ΙΓΚΟΡ ΤΖΕΙΡΑΝΙΔΗ ν. ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1631/2011, 22/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1631/2011 Μεταξύ: ΙΓΚΟΡ ΤΖΕΙΡΑΝΙΔΗ Καθ' ου η Αίτηση / Ενάγοντας - και - ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑ Αιτητή / Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 22/03/2017 Αίτηση για τροποποίηση απόφασης ημερομηνίας 30/05/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή / Εναγόμενο: κ. Κυριακίδης για την Χάρης Κυριακίδης Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση / Ενάγοντα: κ. Παπαχρυσοστόμου για την Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Η επικαλεσθείσα Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ., προνοεί ότι: «Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ΄ αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Πρόκειται για θεσμό, που, παρά την πρόσφατη τροποποίηση της Δ.25 των Θ. Π. Δ. [[i]], σε μεγάλο βαθμό και κυρίως επί της ουσίας του, αυτός διατηρήθηκε αναλλοίωτος. ]Σημείωση: Στην προηγούμενη του μορφή, ως τότε ρυθμιζόταν και πάλι από τον κ. 6, ο εν λόγω θεσμός (που ήταν ταυτόσημος σε πρόνοιες με την O. 28, r. 11 των Αγγλικών Θεσμών Ανωτάτου Δικαστηρίου - R. S. C.), αξίζει να σημειωθεί, προνοούσε τα εξής: «Clerical mistakes in judgments or orders, or errors arising therein from any accidental slip or omission, may at any time be corrected by the Court or a Judge on application without an appeal».]. Παρατήρηση του Δικαστηρίου, αναγκαία υπό τις περιστάσεις, για να σημειώσει, ότι, τα μέχρι στιγμής νομολογηθέντα επί του ζητήματος, δεσμεύουν το Δικαστήριο στην λήψη της απόφασης του στην υπό κρίση Αίτηση.
- Είναι νομολογημένο, ότι, μέχρις ότου μία απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου έχει ολοκληρωθεί και τελειοποιηθεί δια της σύνταξης και υπογραφής της, το Δικαστήριο που έχει δώσει την απόφαση έχει το δικαίωμα (είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε των διαδίκων), σε κατάλληλη περίπτωση, να την αναθεωρήσει [[ii]]. Στην περίπτωση όμως, όπου, η απόφαση του Δικαστηρίου με το πέρας της δίκης δεν είχε από έδρας ανακοινωθεί προφορικά, αλλά είχε επιφυλαχθεί, και στην συνέχεια, αφού ετοιμάστηκε και τυπώθηκε τελικώς, ανακοινώθηκε σε ανοικτή συνεδρίαση του Δικαστηρίου, υπογράφτηκε από τον Δικαστή που την έχει δώσει, το πρωτότυπο του υπογεγραμμένου κειμένου της καταχωρήθηκε επίσημα ως μέρος των πρακτικών του φακέλου του Δικαστηρίου και αντίγραφα της δόθηκαν ταυτοχρόνως στους διαδίκους, δεν υπάρχει η ευχέρεια το Δικαστήριο που έδωσε την απόφαση να ξανανοίξει την υπόθεση για οποιοδήποτε ζήτημα και να αναθεωρήσει, αλλάξει, τροποποιήσει, ή παραμερίσει την απόφαση του, με μοναδική εξαίρεση την περίπτωση όπου τούτο γίνεται για να διορθωθεί λάθος στην απόφαση του δυνάμει των προνοιών της Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ. (βάσει του κανόνα που είναι γνωστός, ως «ο κανόνας της τυχαίας διολίσθησης» / «slip rule») και υπό την συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου (Βλ. Δ.34 των Θ. Π. Δ. [[iii]], Stelios P. Orphanides v Vyron Michaelides
(1968)1 C.L.R. 295, Katarina Shipping Inc. v The Cargo Now On Board On The Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486 το σκεπτικό της οποίας έγινε δεκτό από το Εφετείο στην Katarina Shipping Inc. v The Cargo Now On Board On The Ship "Poly"
(1981)1 C.L.R. 645).
- Συνεπώς, η Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ. εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου σε μία υπόθεση παρουσιάζεται να έχει γίνει ένα τυπογραφικό λάθος σε απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου, ή λάθος σε απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη (ή λεκτική ανακρίβεια), είτε από το ίδιο το Δικαστήριο, είτε από δικαστικό Πρωτοκολλητή ή άλλο δικαστικό λειτουργό [[iv]].
- Σε κάθε περίπτωση (ανεξαρτήτως δηλαδή των προνοιών της Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ.), το Δικαστήριο, ως Δικαστήριο δικαίου, έχει εγγενή δυνατότητα τροποποίησης των δικών του πρακτικών και διαταγμάτων, προς τον σκοπό απόδοσης σε αυτά του νοήματος που επιθυμεί να τους αποδοθεί, με γνώμονα την διαταγή που έχει πραγματικά ανακοινώσει και μεταφέρει τις προθέσεις του Δικαστηρίου, ή/και προς τον σκοπό ξεκαθαρίσματος / απλοποίησης του νοήματος τους, εκεί που εντοπίζεται ότι έχει χρησιμοποιηθεί αμφίβολο λεκτικό [[v]]. Νοουμένου, πάντοτε, ότι, κάτι τέτοιο δεν θα προκαλέσει αδικία, ή, ότι θα γίνει υπό όρους που θα αποκλείουν την πρόκληση αδικίας (όταν για παράδειγμα έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα και έχουν παρεμβληθεί δικαιώματα τρίτων [[vi]]). Και τούτο εφαρμόζεται, τόσο στην περίπτωση όπου η διόρθωσης, γίνεται σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ. όσο και στις περιπτώσεις που γίνεται κατ' επίκληση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου [[vii]].
- Βλέπε, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, την απόφαση του Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Χατζηαναστασσίου στην υπόθεση Katarina Shipping Inc. v The Cargo Now On Board On The Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486, στην οποία αναφορά έχει ήδη γίνει ενωρίτερα, και την εκεί παρατιθέμενη αγγλική νομολογία In re Swire Mellor v Swire [1885] 30 Ch. D. 239, Hatton v Harris [1892] A.C. 547, Lawrie v Lees, [1881] 7 App. Cas. 19, Oxley and Others v Link [1914] 2 K.B. 734, Milson v Carter [1893] A.C. 638, Re Inchcape, Craigmyle v Inchcape, [1942] 2 All E.R. 157, Tank Ming Co. Ltd. v Yee Sang Metal Supplies Co. [1973] 1 All E.R. 569, P.C., R. v Michael, [1976] 1 All E.R. 629, στην οποία οι αρχές της νομολογίας συνοψίστηκαν ως εξής: «Having reviewed the authorities at length, it becomes clear in my view (
- a)that an application to correct a drawn up order ought to have been made to the Court of first instance or the Judge having jurisdiction to correct the drawn up order, though passed and entered, if it does not express what the Court intended; (
- b)that the Court has jurisdiction over its own records, and if it finds that the order as passed and entered contains an adjudication upon that which the Court in fact has never adjudicated upon, then it will in a proper case exercise jurisdiction to correct its own record, that it may be in accordance with the order really pronounced, or in order to bring it into harmony with the order which the Judge obviously meant to pronounce; (
- c)the correction ought to be made upon a motion to that effect, and is not a matter either for rehearing or for appeal (Hatton v. Harris supra); and (
- d)that even though the requirements of the slip rule are satisfied, there is, nevertheless, a discretion in the Court to allow or to refuse an order for amendment if something has intervened which would render it inexpedient or inequitable to do so.». 7. Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Sofoclis Neophytou Sofocli v Nicos G. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583, Παπανδρέας Παπαχριστοφόρου ν κ. α. ν Κρήτης Γεωργίου Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Ειρήνη Κ. Κάκουλλου ν Ιορδάνη Σαββίδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 935 και Σάββας Παύλου ν Αδελφοί Λανίτη Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 532, στις οποίες αποφασίστηκε ότι, το Δικαστήριο, δεν έχει δικαιοδοσία με βάση την Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ. να τροποποιήσει τους όρους ενός συμβιβασμού των διαδίκων («consent order recording an agreement of the parties»), αλλά μπορεί να τροποποιήσει απόφαση ή διαταγή του που βασίστηκε σε συμφωνία των διαδίκων («consent order of the Court founded on an agreement of the parties»), όταν οι προαναφερόμενες περιστάσεις που το δικαιολογούν ενυπάρχουν. 8. Στην προκείμενη περίπτωση, η απόφαση του Δικαστηρίου, η τροποποίηση της οποίας επιδιώκεται, ήταν το αποτέλεσμα δηλώσεως συμβιβασμού της διαφοράς των Διαδίκων στο Δικαστήριο. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Doudou Mustafa Matsouri ν Duriye Ahmet Rustem
(1973)3 J.S.C. 268: «The question of the power of a Court to set aside an order made by it on the basis of a compromise has been examined in the past on a number of occasions; and we shall refer to some of the relevant case-law; In the case of Diets v. Lennig Chemicals, ltd.
(1966)2 All E.R. p. 962, Lord Denning, M.R., in delivering his judgment in the Court of Appeal, said (at p. 964):- "The law is settled by a series of cases, particularly Holt v. Jesse.
(1876)3 Ch.D.177, and 'Harvey v. Croydon Union Rural Sanitary Authority.
(1884)26 Ch.D. 249. They show that if, before a consent order is drawn up, it appears that the consent was given under a misapprehension, or from a misstatement or want of materials, then the party can come to the Court and ask that it he not drawn up. Of course, he cannot come without good reason. If he seeks arbitrarily to get out of it, the Court will not listen to him; but, if he has any good reason, then he can come and ask that it should not be made an order of the Court, and that it be set aside". The decision of the Court of Appeal in the Dietz case (supra) -- which upheld the setting aside of the consent order involved in that case - was approved by the House of Lords (
(1967)2 All E.R, 282). In the case of Marsden v. Marsden,
(1972)2 All E.R. 1162, Watkins J. said in his judgment (at p. 1165): - "With regard to the circumstances in which the Court should interfere to set aside an order based on a compromise, Ι have been referred to a number of authorities. They all show that the Court should view such applications as this with extreme caution and that a Court will not grant such an application except in a case which calls clearly for interference with the order made. It is a discretionary remedy to be exercised with care and with regard to the injustice or otherwise of allowing an order to stand". Also, later on in his judgment (at p. 1167) he adopted, as representing "the state of the present law", [*275] the following passage from Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 39 paragraph 7k, p. 51): - "The position is more uncertain where the authority of counsel is limited, but the limitation ''is unknown to the other side, who enter into the compromise believing that the opponent's counsel has the ordinary unlimited authority. In some cases, where the matter is within the ordinary authority of counsel, the Courts have refused to inquire whether there was any such limitation, when it was not communicated to the other side, and have refused to set aside a compromise entered into by counsel. But the true rule seems to be that in such case the Court has power to interfere; that it is not prevented by the agreement of counsel from setting aside or refusing to enforce a compromise; that it is a matter for the discretion of the Court; and that when, in the particular circumstances of the case, grave injustice would be done by allowing the compromise to stand, the compromise may be set aside, even although the limitation of counsel's authority was unknown to the other side". Earlier on (at p. 1166) in his judgment, Watkins J., had stated: - "I think it is well settled law that the Court will not interfere at a time after perfection of the order". In opposing the present application counsel for Rustem argued that we have no power to grant it because the compromise reached at the hearing of the appeal has been embodied in a Court Order which was perfected before the application was made; and he relied in this respect on the 5 case of Orphanides v. Michaelides,
(1968)11 -1,3,0, 895. In that case it was held that a reserved judgment of the Supreme Court could not he varied or be set aside after it had been perfected and that it was to be treated as perfected when delivered in a printed form, signed and filed, without a formal... order having to be drawn up on the basis thereof before- its perfection would be completed. It was stated as follows (at p. 903): - "In each case where judgment has been reserved in Cyprus, such judgment is prepared and printed finally, and, as soon as it has been read in open Court, it is signed by the judges who have delivered it, and the original thereof is filed as a matter of record in the official Court file (as it has been done in this case on the 15th December, 1967); and copies are given out at once, there and then, to the parties in the appeal, as, again, it has been done in the present case. We are of the view, therefore, that looking at the essence of things, and not losing sight of it through procedural technicalities, the position in Cyprus, in relation to a reserved judgment is that such judgment is completed and perfected (just as it happens in England when an orally pronounced judgment is drawn up and entered) when it is delivered, signed and filed and whatever there remains to be done by way of formally entering it, on the application of a party, is not necessary for its completion or perfection, but it may well be a formality necessary for other purposes. Therefore, once, in Cyprus, a judgment has been delivered, signed and filed, there can be no possibility for the Court which has delivered it to rehear argument and to change it, or set it aside, except, of course, to the extent to which it has, always, been possible to correct an error in a judgment under the provisions of Order 25,''rule 6 (which is known as the 'slip' rule and corresponds to Order 20 rule 11 of the Rules of the Supreme Court in England), and. under the inherent jurisdiction of the Court". In delivering his judgment in Re Barrell Enterprises,
(1972)3 All E.R. 631 (at p. 636), Russel, L. J., expressed the view that even "When oral judgments have been given, either in a Court of first instance or on appeal, the 'successful party ought save in most exceptional circumstances to be able to assume that the judgment is a valid and effective one". In the present instance the order made, by consent, in the appeal, on the 19th May, 1972, has not been drawn up, because neither side has applied for this to be done, but the relevant record of the Court, embodying such order, had been typed, signed and filed before the 2nd of June, when there was filed in relation to it the application with which we are now dealing. It has not been contended by counsel for the applicant, Matsouri, that the approach adopted by the Court in the Orphanides case (supra), regarding the perfection of a reserved judgment delivered in an appeal, does not apply to the present case, where we were concerned with a judgment given by consent in an appeal; so we are inclined to treat the said consent judgment as having "been perfected before the present application was made; and this is, in the light of the already referred to case-law, a sufficient ground for dismissing this application. It is to be observed that though the present application is based on the contention that counsel for the applicant, Matsouri, had no authority at all to reach any compromise in the appeal, it has none the less been made abundantly clear by her counsel that it is not sought now to set aside the consent judgment for £2000, hut only to vary the terms agreed to between the parties regarding the stay of execution of such judgment. In the affidavit of Matsouri it is stated that the present market value of the properties which, in return of the consent judgment against her for £2000, will remain registered in her name, as a gift from [*279] Rustem, is about £2500, What she complains of is that the terms for the stay of execution of the judgment are onerous. We do think that in this case the applicant, Matsouri, is seeking to improve in her favour the terms of a bargain on the basis of which she retained ownership of disputed gifts of immovable property, In view of the above, and bearing also in mind that, as agreed, if Matsouri complies with the said terms until the death of Rustem, who is over seventy years old, then the consent judgment for £2000 will be deemed to have been fully satisfied and no right in respect thereof will devolve upon the heirs of Rustem, we do not feel at all satisfied that - even if the consent judgment had not been perfected and we could exercise in relation thereto our relevant discretionary powers - this is a case clearly calling for interference by us with the said judgment, in the course of a proper exercise of our said powers.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Μαρκίδης ν Αιμίλιος Ηλιάδης Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ
- Έχω εξετάσει το πρακτικό της 08ης/01/2016 και δεν έχω διαπιστώσει η βούληση των διαδίκων, ως είχε εκφραστεί από τις δηλώσεις των συνηγόρων τους ενώπιον του Δικαστηρίου, να μην έχει διατυπωθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου, ορθά από το Δικαστήριο, ή με παρέκκλιση, ή σε κάθε περίπτωση ο συμβιβασμός τους να μην έχει αποδοθεί σωστά από το Δικαστήριο, ούτως ώστε να δικαιολογείτο η Αίτηση αυτή του Εναγομένου για διόρθωση οποιουδήποτε «λάθους» σύμφωνα με την Δ.25 κ. 4 των Θ. Π. Δ. και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η δε απόφαση του Δικαστηρίου έχει τελειοποιηθεί πριν την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και το περιεχόμενο της είναι σαφές, ώστε να μην υπάρχει ευχέρεια επέμβασης του Δικαστηρίου.
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί η Αίτηση του Εναγομένου αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης αυτής, €250, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] - ήτοι, με τους περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 και περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26/09/2014, 06/02/2015 και 13/05/2015 αντίστοιχα, κατ' ενάσκηση των εξουσιών που παρέχονται στο Ανώτατο Δικαστήριο από το Άρθρο 163 του Συντάγματος και το Άρθρο 17 των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 1991 - [ii] Βλ. Katarina Shipping Inc. v The Cargo Now On Board On The Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486 και Re Ευάγγελος Πουργουρίδης, Πολιτική Έφεση Αρ. 331/14, 25/06/2015. [iii] Βλ. Re Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 761 και Re Φιλελεύθερος Λτδ. κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1729, στις οποίες με αναφορά στις πρόνοιες της Δ.34 κ. 3 των Θ. Π. Δ., αποφασίστηκε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι το συντεταγμένο διάταγμα («drawn up order») αλλά η πλήρης απόφαση περιλαμβανομένου και του σκεπτικού της. [iv] Στην υπόθεση Πανίκος Σ. Σιβιτανίδης ν Ελένη Α. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 179, το Εφετείο δια του έντιμου Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Γ. Μ. Πική, ανέλυσε στο σκεπτικό του για την κατάληξη του, τι σημαίνει ο όρος «γραμματικό λάθος». Παραθέτω την σχετική περικοπή: «"Όπως είχα την ευκαιρία να εκθέσω στην Koumi v. Republic
(1987)3 C.L.R. 1519 - στα αγγλικά - και μεταγενέστερα στην Ε. Φιλίππου Λτδ. v. Compass Insurance Co. Ltd.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 664. "Γραμματικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στη διατύπωση σε αντίθεση με τη διαμόρφωση των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στην εναρμόνιση του λόγου με την έκδηλη πρόθεση." Ο όρος "γραμματικό λάθος" ενέχει την ίδια έννοια σε σχέση με δικαστικές αποφάσεις και σκοπεί στην εναρμόνιση του κειμένου της απόφασης με την καταφανή πρόθεση του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την απόφασή του το δικαστήριο επεδίκασε στην Αγωγή Αρ. 739/84 έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου. Στη Sofocli ν. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583,587, εξηγείται ότι τόσο η εξουσία η οποία παρέχεται από τη Δ.25 θ.6, όσο και η σύμφυτη δικαιοδοσία του δικαστηρίου για τη διόρθωση λαθών περιορίζεται σε λάθη τα οποία προκύπτουν από παράλειψη του δικαστηρίου να δώσει σωστή λεκτική έκφραση στην εξ συμφώνου αναντίλεκτη πρόθεση του [βλ. επίσης R. v. Cripps [1983] 3 All E.R. 72 (C.A.)]. Μετά την τελειοποίηση απόφασης με την υπογραφή της από το δικαστή ή δικαστές που την έχουν εκδώσει, ο μόνος τρόπος διόρθωσης σφάλματος που περιέχεται σ' αυτή είναι μέσω της άσκησης έφεσης. Μόνο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να αναθεωρήσει εκδοθείσα απόφαση. Η εξουσία για διόρθωση απόφασης από το ίδιο το δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ατελούς κειμένου στην έκδηλη κατά τα άλλα πρόθεση του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο δεν προέβη στη διόρθωση λάθους αλλά στην αναμόρφωση της προηγούμενης απόφασής του, υπερβαίνοντας τις εξουσίες του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Επίσης, στην υπόθεση Μ. Μονιάτη & Υιοί Λτδ. v Νεοφύτου
(2009)1 Α.Α.Δ. 557, το Εφετείο, συνόψισε τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «Σύμφωνα με τη Δ.25, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι ουσιαστικά πανομοιότυπη με την παλιά αγγλική Ο.28, r.11, το δικαστήριο έχει εξουσία διόρθωσης τόσο γραμματικών λαθών, σε αποφάσεις ή διατάγματα των δικαστηρίων, όσο και λαθών που πηγάζουν από τυχαία αβλεψία (accidental slip) ή παράλειψη. Η εξουσία δηλαδή για διόρθωση απόφασης, από το ίδιο το δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ενός ατελούς κειμένου (απόφασης ή διατάγματος) στην έκδηλη, κατά τα άλλα, πρόθεση του δικαστηρίου (δέστε: Σιβιτανίδης (ανωτέρω)). Η αντίστοιχη αγγλική πρόνοια (O.28, r.11) αλλά και η συμφυής εξουσία του δικαστηρίου να διαφοροποιεί τα δικά του διατάγματα με σκοπό την περαιτέρω διευκρίνηση της έννοιας τους ώστε να καθίστανται απόλυτα σαφή, χρησιμοποιήθηκαν από τα αγγλικά δικαστήρια σε σειρά αποφάσεων τους. Χρήσιμη αναφορά, σε υποθέσεις όπου ασκήθηκε αυτή η εξουσία, μπορεί να γίνει, στις εξής αποφάσεις: Re Roper, 45 Ch. D. 226, η οποία αφορούσε οδηγίες ως προς έξοδα, Re Inchcape [1942] Ch. 394, η οποία επίσης αφορούσε οδηγίες ως προς τα έξοδα, Armitage v. Parsons [1908] 2 K.B. 410, η οποία αφορούσε στη διόρθωση υπερβολικού ποσού εξόδων και Doswell v. Norton, 18 T.L.R. 228, η οποία αφορούσε στη διόρθωση της κλίμακας των εξόδων. Η αίτηση για διόρθωση λάθους ή παραλείψεως δυνάμει της Δ.25, θ. 6 ή της συμφυούς εξουσίας του δικαστηρίου γίνεται, με αίτηση, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση ή το διάταγμα. Στην προκείμενη περίπτωση η προαναφερόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, με τριμελή σύνθεση Εφετείου, και η υπό εξέταση αίτηση επίσης καταχωρίστηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο υπό τριμελή σύνθεση Εφετείου. Το γεγονός ότι δύο από τα τρία μέλη του Εφετείου, το οποίο εξετάζει την παρούσα αίτηση, είναι διαφορετικά από τα μέλη του Εφετείου που εξέδωσε την απόφαση, δεν περιλαμβάνεται στους λόγους ένστασης του εφεσίβλητου - καθ' ου η αίτηση, ούτε και προβλήθηκε ενώπιόν μας. Υπό τις περιστάσεις δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω αυτό το θέμα δεδομένου μάλιστα του γεγονότος, το οποίο ήδη αναφέραμε, του θανάτου του ενός μέλους του Εφετείου που εξέδωσε την απόφαση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης της αποφάσεις στις υποθέσεις E.G.Falekkos Ltd v Reana Manufacturers Ltd.
(1999)1 A.A.Δ. 443, Γεωργίου v Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1043 και Γεώργιος Σοφοκλέους κ. α. ν Alpha Bank Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1478 και το Annual Practise του 1958, Vol. 1, σελίδες από 633 έως 636 και το White Book 2004, Vol. 1, παράγραφο 40.12.1, σελίδα 1006. [v] Βλ. Θεόδωρος Λαζάρου ν Νεμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1101. [vi] Στην αγγλική απόφαση Hatton v Harris [1892] A.C. 547 που μνημονεύεται στην υπόθεση Katarina Shipping Inc. v The Cargo Now On Board On The Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «There is one observation which I ought to make, and it is this, that there may possibly be cases in which an application to correct an error of this description would be too late. The rights of third parties may have intervened, based upon the existence of the degree and ignorance of any circumstances which would tend to shew that it was erroneous, so as to disentitle the parties to the suit or those interested in it to come at so late a period and ask for the correction to be made. There might be a ground of that description which would induce the tribunal to say "No; although this is a slip, and one which would have been corrected at the time, you have delayed so long that you have allowed rights to grow up which it would now be unjust to prejudice, and it is impossible to make the correction."». Επίσης, στην αγγλική υπόθεση Tank Ming Co. Ltd. v Yee Sang Metal Supplies Co. [1973] 1 All E.R. 569, P.C., η οποία επίσης αναφέρεται στην απόφαση του Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Χατζηαναστασσίου στην υπόθεση Katarina Shipping Inc. ανωτέρω, αναφέρονται τα εξής: «Finally there is the question of discretion. Even though the requirements of the slip rule are satisfied, and the Court is not precluded from making an order under it by any res judicata in the narrow or the extended sense, there is nevertheless a discretion in the Court to refuse an order under the slip rule if something has intervened which would render it inexpedient or inequitable to do so: Moore v. Buchanan ([1967] 3 All E.R. 273) following Lord Watson in Hatton v. Harris ([1892] A.C. 547 at 560). In this case there was considerable delay by the respondents before they made their application under the slip rule. It does not appear, however, that the delay caused the appellants to take any step which they would otherwise have refrained from taking or to omit any step [*508] which they would otherwise have taken. The liability for interest was of course dependent on the liability for the principal sum, the balance due to the respondents, and there was no final decision as to the appellants' liability for the principal sum until the appeal to Her Majesty in Council was dismissed by Order in Council on 27th October 1971. There were also factors in favour of making the order under the slip rule. The respondents had been kept out of their money—the b lance due to them, for which the appellants have been held responsible—for several years, and it is just that they should have interest on it. Also they had asked for interest in their statement of claim, and had indicated when directions were given on 8th February 1969 that they intended to apply for interest 'at the appropriate time', and they had made the application for interest on 6th August, 1969, which was rejected by Briggs J. for want of jurisdiction on 16th August 1969, and they made their application under the slip rule on 26th May, 1970. Thus they had taken several steps with a view to recovering interest. This question of discretion was carefully considered by both Courts below, and no sufficient ground has been shown to their Lordships for interfering with the exercise of the discretion which was made by Pickering J. and affirmed by the Full Court.». Βλ. επίσης και την απόφαση Moore v Buchanan, [1967] 3 All E.R. 273, C.A. [vii] Οι σχετικές αρχές, συνοψίζονται στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Θεόδωρος Λαζάρου ν Νεμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1101, δια του έντιμου Δ. Α. Δ. Ναθαναήλ, ως εξής: «Έχοντας εν τέλει εξετάσει με τη δέουσα προσοχή το εγερθέν ζήτημα, κρίνεται ότι η αίτηση πρέπει να επιτύχει όχι όμως στη βάση της Δ.25 θ.6, αλλά στη βάση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αυτό, διότι, όπως έχει ερμηνευθεί η Δ.25 θ.6, η διόρθωση σε απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου αφορά είτε λανθασμένη αναγραφή ή τυπογραφικό λάθος («clerical mistakes»), είτε σε λάθη που προέρχονται από τυχαία παράλειψη. Η Δ.25 θ.6, εμπεριέχει τον κανόνα της απλής παράλειψης ή λάθους («slip rule») και έχει διεξοδικά αναλυθεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Katarina Shipping v. Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486, καθώς και στην υπόθεση Ορφανίδης ν. Μιχαηλίδη
(1968)1 C.L.R. 295. Η εφαρμογή του «slip rule» σημαίνει τη δυνατότητα διόρθωσης παραλείψεων ή λαθών άνευ ουσιαστικής σημασίας αναγόμενα στην εκ παραδρομής τυπογραφική παράλειψη διατύπωσης γεγονότος κατά τη σύνταξη της απόφασης ή του διατάγματος, που φανερά δεν μεταφέρουν ορθά είτε το λεκτικό το οποίο αποτέλεσε το σκεπτικό του Δικαστηρίου, είτε τη σημασία του. Το τελεσίδικο των δικαστικών αποφάσεων, περιλαμβανομένων και αυτών στο επίπεδο του Εφετείου, δεν αφήνει περιθώρια για διόρθωση αποφάσεων με τη συμπερίληψη διαταγών που αφορούν ουσιαστικές ρυθμίσεις και οι οποίες δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως λάθη, (Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2008)1 Α.Α.Δ. 744). Το αντίστοιχο O.28 r.11 των τότε ισχυόντων Αγγλικών Θεσμών, έχει ερμηνευθεί κατά αυτό τον τρόπο και όπως εξηγείται στο Annual Practice 1958 σελ. 633-644, το λάθος ή η παράλειψη πρέπει να αφορά σε λάθος στην έκφραση της πρόδηλης πρόθεσης του Δικαστηρίου. Εάν η απόφαση ή διάταγμα συνταχθεί στη βάση της απόφασης, όπως αυτή έχει εκφραστεί και διατυπωθεί, δεν μπορεί να γίνει διόρθωση εφόσον δεν θεωρείται ότι υπήρχε απλή γραμματική ή λανθασμένη αναγραφή, λάθος ή παράλειψη στη διατύπωση της απόφασης ή του διατάγματος. Στην Oxley & others v. Link [1914] 2 K.B. 734, λέχθηκε ότι για να έχει εφαρμογή το «slip rule», πρέπει να διαπιστωθεί ότι ορισμένα μέλη της απόφασης είναι ορθά και ορισμένα λάθος που χρήζουν διόρθωσης. Εάν η απόφαση είναι ορθή, τότε είναι δυνατή η διόρθωση με την προσθήκη κάποιου δεδομένου εάν το λάθος οφείλεται σε παράλειψη το οποίο χρειάζεται τροποποίηση ή διόρθωση κάποιου είδους. Από αυτή την άποψη το λεκτικό της καταληκτικής απόφασης του Εφετείου είναι σαφέστατο και δεν αφήνει περιθώρια εφαρμογής της Δ.25 θ.
- Υπάρχει όμως πάντοτε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί τις αποφάσεις ή τα διατάγματα του ώστε να μεταφερθεί ορθά το μήνυμα τους ή να τα αποσαφηνίσει. Όπως αναφέρεται επί λέξει στη σελ. 633 του Annual Practice 1958, όπου στα πλαίσια του σχολιασμού του O. 28 r. 11, εξηγείται και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου: "Apart from the Rule, the Court has an inherent power to vary its own orders so as to carry out its own meaning and to make its meaning plain (Lawrie v. Lees, 7 App. Cas. Pp. 34, 35; Milson v. Carter [1893] A.C. 640; Kay v. Lovell, [1941] Ch. 420); City Housing Trust, [1942] Ch.
- "Where an error of that kind has been committed it is always within the competency of the Court, if nothing has intervened which would render it inexpedient or inequitable to do so, to correct the record in order to bring it into harmony with the order which the Judge obviously meant to pronounce."». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο