← Κύπρος

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1588/2016, 29/5/2017

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1588/2016, 29/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1588/2016 Μεταξύ: ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΟΥ Ενάγοντας / Αιτητής - και - ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση ------------------- Ημερομηνία: 29/05/2017 Αίτηση για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος, ημερομηνίας 18/11/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή / Ενάγοντα: κ. Γιάννης Α. Αργυρίδης για την Γ. Αργυρίδης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση / Εναγόμενο: κ. Γεώργιος Λ. Λουκαΐδης για την Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

  1. Με την υπό εξέταση Αίτηση, ο Αιτητής, ζητά από το Δικαστήριο, την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του κ. Αλέκου Ακονά του οποίου η ένορκη δήλωση επισυνάπτεται και/ή στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 2411012016, κατά την Ακρόαση της Αίτησης ημερομηνίας 26/09/2016, για να αντεξεταστεί σε ότι αφορά το περιεχόμενο των παραγράφων 1, 11, 13, 15, 17, 21 και 26 της ρηθείσας ένορκης δήλωσης του. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του κ. Πέτρου Χριστοδούλου, δημαρχεύον της πόλης της Λάρνακας, κατά την Ακρόαση της Αίτησης ημερομηνίας 26/09/2016, για να αντεξετασθεί σε ότι αφορά τις αρχικές του δηλώσεις οι οποίες παραθέτονται ως εξ ακοής μαρτυρία στις παραγράφους 24 και 33 της ένορκης δήλωσης του κ. Αλέκου Ακονά που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 24/
  2. (Γ) Διάταγμα καιlή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει όπως ο Ενάγοντας - Αιτητής προβεί σε καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της ενόρκου δηλώσεως του που στηρίζει την αίτηση του ημερομηνίας 26/09/2016 για λόγους που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση και ειδικότερα εις στα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 11, 24 και 33 της ενόρκου δηλώσεως του.». [Β]. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  3. Η Αίτηση βασίζεται: «....στον περί Δικαστηρίων Νόμο, ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 2 και 48, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39 θ.1 και 2, Δ.48 θ. 1, 2,
  4. 4

(1),
(2)και 9, και Δ.64, στον περί Αποδείξεως Νόμο, ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 2, 23, 24 και 26
(1), στις γενικές, συμφυείς και σύμφυτες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην Νομολογία, Πρακτική και στις αρχές της Επιείκειας.».
  1. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Αιτητή, ημερομηνίας 18/11/
  2. Στα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. [Γ]. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  3. Ο Καθ' ου η Αίτηση, καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.
  4. Αυτοί, έχουν ως εξής: «
  5. Είναι αδόκιµο και αντινοµικό να ζητείται µε την ίδια αίτηση διάταγµα για αντεξέταση και διάταγµα για καταχώρηση συµπληρωµατικής ένορκης δήλωσης.
  6. Είναι, επίσης, αντινοµικό να ζητείται η αντεξέταση προσώπου το οποίο δεν ορκίσθηκε σε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση.
  7. Είναι, επίσης, αντινοµικό να ζητείται άδεια για καταχώρηση συµπληρωµατικής ένορκης δήλωσης για ισχυριζόµενα γεγονότα, τα οποία προέκυψαν µετά την καταχώρηση της ένστασης των καθ' ων η αίτηση, όταν αυτά τα ίδια γεγονότα αναφέρονται στις παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως.
  8. Υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω, η αντεξέταση στην οποία επιδιώκει η άλλη πλευρά να προβεί, στην πραγµατικότητα θα δηµιουργήσει πλήρη εκδίκαση της υποθέσεως.
  9. Επιπροσθέτως, η ένορκη δήλωση του ενάγοντος, αντί να υποστηρίζει γεγονότα, επιχειρηµατολογεί µε ερωτήµατα.
  10. Παρά το γεγονός ότι ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δήθεν επείγεται, η επί δωδεκαετία καθυστέρησή του δείχνει ότι στην πραγµατικότητα δεν επείγεται, αλλά απλώς επιδιώκει να δηµιουργεί επεισόδια λόγω της ιδιαίτερης ευαισθησίας του προς ο,τιδήποτε.
  11. Ακόµη και την παρούσα αίτηση ο ενάγων την καταχώρησε µε καθυστέρηση. Συγκεκριµένα, ενώ η ένσταση των εναγοµένων εδόθη στις 24/10/2016, µια απλή αίτηση σαν την παρούσα την καταχώρησε στις 18/11/
  12. Μάλιστα, η αίτηση αυτή ορίσθηκε για τις 25/11/2016, που είναι ορισµένη για ακρόαση η αίτηση για προσωρινό διάταγµα, παρά το ότι τώρα ο ενάγων προσποιείται ότι επείγεται.
  13. Ενώ στην ένορκή του δήλωση ο ενάγων ισχυρίζεται ότι θέλει να απαντήσει στους ισχυρισµούς του κ. Ακονά, στην πραγµατικότητα: (α) επιδιώκει πλήρη εκδίκαση της υποθέσεως, οπότε θα γίνουν αναγκαστικά και ευρήµατα αξιοπιστίας, και (β) στην αίτησή του δεν ζητά καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης, αλλά συµπληρωµατικής της αρχικής του.».
  14. Η Ένσταση, βασίζεται: «. στον περί Δικαστηρίων Νόµο, ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 2 και 48, στους περί Πολιτικής Δικονοµίας Θεσµούς Δ.39 Θ.1 και 2, Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4
(1),
(2)και 9 και Δ.64, στον περί Αποδείξεως Νόµο, ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 2, 23, 24 και 26
(1), στις γενικές, συµφυείς και σύµφυτες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στη Νοµολογία, πρακτική και στις αρχές της Επιείκειας.».
  1. Η Ένσταση, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της κας Κατερίνας Κονναρή, ημερομηνίας 21/11/2016, που είναι, ως δηλώνει, στην υπηρεσία της Δ. Ε. Π. Ε. που εκπροσωπεί τον Καθ' ου η Αίτηση σε αυτή την Αγωγή. Στα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. [Δ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αντεξέταση ενόρκως δηλούντα
  2. Σύμφωνα με την Δ.48, κ. 4 των Θ. Π. Δ.: «
(1)Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον αιτητή στη διεύθυνση επίδοσής του. Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει του συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ένορκων δηλώσεων θα αφήνονται στον αιτητή μαζί με την ειδοποίηση.
(2)Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Σύμφωνα δε με την Δ.39, κ. κ. 1 και 2 των Θ. Π. Δ.: «
  2. Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination.
  3. Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  4. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη Δ.48, κ. 4
(2)των Θ. Π. Δ., η ακρόαση αιτήσεων, διεξάγεται στην βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή την ένσταση, ή στις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.48, κ. 4
(2)των Θ. Π. Δ. και Δ.39, κ. 1 των Θ. Π. Δ., σε περίπτωση όπου υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Ως προς το ποιος διάδικος αρχίζει πρώτος με την παρουσίαση της υπόθεσης του, εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες της Δ.33, κ. 9 των Θ. Π. Δ., που προβλέπουν ότι ο διάδικος που έχει το βάρος απόδειξης είναι το πρώτο μέρος [[i]].
  1. Σε ότι αφορά αμφισβητούμενα επίδικα θέματα και ισχυρισμούς, το βάρος απόδειξης το φέρει ο διάδικος, είτε ενάγοντας, είτε εναγόμενος, ο οποίος προβαίνει σε ένα θετικό ισχυρισμό («το ειδικό βάρος απόδειξης») [[ii]]. Το βάρος απόδειξης («το γενικό βάρος απόδειξης»), συνεχίζει να το έχει ο Αιτητής καθ' όλη την διάρκεια της διαδικασίας, ο οποίος, πρέπει να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος [[iii]].
  2. Όπου υπάρχουν αντιφάσεις ή ασάφειες, ή και όπου αμφισβητείται η επάρκεια της γνώσης ενόρκως δηλούντος που ισχυρίζεται γεγονότα προς υποστήριξη του αιτήματος στην Αίτηση [[iv]] ή ακόμη και η εγκυρότητα της ίδιας της δηλώσεως του, ο αιτητής, που φέρει και το βάρος απόδειξης («το γενικό βάρος απόδειξης»), θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ενδείκνυται η αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου, ένορκη δήλωση του οποίου κατατέθηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης (ένστασης) του αντιδίκου, σύμφωνα με την Δ.48, κ. 4
(2)των Θ. Π. Δ. [[v]]. Στην περίπτωση όπου διάταγμα αντεξέτασης εκδοθεί και το πρόσωπο σε σχέση με το οποίο εκδίδεται, δεν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για την αντεξέταση του, η ένορκη δήλωση του που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, χάνει την σημασία που αυτή ενέχει (δηλαδή, υποστήριξης της θέσης του διαδίκου που την παρουσιάζει προς απόδειξη της υπόθεσης του) [[vi]].
  1. Έχει νομολογηθεί, ότι, η έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης βάση της Δ.39 κ. 1 των Θ. Π. Δ., είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (και τούτο, είτε υπάρχει, είτε δεν υπάρχει ένσταση στο αίτημα από τον αντίδικο), η οποία ασκείται δικαστικά στην βάση των περιστατικών της κάθε κρινόμενης περίπτωσης και δεν εκδίδεται εκτός και αν διαπιστωθεί ότι σχετίζεται με το αντικείμενο της αίτησης σε σχέση με την οποία (ή στα πλαίσια της οποίας) υποβάλλεται [[vii]]. Και εξηγώ.
  2. Το ζήτημα κατά πόσο διάταγμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος θα εκδοθεί από το Δικαστήριο, απολήγει πάντοτε στο κατά πόσο το διάταγμα αντξέτασης θα εξυπηρετήσει κατά τρόπο, ώστε, αντικρουόμενη μαρτυρία που παρουσιάζεται δια των ενόρκων δηλώσεων, δεν θα παραμείνει ανεπίλυτη, ώστε, το Δικαστήριο, να είναι σε θέση, τελικώς, να καταλήξει στο αναγκαίο συμπέρασμα του επί των ουσιαστικών γεγονότων (στο επίπεδο και κατά τον τρόπο που η εξέταση μίας ενδιάμεσης αιτήσεως επιβάλλει) στο οποίο θα βασίσει και την κατάληξη του στο ζητούμενο της αίτησης [[viii]]. Και τούτο γιατί, το Δικαστήριο, αποφασίζει πάντοτε επί γεγονότων (αντιπαραβάλλοντας τους εκατέρωθεν στις ένορκες δηλώσεις ισχυρισμούς [[ix]]). Αν προβάλλονται ισχυρισμοί από πλευράς αιτητή προς υποστήριξη της αίτησης του δια ενόρκων δηλώσεων, και αυτοί οι ισχυρισμοί, κατά τρόπο αξιόπιστο, αμφισβητούνται δια των ενόρκων δηλώσεων που παρουσιάζονται από πλευράς του ενιστάμενου (στο αίτημα της αίτησης) διάδικου μέρους, στην απουσία αντεξέτασης των ενόρκων δηλούντων για τα ζητήματα που αυτοί έθεσαν υπό αμφισβήτηση, το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει την μαρτυρία του αιτητή που έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση και να αποφασίσει την αίτηση στην βάση των γεγονότων που δεν έχουν αμφισβητηθεί.
  3. Φυσικά, πρέπει να σημειωθεί, ότι, πλέον [[x]], το ζήτημα αυτό, μπορεί να αντιμετωπιστεί και με την λήψη άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δυνάμει των προνοιών της Δ.48, κ. 4
(2)των Θ. Π. Δ. Και τούτο, ειδικότερα στις περιπτώσεις όπου ενδέχεται (και τούτο εξεταζόμενο από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης συγκεκριμένου ισχυρισμού), η αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα να μην επιφέρει την προσδοκώμενη επίλυση στην αμφισβήτηση του γεγονότος που έχει επέλθει με τους ισχυρισμούς του προσώπου αυτού [[xi]]. Δεδομένης και της αρχής της νομολογίας (που εφαρμόζεται και σε ότι αφορά την αντεξέταση ενόρκως δηλούντων, στα πλαίσια ακρόασης ενδιάμεσων αιτήσεων), ότι, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[xii]].
  1. Μόνο εκεί που το Δικαστήριο διακρίνει ότι το αίτημα για την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος, υποβάλλεται χωρίς βάσιμο λόγο, ή ότι δεν θα εξυπηρετήσει σε οτιδήποτε, ή ότι αποσκοπεί απλά στην καθυστέρηση της διαδικασίας, δικαιολογείται το Δικαστήριο να αρνηθεί το αίτημα.
  2. Είναι γεγονός, ότι, μελέτη της νομολογίας πριν την τροποποίηση της Δ.48, κ.4 των Θ. Π. Δ. με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κ. Δ. Π. 5/99, ημερομηνίας 23/12/1999, καταδεικνύει ότι, ένεκα και των όσων ίσχυαν τότε και αφορούσαν τον κανόνα της μη αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας κατά την δίκη (με εξαίρεση τις αιτήσεις όπου ήταν αποδεκτή η παρουσίαση τέτοιας κατηγορίας μαρτυρίας, εάν όμως αποκαλυπτόταν η πηγή της πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντος), το κατά πόσο τα γεγονότα ήταν στο πεδίο της προσωπικής γνώσης και αντίληψης του προσώπου που ορκιζόταν σε αυτά σε δήλωση προς υποστήριξη ενός ενδιάμεσου αιτήματος, μπορούσε να αντεξεταστεί ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να κριθεί η «αξιοπιστία του». Χαρακτηριστικά είναι τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης ν Άννας Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 δια του Π. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Α. Ν. Λοΐζου: «Θα πρέπει να τονισθεί εδώ ότι και οι δύο πλευρές δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι δεν είχαν πρόθεση να ασκήσουν το δικαίωμα τους να προβούν σε αντεξέταση των προσώπων που έκαμαν ενόρκους δηλώσεις και ότι αποφάσισαν να βασιστούν μόνο πάνω στις ενόρκους δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στη διαδικασία. (Βλέπε Hadjikyriakos Co, Ltd., and Others v. United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 C.L.R. 689, στις σελ. 697-699.) Με την προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα πρόσωπα που έκαμαν τις ενόρκους δηλώσεις είχαν αρκετή γνώση των γεγονότων με τα οποία έπρεπε να υποστηριχθεί η μονομερής αίτηση για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος και ότι δεν εξυπηρετούσε τίποτε αν αντεξετάζονταν για να ελεχθεί η αξιοπιστία των.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 18. Στην υπόθεση Geo. M. Chadjikyriacos Co. Ltd a. a. v United Biscuits (UK) Ltd
(1979)1 C.L.R. 689 που μνημονεύεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης στην οποία έχω μόλις προαναφερθεί, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του Π. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Τριανταφυλλίδη, ανέφερε τα εξής: «It is common ground that at no stage, during the proceedings leading up to the appealed from ruling of the trial Court, have the appellants applied for an order that the two affiants, whose affidavits were sworn in support of the ex parte application for the interim injunction, namely Charitakis and Economides, should be made available for cross-examination. In relation to the contentions of counsel for the appellants that the aforesaid two affidavits were not sworn properly by persons having sufficient knowledge of the facts and that they should have been sworn by the respondents, or an explanation ought to have been given why the respondents did not swear such affidavits, we are of the view that, though the trial Court stated in its ruling that these contentions of counsel for the appellants raised serious points of law, they are actually arguments which on closer examination cannot be upheld as being well-founded, because though the two affiants concerned, Charitakis and Economides, were not employees of the respondents, they nevertheless could properly be regarded as persons having sufficient knowledge of the facts which had to be deposed to in order to create the substratum of evidence which was required for the purpose of justifying the granting ex parte of the interim injunction in question; and, as already pointed out, it was not sought to cross-examine either of them in order to test the sufficiency of his relevant knowledge.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 19. Με την τροποποίηση της Δ.48, κ.4 των Θ. Π. Δ. την 23/12/1999, ως έχει προαναφερθεί, αλλά και την μετέπειτα τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, με τον Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικό) Νόμος του 2004, Νόμος 32(I)/2004, την 12/03/2004, ως προς το ζήτημα της παρουσίασης κατά την δίκη εξ ακοής μαρτυρίας, το ζήτημα πλέον πρέπει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Εν προκειμένω, στην υπόθεση Χριστάκης Αντωνίου Σοφιανού ν Minas Makris Developers Ltd κ. α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1668 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Κραμβή, παρατήρησε τα εξής: «Η αγωγή καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις 8.1.2008 και η υπό αναφορά αίτηση καταχωρήθηκε στις 16 Απριλίου του ιδίου χρόνου. Οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση ενώ η εναγομένη 2 συναίνεσε στην έκδοση διαταγμάτων ως η αίτηση. Η ακρόαση της υπόθεσης έγινε με βάση τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις χωρίς να δοθεί προφορική μαρτυρία. Το πρωτόδικο δικαστήριο με αναφορά στη Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453 έκρινε ότι ο αιτητής παρέλειψε να αναφέρει στην ένορκο δήλωσή του την πηγή των πληροφοριών του για την αλλαγή των μεριδίων επί του επίδικου κτήματος, παράλειψη η οποία, καθώς κρίθηκε ".... καθιστά την ένορκο του δήλωση αντικανονική και την υπό κρίση αίτηση μετέωρη, αφού ελλείπουν το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων για να μπορέσει αυτή να επιτύχει." Η εν λόγω διαπίστωση οδήγησε, χωρίς ο,τιδήποτε άλλο στην απόρριψη της αίτησης. Προφανώς διέφυγε της προσοχής του ευπαίδευτου δικαστή ότι οι εφεσίβλητοι δεν αρνήθηκαν τη μεταβίβαση των μεριδίων επί του επίδικου κτήματος στην Εργοληπτική Εταιρεία Μακρής & Υιοί Λτδ και ότι, μετά τη Louis Vuitton (ανωτέρω), ο περί Αποδείξεως Νόμος, Κεφ. 9, υπέστη τροποποιήσεις με οι οποίες διαφοροποιούν την προϋπάρχουσα κατάσταση με βάση τα νομολογηθέντα στη Louis Vuitton.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 20. Η ακόλουθη περικοπή με τον σχολιασμό του ζητήματος στο σύγγραμμα των έντιμων Τ. Ηλιάδη (Δ. Α. Δ.) και Ν. Σάντη (Π. Ε. Δ.), Το Δίκαιο Της Απόδειξης, Δικονομικές Και Ουσιαστικές Πτυχές, στις σελίδες 311 και 312, περικλείει την όλη ουσία του υπό συζήτηση θέματος: «Μετά την τροποποίηση του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, με τον Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικό) Νόμο 32
(1)/04, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής (Σταύρου και Άλλου ν Ττοουλoυδιού και Άλλων, ΠΕ 16/09, ημ. 11.6.12). Η εξέλιξη αυτή έχει επιφέρει αυτονόητα θεμελιακές αλλαγές στον τομέα αποδοχής και αξιολόγησης μαρτυρίας σε κάθε πτυχή του δικαίου στην Κύπρο, Μια τέτοια πτυχή, αφορά και στη δεκτότητα, πια, μαρτυρίων που διατυπώνεται σε ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν ενδιάμεσες ή άλλες αιτήσεις βάσει της Δ.39ΘΘ1-21 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, με τις όποιες επιπτώσεις παράληψης αναφοράς της πηγής της πληροφόρησης του ομνύοντα, να πρέπει πλέον να αντικρίζονται μέσα από διαφορετικό φακό και ενδεχομένως σε απόκλιση σκεπτικού όπως εκείνου στην πάλαι ποτέ περιβόητη στον τομέα των ενδιάμεσων αιτήσεων Louis Vuitton ν Δέρμοσακ Λτδ και Άλλης
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453 (Βλ. γενικώς, Σοφιανου ν Minas Makris Developers Ltd και Άλλης
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1668) ..». Συμπληρωματική ένορκη δήλωση 21. Η νομική πτυχή του ζητήματος της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, έχω εντοπίσει να αναλύεται στην απόφαση του έντιμου Π. Ε. Δ. Λευκωσίας, Χ. Πογιατζή, στην Αίτηση 473/2011, Αναφορικά με την Εταιρεία G. Paraskevaides
(1966)Ltd ημερομηνίας 03/03/2015, το σκεπτικό της οποίας, σημειώνω, υιοθετώ, και περικοπή από την οποία παραθέτω, για σκοπούς καταγραφής του νομικού υπόβαθρου του σκεπτικού μου, για την κατάληξη μου που ακολουθεί στην υπό κρίση Αίτηση. Αναφέρει ο έντιμος Πρόεδρος: «Η Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (όπως αυτή τροποποιήθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 23.12.1999), προνοεί τα ακόλουθα: "4
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39." Όπως δεικνύει το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, αλλά και σχετική Νομολογία, το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510. Ο αιτούμενος την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης πρέπει να τεκμηριώσει «καλό λόγο» για να του παρασχεθεί η σχετική άδεια. Παρόλον ότι ο ορισμός του «καλού λόγου» δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη, καθίσταται φανερό ότι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου (Αρ.4)
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 979, που αφορούσε Αίτηση για χορήγηση άδειας για Certiorari και που αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση της εν λόγω διάταξης, αναφέρθηκαν κάποια σχετικά κριτήρια. Συγκεκριμένα, με αναφορά στην Αγγλική διάταξη 0.59, r.6 των Αγγλικών Θεσμών, λέχθηκε ότι, "το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εάν αναφέρεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από Ένορκες Δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τους αντιδίκους". Φυσικά, τα πιο πάνω, είναι κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό το φως του κανόνα καθολικής εφαρμογής ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που είχε δοθεί πρωταρχικά στο Δικαστήριο. Τα γεγονότα που θεμελιώνουν ενδιάμεση αίτηση πρέπει να αποκαλύπτονται σε Ένορκη Δήλωση ή Ένορκες Δηλώσεις που τη συνοδεύουν LouisVuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1976. Όταν όμως δεν πρόκειται για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών αλλά για διευκρινήσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να προβληθούν για να υποβοηθήσουν το Δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, τότε μπορεί να δοθεί σχετική άδεια. Α. Μessios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195.». [Ε]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ
  1. Το αιτούμενο, υπό το στοιχείο Β της Αίτησης του Ενάγοντα, διάταγμα, για την αντεξέταση του κ. Πέτρου Χριστοδούλου, σε ότι αφορά δηλώσεις του που επικαλείται ο κ. Αλέκος Ακονά στις παραγράφους 24 και 33 της ένορκης δήλωσης του που καταχωρήθηκε από πλευράς Εναγομένου προς υποστήριξη της ειδοποίησης ενστάσεως του στην Αίτηση του Ενάγοντα για ενδιάμεσα απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα.
  2. Ως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα, με την Δ.39, κ. 1 των Θ. Π. Δ., «
  3. Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Συνεπώς, διάταγμα αντεξέτασης, μπορεί να εκδοθεί από το Δικαστήριο, μόνον σε ότι αφορά πρόσωπο το οποίο έχει προβεί σε ένορκο δήλωση προς υποστήριξη μίας αίτησης ή της ειδοποιήσεως ενστάσεως σε αίτηση. Ως εκ τούτου, στην προκείμενη περίπτωση, διάταγμα για την αντεξέταση του κ. Πέτρου Χριστοδούλου, δεν μπορεί να εκδοθεί, καθότι, αυτός, δεν έχει προβεί σε ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της ειδοποίησης ενστάσεως του Εναγομένου στην υπό αναφορά αίτηση για ενδιάμεσα απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα.
  4. Ανεξαρτήτως όμως της προαναφερόμενης κατάληξης μου, θεωρώ, ότι, από την στιγμή που ο Ενάγοντας αξιώνει να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση, σε σχέση και με αυτά τα ισχυριζόμενα από πλευράς Εναγομένου γεγονότα, προς αντίκρουση τους, δεν μπορεί να αιτείται παράλληλα και την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα, κ. Αλέκου Ακονά που τα επικαλείται στις εν λόγω παραγράφους της ένορκης δήλωσης του. Επανέρχομαι στο ζήτημα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην συνέχεια της απόφασης μου.
  5. Το αιτούμενο, υπό το στοιχείο Α της Αίτησης του Ενάγοντα, διάταγμα, για την αντεξέταση του κ. Αλέκου Ακονά, σε ότι αφορά τις παραγράφους 1, 11, 13, 15, 17, 21 και 26 της ένορκης δήλωσης του, που καταχωρήθηκε από πλευράς Εναγομένου προς υποστήριξη της ειδοποίησης ενστάσεως του στην Αίτηση του Ενάγοντα για ενδιάμεσα απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα.
  6. Ως έχει προαναφερθεί, διάταγμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος μπορεί να εκδοθεί, όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι, αυτό, θα εξυπηρετήσει κατά τρόπο, ώστε, αντικρουόμενη μαρτυρία που παρουσιάζεται δια των ενόρκων δηλώσεων, δεν θα παραμείνει ανεπίλυτη, ώστε, το Δικαστήριο, να είναι σε θέση, τελικώς, να καταλήξει στο αναγκαίο συμπέρασμα του επί των ουσιαστικών γεγονότων (στο επίπεδο και κατά τον τρόπο που η εξέταση μίας ενδιάμεσης αιτήσεως επιβάλλει) στο οποίο θα βασίσει και την κατάληξη του στο ζητούμενο της αίτησης. Στην προκείμενη περίπτωση, εξετάζοντας τις παραγράφους 1, 11, 13, 15, 17, 21 και 26 της ένορκης δήλωσης του κ. Αλέκου Ακονά που καταχωρήθηκε από πλευράς Εναγομένου προς υποστήριξη της ειδοποίησης ενστάσεως του στην Αίτηση του Ενάγοντα για ενδιάμεσα απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα, σε σχέση με τις οποίες υποβάλλεται το αίτημα για την αντεξέταση του κ. Αλέκου Ακονά, διαπιστώνω τα εξής: i. στην παράγραφο 1, δεν παρουσιάζεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός, σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης ως αυτά έχουν παρουσιαστεί από πλευράς Ενάγοντα, που να δικαιολογεί την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος προς αντίκρουση τους. Στην εν λόγω παράγραφο, ο ενόρκως δηλών, απλά αναφέρει ότι, είναι υπάλληλος του Εναγομένου, ποια τα καθήκοντα του στην υπηρεσία του ως λειτουργός ασφάλειας και υγείας και υπεύθυνος του δημοτικού γκαράζ, και για τα της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκο δήλωση. Η ακρόασης αιτήσεως, επισημάνεται, δεν μπορεί να αποτελέσει το πλαίσιο εξέτασης της Αγωγής στην ουσία της. Στην προκείμενη περίπτωση, αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα εάν επιτρεπόταν η αντεξέτασης του κ. Αλέκου Ακονά από τον Ενάγοντα, για «να απαντήσει ως προς το ποιες ασφαλιστικές δικλίδες έχει λάβει ή/και έχει θέσει ο ίδιος σε ότι αφορά κίνδυνους που αναφύονται από την χρήση του επίδικου υποστατικού, και πιο συγκεκριμένα κινδύνους που δημιουργούνται από την λειτουργία και χρήση πρατηρίου βενζίνης επί του επίδικου ακινήτου, επίσης θα πρέπει να παρουσιάσει άδεια λειτουργίας αναφορικά με το πρατήριο βενζίνης ως και από τις αρμόδιες αρχές σε σχέση με την λειτουργία του δημοτικού γκαράζ επί του επίδικου ακινήτου.», ως επιδιώκει ο Ενάγοντας. Ζητήματα, που, ως εκ πρώτης όψεως προκύπτει, είναι και άσχετα με την κύρια αιτία επί της οποίας ο Ενάγοντας βασίζει την αγωγή του, που είναι το αστικό αδίκημα της οχληρίας. ii. στην παράγραφο 11, επίσης δεν παρουσιάζεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός, σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης ως αυτά έχουν παρουσιαστεί από πλευράς Ενάγοντα, που να δικαιολογεί την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος προς αντίκρουση τους. Εκεί, απλά, αναφέρεται από τον ενόρκως δηλούντα, ότι, το ακίνητο του Ενάγοντα, σε σχέση με αυτό του Εναγομένου, είναι κατά πολύ μεγαλύτερο, και εκφράζεται η άποψης του, ότι, θα ήταν μεγάλη αδικία ο χώρος αυτός να παραμείνει από τον Εναγόμενο αναξιοποίητος, για χάρη ενός πολύ μικρότερου ακινήτου όπως αυτό του Εναγομένου. Το γεγονός, ότι, το ακίνητο του Ενάγοντα είναι μικρότερο, είναι γεγονός παραδεκτό και από τον ίδιο τον Ενάγοντα στην μαρτυρία του (ο οποίος μάλιστα παρουσίασε τοπογραφικό σχέδιο και φωτογραφικό υλικό για το ζήτημα αυτό) και ως εκ τούτου, δεν βρίσκω λόγο γιατί θα πρέπει να υπάρξει αντεξέτασης σε ότι αφορά αυτό το γεγονός. Ενώ, η γνώμη του ενόρκως δηλούντος, ή θέσης του, ως εκφράζεται, περί της αδικίας που προκύπτει από τις αξιώσεις του Ενάγοντα, δεν είναι ζήτημα που μπορεί να διερευνηθεί με αντεξέταση μέσα από το πλαίσιο της Δ.39, κ. 1 των Θ. Π. Δ. iii. τα ίδια ισχύουν και σε ότι αφορά την παράγραφο
  7. Ο Ενάγοντας, επιδιώκει να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα, σε ότι αφορά τα εκεί αναφερόμενα του, για να επεξηγήσει ο ενόρκως δηλών, πόσες φορές του είχε παραπονεθεί για την ισχυριζόμενη από πλευράς του Εναγομένου οχληρία, όταν ο ισχυρισμός του Ενάγοντα, περί παραπόνων του προς τον Εναγόμενο, είναι, από πλευράς Εναγομένου, ως ο ενόρκως δηλών αναφέρει -μάλιστα στην ίδια αυτή παράγραφο της ένορκης του δήλωσης-, παραδεκτός. Συνεπώς, η αντεξέτασης, δεν εξυπηρετεί οτιδήποτε την διαδικασία που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει και σε σχέση με την οποία το αίτημα έχει υποβληθεί. iv. σε ότι αφορά τις παραγράφους 17 και 21, η πρώτη παρατήρησης μου, είναι ότι εκεί, ο ενόρκως δηλών, απλά σχολιάζει κάποιες από τις θέσεις του Ενάγοντα, χωρίς καν να τις θέτει υπό αμφισβήτηση, ή εν πάση περιπτώσει, να λέει κάτι το αντίθετο από τα όσα και ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, και συνεπώς, δεν μπορεί να επιτραπεί αντεξέτασης του βάση της Δ.39, κ. 1 των Θ. Π. Δ. Και ειδικότερα, για ζητήματα, που, ως εύκολα διαπιστώνεται, δεν σχετίζονται με τα όσα ο ενόρκως δηλών εκεί σχολιάζει. v. επίσης δεν εντοπίζω να υπάρχει λόγος αντεξέτασης σε ότι αφορά την παράγραφο 26, από την στιγμή, που, αυτό που ουσιαστικά ο Ενάγοντας επιχειρεί μέσω της αιτούμενης αντεξέτασης, αν του επιτραπεί, είναι να αναπτύξει επιχειρηματολογία για την υπόθεση του -ότι δηλαδή, ευσταθούν οι αιτιάσεις του για οχληρία-, που βασίζεται στο γεγονός που ο ενόρκως δηλών εκεί ισχυρίζεται -περί τοποθέτησης «πανό» στο χώρο του δημοτικού γκαράζ, στο οποίο αναφέρεται ότι, «απαγορεύεται αυστηρά το κορνάρισμα και οι φωνές»-, γεγονός που ως είναι προφανές δεν επιθυμεί καν να αμφισβητήσει δια της αντεξέτασης. Αυτό είναι ανεπίτρεπτο και δεν μπορεί να επιτραπεί. vi. τέλος, σε ότι αφορά την παράγραφο 13, διαπιστώνεται, ότι, ο Εναγόμενος, επιχειρεί να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλών για να διαπιστωθεί «κατά πόσο ο Εναγόμενος διαθέτει άλλα ακίνητα στα οποία θα μπορούσε να σταθμεύσει τα οχήματα του, μέχρι την επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, ή εάν μόνο στο επίδικο ακίνητο μπορούν να σταθμεύουν τα οχήματα του», όταν η απάντηση στο ζητούμενο, δίδεται από τον ενόρκως δηλούντα στην αμέσως επόμενη παράγραφο 14 της ένορκης του δήλωσης. Ότι, δηλαδή, «ο Εναγόμενος προσπάθησε επανειλημμένα να εξεύρει άλλο μέρος για να ικανοποιήσει τις ανησυχίες του Ενάγοντα, αλλά κατέστη αδύνατο. Αν αυτό ήταν δυνατό να γίνει σε μακρά χρονική περίοδο, ασφαλώς πιο αδύνατο είναι να εξευρεθεί αν εκδοθεί προσωρινό διάταγμα.». Συνεπώς, η αιτούμενη αντεξέταση δεν θα εξυπηρετήσει σε τίποτα την διαδικασία και για αυτό τον λόγο το αίτημα δεν μπορεί να επιτραπεί.
  8. Το αιτούμενο, υπό το στοιχείο Γ της Αίτησης του Ενάγοντα, διάταγμα, για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον Ενάγοντα, για να απαντηθούν ισχυρισμοί του Εναγομένου, ως προβάλλονται μέσα από τις παραγράφους 11, 24 και 33 της ένορκης δήλωσης του κ. Αλέκου Ακονά, που καταχωρήθηκε από πλευράς Εναγομένου προς υποστήριξη της ειδοποίησης ενστάσεως του στην Αίτηση του Ενάγοντα για ενδιάμεσα απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα.
  9. Έχω εξετάσει τις σχετικές παραγράφους της ένορκης δήλωσης του κ. Αλέκου Ακονά και διαπιστώνω ότι, ο Ενάγοντας, δεν επιθυμεί να αντικρούσει γεγονότα που ο Εναγόμενος υποστηρίζει για την υπόθεση του, αλλά απλά για να συμπληρώσει ισχυρισμούς τους οποίους έχει ήδη υποστηρίξει στην ένορκο δήλωση που έχει καταχωρήσει προς υποστήριξη της αίτησης του για ενδιάμεσα απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα. Συνεπώς, δεν κρίνω ότι είναι αναγκαία η καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ότι αφορά αυτούς τους ισχυρισμούς. [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  10. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν αναφερθεί, η Αίτηση αυτή αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης και της διαδικασίας εκδίκασης της, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μετά την εκδίκαση αυτής της Αγωγής επί της ουσίας. (Υπ.) ___________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Re Χάρη Φεσα
(1990)1 Α.Α.Δ. 704) (βλ. στο σύγγραμμα των έντιμων Τ. Ηλιάδη (Δ. Α. Δ.) και Ν. Σάντη (Π. Ε. Δ.), Το Δίκαιο Της Απόδειξης, Δικονομικές Και Ουσιαστικές Πτυχές, στην σελίδα 216. [ii] Βλ. Iacovou Bros v. Fashionwise Ltd
(2000)1(B) Α.Α.Δ. 1377 και Thinking Steel International B.V. ν Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460. [iii] Βλ. Eleni Chr. Stylianou v Christakis N. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520, Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ. α. ν Χριστίνας Στάυρου Χριστοφόρου κ. α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Re Nicolaou Bros Enterprises Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 201, Λευκίδου ν Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528 και Δημήτρης Κωνσταντίνου κ. α. ν Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 1990. [iv] Βλ. όμως ως προς αυτή την πτυχή του ζητήματος τις εισηγήσεις στο σύγγραμμα των έντιμων Τ. Ηλιάδη (Δ. Α. Δ.) και Ν. Σάντη (Π. Ε. Δ.), Το Δίκαιο Της Απόδειξης, Δικονομικές Και Ουσιαστικές Πτυχές, στις σελίδες 311 και 312 και τα αναφερόμενα στην υπόθεση Χριστάκης Αντωνίου Σοφιανού ν Minas Makris Developers Ltd κ. α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1668. [v] Βλ. Geo. M. Chadjikyriacos Co. Ltd a. a. v United Biscuits (UK) Ltd
(1979)1 C.L.R. 689, Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης ν Άννας Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Δημήτρης Σκάρος ν Πάμπου Χριστοδούλου κ. α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, Irena Knitting Ltd κ. α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 816, D.V.L. Consulting (Overseas) Ltd v Bombardier Transportation Mav Hunagary
(2011)1 Α.Α.Δ. 900, Χριστάκης Αντωνίου Σοφιανού ν Minas Makris Developers Ltd κ. α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1668 και Thinking Steel International B.V. ν Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460, στο σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, στις σελίδες 365 και 366 και στο σύγγραμμα των έντιμων Τ. Ηλιάδη (Δ. Α. Δ.) και Ν. Σάντη (Π. Ε. Δ.), Το Δίκαιο Της Απόδειξης, Δικονομικές Και Ουσιαστικές Πτυχές, στις σελίδες 213, 311 και
  1. [vi] Βλ. Siemer v Stiassny [2007] N.Z.C.A. 117 και Aeacus Holding Ltd κ. α. ν Boris Dehtor, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε84/2013, 26/06/
  2. [vii] Βλ. Siemer v Stiassny [2007] N.Z.C.A. 117 και Re Λευτέρη Μήλου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ.
  1. [viii] Βλ. Western Broadcasting Services v Edward Seaga [2007] UKPC
  2. [ix] Βλ. Thinking Steel International B.V. v Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ.
  1. [x] Μετά την γενόμενη τροποποίηση της Δ.48, κ.4 των Θ. Π. Δ. με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κ. Δ. Π. 5/99, ημερομηνίας 23/12/
  2. Βλ. επίσης Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1377 και A. Messios and Sons Ltd κ. α. ν Ανδρέας Λεωνίδα (Αρ. 2)
(2010)1 Α.Α.Δ. 1655. [xi] Βλ. Thinking Steel International B.V. n Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460, Δημήτρης Κωνσταντίνου κ. α. ν Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 1990 καιTariq Rashid v Αλκη Παπορη
(2012)1 Α.Α.Δ. 2710. [xii] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1508. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.