← Κύπρος

Αναστάσιος Α. Κουμής, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Λάρνακα κ.α. ν. Ζυγός Λαχανα

Αναστάσιος Α. Κουμής, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Λάρνακα κ.α. ν. Ζυγός Λαχαναγορά Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1206/2014, 27/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ- ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1206/2014 Μεταξύ:

  1. Αναστάσιος Α. Κουμής, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Λάρνακα
  2. Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου άλλως Εκκλησία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Εναγόντων και
  3. Ζυγός Λαχαναγορά Λτδ
  4. Κώστας Καλουτσίδης Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση ημερ. 16/5/17 για αντικατάσταση των Εναγόντων, προσθήκη νέων Εναγομένων και τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 27 Ιουνίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: : Γ. Ζαχαρίου και Γ. Δημητρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου Για Εναγόμενους/Καθών η Αίτηση: Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής και Φ. Χ΄Νικολή για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με βάση τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες 1 & 2 εκ μέρους του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Λάρνακας με δύο γραπτές Συμφωνίες συμφώνησαν και ενοικίασαν στον Εναγόμενο 1 με την εγγύηση του Εναγόμενου 2 πέντε υπό διαχωρισμό οικόπεδα σε ακίνητο ιδιοκτησίας του Ναού. Προνοείτο δε συγκεκριμένο ενοίκιο ανά χρονική περίοδο. Η αξίωση αφορά ποσό € 122.127,14 για καθυστερημένα ενοίκια για την περίοδο από 1/11/13- 31/10/14 και ποσό € 21.258,21 για την περίοδο από 1/11/14- 1/1/
  5. Αίτηση και Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές επιδιώκουν την τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή με τον τρόπο που εξειδικεύεται στις παραγράφους Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ και Η των αιτητικών. Νομική βάση της Αίτησης είναι η Δ.25, θθ.1-6 και Δ.48, θθ.1,2,3 & 7-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Άρθρο 30

(2)του Συντάγματος καθώς και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Φοίβου Φιλίππου Ταμία της Ενορίας Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Σωτήρος. Σε αυτή προβάλλονται βασικά οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: • Σε συνάντηση των Εναγόντων με τους νέους Δικηγόρους που χειρίζονται εκ μέρους τους την παρούσα αγωγή διεπιστώθη ότι εκ παραδρομής και ένεκα άγνοιας κάποιων δεδομένων δεν τέθηκαν ορθά όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα: i. Στο Κλητήριο χρησιμοποιήθηκε η προηγούμενη ονομασία των Εναγόντων και δεν λήφθηκε υπόψη η πρόνοια για ύπαρξη νομικής προσωπικότητας στην Ενορία. ii. Δεν αναφέρθηκαν και δεν περιελήφθησαν ως Εναγόμενοι στο Κλητήριο όλοι οι εγγυητές όπως αυτοί φαίνονται στην Τροποποιητική Συμφωνία. iii. Δεν αναφέρονται ορθά τα τελικώς ισχύοντα και συμφωνηθέντα ενοίκια και επιπροσθέτως δεν αξιώνονται ενοίκια για την περίοδο από της καταχώρησης της αγωγής μέχρι και την τυχόν έκδοση απόφασης με αποτέλεσμα η επιζητούμενη θεραπεία να μην είναι ορθή. • Όλα τα πιο πάνω διαπιστώθηκαν πριν από λίγες μέρες που οι Ενάγοντες είχαν συνάντηση με τους νέους Δικηγόρους τους για προετοιμασία της ακρόασης και μετά από συνάντηση με εκπροσώπους των Εναγομένων όπου διεφάνη ότι δεν υπήρχε δυνατότητα για εξεύρεση συναινετικής λύσης. • Η υπό κρίση Αίτηση έγινε αμέσως μόλις έγιναν αντιληπτές οι πιο πάνω ελλείψεις και δεν προκαλεί στους Εναγόμενους οποιοδήποτε πρόβλημα που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή για τα έξοδα. Αντίθετα θα είναι όλα τα αναγκαία πρόσωπα ενώπιον του Δικαστηρίου και θα μπορέσει να εκδικαστεί η επίδικη διαφορά αναφορικά με όλους τους διαδίκους. Ένσταση και Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.35, θθ. 2,19, Δ.48, θθ. 1-9 και Δ.57, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 1-4 του Νόμου 134(Ι)/99 καθώς και στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: § Δεν δικαιολογείται η τριετής καθυστέρηση των Εναγόντων να υποβάλουν την παρούσα Αίτηση. § Η Αίτηση δεν βοηθείται από τους Θεσμούς που οι Ενάγοντες επικαλούνται. § Ο αναφερόμενος Καταστατικός Χάρτης δεν μπορεί να προσδώσει από μόνος του νομική οντότητα σε κάτι. § Οι Ενάγοντες θα πρέπει στην πραγματικότητα να αποσύρουν την παρούσα αγωγή και να καταχωρήσουν άλλη διότι αλλάζουν πλήρως οι Ενάγοντες και προστίθενται άλλοι. § Το Τεκμήριο Β της Ενόρκου δηλώσεως της Αίτησης δεν βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο την Αίτηση. § Τα αναφερόμενα λάθη στα ενοίκια δεν εξηγείται γιατί έγιναν ούτε και γιατί δεν διαπιστώθηκαν ενωρίτερα. § Το γεγονός της αλλαγής δικηγόρου δεν μπορεί να βοηθήσει τους Ενάγοντες στην Αίτηση τους. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Κατερίνας Κονναρή, υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων στην οποία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι Ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό κρίση Αίτηση καθόσον αφορά τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις έχει ως κύρια βάση της την Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties." Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.3
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.4 ΄Ομως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται5. Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης6 (πιο πάνω).
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.7.
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.8 Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της 3 Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. 4 Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. 5 6 «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378. 7 Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. 8 Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607. διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[3] Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 Α.Α.Δ. 111. Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στη σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81).» Όσον αφορά την αντικατάσταση των Εναγόντων που αφορά η επιζητούμενη θεραπεία υπό στοιχείο (Α) της Αίτησης σχετική είναι η Δ.9, θ.2 η οποία διαλαμβάνει τα εξής: "2. Where an action has been commenced in the name of the wrong person as plaintiff, or where it is doubtful whether it has been commenced in the name of the right plaintiff, the Court or a Judge may, if satisfied that it has been so commenced through a bona fide mistake, and that it is necessary for the determination of the real matter in dispute so to do, order that any other person consenting thereto be substituted or added as plaintiff upon such terms as may be just". Σε ό,τι αφορά την επιδιωκόμενη προσθήκη εναγόμενων που αφορά στην επιζητούμενη με την παράγραφο (Β) θεραπεία, το ζήτημα διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.9, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το αίτημα για αντικατάσταση των Εναγόντων και προσθήκη των προτεινόμενων Εναγόμενων 3, 4 & 5 είναι το πρωταρχικό θέμα που χρήζει εξέτασης καθότι η κρίση επ' αυτού θα έχει την ανάλογη επίδραση και στην αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει, βασικά, στους ενάγοντες με το Δικαστήριο να διατηρεί την εξουσία δυνάμει της Δ.9, θ.10[4] η οποία και καθορίζει και τις συνέπειες τέτοιας τροποποίησης[5] να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι προφανές ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι διάδικοι ενώπιον του συναρτάται προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις[6]. Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 θα πρέπει να κριθεί αναγκαίος διάδικος. Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διάδικους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων[7]. Στην Byrne and Another ν. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 o Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου ως εξής: "One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought it should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it." Σε ελληνική μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία[8].» Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για τον εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10 (βλ.) Αmon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Aγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1 (Β) Α.Α.Δ. 772)». Όπως αναφέρθηκε στην PT Kiani Kertas κ.α. ν. Ιnterorient Navigation Company Ltd. Κ. κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1475, σοβαρός παράγων είναι επίσης το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Στην υπόθεση Covotsos Textiles Ltd. v. Ellerman Lines Ltd et al
