← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 839/2016, 1/6/2017

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 839/2016, 1/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 839/2016 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Καθ' ου η Αίτηση / Ενάγοντας - και - ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ Αιτήτριας / Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 01/06/2017 Αίτηση για παραμερισμό απόφασης ημερομηνίας 19/10/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια / Εναγομένη: κ. Χρίστος Πουτζιουρής για την Χρίστος Πουτζιουρής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση / Ενάγοντα: κ. Γεώργιος Π. Κυπριανίδης --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Εισαγωγικά του σκεπτικού μου για την κατάληξη μου που ακολουθεί, πρέπει να σημειωθεί, ότι, της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, προηγήθηκαν οι αποφάσεις μου ημερομηνίας 07/10/2016, που εδόθησαν στα πλαίσια της συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, αναφορικά με την αίτηση του Καθ' ου η Αίτηση ημερομηνίας 02/06/2016 για την έκδοση απόφασης εναντίον της Αιτήτριας, λόγω της παράλειψης της τελευταίας να καταχωρήσει το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης της εντός της ταχθείσας από την Δ.21 κ. 1

(1)των Θ. Π. Δ. προθεσμίας των δεκατεσσάρων ημερών. Συγκεκριμένα, έδωσα απόφαση επί προφορικού αιτήματος της Αιτήτριας για παράταση της προθεσμίας καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης της, ως επίσης και απόφαση επί της ουσίας της προαναφερόμενης αιτήσεως του Καθ' ου η Αίτηση ημερομηνίας 02/06/2016, με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως η απαίτηση του πρώτου στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αυτής της Αγωγής (στο εξής καλούμενη «η Απόφαση»). Το σκεπτικό μου για τα αποφασισθέντα της 07ης/10/2016 είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναληφθεί εδώ στην ολότητα του. Επισημαίνω απλά, ότι, η εν λόγω Απόφαση μου, δεν εξεδόθη έχοντας ως βάση της την απουσία της Αιτήτριας από την προαναφερόμενη ακροαματική διαδικασία, αλλά, λόγω της, ως εκρίθη, μη δικαιολογημένης παράλειψης της να συμμορφωθεί με νόμιμη διαταγή του Δικαστηρίου για την καταχώριση του δικογράφου της έκθεσης υπεράσπισης της. Ανέφερα, αποφασίζοντας το ζήτημα, τα εξής: «8. Η Αγωγή αυτή του Ενάγοντα, ξεκίνησε εναντίον της Εναγομένης εταιρείας με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο, που εκδόθηκε την 04/05/2016. Από τον φάκελο της διαδικασίας φαίνεται ότι αυτό επιδόθηκε στην Εναγομένη την 06/05/2016 και ότι η Εναγομένη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης της στην διαδικασία, την 18/05/2016. Ακολούθως, την 02/06/2016 και συμφώνως των προνοιών της σχετικής Δ.21, κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ., ο Ενάγοντας κινήθηκε δικονομικά και προς τον σκοπό προώθησης της Αγωγής του, ως όφειλε, για την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης, λόγω της παράλειψης της να συμμορφωθεί με την προθεσμία των 14 ημερών που η σχετική δικονομική διάταξη τάσσει για την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης της στις απαιτήσεις του. Η αίτηση αυτή, που είχε προγραμματιστεί από τον Πρωτοκολλητή για την Ακρόαση της από το Δικαστήριο την 23/06/2016, φαίνεται να επιδόθηκε από πλευράς Ενάγοντα κανονικά στην πλευρά της Εναγομένης. Η Εναγομένη, που δεν είχε καταχωρήσει ένσταση ως προς το ζητούμενο της εν λόγω Αίτησης ως η σχετική Δ.48, κ. 4
(1)των Θ. Π. Δ. προνοεί, την 23/06/2016 που η Αίτηση του Ενάγοντα ως έχει προαναφερθεί ήταν προγραμματισμένη για την Ακρόαση της, εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και υπέβαλε προφορικό αίτημα («motion») για παράταση της προθεσμίας για την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης της. Η πλευρά του Ενάγοντα, δεν έφερε ένσταση στο αίτημα της Εναγομένης και το Δικαστήριο, άσκησε, ως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό του της δικασίμου της 23/06/2016, την διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τις Δ.57, κ. 2, Δ.21, κ. 1 και Δ.48, κ. 5 των Θ. Π. Δ., και ενέκρινε το αίτημα της Εναγομένης, αναβάλλοντας την εκδίκαση της Αίτησης του Ενάγοντα (κατόπιν σχετικού αιτήματος του συνηγόρου της), ορίζοντας την ξανά για Ακρόαση σήμερα, 07/10/
  1. Θέτοντας, παράλληλα, ως προθεσμία για την καταχώριση και παράδοση προς τον Ενάγοντα της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης, το αργότερο δέκα ημέρες πριν από την ημερομηνία που δόθηκε για την Ακρόαση της προαναφερόμενης Αίτησης του Ενάγοντα.
  2. Το ζήτημα που έχει κληθεί να αποφασίσει το Δικαστήριο, αφορά το προφορικό αίτημα που η Εναγομένη έχει εκ νέου υποβάλει προς το Δικαστήριο, ταυτόσημο νομικά με αυτό της 23/06/2016, για να παραταθεί ο χρόνος καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης της, στο οποίο, αυτή την φορά η πλευρά του Ενάγοντα έφερε ένσταση. .
  3. Σύμφωνα με το Annual Practice του 1966, στην ενότητα με θέμα «Extension of time to serve defence», στην σελίδα 364 στην οποία έχω ήδη παραπέμψει, η ορθή δικονομική πρακτική, επιβάλλει, στον εναγόμενο που επιθυμεί η προθεσμία καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης του όπως παραταθεί, να αποταθεί στον αντίδικό του ενάγοντα ούτως ώστε να εξασφαλίσει την συγκατάθεση του. Σημειώνω, εδώ, γιατί έχει την σημασία του σε ότι αφορά τις εν προκειμένω ισχύουσες διατάξεις των Θ. Π. Δ., ότι, η ευχέρεια αυτή, ήτοι της εκ συμφώνου των διαδίκων παράτασης της υπό αναφορά προθεσμίας, προνοείτο ρητά από την προαναφερόμενη O.
  4. r. 2 των αγγλικών θεσμών δικονομίας. Αν και δεν υπάρχει ανάλογη πρόνοια στους Θ. Π. Δ. (Βλ. Ξενοφών Καλλής ν Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793) (εδώ σε ότι αφορά την Δ.21, κ. 1
(1)), από άποψης πρακτικής, είναι μία καλή πρακτική, νοουμένου όμως ότι αυτό δεν γίνεται κατ' επανάληψιν και για παράλογα χρονικά διαστήματα. Η καλή πρακτική επιβάλλει, όπως ο ενάγοντας, συγκατατίθεται όταν οι περιστάσεις είναι εύλογες και ο χρόνος για τον οποίο επιζητείται η παράτασης είναι λογικός. Μάλιστα, ως έχει γίνει αποδεκτό από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Koni Constructions Ltd v Marketrends Financial Planning Ltd κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1664 (με αναφορά στις αποφάσεις στις υποθέσεις Sravri & Connil Ltd v Πλοίου «Αθαν. Μανιάτης» (Αρ. 1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 204 και Australian Automatic Weighing Machine Company v Walter [1891] W. N. 170 και στο Annual Practice του 1958, στη σελίδα 1813), στην περίπτωση όπου ένα διάταγμα Δικαστηρίου έχει εκδοθεί εκ συμφώνου, το ζήτημα τίθεται εκτός της απόλυτης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάσει της Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ. και εν συνεχεία, μόνο με τη συναίνεση του αντίδικου διαδίκου είναι επιτρεπτή η χορήγηση νέας προθεσμίας.
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Ενάγοντας, ως έχει προαναφερθεί, αν και δεν είχε συμφωνήσει, δεν είχε φέρει ένσταση στο αίτημα της Εναγομένης για παράταση του χρόνου καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης της, και το Δικαστήριο, είχε αποφασίσει όπως εγκρίνει το αίτημα της και η σχετική προθεσμία παραταθεί, για περίοδο πέραν των 100 ημερών (δεδομένης και της θερινής διακοπής, Δ.61 των Θ. Π. Δ.). Κατά την ημερομηνία της ακρόασης της Αίτησης, 10 ημέρες μετά την εκπνοή της, υποβλήθηκε το υπό κρίση αίτημα της Εναγομένης για περαιτέρω παράταση. Δηλώνοντας μάλιστα, ότι, το σχετικό κείμενο είχε ενωρίτερα σήμερα καταχωρηθεί (αν και εκπρόθεσμα) στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και αντίγραφο του εδόθη και στον συνήγορο του Ενάγοντος. Ο λόγος της καθυστέρησης, ήταν, ως ετέθη από πλευράς της Εναγομένης, λάθος της Δ. Ε. Π. Ε. που την εκπροσωπεί να καταγράψει ορθά τις οδηγίες του Δικαστηρίου σε ότι αφορούσε τον χρόνο που προθεσμία που εδόθη για την καταχώριση του σχετικού δικογράφου, εξέπνεε. Δεν ικανοποιούμε ότι η εξήγηση αυτή από πλευράς της Εναγομένης, αποτελεί ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν καταχώρισε την υπεράσπιση της κατά τη χρονική περίοδο που ζήτησε και πήρε σχετική παράταση από το Δικαστήριο για το συγκεκριμένο διαδικαστικό μέτρο και απορρίπτω το αίτημα. .».
