← Κύπρος

ΗΛΙΑΔΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΟΣ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 2322/15, 8/6/2017

ΗΛΙΑΔΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΟΣ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 2322/15, 8/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 2322/15 Μεταξύ: ΗΛΙΑΔΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ενάγουσα / Αιτήτρια - και - ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΟΣ Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση ------------------- Ημερομηνία: 08/06/2017 Αίτηση για έκδοση απόφασης, συνοπτικά, ημερομηνίας 21/10/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: Σταύρου Μ. Σαβούλα για την Α. Νικολάου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Εναγόμενο / Καθ' ου η Αίτηση: κ. Χρίστος Πουτζιουρής για την Χρίστος Πουτζιουρής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

  1. Η Ενάγουσα, με την υπό κρίση Αίτηση, επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγομένου, ως η απαίτηση στην Έκθεση Απαίτησης της. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  2. Η Αίτηση, βασίζεται «.επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών Δ.18 Θ.1(α), 2, 3, 4 και 9, Δ.48, Θ. 1-4 και 9 και Δ.64 Θ.1 και 2 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου».
  3. Η Αίτηση, συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της ίδιας της Ενάγουσας, ημερομηνίας 09/10/
  4. Σε αυτήν και στα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης του Αιτήματος. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  5. Ο Εναγόμενος καταχώρισε ειδοποίηση Ένστασης στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων για τους οποίους αυτή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Σε αυτούς, στρέφομαι στην συνέχεια, κατά την εξέταση της ουσίας του υποβληθέντος Αιτήματος.
  6. Η ειδοποίηση Ένστασης, βασίζεται «. στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 9[α][β], Δ.39, Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4, 9, Δ.64, άρθρο 30.2 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της συνθήκης της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Περί Χαρτοσήμων Νόμοι 1963 μέχρι 2007 και στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου».
  7. Η ειδοποίηση Ένστασης, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Εναγομένου, ημερομηνίας 16/11/
  8. Στα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
  9. Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης, αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων, αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Παρουσιάστηκε μάλιστα από τον κάθε ένα από αυτούς γραπτό κείμενο αγόρευσης το οποίο υιοθέτησαν. Σε ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο, σημειώνεται, και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της Αίτησης και της Ένστασης αντίστοιχα, και χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  10. Όπως διαπιστώνεται από το ίδιο το κείμενο της Δ.18, κ. 1(α) των Θ. Π. Δ. και την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έχει ερμηνεύσει αυτήν, για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, πρέπει, προκαταρκτικά, να ικανοποιηθεί για την συνύπαρξη των εξής στοιχείων: (α) Το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε από πλευράς ενάγοντος και εξεδόθη εναντίον του εναγομένου με την σφράγιση του από το Δικαστήριο, να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, όπως προνοείται στην Δ.2, κ. 6 των Θ. Π. Δ. (β) Να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του εναγομένου καθ' ου η αίτηση. (γ) Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος, δηλώνοντας συνάμα ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή [[i]].
  11. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί του αιτήματος και ως εκ τούτου, η μη ικανοποίησή τους, οδηγεί, χωρίς άλλο, σε απόρριψη σχετικής αίτησης [[ii]].
  12. Η διακρίβωση των προαναφερομένων προϋποθέσεων, δίδει το δικαίωμα σε ενάγοντα να αποταθεί για έκδοση συνοπτικής απόφασης και μετατοπίζει το βάρος στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση, ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή έτσι ώστε να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Να καταδείξει δηλαδή, ότι εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση, ή έστω ένα μεμονωμένο δικάσιμο θέμα [[iii]]. Βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί, ενώ μια καλή πιθανότητα επιτυχίας θα ήταν, σε κάθε περίπτωση, αρκετή. Τα εγειρόμενα προς υπεράσπιση θέματα, πρέπει να δίδονται ενόρκως, με ικανές λεπτομέρειες στις οποίες και στηρίζονται [[iv]].
  13. Το γεγονός ότι, ο εναγόμενος, έχει ήδη καταχωρήσει και παραδώσει την έκθεση υπεράσπισης του, μπορεί να είναι αρκετό, ώστε, να του δοθεί άδεια υπεράσπισης της υπόθεσης. Είναι όμως σε κάθε περίπτωση, ξεκάθαρο, ότι, ο ενάγοντας μπορεί να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης ακόμα και μετά την καταχώριση της υπεράσπισης του εναγομένου [[v]].
  14. Ο ισχυρισμός ότι, ο εναγόμενος, προτίθεται να εγείρει ανταπαίτηση στην αξίωση του ενάγοντα, σύμφωνα με την νομολογία, δεν συνιστά λόγο απόρριψης αιτήματος για συνοπτική απόφαση, αλλά λόγο για αναστολή εκτέλεσης της [[vi]]. Εντούτοις, ο ισχυρισμός περί υπάρχουσας ανταπαίτησης εναντίον του ενάγοντα, από πλευράς εναγομένου, μπορεί, σε κατάλληλες περιπτώσεις, να αποτελέσει κριτήριο υπέρ του εναγομένου, αναφορικά με το κατά πόσο δικαιολογείται η επιβολή όρων στην άδεια που θα του δοθεί από το Δικαστήριο για να υπερασπιστεί την υπόθεση που έχει καταχωρηθεί εναντίον του. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
  15. Όπως παρατηρείται στο Annual Practice του 1999, στην σελίδα 51, υπό την θεματική ενότητα «Scope of Order 14 [Συνοπτική Απόφαση] .», είναι ασυμβίβαστο να υποβάλλεται αίτημα για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, όταν έχουν ήδη δοθεί οδηγίες για ταχεία εκδίκαση της υπόθεσης, και, ότι, σε μία τέτοια περίπτωση, είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αρνηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης, εκτός αν, ακολούθως της έκδοσης της σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου, έχει υπάρξει αλλαγή περιστάσεων που καθιστά πρόσφορη την εξέταση του. Στην προκείμενη περίπτωση, η Αγωγή, στα πλαίσια της οποίας υποβάλλεται το υπό κρίση Αίτημα για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δυνάμει των προνοιών της Δ.30 κ. 6 των Θ. Π. Δ., έχει ήδη τεθεί από τον Πρωτοκολλητή στον κατάλογο των υποθέσεων «Ταχείας Εκδίκασης», σε σχέση με τις οποίες, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ., δεν υπάρχει περιθώριο εκδίκασης τους από το Δικαστήριο διαφορετικά, και ως εκ τούτου, η υποβολή του Αιτήματος -στην προκείμενη περίπτωση την 21/10/2016, μετά δηλαδή και την έκδοση από πλευράς Ενάγουσας την 23/09/2016 της σχετικής κλήσης για τις οδηγίες του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.30 κ. 1 των Θ. Π. Δ.- κατ' αναλογίαν των προαναφερομένων από το Annual Practice του 1999, θεωρώ ότι αντίκειται στην πρακτική που γενικά πρέπει να ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις, ενώ, ειδικά σε ότι αφορά αυτήν την υπόθεση, θεωρώ ότι δεν εξυπηρετεί ουσιαστικά την διαδικασία, εφόσον, εκ των πραγμάτων, έχει οδηγήσει σε αναβολή την διαδικασία έκδοσης των οδηγιών του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.30 των Θ. Π. Δ. και σε καθυστέρηση, κατ' επέκταση, της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία της.
  16. Εντούτοις, σημειώνεται ότι, ο κανόνας θέλει, σε κατάλληλες περιπτώσεις, αίτηση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης από το Δικαστήριο, να δύναται να υποβληθεί ακόμη και μετά την έκδοση της κλήσης για τις οδηγίες του Δικαστηρίου, ακολούθως της ολοκλήρωσης της δικογραφίας δυνάμει των προνοιών της Δ.30 κ. 1 των Θ. Π. Δ. και ότι, καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, γενικά, δεν είναι παράγοντας καθοριστικός για την έκβαση του, από την στιγμή που σύμφωνα με την Δ.18, κ. 1(α) των Θ. Π. Δ. ο μοναδικός χρονικός περιορισμός που τίθεται σε σχέση με την καταχώρηση του, είναι η υποβολή του μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από πλευράς εναγομένου. Αμφότερα όμως, τα προαναφερόμενα, όταν ενυπάρχουν ως στοιχεία στην διαδικασία, μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά ως προς το πώς θα ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας. Βλ. Annual Practice του 1999, στην σελίδα 51, υπό την θεματική ενότητα «Scope of Order 14 [Συνοπτική Απόφαση] .» και στην σελίδα 53, υπό την θεματική ενότητα «Issue of summons» και Odgers On Civil Court Actions, 24η έκδοση, στην παράγραφο 5.07 της σελίδας 125, υπό την θεματική ενότητα «The Procedure Under Order 14 [Συνοπτική Απόφαση]».
  17. Συνεπώς, δεν βρίσκω λόγο για τον οποίο η υπό κρίση Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, που να σχετίζεται με το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο αυτή έχει υποβληθεί, και για αυτό τον λόγο προχωρώ σε εξέταση της στην ουσία της.
  18. Έχοντας εξετάσει τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου προς υποστήριξη της Αίτησης, παρατηρώ τα εξής:
  19. Διαπιστώνεται κατ' αρχήν, ότι, πράγματι, ικανοποιούνται στην περίπτωση αυτή, οι δύο από τις τρείς προαναφερόμενες προκαταρκτικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 κ. 1 των Θ. Π. Δ.: (α) Το κλητήριο ένταλμα που εκδόθηκε για αυτή την Αγωγή, σε ότι αφορά τον Εναγόμενο / Καθ' ου η Αίτηση, είναι ειδικά οπισθογραφημένο, και (β) ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση έχει ήδη καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην διαδικασία.
  20. Εντούτοις, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου έγκυρη ένορκος δήλωση που να υποστηρίζει το Αίτημα (βλ. Α. Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ. κ. α. ν Αrizona Trading Co. Ltd.

(1997)1 Α.Α.Δ. 1354). Στην προκείμενη περίπτωση, ως προκύπτει από το σώμα της «ένορκης δήλωσης» που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της Αίτησης, η Ενάγουσα / Ατήτρια έχει θέσει την υπογραφή της ενώπιον του κ. Charles Kyriacou, επίτιμου πρόξενου της Κυπριακής Δημοκρατίας στην πόλη του Leeds στο Ηνωμένο Βασίλειο, την 09/10/
  1. Μεταφέρω εδώ ακριβώς το τύπο που έλαβε η εν λόγω «ένορκη δήλωση» της Ενάγουσας / Αιτήτριας για να γίνει καλύτερα αντιληπτό το σκεπτικό μου που ακολουθεί: « "The present document has been Signed in my presence today by Mr Charles Kyriacou Honorary Consul Consulate of the Republic of Cyprus Leeds Date -9 OCT 2016" (υπό τύπο σφραγίδας) Η ΕΝΟΡΚΩΣ ΔΗΛΟΥΣΑ (.υπογραφή / χειρόγραφη.) ΗΛΙΑΔΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ CYP ID 574976 (υπό τύπο χειρόγραφης σημείωσης) Ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον μου στις -9 OCT 2016 (η ημερομηνία υπό τύπο σφραγίδας) 2016 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ (.υπογραφή / χειρόγραφη.) Mr Charles Kyriacou Honorary Consul Consulate of the Republic of Cyprus Leeds -9 OCT 2016 Χαρτόσημο των €8,54 επί του οποίου έχει τεθεί σφραγίδα "Consulate of Cyprus" χωρίς υπογραφή ».
  2. Σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί Όρκων Νόμου, Κεφ. 18: «Όταν για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο δεν γίνεται πρόνοια στο Νόμο αυτό ή σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο ή νομοθέτημα- (α) απαιτείται οποιοσδήποτε όρκος, διαβεβαίωση, ένορκη δήλωση ή δήλωση για το σκοπό οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή θέματος στη Δημοκρατία ή (β) απαιτείται οποιοσδήποτε όρκος, διαβεβαίωση, ένορκη δήλωση ή δήλωση για το σκοπό οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή για την εγγραφή οποιουδήποτε εγγράφου εκτός της Δημοκρατίας ή (γ) είναι αναγκαία η όρκιση αυτή ή η λήψη της διαβεβαίωσης αυτής, ένορκης δήλωσης ή δήλωσης από οποιοδήποτε πρόσωπο ή (δ) οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμεί να προβεί σε έκθεση είτε ενόρκως είτε με άλλο τρόπο ή (ε) οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμεί να καταρτίσει οποιοδήποτε έγγραφο για την κατάρτιση του οποίου δυνατόν να απαιτείται όρκος, διαβεβαίωση, ένορκη δήλωση ή δήλωση, ο όρκος αυτός, διαβεβαίωση, ένορκη δήλωση ή δήλωση δύναται να δοθεί ή να γίνει και κάθε τέτοιο έγγραφο δύναται να καταρτιστεί ενώπιον- (i) Δικαστή οποιουδήποτε Δικαστηρίου στη Δημοκρατία ή (ii) Πταισματοδίκη ή (iii) Πρωτοκολλητή.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  3. Περαιτέρω, σύμφωνα με την Δ. 39 κ. 7 των Θ. Π. Δ. «An affidavit may be sworn before a Judge or Registrar of any Court.». Σημειώνονται εδώ και οι ερμηνείες που δίδονται στους όρους «Judge», «Court» και «Registrar» από την Δ.1 κ. 2 των Θ. Π. Δ.
  4. Με δεδομένες τις πρόνοιες των προαναφερομένων Άρθρου 3 του Κεφ. 18 και Δ.39 κ. 7 των Θ. Π. Δ., χωρίς να διαφεύγουν της προσοχής μου τα σχόλια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση General Engineering Co. Ltd v Seddon Atkinson Vehicles Ltd
(1975)1 CLR 278 σε ότι αφορά τις πρόνοιες της Δ.39 κ. 17 των Θ. Π. Δ., δεν αποδέχομαι ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου έγκυρη ένορκη δήλωση που θα μπορούσε να υποστηρίξει το υπό κρίση Αίτημα (βλ. Α. Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ. κ. α. ν Αrizona Trading Co. Ltd.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1354). Για αυτό τον λόγο η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται.
  1. Παρά την προαναφερόμενη κατάληξη μου, προχωρώ στην εξέταση και των ισχυρισμών που η Ενάγουσα / Αιτήτρια έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο δια της προαναφερόμενης «ένορκης δήλωσης», για να υπάρχει καταγεγραμμένο το σκεπτικό μου και σε σχέση με αυτούς, σε περίπτωση όπου η προαναφερόμενη προσέγγιση μου ήθελε κριθεί κατ' έφεση λανθασμένη.
  2. Στην υπόθεση Κυριάκου ν Αναστασίου
(2013)1Α Α.Α.Δ 148, σε ότι αφορά το ζήτημα της αναγκαιότητας υποστήριξης ενόρκως αιτήματος που υποβάλλεται για έκδοση συνοπτικής απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση του, αναφέρει τα εξής: «Η συνήγορος του εφεσείοντος τόνισε το επιτακτικό της αυστηρής τήρησης των δικονομικών προϋποθέσεων ως μια δικονομική διάταξη που, κατ' εξαίρεση της συνήθους διαδικασίας, δίδει το δικαίωμα στον ενάγοντα να αιτηθεί την ταχεία προς όφελος του έκδοση απόφασης. Υπενθυμίζεται όμως ότι το μόνο ουσιαστικό που έχει να κάμει ο αιτητής είναι να επιβεβαιώσει την απαίτηση με αναφορά στα γεγονότα, που εκτίθενται στο κλητήριο ένταλμα και ότι ο καθ' ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό και δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση, (δέστε Annual Practice 1959 σελ. 258-260 και Annual Practice 1970, σελ. 124, παρ. 14-2-5). Κατ' επέκταση, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ.1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται. Εδώ επελέγη να επισυναφθεί το γραμμάτιο στην αίτηση και σημειώνεται ότι εφόσον η αξίωση αφορά αξιόγραφο, εκδιδομένης της απόφασης, ο χρεώστης δικαιούται με την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους να λάβει στην κατοχή του το πρωτότυπο έγγραφο, (δέστε Annual Practice 1970 σελ. 133 και Άρθρο 52
(4)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262).». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Βλ. επίσης στο Annual Practice του 1999, στην σελίδα 52, υπό την θεματική ενότητα «Affidavit to support application .» και στην σελίδα 55, υπό τις θεματικές ενότητες «Plaintiff's Affidavit», «Verifying the facts», «Statements of information and belief» και «Deposing to belief that there is no defence».
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, εάν ήθελε κριθεί έγκυρη η προαναφερόμενη «ένορκη δήλωση» της Ενάγουσας / Αιτήτριας, αποφαίνομαι ότι θα ικανοποιούμουν για το βάσιμο του Αιτήματος της, καθότι, από αυτήν, προκύπτει, ότι, η Ενάγουσα / Αιτήτρια έχει θετική γνώση των γεγονότων τα οποία προβάλλει προς υποστήριξη του, και έχει επιβεβαιώσει με αυτά (και δη με το Τεκμήριο Α που παρουσίασε προς υποστήριξη τους) επαρκώς την βάση επί της οποίας βασίζεται αυτή η Αγωγή της, ήτοι, του γραμματίου συνήθους τύπου, υποστηρίζοντας παράλληλα και ότι ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση εξακολουθεί να οφείλει το ποσό της απαίτησης της και ότι δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση σε αυτήν, εφόσον ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει αποδείξει ότι υπάρχουν ζητήματα σε σχέση με τα οποία πρέπει να διεξαχθεί δίκη για να αποφανθεί το Δικαστήριο.
  2. Η Ενάγουσα / Αιτήτρια, με αυτή την Αγωγή, ισχυρίζεται, ότι: «Κατά την 25/06/2015, στην Λάρνακα, ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση, υπέγραψε γραμμάτιο συνήθους τύπου, με το οποίο αναλάμβανε την υποχρέωση να μου καταβάλει το ποσό των €2.206,75, ως ακολούθως: α. Εντός τριάντα
(30)ηµερών από την υπογραφή του γραµµατίου συνήθους τύπου ηµεροµηνίας 25/06/2015, να ανεγείρει περιτοίχισµα προς όλη την περίµετρο του ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται η επίδικη κατοικία επί της Αριστοφάνους 25,7104. β. Η ως το (α) αναφερόµενη εργασία έχει συµφωνηθεί και κοστολογηθεί στο ποσό των €1000.- το οποίο από την πραγματοηοίηση του θα λογίζεται ότι έχει πληρωθεί και αφαιρεθεί από το συνολικό οφειλόµενο, νοουµένου ότι θα ανεγερθεί εντός της καθορισθείσας επί του γραµµατίου συνήθους τύπου, προθεσµίας. γ. Περαιτέρω όρο του επίδικου γραµµατίου συνήθους τύπου αποτελούσε η αυθεντικότητα του περιτοιχίσµατος, αν δεν ανταποκρινόταν στις οδηγίες µου δεν διαφανεί αυθεντικό στο χρόνο και στις καιρικές συνθήκες, στην ιδιοµορφία του εδάφους το ποσό των €1 000.- δεν θα αφαιρεθεί από το οφειλόµενο και ο Εναγόµενος θα υποχρεούται να το καλύψει δια µηνιαίες δόσεις ως κατωτέρω αναφέρεται. δ. Το υπόλοιπο των €1.206,75 θα εξοφλείτο δια μηνιαίων δόσεων ποσού εκ €150.- έκαστη αρχής γενόμενης από 10/09/2015 και κάθε 10η ημέρα έκαστου μηνός με
(5)μέρες χάριτος. ε. Οι ως άνω ρηθείσες δόσεις θα καταβάλλονταν στον κ. Στέλιο Πιερή . δια λογαριασμό μου. στ. Παράλειψη καταβολής τριών
(3)µηνιαίων δόσεων και µη ανέγερση του περιτοιχίσµατος εντός της ρηθείσας προθεσµίας, θα καθιστά το γραµµάτιο συνήθους τύπου, ληξιπρόθεσµο και απαιτητό. ζ. Τέλος προνοούσε ότι περίπτωση λήψης δικαστικών µέτρων εναντίον του Εναγοµένου ο τελευταίος θα έπρεπε να καταβάλει όλα τα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα. .
  1. Ενόψει της παράλειψης του Εναγόµενου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σύµφωνα µε το επίδικο γραµµάτιο συνήθους τύπου ήτοι της παράλειψης καταβολής οποιασδήποτε δόσης και µη ανέγερσης του περιτοιχίσµατος ως οι οδηγίες µου εντός της προβλεπόµενης προθεσµίας, το επίδικο γραµµάτιο κατέστη ληξιπρόθεσµο και απαιτητό και κάθε οφειλόµενο ποσό κατέστη αµέσως απαιτητό.
  2. Εξ' όσων µε ενηµερώνουν και µε συµβουλεύουν οι δικηγόροι µου πληρούνται οι απαιτούµενες από τον Νόµο προϋποθέσεις για την έκδοση υπό του Δικαστηρίου, συνοπτικής απόφασης.
  3. Εξ όσων πιστεύω και µε συµβουλεύουν οι δικηγόροι µου, ο Εναγόµενος δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, η αγωγή αφορά εκκαθαρισµένη απαίτηση η οποία δεν έχει εξοφληθεί είτε ολικά είτε µερικά και ο Εναγόµενος ουδεµίαν καλή Υπεράσπιση έχει.
  4. Όπως διαπιστώνετε από την Υπεράσπιση του Εναγόµενου ηµερ. 15/09/2016, ο τελευταίος ουδεµία Υπεράσπιση έχει και απώτερος σκοπός του είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας καθότι αναφέρετε σε ισχυρισµούς οι οποίοι ουδεµία σχέση έχουν µε την επίδικη βάση αγωγής και περαιτέρω δεν αποτελούν Υπεράσπιση η οποία προβλέπεται στον Νόµο. . ...».
  5. Η βάση συνεπώς για την απαίτηση της Ενάγουσας / Αιτήτριας σε αυτή την Αγωγή, είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Πρόκειται για το έγγραφο Τεκμήριο Α στην «ένορκο δήλωση» της Ενάγουσας / Αιτήτριας, σε σχέση με το οποίο δεν τίθεται ζήτημα χαρτοσήμανσης του, όπως ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση έθεσε προς εξέταση, δεδομένης της αξίας του γραμματίου, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Άρθρου 4 του Περί Χαρτοσήμων Νόμου, Νόμος 19/1963 και το Πρώτο Παράρτημα αυτού (βλ. στοιχείο 9).
  6. Όταν αμφισβητείται νομική υπόσταση ενός γραμματίου, ως γραμματίου συνήθους τύπου, πρώτιστο καθήκον του προσώπου που το επικαλείται, είναι να αποδείξει ότι η κατάρτιση του έγινε σύμφωνα και κατ' εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (βλ. Λοϊζίδης ν Τσιακλή κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1418 και Λεωνιδου κ. α. ν Σπυριδάκη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1694). Σύμφωνα με το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, «"Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση.». Σύμφωνα με την νομολογία, ένα γραμμάτιο, για να λογίζεται συνήθους τύπου, θα πρέπει οι πρόνοιες του Άρθρου 78 του Κεφ. 149, ως προς τα συστατικά του στοιχεία, να πληρούνται με αυστηρότητα, καθότι, είναι ένα έγγραφο εκ του νόμου τυπικό -ειδικότερα, ενόψει του ότι, το Άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου, αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται, με μόνες υπερασπίσεις, ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του, βλ. Λεωνιδου κ. α. ν Σπυριδάκη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1694 και Χαραλάμπους κ. α. ν Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733-. Αυτό σημαίνει ότι, απαιτείται αυστηρή εφαρμογή των προνοιών του νόμου, καθόσον αφορά το λεκτικό του κειμένου και την κατάρτιση του εγγράφου (βλ. Papastratis v Economou
(1970)1 C.L.R. 11, Durmush v Cevdet
(1975)2 J.S.C. 244, Λοϊζίδης ν Τσιακλή κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1418, Λεωνιδου κ. α. ν Σπυριδάκη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1694).
  1. Ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση με την ένορκο δήλωση στην οποία προέβη προς υποστήριξη της ειδοποίησης ένστασης του, υποστήριξε, σε ότι αφορά τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της Ενάγουσας / Αιτήτριας, τα εξής: «
  2. Η αιτήτρια καθυστέρησε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση εφόσον ήδη έχει καταχωρήσει απάντηση στην υπεράσπισή μου όπως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου και άρα έχει χάσει το δικαίωμα της να καταχωρήσει αίτηση για συνοπτική απόφαση. Η αγωγή της είναι πρόωρη εφόσον δεν πέρασε ο χρόνος καταβολής των 3 δόσεων για να είναι απαιτητό οποιοδήποτε ποσό σύμφωνα με το Τεκμήριο που κατέθεσε στην αίτηση της.
  3. Αρνούμαι όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς; που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση της ενάγουσας/αιτήτριας, εκτός όπου ρητά και ειδικά προβαίνω σε παραδοχή κατωτέρω και θέτω την ενόρκως δηλούσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της.
  4. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω, η ενάγουσα/αιτήτρια δεν δικαιούται την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η αξίωση στην έκθεση απαιτήσεως της.
  5. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και εξ όσων λαμβάνω νομική συμβουλή από τον δικηγόρο μου κ. Χρίστο Πουτζιουρή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας, των δικονομικών κανονισμών και της νομολογίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Το ισχυριζόμενο γραμμάτιο δεν είναι συνήθους τύπου εφόσον δεν μου έδωσε οποιοδήποτε ποσό ούτε και αναφέρει για την αντιπαροχή και το αντάλλαγμα που έλαβα και ούτε αναφέρει τόκο που είναι όρος για να είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου όπως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου.
  6. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω έχω καλή υπεράσπιση και υπάρχουν τέτοια γεγονότα, τα οποία θεωρούνται ικανοποιητικά, έτσι ώστε να μου επιτραπεί η καταχώρηση υπεράσπισης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Όπως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου παραδέχεται στην απάντηση της ότι της έκτισα τοίχο με τον πεθερό μου ενώ στην αγωγή της δεν το παραδέχεται πράγμα που είναι φανερό ότι θέλει να κρατήσει και τον τοίχο και να της πληρώσω και λεφτά που δεν της οφείλω. Η αιτήτρια ήταν στην Αγγλία και εγώ δεν την είδα ποτέ μου και ούτε μίλησα μαζί της άρα δεν γνωρίζει τι λέγει και δεν μπορούσε να ορκιστεί θετικά. Δεν επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής με την ένορκη δήλωση της όπως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου. 7 Αρνούμαι τους ισχυρισμούς της παραγράφου 1 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων - αιτητών και ισχυρίζομαι ότι η ενόρκως δηλούσα που προβαίνει στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 21/1Ο/2016 δεν έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και ούτε αποκαλύπτει τις πηγές γνώσης της.
  7. Η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει αν ήταν παρόν στην υπογραφή του ισχυριζόμενου επίδικου γραμματίου και κάτω από ποίες συνθήκες υπογράφηκε και δόθηκε το εν λόγω δάνειο αλλά απλά γενικά και αόριστα δηλώνει ότι υπογράφθηκε το εν λόγω έγγραφο.
  8. Ισχυρίζομαι ότι η ενόρκως δηλούσα δεν λέγει την αλήθεια με τους ισχυρισμούς που προβάλει στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την παρούσα αίτηση και προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση εναντίον μου χρησιμοποιώντας τις δραστικές πρόνοιες της Διαταγής 18 εφόσον γνωρίζει ότι έχω καλή υπεράσπιση.
  9. Αρνούμαι τους ισχυρισμούς της παραγράφου 2 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση της ενάγουσας/αιτήτριας καθώς και όλους τους υποπαραγράφους αυτής (α) μέχρι και (ζ) συμπεριλαμβανομένων καθώς και τους ισχυρισμούς; της στις παραγράφους 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 και την θέτω σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της και ισχυρίζομαι τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους της ένορκης μου δήλωσης κατωτέρω.
  10. Όπως με έχει συμβουλεύσει ο δικηγόρος μου το Τεκμήριο Α το οποίο επισυνάπτει η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη της δήλωση και συγκεκριμένα το ισχυριζόμενο επίδικο γραμμάτιο συνήθους τύπου δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου σύμφωνα με το άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 καθόσον δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έγκυρη έκδοση του. Ισχυρίζομαι ότι κατά την σύνταξη του ισχυριζόμενου γραμματίου δεν ήταν παρόντες οι εμφανιζόμενοι ως ικανοί μάρτυρες στο επίδικο γραμμάτιο.
  11. Αναφέρω ότι οι ισχυριζόμενοι μάρτυρες του ισχυριζόμενου γραμματίου είναι εικονικοί και δεν είναι άτομα ικανά προς το συμβάλλεσαι σύμφωνα με τον νόμο.
  12. Περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι ουδέποτε υπέγραψα το επίδικο ισχυριζόμενο έγγραφο και στην περίπτωση στην οποία αποδειχθεί ότι αυτό φέρει την υπογραφή μου τότε ισχυρίζομαι ότι αυτό υπογράφθηκε χωρίς να γνωρίζω το περιεχόμενο του και συντάχθηκε από τους αντιπροσώπους της ενάγουσας χωρίς εγώ να διαπραγματευθώ το περιεχόμενο του εφόσον ουδέποτε ενημερώθηκα για αυτό και εν πάση περιπτώσει είμαι αγράμματος και δεν ξέρω να διαβάζω.
  13. Ισχυρίζομαι ότι ουδέποτε συμφώνησα είτε γραπτώς είτε προφορικώς με την ενάγουσα και ή τους αντιπρόσωπους της όπως καταβάλλω στην ενάγουσα οποιοδήποτε καθορισμένο ενοίκιο και ή αναλογία λογαριασμού υδατοπρομήθειας και ή σκυβάλων, φορολογικών και ή οτιδήποτε άλλο αναφορικά με την επίδικη οικία.
  14. Εγώ ποτέ δεν μίλησα και ούτε επικοινώνησα ποτέ με την ενάγουσα αναφορικά με την επίδικη οικία αλλά μόνο με τον πεθερό μου ο οποίος είναι αδελφός της ενάγουσας και ο οποίος μου έλεγε ότι είναι αντιπρόσωπος της ενάγουσας και πληρεξούσιο της ενάγουσας αναφορικά με την παρουσία της στην Κύπρο αφού η ενάγουσα είναι μόνιμος κάτοικος Αγγλίας. Ο πεθερός μου, μου επέτρεψε να διαμένω στην επίδικη οικία η οποία είναι παλαιά και κτίστηκε το 1999 και μου είπε να πληρώνω οποιοδήποτε ποσό μπορώ σύμφωνα με τις οικονομικές μου δυνατότητες αφού ήξερε ότι η οικονομική μου κατάσταση δεν ήταν καλή και μου παραχώρησε την οικία για να με βοηθήσει.
  15. Συμφώνησα με τον πεθερό μου όπως κτίσει ένα τοίχο στην οικία τον οποίο και έκτισε με υλικά που αγόρασα εγώ ο ίδιος και με μπετόν που το παρείχα εγώ τον οποίο και έκτισε και με ενημέρωσε ότι αν έκτιζα τον τοίχο αυτό που μου ζήτησε η ενάγουσα δεν θα διεκδικούσε οποιαδήποτε χρήματα από εμένα.
  16. Ισχυρίζομαι ότι ο τοίχος κτίστηκε στην οικία και κανείς ποτέ δεν μου έκφρασε οποιοδήποτε παράτονο αναφορικά με αυτόν είτε για την ποιότητα, είτε για την ιδιομορφία του και κανείς ποτέ δε μου είπε ότι δήθεν αυτός δεν ανταποκρινόταν στις οδηγίες της ενάγουσας ούτε γραπτώς αλλά ούτε και προφορικώς και είναι η θέση μου ότι όλοι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας/αιτήτριας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και είναι εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης εναντίον μου χωρίς να ακουστώ στο Δικαστήριο.
  17. ισχυρίζομαι ότι κανένα απολύτως ποσό δεν οφείλω στην ενάγουσα/αιτήτρια γιατί ποτέ δε συμφώνησα να καταβάλλω σε αυτήν είτε στους αντιπρόσωπους της οποιοδήποτε καθορισμένο ενοίκιο αλλά είχα συμφωνήσει με τον πεθερό μου ο οποίος μου ανέφερε ότι είναι αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος της ενάγουσας στην Κύπρο όπως διαμένω μέσα στην οικία και καταβάλλω οποιοδήποτε ποσό μπορώ και να κτίσω ένα τοίχο στην οικία αυτή και τότε δεν θα είχε απαιτήσεις από εμένα η ενάγουσα, πράγμα το οποίο έπραξα.
  18. Ισχυρίζομαι ότι ο ενόρκως δηλών ψεύδεται με τους ισχυρισμούς του στην ένορκη δήλωση του και προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση εναντίον μου χρησιμοποιώντας τις δραστικές πρόνοιες της Διαταγής 18 εφόσον γνωρίζει ότι αν καταχωρήσω την υπεράσπιση μου δεν πρόκειται να πετύχουν στην έκδοση απόφασης εναντίον μου.
  19. Ισχυρίζομαι ότι διαβάζοντας την έκθεση υπεράσπισης μου έχω καλή υπεράσπιση εναντίον της ενάγουσας/αιτήτριας ως ανωτέρω και κατωτέρω αναφέρω και τυχόν έκδοση απόφασης στην παρούσα αίτηση θα μου στερήσει το συνταγματικό δικαίωμα μου όπως ακουστώ.
  20. Περαιτέρω, ισχυρίζομαι ότι η ενάγουσα/ενόρκως δηλούσα δεν προσδιορίζει και δεν επιβεβαιώνει τα γεγονότα και την αιτία της αγωγής και το τεκμήριο που επισυνάπτει στην αίτησή της δεν επιβεβαιώνει και δεν φανερώνει τα γεγονότα και την αιτία της αγωγής.
  21. Ισχυρίζομαι περαιτέρω ότι η ενάγουσα/αιτήτρια δεν έρχεται στο Δικαστήριο με "καθαρά χέρια" εφόσον δεν αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή της όλα τα πραγματικά γεγονότα και περιστάσεις που αφορούν την επίδικη οικία και το ισχυριζόμενο επίδικο γραμμάτιο. Λέγω επίσης ότι το περιεχόμενο της εκθέσεως απαιτήσεως της ενάγουσας δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και ούτε και στα σωστά και πραγματικά γεγονότα και την καλώ σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της.
  22. Αρνούμαι και δεν παραδέχομαι την παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση της ενάγουσας/αιτήτριας και ισχυρίζομαι και λέγω ότι καταχώρησα σημείωμα εμφάνισης στις 31/03/2016 γιατί έχω καλή υπεράσπιση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και δεν χρωστώ προσωπικά οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα και το ισχυριζόμενο γραμμάτιο είναι εικονικό, άκυρο και δεν είχα γνώση της ύπαρξης αυτού.
