαστήριο πρέπει να προσέξει να διασφαλίσει όπως ο εναγόμενος γνωρίζει επακριβώς τι οφείλει να πράξει και αυτό σημαίνει όχι ως ζήτημα νόμου αλλά ως ζήτημα γεγονότων, έτσι ώστε όταν εκτελεί το διάταγμα να μπορεί να δίδει στους εργολάβους του τις κατάλληλες οδηγίες. Κατά συνέπεια είναι ευχερής κατ' εξαίρεση η έκδοση προστατικού διατάγματος το οποίο ενεργεί in personam σε ενδιάμεσο στάδιο. Συμβαίνει επίσης με ενδιάμεση θεραπεία σε άλλη περίπτωση να εκδίδεται διάταγμα το οποίο ταυτίζεται με τελική θεραπεία. Ενέχουν στοιχείο τελικού χαρακτήρα όσο φυσικά και προστακτικού χαρακτήρα οι αιτούμενες θεραπείες εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1 (αιτητικό (Β) της αίτησης) όπως επίσης και η θεραπεία του αιτητικού (Α) της αίτησης προκειμένου να ανακληθεί και τερματιστεί ο διορισμός του δικηγορικού γραφείου Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. για λογαριασμό της Imilleniu. Επιβάλλεται να εκδοθούν όμως τελικά και προστακτικά διατάγματα στην παρούσα υπόθεση εφ΄ όσον συντρέχουν οι πιο πάνω αρχές της R.Κ.B. Leathergoods Limited (ανωτέρω). Επανέρχομαι στην ουσιαστική ένσταση των Εναγομένων στο ότι δηλαδή αμφότεροι οι δικηγόροι των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2-5 σε συγχορδία θεωρούν ότι το ορθό δικονομικό μέτρο που πρέπει να χρησιμοποιείται σαν διάβημα απομάκρυνσης επιτρόπου και διορισμού νέου, είναι η εναρκτήρια κλήση (originating summons) και όχι η ενδιάμεση αίτηση σε αγωγή που εκκρεμεί. Σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, η διαδικασία της Εναρκτήριας Κλήσης (Οriginating Summons) αποτελεί ένα ακόμη τρόπο έναρξης διαδικασίας αλλά είναι σαφές ότι για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί, θα πρέπει να υπάρχει ειδική πρόνοια προς το σκοπόν αυτόν. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει. Ο ορισμός του όρου «Εναρκτήρια Κλήση», δίδεται από τους ίδιους τους Θεσμούς, στη Δ.1, θ.2 όπου αναφέρεται ότι: "σημαίνει οιαδήποτε κλήση, εκτός από κλήση σε αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί". Ο ορισμός αυτός είναι ακριβώς ο ίδιος με ό,τι ίσχυε στην Αγγλία, βλ. Annual Practice
(1956)sel. 1551, για το O.71, r.1.A., των τότε Rules of the Supreme Court. H ίδια η Δ.55, θ.1 προνοεί ρητά για το πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία της Εναρκτήριας Κλήσης αφού αναφέρει ότι "οιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί ότι είναι ενδιαφερόμενο σύμφωνα με έγγραφο μεταβιβάσεως, διαθήκη ή άλλη γραπτή πράξη μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο δια Εναρκτήριας Κλήσης" (any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons). Το πώς καταχωρίζεται η διαδικασία, προνοείται από τους Τύπους (Forms) 50 και 51 στο Παράρτημα Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το πότε χρησιμοποιείται η διαδικασία αυτή, όπως αναφέρεται πιο πάνω, θα πρέπει να προνοείται ρητά από νομοθετική πρόνοια και/ή σχετικούς κανονισμούς. Εκτός από τις περιπτώσεις οι οποίες περιλαμβάνονται ρητά στη Δ.55, υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις στις οποίες η εναρκτήρια κλήση κατονομάζεται ως το δικονομικό μέτρο για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Μάλιστα υπάρχουν περιπτώσεις όπου η χρήση Εναρκτήριας Κλήσης ως ένδικο μέσο είναι υποχρεωτική είτε από νομοθετική διάταξη, είτε από διαδικαστικούς θεσμούς (βλ. Atkin΄s, Court Forms (2η έκδοση, 1978), Τόμος 1, σελ. 139-149, Odgers΄on Pleadings and Practice, 21η Έκδοση