  2. Με την υπό κρίση Αίτηση, η Αιτήτρια επιδιώκει τον παραμερισμό της προαναφερόμενης Απόφασης μου.
  3. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, βάσει της Δ.26 κ. 14 των Θ. Π. Δ., να αποφασίσει τον παραμερισμό απόφασης («υπό τέτοιους όρους», βλ. Annual Practise 1958, Vol. 1, σελίδα 617 και Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v Titan Construction and Engoneering Company
(1961)1 C.L.R. 317) που εξεδόθη δυνάμει των προνοιών της Δ.26 κ. 2 των Θ. Π. Δ. λόγω παράλειψης του εναγόμενου διάδικου να καταχωρήσει το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης του, έχει ερμηνευθεί από πάρα πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ώστε, παρά το θεσμικά απεριόριστο της, να μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχουν κανόνες καθοδήγησης ως προς τον τρόπο που αυτή συνήθως πρέπει να εξασκείται (βλ. Ξενοφών Καλλής ν Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, Takis Phylactou a. o. v Evagoras Michael
(1982)1 CLR 204, Emmanouel Voulohakis v Charilaos Georghiou
(1979)1 C.L.R. 314, Christophorou v Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v Titan Construction and Engoneering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Evans v Bartlam
(1937)A.C. 473).
  1. Από αυτούς αντλώ καθοδήγηση για την απόφαση μου αυτή. Πολύ συνοπτικά, σύμφωνα με τις καθιερωμένες, από την προαναφερόμενη νομολογία, αρχές, οι οποίες διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του εναγόμενου, ή λόγω της παράλειψης του να καταχωρήσει το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης του, είναι απαραίτητη: (α) η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγόμενου ή την παράλειψη• και (β) η αποκάλυψη βάσιμης υπεράσπισης.
  2. Πρώτη παρατήρησης μου και λόγος για την απόφαση μου να απορρίψω την Αίτηση αυτή, είναι γιατί, στην προκείμενη περίπτωση, τα όσα ζητήματα η Αιτήτρια εγείρει προς εξέταση με την Αίτηση της αυτή, ηγέρθησαν κατά την συνεδρίαση του Δικαστηρίου της 07ης/10/2016 και έχουν ήδη αποφασιστεί, χωρίς να έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να δικαιολογεί διαφορετική προσέγγιση (βλ. Μιχάλης Ρουβήμ ν Laiki Cyprialife Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1300). Είχα τότε αποφασίσει, ότι, υπό τις δοθείσες περιστάσεις, η παράλειψης συμμόρφωσης της Αιτήτριας με την νόμιμη διαταγή του Δικαστηρίου, δεν μπορούσε να συγχωρηθεί και ως εκ τούτου, δεν άσκησα την ευχέρεια που μου παρέχεται από την Δ.57 κ. 2 των Θ. Π. Δ. για περαιτέρω παράταση της προθεσμίας για την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης της. Όπως ανέφερα και στην απόφαση μου της 07ης/10/2016: «14. Στην υπό εξέταση περίπτωση αυτό το οποίο έχει σημασία, γιατί διαφοροποιεί αυτή την περίπτωση από οποιαδήποτε άλλη που εξετάζεται βάσει των προνοιών της Δ.21, κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ., είναι το γεγονός ότι, το Δικαστήριο, έχει ήδη διατάξει την παράταση του χρόνου που η εν λόγω Δ.21, κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ. προνοεί για την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης, και συνεπώς, η ευχέρεια για παράταση του χρόνου που έχει, ως προαναφέρθηκε, καθοριστεί από το Δικαστήριο δια σχετικής διαταγής, αντλείται καθαρά από την Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ., η οποία προνοεί, ότι,: . 15. Η Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ. παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, να παρατείνει τις χρονικές προθεσμίες που καθορίζονται από τους Θ. Π. Δ. ή από το Δικαστήριο δυνάμει αυτών. Κάθε άλλη περίπτωση, δύναται και πάλι να εξεταστεί από το Δικαστήριο και σχετική θεραπεία να αποδοθεί στον αιτούντα διάδικο, όταν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που δικαιολογούν το Δικαστήριο να ασκήσει προς αυτή την κατεύθυνση την σύμφυτη εξουσία του Βλ. Eleftheriades a. a. v Mavrellis a. A.
(1985)1 C.L.R. 440, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Aρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 και Πέτρος Αυξεντίου ν Σάββας Σαββα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963). 16. Το Δικαστήριο, έχει τη διακριτική ευχέρεια δυνάμει της Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ., είτε να παρατείνει με όρους ή χωρίς όρους, είτε να αρνηθεί να παρατείνει τέτοια προθεσμία. Την εξουσία αυτή, πρέπει να ασκήσει δικαστικά («judicially»), αφού λάβει υπόψη όλα τα ουσιώδη ιδιαίτερα περιστατικά κάθε αίτησης ανάμεσα στα οποία πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει. Μάλιστα, η προθεσμία, είναι δυνατό να παραταθεί, ανεξάρτητα αν ο αιτητής καταχώρισε την αίτησή του πριν ή μετά τη λήξη της συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας την οποία επιδιώκει να παρατείνει, η δε αίτηση μπορεί, βάσει της Δ.48 κ. 8
(1)(qq) των Θ. Π. Δ. (με μόνο μια εξαίρεση που αφορά την διαδικασία τριτοδιαδίκου), να ασκηθεί στο πλαίσιο μονομερούς αίτησης (Βλ. Χρίστος Παύλου Λυρατζης ν Λουκα Χαραλάμπους κ. α.
(1989)1E Α.Α.Δ 193, Re Χρυσταλλένη Τσιαλή Σταμάτη, Αίτηση Αρ. 80/90, ημερομηνίας 20/08/1998 και Πέτρος Αυξεντίου ν Σαββα Σάββα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963). Εάν, σε κάθε περίπτωση, το διάβημα ληφθεί μετά την εκπνοή της σχετικής με το αίτημα προθεσμίας, η ειδική αυτή καθυστέρηση πρέπει επίσης να δικαιολογηθεί στο Δικαστήριο και μάλιστα αυστηρά (Βλ. Branco Salvage Ltd v Republic
(1967)3 C.L.R. 213 και Stylianides v Flair Fashion
(1982)1 C. L. R. 786). Ως χαρακτηριστικά έχει λεχθεί στην Stylianides ανωτέρω: «We see no reason in principle why two remedial proceedings such as the enlargement of time and renewal should not be pursued in the same application. Further nothing set before us warrants our interference with the exercise of the discretion of the trial Court though had discretion vested in us in the first place, we might require more stringent standard before excusing the delay of the respondents» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). 17. Σύμφωνα με την νομολογία, οι χρονικές προθεσμίες που καθορίζουν οι δικονομικοί κανόνες ή το Δικαστήριο δυνάμει αυτών, έχουν, ως απώτερο σκοπό, την όσο το δυνατό ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Εκτενής ανάλυσης του προαναφερόμενου σκοπού των ταχθέντων προθεσμιών από τους Θ. Π. Δ. έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν Λάμπρου Αδάμου Χ"Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ 470. Παραθέτω, αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση, με την ανάλυση του Δικαστηρίου: «Η προσέγγιση των Δικαστηρίων, αναφορικά με τις προθεσμίες που ορίζονται στους θεσμούς, είναι πολύ διαφορετική από τις δικαστικές αντιλήψεις του περασμένου αιώνα. Στην υπόθεση Revici v. Prentice Hall Incorporated [1969] 1 All E.R. 772 ο Δικαστής Denning, M.R., είπε στη σελ.774:- "Counsel for the plaintiff referred us to the old cases in the last century of Eaton v. Storer and Atwood v. Chichester, and urged that time does not matter as long as the costs are paid. Nowadays we regard time very differently from what they did in the nineteenth century. We insist on the rules as to time being observed. We have had occasion recently to dismiss many cases for want of prosecution when people have not kept to the rules as to time. So here, although the time is not so very long, it is quite long enough. There was ample time for considering whether there should be an appeal or not. (I should imagine it was considered.) Moreover (and this is important), not a single ground of excuse is put forward to explain the delay and why he did not appeal." Ο Δικαστής Edmunt Davies είπε τα ακόλουθα:- "When a party has exceeded to a substantial degree the time limit set by the Rules of the Supreme Court within which an interlocutory step has to be taken, can it be said that he is entitled to have his time extended simply on undertaking to pay any costs occasioned by his delay, so that a judge who nevertheless refuses to extend his time must necessarily be regarded as having exercised his discretion wrongly? The notice of appeal herein submits (in effect) that the question calls for an affirmative answer, certainly in cases where it is not shown that the other side have suffered irreparable damage as a result of the delay. I disagree. On the contrary, the rules are there to be observed; and if there is non-compliance (other than a minimal kind), that is something which has to be explained away. Prima facie, if no excuse is offered, no indulgence should be granted: see Ratmam v. Cumarasamy, per LORD GUEST." Στην υπόθεση Edwards v. Edwards [1967] 2 All E.R. 1032 o Sir Jocelyn Simon είπε στη σελ.1034:- "So far as procedural delays are concerned, Parliament has left a discretion in the courts to dispense with the time requirements in certain respects. That does not mean, however, that the rules are to be regarded as, so to speak, antique timepieces of an ornamental value but no chronometric significance, so that lip service only need be paid to them. On the contrary, in my view, the stipulations which Parliament has laid down or sanctioned as to time are to be observed unless justice clearly indicates that they should be relaxed." Ο Λόρδος Δικαστής Guest, εκδίδοντας την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου στην υπόθεση Ratnam v. Cumarasamy [1964] 3 All E.R. 933, είπε στη σελ.935:- "The rules of court must, prima facie, be obeyed, and, in order to justify a court in extending the time during which some step in procedure requires to be taken, there must be some material on which the court can exercise its discretion. If the law were otherwise, a party in breach would have an unqualified right to an extension of time which would defeat the purpose of the rules which is to provide a time table for the conduct of litigation. The only material before the Court of Appeal was the affidavit of the appellant." Με βάση τη Δ.57 θ. 2 που αντιστοιχεί με τη Δ.64 θ. 7 των παλαιών και Δ.3 θ. 5 των νέων Αγγλικών Δικαστικών Θεσμών, και το θ. 10 της Δ.35, το Δικαστήριο έχει εξουσία να παρατείνει την προθεσμία που καθορίζεται στους Θεσμούς. ................................. Στο "The Supreme Court Practice"