  23. Ισχυρίζομαι ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης όπως η παρούσα αγωγή ακουστεί από το Δικαστήριο στην ολότητα της ούτως ώστε να εκδικαστούν όλες οι διαφορές μας με την ενάγουσα καθόσον εδράζονται πάνω στα ίδια πραγματικά γεγονότα και κατατεμαχισμός των επίδικων διαφορών δεν θα εξυπηρετήσει το καλώς νοούμενο συμφέρον ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
  24. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και εξ όσων λαμβάνω νομική συμβουλή από τον δικηγόρο μου κ. Χρίστο Πουτζιουρή η αίτηση της ενάγουσας είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση.
  25. Περαιτέρω, ισχυρίζομαι ότι η ενάγουσα δόλια και παράνομα και χρησιμοποιόντας την παρούσα αίτηση με τις δραστικές της συνέπειες, για συνοπτική απόφαση προσπαθεί να ανακτήσει το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό από εμένα γνωρίζοντας ότι δεν της οφείλω το ποσόν αυτό εγώ.
  26. Η αίτηση των αιτηιών στερείται του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου για χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας.
  27. Όπως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου το Τεκμήριο Α που επισυνάπτει η ενόρκως δηλούσα στην αίτησης της δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία και δεν είναι δεόντως χαρτοσημασμένο σύμφωνα με τον σχετικό νόμο.
  28. Αρνούμαι και δεν παραδέχομαι την παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων - αιτητών και ισχυρίζομαι ότι σε καμία αξίωση ή και απαίτηση δικαιούται η ενάγουσα/αιτήτρια και λέγω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η αίτηση της αιτήτριας απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο με έξοδα εναντίον της όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
  29. Ζητώ από το Δικαστήριο όπως μου δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστώ την αγωγή της ενάγουσας/αιτήτριας, καθόσον άρνηση ή και απόφαση δικαιώματος υπεράσπισης θα καταπατήσει το συνταγματικό μου δικαίωμα όπως ακουστώ ενώπιον του Δικαστηρίου και σύμφωνα και με τις ανάλογες επιταγές της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
  30. Το Δικαστήριο είναι ο υπερασπιστής του δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και δεν πρέπει να εκδώσει απόφαση εναντίον μου επειδή σε τέτοια περίπτωση θα «ευλογήσει» τις παράνομες, δόλιες και μεθοδεύσεις που χρησιμοποίησε η ενάγουσα και ή οι αντιπρόσωποι της για να ισχυρίζεται ότι δήθεν της οφείλω το ισχυριζόμενο ποσό και ότι δήθεν συμφώνησα και υπέγραψα το επίδικο ισχυριζόμενο έγγραφο το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α στην ένορκη της δήλωση η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση της για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον μου.».
  31. Στην υπόθεση Κυριάκου ν Αναστασίου
(2013)1Α Α.Α.Δ 148 στην οποία έχω προαναφερθεί, αναλύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο ο σκοπός της Δ.18 των Θ. Π. Δ. στην δικονομία μας: «. είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν "... ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.". Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση "condescend upon particulars". Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff's claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.".». 30. Αρχές που επαναβεβαιώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Αγάπιος Καμένος κ. α. ν Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A554, Πολιτική Έφεση Αρ. 102/2011, 22/07/2014: «Έχοντας υπόψη τους πιο πάνω ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, εκείνο που το πρωτόδικο δικαστήριο ήθελε να τονίσει με την εναρκτήρια δήλωση του, προτού προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας, ήταν ότι οι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων «προβάλλονται γενικά και αόριστα» χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να τους στηρίζει. Κατά την άποψή μας, δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτό στην πιο πάνω προσέγγιση του δικαστηρίου, εφόσον αμέσως μετά την εναρκτήρια δήλωσή του, το πρωτόδικο δικαστήριο προχωρεί και εξετάζει λεπτομερώς τον καθ' ένα από τους πιο πάνω ισχυρισμούς για να επαναλάβει ότι αυτοί δεν κρίθηκαν επαρκείς για να τεκμηριώσουν καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση. Φαίνεται ότι το δικαστήριο προτού καταλήξει, έλαβε σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι οι Εφεσείοντες παρέλειψαν να αντεξετάσουν τον κ. Χρ. Παπαλαμπριανού που ορκίστηκε την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ώστε να ενισχύσουν τους ισχυρισμούς τους. Το πρωτόδικο δικαστήριο στην απόφαση του παρέπεμψε στις υποθέσεις Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1A CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Tlais
(1991)1 AAΔ 239 και Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1Α ΑΑΔ 22 στις οποίες νομολογήθηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ενός εναγομένου ο οποίος έχει το βάρος απόδειξης, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί, αφού θα ήταν εύκολο σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια. Στην προκειμένη περίπτωση ορθά κατά την άποψή μας το πρωτόδικο δικαστήριο τοποθετήθηκε επί των ισχυρισμών των Εφεσειόντων. ................................ Ως προς το λόγο που αφορά στο εύρημα ότι δεν αποδείχθηκε καλόπιστη υπεράσπιση, έχει αποκρυσταλλωθεί νομολογιακά ότι δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή απλώς να παραθέτει μια νομική ένσταση. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ
(2011)1Β ΑΑΔ 1280:- «Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ. 818).» Αναμφίβολα η παροχή λεπτομερειών είναι αυτή που θα δώσει υπόσταση στους ισχυρισμούς των εναγομένων. Διαφορετικά θα σήμαινε ότι με τη διατύπωση απλών ισχυρισμών θα παραχωρείτο το δικαίωμα υπεράσπισης (βλ. CY.E.M.S. Co Limited v. The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1Γ ΑΑΔ 1912). Είναι γι' αυτόν το λόγο που οι εναγόμενοι, οι οποίοι έχουν και το σχετικό βάρος να ικανοποιήσουν το δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση, θα πρέπει να βεβαιώνονται ότι θέτουν ενώπιον του δικαστηρίου αρκετές λεπτομέρειες και στοιχεία που να επιτρέπουν στο δικαστήριο να καταλήξει επί του θέματος της ύπαρξης καλόπιστης υπεράσπισης. Στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσείοντες εκείνο που έθεσαν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν ήταν τίποτε άλλο από διάφορους γενικούς ισχυρισμούς οι οποίοι, όπως ορθά έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν ήταν αρκετοί, σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, για να αποδείξουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Αυτό το συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν μπορεί να ανατραπεί.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Προσθέτω στα προαναφερόμενα και τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1999, στην σελίδα 58, υπό την θεματική ενότητα «Leave to defend-unconditional leave», ειδικότερα σε σχέση με τον τρόπο που ελέγχεται από το Δικαστήριο εάν ο εναγόμενος διάδικος, καθ' ου η αίτηση σε αίτηση για συνοπτική απόφαση, έχει τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης: «The power to give summary judgement under O. 14 is "intended only to apply to cases where there is no reasonable doubt that a plaintiff is entitled to judgement, and where therefore it is inexpedient to allow a defendant to defend for mere purposes of delay". As a general principle, where a defendant shows that he has a fair case for defence, or reasonable grounds for setting up a defence, or even a fair probability that he has a bona fide defence, he ought to have leave to defend. Leave to defend must be given unless it is clear that there is no real substantial question to be tried; that there is no dispute as to facts or law which raises a reasonable doubt that the plaintiff is entitled to judgement. O. 14 was not intended to shut out a defendant who could show that there was a triable issue applicable to the claim as a whole from laying his defence before the Court, or to make him liable in such a case to be put on terms of paying into Court as a condition of leave to defend. Summary judgement under this Order should not be granted when any serious conflict as to matter of fact or any difficulty as to matter of law arises. Its is trite law that the mere assertion in an affidavit of a given situation does not ipso facto provide leave to defend, since the defendant must satisfy the Court that he has a fair or reasonable probability of showing a real or bona fide defence, i. e. that his evidence is reasonably capable of belief. Two tests are appropriate, namely. "Is what the defendant says credible?" and "Is there a fair or reasonable probability of the defendant having a real or bona fide defence? Where an issue of fact is raised, the first question must be answered in the affirmative before considering the second.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Τίθεται συνεπώς στην προκείμενη περίπτωση για να αποφασιστεί, το ίδιο ερώτημα. Είναι η μαρτυρία που έχει προσφερθεί από πλευράς Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση εύλογα ικανή για να μπορεί να γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο; Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Από μία απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση, που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της ειδοποίησης ένστασης του -τα κύρια σημεία της οποίας έχουν προεκτεθεί-, διαπιστώνεται ασάφεια ισχυρισμών σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, ειδικότερα λόγω αντιφάσεων και αυτοαναιρέσεων στα όσα ο ίδιος υποστηρίζει. Ενδεικτικά αναφέρω ότι, ενώ ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Αγωγή είναι πρόωρη, από την άποψη ότι οι συμφωνημένες δόσεις στο γραμμάτιο συνήθους τύπου, -το οποίο, σε σχέση με τον ισχυρισμό του αυτό προφανώς το αποδέχεται-, παράλληλα ισχυρίζεται ότι αυτό δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Για να υποστηρίξει αυτό, αναφέρει ότι, κατά την «σύνταξη» του επίδικου αυτού εγγράφου, δεν ήταν παρόντες τα πρόσωπα που παρουσιάζονται σε αυτό ως μάρτυρες, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν είναι άτομα ικανά προς το συμβάλλεσθε, όταν την ίδια στιγμή υποστηρίζει ότι τα πρόσωπα αυτά είναι εικονικά. Την ίδια στιγμή που υποστηρίζει επίσης ότι ουδέποτε υπέγραψε το ισχυριζόμενο έγγραφο. Δεν μένει όμως σε αυτό, επιπρόσθετα όλων των προαναφερομένων αντιφατικών και ασυμβίβαστων δηλώσεων του, ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει και την θέση ότι σε περίπτωση στην οποία αποδειχθεί ότι αυτό φέρει την υπογραφή του, τότε ισχυρίζεται ότι αυτό υπογράφθηκε χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο του και ότι αυτό συντάχθηκε από τους αντιπροσώπους της Ενάγουσας / Αιτήτριας, χωρίς ο ίδιος να διαπραγματευθεί το περιεχόμενο του. Ως εκ της προαναφερόμενης κατάληξης μου, δεν θα προχωρούσα να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση δίκαιη ή εύλογη πιθανότητα ο εναγόμενος να έχει πραγματική ή καλόπιστη υπεράσπιση, αφού κάτι τέτοιο είναι δυνατό να εξεταστεί μόνο επί ξεκάθαρης πραγματικής βάσης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  3. Κατ΄ ακολουθίαν των προαναφερόμενων, η παρούσα Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
  4. Τα μέρη αποκαθίστανται στην θέση που δικονομικά ευρίσκοντο πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης.
  5. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, θα είναι έξοδα Εναγομένου Αγωγής (Defendant's Costs In The Case) (βλ. Civil Costs, 2η έκδοση, σελίδα 48). (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Αθηνούλα Δημητρίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782. [ii] Βλ. Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R 130. [iii] Βλ. Kyriakides v Ioannou
(1966)1 CLR 265 και Hermes Insurance Co. Ltd v Theodorides
(1983)1 CLR 333. [iv] Βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Ιωάννης Ανδρονίκου κ. α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ.
(2007)1 Α.Α.Δ. 977, J & M Loizides Agencies Ltd κ. α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1280 και Αγάπιος Καμένος κ. α. ν Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A554, Πολιτική Έφεση Αρ. 102/2011, ημερομηνίας 22/07/
  1. [v] Βλ. στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1, στην σελίδα
  2. [vi] Βλ. στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1, στην σελίδα
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.