(1983)1 C.L.R. 479, αίτημα για τροποποίηση της Αναφοράς εγκρίθηκε κατόπιν πρόσθεσης νέου συνεναγομένου, εφόσον η προσθήκη είχε ήδη γίνει. Ο Σαββίδης Δ., όμως, εξετάζοντας το θέμα της προσθήκης νέου εναγομένου, παρέπεμψε στο Annual Practice, 1982, σ. 210 όπου αναφέρεται: "Leave to add a defendant will not be granted after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant (Lucy v. W.T. Henleys Telegraph Works Co. Ltd. [1970] 1 Q.B. 393). Query, however, whether the court has a wide discretion, which will be rarely exercised, to add a defendant after the expiry of the relevant period of limitation (Marubeni Corporation and Another v. Pearlstone Shipping Corporation, The Times, June 30, 1977 C.A.)." Επίσης στο Σύγγραμμα Bullen & Leake Precedents of Pleadings 12η έκδοση σελ.167 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "On the other hand, leave will not be granted to add a defendant after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant nor where the addition will have the effect of adding a new cause of action." Δικονομικό Ιστορικό της παρούσας υπόθεσης Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. à Στις 13/5/14 κατεχωρήθη το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. à Στις 15/5/14 κατεχωρήθη σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων 1 &
  1. à Στις 28/5/14 κατεχωρήθη η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων. à Στις 27/6/14 κατεχωρήθη η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. à Στις 24/7/14 κατεχωρήθη από τους Εναγόμενους Αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και στις 30/10/14 Ένσταση από μέρους των Εναγόντων. Η εν λόγω Αίτηση απεσύρθη στη συνέχεια στις 17/11/
  2. à Ακολούθησε στις 4/11/14 Αίτηση από τους Ενάγοντες για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και Ένσταση από τους Εναγόμενους στις 7/11/
  3. Η εν λόγω Αίτηση εκδικάστηκε και απερρίφθη με Απόφαση του Δικαστηρίου την 1/12/
  4. à Κατόπιν αίτησης ορισμού από μέρους των Εναγόντων η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 12/2/15 ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκαν Διατάγματα για εκατέρωθεν αποκάλυψη και η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση στις 29/6/
  5. à Στις 29/6/15 η ακρόαση ανεβλήθη λόγω αιτήματος εκ μέρους των Εναγόντων και επαναορίστηκε στις 3/2/
  6. à Στις 19/1/16 έγινε αλλαγή των Δικηγόρων των Εναγόντων. à Στις 3/2/16 η ακρόαση της αγωγής ανεβλήθη κατόπιν κοινού αιτήματος των διαδίκων λόγω της επιθυμίας τους να καταβάλουν προσπάθειες για διευθέτηση και επαναορίστηκε στις 7/6/
  7. à Η ακρόαση της υπόθεσης ανεβλήθη στη συνέχεια από το Δικαστήριο δύο φορές και ορίστηκε στις 27/10/16 και ακολούθως στις 17/5/
  8. à Μεσολάβησε στις 16/5/17 η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Εξέταση των αιτούμενων θεραπειών καταδεικνύει ότι αυτές μπορούν να ενταχθούν σε δύο κατηγορίες ως ακολούθως: • Η πρώτη κατηγορία αφορά σε αιτήματα τροποποίησης του τίτλου αφενός δια της αντικατάστασης των Εναγόντων και αφετέρου δια της προσθήκης των προτεινόμενων Εναγομένων 2, 3, και 4 και συνακόλουθες τροποποιήσεις [Αιτητικά (Α), (Β),(Γ),(Δ)(ΣΤ) και (Η) ] και • Η δεύτερη κατηγορία αφορά σε τροποποιήσεις συγκεκριμένων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης [Αιτητικά (Ε) και (Ζ)]. Συγκεκριμένα μέσω της παραγράφου (Α) της Αίτησης επιζητείται η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της αντικατάστασης των Εναγόντων και συνεπακόλουθη διαγραφή τόσο της παραγράφου 1 όσο και της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης και αντικατάσταση της με άλλες (Αιτητικά υπό στοιχεία (Α), (Γ) & (Δ). Περαιτέρω μέσω των παραγράφων (Β), (Η) και (ΣΤ) επιζητείται η προσθήκη και η άδεια για προσθήκη των προτεινόμενων Εναγομένων 2, 3 και 4 και συνακόλουθη τροποποίηση της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης. Μέσω δε της παραγράφου (Ε) επιζητείται η τροποποίηση της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτηση και [μέσω της παραγράφου (Ζ)] συνακόλουθη διαγραφή των παραγράφων Α, Β, Γ και Δ της Αξίωσης (παράγραφος 16) δια της αντικατάστασης του με νέα παράγραφο Α και αντικατάσταση του Γ με το Β. Όπως έχει επισημανθεί ανωτέρω η τροποποίηση του τίτλου μιας αγωγής περιλαμβανόμενης και της προσθήκης και αντικατάστασης διαδίκου διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα εάν η αγωγή καταχωρηθεί στο όνομα λανθασμένου Ενάγοντα το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, σύμφωνα με τη Δ.9, θ.2, εάν κρίνει ότι το λάθος έγινε καλόπιστα, να επιτρέψει την διόρθωση του λάθους και να γίνει αντικατάσταση του λανθασμένου Ενάγοντα με τον σωστό. Βασική είναι επίσης η Δ.9, θ.10 η οποία προνοεί ότι καμία αγωγή δεν απορρίπτεται με μόνο αιτιολογικό ότι σε αυτήν περιλήφθηκαν διάδικοι που δεν έπρεπε ή δεν περιλήφθηκαν άτομα που έπρεπε να περιληφθούν. Το λάθος δύναται να διορθωθεί, με διαγραφή ή προσθήκη διαδίκου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση παρά το γεγονός ότι επιζητούνται θεραπείες που έχουν σχέση με την τροποποίηση του τίτλου της παρούσας αγωγής δια της προσθήκης και διαγραφής διαδίκων, δεν έχει συμπεριληφθεί στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης η σχετική δικονομική διάταξη η οποία διέπει το θέμα, ήτοι η Δ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.25, θθ.1-6 η οποία έχει περιληφθεί περιορίζεται στην τροποποίηση δικογράφων. Η Δ.48, θ.2[9] προνοεί ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζονται οι νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς.[10] Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa (ανωτέρω) υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Μάλιστα στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743 λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, στον νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.64. Η σημασία της τήρησης των Θεσμών τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64, Ashot Egiazaryan v. Denoro Investments Ltd κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 409 και Παναγιώτη Ιωάννου v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. Πολιτική Έφεση αρ. 181/10, ημερ. 29/7/2014.[11] Σχετική είναι, επίσης, και η πιο κάτω αναφορά από την Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) στη σελ. 623 στο πλαίσιο ερμηνείας του Αγγλικού Order 28, r. 1 (που αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.25) όπου επισημαίνεται η δικονομική βάση επί της οποίας θα πρέπει να βασιστεί αίτημα για προσθήκη νέου Ενάγοντα ή νέου Εναγόμενου όπου τονίζεται ότι αυτή θα πρέπει να είναι η (Αγγλική) πρόνοια του Order 16, rr. 11 & 12 (το οποίο αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.9) : "Parties.--The statement of claim and the writ should correspond "in the names of the parties, in the number of the parties, and in the characters in which they sue and are sued; a mere misnomer may be corrected in the statement of claim, but the writ should be amended before judgment. The plaintiff can always discontinue the action against any of the defendants by notice in writing under O. 26, r, 1. But if either party desires to add a new plaintiff or a new defendant, he must apply under O. 16, rr. 11 and 12 (Kendall v. Hamilton, 4 App. Cas. 504)". Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω στην έκταση που η υπό κρίση Αίτηση επιδιώκει την τροποποίηση του τίτλου της παρούσας αγωγής δια της προσθήκης και διαγραφής διαδίκων οι θεσμικές διατάξεις στις οποίες θεμελιώθηκε δεν παρέχουν έρεισμα στις θεραπείες που επιζητούνται και έχουν σχέση με αυτά εφόσον ελλείπει η αναγκαία νομική θεμελίωση της με αποτέλεσμα εξ αυτού και μόνο του λόγου να υπόκειται σε απόρριψη. Παραμένει, ωστόσο, προς εξέταση η Αίτηση σε σχέση με τις υπόλοιπες επιζητούμενες θεραπείες που αφορούν σε τροποποίηση του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Πρόκειται για τις αιτούμενες θεραπείες υπό στοιχεία (Ε) και (Ζ). Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση, έχοντας κατά νου και τα σημεία που εγείρονται στην Ένσταση των Εναγομένων. Όσον αφορά τον παράγοντα καθυστέρηση, επισημαίνω ότι εδώ το ζητούμενο είναι το από πότε ήταν που διαπιστώθηκαν ελλείψεις και παραλείψεις και ότι το δικόγραφο των Εναγόντων δεν ανταποκρινόταν πλήρως στους ισχυρισμούς των Εναγόντων/Αιτητών και η αναγκαιότητα για κάλυψη τους. Στην παρούσα υπόθεση ο λόγος που προβάλλεται για την αναγκαιότητα υποβολής της παρούσας Αίτησης στο παρόν στάδιο και μετά από παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος είναι ότι σε συνάντηση των Εναγόντων με τους νυν δικηγόρους τους για σκοπούς προετοιμασίας για την ακρόαση και αφού μεσολάβησε προηγουμένως προσπάθεια για εξεύρεση συναινετικής λύσης διεπιστώθη ότι, ένεκα παραλείψεων και άγνοιας κάποιων δεδομένων, δεν τέθηκαν ορθά όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν. Σιακόλα [1999] 1 Α.Α.Δ. 44 δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν είχε νωρίτερα γνώση των κενών ή δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ότι νομικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. Έστω και αν ακόμα οι παραλείψεις ή ελλείψεις οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή του ιδίου ή του δικηγόρου του. Με αυτή την έννοια και, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός της απόσυρσης των προηγούμενων δικηγόρων των Εναγόντων και την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης μετά που μεσολάβησε αρχικά η αλλαγή δικηγόρων και στη συνέχεια προσπάθεια για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης η οποία απέτυχε, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη υπέρμετρης και/ή αναιτιολόγητης καθυστέρησης εκ μέρους των Εναγόντων, ούτε και πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία. Όπως έχει νομολογηθεί, μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε σε αβλεψία ή παραδρομή. Ακόμη, ότι όσο αμελής και να υπήρξε η πρώτη παράλειψη και όσο καθυστερημένα και να υποβάλλεται η αίτηση τροποποίησης, η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα πρέπει να εγκριθεί, αν αυτό μπορεί να γίνει χωρίς πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά[12]. Το σημείο αυτό που αφορά το καθυστερημένο στάδιο υποβολής της αίτησης δεν γέρνει καταλυτικά την πλάστιγγα σε βάρος των Αιτητών/Εναγόντων και ούτε ο παράγοντας χρόνος καθ΄ εαυτού είναι καθοριστικής σημασίας. Ούτε μου διαφεύγει την προσοχή ότι οι Ενάγοντες και/ή οι δικηγόροι τους είχαν την υποχρέωση, αν επιδεικνυόταν μεγαλύτερη επιμέλεια και προσοχή, να διαπιστώσουν τα όποια λάθη ή παραλείψεις στην παράθεση των γεγονότων της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα από πολύ νωρίς στη διαδικασία, χωρίς να αφεθεί το ζήτημα αυτό σε μεταγενέστερο στάδιο. Μια τέτοια, όμως, παράλειψη δεν θα πρέπει, κατά την άποψη μου, να αποστερήσει στους Ενάγοντες την εκ των υστέρων δυνατότητα να θέσουν την πραγματική εικόνα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακόμη, διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καν ξεκινήσει και, άρα, βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια και δεν βλέπω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των Εναγομένων που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης του Κλητηρίου ως η παράγραφος (Ε) και (Ζ) της Αίτησης. Σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά για τους λόγους που έχουν ανωτέρω εξηγηθεί, ήτοι την ανυπαρξία νομικής θεμελίωσης, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες μετά τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος και Υπεράσπιση στο τροποποιημένο Κλητήριο σε 10 ημέρες μετά την επίδοση του. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ΄ών η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.)................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. [4] «
  2. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court of a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants that ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this prescribed Order or in such manner as may be prescribed by any special order and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» [5] Δέστε Ferro Fashions Limited v. Fashio Box S.R.L.
(1999)1 A.Δ.Δ. 1805, 1809. [6] Δέστε Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372. [7] Δέστε Van Gelder, Apsimon & Co. v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch. D. 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co. v. Mcllwraith & Co. [1896] 2 Q.B. 464, C.A. Ideal Films Ltd. ν. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688 [8] Δέστε Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1977)1 Α.Α.Δ. 772. [9] 2.
(1)Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded. [10] Δέστε Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120 όπου, μεταξύ άλλων τονίστηκαν τα εξής: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48, r. 1. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute.." [11] Δέστε, επίσης, την υπόθεση Dora Holdings Ltd v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(2010)1 Α.Α.Δ. 649. [12] Δέστε Astor ν. Leventis
(1993)1 A.A.Δ. 726. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.