(1975), σελ. 314). Όπως αναφέρεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.1, διάδικος μπορεί να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για παροχή θεραπείας και με τη μέθοδο του motion. Η μέθοδος αυτή δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται στην Κύπρο παρά το γεγονός ότι είναι ένα ακόμη μέσο έναρξης δικαστικής διαδικασίας. Στο σύγγραμμα Lord Atkin΄s, Encyclopaedia of Court Forms and Precedents in Civil Proceedings, (έκδοση 1948), Volume XII, σελ. 3, ως motion καθορίζεται προφορική αίτηση στο Δικαστήριο, σ΄ αντιπαραβολή με το petition που είναι γραπτή αίτηση. Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ρητή νομοθετική πρόνοια προς το σκοπόν αυτόν. Halsbury΄s Laws of England, (3η έκδοση), Volume 30, Παράγραφοι 561-562. Η "αίτηση" (petition) είναι αναγκαίo εναρκτήριο δικονομικό μέσο σε περίπτωση που υφίσταται δικαστική διαδικασία με άλλη βάση ή αιτία αγωγής ή για άλλο σκοπό μεταξύ των αυτών διαδίκων όπως στην παρούσα υπόθεση όπου υιοθετήθηκε η αίτηση (petition) σε αγωγή με άλλη βάση η αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Στην Helington Commodities Ltd κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 926 που αφορούσε σε Αίτηση για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων Certiorari και Prohibition εναντίον της οριστικοποίησης ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στη βάση του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου (Ν.101/87)ελέχθη ρητά ότι "Η μη ύπαρξη κανονισμών δεν καθιστά τις νομοθετικές πρόνοιες ανενεργείς". Προηγουμένως είχε διαπιστωθεί ότι ".στην Κύπρο δεν υπάρχουν κανονισμοί οι οποίοι ρυθμίζουν τη διαδικασία που αρχίζει με την καταχώριση μιας Γενικής Αίτησης (originating summons), που χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, σε αιτήσεις πτώχευσης και σε αιτήσεις για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων. Στην παρούσα περίπτωση το Αρθρο 9 του Νόμου 101/87 προνοεί ρητά ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να εκδίδουν συντηρητικά διατάγματα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας όταν κάποιο από τα μέλη της υποβάλλει σχετική αίτηση." Επιχειρώντας να κωδικοποιήσω όλα τα ανωτέρω συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα:
- Παρά την απουσία διαδικαστικών κανονισμών το ουσιαστικό δίκαιο των άρθρων 41 και 55 του περί Εμπιστευμάτων Νόμου Κεφ. 193 δεν καθίσταται ανενεργό κι εξάλλου προκειμένου για την αντικατάσταση επιτρόπου ενεργοποιείται φύσει και η σύμφυτη ή εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου.
- Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν διέπουν άμεσα την περίπτωση εφόσον δεν έχει γίνει πρόνοια γι' αυτό το σκοπό. Παρέχουν ωστόσο μηχανισμούς που μπορεί να χρησιμοποιηθούν υποβοηθητικά.
- Οι προσφερόμενες διαδικασίες δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκη με εκείνες που προβλέπονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως εναρκτήριες. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μια από εκείνες.
