← Κύπρος

Ξ. Α. ΚΟΝΤΕΑΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΑΖΙΡΗΣ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 685/2011, 29/5/2017

Ξ. Α. ΚΟΝΤΕΑΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΑΖΙΡΗΣ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 685/2011, 29/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 685/2011 Μεταξύ: Ξ. Α. ΚΟΝΤΕΑΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ενάγουσας - και -

  1. ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΑΖΙΡΗΣ
  2. ΛΟΥΚΑΣ ΝΑΖΙΡΗΣ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 29/05/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Αντώνης Σ. Παστός για την Μάμας Χατζή Χριστοφής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τους Εναγομένους: κ. Φάνος Κ. Φανή για τους κ. κ. Δαμιανού και Λάρκου. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Η Ενάγουσα, αξιώνει με αυτή την Αγωγή της, εναντίον των Εναγομένων, €7.586,
  4. Η Ενάγουσα, που ως ισχυρίστηκε, είναι αδειούχος εργολάβος, περί το έτος 2010, συμφώνησε γραπτώς με την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας «Αλακάτι 3», για την εκτέλεση εργασιών της ειδικότητας της στην πολυκατοικία. Οι Εναγόμενοι, είναι ιδιοκτήτες ή δικαιούχοι, ή παρουσιάζονταν στην Ενάγουσα ως έχοντες τέτοια ιδιότητα, του ισόγειου διαμερίσματος στην εν λόγω πολυκατοικία. Για τον λόγο ότι, μέρος των εργασιών που η Ενάγουσα θα εκτελούσε στην πολυκατοικία, θα επηρέαζαν αναγκαστικά το διαμέρισμα των Εναγομένων, συμφωνήθηκε, σε ότι αφορούσε αυτές, ότι, η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας θα κατέβαλλε στην Ενάγουσα €5.500, ενώ, οι Εναγόμενοι, θα κατέβαλλαν για επιπρόσθετες εργασίες που η Ενάγουσα θα εκτελούσε κατ' εντολή τους, το σχετικό κόστος. Στο διαμέρισμα των Εναγομένων, η Ενάγουσα, εκτέλεσε εργασίες συμφωνημένης ή/και τρέχουσας ή/και λογικής αξίας, €12.
  5. Αυτές, αναφέρθηκαν λεπτομερώς στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης της -τόσο το είδος, όσο και το κόστος των εργασιών-. Η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας, πλήρωσε στην Ενάγουσα το συμφωνηθέν ποσό των €5.500 και οι Εναγόμενοι θα της κατέβαλαν το υπόλοιπο ποσό των €7.586,09, κάτι που όμως αρνήθηκαν, ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε συμφώνησαν για την πληρωμή της οποιασδήποτε εργασίας οι ίδιοι προσωπικά.
  6. Οι Εναγόμενοι, ισχυρίστηκαν, ότι, ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, είναι η εταιρεία Naziris Estates Ltd, της οποίας είναι διοικητικοί σύμβουλοι και εκπρόσωποι, γεγονός που ήταν γνωστό στην Ενάγουσα. Αρνούνται ότι έγινε η ισχυριζόμενη από την Ενάγουσα συμφωνία. Περί τον Μάιο του έτους 2010, η Ενάγουσα, κατόπιν εκτίμησης που έκανε σε σχέση με τις εργασίες που θα έκανε στην πολυκατοικία, τις οποίες και κατέγραψε σε σχετική προσφορά της και στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι εργασίες που θα εκτελούντο στο ισόγειο διαμέρισμα, συμφώνησε με την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας την εκτέλεση τους, καθώς επίσης και ότι, για αυτές, θα πλήρωνε η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας. Οι Εναγόμενοι, δεν συμφώνησαν ότι θα κατέβαλαν στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό για επιπρόσθετες εργασίες, ούτε και ζήτησαν την εκτέλεση οποιονδήποτε τέτοιων επιπρόσθετων εργασιών. Οι Εναγόμενοι, αρνούνται τις εργασίες που η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι εκτέλεσε στο ισόγειο διαμέρισμα. Εν προκειμένω, υποστηρίζουν, διαζευκτικά, ότι, η τυχόν εκτέλεση των ισχυριζόμενων εργασιών, αφορούσε συμφωνία της Ενάγουσας με την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας, από την οποία οι ίδιοι δεν δεσμεύονται. Σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι δεν συμφώνησαν, ούτε και έδωσαν οδηγίες για την εκτέλεση των ισχυριζόμενων εργασιών. Επιπρόσθετα, και πάλι διαζευκτικά των προαναφερομένων θέσεων τους, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι, οι χρεώσεις της Ενάγουσας επί των οποίων βασίζεται η απαίτησης της, αφορούν εργασίες που είχαν συμπεριληφθεί στην χρέωση της Ενάγουσας προς την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας ως η μεταξύ τους συμφωνία και όχι εργασίες επιπρόσθετες που έγιναν κατ' εντολή τους. Στο δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης, γίνεται ενδεικτική αναφορά σε κάποιες από τις εργασίες αυτές. Πρόκειται, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τους Εναγομένους, για χρεώσεις, που έγιναν από πλευράς της Ενάγουσας μονομερώς και οι οποίες, πέραν οτιδήποτε άλλου, είναι υπερβολικές ή/και αυθαίρετες.
  7. Η Ενάγουσα απέρριψε τις θέσεις των Εναγομένων. Η συμφωνία ή συναλλαγή της έγινε με τους Εναγομένους. Ουδέποτε της απεκαλύφθη η ύπαρξη της εταιρείας Naziris Estates Ltd. Οι Εναγόμενοι, υποστήριξε απαντητικά, υπέγραψαν και οι δύο, έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ότι η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας θα της πλήρωνε το ποσό των €5.500 και ότι επιπρόσθετες εργασίες θα βάρυναν αποκλειστικά τον Εναγόμενο
  8. Στο δικόγραφο της απάντησης της Ενάγουσας, γίνεται λεπτομερή αναφορά στις εργασίες που έγιναν στο ισόγειο διαμέρισμα, σε σχέση με τις οποίες η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας έκαμε την σχετική πληρωμή, ως ο ισχυρισμός της Ενάγουσας.
  9. Η υπόθεση της Ενάγουσας παρουσιάστηκε μέσα από την μαρτυρία έξι μαρτύρων: Παναγιώτης Βέης (ΜΕ1), Ελευθέριος Λουβιά (ΜΕ2), Γεώργιος Γιαννή (ΜΕ3), Σώτος Γεναγρίτης (ΜΕ4), Ευάγγελος Κναής (ΜΕ5) και Μιχάλης Κοντεάτης (ΜΕ6).
  10. Η υπόθεση των Εναγομένων παρουσιάστηκε μέσα από την μαρτυρία δύο μαρτύρων: Ιωάννης Γαλάτης (ΜΥ1) και Λούκας Ναζίρης (Εναγόμενος 2 / ΜΥ2).