(1982), αναφορικά με την καθυστέρηση, διαβάζουμε τα ακόλουθα στη σελ. 960: "59/15/2 Principles upon which extension given.- An extension must be asked for promptly and any delay explained." Στη σελ. 17 σε σχόλιο στην παράγραφο 3/5/1 αναφέρεται:- "The Rules of the Supreme court as to time have to be observed, and if substantial delay occurs without any explanation being offered, the court is entitled, in the exercise of its discretion, to refuse the extension of time, e.g., to serve a notice of appeal from the Master to the Judge in Chambers, even though the delay could be compensated for by costs and no injustice would be done to the other party...". Οι προθεσμίες και οι χρόνοι που ορίζονται από τους θεσμούς πρέπει να τηρούνται. Η παράταση του χρόνου είναι εξαιρετικό δικονομικό μέτρο. Το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική εξουσία να παρατείνει το χρόνο. Η εξουσία αυτή είναι ελεύθερη και αδέσμευτη και ασκείται με βάση τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Καθυστέρηση, ειδικά όταν είναι μακρά, πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά, διαφορετικά αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον παραβάτη των προθεσμιών. ................................. Η πρόνοια των Θεσμών κάμπτεται με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή, εάν οι πιο πάνω αρχές ικανοποιούνται και η παράταση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και τα δοσμένα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης συνηγορούν υπέρ αυτής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Προκύπτει εκ των προαναφερομένων του Εφετείου, ότι, οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την πιο αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και πρέπει να τηρούνται. Η παράταση του χρόνου είναι εξαιρετικό δικονομικό μέτρο και δεν πρέπει να εγκρίνεται όταν αυτό απολήγει σε εξουδετέρωση των προνοιών και του σκοπού των Θ. Π. Δ. ή όπου θα αποτελούσε επιδοκιμασία από το Δικαστήριο διαδικασιών και πρακτικών που βρίσκονται σε άκρα αντίθεση με τα σωστά πλαίσια της δικαστικής λειτουργίας. Εντούτοις, όταν η παράβαση των καθορισμένων χρονικών προθεσμιών είναι δικαιολογημένη, ή εν πάση περιπτώσει, δεν οφείλεται σε αδιαφορία για τη δικαστική διαδικασία ή σε σκόπιμη και κακόβουλη εκμετάλλευσή της, κατ' επίκληση της Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ., μπορεί να επιτραπεί η παράτασης τους (Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Kamal Hassanein v Helleni Island
(1990)1 Α.Α.Δ. 827, Μαίρη Αθανασιάδη ν Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, Χρίστος Κληρίδης ν Ηροδοτου Σταυριδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1348, Valhmor Borg Imp/Exp Ltd v Sea Land Service Inc. κ. α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1227, Τάσος Μαρκίδης ν Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 898 και Ξενοφών Καλλής ν Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). 18. Εντούτοις, έχει επίσης αναγνωριστεί, ότι, εκεί όπου η αυστηρή εφαρμογή των χρονικών προθεσμιών, μπορεί να αποβεί άδικη για ένα από τους διαδίκους, οι δικονομικοί κανόνες (και δη η Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ.), παρέχουν την ευχέρεια παράτασης μιας χρονικής προθεσμίας, νοουμένου, ότι, μια τέτοια παράταση (ως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ανωτέρω), είναι δικαιολογημένη κάτω από τις περιστάσεις (Βλ. επίσης και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Thas Maritime Co. Ltd v Στέλιος Ρήγας κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 638). Εντούτοις, ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέα Λυσιώτη ν Κυπριακή Δημοκρατία
(2000)1 Α.Α.Δ. 364, υπερβολική αργοπορία, δυνατόν να πείσει και κατευθύνει το Δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας. 19. Σε ότι αφορά δε αφορά, ειδικά το ζήτημα της υπεράσπισης ενός εναγομένου, έχει αναφερθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι, τα δικαστήρια, δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ. Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου v Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938 και Sabine Zehil v Neil Roberts
(2009)1Α Α.Α.Δ 678).
  1. Σύμφωνα με το Annual Practice του 1966, στην ενότητα με θέμα «Extension of time to serve defence», στην σελίδα 364 στην οποία έχω ήδη παραπέμψει, η ορθή δικονομική πρακτική, επιβάλλει, στον εναγόμενο που επιθυμεί η προθεσμία καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης του όπως παραταθεί, να αποταθεί στον αντίδικό του ενάγοντα ούτως ώστε να εξασφαλίσει την συγκατάθεση του. Σημειώνω, εδώ, γιατί έχει την σημασία του σε ότι αφορά τις εν προκειμένω ισχύουσες διατάξεις των Θ. Π. Δ., ότι, η ευχέρεια αυτή, ήτοι της εκ συμφώνου των διαδίκων παράτασης της υπό αναφορά προθεσμίας, προνοείτο ρητά από την προαναφερόμενη O.
  2. r. 2 των αγγλικών θεσμών δικονομίας. Αν και δεν υπάρχει ανάλογη πρόνοια στους Θ. Π. Δ. (Βλ. Ξενοφών Καλλής ν Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793) (εδώ σε ότι αφορά την Δ.21, κ. 1
(1)), από άποψης πρακτικής, είναι μία καλή πρακτική, νοουμένου όμως ότι αυτό δεν γίνεται κατ' επανάληψιν και για παράλογα χρονικά διαστήματα. Η καλή πρακτική επιβάλλει, όπως ο ενάγοντας, συγκατατίθεται όταν οι περιστάσεις είναι εύλογες και ο χρόνος για τον οποίο επιζητείται η παράτασης είναι λογικός. Μάλιστα, ως έχει γίνει αποδεκτό από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Koni Constructions Ltd v Marketrends Financial Planning Ltd κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1664 (με αναφορά στις αποφάσεις στις υποθέσεις Sravri & Connil Ltd v Πλοίου «Αθαν. Μανιάτης» (Αρ. 1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 204 και Australian Automatic Weighing Machine Company v Walter [1891] W. N. 170 και στο Annual Practice του 1958, στη σελίδα 1813), στην περίπτωση όπου ένα διάταγμα Δικαστηρίου έχει εκδοθεί εκ συμφώνου, το ζήτημα τίθεται εκτός της απόλυτης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάσει της Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ. και εν συνεχεία, μόνο με τη συναίνεση του αντίδικου διαδίκου είναι επιτρεπτή η χορήγηση νέας προθεσμίας.
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Ενάγοντας, ως έχει προαναφερθεί, αν και δεν είχε συμφωνήσει, δεν είχε φέρει ένσταση στο αίτημα της Εναγομένης για παράταση του χρόνου καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης της, και το Δικαστήριο, είχε αποφασίσει όπως εγκρίνει το αίτημα της και η σχετική προθεσμία παραταθεί, για περίοδο πέραν των 100 ημερών (δεδομένης και της θερινής διακοπής, Δ.61 των Θ. Π. Δ.). Κατά την ημερομηνία της ακρόασης της Αίτησης, 10 ημέρες μετά την εκπνοή της, υποβλήθηκε το υπό κρίση αίτημα της Εναγομένης για περαιτέρω παράταση. Δηλώνοντας μάλιστα, ότι, το σχετικό κείμενο είχε ενωρίτερα σήμερα καταχωρηθεί (αν και εκπρόθεσμα) στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και αντίγραφο του εδόθη και στον συνήγορο του Ενάγοντος. Ο λόγος της καθυστέρησης, ήταν, ως ετέθη από πλευράς της Εναγομένης, λάθος της Δ. Ε. Π. Ε. που την εκπροσωπεί να καταγράψει ορθά τις οδηγίες του Δικαστηρίου σε ότι αφορούσε τον χρόνο που προθεσμία που εδόθη για της καταχώριση του σχετικού δικογράφου, εξέπνεε. Δεν ικανοποιούμε ότι η εξήγηση αυτή από πλευράς της Εναγομένης, αποτελεί ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν καταχώρισε την υπεράσπιση της κατά τη χρονική περίοδο που ζήτησε και πήρε σχετική παράταση από το Δικαστήριο για το συγκεκριμένο διαδικαστικό μέτρο και απορρίπτω το αίτημα. .
  2. . Η Ενάγουσα, προς υποστήριξη του αιτήματος της, σε γενικές γραμμές, ισχυρίζεται τα εξής. Ο συνήγορος της, που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αιτήσεως ημερομηνίας 02/06/2016, την 23/06/2016, καταχώρησε λάθος τις οδηγίες του Δικαστηρίου και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα το δικόγραφο της.
  3. Κατά την άποψη μου, τα γεγονότα αυτά, δεν δικαιολογούν την κατ' εξαίρεση επίκληση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς έγκριση του αιτήματος της Εναγομένης. Πρόκειται καθαρά για παράλειψη από πλευράς της Δ. Ε. Π. Ε. που ανέλαβε να ετοιμάσει και να καταχωρήσει για λογαριασμό της το σχετικό δικόγραφο, χωρίς να εντοπίζεται σε αυτά, οποιαδήποτε ειδική περίσταση, που να αποτελεί ουσιαστικό λόγο δικαιολόγησης του αιτήματος.
  4. Η δική μου άποψη είναι, ότι, εάν το Δικαστήριο αποδεχόταν, ως μοναδικό λόγο για την παράταση της οποιασδήποτε προθεσμίας, λάθη που αφορούν ή και που προκύπτουν από τον τρόπο της συνηθισμένης ή και κανονικής λειτουργίας ή και οργάνωσης της εργασίας ενός δικηγόρου, τότε θα καταστρατηγείτο ο ίδιος ο σχετικός διαδικαστικός κανονισμός, ο οποίος, κατά κύριο λόγο (και μεταξύ άλλων), θεσπίστηκε για να ρυθμίζει ζητήματα διαδικασίας και δη προθεσμιών, για να απονέμεται η δικαιοσύνη εντός εύλογου χρόνου. Και αυτό γιατί, πολύ εύκολα, τέτοια «λάθη» θα μπορούσαν να αποτελέσουν, σχεδόν για κάθε περίπτωση - και μάλιστα, χωρίς περιθώριο ουσιαστικού ελέγχου -, υπόβαθρο για αιτήματα του είδους. Και θα ήθελα να επαναλάβω και να τονίσω, εδώ, ότι, δεν έχει παρουσιασθεί προς υποστήριξη του αιτήματος της Εναγομένης, οποιοδήποτε γεγονός, που να καθιστά αυτή την περίπτωση, ειδική. Κάτι δηλαδή το ασύνηθες στον συνηθισμένο τρόπο λειτουργίας ή και οργάνωσης της εργασίας των δικηγόρων της Εναγομένης, που αντικειμενικά κρινόμενο, να οδηγούσε το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι, το σφάλμα τους, ως απόρροια αυτού, έκδηλα δικαιολογεί την παράταση της υπό συζήτηση προθεσμίας.».
  5. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος που η πλευρά της Αιτήτριας προβάλλει (εκ νέου) ως δικαιολογία για την παράλειψη της να συμμορφωθεί με την διαταγή του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να υποστηρίξει το αίτημα της. Πρόκειται για λάθος της Δ. Ε. Π. Ε. που εκπροσωπεί την Αιτήτρια να καταχωρήσει τις οδηγίες που εδόθησαν σχετικά από το Δικαστήριο, που είχε για περίοδο μηνών να επανορθώσει, με μία απλή, θα μπορούσε να λεχθεί, διερεύνηση του ζητήματος με τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή, ή με έρευνα στον φάκελο της διαδικασίας. Ο συνήγορος της Αιτήτριας, εμφανίστηκε στην διαδικασία της 07ης/10/2016, οπόταν διερωτώμαι πως είναι δυνατόν, καταχωρώντας αυτό το μέρος των οδηγιών μου, δηλαδή, σε ότι αφορούσε την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης, να μην διαπίστωσε αμέσως, την μη καταχώρηση του ουσιαστικότερου μέρους για το δικαίωμα του εντολέα του να υπερασπιστεί αυτή την Αγωγή, ήτοι, μέχρι πότε είχε καθοριστεί η σχετική προθεσμία για την καταχώρηση του σχετικού δικογράφου του, όταν η διαταγή του Δικαστηρίου ήταν ο προγραμματισμός της υπόθεσης «για ακρόαση της αιτήσεως και κατ' επέκταση απόδειξης της Αγωγής». Τέτοια «σφάλματα» δικηγόρων, ως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, κατ' ουσία ανέλεγκτα αν όντως είναι τέτοια, δεν δικαιολογούν τον παραμερισμό δικαστικών αποφάσεων. Παραθέτω σχετική περικοπή από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793: «Ο ισχυρισμός ότι η παράλειψη καταχώρισης της υπεράσπισης μέσα στην προθεσμία που καθόρισε το δικαστήριο οφειλόταν σε λάθος του δικηγόρου του εφεσείοντα δεν μπορούσε κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις να αποτελέσει βάσιμο λόγο για παραμερισμό της απόφασης. Η αίτηση για απόφαση αναβλήθηκε επανειλημμένα ύστερα από διαδοχικές παρακλήσεις του δικηγόρου του εφεσείοντα προκειμένου να καταστεί δυνατή η καταχώριση της υπεράσπισης. Μάταια δόθηκαν όλες οι αναβολές γιατί ποτέ δεν υπήρξε η δέουσα ανταπόκριση. Όταν στο τέλος ζητήθηκε από πλευράς εφεσείοντα νέα αναβολή, το δικαστήριο, όρισε την υπόθεση για απόδειξη και ταυτόχρονα έδωσε την ευκαιρία στον εφεσείοντα να καταχωρίσει υπεράσπιση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία προτού η υπόθεση αχθεί σε απόδειξη. Το ιστορικό των αναβολών και η εν γένει πορεία της υπόθεσης, καταδεικνύουν ότι η διαγωγή του εφεσείοντα ήταν υπό τις περιστάσεις ασυγχώρητη και περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Όταν λοιπόν το δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπάρχει όντως τέτοια συμπεριφορά από πλευράς διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό, δικαίως μπορεί να αρνηθεί το αίτημα για παραμερισμό της απόφασης. Βλ. Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 21. Στην περίπτωση που τώρα εξετάζουμε όχι μόνο δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες που τάσσουν οι Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας αλλά ούτε και η προθεσμία που έταξε το δικαστήριο. Νομίζουμε πως πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι η τήρηση των προθεσμιών καθ΄ όσον αφορά τη λήψη διαδικαστικών μέτρων, συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον εφόσον η τελεσιδικία των δικαστικών διαδικασιών άπτεται άμεσα των συμφερόντων των διαδίκων. Βλ. Ανδρέας Λυσιώτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364. Από την άλλη, το κατ' ισχυρισμό λάθος των δικηγόρων του εφεσείοντα ορθά δεν έγινε αποδεκτό ως βάσιμη αιτία παραμερισμού της απόφασης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν άφηναν περιθώρια αποδοχής τέτοιου ισχυρισμού γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο θα δημιουργούσε «επικίνδυνο ρήγμα στην απονομή της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Βαρδιάνου ν. E. Richards
(1998)1 A.A.Δ. 698, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυριάκου Α. Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 184 ειπώθηκαν τα εξής: «Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded." Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190 και Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης.» Ορθή επίσης είναι και η διαπίστωση του δικάσαντος δικαστηρίου ότι ο εφεσείων, εκτός από το κατ' ισχυρισμό λάθος του δικηγόρου για το οποίο έχουμε ήδη αναφερθεί, απέτυχε να δώσει οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν καταχώρισε υπεράσπιση από 9.1.01 μέχρι 30.3.01 δηλαδή κατά τη χρονική περίοδο που ζήτησε και πήρε παρατάσεις για το συγκεκριμένο διαδικαστικό μέτρο. Η υπεράσπιση του εφεσείοντα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί 30.3.01 όπως όρισε το δικαστήριο. Ανατροπή του χρονοδιαγράμματος, έστω και κατόπιν συνεννόησης των δικηγόρων των διαδίκων δεν ήταν εφικτή χωρίς προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου. Από το φάκελο της υπόθεσης φαίνεται πως η υπεράσπιση του εφεσείοντα έγινε δεκτή από το πρωτοκολλητείο για καταχώριση στις 4.4.01 δηλαδή εκπρόθεσμα και μάλιστα όταν είχε ήδη επιληφθεί το δικαστήριο της αίτησης για παραμερισμό.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Στρέφομαι τώρα προς εξέταση, παρόλο που δεν χρειάζεται ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, του κατά πόσο η πλευρά της Αιτήτριας έχει αποκαλύψει βάσιμη υπεράσπιση, ώστε να δικαιολογείται επανάνοιξη της υπόθεσης για να κριθεί από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Odgers On Civil Court Actions, 24η Έκδοση, στην παράγραφο 4.31 της σελίδας 86, «It is not sufficient though for the defendant to show a merely "arguable" defence that would justify leave to defend under Order 14 [για συνοπτική απόφαση]. The defence must have been "a real prospect of success" and "carry some degree of conviction". » (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
  3. Σύμφωνα με τον κ. Ζαχαρία Πουτζιουρή, που ορκίστηκε για τα γεγονότα που υποστηρίζουν την υπό κρίση Αίτηση της Αιτήτριας -στρέφομαι στο ζήτημα της κανονικότητας και εγκυρότητας της ένορκης δήλωσης του, στην συνέχεια της απόφασης μου-, οι λόγοι για τους οποίους δικαιολογείται να δοθεί στην Αιτήτρια η ευχέρεια να υπερασπιστεί αυτή την Αγωγή, είναι οι εξής: «
  4. . σύμφωνα με την Κυπριακή Νομοθεσία η πληρωμή των αποχετευτικών τελών επιβαρύνει αποκλειστικά τον ιδιοκτήτη ενός ακινήτου. Υποστηρίζεται αυτό από το Τεκμήριο Γ όπου η κατάσταση λογαριασμού εκδίδεται στην Κυπριακή Δημοκρατία η οποία έχει την νομική υποχρέωση να πληρώνει τα αποχετευτικά τέλη του έτους 2014 έγκαιρα με αποτέλεσμα να χρεωθεί ο λογαριασμός του με επιβαρυντικά τέλη τα οποία σιωπηρά διεκδικούν σήμερα από τους Ενάγοντες.
  5. . Οι Ενάγοντες ευθύνονται, νομικά, για την πληρωμή όλων των αποχετευτικών τελών και όχι οι Εναγόμενοι.
  6. Περαιτέρω, . το αποχετευτικό σύστημα της Λάρνακας δεν συνδέεται με τα υποστατικά που ενοικιάζουν και/ή δεν συνδέεται με την περιοχή που βρίσκονται τα υποστατικά τους και δεν λαμβάνουν οποιεσδήποτε υπηρεσίες που παρέχει το ΣΑΛ.
  7. Επιπρόσθετα . το αποχετευτικό σύστημα της Λάρνακας δεν υπήρχε κατά τον χρόνο σύναψης της Συμφωνίας Μίσθωσης με τους Ενάγοντες και δεν ήταν στην αντίληψη των μερών τους επίδικους χρόνους και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της συμφωνίας.
  8. Επίσης . η συμφωνία είναι καταχρηστική επειδή οι όροι επιβλήθηκαν στους Εναγομένους από τους Ενάγοντες και δεν έτυχαν οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών. Επίσης οι όροι της συμφωνίας είναι γενικοί και αόριστοι και οι Ενάγοντες έχουν παρερμηνεύσει την συμφωνία για να δικαιολογήσουν την μεταφορά της υποχρέωσης πληρωμής των αποχετευτικών τελών στους ώμους των Εναγομένων.».
  9. Ο Καθ' ου η Αίτηση, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες θέσεις της Αιτήτριας, δια της ένορκης δήλωσης της Μάρως Γεωργιάδου που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ειδοποίησης Ένστασης του στην υπό κρίση Αίτηση, υποστήριξε τα εξής: «6.(β). το κύριο επιχείρημα της Εναγομένης ήταν ότι η Σύμβαση δεν λέει ρητά ότι θα πρέπει να πληρώνει ο Μισθωτής τα αποχετευτικά τέλη. Σχετικά με αυτό το σημείο οι Ενάγοντες ανέφεραν ότι η Σύμβαση στο σημείο 5 (ΧΙ) αναφέρει ξεκάθαρα ότι ο Μισθωτής έχει την υποχρέωση όπως "καταβάλλει άπαντας τους νυν ή εν τω μέλλοντι οφειλόμενους φόρους, τέλη δικαιώματα και πάσης φύσεως επιβαρύνσεις που επιβαρύνουν το μίσθιο".
  10. . ελέω του όρου 5 (ΧΙ) της Σύμβασης που αναφέρετε ανωτέρω υπάρχει συμφωνία μεταξύ του Υπουργείου Εμπορείου και του Συμβουλίου Αποχετεύσεως όπως η πληρωμή των αποχετευτικών τελών γίνεται από τους Μισθωτές.
  11. Επίσης παρέχονται υπενθυμίσεις στους Μισθωτές οι οποίοι δεν πληρώνουν έγκαιρα και τους δίνουν ένα χρονικό περιθώριο περί τους 2 μήνες για την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Σε αυτό το τιμολόγιο που τους αποστέλλετε υπάρχει αναλυτική αναφορά στο υπόλοιπο του, που οι Μισθωτές οφείλουν να πληρώσουν βάση της Σύμβασης Μισθώσεως τους. Παράλειψη πληρωμής τους αναφέρει το σχετικό τιμολόγιο μέσα στην καθορισμένη προθεσμία, οδηγεί στην επιβολή πρόσθετης επιβάρυνσης με 20% όπως προβλέπεται από την Νομοθεσία. Η Εναγομένη γνώριζε ξεκάθαρα ότι το ποσό που χρωστούσε ήταν €999,50 και εάν δεν το πλήρωνε εντός της καθορισμένης προθεσμίας ήτοι 30/11/2014 τότε τις επιβάλλετο επιβαρυντικό τέλος €199,90 (που αντιπροσωπεύει το 20% του ποσού) (Κατάσταση Λογαριασμού Αποχετευτικών Τελών ως Τεκμήριο 1 και 2).
  12. Στις 30.11.14 και ενώ η Εναγομένη αμέλησε και/ή παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να πληρώσει το ΣΑΛ έγκρινε με απόφαση του παράταση μέχρι 31.01.2015 σε όλους τους Μισθωτές χωρίς να τους επιβαρύνει με τέλη.
  13. Στις 31.01.15 και αφού η Εναγομένη και πάλι αμέλησε και/ή παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να πληρώσει, τότε στις 01.02.2015 της επιβλήθηκαν τα επιβαρυντικά τέλη. .
  14. Κατά συνέπεια επειδή η Εναγομένη δεν πλήρωσε το οφειλόμενο ποσό στο οποίο είχαν ήδη επιβληθεί τα επιβαρυντικά τέλη ελέω της δικής της αμέλειας/παράλειψης/άρνησης τότε το ΣΑΛ διεκδίκησε το οφειλόμενο ποσό των €1.199,40 από τους Νόμιμους ιδιοκτήτες οι οποίοι και αποπλήρωσαν στις 23.06.15 (Επιστολή Άννας Γεωργίου εκπροσωπώντας τον Αν. Γενικό Διευθυντή ημερ. 2.11.16 ως Τεκμήριο 3).
  15. Επομένως το κύριο επιχείρημα της Εναγομένης-Αιτήτριας είναι αβάσιμο και/ή δεν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση ή τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αφού η ουσία παραμένει ότι η Εναγομένη χρωστά το ποσό των €1.999, 40 για καθυστερημένα αποχετευτικά τέλη τα οποία οφείλει να πληρώσει βάση της Σύμβασης και συγκεκριμένα με της παραγράφου 5 (ΧΙ).
  16. Περαιτέρω η Εναγομένη-Αιτήτρια δεν εκφράζει κανένα εύλογο λόγο για παραμερισμό του Διατάγματος καθώς φαίνεται καθαρά από ότι η Βιομηχανική Περιοχή Λάρνακας στην οποία το Βιομηχανικό Υποστατικό της Εναγομένης-Αιτήτριας ανήκει στα όρια του ΣΑΛ και τα αποχετευτικά τέλη πληρώνονται από όλα τα υποστατικά που είναι εντός των ορίων στο ΣΑΛ (Επιστολή ημερ. 10 Νοεμβρίου 2016 με το επισυνημμένο σχέδιο από τον Μηχανικό Αποχετεύσεως κο. Λαζάρου ως Τεκμήριο 4).
  17. . οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι η Σύμβαση είναι συγκεκριμένη, υπογράφτηκε εθελοντικά και ότι είναι ισχυρή από το 1980.».
  18. Από τα όσα έχουν προεκτεθεί, προκύπτει κοινός τόπος των διαδίκων η σύμβαση μίσθωσης στην οποία προσήλθαν την 18/09/1980 και ο όρος 5(xi) αυτής σύμφωνα με τον οποίο: «Ο Μισθωτής υπέχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις: . (xi) Όπως φέρη το βάρος και καταβάλλη άπαντας τους νυν ή εν τω μέλλοντι οφειλομενους όρους, τέλη δικαιώματα και πάσης φύσεως επιβαρύνσεις άτινες θα εβάρυνον το κτήμα και τα υποστατικά συμφώνως προς τους εκάστοτε εν ισχυ νόμους, κανονισμούς ή διατάγματα ως εάν ταύτα αποτελούν ιδιοκτησίαν του Μισθωτού και ουχι του κράτους και όπως αποζημιώνη τον ιδιοκτήτην δια παν ποσόν το οποίο ούτος ήθελε πληρώσει εις οιανδήποτε αρχην (περιλαμβανομένης και κυβερνητικής τοιαύτης) υπό μορφή φόρων, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών ή άλλως πως.».
