← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΑΒΡΑΑΜ, ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ / ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ NOSAGE INVESTMENTS LTD ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ NOSAGE INVESTMENT

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΑΒΡΑΑΜ, ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ / ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ NOSAGE INVESTMENTS LTD ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ NOSAGE INVESTMENTS LTD ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, Αίτηση Αρ.: 95/2016, 7/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Αρ.: 95/2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 - και - ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ NOSAGE INVESTMENTS LTD ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ - και - ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΑΒΡΑΑΜ, ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ / ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ NOSAGE INVESTMENTS LTD ------------------- Ημερομηνία: 07/04/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή / Παραλήπτη / Διαχειριστή κ. Μιχάλη Αβραάμ: κ. Χαράλαμπος Π. Αρτέμης για την Σκορδής, Παπαπέτρου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση Nosage Investments Ltd: κα Μαρία Κωνσταντίνου για την Μαρκίδη Μαρκίδη & Σια Δ. Π. Π. Ε. Για τους, Χρίστο Αυξεντίου, διοικητικό σύμβουλο και Μαίρη Αυξεντίου, διοικητικό σύμβουλο και γραμματέα, της Nosage Investments Ltd: κα Μαρία Κωνσταντίνου για την Μαρκίδη Μαρκίδη & Σια Δ. Π. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά 1. Η υπό εξέταση υπόθεση, αφορά, τον διορισμό παραλήπτη / διαχειριστή, εκτός Δικαστηρίου, ως απόρροια συμβατικής διευθέτησης μεταξύ της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και της εταιρείας Nosage Investments Ltd (στο εξής καλούμενη «η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία»), εξασφάλισης της πρώτης υπό την ιδιότητα της ως πιστωτής της δεύτερης, δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί του συνόλου της περιουσίας της τελευταίας και των προερχόμενων από αυτήν στοιχείων. Νομικό υπόβαθρο της Αίτησης 2. Υποβάλλεται δια της υπό κρίση Αίτησης, αίτημα από τον Παραλήπτη / Διαχειριστή της Εταιρείας για τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση, βασίζεται, μεταξύ άλλων, και στο Άρθρο 337

(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Αυτό, καθορίζει το πλαίσιο της εξουσίας του Δικαστηρίου, έκδοσης οδηγιών προς διορισθέντα διαχειριστή / παραλήπτη περιουσίας εταιρείας, σχετικά με οποιοδήποτε θέμα εγείρεται αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του. Συγκεκριμένα, προνοούνται από το εν λόγω Άρθρο 337
(1)του Κεφ. 113 τα εξής: «Παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας εταιρείας που διορίζεται με βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για οδηγίες σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που εγείρεται αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του, και σε οποιαδήποτε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο δύναται να δώσει τέτοιες οδηγίες, ή δύναται να εκδώσει τέτοια διαταγή που να δηλώνει τα δικαιώματα προσώπων ενώπιον του Δικαστηρίου ή διαφορετικά, όπως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 3. Κάτω από το προαναφερόμενο Άρθρο 337
(1)του Κεφ. 113, ένας παραλήπτης, ή ένας διαχειριστής, που διορίζεται εκτός Δικαστηρίου, με βάση εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο ([1]), μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για οδηγίες, αναφορικά με κάθε συγκεκριμένο ζήτημα που προκύπτει και το οποίο σχετίζεται με την εκτέλεση των καθηκόντων του. Είναι, ως διαφαίνεται από το λεκτικό του, συνταγμένο από τον νομοθέτη με ευρύτητα και ως εκ τούτου, ευρύ θα πρέπει πρακτικά να είναι και το πεδίο εφαρμογής του. Στοχεύει, ως είναι άλλωστε προφανές, στο να παράσχει στο παραλήπτη, ή στο διαχειριστή, λόγω της ιδιαιτερότητας της θέσεως του, εύκολη πρόσβαση στο Δικαστήριο, προς διευθέτηση της όποιας «δυσκολίας», «προβλήματος» ή «ζητήματος», σχετίζεται με την εκτέλεση των καθηκόντων του. 4. Δυσκολία στην επίλυση τέτοιων ζητημάτων, ή προβλημάτων, του παραλήπτη / διαχειριστή, έχει άμεση επίπτωση ([2]) στο τρόπο με τον οποίο ο παραλήπτης / διαχειριστής ενεργεί. Συνεπώς, το Άρθρο 337
(1)του Κεφ. 113, παρέχει το πλαίσιο επίλυσης τους, μέσω του Δικαστηρίου, ώστε ο παραλήπτης / διαχειριστής να μπορεί, κατόπιν άμεσης επίλυσης τους, να εκτελέσει απρόσκοπτα τα καθήκοντα του. Ως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21η έκδοση, στην σελίδα 429, υπό την θεματική ενότητα «Appointment under debenture or trust deed», με αυτό τον τρόπο, ο παραλήπτης / διαχειριστής, μπορεί να αποκτήσει την προστασία του Δικαστηρίου σε ότι αφορά την λήψη μέτρων που τον απασχολούν («can obtain the protection of the court for measures which he contemplates»). Το εν λόγω Άρθρο 337
(1)του Κεφ. 113, ως έχει προαναφερθεί, ορίζει με ευρύ τρόπο τα είδη των αιτημάτων που μπορούν να υποβληθούν στο Δικαστήριο από πλευράς παραλήπτη / διαχειριστή, καθώς επίσης και το εύρος των διαταγών / οδηγιών που μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο κατόπιν εξέτασης και έγκρισης σχετικού αιτήματος. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα του L. G. Doyle, Administrative Receivership: Law and Practise, 1η έκδοση, στην σελίδα 145, «... is a useful facility and is commonly employed by both administrative and non-administrative receivers in seeking clarification on all aspects of receiverships». Υπό την επιφύλαξη πάντοτε, σε ότι αφορά ζητήματα, που δεν αφορούν τίποτε παραπάνω από μία εμπορική απόφαση που καλείται ο κάτοχος της θέσης να πάρει, σε σχέση με τα οποία, ως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του L. G. Doyle, Insolvency Litigation, στην παράγραφο 1.38 στην σελίδα 19, οι οδηγίες του Δικαστηρίου, βάσει του Άρθρου 337
(1)του Κεφ. 113 δεν πρέπει να αναζητούνται.
  1. Δέστε σχετικά και τα αναφερόμενα του High Court of Justice Αγγλίας, στην υπόθεση, Re Therm-a-Stor Ltd (in administrative receivership) Morris and others v Lewis and Another [1996] 3 All ER 228 [[i]]. Παραπομπή, γίνεται και στα συγγράμματα Halsbury's Laws Of England, 5η Έκδοση, Τόμος 15, στην παράγραφο 1351, στην σελίδα 626, Farrar's Company Law, 4η έκδοση, στην σελίδα 669 και Palmer's Company Law, 21η έκδοση, στις σελίδες 381 και 429]. Το Αίτημα
  2. Με την υπό κρίση Αίτηση, ο Παραλήπτης / Διαχειριστής αιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση των ακόλουθων οδηγιών / διαταγμάτων: «(α). Διάταγμα του . Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσονται οι διευθυντές ή/και ο γραμματέας της εταιρείας NOSAGE INVESTMENTS LTD, ΗΕ 123018 ή/και αντιπρόσωποι ή/και εκδοχείς ή/και υπάλληλοι αυτής ή/και αυτών, να ατιμάσουν και υποβάλουν στον αιτητή έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 341 (συμπληρώνοντας το έντυπο C. 39), αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση της εν λόγω εντός 14 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του κατ' αίτηση διατάγματος ή εντός άλλης περιόδου που το . Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη. (β). Διάταγμα του . Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσονται οι διευθυντές ή/και ο γραμματέας της εταιρείας NOSAGE INVESTMENTS LTD, όπως συμμορφωθούν πλήρως με τις πρόνοιες των σχετικών Ομολόγου Επιβάρυνσης ημερομηνίας 23/06/2009 και/ή όπως παραδώσουν στον παραλήπτη/διαχειριστή όλους τους λογαριασμούς (accounts), βιβλία και/ή έγγραφα τα οποία είναι σχετικά και/ή αναγκαία για την ορθή άσκηση των ξεουσών και/ή αρμοδιοτήτων του και/ή πρόσβαση σε αυτά. (γ). Διάταγμα του . Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσονται οι διευθυντές ή/και ο γραμματέας της εταιρείας NOSAGE INVESTMENTS LTD, όπως καταβάλουν πρόστιμο προς €85,43 την ημέρα ή άλλο ποσό που το . Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιον από την 29/05/2014 (ή από άλλη ημερομηνία που το . Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη) για κάθε μέρα κατά την οποία παραλείπουν να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του άρθρου 341 του Κεφ. 113.».
  3. Η Αίτηση βασίζεται «στα άρθρα 337-341 (και των δύο συμπεριλαμβανομένων), 343 και 366 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς άρθρα 3, 4
(1)και 7, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ. 2
(1)και
(2), και Δ.64, στην συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.». Η νομική πτυχή
  1. Παραλήπτες / διαχειριστές, μπορούν να διοριστούν ως τέτοιοι, σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία μίας εταιρείας, είτε στην βάση ρητής προς τούτο πρόνοιας σε ομόλογο, ή άλλης πράξης επιβάρυνσης, συγκεκριμένων περιουσιακών της στοιχείων, είτε από το Δικαστήριο. Το ζήτημα ρυθμίζεται από το Μέρος 6 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  2. Η θεραπεία του διορισμού παραλήπτη, έχει τις καταβολές της στο δίκαιο της επιείκειας και ήταν διαθέσιμη σε κάθε πιστωτή (βλ. Gaskel v Grosling [1896] 1 QB 669, 691 - 693). Αν και πλέον, στην Αγγλία, αναγνωρίζεται ως διαδικασία που απορρέει από συμβατική υποχρέωση, το ζήτημα έχει τύχει και νομοθετικής ρύθμισης από την πράξη, Insolvency Act 1986, οι πρόνοιες της οποίας επενεργούν προς καθορισμό των δικαιωμάτων των συμβαλλομένων μερών (βλ. ειδικότερα το Part 3, Chapters I - IV, υπό την θεματική ενότητα «Receivers» και το Schedule 1). Η εισαγωγή της προαναφερόμενης νομοθετικής πράξης στην Αγγλία, δεν φαίνεται να έχει διαφοροποιήσει το νομικό πλαίσιο για το υπό αναφορά ζήτημα, ως αυτό ορίζεται στην Κύπρο από τις διατάξεις του προαναφερόμενου Μέρους 6 του Κεφ. 113 και συνεπώς, καθοδήγηση, μπορεί να αντληθεί από Αγγλικά συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις που πραγματεύονται το ζήτημα (βλ. Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ. 1)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1806 και Ιωάννης Βιολάρης ν Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1054). 9. Οι εξουσίες ενός παραλήπτη που διορίζεται εκτός Δικαστηρίου, γενικά, εξαρτώνται από τους όρους του ομολόγου ή της επιβάρυνσης βάση της οποίας διορίζεται, δηλαδή, από την εξουσιοδοτούσα πράξη («authorising instrument»), υπό την επιφύλαξη της όποιας νομοθετικής πρόνοιας επηρεάζει αυτές τις εξουσίες (βλ. Μέρος 6 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και ειδικότερα το Άρθρο 337
(2)). Συνεπώς, η πηγή των εξουσιών ενός παραλήπτη, ρητών και εξυπακουόμενων, είναι η πράξη, βάση της οποίας κατέστη επιτρεπτός ο διορισμός του, που, συνήθως, παραχωρεί στον παραλήπτη ευρείες εξουσίες έτσι ώστε να του επιτρέπεται η εκπλήρωσης του πρωταρχικού του καθήκοντος και υποχρέωσης. Αυτό, δηλαδή, της ρευστοποίησης τέτοιων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας που βαρύνονται από το ομόλογο (ή εάν η επιβάρυνση είναι κυμαινόμενη, της ρευστοποίησης αυτών των περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων η επιβάρυνσης έχει αποκρυσταλλωθεί με την εξάσκηση του σχετικού δικαιώματος από τον κάτοχο του ομολόγου), ή εν πάση περιπτώσει, διαχείρισης τους (εάν τέτοια είναι η περίπτωση) κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξοφληθεί το χρέος που οφείλεται στον δικαιούχο κάτοχο τους [[ii]]. Εκτός και αν το ομόλογο ρητά εξουσιοδοτεί τον παραλήπτη να διεξάγει εργασίες της εταιρείας (που σχετίζονται με τα στοιχεία της επιβάρυνσης), - στην οποία περίπτωση ο παραλήπτης είναι και ο διαχειριστής της (έχει επικρατήσει ο όρος / αναφορά «παραλήπτης / διαχειριστής» βλ. Re Manchester and Milford Rly Co
(1880)14 Ch D 645, 653) -, ο παραλήπτης δεν μπορεί να πράττει καθαυτό τον τρόπο. Εξουσία διαχείρισης, που, ουσιαστικά και πραγματικά, όταν υφίσταται, είναι επικουρική του προαναφερόμενου πρωτεύοντος καθήκοντος και υποχρέωσης του παραλήπτη.
  1. Γενικά, η επίδρασης από τον διορισμό παραλήπτη, στις εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας, είναι, ότι, αν και τα μέλη του παραμένουν στα καθήκοντα τους, η εξουσία του να διαχειρίζεται τα στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο της επιβάρυνσης, παύει. Στην περίπτωση δε όπου η επιβάρυνση επεκτείνεται επί ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας - δηλαδή, όταν έχει διοριστεί, ως έχει επικρατήσει ο όρος, διοικητικός παραλήπτης («administrative receiver») -, το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας είναι ουσιαστικά ανίσχυρο να διευθύνει την επιχείρηση της (βλ. Moss Steamship Co Ltd v Whinney [1912] AC 254, 263 και Gomba Holdings UK Ltd v Homan [1986] 2 AllER 94). Με εξαίρεση, δηλαδή, του κατάλοιπου των εξουσιών που έχει νομολογιακά αναγνωριστεί ότι το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας διατηρεί, πάραυτα, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
  2. Ένας παραλήπτης εταιρείας, ξεκάθαρα, υπέχει θέση θεματοφύλακα («fiduciary») έναντι αυτών για λογαριασμό των οποίων έχει διοριστεί και συνεπώς, υπέχει, έναντι τους, ευθύνη (αστική ευθύνη, ένεκα του σχετικού καθήκοντος επιμελείας που έχει, ή συμβατική ευθύνη, στην βάση της μεταξύ τους σύμβασης). Έχει δε, επιπρόσθετα, καθήκον επιμέλειας (αστική ευθύνη) έναντι τρίτων προσώπων, των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία κατέχει λόγω της ιδιότητας του ως παραλήπτης [π. χ. περιουσίας υποκείμενης με πάγια επιβάρυνση («fixed charge»)]. [[iii]]. Επιπλέον, ένεκα της σοβαρότητας του διορισμού του σε μία τόσο υπεύθυνη θέση, σε κάθε περίπτωση, προϋποτίθεται ότι, ο παραλήπτης, θα εκτελεί τα καθήκοντα του με ακρίβεια, σχολαστικότητα και εντιμότητα [[iv]].
  3. Γενικά, ένας παραλήπτης που διορίζεται από το Δικαστήριο, δεν είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας που παραλαμβάνει. Είναι όμως δυνατόν και ως επί το πλείστον, αυτό παρατηρείται, παραλήπτες να καθίστανται αντιπρόσωποι της εταιρείας που παραλαμβάνουν, από την εξουσιοδοτούσα πράξη («authorising instrument»), π. χ. από το ομόλογο επιβάρυνσης - ακόμη και στην περίπτωση όπου ο διορισμός τους γίνεται εκτός Δικαστηρίου -. Εξαίρεση, αποτελεί, αυτή των διοικητικών παραληπτών («administrative receivers»), που, στην Αγγλία, σε κάθε περίπτωση, θεωρούνται δια νόμου αντιπρόσωποι της εταιρείας που παραλαμβάνουν (βλ. S. 44
(1)(a) της Insolvency Act 1986). Πρόκειται, εκεί όπου η σχέσης υφίσταται, ως έχει χαρακτηριστεί, για μία ιδιαίτερης μορφής αντιπροσώπευση. Παρόλο, που, ονομαστικά, ο παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας που παραλαμβάνει, ως έχει προαναφερθεί, πρωταρχικό του καθήκον είναι η ρευστοποίησης των περιουσιακών της στοιχείων, προς το συμφέρον του κατόχου του ομόλογου ή της επιβάρυνσης βάση του οποίου ή της οποίας έχει διοριστεί και συνεπώς, οι εξουσίες διαχείρισης που έχει ως αντιπρόσωπος της, είναι στην πραγματικότητα βοηθητικές του εν λόγω πρωταρχικού του καθήκοντος. Η αντιπροσώπευση, συνεπώς, της εταιρείας, δεν θέτει τον παραλήπτη κάτω από τα συνηθισμένα καθήκοντα συμμόρφωσης με τις «απαιτήσεις» ([3]) του αντιπροσώπου του (ήτοι της εταιρείας) και στο βαθμό που μια τέτοια «απαίτηση» παρεμβάλλει εμπόδιο στην ρευστοποίηση των στοιχείων της εξασφάλισης που εντέλλεται να διαχειριστεί, ο παραλήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να τις ακολουθήσει. Αν και ο παραλήπτης, θα μπορούσε να λεχθεί, ότι, έχει καθήκον να μην προκαλέσει στην εταιρεία ζημιά που μπορεί να αποφευχθεί, πρόκειται για δευτερεύον καθήκον που συναρτάται από την προαναφερόμενη πρωτεύουσα υποχρέωση του και εξασκείται στον βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστη με αυτήν [[v]]. Εξέταση του Αιτήματος
  1. Σύμφωνα με τους περί Εταιρειών Κανονισμούς [[vi]], αίτηση για τις οδηγίες του Δικαστηρίου που υποβάλλεται από παραλήπτη / διαχειριστή, πρέπει να γίνεται με κλήση [πρωτογενή κλήση («originating summons»)] [[vii]], πρέπει να συγκεκριμενοποιείται σε αυτή συγκεκριμένο ζήτημα επί γεγονότων για το οποίο οι οδηγίες του Δικαστηρίου αναζητούνται (και όχι απλά, γνώμη επί οποιουδήποτε νομικού ζητήματος, γενικά) [[viii]] και σε αυτήν θα πρέπει να καθίστανται διάδικοι, καθ' ων η αίτηση, όλα τα πρόσωπα τα συμφέροντα των οποίων επηρεάζονται από απόφανση του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος και τα οποία θα μπορούσαν να υποβοηθήσουν το Δικαστήριο να αποφασίσει σχετικά [[ix]]. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, Τόμος 3, έκδοσης 1997, στην παράγραφο 14.149: «A receiver so appointed may apply to the court for directions in respect of any matter arising in connection with the performance of his functions and on any such application the court may give such directions or make any such order declaring the rights of persons before the court or otherwise as the court thinks just. The company or a representative of the debenture holders and the trustees (if any) should be made respondents to such an application. The jurisdiction is a wide one and can be used for the purpose of resolving any difficulties which arise in the course of the receivership, including any disagreement about the performance by the appointing creditor of indemnities given to the receiver prior to his acceptance of appointment (Re Therm-a-Stοr Ltd [1997] B.C.C. 301)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου των ζητημάτων που η υπό κρίση Αίτηση εγείρει, ικανοποιούμε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου εμφανίστηκαν και προέβησαν σε παραστάσεις, όλα τα επηρεαζόμενα, από την απόφαση του Δικαστηρίου, πρόσωπα. Τα εγερθέντα ζητήματα
  3. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση του Παραλήπτη / Διαχειριστή, εγείροντας διάφορους λόγους για τους οποίους, ως είναι η θέση τους, αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Αυτοί σκιαγραφούνται θεματικά στην συνέχεια της απόφασης μου, όπου δίδεται και η κατάληξης μου σε σχέση με αυτούς.
  4. Η Ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση βασίζεται: «στα άρθρα 337 ως και 341, 343 και 366 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113, ως έχει τροποποιηθεί), στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/1960, ως έχει τροποποιηθεί), άρθρα 21, 22 και 29, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς (ως έχουν τροποποιηθεί), στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Διάταξη 39, Θεσμοί 1 και 2, Διαταγή 48, Θεσμοί 1, 2, 3, 4, 8 και 9, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και τη σχετική νομολογία.».
  5. Η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου: Μία εκ των θέσεων των Καθ' ων η Αίτηση, είναι ότι, το Δικαστήριο, είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να εξετάσει την Αίτηση αυτή, από την άποψη απουσίας γεγονότων, αναγκαίων υπό τις περιστάσεις, από τα οποία θα μπορούσε να ελεγχθεί η δικαιοδοσία του. Επιπρόσθετα, επί του ιδίου ζητήματος, αλλά από μία άλλη του άποψη, οι Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι, δεδομένων των προνοιών του Άρθρου 340
(3)του Κεφ. 113, εξουσία εξέτασης οποιουδήποτε αιτήματος βάσει των προνοιών του Άρθρου 340
(1)
(2)του Κεφ. 113, στις περιπτώσεις όπου ο παραλήπτης / διαχειριστής διορίζεται εκτός του Δικαστηρίου, έχει ο Έφορος Εταιρειών. Η δε κατάστασης της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 340
(1)
(2)του Κεφ. 113 θα πρέπει να υποβληθούν στον Έφορο Εταιρειών και όχι στο Δικαστήριο, ο οποίος Έφορος Εταιρειών είναι που έχει την εξουσία να δώσει οδηγίες για σκοπούς συμμόρφωσης με τα της καταχώρησης της ένορκης δήλωσης προς επιβεβαίωση της έκθεσης περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας που το Άρθρο 340
(1)
(2)του Κεφ. 113 προνοεί. Ως εκ τούτου, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 337
(1)του Κεφ.
  1. Σε ότι αφορά την καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό κρίση Αίτηση, και την θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο βάσει του οποίου το Δικαστήριο δύναται να ελέγξει την δικαιοδοσία του, σημειώνονται τα εξής. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Κεφ. 113 «"το Δικαστήριο" χρησιμοποιούμενο σε σχέση με εταιρεία σημαίνει το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία για τη διάλυση της εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 209». Συνεπώς, ο όρος «Δικαστήριο», που χρησιμοποιείται στο Άρθρο 337
(1)του Κεφ. 113, επί του οποίου η υπό κρίση Αίτηση δικαιοδοτικά βασίζεται, ερμηνεύεται, βάσει της πρόνοιας του προαναφερόμενου Άρθρου 2 του Κεφ.
  1. Συνεπώς, σημασία έχουν οι διατάξεις του Άρθρου 209 του Κεφ.
  2. Ως έχει αναφερθεί, σχετικά, από το τον έντιμο, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Καλλή, στην υπόθεση Re Ατελιε Επίπλων "La Qualite" Κώστας Άσπρος Λτδ (Aρ. 2)
(1997)1 Α.Α.Δ. 363, οι ρητές επί του προκείμενου πρόνοιες του Άρθρου 209 του Κεφ. 113, δεν επηρεάζονται από τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 που ρυθμίζουν γενικά το ζήτημα της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου: «Πρέπει να προσθέσω ότι έχω εξετάσει κατά πόσο ήταν δυνατή η ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο με μονομελή σύνθεση εν όψει των προνοιών του άρθρου 22
(4)(α) (αα) και (ββ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 (Ν. 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί). Είναι η κατάληξή μου ότι οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου 209 του Κεφ. 113 δεν επηρεάζονται από τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Νόμου 14/60. Ο τελευταίος αποτελεί νόμο ο οποίος διέπει γενικώς το ζήτημα της καθ' ύλην δικαιοδοσίας των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Έχει θεσπισθεί μετά από τη θέσπιση του Άρθρου 209 του Κεφ. 113 το οποίο διέπει ειδικώς το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Αποτελεί γενική αρχή η οποία εφαρμόζεται κατά την ερμηνεία νόμων ότι ένας προγενέστερος ειδικός νόμος δεν καταργείται από ένα μεταγενέστερο γενικό νόμο εκτός αν η κατάργηση γίνεται με ρητή αναφορά ή εξ αναγκαίου συμπεράσματος (Βλ. Hinis v. Police
(1963)1 C.L.R. 14). Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει στην παρούσα περίπτωση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 20. Το εν λόγω Άρθρο 209 του Κεφ. 113 προνοεί ως εξής: «209.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο εταιρείας έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης οποιασδήποτε εταιρείας εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία: Νοείται ότι για τον καθορισμό του κατά πόσο διαδικασία εμπίπτει στην αρμοδιότητα Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, θα λαμβάνεται υπόψη το ποσό του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε ότι καταβλήθηκε: Νοείται περαιτέρω ότι οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, τηρουμένου του περί Δικαστηρίων Νόμου, δύναται να εκδοθεί από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ή Επαρχιακό Δικαστή, ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία δε θα ήταν της αρμοδιότητας Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος εδαφίου.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η έκφραση "εγγεγραμμένο γραφείο" σημαίνει τον τόπο που ήταν τον περισσότερο καιρό το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας κατά τους έξι μήνες που προηγήθηκαν αμέσως από την υποβολή της αίτησης για εκκαθάριση.».
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, αποκαλυπτικό και καθοριστικό σε ότι αφορά την διακρίβωση της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό κρίση Αίτηση, στην βάση των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 209 του Κεφ. 113, είναι το Τεκμήριο 10 στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει, που αποτελεί το αποτέλεσμα έρευνας του μητρώου που η Καθ' ης η Αίτηση τηρεί στον Έφορο Εταιρειών. Από αυτό, προκύπτει, ότι, το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, βρίσκεται επί της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' 22, στη Λάρνακα και ότι, το εκδομένο μετοχικό κεφάλαιο της Αιτήτριας είναι €1.710 (ήτοι 1.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας €1,71 η κάθε μία). Τα γεγονότα αυτά, που δικαιολογούν, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες πρόνοιες της νομοθεσίας, την ανάληψη δικαιοδοσίας για εκδίκαση της παρούσας Αίτησης από αυτό το Δικαστήριο, δεν αμφισβητούνται από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση στην ένσταση που έχει καταχωρήσει σε σχέση με αυτήν. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει αυτήν την Αίτηση. Σχετικές, εν προκειμένω, είναι και οι αποφάσεις της έντιμης Δ. Α. Δ. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου στην Αίτηση Αρ. 42/16, Αναφορικά με την Πρινος Λαχαναγορά Λτδ, ημερομηνίας 30/03/2016 και του έντιμου Δ. Α. Δ. Ναθαναήλ, στην Αίτηση Αρ. 153/2013, Αναφορικά με την εταιρεία Christifi Bros Trading Ltd, ημερομηνίας 09/08/
  2. Αξιοσημείωτη, είναι η τροποποίηση που επήλθε στο εν λόγω Άρθρο 209 του Κεφ. 113, την 02/07/99, με τον Περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) Νόμο του 1999, Νόμο 82(Ι)/
  3. Προχωρώ, συνεπώς, στην εξέταση της θέσης των Καθ' ων η Αίτηση ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 340
(3)του Κεφ. 113, εξουσία εξέτασης οποιουδήποτε αιτήματος βάσει των προνοιών του Άρθρου 340
(1)
(2)του Κεφ. 113, στις περιπτώσεις όπου ο παραλήπτης / διαχειριστής διορίζεται εκτός του Δικαστηρίου, έχει ο Έφορος Εταιρειών. Απομονώνω, για σκοπούς ανάλυσης του σκεπτικού μου που ακολουθεί, σε ότι αφορά την θέση αυτή των Καθ' ων η Αίτηση, τις σχετικές με το ζήτημα διατάξεις του Μέρους VI του Κεφ. 113: «340.-
(1)Όταν παραλήπτης ή διαχειριστής ολόκληρης ή ουσιαστικά ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας (που στο εξής στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 341 αναφέρεται ως "ο παραλήπτης") διορίζεται εκ μέρους των κατόχων οποιωνδήποτε χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας εγγυημένων με κυμαινόμενη επιβάρυνση, τότε τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού και του άρθρου 341- (α) ο παραλήπτης πρέπει αμέσως να αποστείλει ειδοποίηση στην εταιρεία για το διορισμό του και (β) μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες μετά τη λήψη της ειδοποίησης, ή τέτοιας μεγαλύτερης περιόδου που δύναται να επιτραπεί από το Δικαστήριο ή τον παραλήπτη, πρέπει να ετοιμαστεί και υποβληθεί στον παραλήπτη σύμφωνα με το άρθρο 340 έκθεση με τον καθορισμένο τύπο της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας και (γ) ο παραλήπτης πρέπει μέσα σε δύο μήνες μετά τη λήψη της αναφερόμενης έκθεσης να παραδώσει για εγγραφή- (
  1. i)στον έφορο εταιρειών και στο Δικαστήριο, αντίγραφο της έκθεσης και οποιαδήποτε σχόλια που θεωρεί σκόπιμο να κάνει πάνω σε αυτή και στην περίπτωση του εφόρου εταιρειών επίσης περίληψη της έκθεσης και των σχολίων του (αν υπάρχουν) πάνω σε αυτή και (
  2. ii)στην εταιρεία, αντίγραφο οποιωνδήποτε τέτοιων σχολίων του όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ή, αν δεν θεωρεί σκόπιμο να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο, ειδοποίηση για το σκοπό αυτό και (iii) σε οποιουσδήποτε επιτρόπους εμπιστεύματος για τους κατόχους χρεωστικών ομολόγων για λογαριασμό των οποίων διορίστηκε και, στην έκταση που είναι ενήμερος των διευθύνσεων τους, σε όλους αυτούς τους κατόχους χρεωστικών ομολόγων, αντίγραφο της περίληψης που αναφέρθηκε.
(2)O παραλήπτης πρέπει μέσα σε δύο μήνες, ή τέτοιας μεγαλύτερης περιόδου που το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει μετά την πάροδο της περιόδου των δώδεκα μηνών από την ημερομηνία του διορισμού του και καθεμιάς μεταγενέστερης περιόδου δώδεκα μηνών, και μέσα σε δύο μήνες ή τέτοιας μεγαλύτερης περιόδου που το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει μετά που αυτός έπαυσε να ενεργεί ως παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας της εταιρείας, να παραδώσει για εγγραφή στον έφορο εταιρειών, σε οποιουσδήποτε εμπιστευματοδόχους για κατόχους χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας για λογαριασμό των οποίων διορίστηκε, στην εταιρεία και (στην έκταση που είναι ενήμερος των διευθύνσεων τους) σε όλους αυτούς τους κατόχους ομολόγων περίληψη με τον καθορισμένο τύπο που δείχνει τις εισπράξεις και πληρωμές του κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου των δώδεκα μηνών, ή όταν έπαυσε να ενεργεί όπως προαναφέρθηκε, κατά τη διάρκεια της περιόδου από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται η τελευταία προηγούμενη περίληψη μέχρι την ημερομηνία της παύσης του με τον τρόπο αυτό, και τα συνολικά ποσά των εισπράξεων και πληρωμών του κατά τη διάρκεια όλων των προηγούμενων περιόδων από το διορισμό του.
(3)Όταν ο παραλήπτης διορίζεται με βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο, το άρθρο αυτό ισχύει- (α) με την παράλειψη των αναφορών στο Δικαστήριο στο εδάφιο
(1)και (β) με την αντικατάσταση των αναφορών στο Δικαστήριο στο εδάφιο
(2)σε αναφορές στον έφορο εταιρειών, και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση αναφορές στο Δικαστήριο εκλαμβάνονται ως αναφορές στο Δικαστήριο από το οποίο διορίστηκε ο παραλήπτης. . Καμιά διάταξη στο εδάφιο αυτό δεν εκλαμβάνεται ότι περιορίζει την έννοια της φράσης "ο παραλήπτης" όταν χρησιμοποιείται στο εδάφιο
(2)ή σχετικά με αυτό. .
(6)Καμιά διάταξη στο εδάφιο
(2)δεν εκλαμβάνεται ότι παραβλάπτει το καθήκον του παραλήπτη να υποβάλλει κατάλληλους λογαριασμούς των εισπράξεων και πληρωμών στα πρόσωπα προς τα οποία, και κατά τα χρονικά διαστήματα που, δύναται να απαιτηθεί από αυτόν να το πράξει ανεξάρτητα από το εδάφιο εκείνο.
(7)Αν ο παραλήπτης παραλείπει να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του άρθρου αυτού, υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις είκοσι πέντε λίρες για καθεμιά ημέρα που συνεχίζεται η παράλειψη. 341.-
(1)Η έκθεση ως προς την περιουσιακή κατάσταση εταιρείας που απαιτείται από το άρθρο 340 να υποβληθεί στον παραλήπτη (ή το διάδοχο του) πρέπει να εκθέτει κατά την ημερομηνία του διορισμού του παραλήπτη τις λεπτομέρειες του ενεργητικού της εταιρείας, οφειλές και υποχρεώσεις, τα ονόματα, διευθύνσεις και επαγγέλματα των πιστωτών της, τις εγγυήσεις που κατέχονται από αυτούς αντίστοιχα, τις ημερομηνίες κατά τις οποίες δόθηκαν αντίστοιχα οι εγγυήσεις και τέτοια περαιτέρω ή άλλη πληροφορία που δυνατό να καθοριστεί.
(2)Η προαναφερόμενη έκθεση πρέπει να υποβληθεί, και επαληθευθεί με ένορκη δήλωση από, ένα ή περισσότερα από τα πρόσωπα που είναι διευθυντές κατά την ημερομηνία διορισμού του παραλήπτη και από το πρόσωπο που είναι κατά εκείνη την ημερομηνία ο γραμματέας της εταιρείας, ή από τέτοια από τα πρόσωπα που αναφέρονται πιο κάτω στο εδάφιο αυτό όπως ο παραλήπτης (ή ο διάδοχος του), τηρουμένων των οδηγιών του Δικαστηρίου, που δυνατό να τους ζητηθεί να υποβάλουν και επαληθεύσουν την έκθεση, δηλαδή πρόσωπα- (α) που είναι ή ήταν αξιωματούχοι της εταιρείας· (β) που έλαβαν μέρος στη σύσταση της εταιρείας οποτεδήποτε μέσα σε ένα έτος πριν από την ημερομηνία διορισμού παραλήπτη· (γ) που είναι στην υπηρεσία της εταιρείας, ή ήταν στην υπηρεσία της εταιρείας μέσα στο προαναφερόμενο έτος, και είναι κατά τη γνώμη του παραλήπτη ικανά να δώσουν τις πληροφορίες που ζητείται· (δ) που είναι ή ήταν μέσα στο προαναφερόμενο έτος αξιωματούχος ή στην υπηρεσία εταιρείας που είναι, ή ήταν μέσα στο προαναφερόμενο έτος, αξιωματούχος της εταιρείας που αφορά η έκθεση.
(3)Οποιοδήποτε πρόσωπο που ετοιμάζει την έκθεση και ένορκη δήλωση δικαιούται και πληρώνεται από τον παραλήπτη (ή το διάδοχο του) από τις εισπράξεις, τέτοια έξοδα και δαπάνες που προέκυψαν από την ετοιμασία και σύνταξη της έκθεσης και ένορκης δήλωσης όπως ο παραλήπτης (ή διάδοχος του) θεωρεί εύλογο, με την επιφύλαξη έφεσης στο Δικαστήριο.
(4)Όταν ο παραλήπτης διορίζεται με βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο, το άρθρο αυτό τυγχάνει εφαρμογής με την αντικατάσταση για αναφορές στο Δικαστήριο με αναφορές στον έφορο εταιρειών και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, αναφορές στο Δικαστήριο λογίζονται ότι αναφέρονται στο Δικαστήριο από το οποίο διορίστηκε ο παραλήπτης.
(5)Αν οποιοδήποτε πρόσωπο χωρίς εύλογη αιτία παραλείπει να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του άρθρου αυτού, υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πενήντα λίρες για κάθε ημέρα που συνεχίζεται η παράλειψη. ... 342.-
(1)Εκτός όταν εφαρμόζεται το εδάφιο
(2)του άρθρου 340, κάθε παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας εταιρείας που διορίστηκε με βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο πρέπει, μέσα σε ένα μήνα, ή τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που ο έφορος εταιρειών δύναται να επιτρέψει, μετά την πάροδο των έξι μηνών από την ημερομηνία του διορισμού του και κάθε επόμενη περίοδο έξι μηνών, και μέσα σε ένα μήνα αφού παύσει να ενεργεί ως παραλήπτης ή διαχειριστής, παραδίνει στον έφορο εταιρειών για εγγραφή, περίληψη στον καθορισμένο τύπο που δείχνει τις εισπράξεις και τις πληρωμές του κατά τη διάρκεια εκείνης της εξάμηνης περιόδου, ή, όταν παύσει να ενεργεί όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, κατά τη διάρκεια της περιόδου από το τέλος της περιόδου στην οποία αναφέρεται η τελευταία προηγούμενη περίληψη μέχρι την ημερομηνία της παύσης του με τον τρόπο αυτό, και το συνολικό ποσό των εισπράξεων και πληρωμών του κατά τη διάρκεια όλων των προηγούμενων περιόδων από το διορισμό του.
(2)Κάθε παραλήπτης ή διαχειριστής που παραλείπει να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του άρθρου αυτού υπόκειται σε πληρωμή προστίμου που δεν υπερβαίνει τις είκοσι πέντε λίρες για κάθε ημέρα που συνεχίζεται η παράλειψη. 343.-
(1)Αν οποιοσδήποτε παραλήπτης ή διαχειριστής περιουσίας εταιρείας- (α) παραλείψει να καταχωρήσει, παραδώσει, ή ετοιμάσει οποιαδήποτε έκθεση, λογαριασμό ή άλλο έγγραφο, ή να δώσει οποιαδήποτε ειδοποίηση που ο παραλήπτης ή ο διαχειριστής υποχρεώνεται από το νόμο να καταχωρήσει, παραδώσει, ετοιμάσει ή επιδώσει, παραλείπει να αποκαταστήσει την παράλειψη μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες μετά την επίδοση ειδοποίησης σε αυτόν με την οποία του ζητείται να πράξει με τον τρόπο αυτό· ή (β) διοριστεί με βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο, αφού του ζητηθεί σε οποιοδήποτε χρόνο από τον εκκαθαριστή της εταιρείας να πράξει με τον τρόπο αυτό, παραλείπει να υποβάλει κατάλληλους λογαριασμούς των εισπράξεων και πληρωμών του και τους δικαιολογήσει με αποδείξεις και πληρώσει στον εκκαθαριστή το ποσό που είναι πληρωτέο κατάλληλα σε αυτόν, το Δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση που γίνεται για το σκοπό αυτό, να εκδώσει διάταγμα που να διατάσσει τον παραλήπτη ή διαχειριστή, ανάλογα με την περίπτωση, να επανορθώσει την παράλειψη μέσα στο χρόνο που ορίζεται στο διάταγμα.
(2)Στην περίπτωση τέτοιας παράλειψης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1), αίτηση για τους σκοπούς του άρθρου αυτού δύναται να γίνει από οποιοδήποτε μέλος ή πιστωτή της εταιρείας ή από τον έφορο εταιρειών, και στην περίπτωση τέτοιας παράλειψης όπως αναφέρεται στην παράγραφο (β) εκείνου του εδαφίου, η αίτηση πρέπει να γίνει από τον εκκαθαριστή, και σε κάθε περίπτωση το διάταγμα δύναται να διατάσσει ότι όλα τα έξοδα και τα συναφή της αίτησης θα καταβληθούν από τον παραλήπτη ή διαχειριστή, ανάλογα με την περίπτωση.
(3)Καμιά διάταξη στο άρθρο αυτό δεν θεωρείται ότι επηρεάζει την εφαρμογή οποιουδήποτε νόμου που επιβάλλει ποινές στους παραλήπτες σχετικά με οποιαδήποτε παράλειψη όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(1).
  1. Με το παρόν δηλώνεται ότι, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά- (α) οποιαδήποτε αναφορά στο Νόμο αυτό σε παραλήπτη ή διαχειριστή της περιουσίας εταιρείας, ή σε παραλήπτη αυτής, περιλαμβάνει αναφορά σε παραλήπτη ή διαχειριστή, ή (ανάλογα με την περίπτωση) σε παραλήπτη, μέρους μόνο εκείνης της περιουσίας και σε παραλήπτη μόνο του εισοδήματος που προκύπτει από την περιουσία εκείνη ή από μόνο μέρους της· και (β) οποιαδήποτε αναφορά στο Νόμο αυτό στο διορισμό παραλήπτη ή διαχειριστή με βάση εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο περιλαμβάνει αναφορά σε διορισμό που γίνεται με βάση εξουσίες που, δυνάμει οποιασδήποτε νομοθεσίας, εξυπακούονται στο και έχουν ισχύ ωσάν να περιέχονταν σε έγγραφο.».
  2. Όλα τα προαναφερόμενα Άρθρα 340 - 344 του Μέρους VI του Κεφ. 113, περιλαμβάνονται στην Αίτηση του Αιτητή. Δεν αναφέρθηκα στα Άρθρα 334, 335 και 336 του Κεφ. 113, τα οποία επίσης περιλαμβάνονται στην νομική βάση της Αίτησης του Αιτητή, τα οποία όμως, σύμφωνα με τα γεγονότα που έχουν παρουσιαστεί προς υποστήριξη της Αίτησης αυτής, δεν σχετίζονται με την υπόθεση αυτή και τα αιτούμενα από τον Αιτητή διατάγματα.
  3. Προς εξέταση της υπό συζήτηση θέσης των Καθ' ων η Αίτηση, ξεκινώ με την βασική διαπίστωση ότι, ο Αιτητής, έχει διοριστεί Παραλήπτης / Διαχειριστής, ολόκληρης της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, που είναι κάτοχος (δυνάμει των προνοιών του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Νόμος 17(I)/2013 και των εκδοθέντων δυνάμει αυτού Κ. Δ. Π. 94/2013, 104/2013, 133/2013, 156/2013 και 530/2014) χρεωστικών ομολόγων της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, εγγυημένων με κυμαινόμενη επιβάρυνση (βλ. το Τεκμήριο 4 στην ένορκο δήλωση του Αιτητή που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της Αιτήσεως, και ειδικότερα τον όρο 7 της 2ης σελίδας αυτού) (βλ. επίσης και στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Acts, Τόμος 1, 14η έκδοση, στις σελίδες από 261 έως 263). Ως εκ τούτης της διαπίστωσης, καταλήγω, ότι, το Άρθρο 342 του Κεφ. 113 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον εφαρμόζεται το Άρθρο 340
(2)του Κεφ. 113, κυρίως επειδή η περίπτωση εδώ αφορά διορισμό παραλήπτη / διαχειριστή ολόκληρης της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας (βλ. Άρθρο 340
(6)του Κεφ. 113 και στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Acts, Τόμος 1, 14η έκδοση, τα σχόλια στις σελίδες 826 και 824, που αφορούν τα αντίστοιχα σε πρόνοιες με τα προαναφερόμενα Άρθρα 342 και 340
(2)του Κεφ. 113, Άρθρα 374 και 372
(2)του αγγλικού Companies Act 1948). 25. Εφαρμογής, συνεπώς, στα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης, τυγχάνουν οι πρόνοιες του Άρθρου 340
(1)
(2)του Κεφ. 113, επενεργούσας της ρύθμισης του Άρθρου 340
(3)του Κεφ. 113 προς διαμόρφωση του (ειδικότερα σε ότι αφορά το εδάφιο
(2)) ως εξής: ««340.-
(1)Όταν παραλήπτης ή διαχειριστής ολόκληρης ή ουσιαστικά ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας (που στο εξής στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 341 αναφέρεται ως "ο παραλήπτης") διορίζεται εκ μέρους των κατόχων οποιωνδήποτε χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας εγγυημένων με κυμαινόμενη επιβάρυνση, τότε τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού και του άρθρου 341- (α) ο παραλήπτης πρέπει αμέσως να αποστείλει ειδοποίηση στην εταιρεία για το διορισμό του και (β) μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες μετά τη λήψη της ειδοποίησης, ή τέτοιας μεγαλύτερης περιόδου που δύναται να επιτραπεί από το Δικαστήριο ή τον παραλήπτη, πρέπει να ετοιμαστεί και υποβληθεί στον παραλήπτη σύμφωνα με το άρθρο 340 έκθεση με τον καθορισμένο τύπο της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας και (γ) ο παραλήπτης πρέπει μέσα σε δύο μήνες μετά τη λήψη της αναφερόμενης έκθεσης να παραδώσει για εγγραφή- (
  1. i)στον έφορο εταιρειών και στο Δικαστήριο, αντίγραφο της έκθεσης και οποιαδήποτε σχόλια που θεωρεί σκόπιμο να κάνει πάνω σε αυτή και στην περίπτωση του εφόρου εταιρειών επίσης περίληψη της έκθεσης και των σχολίων του (αν υπάρχουν) πάνω σε αυτή και (
  2. ii)στην εταιρεία, αντίγραφο οποιωνδήποτε τέτοιων σχολίων του όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ή, αν δεν θεωρεί σκόπιμο να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο, ειδοποίηση για το σκοπό αυτό και (iii) σε οποιουσδήποτε επιτρόπους εμπιστεύματος για τους κατόχους χρεωστικών ομολόγων για λογαριασμό των οποίων διορίστηκε και, στην έκταση που είναι ενήμερος των διευθύνσεων τους, σε όλους αυτούς τους κατόχους χρεωστικών ομολόγων, αντίγραφο της περίληψης που αναφέρθηκε.
(2)O παραλήπτης πρέπει μέσα σε δύο μήνες, ή τέτοιας μεγαλύτερης περιόδου που το Δικαστήριο o έφορος εταιρειών δύναται να επιτρέψει μετά την πάροδο της περιόδου των δώδεκα μηνών από την ημερομηνία του διορισμού του και καθεμιάς μεταγενέστερης περιόδου δώδεκα μηνών, και μέσα σε δύο μήνες ή τέτοιας μεγαλύτερης περιόδου που το Δικαστήριο ο έφορος εταιρειών δύναται να επιτρέψει μετά που αυτός έπαυσε να ενεργεί ως παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας της εταιρείας, να παραδώσει για εγγραφή στον έφορο εταιρειών, σε οποιουσδήποτε εμπιστευματοδόχους για κατόχους χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας για λογαριασμό των οποίων διορίστηκε, στην εταιρεία και (στην έκταση που είναι ενήμερος των διευθύνσεων τους) σε όλους αυτούς τους κατόχους ομολόγων περίληψη με τον καθορισμένο τύπο που δείχνει τις εισπράξεις και πληρωμές του κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου των δώδεκα μηνών, ή όταν έπαυσε να ενεργεί όπως προαναφέρθηκε, κατά τη διάρκεια της περιόδου από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται η τελευταία προηγούμενη περίληψη μέχρι την ημερομηνία της παύσης του με τον τρόπο αυτό, και τα συνολικά ποσά των εισπράξεων και πληρωμών του κατά τη διάρκεια όλων των προηγούμενων περιόδων από το διορισμό του.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι του Δικαστηρίου, όπως και οι διαγραφές, ή οι έγγραφες κάτω από την γραμμή γραφής, στα μέρη του άρθρου όπου γίνονται οι παραλείψεις ή αντικαταστάσεις αναφορών βάσει του προαναφερόμενου εδαφίου
(3)αυτού) 26. Περαιτέρω, στην βάση του ιδίου σκεπτικού, ως έχει προαναφερθεί, καταλήγω ότι, στην υπό εξέταση περίπτωση, εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Άρθρου 341 του Κεφ. 113, επενεργούσας της ρύθμισης του Άρθρου 341
(4)του Κεφ. 113 προς διαμόρφωση του ως εξής: «341.-
(1)Η έκθεση ως προς την περιουσιακή κατάσταση εταιρείας που απαιτείται από το άρθρο 340 να υποβληθεί στον παραλήπτη (ή το διάδοχο του) πρέπει να εκθέτει κατά την ημερομηνία του διορισμού του παραλήπτη τις λεπτομέρειες του ενεργητικού της εταιρείας, οφειλές και υποχρεώσεις, τα ονόματα, διευθύνσεις και επαγγέλματα των πιστωτών της, τις εγγυήσεις που κατέχονται από αυτούς αντίστοιχα, τις ημερομηνίες κατά τις οποίες δόθηκαν αντίστοιχα οι εγγυήσεις και τέτοια περαιτέρω ή άλλη πληροφορία που δυνατό να καθοριστεί.
(2)Η προαναφερόμενη έκθεση πρέπει να υποβληθεί, και επαληθευθεί με ένορκη δήλωση από, ένα ή περισσότερα από τα πρόσωπα που είναι διευθυντές κατά την ημερομηνία διορισμού του παραλήπτη και από το πρόσωπο που είναι κατά εκείνη την ημερομηνία ο γραμματέας της εταιρείας, ή από τέτοια από τα πρόσωπα που αναφέρονται πιο κάτω στο εδάφιο αυτό όπως ο παραλήπτης (ή ο διάδοχος του), τηρουμένων των οδηγιών του εφόρου εταιρειών Δικαστηρίου, που δυνατό να τους ζητηθεί να υποβάλουν και επαληθεύσουν την έκθεση, δηλαδή πρόσωπα- (α) που είναι ή ήταν αξιωματούχοι της εταιρείας· (β) που έλαβαν μέρος στη σύσταση της εταιρείας οποτεδήποτε μέσα σε ένα έτος πριν από την ημερομηνία διορισμού παραλήπτη· (γ) που είναι στην υπηρεσία της εταιρείας, ή ήταν στην υπηρεσία της εταιρείας μέσα στο προαναφερόμενο έτος, και είναι κατά τη γνώμη του παραλήπτη ικανά να δώσουν τις πληροφορίες που ζητείται· (δ) που είναι ή ήταν μέσα στο προαναφερόμενο έτος αξιωματούχος ή στην υπηρεσία εταιρείας που είναι, ή ήταν μέσα στο προαναφερόμενο έτος, αξιωματούχος της εταιρείας που αφορά η έκθεση.
(3)Οποιοδήποτε πρόσωπο που ετοιμάζει την έκθεση και ένορκη δήλωση δικαιούται και πληρώνεται από τον παραλήπτη (ή το διάδοχο του) από τις εισπράξεις, τέτοια έξοδα και δαπάνες που προέκυψαν από την ετοιμασία και σύνταξη της έκθεσης και ένορκης δήλωσης όπως ο παραλήπτης (ή διάδοχος του) θεωρεί εύλογο, με την επιφύλαξη έφεσης στον έφορο εταιρειών Δικαστήριο. .
(5)Αν οποιοδήποτε πρόσωπο χωρίς εύλογη αιτία παραλείπει να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του άρθρου αυτού, υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πενήντα λίρες για κάθε ημέρα που συνεχίζεται η παράλειψη. ...». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι του Δικαστηρίου, όπως και οι διαγραφές, ή οι έγγραφες κάτω από την γραμμή γραφής, στα μέρη του άρθρου όπου γίνονται οι αντικαταστάσεις αναφορών βάσει του προαναφερόμενου εδαφίου
(3)αυτού)
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Αιτητής, προς υποστήριξη της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων από το Δικαστήριο, παρουσίασε, μεταξύ άλλων, και τα εξής γεγονότα: «
  2. Εξ' όσων με πληροφόρησαν οι εκπρόσωποι της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής «η Τράπεζα») κ.κ. Αvvίτα Γρηγορίου και Ζαχαρίας Παπαζαχαρίας και εξ' όσων προσωπικά γνωρίζω, η εταιρεία δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις όπως αυτές καταγράφονται ανωτέρω. .
  3. Την 13.05.14, διορίσθηκα από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρο 339
(1)(α), ως Παραλήπτης - Διαχειριστής των περιουσιακών στοιχείων/ενεργητικού της εταιρείας NOSAGE INVESTMENTS LΤD, δυνάμει ομόλογου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 12.06.12 για το ποσό των €221.925,00 πλέον τόκοι και έξοδα προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Bank of Cyprus Public Company Ltd) ., σύμφωνα με το οποίο, μεταξύ άλλων, έχω τις ακόλουθες εξουσίες: . Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 αντίγραφο της γνωστοποίησης του διορισμού μου ως Παραλήπτη Διαχειριστή της Εταιρείας στον Έφορο Εταιρειών ημερομηνίας 13.05.14 .
  1. Εξ' όσων με πληροφόρησαν οι εκπρόσωποι της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ . κ.κ. Αννίτα Γρηγορίου και Ζαχαρίας Παπαζαχαρίας και εξ' όσων προσωπικά γνωρίζω από την μελέτη του σχετικού φακέλου, από έρευνα που έγινε ηλεκτρονικά από την Τράπεζα για την Εταιρεία στον Έφορο Εταιρειών στις 06.03.14, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10, κατά την ημερομηνία διορισμού μου ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της εταιρείας, διευθυντές και γραμματείς της Εταιρείας ήταν οι Αυξεντίου Χρίστος και Αυξεντίου Μαίρη.
  2. Εξ' όσων με πληροφόρησαν οι εκπρόσωποι της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ . κ.κ. Αννίτα Γρηγορίου και Ζαχαρίας Παπαζαχαρίας και εξ' όσων προσωπικά γνωρίζω από την μελέτη του σχετικού φακέλου, λόγω της μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων/δεσμέυσεων από πλέυρας της Εταιρείας, η Τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 02.05.2014 την κάλεσε γραπτώς όπως διευθετήσει άμεσα όλοκληρα τα χρεωστικά της υπόλοιπα προς την Τράπεζα. Επισυνάπτω την εν λόγω επιστολή ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  3. Εξ' όσων με πληροφόρησαν οι εκπρόσωποι της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ . κ.κ. Αννίτα Γρηγορίου και Ζαχαρίας Παπαζαχαρίας και εξ' όσων προσωπικά γνωρίζω από την μελέτη του σχετικού φακέλου, λόγω της μη ανταπόκρισης της εταιρείας στην πιο πάνω επιστολή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11), η Τράπεζα με νέα επιστολή της ημερομηνίας 13.05.2014 της κοινοποίησε τον διορισμό μου σαν παραλήπτη και διαχειριστή του ενεργητικού της. Επισυνάπτω την εν λόγω επιστολή ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  4. Ακολούθως, με επιστολές μου ημερομηνίας 13.05.2014, τόσο προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας, όσο και προς τους Κ.Κ. Χρίστο Αυξεντίου και Μαίρη Αυξεντίου, γνωστοποίησα εκ νέου τον διορισμό μου και τους κάλεσα όπως εντός 14 ημερών από την λήψη της παρούσας, μου υποβάλουν κατάσταση περιουσίας (Statement as to the Affairs) της εταρείας συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο του Εφόρου Εταιρειών. Επισυνάπτω τις σχετικές επιστολές ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  5. Με περαιτέρω επιστολή μου ημερομηνίας 05.06.2014 προς την εταιρεία υπογράμμισα στους κ.κ. Χρίστο Αυξεντίου και Μαίρη Αυξεντίου την μη συμμόρφωση τους με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, άρθρο 340(Ι)(β) και άρθρο 341
(2)και τους κάλεσα εκ νέου όπως ετοιμάσουν και μου υποβάλουν το εν λόγω έντυπο, διαφορετικά θα λάβω δικαστικά μέτρα για συμμόρφωση τους με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Επισυνάπτω τις εν λόγω επιστολές ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14, στις οποίες επισυνάπτονται και οι δηλώσεις του επιδότη Αντρέα Θ. Δημητριάδη, ότι επέδωσε τις εν λόγω επιστολές και στους δύο προσωπικά. Οι εν λόγω επιστολές παραλήφθηκαν την 10.06.
  1. Εξ' όσων με πληροφόρησαν οι εκπρόσωποι της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ . κ.κ. Αννίτα Γρηγορίου και Ζαχαρίας Παπαζαχαρίας και εξ' όσων προσωπικά γνωρίζω από την μελέτη του σχετικού φακέλου, η εταιρεία με επιστολή των δικηγόρων της κ.κ. Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ, ημερομηνίας 14.05.2014, αρνήθηκαν την οποιαδήποτε οφειλή της εταιρείας προς την Τράπεζα, αμφισβήτησαν το διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 5
(12)(α) 7
(1)και 9 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, το οποίο αναφέρεται ως το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus PopuIar Bank PubIic Co Ltd Διάταγμα του 2013 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως ΚΔΠ 104/2013 έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) και τέλος αμφισβήτησαν και τον διορισμό μου ως παραλήπτη/διαχειριστή. Επισυνάπτω την σχετική επιστολή ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  1. Ανακοίνωση του διορισμού μου ως παραλήπτη διαχειριστή δημοσιεύτηκε και στον ημερήσιο τύπο την 2015/14 (αντίγραφο της επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16).
  2. Εξ' οσων προσωπικά γνωρίζω, και όπως προκύπτει και από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9, οι ιθύνοντες για την διαχείριση και λειτουργία της υπό διαχείριση Εταιρείας είναι οι κ.κ. Αυξεντίου Χρίστος και Αυξεντίου Μαίρη και είναι επομένως ικανοί να παρέχουν τις αναγκαίες πληροφορίες, οι οποίοι μέχρι και σήμερα αρνούνται να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του Νόμου.
  3. Παρά τις επανειλημμένες μου εκκλήσεις όπως πιο πάνω αναφέρω τόσο προς την εταιρεία όσο και προς τους διευθυντές αυτής, δεν μου έχει υποβληθεί μέχρι σήμερα η προβλεπόμενη από τα άρθρα 340 και 341 του περί Εταιρειών Νόμου Έκθεση αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας κατά την ημερομηνία του διορισμού μου.
  4. Ως εκ των πιο πάνω είναι αδύνατον να προχωρήσει η διαδικασία της Παραλαβής και Διαχείρισης της Εταιρείας η οποία έχει ήδη καθυστερήσει εξαιτίας τόσο της ολιγωρίας της εταιρείας και των διευθυντών αυτής, όσο και της απροθυμίας τους να συνεργαστούν. Για τον λόγο αυτό ζητώ από το Σεβαστό Δικαστήριο την έκδοση των κατ' αίτηση διαταγμάτων, ούτως ώστε η εταιρεία και οι διευθυντές αυτής να συμμορφωθούν με την σχετική νομοθεσία.
  5. Εάν τα κατ' αίτηση διατάγματα δεν εκδοθούν τότε δε θα μπορέσω να προχωρήσω με την εκτέλεση των καθηκόντων μου σύμφωνα με τον σχετικό νόμο που αναφέρεται πιο πάνω, και τα δικαιώματα των πιστωτών πολύ πιθανόν να επηρεαστούν ανεπανόρθωτα.».
  6. Οι Καθ' ων η Αίτηση, προς υποστήριξη της ένστασης τους στην υπό κρίση Αίτηση, δια της ένορκης δήλωσης του διοικητικού συμβούλου της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, κ. Χρίστου Αυξεντίου, μεταξύ άλλων, αναφέρουν και τα εξής: «
  7. Από την παράγραφο 16 της ΕΔΜΑ, παραδέχοµαι µόνο ότι στις 13.05.2014, η τράπεζα διόρισε τον Αιτητή ως Διαχειριστή / Παραλήπτη της Εταιρείας. .
  8. Από τις παραγράφους 17 και 18 της ΕΔΜΑ παραδέχομαι µόνο την ύπαρξη και επίδοση των Τεκμηρίων 13 και 14 που συνοδεύουν την ΕΔΜΑ, χωρίς όμως να παραδέχομαι την νομιμότητα του περιεχομένου τους.
  9. Παραδέχομαι το περιεχόμενο της παραγράφου 19 της ΕΔΜΑ.».
  10. Από τους εν λόγω ισχυρισμούς του διοικητικού συμβούλου της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, κ. Χρίστου Αυξεντίου, προκύπτει παραδοχή των Καθ' ων η Αίτηση, Χρίστο Αυξεντίου και Μαίρη Αυξεντίου, - οι οποίοι αμφότεροι κατέχουν θέση διοικητικού συμβούλου της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, η δε κα Μαρία Αυξεντίου κατέχει και θέση γραμματέως ([4])-, ότι, παρά την συμμόρφωση του Παραλήπτη / Διαχειριστή με τις πρόνοιες του Άρθρου 340
(1)(α) του Κεφ. 113 - αποστολής ειδοποίησης για τα του διορισμού του στην θέση του παραλήπτη / διαχειριστή της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, στο διοικητικό συμβούλιο της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, την 13/05/2014 -, δεν υπήρξε από πλευράς τους συμμόρφωσης με τις πρόνοιες των Άρθρων 340
(1)(β) και 341 του Κεφ. 113 - ήτοι, μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες μετά τη λήψη της ειδοποίησης την 13/05/2014, για ετοιμασία και υποβολή στον Παραλήπτη / Διαχειριστή, έκθεσης με τον καθορισμένο τύπο, της περιουσιακής κατάστασης της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας - με αποτέλεσμα ο Παραλήπτης / Διαχειριστής να μην μπορεί να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Άρθρου 340
(2)του Κεφ. 113 και οι ίδιοι να είναι έκθετοι σε κυρώσεις βάσει του Άρθρου 341
(5)του Κεφ. 113. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι, όντως διαπιστώνεται πρόβλημα απρόσκοπτης εκτέλεσης των καθηκόντων του Παραλήπτη / Διαχειριστή, το οποίο μπορεί να επιλυθεί από το Δικαστήριο στην βάση της εξουσίας που του παρέχεται από το Άρθρο 337
(1)του Κεφ.
  1. Εδώ, από τα προαναφερόμενα παραδεκτά γεγονότα, δεν τίθεται μόνο ζήτημα τήρησης από πλευράς του Παραλήπτη / Διαχειριστή, ένεκα του διορισμού του, των προαναφερόμενων προνοιών του Κεφ. 113, αλλά και ζήτημα πρόσδοσης αποτελεσματικότητας σε μία αναγνωρισμένη από το νόμο εξασφάλιση, που θα «γελοιοποιείτο» εάν ο παραλήπτης μίας εταιρείας - μάλιστα στην προκείμενη περίπτωση, επί ολόκληρης της περιουσίας της -, με υποβοηθητικές εξουσίες διαχείρισης - για τους κατόχους του ομολόγου, και όχι απλά ως ένα πρόσωπο που διορίζεται για να διαχειριστεί τις υποθέσεις της εταιρείας για την εταιρεία - καθίστατο ανήμπορος ή εμποδιζόταν να εκτελέσει κατά τον πιο πρόσφορο τρόπο τα καθήκοντα του, επειδή οι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας, ένεκα αμφισβητήσεων που προβάλλουν, είτε σε ότι αφορά τα χρεωστικά ομόλογα που εξασφαλίζονται από το ομόλογο, είτε σε ότι αφορά την εγκυρότητα της εξασφάλισης - οι οποίες μπορούν να επιλυθούν μόνον Δικαστικά -, αρνούνται να του δώσουν έκθεση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, - αφενός για να έχει ο Παραλήπτης / Διαχειριστής και μία δέσμευση των αξιωματούχων της σε ότι αφορά επί ποιάς περιουσίας η εξασφάλισης των κατόχων του ομολόγου αποκρυσταλλώθηκε κατά την ημερομηνία του διορισμού του και ποιες υποχρεώσεις υπάρχουν και εάν είναι εξασφαλισμένες, και αφετέρου, για να είναι πολύ σύντομα από τον διορισμό του σε θέση να εκτιμήσει την δράση του και δη εάν θα συνεχίσει τις εργασίες της εταιρείας στην περίπτωση που τούτο κρίνει ότι είναι προς όφελος του σκοπού που έχει κληθεί να επιτελέσει -. Δεν πρέπει άλλωστε να λησμονείται και το γεγονός ότι, ο διορισμός ενός παραλήπτη / διαχειριστή από ένα εξασφαλισμένο πιστωτή, πολύ συχνά, είναι «μία εχθρική πράξη» που το ίδιο το διοικητικό συμβούλιο μίας εταιρείας προτείνει προς τον σκοπό εξασφάλισης πίστωσης.
  2. Σημασία, εν προκειμένω, έχει, κατά πόσο υπήρχε εγγεγραμμένη ως εξασφάλιση στο μητρώο επιβαρύνσεων της Καθ' ης η Αίτηση που τηρείται στον Έφορο Εταιρειών, το ομόλογο της κυμαινόμενης επιβάρυνσης, σύμφωνα με το Μέρος ΙΙΙ του Κεφ. 113, κατά τον χρόνο του διορισμού του Παραλήπτη / Διαχειριστή από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - κάτι που προκύπτει ότι είναι παραδεκτό - και εάν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο Κεφ. 113, αλλά και στο ομόλογο επιβάρυνσης, για τον κανονικό διορισμό του Παραλήπτη / Διαχειριστή εκπληρώθηκαν - κάτι που και πάλι προκύπτει να είναι παραδεκτό από την μαρτυρία -.
  3. Η ουσία του Αιτήματος: Προβάλλεται επιπρόσθετα ο ισχυρισμός από πλευράς Καθ' ων η Αίτηση, ότι, όλα τα στοιχεία που η έκθεση περιουσιακής κατάστασης της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας πρέπει να περιλαμβάνει, σύμφωνα με το Άρθρο 341
(1)του Κεφ. 113, βρίσκονται ήδη στην κατοχή του κατόχου του ομολόγου, για τους οποίους ο Παραλήπτης / Διαχειριστής «ενεργεί» και ως εκ τούτου, στην κατοχή και του ιδίου. Συνεπώς, υποστηρίζεται, το αίτημα είναι άνευ ουσίας. Έχει ήδη προηγηθεί ανάλυσης των προνοιών του Κεφ. 113 και επεξήγησης γιατί είναι επάναγκες να ετοιμαστεί η έκθεσης περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας από τα πρόσωπα που ορίζονται στο Άρθρο 341
(2)του Κεφ. 113. Είναι υποχρέωση που τους εναποτίθεται από τον νόμο, παράληψης μάλιστα συμμόρφωσης τους με την οποία, ενέχει και σημαντικές κυρώσεις βάσει του Άρθρου 341
(5)του Κεφ. 113, ο Παραλήπτης / Διαχειριστής εμμένει σε κάθε περίπτωση στην υλοποίηση της και συνεπώς, δεν μπορεί να προβάλλεται σοβαρά ένας τέτοιος ισχυρισμός για να δικαιολογήσει την οποιαδήποτε σχετική παράλειψη ή άρνηση τους.
  1. Η Αγωγή υπ' αρ. 1215/14 του Ε. Δ. Λάρνακας: Η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση, ήγειρε ζήτημα ότι δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να υποβληθεί οποιαδήποτε έκθεση περιουσιακής κατάστασης της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας στον Παραλήπτη / Διαχειριστή, μέχρι την εκδίκαση και το αποτέλεσμα της Αγωγής υπ' αρ. 1215/14 του Ε. Δ. Λάρνακας που η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία έχει εγείρει εναντίον της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, δια της οποίας αμφισβητείται η εγκυρότητα και ισχύς των Συμφωνιών ημερομηνίας 24/06/2009 και 18/04/2012, Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Το γεγονός της ύπαρξης αμφισβήτησης κατά πόσο μία επιβάρυνση είναι εκτελεστή, ως έχει αποφασιστεί από το High Court Αγγλίας στην υπόθεση BCPMS (Europe) Limited v GMAC Commercial Finance Plc [2006] EWHC 3744 (Ch), δεν αποτρέπει τον διορισμό παραλήπτη / διαχειριστή. Έχω μελετήσει το σκεπτικό του Δικαστή Lewison στην εν λόγω υπόθεση - κύρια σημεία του οποίου παραθέτω αυτούσια κατωτέρω -, έχω πεισθεί ως προς την ορθότητα του και για αυτό τον λόγο το υιοθετώ - προσθέτω σε αυτό αμέσως μετά -: «48 . He says that the right to appoint administrators only arises where the debt that is sought to be enforced is undisputed and due. If a debt is disputed in good faith and on substantial grounds, then by analogy with the presentation of a bankruptcy or winding up petition any attempt to appoint administrators is an abuse of process. 49 I accept that the breaches of contract on which the appointment of the administrators is based, are disputed in good faith and on substantial grounds. There are disputes both on the facts which are alleged to give rise to the breach and also on whether the phrase "any breach" in Clause 20.2 is to be given literal effect or is to be qualified by limiting the phrase to any repudiatory breach. 50 The question is: does the existence of a dispute in good faith and on substantial grounds remove the right of the holder of a qualifying charge to appoint an administrator? 51 The position before the introduction of Schedule B1 to the Insolvency Act 1986 was not in serious doubt. It was explained by the Court of Appeal in Rushingdale Limited SA v Byblos Bank SAL [1986] 2BCC 99,
  2. That was a case in which a bank purported to appoint receivers over a company. The points in issue were, firstly, whether the bank had security at all and, secondly, whether the circumstances had arisen in which the security, if it existed, had become enforceable. 52 The questions were considered by Lord Justices Dillon and Slade. At page 516 Dillon LJ said: "It is sufficient to say that in my judgment the bank has an arguable case that it has valid equitable securities conferring on it and its receivers powers according to the terms set out in the two documents. The bank also an arguable case that the signature of Mr Alcodurai(?) alone is sufficient to make the two documents binding on the company. He was the president and, in effect, the managing director of the company and he alone had with undisputed authority countersigned for the company, the facility letter of the bank. In my judgment, the bank also has an arguable case that its security had become enforceable and the power to appoint a receiver had become exercisable by 3 June
  3. [Quotation unchecked] 53 It is plain from that quotation that the test applied by the Lord Justice was whether the bank had an arguable case, both in relation to the very existence of the security and also in relation to the question whether the security had become enforceable. 54 At page 518 Slade LJ said this: "On the evidence and for the reasons given by my Lord, I am also satisfied that Biblos has fairly arguable grounds for asserting that on 3 June 1985 the security had become enforceable and its powers to appoint a receiver had arisen." [Quotation unchecked] 55 The court then went on to consider the question of the balance of convenience and decided on the facts of that case to allow receivers to remain in office subject to an undertaking not to dispose of the company's assets save in the ordinary course of its business. 56 It is clear that prior to the introduction of Schedule B1 to the Insolvency Act the existence of a substantial dispute, both as to the existence of security or as to whether that security had become enforceable, did not prevent a creditor from appointing receivers. He did so at his own risk. If the appointment turned out to be invalid then the receivers would be trespassers on the company's property. 57 Has Schedule B1 changed this? . 65 Either the floating charge is enforceable or it is not. That will only be determined at trial. It may not be known at this stage whether the floating charge is or is not enforceable but to read the schedule as requiring that to be known would, in my judgment, be adding a gloss to the terms of the schedule which is not there. 66 The appointment of an administrator by a secure creditor is often a hostile act proposed by the company's management. In my judgment it would be a serious impediment to the realisation of assets for the payment of secure creditors if they could be precluded from appointing an administrator merely because the debt was disputed, even if the dispute was in good faith. 67 Schedule B1 is part of a package of measures intended to encourage enterprise. That package includes the facilitation of the raising of credit. Part of the quid pro quo was to make it easier for creditors to appoint administrators, hence the current power to appoint administrators without having to apply to the court. I do not consider that Mr Lyon's analogy with bankruptcy and winding up petitions is a sound one. 68 A debenture and the powers of a debenture holder derive from a contract between the lender and the borrower. The borrower consents to the grant to a lender of powers of enforcement, including the appointment of administrators, formerly administrative receivers. Therefore, I reject Mr Lyon's submission that the appointment of the administrators was necessarily invalid merely because of the existence of a dispute in good faith on substantial grounds.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  4. Σημειώνω εδώ, ότι, η προαναφερόμενη υπόθεση BCPMS (Europe) Limited, αφορούσε διαδικασία έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος συγκράτησης των διαχειριστών (διοικητικών παραληπτών) από την εξάσκηση των καθηκόντων τους, στα πλαίσια αγωγής από πλευράς της εταιρείας σε σχέση με την οποία έγινε ο διορισμός των διαχειριστών BCPMS, εναντίον της κατόχου της επιβάρυνσης GMAC, στην βάση ισχυρισμού ότι η BCPMS είχε προσέλθει σε συμφωνία με την GMAC, ως αποτέλεσμα, και βασιζόμενη, σε δόλιες και ψευδείς δηλώσεις της τελευταίας. Στα πλαίσια εκείνης της αγωγής, ως προκύπτει από το σκεπτικό του Δικαστή Lewison, ήτο εφικτό για το Δικαστήριο, ενεργώντας βάσει των αρχών επί των οποίων εκδίδονται ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα στην Αγγλία («American Cyanamid principles»), να αποφασίσει με βάση την μαρτυρία που είχε ενώπιον του, κατά πόσο - ανεξαρτήτως αμφισβητήσεων από πλευράς αντιδίκου - ο κάτοχος του ομολόγου είχε συζητήσιμη υπόθεση («arguable case»), τόσο αναφορικά με την ίδια την ύπαρξη της εξασφάλισης, όσο και σε ότι αφορούσε το ζήτημα κατά πόσο η εξασφάλισης κατέστη εκτελεστή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, περιορίζεται στην εξέταση συγκεκριμένων ζητημάτων και δεν υπεισέρχεται σε ζητήματα σε σχέση με τα οποία αρμοδιότητα απόφανσης έχει το Ε. Δ. Λάρνακας που επιλαμβάνεται της Αγωγής υπ' αρ. 1215/
  5. Συνεπώς, ζήτημα που αφορά την συγκράτηση του Παραλήπτη / Διαχειριστή από του να εκτελέσει τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί (ως έχει προαναφερθεί) και υπό ποιους όρους, κρίνω ότι είναι αρμοδιότητος του Ε. Δ. Λάρνακας που επιλαμβάνεται της Αγωγής υπ' αρ. 1215/14 να αποφασίσει - σε κάθε περίπτωση, όχι του παρόντος Δικαστηρίου -, το οποίο, μπορεί, εάν οι περιστάσεις το δικαιολογούν, να αποφασίσει, τόσο ζητήματα που άπτονται του κατά πόσο η εγκυρότητα και ισχύς των Συμφωνιών ημερομηνίας 24/06/2009 και 18/04/2012, Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα, αμφισβητούνται καλόπιστα από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, και ειδικότερα εάν η Αγωγή της υπ' αρ. 1215/14 του Ε. Δ. Λάρνακας εναντίον της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ που έχει ως βάση της αυτό τον ισχυρισμό, έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
  6. Η αμφισβήτηση του διορισμού του Παραλήπτη / Διαχειριστή, δημιουργεί κώλυμα στην επίκληση των προνοιών του Άρθρο 337
(1)του Κεφ. 113 από τον ίδιο τον Παραλήπτη / Διαχειριστή: Οι Καθ' ων η Αίτηση ενίστανται στο Αίτημα του Παραλήπτη / Διαχειριστή, καθότι, θέση τους είναι ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εξέτασης τους, από την στιγμή που το δικαιοδοτικό, για το Δικαστήριο, Άρθρο 337
(1)του Κεφ. 113, δεν δύναται να εφαρμοστεί στην προκείμενη περίπτωση, εν όψει του ότι, ο ίδιος ο διορισμός του Παραλήπτη / Διαχειριστή, είναι αντικείμενο αμφισβήτησης από τους Καθ' ων η Αίτηση, και η περίπτωση δεν αφορά απλά ένα ζήτημα δυσκολίας κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του σε σχέση με το οποίο δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για τις οδηγίες του. Ως έχει προαναφερθεί, η διακριτική ευχέρεια που η δικαιοδοσία του Άρθρου 337
(1)του Κεφ. 113 παρέχει στο Δικαστήριο είναι τόσο ευρεία, που μπορεί, κατά την άποψη μου, να δικαιολογήσει την έκδοση οδηγιών από το Δικαστήριο, υπό περιστάσεις όπως αυτές που εγείρονται από την υπό κρίση Αίτηση του Παραλήπτη / Διαχειριστή - που αφορούν την παρεμπόδιση εκτέλεσης των καθηκόντων του και την συνεπακόλουθη μη συμμόρφωση του ιδίου με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας - (βλ. Re Therm-a-Stor Ltd (in administrative receivership) Morris and others v Lewis and Another [1996] 3 All ER 228)• και, ειδικότερα, ανεξαρτήτως της αντιδικίας της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας με την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί αφενός, και αφετέρου, από την άποψη του ότι, δεν έχει, μέχρι στιγμής, επέλθει, η οποιαδήποτε πράξη ακύρωσης της εξουσιοδοτούσας πράξης, ήτοι, του ομολόγου, που μπορεί να δράσει αποτρεπτικά τον Παραλήπτη / Διαχειριστή από του να ενεργεί εκ της θέσεως στην οποία έχει διοριστεί (βλ. Burston Finance v Speirway [1974] 1 W.L.R. 1648, 1657 και στο σύγγραμμα των Lightman & Moss, The Law of Receivers of Companies, 2η έκδοση, τις παραγράφους 4-18, 11-05 και 11-09, στις σελίδες 94, 178, 179, 180, 182 και 183). Ως άλλωστε αναφέρεται και στο σύγγραμμα του L. G. Doyle, Administrative Receivership: Law and Practise, 1η έκδοση, στην σελίδα 145, «Section 35 is a useful facility and is commonly employed by both administrative and non-administrative receivers in seeking clarification on all aspects of receiverships. It is an appropriate and effective method of ascertaining any question which may arise as to the validity of an administrative receiver's appointment. Indeed, where a matter becomes contentious or proceedings are threatened over the validity of an adminstrative receiver's appointment, few options, if any, present themselves as equally effective methods of determining matters with equal authority. To this extent, the old law whereby a receiver should apply to the court unless the circumstances were exceptional should no longer be seen as operative (see Parker v Dunn
(1845)8 Beav 497).».
  1. Έλλειψη πραγματικού υπόβαθρου εφαρμογής των Άρθρων 343 και 366 του Κεφ. 113 και έλλειψης δικαιώματος του Παραλήπτη / Διαχειριστή για παράσταση (locus standi) προς το Δικαστήριο βασιζόμενος με τις πρόνοιες του εν λόγω Άρθρου 366 του Κεφ. 113: Οι Καθ' ων η Αίτηση υποστήριξαν ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει έχοντας ως υπόβαθρο της τα Άρθρα 343 και 366 του Κεφ.