  11. Με την τελική του αγόρευση, ο συνήγορος της Ενάγουσας, υποστήριξε ότι, η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων, αποσκοπεί στην αποζημίωση της με ένα λογικό ποσό, για τις εργασίες που εκτέλεσε στο διαμέρισμα των Εναγομένων, βάση της «θεραπείας του quantum meruit».
  12. Έχει νομολογηθεί, ότι, το Άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, κωδικοποιεί, -κατά τρόπο γενικότερο-, την αρχή του κοινού δικαίου, του quantum meruit -όταν το όφελος λαμβάνει την μορφή υπηρεσιών- και quantum valebat -όταν αφορά αγαθά που έχουν προμηθευτεί-, που αφορά κατηγορία θεραπείας, οιονεί συμβατική (quasi-contractual remedy), που απορρέει από ευθύνη οιονεί συμβατική (quasi-contractual liability) (βλ. Sekavin S.A. v Ship "Platon Ch."

(1987)1 C.L.R. 297). Δηλαδή, πληρωμής ενός ποσού ισάξιου της αξίας του οφέλους που αποδόθηκε. Αξίωση βασιζόμενη στην αρχή του quantum meruit, έχει ρητά αναγνωριστεί ως αυτόνομη από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, στην απόφαση του στην υπόθεση Yeoman's Row v Cobbe [2008] UKHL
  1. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Άρθρο 70 του Κεφ. 149: «
  2. Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε.».
  3. Πρόκειται για αρχή του δικαίου της αποκατάστασης (restitution), που αποσκοπεί στην ανάκτηση από κάποιο πρόσωπο περιουσίας ή χρημάτων, ώστε να αποτραπεί ο αδικαιολόγητος πλουτισμός (unjust enrichment) κάποιου άλλου πρόσωπου, σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει παράβαση σύμβασης, οι οποίες όμως σχετίζονται στενά με την έννοια της σύμβασης και για αυτό αντιμετωπίζονται ως αν να είναι συμβατικές. Λόγος, άλλωστε, για τον οποίο γίνεται και η χρήση των όρων «οιονεί σύμβαση / quasi-contract» και «υποχρέωση όπως από σύμβαση / obligation quasi ex contractu (as if from a contract)») (βλ. Minerva Finance Investment Ltd. v Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173, Fibrosa Spolka Ackyina v Fairbairn Lawson Combe Barbour Ltd [1943] AC 32 και Pullock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η Έκδοση, Τόμος II, σελίδες από 1071 έως 1073).
  1. Εντούτοις, ως έχει προαναφερθεί, το Άρθρο 70 του Κεφ. 149, είναι συνταγμένο με ευρύτητα και ως έχει επικρατήσει η άποψη, η εφαρμογή του, είναι πιο ευρεία από αυτή της προαναφερόμενης αρχής, ως έχει αναπτυχθεί στο κοινό δίκαιο, που κάνει λόγο για ευθύνη οιονεί συμβατική (quasi-contractual liability). Η δικαϊκή βάση της υποχρέωσης που επιβάλλει το Άρθρο 70 του Κεφ. 149, δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε σύμβαση ή αδικοπραξία, αλλά στην γενική κατηγορία του δικαίου της αποκατάστασης (restitution).
  2. Στην υπόθεση Kingstreet Investments Ltd v New Brunswick (Finance) [2007] 1 SCR 3, το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά, ανέφερε, σε ότι αφορά την αρχή της αποκατάστασης, τα εξής: «Restitution is a tool of corrective justice. When a transfer of value between two parties is normatively defective, restitution functions to correct that transfer by restoring parties to their pre-transfer positions. In Peel (Regional Municipality) v. Canada [1992] 3 SCR 762, McLachlin J (as she then was) neatly encapsulated this normative framework: 'The concept of 'injustice' in the context of the law of restitution harkens back to the Aristotelian notion of correcting a balance or equilibrium that had been disrupted' (p 804).».
  3. Συνεπώς, η εφαρμογή του Άρθρου 70 του Κεφ. 149, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου τα εμπλεκόμενα πρόσωπα έχουν κάποια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους, και, εκτός της προϋπόθεσης ότι η πράξης επί της οποίας βασίζεται η απαίτηση για αποζημίωση είναι νόμιμη, καμία άλλη προϋπόθεση δεν καθορίζεται ως προς τις περιστάσεις ή συνθήκες υπό τις οποίες αυτή (η πράξη) πρέπει να γίνεται. Εν προκειμένω, στο σύγγραμμα των Pullock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η Έκδοση, Τόμος II, στις σελίδες 1072 και 1073, σημειώνονται τα εξής: «. This section avoids the necessities of the English Law on the subject of quasi-contract. The section is not founded on contract, but embodies the equitable principle of restitution and unjust enrichment; it must be interpreted according to its clear and explicit terms, and not in reference to the provisions of the English Law on the matter. The principle of unjust enrichment incorporated in ss. 69 and 70 of the Indian Law is wider than the English Law as observed below: "The terms (of this section) are unquestionably wide, but applied with discretion they enable the Courts to do substantial justice in cases where it would be difficult to impute to the persons concerned relations created by contract."». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Και στην σελίδα 1074: «There need not be a pre-existing obligation on the claimant to supply or to serνe. Ιn Damodara Mudaliar v. Secretary for State in India, it was stated: "Certainly, there may be difficulties in applying a rule stated in such wide terms as is that expressed in section
  4. According to me section it is not essential that the act shall have been necessary, in the sense that it has been done under circumstances of pressing emergency, or even that it shall have been an act necessary to be done at some time for me preservation of property. Ιt may therefore be extended to cases in which no question of salvage enters. it is not limited to persons standing in particular relations to one another, and, except in the requirement that the act shall be lawful, no condition is prescribed as to the circumstances under which it shall be done.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Και τέλος, στην σελίδα 1097: «The language of this section is wide and can be applied at the discretion of the court to enable the court to do substantial justice. Though the terms of s. 70 are wide and enable the courts to do substantial justice in cases where it would be difficult to impute to persons concerned relations actually created by contract, the final court of fact must be guarded and circumspect in their conclusions.». (η έμφασης είναι δική μου)
  5. Η αρχή του quantum meruit, ειδικότερα σε ότι αφορά το ζήτημα αποζημίωσης για εκτελεσθείσες εργασίες στο κατασκευαστικό τομέα, σκιαγραφείται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Hudson's Building and Engineering Contracts, 10η έκδοση, της σελίδας 61: «Quasi-contract is a term used . to denote a miscellaneous series of situations in which a plaintiff can sue a defendant for moneys due although no contract between the parties exists. It is not proposed to attempt a complete statement of this subject but merely to indicate very shortly certain types of quasi-contractual liability which may arise in the practical context of building and engineering contracts. . But the last and by far the most important class of quasi-contractual remedy from the point of view of building contracts is that of quantum meruit. Quantum meruit is a right to be paid a reasonable remuneration for work done. It has already been pointed out that where work is done at the request of the defendant and the price is not fixed by agreement the law will imply a term for payment of reasonable remuneration. This, however, is a purely contractual situation, though the expression quantum meruit is frequently applied to it. The same principle operates if work is done on the basis that if a certain condition is satisfied it will not be charged for, but that condition does not in fact eventuate. True quantum meruit arises in a number of situations where for one reason or another no contract exists. Thus reasonable remuneration can be recovered for work done under a void contract, e.g. a contract voided by mistake, or by the operation of the doctrine of frustration, or which may have failed by reason of some technicality, such as absence of seal, or which, in the circumstances which have happened, can no longer be reasonably applied to the work done by the plaintiff; these being cases where the law may have set an apparent contract aside or declared it unenforceable, but where the work was nevertheless done in circumstances where it was intended to be paid for. Very importantly, quantum meruit is also available as an alternative remedy to damages to a party who has done work before accepting a fundamental breach by the other as discharging the contract. This may be of great practical importance in building cases, since if the contract rates turn out to have been highly uneconomical a builder who is in a position to prove a fundamental breach by the employer and thus to treat the contract as at an end may find reasonable remuneration for the work done by him a considerably more valuable remedy than damages. In cases where a party is in breach of contract but is held nevertheless entitled to sue for work done under it, the term quantum meruit is sometimes applied to the sums awarded, but it is apparent that this is erroneous, since what the contractor is really entitled to in such a case (under the doctrine of substantial performance) is the contract remuneration less the damages occasioned by his breach. In cases where a contract has been avoided in one of these ways or discharged by breach, the contract rates are not, of course, applicable to the work sued for on a quantum meruit, though they may be some evidence of what reasonable remuneration for the work should be.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  6. Το Άρθρο 70 του Κεφ. 149 και η αρχή του quantum meruit, έτυχαν ήδη ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αρκετές αποφάσεις του (βλ. Polyxeni Demou Kyriakou v The Estate of The Late Katina Petrou
(1961)C.L.R. 300, Ismini Kyriakou Hji Loizi and Others v Irini Iona
(1963)2 C.L.R. 11, Stelios P. Orphanides v Vyron K. Michaelides
(1967)1 C.L.R. 309, Associated Levant Lines (S.A.L.) a. ο. ν N. Anastassiou & Son
(1972)5 J.S.C. 504, Charalambous v Kazanou & Another
(1982)1 C.L.R. 326, Theodoulou v Theodoulou
(1987)1 C.L.R. 101, Sekavin S.A. v. Ship 'Platon Ch.'
(1987)1 C.L.R. 297, Minerva Finance Investment Ltd. v Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173, Κίτση ν Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 και Θρασυβούλου ν Φλωρίδη, ECLI:CY:AD:2015:A41, Πολιτική Έφεση Αρ. 206/09, 30/01/2015). 15. Στην υπόθεση Ismini Kyriacou HjiLoizi & Others v Irini Iona
(1963)2 C.L.R. 11, το Ανώτατο Δικαστήριο, έθεσε τις προϋποθέσεις θεμελίωσης του δικαιώματος επίκλησης της αρχής του quantum meruit από απαιτητή διάδικο. Αυτές έχουν ως εξής:
(1)η πράξη πρέπει να έχει γίνει νόμιμα;
(2)για κάποιο άλλο πρόσωπο;
(3)να έχει γίνει από κάποιο πρόσωπο χωρίς πρόθεση να πράξει χαριστικά; και,
(4)το πρόσωπο για το οποίο έχει γίνει η πράξης να απολαμβάνει το όφελος της. 16. Ίδια ερμηνεία δίδεται και από τα Δικαστήρια της Ινδίας στο ταυτόσημο σε πρόνοιες Άρθρο 70 του Ινδικού Κώδικα Συμβάσεων. Εν προκειμένω, στο σύγγραμμα των Pullock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η Έκδοση, Τόμος II, στην σελίδα 1074, αναφέρονται τα εξής: «The three essential conditions for invoking s. 70 are: (
  1. i)the goods are to be delivered lawfully or something has to be done for another person lawfully; (
  2. ii)the thing done or the goods delivered must be done or delivered without intention to do so gratuitously; (iii) the person to whom goods are delivered enjoys the benefit thereof. When all the above three ingredients are pleaded and established in a case, s. 70 can be invoked. The section will not apply if any of the aforesaid conditions is not satisfied. Thus, where a person merely derives benefit without the person seeking compensation having done anything for him, or having delivered anything to him, the section will not come into play.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 17. Στην προκείμενη περίπτωση, η Ενάγουσα, αποδέχεται ότι, με τους Εναγομένους, δεν προσήλθε σε καμία συμφωνία. Η συμφωνία επί της οποίας βασίστηκε η Ενάγουσα, ως ισχυρίστηκε, για να εκτελέσει τις εργασίες στο διαμέρισμα, ήταν μεταξύ της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας και των Εναγομένων. Ως εκ τούτου, το ζήτημα που τίθεται στο Δικαστήριο προς επίλυση, δεν αφορά περίπτωση αντισυμβαλλομένων, που προσήλθαν σε συμφωνία για την εκτέλεση εργασιών, στην οποία δεν έχει καθοριστεί ρητά το ζήτημα της αμοιβής. 18. Στο σύγγραμμα των Pullock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η Έκδοση, Τόμος II, στις σελίδες 1072 και 1073, για τα της εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 70 του Ινδικού Κώδικα Συμβάσεων, -που ως έχει προαναφερθεί είναι ταυτόσημο σε πρόνοιες με αυτό του Άρθρου 70 του Κεφ. 149-, σε περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται συμβατική σχέση, σημειώνεται το εξής: «Section 70 contemplates a case where, initially, at the time of the doing of the act or the delivery of the thing, there is no 'proposal' or 'promise' as defined in s. 2, and, therefore, no agreement. The obligation to make compensation to the person doing the act or, delivering the thing nevertheless arises out of the fact that the person for whom the act was done or to whom the thing was delivered, accepted and enjoyed its benefits, although there was no request for the act or the thing on his part. The section clearly contemplates a case where an act has been done or a thing delivered without request, but not gratuitously.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 19. Η βασική θέση για την υπεράσπιση των Εναγομένων, ως ενόρκως παρουσιάστηκε κατά την δίκη από τον Εναγόμενο 2, είναι, ότι, όλες οι εργασίες που εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα στο διαμέρισμα, περιλαμβάνονταν στις εργασίες που η Ενάγουσα είχε ως υποχρέωση της να εκτελέσει στο διαμέρισμα βάση της συμφωνίας της με την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας, η οποία, διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας, είχε αναλάβει και την υποχρέωση για την πληρωμή τους. Κάποιες από αυτές, υποστήριξαν, δεν εκτελέστηκαν καν από την Ενάγουσα. 20. Είναι, ως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων, ότι, η Ενάγουσα, κατόπιν σχετικής προσφοράς της (Τεκμήριο ΠΒ4), την 01/06/2010, προσήλθε σε συμφωνία με την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας, για την επιδιόρθωση / επισκευή και ενίσχυση του κτηρίου της πολυκατοικίας, έναντι του ποσού των €85.000 πλέον Φ. Π. Α. (Τεκμήριο ΠΒ5), εργασία η οποία θα εκτελείτο υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα, ΜΕ5, στην βάση σχεδίων και εγγράφου υποχρεώσεων που ετοιμάστηκε από τον ΜΕ5 για τον σκοπό (Τεκμήριο ΠΒ3). Αφορούσαν, βασικά, την ενίσχυση των δομικών στοιχείων της πολυκατοικίας, λόγω οξείδωσης του οπλισμού της και αποσάθρωσης του μπετόν της. Οι εργασίες αυτές εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα και πληρώθηκαν από την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας. Είναι επίσης παραδεκτό, ότι, η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας και ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, είχαν προσέλθει σε μεταξύ τους συμφωνία, -η οποία συμφωνία είναι επίσης παραδεκτό ότι επιμαρτυρείτε από το Τεκμήριο ΠΒ6-, δια της οποίας ρυθμίστηκε, η από πλευράς της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας, υποχρέωση να καλύψει έξοδα για εργασίες («επιδιορθώσεις») που θα ελάμβαναν χώρα στο ισόγειο διαμέρισμα της πολυκατοικίας και θα εκτελούνταν από την Ενάγουσα και οι οποίες σχετίζονταν με την κύρια εργασία ενίσχυσης των δομικών στοιχείων της πολυκατοικίας, βάση της συμφωνίας Τεκμήριο ΠΒ5, αξίας μέχρι €5.500, και ότι οποιαδήποτε άλλα έξοδα για επιδιορθώσεις στο εν λόγω διαμέρισμα θα βάρυναν αποκλειστικά τον Εναγόμενο 1. 21. Διιστάμενες ήταν κατά την δίκη, οι εκδοχές που παρουσιάστηκαν από τους διαδίκους σε ότι αφορά το κατά πόσο οι εργασίες που εκτελέστηκαν στο Διαμέρισμα από την Ενάγουσα -ως αυτές παρουσιάζονται στο Τεκμήριο ΠΒ8-, ήταν μόνο αυτές που η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να εκτελέσει με βάση τις συμφωνίες της με την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας, -Τεκμήρια ΠΒ5 και ΠΒ6-, υποχρέωση πληρωμής των οποίων είχε αποκλειστικά η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας (και χωρίς απαίτηση ή οδηγίες ως προς την εκτέλεση τους από πλευράς Εναγομένων), ή εάν αφορά εργασίες που εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα κατ' εντολής των Εναγομένων, επιπρόσθετα από τις προαναφερόμενες εργασίες, που, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, υποχρέωση πληρωμής έχουν οι Εναγόμενοι. Επισημάνεται εδώ, ότι, η πλευρά των Εναγομένων, με εξαίρεση τις εργασίες «επένδυσης τζακιού με γυψοσανίδα» και της «τοποθέτησης του τζακιού και φουγάρου», δεν αμφισβητεί ότι οι υπόλοιπες εργασίες εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα. Εγείρει, μόνο, ζήτημα, υποχρέωσης της να αποζημιώσει την Ενάγουσα για το κόστος τους. Κατά τους Εναγομένους, όλες οι εργασίες στο διαμέρισμα που σχετίζονταν με την κύρια εργασία ενίσχυσης των δομικών στοιχείων της πολυκατοικίας, βάση της συμφωνίας Τεκμήριο ΠΒ5, είχε συμφωνηθεί με την διαχειριστική επιτροπή ότι θα πληρώνονταν από την διαχειριστική επιτροπή. Αυτός ήταν, άλλωστε, ισχυρίζονται, και ο λόγος για τον οποίο είχαν προσέλθει με την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας στην συμφωνία ημερομηνίας 28/07/2010, που επιμαρτυρεί το Τεκμήριο ΠΒ6. Παρά το γεγονός, ότι, στο Τεκμήριο ΠΒ6, γίνεται αναφορά ότι σε περίπτωση επιπρόσθετων εργασιών, ο Εναγόμενος 1 θα κατέβαλλε το οποιοδήποτε αναγκαίο επιπρόσθετο κόστος αντί της διαχειριστικής επιτροπής, τέτοιες οδηγίες από τον Εναγόμενο 1 ή/και τον Εναγόμενο 2 προς την Ενάγουσα, υποστηρίζουν, δεν εδόθησαν, η οποία, Ενάγουσα, εκτέλεσε τις εργασίες που είχε υποχρέωση να εκτελέσει με βάση τις συμφωνίες της με την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας, -Τεκμήρια ΠΒ5 και ΠΒ6-. 22. Πριν προχωρήσω να εκτιμήσω ποια από τις δύο εκδοχές γεγονότων που παρουσιάστηκαν για την υπόθεση των διαδίκων αποδέχομαι, σημειώνω, ότι, η μαρτυρία των ΜΕ2, ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΥ1, δεν έτυχε, ουσιαστικά, αμφισβήτησης κατά την δίκη, και, ως εκ τούτου, στην απουσία οποιουδήποτε στοιχείου που θα μπορούσε να καταστήσει την μαρτυρία των προσώπων αυτών αναξιόπιστη, την αποδέχομαι για να καταλήξω στα συμπεράσματα μου σε ότι αφορά το προαναφερόμενο ζητούμενο, οπόταν θα εξετάσω και την βαρύτητα που μπορεί να της αποδοθεί. Αντικρουόμενα γεγονότα από πλευράς των διαδίκων, παρουσιάστηκαν, κατά κύριο λόγο, από τους ΜΕ1, ΜΕ5 και ΜΕ6 -για την υπόθεση της Ενάγουσας- και από τον Εναγόμενο 2 -για την υπόθεση των Εναγομένων-. 23. Δεν αποδέχομαι την εκδοχή των γεγονότων που ο Εναγόμενος 2 μου παρουσίασε κατά την δίκη. Ενδεικτικά, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο συμπέρασμα μου, αναφέρομαι στα ακόλουθα σημεία της μαρτυρίας του. Στο Τεκμήριο ΠΒ6, -που, ως έχει προαναφερθεί, επιμαρτυρεί την συμφωνία της διαχειριστικής επιτροπής με τους Εναγομένους-, καταγράφονται συγκεκριμένες εργασίες, την εκτέλεση των οποίων η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας ανέλαβε να πληρώσει το κόστος (προς την Ενάγουσα), στην βάση της μεταξύ τους συμφωνίας -ήτοι μέχρι ποσού €5.500-, οι οποίες εργασίες, δεν αμφισβητείται από τους Εναγομένους ότι εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα και ότι το συγκεκριμένο πόσο των €5.500 της πληρώθηκε από την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας. Επιπρόσθετα, όμως, των προαναφερομένων εργασιών, εκτελέστηκαν και οι υπόλοιπες εργασίες που καταγράφονται στο Τεκμήριο ΠΒ8, γεγονός που και πάλι δεν αμφισβητείται από τους Εναγομένους, με εξαίρεση τις εργασίες «επένδυσης τζακιού με γυψοσανίδα» και «τοποθέτησης του τζακιού και φουγάρου», που, ως έχει προαναφερθεί, η εκτέλεσης τους από την Ενάγουσα αμφισβητείται από τους Εναγομένους. Η θέσης του Εναγομένου 2, μαρτυρώντας, ήταν, ότι, είχε συμφωνηθεί με την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας, ότι θα αναλάμβανε αυτή όλα τα αναγκαία έξοδα για τις εργασίες που η Ενάγουσα θα εκτελούσε στο ισόγειο διαμέρισμα, επειδή αυτές σχετίζονταν με την κύρια εργασία ενίσχυσης των δομικών στοιχείων της πολυκατοικίας (βάση της συμφωνίας Τεκμήριο ΠΒ5) και ήταν αναγκαίες για την εκτέλεση της. Μάλιστα, ως υποστήριξε ο Εναγόμενος 2, ήταν ο ΜΕ1 που είχε υποδείξει ποιες εργασίες ήταν αναγκαίες να εκτελεστούν στο ισόγειο διαμέρισμα βάση της σύμβασης Τεκμήριο ΠΒ5, κατά την συνάντηση της 03/05/2010 στην οποία συμμετείχαν μέλη της διαχειριστικής επιτροπής, οι Εναγόμενοι και ο ΜΕ1. Εργασίες, που, ως υποστήριξε, κατεγράφησαν στο Τεκμήριο ΠΒ6. Αυτή όμως, είναι μία θέσης, που, αφενός, δεν είχε ευθέως υποβληθεί στον ΜΕ1 όταν έδιδε την μαρτυρία του, ώστε να μπορούσε να αξιολογηθεί, δεδομένης της όποιας τοποθέτησης του ΜΕ1 σε αυτή -αφού το τι είχε διερευνηθεί κατά την αντεξέταση του από πλευράς Εναγομένων, ήταν κατά πόσο οι εργασίες που είχαν εκτελεστεί (του Τεκμηρίου ΠΒ8) ήταν μέρος των εργασιών της κύριας εργασίας ενίσχυσης των δομικών στοιχείων της πολυκατοικίας βάση της συμφωνίας Τεκμήριο ΠΒ5, χωρίς οτιδήποτε άλλο- (βλ. Μ & ΤΗ Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κουκκούλη ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016), και αφετέρου, δεν είναι λογική, από την στιγμή που ο Εναγόμενος 2 αποδέχεται, ότι, οι Εναγόμενοι, ανέλαβαν οι ίδιοι να πληρώσουν για το κόστος εργασιών που καταγράφονται στο Τεκμήριο ΠΒ6, οι οποίες μάλιστα, παρατηρείται, έφεραν και σημαντικό κόστος, ήτοι, των «κεραμικών δαπέδου» -€350- και των «αλουμινίων» -€1.300-. Αν οι εν λόγω εργασίες, όντως ήταν απαραίτητες να εκτελεστούν -και μάλιστα στην ολότητα τους-, προς υλοποίηση της συμφωνίας Τεκμήριο ΠΒ5 - κάτι, που, είναι σημαντικό να σημειωθεί παρενθετικά, ο αρχιτέκτονας του έργου, ΜΕ5, απέρριψε κατηγορηματικά ότι ήταν αναγκαίο, βάση του Τεκμηρίου ΠΒ5-, τότε, δεν είναι λογικό γιατί οι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν να επωμιστούν το κόστος τους, όταν αυτό στην πράξη σήμαινε ότι, η συνεισφορά τους για τις εργασίες που αφορούσαν την συμφωνία Τεκμήριο ΠΒ5, δηλαδή, το ποσό των €12.500, δεν θα μειωνόταν. Δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνει πιστευτός ο Εναγόμενος 2, ότι, δεν είχε διαθέσιμα χρήματα για να προβεί σε εργασίες ανακαίνισης ή μετατροπών στο διαμέρισμα -δηλαδή, σε εργασίες επιπρόσθετες αυτών που η διαχειριστική επιτροπή είχε αναλάβει να πληρώσει (ως εργασίες που προέκυπταν από την κύρια εργασίας ενίσχυσης των δομικών στοιχείων της πολυκατοικίας, βάση της συμφωνίας Τεκμήριο ΠΒ5) και ήταν απολύτως απαραίτητες να εκτελεστούν προς υλοποίηση της εν λόγω εργασίας-, όμως, την ίδια στιγμή, από την μαρτυρία να προκύπτει, ότι, κατέβαλε ένα σημαντικό ποσό για αυτές ο ίδιος προσωπικά, μεγαλύτερο και από το προβλεπόμενο στο Τεκμήριο ΠΒ6 (βλ. ενδεικτικά το Τεκμήριο ΛΝ4, από το οποίο προκύπτει, ότι, ο Εναγόμενος 2, για την κατασκευή αλουμινίων, πλήρωσε, τελικά, €4.000) και χωρίς καν να ζητήσει την αφαίρεση του (του προβλεπόμενου στο Τεκμήριο ΠΒ6 ποσού) από την συνεισφορά των Εναγομένων προς την διαχειριστική επιτροπή (των €12.500) σε ότι αφορούσε την εκτέλεση της κύριας εργασίας ενίσχυσης των δομικών στοιχείων της πολυκατοικίας βάση της συμφωνίας Τεκμήριο ΠΒ5. Αίσθηση πραγματικά προκαλεί το γεγονός ότι, παρά τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 2, σε ότι αφορά το τι είχε πραγματικά συμφωνηθεί με την διαχειριστική επιτροπή την 28/07/2010 (βλ. Τεκμήριο ΠΒ6): (α) για ποιο λόγο η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας δεν συνενώθηκε ως διάδικος σε αυτή την Αγωγή από πλευράς Εναγομένων, και (β) γιατί, ενώ εκλήθη από πλευράς των Εναγομένων για να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο για την υπόθεση τους, μέλος της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας, ήτοι, ο ΜΥ1, αυτός, δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε που θα μπορούσε να υποστηρίξει την εκδοχή αυτή των Εναγομένων, σε σχέση με την οποία, το αποδεικτικό βάρος είχαν οι Εναγόμενοι. Το δε ζήτημα, σε ότι αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του διαμερίσματος, επίσης εγείρει σοβαρά ερωτηματικά για την μαρτυρία του Εναγομένου 2. Ενώ, από την ολότητα της μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένης και της μαρτυρίας του ίδιου του Εναγομένου 2, οι Εναγόμενοι παρουσιάζονται να ενεργούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα, υπήρξε μία έντονη προσπάθεια από πλευράς τους, και από τον Εναγόμενο 2 κατά την μαρτυρία του, να υποστηριχθεί, ότι, ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, ήταν κάποια εταιρεία Naziris Estates Ltd. Τίποτα δεν παρουσιάστηκε όμως από πλευράς Εναγομένου 2 για να τεκμηριωθεί θετικά αυτό το γεγονός που υποστηρίχθηκε προς αμφισβήτηση της αξιώσεως της Ενάγουσας, όταν η πραγματικότητα του δεν παρουσιάζεται να είναι και λογική. Στο Τεκμήριο ΠΒ6, επί του οποίου και τα δύο μέρη βασίστηκαν για την υπόθεση τους, καταγράφεται, ότι, ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, είναι ο Εναγόμενος 2, ενώ ο Εναγόμενος 1 υποστηρίζει ότι είναι ο κάτοικος του. Το Τεκμήριο ΠΒ6, σημειώνεται, ετοιμάστηκε, σύμφωνα με την μαρτυρία, από τον πρόεδρο της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας, κ. Χρίστο Καλαθά, για σκοπούς που αφορούσε την κοινόκτητη οικοδομή της πολυκατοικίας, αποτελεί πρακτικό συναντήσεως της διαχειριστικής επιτροπής, και το λογικό είναι, ότι, σε αυτό, όταν καταγραφόταν ο Εναγόμενος 1 ως ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, δεδομένων και των σχετικών προνοιών του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, είναι επειδή ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος είναι όντως ο Εναγόμενος 1. 24. Η μαρτυρία που η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο -και δη, αυτή των ΜΕ1, ΜΕ5 και ΜΕ6-, στο σύνολο της, εκτιμάται, από απόψεως ποιότητας, ότι ενέχει όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία που δικαιολογούν το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή για καταλήξει με ασφάλεια στα ευρήματα του κατά την αξιολόγηση της. Η εντύπωση που μου έχει δημιουργηθεί, για κάθε ένα από τους μάρτυρες που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση των Εναγόντων, είναι ότι, αυτοί, έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου τα όσα οι ίδιοι γνώριζαν για τα ζητήματα για τα οποία εξετάστηκαν και τα διαδραματισθέντα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είτε αυτά περιήλθαν στην αντίληψη τους πρωτογενώς, είτε μέσω ενημέρωσης και πληροφόρησης που πραγματικά ή και αρμοδίως και κατά τον τρόπο που εξήγησαν, έλαβαν γνώση, χωρίς διάθεση οι ίδιοι να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά στην αντίληψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας τους, έπειθαν με την ειλικρίνεια τους, ενώ αρκετές από τις τοποθετήσεις τους για την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν αυτή την υπόθεση, φαίνεται να επιβεβαιώνονται ή να ενισχύονται, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. 25. Κατ' ακολουθία, καταλήγω ότι, η Ενάγουσα, δικαιούται να αποζημιωθεί για την εργασία που εκτέλεσε στο διαμέρισμα, στην βάση της αρχής του quantum meruit, ή εν πάση περιπτώσει, βάση των προνοιών του Άρθρου 70 του Κεφ. 149, καθότι, στην προκείμενη περίπτωση, από την αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτουν όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί από την νομολογία ότι πρέπει να ενυπάρχουν για να δικαιολογείται η επίκλησης τους (βλ. Ismini Kyriacou HjiLoizi & Others ανωτέρω). 26. Τίθεται συνεπώς προς εξέταση, κατά πόσο, τα αποδεκτά γεγονότα, παρέχουν την βάση για τον υπολογισμό της αξιωμένης αποζημίωσης. Ο καθορισμός της οποίας, πρέπει να σημειωθεί, είναι ζήτημα δικαστικής κρίσης και όχι διακριτικής ευχέρειας (βλ. Lipkin Gorman v Karpnale Ltd [1991] 2 AC 548, 578 και Kleinwort Benson Ltd v Lincoln City Council [1999] 2 AC 349, 385). Στο σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 5η έκδοση, στην σελίδα 80, αναφέρονται εν προκειμένω τα εξής σχετικά: «Assessment of a reasonable sum. The courts have laid down no rules limiting the way in which a reasonable sum is to be assessed. Where a quantum meruit is recoverable for work done outside a contract, it is wrong to regard the work as though it had been performed to any extent under the contract. The contractor should be paid at a fair commercial rate for the work done. Where a quantum meruit is recoverable for work done pursuant to a void contract, it is wrong in principle to apply the provisions of the void contract to the assessment of the quantum meruit. But it is unclear whether, in determining what is a reasonable sum, it is permissible or relevant to consider the plaintiffs conduct in performing the work and whether by reason of such conduct the defendant has suffered any unnecessary additional costs. Useful evidence in any particular case may include abortive negotiations as to price, a calculation based on the net cost of labour and materials used plus a sum for overheads and profit, measurements of work done and materials supplied, and the opinion of quantity surveyors, experienced builders or other experts as to a reasonable sum. Although expert evidence is often desirable there is no rule of law that it must be given and in its absence the court normally does the best it can on the materials before it to assess a reasonable sum.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 27. Σχετικά πρόσφατα, επί του ζητήματος αυτού -του πως δηλαδή ερμηνεύεται αυτή η αρχή της «καταβολής μίας λογικής εμπορικής τιμής για έργο που έχει επιτελεστεί»-, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, στην απόφαση του στην υπόθεση Benedetti v Sawiris a. o. [2013] UKSC 50, δια του Λόρδου Clarke, ανέφερε τα εξής: «In my view, the starting point in valuing the enrichment is the objective market value, or market price, of the services performed by Mr Benedetti. That is consistent with the view taken by Professor Graham Virgo in The Principles of the Law of Restitution, 2nd ed
(2006)("Virgo"): "Much of the uncertainty concerning the definition of enrichment stems from the lack of consensus about where the analysis should start. Essentially there are two options available. Either we start with an objective test, ascertained by asking whether reasonable people would consider the defendant to have received something of value, or we start with a subjective test, by considering whether the defendant considers that he or she has received something of value. Whilst both the objective and subjective tests are relevant to the identification of an enrichment, the better view is that the objective test should always be considered first..." (p 64) I agree. Although Professor Virgo is there considering the approach to the question whether a benefit has been conferred on the defendant at all, as opposed to the question how such a benefit should be valued, it is clear that he takes the same view in relation to valuation: see Virgo at p 98, where he says that the general test of valuation which should be adopted is an objective test. Both the editors of Goff and Jones (eg at para 4-08) and Professor Andrew Burrows in The Law of Restitution, 3rd ed
(2011)("Burrows"), (at p 61) also take this view. The approach is supported by, eg: BP Exploration v Hunt [1979] 1 WLR 783, 840, per Robert Goff J; Cressman v Coys of Kensington (Sales) Ltd [2004] EWCA Civ 47, [2004] 1 WLR 2775, at para 40, per Mance LJ; Cobbe v Yeoman's Row at para 42, per Lord Scott; and Sempra Metals Ltd v IRC [2007] UKHL 34, [2008] AC 561, at paras 116-119, per Lord Nicholls. It is to be noted that Professor Virgo, in the passage quoted above, does not list as an available option the value which the claimant considers that he conferred on the defendant. That is because, as he puts it at p 69, "it is not the function of the law of restitution to assess relief by reference to the claimant's loss ... compensation is not a function of the law of restitution." It is to my mind for this reason that Mr Benedetti's request for €200-300m in June 2005 has little or no relevance. For these reasons I agree with Lord Neuberger and Lord Reed (whose judgments I have read in draft) that the general test, or prima facie position, is that the court should apply an objective test to the issue of market value.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Και στην συνέχεια, δια του Λόρδου Reed: «Prima facie, the monetary value of the services can be fairly ascertained by determining what a reasonable person in the position of the defendant would have agreed to pay for them. That will depend on how much it would have cost a reasonable person in the position of the defendant to acquire the services elsewhere in the market (assuming that a relevant market exists, as will normally be the case). The payment by the defendant of the value of the services to a reasonable person in his position will normally achieve a result which is just to both parties in a case of this kind, since the claimant will receive the amount for which he could have sold his services to another recipient in the same position, and the defendant will pay the amount which the services would have cost a reasonable person in his position to acquire from another supplier in the market. The basis of the valuation is thus consistent with the purpose of the valuation exercise. A question arises as to what is meant by "the position of the defendant". The answer can be derived from the purpose of the valuation exercise. In order to arrive at an award which is just to both parties, it is necessary to take account of circumstances which would affect the value placed upon the services by a reasonable person receiving them. Those are also circumstances which would affect the cost to a reasonable person in that position of acquiring the same services in the market, and the amount which the claimant could have received if he had sold his services to another recipient in the same position. Such circumstances will include in particular the availability and cost of similar services provided by alternative suppliers (as in Sempra Metals Ltd (formerly Metallgesellschaft Ltd) v Inland Revenue Commissioners [2007] UKHL 34; [2008] AC 561), and prevailing rates and practices in the relevant market (as in Cobbe v Yeoman's Row Management Ltd [2008] UKHL 55; [2008] 1 WLR 1752). They will include any relevant characteristics of the defendant, such as, in the context of borrowing, its credit rating, or whether it belongs to the public or the private sector (as in Sempra Metals). They will include other personal characteristics, such as the defendant's age, gender, occupation or state of health, if they bear on the price at which such a person could obtain the services in question in the market. To give one example, a film star may not have to pay the ordinary price for a designer dress, as the fashion house may allow her a discount to reflect the fact that her wearing the dress will enhance its brand image. Her being a film star is thus an objective aspect of her position which affects the cost to her (or anyone else in her position) of obtaining such a dress, and therefore affects the value of the receipt of such a dress to a person in her position. The circumstances which are relevant to determining the value of the services to a reasonable person will not however include the personal preferences of the individual defendant, or any idiosyncratic views which the defendant may hold as to the value of the services, since the preferences or views of the particular recipient do not affect the services' value to a reasonable recipient. There may of course be goods or services which are so tailored to the preferences of a particular recipient that the idea of a reasonable recipient (other than the actual recipient) becomes unrealistic: an example might be the costumes designed for the stage performances of some pop artists. Even in such cases, however, the value of the goods or services is not assigned by the recipient, but is likely to be ascertainable on the basis of objective evidence (which may, according to the circumstances, relate to such matters as the cost of obtaining the goods or services from alternative suppliers, or the cost in the market of the materials and services involved and the profit margin which the evidence suggests would be reasonable in the circumstances). The adoption of the objective approach to valuation which I have described, as the normal measure of a restitutionary award, is consistent with the relevant authorities. In particular, in BP Exploration Co (Libya) Ltd v Hunt (No 2) [1979] 1 WLR 783, 840, Robert Goff J said, in relation to restitutionary awards for services, that "in making such an award, it is the market value of the services which is taken"; and in British Steel Corporation v Cleveland Bridge and Engineering Co Ltd [1984] 1 All ER 504, 511 the same judge held that the defendant should pay "a reasonable sum". In Sempra Metals Ltd (formerly Metallgesellschaft Ltd) v Inland Revenue Commissioners [2007] UKHL 34; [2008] 1 AC 561, para 45 Lord Hope of Craighead stated that "questions of this kind are normally approached objectively by reference to what a reasonable person would pay for the benefit that is in question"; and Lord Nicholls of Birkenhead said in the same case (para 103) that the measure of a restitutionary award in respect of the use of money was "the market value of the benefit the defendant acquired". In Cobbe v Yeoman's Row Management Ltd [2008] UKHL 55; [2008] 1 WLR 1752, para 41 Lord Scott of Foscote observed, in relation to his well-known example of the locksmith, that the extent of the unjust enrichment was "the value of the locksmith's services". In the case at hand, the developer's award was to be "assessed at the rate appropriate for an experienced developer" (para 42), that is to say at the rate ordinarily applicable in the market to a developer comparable to the claimant.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Και τέλος, δια του Λόρδου Neuberger: «Where, as is agreed to be the position here, a claimant is entitled to a quantum meruit based on the fact that he has enriched the defendant by the provision of benefits, which have an assessable market value, it seems to me pretty clear that the sum prima facie to be awarded is the market value of those benefits. That conclusion is consistent with commercial common sense, the authorities, and the leading academic works on the topic of unjust enrichment.».
  3. Προκύπτει συνεπώς, ότι, η αξία που ο ενάγοντας θεωρεί ότι έχει προσφέρει στον εναγόμενο σε υποθέσεις του είδους, δεν είναι παράγοντας ουσιαστικός για την κρίση του Δικαστηρίου κατά τον καθορισμό της αιτηθείσας αποζημίωσης και ότι, το Δικαστήριο, αντικρίζει το θέμα της αγοραίας αξίας της παρασχεθείσας υπηρεσίας ή εκτελεσθείσας εργασίας αντικειμενικά. Με αυτό τον τρόπο, η βάση της εκτίμησης, είναι σύμφωνη με τον σκοπό της άσκησης της αποτίμησης της από το Δικαστήριο, ως έχει προαναφερθεί. Δηλαδή, πληρωμής ενός ποσού ισάξιου της αξίας του οφέλους που αποδόθηκε. Σκεπτικό που συνάδει με τα νομολογηθέντα και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπομπή γίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χ"Παναγιώτου ν Cyprus Airways (Duty Free Shops) Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 173, στην οποία αναφέρθηκε: «Η νομολογία εκτίθεται ορθά από το πρωτόδικο δικαστήριο. Όπου πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες σε άλλο υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι θα το έπραττε επ' αμοιβή, άνκαι δεν έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο ύψος αμοιβής, τεκμαίρεται ότι υπάρχει υπόσχεση πληρωμής εύλογου ποσού (quantum meruit). Το δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία, λογική αμοιβή. Κατά τον καθορισμό της αμοιβής για υπηρεσίες μπορεί να ληφθούν υπ' όψιν οι προηγούμενες συνεννοήσεις των μερών (Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759). Το δικαστήριο θα πρέπει να κάμει ό,τι μπορεί για να καταλήξει σε ποσό το οποίο φαίνεται να είναι εύλογο και για τις δύο πλευρές, σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης (S.O.R.E.L. Ltd v. Nicos Servos
(1968)1 C.L.R. 123). . Το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε σε ορθά συμπεράσματα και λαμβάνοντας υπ' όψιν όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, ., κατέληξε ότι η εύλογη υπό τις περιστάσεις αμοιβή του εφεσείοντα για τις υπηρεσίες του, ήταν το ποσό που αποφάσισε το διοικητικό συμβούλιο ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας επιτροπής, δηλαδή το ποσό των £7.