  19. Σχετικός με το ζήτημα που εξετάζεται, και πρέπει να αναφερθεί προτού προχωρήσω στο να αναλύσω περαιτέρω το σκεπτικό μου για την κατάληξη μου, είναι ο Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμος του 1971, Νόμος 1/
  20. Κατά την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης την 18/09/1980, ίσχυαν oι Περί Απoχετευτικώv Συστημάτωv Νόμoι τoυ 1971 μέχρι 1978, οι οποίοι, είχαν διαμορφώσει το Άρθρο 30 του βασικού Νόμου 1/1971 -που προνοεί για τέλη και δικαιώματα- ως εξής: «30.—
(1)Τηρουμένων τών διατάξεων τοΰ παρόντος Νόμου, τό Συμβούλιον κέκτηται έξουσίαν όπως, εντός τών ορίων της περιοχής του, έπιβάλλη και είσπράττη διά τοιαύτην χρονικήν περίοδον και κατά τοιούτον τρόπον, ώς ήθελεν εκάστοτε καθορισθή­ (α) εν δικαίωμα συνδέσεως έπί τών Ιδιοκτητών ακινήτου ιδιοκτησίας διά τήν κάλυψιν, ολικώς ή μερικώς, της δαπάνης διά τήν σύνδεσιν καΐ έγκατάστασιν υπονόμων οικοδομής διά λύματα, βιομηχανικά άπορριμματικά υγρά, όμβρια ϋδατα ή έτερα τοιαύτα και όπως καθορίζη τους όρους και προϋποθέσεις της καταβολής τοΰ τοιούτου δικαιώματος: Νοείται ότι έν ή περιπτώσει τό τοιοΰτο δικαίωμα συνδέσεως ήθελε καταβληθή ύπό του μισθωτού τής ακινήτου Ιδιοκτησίας, ούτος δικαιούται νά είσπραξη τούτο παρά του Ιδιοκτήτου τής τοιαύτης ιδιοκτησίας• (β) εν τέλος έπί τών Ιδιοκτητών ή κατόχων ακινήτου ιδιοκτησίας, οΐτινες εξυπηρετούνται ή μέλλουν νά έξυπηρετηθώσιν ύπό τών συστημάτων αποχετεύσεως λυμάτων ή όμβρίων υδάτων ή επωφελούνται ή μέλλουν ή δύνανται νά έπωφεληθώσιν έκ των τοιούτων έργων, είτε ομοιομόρφου ϋψους έπί έκαστης λίρας ή κλασματικού μέρους λίρας τής έκτετιμημένης αξίας τής ακινήτου Ιδιοκτησίας, άναφορικώς προς τήν οποίαν καταβάλλεται τό τέλος ή διά προοδευτικής φορολογίας, έδραζομένης έπί τής τοιαύτης αξίας κατά τόν καθορισμόν του τοιούτου τέλους δυνατόν νά ληφθή ειδική πρόνοια διά τήν μείωσιν ή αϋξησιν του τέλους δι ώρισμένας τάξεις Ιδιοκτησίας, αναλόγως τοΰ σκοπού, δι όν, ή βαρυνομένη διά τοΰ τέλους Ιδιοκτησία, χρησιμοποιείται, τής φύσεως γενομένων εγκαταστάσεων και τό προκΰπτον είς τήν τοιαύτην ίδιοκτησίαν και τόν Ιδιοκτήτην ή κάτοχον αυτής όφελος• Νοείται ότι είς περιπτώσεις καθ' ας τό όλικόν ποσόν του επιβαλλομένου τοιούτου τέλους δι ενα εκαστον ίδιοκτήτην ή κάτοχον ακινήτου ιδιοκτησίας δεν υπερβαίνει τό ποσόν τών 250 μίλς τούτο άφίεται• (γ) έν τέλος, έπί πλέον τοΰ καθοριζομένου έν παραγράφω (β) τοιούτου, έπί τών Ιδιοκτητών ή κατόχων ακινήτου Ιδιοκτησίας, διά τήν χρήσιν τών συστημάτων αποχετεύσεως λυμάτων, βάσει τής έν τή Ιδιοκτησία ταύτη ύδατοπρομηθείας, τής χρησιμοποιούμενης δι οίκιακούς ή έτερους σκοπούς και διοχετευόμενης εις τήν δημοσίαν ύπόνομον• (δ) έν τέλος, έπί πλέον τοΰ καθοριζομένου έν παραγράφω (β) τοιούτου, έπί τών ιδιοκτητών ή κατόχων ακινήτου Ιδιοκτησίας, διά τήν χρήσιν τών συστημάτων αποχετεύσεως όμβρίων υδάτων, βάσει τής εκτάσεως τής επιφανείας τής ακινήτου ιδιοκτησίας, άναφορικώς προς τήν οποίαν καταβάλλεται το τοιούτον τέλος.
(2)Τό ύψος τών έν έδαφίω
(1)προνοουμένων τελών θέλει καθορισθή κατά τοιούτον τρόπον, ώστε αϊ έξ αυτών άπορρέουσαι τω Συμβουλίω έτήσιαι πρόσοδοι, όμοΰ μετά τών τυχόν προσόδων αύτοΰ, έξ έτερων πηγών, κατά τό αυτό έτος, νά έπαρκώσι κατά τό δυνατόν, και μόνον νά έπαρκώσιν, διά τήν πληρωμήν πασών τών δαπανών καΐ τήν άντιμετώπισιν πασών τών υποχρεώσεων του Συμβουλίου, αίτινες δεόντως βαρύνουσι τά είσοδήματα αύτο κατά τό έν λόγω έτος• είς τάς τοιαύτας δαπανάς και υποχρεώσεις δέον όπως διαληφθωσιν καΐ αϊ πληρωμαί, αΐτινες μέλλουν να ένεργηθώσιν ύπό του Συμβουλίου κατά τό έτος τουτο, καθ' όσον άφορα είς τους τόκους και το κεφάλαιον οιουδήποτε δανείου συναφθέντος ύπό του Συμβουλίου καΐ τήν έξόφλησιν χρεωγράφων καΐ γραμματίων εκδοθέντων όπό του Συμβρυλίου δυνάμει του παρόντος Νόμου ώς καΐ τοιαύτα χρηματικά ποσά, ώς τό Συμβούλιον ήθελε κρίνει πρέπον νά διαφύλαξη κατά τό έτος τούτο δια τον σχηματισμόν αποθεματικού κεφαλαίου, οι επεκτάσεις, ανανεώσεις, αποσβέσεις, δάνεια καΐ έτερους, παρομοίας φύσεως σκοπούς.
(3)Πάν πρόσωπον όφέΐλον οιονδήποτε δικαίωμα ή τέλος, όπερ δεν κατέβαλε τό ύπ' αύτοΰ όφειλόμενον ποσόν εντός της προβλεπομένης προθεσμίας πληρωμής, υποχρεούται εις τήν καταβόλήν προσθέτου επιβαρύνσεως ίσης προς, είκοσι έπι τοΐς εκατόν του μετά την πάροδον της είρημένης προθεσμίας παραμένοντος απλήρωτου ποσού του δικαιώματος ή τέλους.
(4)Όσάκις ποσόν τι καταστάν πληρωτέον ύπό μορφήν προσθέτου επιβαρύνσεως ώς προνοείται εν έδαφίω
(3)δεν εΐναι ακριβές πολλαπλάσιον τών πέντε μίλς, τό τοιούτο ποσόν θά αύξάνηται είς τό αμέσως ύψηλότερον πολλαπλάσιόν τών πέντε μίλς.
(5)Παν πρόσθετον ποσόν επιβληθέν δυνάμει τών διατάξεων τοϋ εδαφίου
(3)θά καταβάλληται είς τό Ταμεΐον του Συμβουλίου.
(6)Τή αιτήσει του Συμβουλίου το Ύπουργικόν Συμβούλιον δύναται, διά Διατάγματος δημοσιευομένου έν τή έπισήμω έφημερίδι τής Δημοκρατίας, νά διάταξη την άναζήτησιν και εϊσπραξιν τών τελών τών επιβαλλομένων δυνάμει τών παραγράφων (β) και (δ) τοΰ εδαφίου
(1)τοΰ παρόντος άρθρου ύπό του Τμήματος Έσωτερικών Προσόδων τής Δημοκρατίας• έν τοιαύτη περιπτώσει τά τοιαύτα τέλη θά είσπράττωνται ύπό του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ώς εάν επρόκειτο περί φόρων εισπρακτέων δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε έν ισχύϊ Νόμου άφορώντος εις την εΐσπραξιν και άναζήτησιν φόρων καί, μετά την άφαίρεσιν τών εξόδων εισπράξεως, θά καταβάλλωνται εις το Ταμεΐον του Συμβουλίου.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 12. Οι νόμοι, όπως και ο προαναφερόμενος, είναι, σύμφωνα με την νομολογία, υποχρέωση του καθενός να τους γνωρίζει, όπως ήταν υποχρέωση της Αιτήτριας την 18/09/1980 όταν υπέγραφε την σύμβαση μίσθωσης στην οποία περιλαμβανόταν και ο όρος 5(xi) να γνωρίζει τις προαναφερόμενες πρόνοιες του Άρθρου 30 του Νόμου 1/1971, βάσει του οποίου αναλάμβανε υποχρέωση -και συμβατικά έναντι του ιδιοκτήτη, αφού δια του Νόμου 1/1971, το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας (ΣΑΛ) μπορεί να χρεώσει απευθείας τον κάτοχο και όχι τον ιδιοκτήτη της ακίνητης ιδιοκτησίας-, ως κάτοχος της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας, να καταβάλλει στο Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας (ΣΑΛ) -δυνάμει των προνοιών του Μέρους ΙΙ του Νόμου 1/1971-, «διά τοιαύτην χρονικήν περίοδον και κατά τοιούτον τρόπον, ώς ήθελεν εκάστοτε καθορισθή» από αυτό, «τέλη», για την εξυπηρέτηση της, ή μελλοντική εξυπηρέτηση της, από τα συστήματα αποχετεύσεως λυμάτων ή όμβρυων υδάτων, ή για την επωφέλεια, ή μελλοντική επωφέλεια της, από τέτοια έργα. Στα οποία «τέλη» περιλαμβάνονται τέλη ομβρίων υδάτων και αποχετευτικού που αποτέλεσαν την βάση της χρέωσης της Καθ' ης η Αίτηση αντικείμενο της παρούσας Αγωγής. Ίδιο γνωστή θα έπρεπε να ήταν στην Αιτήτρια και η επίπτωση της μη έγκαιρης εξόφλησης των τελών ως οι πρόνοιες του εδαφίου
(3)του προαναφερόμενου Άρθρου 30 του Νόμου 1/1971, επιβάρυνση την οποία επίσης ανέλαβε συμβατικά δια του προαναφερόμενου όρου 5(xi) της σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 18/09/1980. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γερολέμου ν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818, με παραπομπή στον Black's Law Dictionary, 4η έκδοση, προς ερμηνεία της λατινικής φράσης «Ignorantia Juris Quod Quisque Tenetur Scire Neminem Excusat», στη σελίδα 881: «Ignorance of the (or a) law, which every one is bound to know, excuses no man. A mistake in point of law is, in criminal cases, no sort of defense. 4 Bl. Comm. 27; 4 Steph. Comm. 81; Broom, Max. 253; 7 Car. & P.
  1. And, in civil cases, ignorance of the law, with a full knowledge of the facts, furnishes no ground, either in law or equity, to rescind agreements, or reclaim money paid, or set aside solemn acts of the parties. 2 Kent, Comm. 491, and note.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Σημειώνω περαιτέρω ότι, κατά το έτος 2014, το Άρθρο 30 του βασικού Νόμου 1/1971, είχε διαμορφωθεί ως εξής: «30.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, τo Συμβoύλιov κέκτηται εξoυσίαv όπως, εvτός τωv oρίωv της περιoχής τoυ επιβάλλη και εισπράττη διά τoιαύτηv χρovικήv περίoδov και κατά τoιoύτov τρόπov, ως ήθελεv εκάστoτε καθoρισθή- (α) εv δικαίωμα συvδέσεως επί τωv ιδιoκτητώv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας διά τηv κάλυψιv, oλικώς ή μερικώς, της δαπάvης διά τηv σύvδεσιv και εγκατάστασιv υπovόμωv oικoδoμής διά λύματα, βιoμηχαvικά απoρριμματικά υγρά, όμβρια ύδατα ή έτερα τoιαύτα και όπως καθoρίζη τoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις της καταβoλής τoυ τoιoύτoυ δικαιώματoς: Νoείται ότι εv η περιπτώσει τo τoιoύτo δικαίωμα συvδέσεως ήθελε καταβληθή υπό τoυ μισθωτoύ της ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, oύτoς δικαιoύται vα εισπράξη τoύτo παρά τoυ ιδιoκτήτoυ της τoιαύτης ιδιoκτησίας. (β) εv τέλoς επί τωv ιδιoκτητώv ή κατόχωv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, oίτιvες εξυπηρετoύvται ή μέλλoυv vα εξυπηρετηθώσιv υπό τωv συστημάτωv απoχετεύσεως λυμάτωv ή επωφελoύvται ή μέλλoυv ή δύvαvται vα επωφεληθώσιv εκ τωv τoιoύτωv έργωv, είτε oμoιoμόρφoυ ύψoυς επί εκάστης λίρας ή κλασματικoύ μέρoυς λίρας της εκτετιμημέvης αξίας της ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, αvαφoρικώς πρoς τηv oπoίαv καταβάλλεται τo τέλoς ή διά πρooδευτικής φoρoλoγίας εδραζoμέvης επί της τoιαύτης αξίας( κατά τov καθoρισμόv τoυ τoιoύτoυ τέλoυς δυvατόv vα ληφθή ειδική πρόvoια διά τηv μείωσιv ή αύξησιv τoυ τέλoυς δι' ωρισμέvας τάξεις ιδιoκτησίας, αvαλόγως τoυ σκoπoύ, δι' ov, η βαρυvoμέvη διά τoυ τέλoυς ιδιoκτησία, χρησιμoπoιείται, της φύσεως γεvoμέvωv εγκαταστάσεωv και τo πρoκύπτov εις τηv τoιαύτηv ιδιoκτησίαv και τov ιδιoκτήτηv ή κάτoχov αυτής όφελoς ή για τη μείωση ή αύξηση του τέλους για ακίνητη ιδιοκτησία που ευρίσκεται μέσα σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή εντός των ορίων ορισμένου δήμου ή κοινότητας εντός της περιοχής του Συμβουλίου, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη ανάκτησης του συνολικού κόστους των έργων εντός της συγκεκριμένης περιοχής: Νoείται ότι εις περιπτώσεις καθ' ας τo oλικόv πoσόv τoυ επιβαλλoμέvoυ τoιoύτoυ τέλoυς δι' έvα έκαστov ιδιoκτήτηv ή κάτoχov ακιvήτoυ ιδιoκτησίας δεv υπερβαίvει τo πoσόv της μιας λίρας τoύτo αφίεται. (γ) έvα τέλoς στoυς ιδιoκτήτες ή κατόχoυς ακίvητης ιδιoκτησίας πoυ εξυπηρετoύvται ή πρόκειται vα εξυπηρετηθoύv από τα συστήματα απoχέτευσης oμβρίωv υδάτωv ή πoυ επωφελoύvται ή πρόκειται ή μπoρoύv vα επωφεληθoύv από τέτoια έργα, είτε oμoιόμoρφoυ ύψoυς σε κάθε λίρα ή κλασματικό μέρoς λίρας πάvω στηv εκτιμημέvη αξία της ακίvητης ιδιoκτησίας αvαφoρικά με τηv oπoία είvαι πληρωτέo τo τέλoς είτε με πρooδευτική φoρoλoγία πoυ εδράζεται στηv αξία αυτή. Κατά τov καθoρισμό τoυ τέλoυς αυτoύ μπoρεί vα ληφθεί ειδική πρόvoια για μείωση ή αύξηση τoυ τέλoυς για oρισμέvες τάξεις ιδιoκτησίας, αvάλoγα με τo σκoπό για τov oπoίo χρησιμoπoιείται η ιδιoκτησία, τη φύση τωv γεvoμέvωv εγκαταστάσεωv και τo όφελoς πoυ πρoκύπτει στηv ιδιoκτησία αυτή και στov ιδιoκτήτη ή κάτoχo της ή για μείωση ή αύξηση του τέλους για ακίνητη ιδιοκτησία που ευρίσκεται μέσα σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή εντός των ορίων ορισμένου δήμου ή κοινότητας εντός της περιοχής του Συμβουλίου, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη ανάκτησης του συνολικού κόστους των έργων εντός της συγκεκριμένης περιοχής. (δ) εv τέλoς, επί πλέov τoυ καθoριζoμέvoυ εv παραγράφω (β) τoιoύτoυ, επί τωv ιδιoκτητώv ή κατόχωv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, διά τηv χρήσιv τωv συστημάτωv απoχετεύσεως λυμάτωv, βάσει της εv τη ιδιoκτησία ταύτη υδατoπρoμηθείας της χρησιμoπoιoυμέvης δι' oικιακoύς ή ετέρoυς σκoπoύς και διoχετευoμέvης εις τηv δημoσίαv υπόvoμov· (ε) εv τέλoς, επί πλέov τoυ καθoριζoμέvoυ εv παραγράφω (γ) τoιoύτoυ, επί τωv ιδιoκτητώv ή κατόχωv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, διά τηv χρήσιv τωv συστημάτωv απoχετεύσεως oμβρίωv υδάτωv, βάσει της εκτάσεως της επιφαvείας της ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, αvαφoρικώς πρoς τηv oπoίαv καταβάλλεται τo τoιoύτov τέλoς. Νoείται ότι oι ιδιoκτήτες ή oι κάτoχoι ακίvητης ιδιoκτησίας, πoυ χρησιμoπoιείται απoκλειστικά για γεωργικoύς σκoπoύς και η oπoία δε δύvαται με βάση τηv υφιστάμεvη voμoθεσία vα αξιoπoιηθεί με oπoιoδήπoτε τρόπo, εξαιρoύvται από τηv υπoχρέωση πληρωμής oπoιoυδήπoτε τέλoυς ή δικαιώματoς.
(2)Τo ύψoς τωv εv εδαφίω
(1)πρovooυμέvωv τελώv θέλει καθoρισθή κατά τoιoύτov τρόπov, ώστε αι εξ αυτώv απoρρέoυσαι τω Συμβoυλίω ετήσιαι πρόσoδoι, oμoύ μετά τωv τυχόv πρoσόδωv αυτoύ εξ ετέρωv πηγώv, κατά τo αυτό έτoς, vα επαρκώσι κατά τo δυvατόv, και μόvov vα επαρκώσιv, διά τηv πληρωμήv πασώv τωv δαπαvώv και τηv αvτιμετώπισιv πασώv τωv υπoχρεώσεωv τoυ Συμβoυλίoυ, αίτιvες δεόvτως βαρύvoυσι τα εισoδήματα αυτoύ κατά τo εv λόγω έτoς εις τας τoιαύτας δαπάvας και υπoχρεώσεις δέov όπως διαληφθώσιv και αι πληρωμαί, αίτιvες μέλλoυv vα εvεργηθώσιv υπό τoυ Συμβoυλίoυ κατά τo έτoς τoύτo, καθ' όσov αφoρά εις τoυς τόκoυς και τo κεφάλαιov oιoυδήπoτε δαvείoυ συvαφθέvτoς υπό τoυ Συμβoυλίoυ και τηv εξόφλησιv χρεωγράφωv και γραμματίωv εκδoθέvτωv υπό τoυ Συμβoυλίoυ δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ ως και τoιαύτα χρηματικά πoσά, ως τo Συμβoύλιov ήθελε κρίvει πρέπov vα διαφυλάξη κατά τo έτoς τoύτo διά τov σχηματισμόv απoθεματικoύ κεφαλαίoυ, δι' επεκτάσεις, αvαvεώσεις, απoσβέσεις, δάvεια και ετέρoυς, παρoμoίας φύσεως σκoπoύς.
(3)Παv πρόσωπov oφείλov oιovδήπoτε δικαίωμα ή τέλoς, όπερ δεv κατέβαλε τo υπ' αυτoύ oφειλόμεvov πoσόv εvτός της πρoβλεπoμέvης πρoθεσμίας πληρωμής, υπoχρεoύται εις τηv καταβoλήv πρoσθέτoυ επιβαρύvσεως ίσης πρoς είκoσι επί τoις εκατόv τoυ μετά τηv πάρoδov της ειρημέvης πρoθεσμίας παραμέvovτoς απληρώτoυ πoσoύ τoυ δικαιώματoς ή τέλoυς.
(4)Οσάκις πoσόv τι καταστάv πληρωτέov υπό μoρφήv πρoσθέτoυ επιβαρύvσεως ως πρovoείται εv εδαφίω
(3)δεv είvαι ακριβές πoλλαπλάσιov τωv πέvτε σεντ, τo τoιoύτo πoσόv θα αυξάvηται εις τo αμέσως υψηλότερov πoλλαπλάσιov τωv πέvτε σεντ.
(5)Παv πρόσθετov πoσόv επιβληθέv δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ
(3)θα καταβάλληται εις τo Ταμείov τoυ Συμβoυλίoυ.
(6)Τη αιτήσει τoυ Συμβoυλίoυ τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov δύvαται, διά Διατάγματoς δημoσιευoμέvoυ εv τη επισήμω εφημερίδι της Δημoκρατίας, vα διατάξη τηv αvαζήτησιv και είσπραξιv τωv τελώv τωv επιβαλλoμέvωv δυvάμει τωv παραγράφωv (β) και (δ) τoυ εδαφίoυ
(1)τoυ παρόvτoς άρθρoυ υπό τoυ Τμήματoς Εσωτερικώv Πρoσόδωv της Δημoκρατίας· εv τoιαύτη περιπτώσει τα τoιαύτα τέλη θα εισπράττωvται υπό τoυ Τμήματoς Εσωτερικώv Πρoσόδωv ως εάv επρόκειτo περί φόρωv εισπρακτέωv δυvάμει τωv διατάξεωv oιoυδήπoτε εκάστoτε εv ισχύϊ Νόμoυ αφoρώvτoς εις τηv είσπραξιv και αvαζήτησιv φόρωv και, μετά τηv αφαίρεσιv τωv εξόδωv εισπράξεως, θα καταβάλλωvται εις τo Ταμείov τoυ Συμβoυλίoυ.
(7)Τέλη και δικαιώματα με βάση τov παρόvτα Νόμo καταβάλλovται και σε σχέση με ακίvητη ιδιoκτησία πoυ αvήκει στη Δημoκρατία ή πoυ περιήλθε στη Δημoκρατία δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ περί Ακίvητης Iδιoκτησίας (Διακατoχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμoυ ή oπoιoυδήπoτε άλλoυ Νόμoυ.
(8)Ο Υπουργός δύναται, για σκοπούς προστασίας των ευάλωτων καταναλωτών, με διατάγματά του που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να αποφασίζει τη λήψη μέτρων προστασίας των ευάλωτων καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένων της παροχής μειωμένων τιμολογίων, της έκπτωσης επί των δημοσιευμένων τιμολογίων κάθε προμηθευτή και των ευνοϊκότερων όρων αποπληρωμής των λογαριασμών.».
  1. Με αυτά τα δεδομένα, τα όσα γενικά και αόριστα παρουσιάστηκαν από πλευράς Αιτήτριας, δεν θεμελιώνουν βάσιμη υπεράσπιση που θα δικαιολογούσε επανάνοιγμα αυτής της υπόθεσης για να ακουστούν σε ακροαματική διαδικασία.
  2. Σημειώνω εδώ, ότι, οι ισχυρισμοί του κ. Ζαχαρία Πουτζιουρή, της ενόρκου δηλώσεως που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αιτήσεως -την οποία δεν αποδέχομαι καθόλου, καθότι, είναι εκ των δικηγόρων της Αιτήτριας, χωρίς να δικαιολογείται γιατί δεν ορκίζεται κάποιος από την Αιτήτρια για τα γεγονότα της υπόθεσης της, πλείστα εκ των οποίων δεν μπορούν πρωτογενώς να βρίσκονται σε γνώση του κ. Ζαχαρία Πουτζιουρή (βλ. Rybolovlev v Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82)- ανατράπηκαν από τα όσα ορκίστηκε ως γεγονότα η κα Μάρω Γεωργιάδου προς υποστήριξη της ειδοποίησης ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη του Δικαστηρίου ώστε να μπορούσε να λεχθεί (εν πάση περιπτώσει) ότι η Αιτήτρια έχει αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης που είχε σε αυτή την διαδικασία (βλ. Δ. 48, κ. 4
(2)των Θ. Π. Δ. και Siemer v Stiassny [2007] N.Z.C.A. 117, Thinking Steel International B.V. v Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Aeacus Holding Ltd κ. α. ν Boris Dehtor, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε84/2013, 26/06/2014 [[i]]). Επισημαίνω, εδώ, ειδικότερα τα της ανατροπής του γεγονότος που η πλευρά της Αιτήτριας ισχυρίστηκε: (α) ότι δεν εξυπηρετείται η επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία από το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας (ΣΑΛ) και (β) ότι δεν ήταν ενήμερη για την υποχρέωση της καταβολής των τελών για το συγκεκριμένο έτος. 16. Τέλος, να αναφέρω ότι δεν αποδέχομαι την θέση ότι η Απόφαση μου της 07ης/10/2016 δεν είναι κανονική, επί τίνος η Αιτήτρια δικαιούται τον παραμερισμό της ex debitio justitae, επειδή, ως ισχυρίζεται ο Αιτητής, δεν αποκαλύφθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση ότι «ένα μέρος του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού που απαιτεί αφορά επιβαρυντικά τέλη που έχουν επιβληθεί στον Ενάγοντα λόγω της καθυστέρησης του να το πληρώσει έγκαιρα και το απαιτούμενο ποσό δεν αφορά αποχετευτικά τέλη μόνο», καθότι, ως επεξηγείται και στην υπόθεση Emmanouel Volouhakis v Charilaos Georghiou
(1979)1 C.L.R. 314 από το Ανώτατο Δικαστήριο, τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να εγείρεται, όταν η απόφαση που εκδίδεται από παράλειψη του εναγομένου να καταχωρήσει την δικογραφία του, δεν υπερβαίνει το ποσό που απαιτείτο στην οπισθογράφηση του κλητήριου εντάλματος. Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της Αιτήτριας, θα μπορούσε να συνδεθεί με την αποκάλυψη εκ μέρους της βάσιμης υπεράσπισης ως αποτελών στοιχείο της, δεν μπορεί όμως κατά την άποψη μου να δικαιολογήσει αντικανονικότητα στην λήψη της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, έχω ήδη αποφασίσει, ότι, η Αιτήτρια, δεν έχει αποκαλύψει βάσιμη υπεράσπιση. Όπως έχω προαναφέρει, εδώ, το τέλος που η Αιτήτρια είχε υποχρέωση να καταβάλει και η επιβάρυνσης του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 30
(3)του Νόμου 1/1971 γιατί δεν είχε έγκαιρα εξοφληθεί, είναι το ίδιο πράγμα, από την στιγμή που η επιβάρυνσης είναι ποσοστό επί του τέλους και ενσωματώνεται σε αυτό. Δεν θα έμπαινα στην λογική του διαχωρισμού τους για να καταλήξω ότι η εκδοθείσα απόφαση είναι αντικανονική, ακριβώς στην βάση του σκεπτικού του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Emmanouel Volouhakis v Charilaos Georghiou
(1979)1 C.L.R. 314 στην οποία έχω προαναφερθεί. 17. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης / Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. επίσης Geo. M. Chadjikyriacos Co. Ltd a. a. v United Biscuits (UK) Ltd
(1979)1 C.L.R. 689, Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης ν Άννας Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Δημήτρης Σκάρος ν Πάμπου Χριστοδούλου κ. α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, Irena Knitting Ltd κ. α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 816, D.V.L. Consulting (Overseas) Ltd v Bombardier Transportation Mav Hunagary
(2011)1 Α.Α.Δ. 900, Χριστάκης Αντωνίου Σοφιανού ν Minas Makris Developers Ltd κ. α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1668 και Thinking Steel International B.V. ν Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460, στο σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, στις σελίδες 365 και 366 και στο σύγγραμμα των έντιμων Τ. Ηλιάδη (Δ. Α. Δ.) και Ν. Σάντη (Π. Ε. Δ.), Το Δίκαιο Της Απόδειξης, Δικονομικές Και Ουσιαστικές Πτυχές, στις σελίδες 213, 311 και 312. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.