- Τίποτα δεν επιβάλλει τη μια ή την άλλη λύση και τίποτα δεν αποκλείει την εισαγωγή ενδιάμεσης αίτησης δυνάμει της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Προκύπτει πάντοτε αναγκαιότητα εξασφάλισης της δυνατότητας της άλλης πλευράς να αντιταχθεί και να ακουστεί σε σχέση με τα εγειρόμενα ζητήματα. Τα πιο πάνω συνηγορούν υπέρ της δυνατότητας αίτησης η οποία να παίρνει εναρκτήριο χαρακτήρα προκειμένου για ένα σοβαρό ζήτημα όπως αυτό στην παρούσα υπόθεση. Άλλη επιλογή ωστόσο δεν συνεπάγεται ότι πάσχει αντικανονικότητας ή ακυρότητας ακριβώς για τους ίδιους λόγους. Δεν υπάρχει κανόνας δικαίου που να αποκλείει εισαγωγή ενός αιτήματος με τον ένα ή άλλο τρόπο. Πόσο μάλλον όταν υφίσταται ήδη δικαστική διαδικασία μεταξύ των ιδίων διαδίκων με συναφές αντικείμενο. Πουθενά δεν επιβάλλεται η έναρξη νέας διαδικασίας στην περίπτωση αυτή όπου επιχειρείται η αντικατάσταση επιτρόπου και στην οποία ενεργοποιείται η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Εκτός του ότι ουσιαστικά η αίτηση έλκει την δυνατότητα καταχώρησης της στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου της Επιείκειας να εποπτεύει και να προστατεύει ένα εμπίστευμα είναι μέρος και της ίδιας σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να παρέμβει δραστικά ενόψει των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης που τίθενται ενώπιον του. Για τις καταβολές της σύμφυτης εξουσίας και δικαιοδοσίας του δικαστηρίου στο κοινό δίκαιον γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft AG,
(1999)1 ΑΑΔ 585, μεθ' εγκρίσεως στο άρθρο του καθηγητή M.S. Dockray "The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings" "The Law Quarterly Review" τόμος 113 (Ιανουάριος 1997), σελ. 124-125. Το άρθρο περιέχει απόσπασμα από άρθρο του Sir Jack I.H. Jacob
(1970)που αναφέρεται στη θεωρητική υποδομή της εξουσίας αυτής (σελ. 125): "........the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent" .... the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute ...... The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner." Σε άλλο χωρίο αναφέρεται επίσης ότι η εξουσίες διαχείρισης της υπόθεσης είναι "is the foundation for a whole armoury of judicial powers, many of which are significant and some of which are quite extraordinary and are matter of constitutional weight" Στην παλιά υπόθεση Cocker v Tempest [1841] EngR 242;
(1841)7 M & W 502, 503-504 είχε νωρίς διατυπωθεί ότι: ".. the power that each court has over its own process is unlimited..". Ομοίως και στην Νεοζηλανδική M v Attorney-General (unreported, CA, 29 May 1997) the Court of Appeal περιγράφει την σύμφυτη εξουσία ως 'the exercise of an ancillary power which is not conferred by statute or by rules of court, and exists to enable the court to act effectively within its primary jurisdiction.'. Με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου. Ένα παράδειγμα στο οποίο εκδηλώθηκε είναι και η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες. Είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Στην Metropolitan Bank v. Pooley [1885] 10 App. C. 210
(220)πάλι ο Λόρδος Blackburn, χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη να προσφύγει σε προηγούμενα, είπε: "........ from early times (I rather think, though I have not looked at it enough to say, from the earliest times) the Court had inherently the right to see that its process was not abused by a proceeding without reasonable grounds, so as to be vexatious and harassing - the court had the right to protect itself against such an abuse .... it was done ... by a summary order to stay the action which was brought under such circumstances as to be an abuse of the process of the Court." Η παραπάνω ανάπτυξη υιοθετείται από το Εφετείο μας στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037. Στην υπόθεση R. v. Norwich Crown Court ex p. Belsham 1 W.L.R. 54 (στη σελ. 66), το Divisional Court θεώρησε (άποψη obiter) ότι ήταν προτιμητέα η θεωρία ότι οι σύμφυτες εξουσίες προέρχονται από το κοινοδίκαιο και είναι ανεξάρτητες από τις δικαιοδοτικές νομοθετικές διατάξεις. Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217: "Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου." Στην Περέλλα (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Τονίστηκε δε ότι το δικαίωμα των Εναγόντων για θεραπεία εδράζετο στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου παρά σε νομοθετικές πρόνοιες. Χαρακτηρίστηκε δε το επίδικο Διάταγμα ως εργαλείο από το εφεδρικό οπλοστάσιο που διαθέτει το Δικαστήριο για να διασφαλίσει τη διαδικασία. Προκειμένου για τα εμπιστεύματα έχει ήδη εκτεθεί η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου που αποτελεί κατ' εξαίρεση αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση προκειμένου για την εποπτεία εμπιστεύματος μέσω της εξουσίας αντικατάστασης επιτρόπου κι εντέλει η σύμφυτη εξουσία είναι ανεξάρτητη από οποιουσδήποτε δικονομικούς κανονισμούς. Στην Κυπριακή υπόθεση Alecos Constantinides v. 1. Ekdotiti Eteria Vima Ltd, κ.ά
(1983)1A C.L.R. 348, 349, μάλιστα το Ανώτατο έκρινε ότι: "This Court .. has inherent power not only to restrain abuse of process, but also to secure obedience to the law; that associated with the power to restrain abuse is the undoubted power of the Court to control proceedings before it; that not only conduct diminishing the authority and constitutional role of the Courts may be stopped in the exercise of the inherent powers of the Court, but the exercise of rights given by law as well, whenever fraught with an ulterior motive; that the jurisdiction to restrain abuse of process is the only power available to the court to stop a party from subverting the course of justice.". Η διαμαρτυρία των Καθ' ων η Αίτηση ειδικά σε σχέση με τον τρόπο εισαγωγής της Αίτησης ένα μόνο σκοπό υπηρετεί, κατά την άποψη μου. Την αναχαίτιση της αντικατάστασης του επιτρόπου αφού άλλο εναρκτήριο διάβημα θα συναντούσε την απόλυτη δυσχέρεια επίδοσης του αφού ουσιαστικά είναι άφαντος και κατά συνέπεια την διαιώνισή της εκκρεμότητας εις βάρος των συμφερόντων των Αιτητών. Θεωρώ επιβεβλημένο ενόψει των όσων έχουν εκτεθεί να διαταχθούν οι Εναγόμενες 3, 4 και 5 Εταιρείες να αντικαταστήσουν τους δικηγόρους της Εναγομένης 2 Εταιρείας και να απομακρυνθεί ο εμπιστευματοδόχος (γιατί το Δικαστήριο έχει σύμφυτη και/ή εγγενή εξουσία υπό τις περιστάσεις να το πράξει - Αιτητικό Β της αίτησης), και αντικατασταθεί από την εταιρεία Karlstem Ltd. Με τον τρόπο αυτό το εμπίστευμα διασώζεται και ο νέος επίτροπος οφείλει να αναλάβει τις συμβατικές και ηθικές εκ του δικαίου της επιείκειας και του κοινοδικαίου υποχρεώσεις του πίστης και εμπιστευτικότητας προς τους απώτερους τελικούς δικαιούχους των μετοχών - Αιτητές. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδονται διατάγματα ως το Αιτητικό (Α) εκ των εναλλακτικών διαζευκτικών διαταγμάτων για παύση του επιτρόπου, εκδίδεται διάταγμα ως το Αιτητικό (Β), όπως επίσης εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό (Ε) για την αντικατάσταση του επιτρόπου. Τα έξοδα είναι προς όφελος των Εναγόντων - Αιτητών και εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 3, 4 και 5 αλλά όχι της Καθ΄ ης η Αίτηση 2 Εταιρείας (η οποία ανήκει κατά πλειοψηφία στους Αιτητές) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο