← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΟΤΑΜΑΡΗΣ, Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 454/2016, 7/3/2017

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΟΤΑΜΑΡΗΣ, Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 454/2016, 7/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 454/2016 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας / Αιτήτριας - και - ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΟΤΑΜΑΡΗΣ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 07/03/2017 Αίτηση Για Παράταση Χρόνου Καταχώρησης Έφεσης ημερομηνίας 23/02/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια / Ενάγουσα: κα Γεωργία Α. Ζαχαρίου για την Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα η πλευρά της Αιτήτριας παρουσίασε προς υποστήριξη της Αίτησης της και έχω καταλήξει ότι, το αίτημα της, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τα όσα γεγονότα έχουν παρουσιαστεί προς υποστήριξη του. Ουσιαστικά, αυτό που η Αιτήτρια ισχυρίζεται, είναι ότι, λόγω της εκτίμησης της ότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου δεν ήταν εφέσιμη, αντί να καταχωρήσει σχετική ειδοποίηση εφέσεως της, αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο για την εξασφάλιση άδειας για καταχώριση αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος για την ακύρωση της. Λόγω του ότι δεν πέτυχε η αίτησης της στο Ανώτατο Δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας για καταχώριση αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος, την αμέσως επόμενη ημέρα της έκδοσης της εν λόγω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και αφού είχε εκπνεύσει η προθεσμία για την καταχώριση ειδοποίησης έφεσης δυνάμει των προνοιών της Δ.35 κ. 2 των Θ. Π. Δ., καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση, δια της οποίας ζητά την παράταση της σχετικής προθεσμίας, βασιζόμενη τόσο στις πρόνοιες της προαναφερόμενης Δ.35 κ. 2 των Θ. Π. Δ., όσο και στις πρόνοιες της Δ.57 κ. 2 των Θ. Π. Δ.
  2. Δεν θα ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια προς έγκριση του αιτήματος της Αιτήτριας, καθότι, οι προαναφερόμενες περιστάσεις, κατά την κρίση μου, δεν καθιστούν την υπό κρίση περίπτωση εξαιρετική, ώστε να δικαιολογείται η καθυστέρηση στην λήψη του μέτρου που δικονομικά η Αιτήτρια είχε διαθέσιμο προς αμφισβήτηση της ορθότητας της απόφασης του Δικαστηρίου. Το εμπρόθεσμο μίας έφεσης, είναι όρος για τη γέννηση της και την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Μαρούλλα Α. Κώστουλλου κ. α. ν Παντελή Λοϊζου κ. α.

(2004)1 Α.Α.Δ. 697 και Georghios Samanis v Ioannis Symillides
(1985)1 C.L.R. 187). Η Αιτήτρια, αντί να διασφαλίσει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο θα εξέταζε την ορθότητα της απόφασης του Δικαστηρίου με το να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την ειδοποίηση εφέσεως της, επέλεξε να αποταθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο για την εξασφάλιση ακυρωτικού προνομιακού εντάλματος, - προβάλλοντας εκεί τα όσα προέβαλε -, που σύμφωνα με την νομολογία, κατ' εξαίρεση χορηγείται και για συγκεκριμένους λόγους (βλ. Re Global Consolidator Public Ltd
(2006)1 A.Α.Δ. 464, Re Ξάνθος Λυσιώτης & Υιος Λτδ (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1066, Re Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ.2) Perrela
(1995)1 Α.Α.Δ. 692, Re Κωνσταντινίδης Αλέκος
(2003)1 Α.Α.Δ. 1298, Base Metal Trading Ltd v Fastact Developments Ltd κ. α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1535, Re Hellenger Trading Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1965, Re Μαρκίδης Σοφοκλής κ. α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 552, Re FBME Card Services Ltd
(2013)1 A.A.Δ. 2044 και Re Starport Nominees Ltd και Άλλη
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271) και μετά από την αποτυχία του αιτήματος της, να επιδιώκει την εξασφάλιση μίας δεύτερης ευκαιρίας για την καταχώρηση έφεσης, δια της παράτασης της χρονικής προθεσμίας που τίθεται από τον σχετικό διαδικαστικό κανονισμό. 3. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει δικαιολογηθεί από πλευράς Αιτήτριας, γιατί δεν έγινε από πλευράς της η οποιαδήποτε διεργασία ή προεργασία για την καταχώρηση της ειδοποίησης έφεσης, ακόμη και την ίδια ημέρα που είχε ειδοποιηθεί ότι θα τους εδίδετο η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που μάλιστα, κατ' εκείνη την ημερομηνία, ετύγχανε να έληγε και η σχετική προθεσμία για την καταχώρηση της - κάτι που σαφώς γνώριζε -, δεδομένης και αυτής της αμφιβολίας («δικονομικής αμηχανίας») που φαίνεται ότι είχε εξ υπαρχής σε ότι αφορούσε το εφέσιμο της απόφασης του Δικαστηρίου, ώστε, αμέσως και αυθημερόν, να ενεργούσε προς την καταχώρηση της, σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.35 κ. 2 των Θ. Π. Δ. (βλ. Re Ippodomia Hotels Ltd, Πολιτική Αίτηση Αρ. 176/2012, 04/03/2013). Η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν εντός των δυνατοτήτων της (βλ. Πρόεδρος και Μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας "Φαραώ Έλενα 24" ν Βαλεντίνας Καρασαββα
(2012)1 Α.Α.Δ. 399). Ήταν, ως αναφέρθηκε και από τον έντιμο Δ. Α. Δ., Λ. Παρπαρίνο, που εκδίκασε την αίτηση της Αιτήτριας για την εξασφάλιση άδειας για καταχώρηση αιτήσεως για προνομιακό ένταλμα, ζήτημα ορθής επιλογής μεταξύ δύο δικονομικών διαβημάτων.
  1. Στην υπόθεση Στυλιανή Πετρούδη ν Χρίστου Αντωνίου, ECLI:CY:DOD:2015:8, Αίτηση Αρ. 4/14, 16/12/2015, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, ανέφερε στην απόφαση του, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα, από τα οποία, σε μεγάλο βαθμό, βρίσκει πιστεύω έρεισμα και το σκεπτικό μου για την προαναφερόμενη κατάληξη μου: «Η Αίτηση στηρίζεται στους Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας Δ.38 θ.2 και Δ.57 θ.
  2. Στην De Luxe Terrazo Tiles Marbles Ltd v. Εργοληπτικής Εταιρείας «Νέμεσις Λτδ»
(1989)1 Α.Α.Δ 658 έγινε ευρεία ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα υπό εξέταση. Παρατίθεται το σχετικό κείμενο: "H αίτηση εδράζεται πάνω στους Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, θ.2, και Δ.57, θ.2. Η διακριτική εξουσία που παρέχουν στο Δικαστήριο οι πιο πάνω Διατάξεις δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε προκαθορισμένο περιορισμό και η άσκηση της υπέρ ή κατά του αιτητή εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστασιακά και δεδομένα της κάθε υπόθεσης: Ειρήνη Κώστα Χατζημιχαήλ ν. Μαρίας Καράμιχαηλ και Άλλων
(1967)1 Α.Α.Δ. 61, και The Turkish Co-Operative Carob Marketing Society Ltd. v. Lutfi Kiamil and Another
(1973)Α.Α.Δ. 1. Παρά ταύτα, την προσέγγιση του Δικαστηρίου στην άσκηση της υπό εξέταση εξουσίας του χαρακτηρίζει πάντοτε η συμμόρφωση με ορισμένες αρχές που έχουν νομολογιακά καθιερωθεί ανάμεσα στις οποίες πρωτεύουσα θέση κατέχει η αρχή του σεβασμού των χρονικών προθεσμιών που καθόρισε ο Νομοθέτης για την άσκηση του δικαιώματος εφέσεως και ότι με φειδώ και σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις οι προθεσμίες αυτές θα πρέπει να παρατείνονται. Και τούτο γιατί οποτεδήποτε οι προθεσμίες αυτές παρατείνονται επηρεάζονται το δημόσιο συμφέρον και τα δικαιώματα που οι διάδικοι έχουν στον τερματισμό των δικαστικών διαδικασιών και στο τελεσίδικο των δικαστικών αποφάσεων μέσα στις καθορισμένες για όλους προθεσμίες. Λαμβανομένων αυτών υπόψη επιβάλλεται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκείται υπέρ του αιτητή μόνο στις περιπτώσεις που ο τελευταίος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η αιτούμενη παράταση είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη από τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η παράταση της προθεσμίας χωρίς αποχρώντα λόγο αποτελεί αυθαίρετη παραβίαση των σχετικών Κανόνων που καθορίζουν τις προθεσμίες και είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση από τα Δικαστήρια της σχετικής διακριτικής της εξουσίας κατά τρόπο δικαστικό. Οι πιο πάνω αρχές έχουν καθιερωθεί σε σειρά αποφάσεων συμπεριλαμβανομένων των: Ανδρέα Π. Λοΐζου ν. Παναγιώτη Κοντεάτη
(1968)1 Α.Α.Δ. 291,2) Πολιτική Έφεση Αρ. 7742*, και 3) Αίτηση στην Πολιτική Έφεση
  1. Στις Αγγλικές αποφάσεις Graig v. Phillips [1877] 7 Ch. D. 249, και McC (RD) v. McC (JA) and Another [1971] 2 All E.R. 1097, τονίστηκε ότι ο διάδικος που αιτείται χαλάρωση των προνοιών των Δικαστικών Κανόνων που αφορούν χρονικές προθεσμίες πρέπει να επιδείξει μεγάλη επιμέλεια και όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησής του. Σχετική με περιπτώσεις μακράς καθυστέρησης είναι η υπόθεση W.T. Lamb & Sons v. Rider [1948] 2 All E.R. 402, στην οποία τονίστηκε ότι προϋπόθεση της παράτασης της προθεσμίας είναι η ικανoποιητική εξήγηση της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης." Επανερχόμενοι τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης παρατηρούμε ότι τ' αναμφισβήτητα γεγονότα είναι τ' ακόλουθα: Στις 7.8.2013 το πρωτόδικο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας έκρινε την Αιτήτρια ένοχη για παρακοή διατάγματος του και στις 9.8.13 της επέβαλε ποινή άμεσης φυλάκισης τεσσάρων ημερών όπως και πρόστιμο €
  2. Εναντίον των δύο αυτών αποφάσεων η Αιτήτρια κατεχώρησε στις 14.8.2013 την Έφεση υπ΄ αρ. 21/2013 όπως και την 22/2013 με την οποία προσέβαλλε την πρωτόδικη απόφαση απόρριψης της αίτησης της δι΄ αναστολή ή τροποποίηση του πρωτόδικου Διατάγματος ημερ. 6.12.2006 το οποίο ρύθμιζε τα της επικοινωνίας του πρώην συζύγου της, Καθ΄ ου η Αίτηση, με το ανήλικο παιδί τους. Η τελευταία δεν θα μας απασχολήσει καθότι δεν είναι αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Προτού συζητηθούν αμφότερες οι Εφέσεις στην ουσία τους, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο επέσυρε την προσοχή των συνηγόρων στο γεγονός ότι οι Εφέσεις της Αιτήτριας απευθύνονταν στο «Ανώτατο Δικαστήριο» αντί στο «Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο» που κέκτηται δικαιοδοσίας εκδίκασης της Έφεσης, όπως και στη σχετική νομολογία επί του θέματος. (βλ. σελ. 2 και 3 της απόφασης Πετρούδη ν. Αντωνίου του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερ. 6.6.14 (άνω)]. Ωστόσο η Αιτήτρια επέμενε, όπως ήταν δικαίωμα της, στο παραδεκτό των Εφέσεων της με αποτέλεσμα να αποφασιστεί προδικαστικά το θέμα ήτοι του παραδεκτού των δύο Εφέσεων. Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 6.6.2014 απέρριψε αμφότερες τις Εφέσεις της Αιτήτριας κρίνοντας ότι δεν υπήρχαν ενώπιον του έγκυρες εφέσεις και κατά συνέπεια στερείτο αρμοδιότητας να εξετάσει την ουσία τους. Θέμα τροποποίησης των εφετηρίων δεν εγείρετο «γιατί η έλλειψη έγκυρων εφέσεων δεν συνιστά παρατυπία δυνάμενη να θεραπευθεί». Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου ακολούθησε την υφιστάμενη μέχρι τότε νομολογία όπως αυτή φαίνεται στις υποθέσεις Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 200, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1224, Θεοδώρου ν. Νεοφύτου Εφ. Αρ. 4/2010, 15.10.
  1. Στις 10.6.2014 κατεχώρησε στο Πρωτοβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο αίτηση όπως η εξεταζόμενη η οποία απερρίφθη με απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου στις 7.10.
  2. Η Αιτήτρια στις 8.10.2014 κατεχώρισε την υπό εξέταση αίτηση. Από όλα τα πιο πάνω παρατηρούμε ότι η Αιτήτρια κατεχώρησε το ένδικο μέσο της Έφεσης, την υπ΄ αρ. 21/2013 ενώπιον αναρμόδιου Δικαστηρίου εναντίον των δύο πρωτόδικων αποφάσεων ημερ. 7.8.13 και 9.8.13, διά τις οποίες ζητείται τώρα η παράταση χρόνου, η οποία προωθήθηκε από την αιτήτρια και απερρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρθησαν νωρίτερα. Συνεπώς εκείνο που πραγματικά επιζητεί τώρα η αιτήτρια, ένα έτος μετά την παρέλευση της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης, είναι μια δεύτερη ευκαιρία καταχώρησης έφεσης ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Ήταν γνωστό στην αιτήτρια ότι αρμόδιο για εκδίκαση εφέσεων από αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου (Ν.23/90), ήταν το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. Ήταν επίσης γνωστό ότι το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο δημιούργησε ο Ν.33/64δεν ταυτίζεται με το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο (βλ. Re Νικολάου & άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 963. Τα ζητήματα αυτά ξεκαθάρισαν από δεκαετίες προηγουμένως. Εντούτοις η αιτήτρια επέμενε και μετά την υπόδειξη του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, στην προώθηση των θέσεων της. Δεν υπάρχουν κατά την κρίση μας και δεν μας υποδείχθησαν από την Αιτήτρια άλλα περιστατικά ύπαρξης αντικειμενικών δυσκολιών για την μη εμπρόθεσμη υποβολή της Έφεσης ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου ούτε και ασφαλώς μας υποδείχθη οποιαδήποτε αυθεντία στην οποία το λάθος ή η αμέλεια του δικηγόρου ή του διαδίκου να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την Έφεση του στο αρμόδιο Δικαστήριο και/ή καταχώρηση της Έφεσης σε αναρμόδιο Δικαστήριο έχει θεωρηθεί από μόνη της ικανοποιητικός λόγος της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της παράτασης της προθεσμίας (βλ. Σολιάτης κ.α. ν. Χριστοδουλίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1162). Στην Πάνου Π. Βαρδιάνου ν. Edwin John Thomas Richards,
(1998)1 Α.Α.Δ. 698 έχουν λεχθεί τα εξής που αποτελούν κατ' ευθείαν απάντηση στο θέμα: "Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών η την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd. v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded.". Bλέπε επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1190 και Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348." Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος της απόδειξης που την βάρυνε και δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο και ικανοί λόγοι για να ασκήσουμε τη διακριτική μας εξουσία υπέρ της έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 5. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.