  1. Επαναλαμβάνουμε, στο σημείο αυτό, ότι ο εφεσείων ουσιαστικά παρέσχε την συγκατάθεσή του για τον τρόπο υπολογισμού του ύψους της αμοιβής του όταν πληροφορήθηκε από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου εν συνεδρία, την απόφαση του συμβουλίου να αναθέσουν τον υπολογισμό του ύψους της αμοιβής του στην αρμόδια επιτροπή.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Το ζήτημα αυτό, πραγματεύονται και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, S.O.R.E.L. Ltd v Servos
(1968)1 C.L.R. 123, Βασιλαράς κ. α. ν Α/φοι Θράσου & Σια
(2003)1 Α.Α.Δ. 1754 και Θρασυβούλου ν Φλωρίδη, ECLI:CY:AD:2015:A41, Πολιτική Έφεση Αρ. 206/09, 30/01/
  1. Η θέση της Ενάγουσας, είναι, ότι, οι τιμές που χρέωσε τους Εναγομένους για τις εργασίες της, -μέρος του οποίου αξιώνει με αυτή την Αγωγή, μετά και την αφαίρεση του ποσού των €5.500 που πληρώθηκε από την διαχειριστική επιτροπή-, ήταν, οι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τρέχουσες τιμές για την αγορά τους στην ελεύθερη αγορά. Χρησιμοποιήθηκαν, ως υποστηρίχθηκε -κυρίως από τον ΜΕ1-, οι τιμές μονάδος που περιλαμβάνονταν στην συμφωνία της Ενάγουσας με την διαχειριστική επιτροπή της Πολυκατοικίας, Τεκμήριο ΠΒ5, -προφανώς, σε ότι αφορούσε την κύρια εργασία ενίσχυσης των δομικών στοιχείων της πολυκατοικίας (βλ. Τεκμήριο ΠΒ4)-, οι οποίες, ήταν «οι τρέχουσες τιμές μονάδων για μεμονωμένες οικοδομικές εργασίες». Σημειώνεται, εδώ, και η μαρτυρία των ΜΕ2, ΜΕ3 και ΜΕ4, που επιβεβαιώνει την Ενάγουσα, στον βαθμό που αφορά την εκτέλεση της εργασίας σε σχέση με την οποία ο κάθε ένας από αυτούς έδωσε μαρτυρία, ότι, οι εν λόγω εργασίες, είχαν χρεωθεί σύμφωνα με τις τιμές μονάδος που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αποδέχομαι, εκ της προαναφερόμενης μαρτυρίας, ότι, η Ενάγουσα, έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι η απαίτησης της, αποτελεί λογική αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρείχε στους Εναγομένους (βλ. Θρασυβούλου ν Φλωρίδη, ECLI:CY:AD:2015:A41, Πολιτική Έφεση Αρ. 206/09, 30/01/2015).
  2. Έχοντας καταλήξει, ότι, η Ενάγουσα, δικαιούται το ποσό που αξιώνει, ως εύλογη αποζημίωση για τις εργασίες που εκτέλεσε στο ισόγειο διαμέρισμα της πολυκατοικίας, στρέφομαι στην εξέταση εναντίον ποιού προσώπου αυτή η απαίτηση της μπορεί να επιτύχει. Ως έχει προαναφερθεί, από την αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει, ότι, ιδιοκτήτης του διαμερίσματος είναι ο Εναγόμενος 1, ο οποίος, μάλιστα, είχε προσέλθει στην συμφωνία ημερομηνίας 28/07/2010 με την διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας, δια της οποίας, η τελευταία, ανέλαβε το κόστος των εργασιών που θα εκτελούσε η Ενάγουσα στο διαμέρισμα μέχρι ποσού €5.500 (Βλ. Τεκμήριο ΠΒ6). Ο Εναγόμενος 2, είναι υιός του Εναγομένου 1 και κάτοικος του διαμερίσματος, και το πρόσωπο που έδιδε τις οδηγίες στην Ενάγουσα για την εκτέλεση των εργασιών. Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αρχές, υποχρέωση αποζημίωσης της Ενάγουσας, έχει το πρόσωπο που εθελούσια αποδέχτηκε το τελικό αποτέλεσμα των εργασιών / υπηρεσιών της Ενάγουσας και απέκτησε / απολαμβάνει το όφελος τους. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, Εναγόμενος 1, που είναι ο τελικός αποδέκτης του οφέλους που οι εργασίες επέφεραν στο διαμέρισμα. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Pullock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η Έκδοση, Τόμος II, στην σελίδα 1088: «The word "enjoys" should not be construed as meaning "accepts and enjoys". Two conditions are essential for establishing a liability to contribution under s.
  3. First, work must have been done in part at least for the benefit of the defendant. Secondly, it is not enough that it has in fact resulted in benefit to the defendant; the defendant should have had after the execution of the work an opportunity of accepting or rejecting the benefit. ...». Το γεγονός, ότι, οι οδηγίες για την εκτέλεση των εργασιών, δίδονταν στην Ενάγουσα από τον Εναγόμενο 2 και όχι από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1, -ακόμη και εάν μπορούσε να υποτεθεί ότι ήταν χωρίς την εξουσιοδότηση του Εναγομένου 1; εύρημα στο οποίο δεν μπορώ να καταλήξω στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας (τουναντίον, από την μαρτυρία του ΜΕ1, φαίνεται ότι και ο Εναγόμενος 1 παρουσιαζόταν στο διαμέρισμα και είχε γνώση των εργασιών)-, δεν έχει καμία σημασία. Παραπέμπω και πάλι στο σύγγραμμα των Pullock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η Έκδοση, Τόμος II, όπου στην σελίδα 1075, αναφέρεται, ότι: «However, where the request is made by a wholly unauthorised person, or it is wholly invalid in law, a defendant cannot plead lack of liability to pay compensation for want of request, when he had received the benefit of the work done for him by the plaintiff not intending to do so gratuitously.».
  4. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1 για το ποσό των €7.586,09, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού, από την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής μέχρι εξόφλησης. Η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου 2, αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αγωγής, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεδομένης της κοινής εκπροσώπησης και υπεράσπισης των Εναγομένων, θεωρώ ότι δεν ενδείκνυται η έκδοσης διαταγής για έξοδα τύπου Bullock (βλ. Bullock v London General Omnibus Co [1907] 1 KB 264, CA) ή ακόμη και τύπου Sanderson (βλ. Sanderson v Blyth Theatre Co [1903] 2 KB 533, CA), σε ότι αφορά τα έξοδα της Αγωγής μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1 και ότι το ορθό είναι να μην διαταχθούν έξοδα μεταξύ τους (βλ. Mayer v Harte [1960] 1 WLR 770, CA και Bank America Finance Ltd v Nock [1988] AC 1002, HL). (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.