  2. Σε ότι αφορά το Άρθρο 343 του Κεφ. 113 αυτό αφορά σε παραλείψεις του Παραλήπτη / Διαχειριστή, ζήτημα που δεν εγείρεται με την Αίτηση αυτή από την υποστηρικτική αυτής ένορκη δήλωση. Σε ότι δε αφορά το Άρθρο 366 του Κεφ. 113, που παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να διατάξει εταιρεία, που δεν συμμορφώθηκε με διάταξη του Κεφ. 113 που αφορά την παράδοση εις τον Έφορο Εταιρειών οποιασδήποτε καταστάσεως ή άλλου εγγράφου, να επανορθώσει με την εν λόγω παράλειψη της, θέσης των Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι αποτελεί προϋπόθεση σύμφωνα με τις πρόνοιες του ιδίου αυτού άρθρου του νόμου, να έχει επιδοθεί εις την εταιρεία ειδοποίηση δια της οποίας να της ζητείται η επανόρθωσης της παράλειψης εντός προθεσμίας 14 ημερών, κάτι, που, στην προκείμενη περίπτωση δεν έγινε, ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι επιτεύχθηκε δια των επιστολών του Παραλήπτη / Διαχειριστή ημερομηνίας 13/05/2014 και 05/06/2014, Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα, το περιεχόμενο των οποίων αποκλίνει από τα όσα το εν λόγω άρθρο του νόμου προνοεί. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση, ο Παραλήπτης / Διαχειριστής δεν έχει το απαραίτητο δικαίωμα για παράσταση προς το Δικαστήριο, καθότι δεν συγκαταλέγεται στα πρόσωπα που σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 366 του Κεφ. 113 έχουν το δικαίωμα για υποβολή αιτήματος προς το Δικαστήριο, αξιώνοντας την επανόρθωση τυχόν τέτοιας παράλειψης της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας. Τέτοιο αίτημα, εισηγούνται οι Καθ' ων η Αίτηση, υπό τις περιστάσεις, θα μπορούσε να υποβληθεί, μεταξύ άλλων, πλην του Παραλήπτη / Διαχειριστή, από πλευράς του Εφόρου Εταιρειών, λαμβανομένων υπόψη των προνοιών των Άρθρων 340 και 341
(2)του Κεφ. 113 και νοουμένου ότι είχε προηγηθεί ειδοποίησης από τον Παραλήπτη / Διαχειριστή προς τον Έφορο Εταιρειών, ότι η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία παρέλειψε να του υποβάλει την έκθεση για τα περιουσιακά της στοιχεία επαληθευμένη από διοικητικό της σύμβουλο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 340 του Κεφ. 113, αντίγραφο της οποίας ο ίδιος πρέπει να υποβάλει στον Έφορο Εταιρειών. Σε ότι αφορά αυτή την θέση των Καθ' ων η Αίτηση, περιορίζομαι απλά να αναφέρω, ότι, δεν βρίσκω οι εν λόγω πρόνοιες του Κεφ. 113 να σχετίζονται άμεσα με τα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης ή και με τα αιτούμενα δια αυτής διατάγματα.
  1. Το ομόλογο επιβάρυνσης ημερομηνίας 23/06/2009, Τεκμήριο 4, δεν έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ και/ή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί: Σε ότι αφορά αυτή την θέση των Καθ' ων η Αίτηση, υιοθετούνται οι προαναφερόμενες σκέψεις μου των παραγράφων από 25 έως 29 και από 31 έως
  2. Επαναλαμβάνω απλά, ότι, μέχρις στιγμής, δεν επήλθε, η οποιαδήποτε πράξη ακύρωσης της εξουσιοδοτούσας πράξης, ήτοι, του ομολόγου, - ή εν πάση περιπτώσει, κάτι τέτοιο δεν έχει αποφασιστεί από αρμόδιο Δικαστήριο -, που μπορεί να δράσει αποτρεπτικά τον Παραλήπτη / Διαχειριστή από του να ενεργεί εκ της θέσεως στην οποία έχει διοριστεί (βλ. Burston Finance v Speirway [1974] 1 W.L.R. 1648, 1657 και στο σύγγραμμα των Lightman & Moss, The Law of Receivers of Companies, 2η έκδοση, τις παραγράφους 4-18, 11-05 και 11-09, στις σελίδες 94, 178, 179, 180, 182 και 183). Σε κάθε περίπτωση, η εγκυρότητα της εξασφάλισης από το ομόλογο, βεβαιώνεται από το γεγονός της πιστοποίησης της από τον Έφορο Εταιρειών (βλ. Τεκμήριο 5 στην ένορκο δήλωση του Αιτητή που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της Αίτησης). Γεγονός, που έχει αποφασιστεί, ότι, αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι, όλες οι νομικές προϋποθέσεις για την εγγραφή της τηρήθηκαν (βλ. στο σύγγραμμα των Lightman & Moss, The Law of Receivers of Companies, 2η έκδοση, τις παραγράφους από 3-87 έως 3-88, στις σελίδες 69 και 70). Από την στιγμή που υπάρχει η σχετική εγγραφή, τεκμαίρεται και η ισχύς του ομολόγου που αποτελεί την βάση της εισαγωγής της στο μητρώο που τηρείται από την Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία στον Έφορο Εταιρειών και αυτό, για σκοπούς της διαδικασίας αυτής, επαρκεί. Κατάληξη
  3. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αίτηση επιτυγχάνει και συνεπώς εγκρίνεται η έκδοσης των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Ως τα αιτητικά υπό τα στοιχεία (α), (β) και (γ) της Αίτησης με τις εξής διαφοροποιήσεις: «(α). Διάταγμα του . Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσονται ο διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας NOSAGE INVESTMENTS LTD, ΗΕ 123018, Χρίστος Αυξεντίου και Μαίρη Αυξεντίου αντίστοιχα, να ετοιμάσουν και υποβάλουν στον αιτητή έκθεση σύμφωνα με το Άρθρο 341 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 (συμπληρώνοντας το έντυπο C. 39), αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση της εν λόγω εταιρείας, εντός 30 ημερών από σήμερα. (β). Διάταγμα του . Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσονται ο διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας NOSAGE INVESTMENTS LTD, ΗΕ 123018, Χρίστος Αυξεντίου και Μαίρη Αυξεντίου αντίστοιχα, όπως συμμορφωθούν πλήρως με τις πρόνοιες των σχετικών Ομολόγου Επιβάρυνσης ημερομηνίας 23/06/2009 και/ή όπως παραδώσουν στον Παραλήπτη / διαχειριστή, όλους τους λογαριασμούς (accounts), βιβλία και/ή έγγραφα τα οποία είναι σχετικά και/ή αναγκαία για την ορθή άσκηση των εξουσιών και/ή αρμοδιοτήτων του και/ή πρόσβαση σε αυτά. (γ). Διάταγμα του . Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσονται ο διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας NOSAGE INVESTMENTS LTD, ΗΕ 123018, Χρίστος Αυξεντίου και Μαίρη Αυξεντίου αντίστοιχα, όπως καταβάλουν πρόστιμο προς €85,43 την ημέρα από την 13/03/2015 για κάθε μέρα κατά την οποία παραλείπουν να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του Άρθρου 341 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113.». Β. Ως προς το θέμα των εξόδων, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, Χρίστο Αυξεντίου και Μαίρη Αυξεντίου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Άρθρο 344 του Κεφ. 113 για σκοπούς ερμηνείας. Βλ. επίσης και στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Acts, Τόμος 1, 14η έκδοση, στις σελίδες από 276 έως
  4. [2] - Ή ακόμη και στην περίπτωση που ενδέχεται να προκύψει μια τέτοια δυσκολία - [3] Ουσιαστικά είναι ο παραλήπτης που έχει την ευχέρεια υποβολής σχετικών, με την διαχείριση των επιβαρυμένων στοιχειών της Εταιρείας, απαιτήσεων. [4] βλ. το Τεκμήριο 10 στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, που αποτελεί το αποτέλεσμα έρευνας του μητρώου που η Καθ' ης η Αίτηση τηρεί στον Έφορο Εταιρειών. [i] Σε ότι αφορά την ερμηνεία των προνοιών του σχετικού άρθρου της αγγλικής νομοθεσίας στην εν λόγω υπόθεση Therm-a-Stor Ltd ανωτέρω αναφέρονται από το High Court τα εξής: «Under this section, the receiver, the manager, ., can apply for directions in relation to any particular matter arising in connection with the performance of the functions of the receiver or manager. In my view this is drafted in wide terms and should be given a wide scope. The objective is to allow the receiver, manager or appointor easy access to the court to sort out any difficulty in connection with the performance of the receiver's or manager's duties. These words are wide enough to embrace any dispute concerning the receiver's or manager's remuneration. Difficulties in resolving such disputes are likely to have a direct bearing on the manner in which the receiver or manager functions. Furthermore, s 35 should be read as a whole. Section 35
(1)defines in wide terms the types of application which may be made to the court, whereas s 35
(2)defines what orders can be made on such an application. It follows that all those matters which can be the subject of an application under s 35
(1)can be the subject of directions or a declaration under s 35
(2)and vice versa. Since, as Mr Marshall concedes, s 35
(2)empowers the court to make a declaration in relation to issues of remuneration, s 35
(1)allows an application in relation to that issue to be brought before the court.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ii] Βλ. επίσης το σύγγραμμα The Law Relating To Receivers, Managers and Administrators, 4η έκδοση, στην σελίδα
  1. Βλ. επίσης στο σύγγραμμα Kerr on Receivers, 15η έκδοση, στις σελίδες 321 και
  2. [iii] Βλ. Gomba Holdings v Minories Finance [1989] BCLC 115 στην οποία, εν προκειμένω αναφέρονται (σελ. 117) τα εξής: «The agency of a receiver is not an ordinary agency. It is primarily a device to protect the mortgagee or debenture holder. Thus, the receiver acts as agent for the mortgagor in that he has power to affect the mortgagor's position by acts which, though done for the benefit of the debenture holder, are treated as if they were the acts of the mortgagor. The relationship set up by the debenture, and the appointment of the receiver, however, is not simply between the mortgagor and the receiver. It is tripartite and involves the mortgagor, the receiver and the debenture holder. The receiver is appointed by the debenture holder, on the happening of specified events, and becomes the mortgagor's agent whether the mortgagor likes it or not. And, as a matter of contract between the mortgagor and the debenture holder, the mortgagor will have to pay the receiver's fees. Further, the mortgagor cannot dismiss the receiver, since that power is reserved to the debenture holder as another of the contractual terms of the loan. It is to be noted also that the mortgagor cannot instruct the receiver how to act in the conduct of the receivership. All this is far removed from the ordinary principal and agent situation so far as the mortgagor and the receiver are concerned. Whilst the receiver is the agent of the mortgagor he is the appointee of the debenture holder and, in practical terms, has a close association with him. Moreover he owes fiduciary duties to the debenture holder, who has a right, as against the receiver, to be put in possession of all the information concerning the receivership available to the receiver: see Re Magadi Soda Co. Ltd.
(1925)41 TLR 297. The result is that the receiver, in the course of the receivership, performs duties on behalf of the debenture holder as well as the mortgagor. And these duties may relate closely to the affairs of the entity which is the subject of the receivership. It is, therefore, not satisfactory to approach the problem of the ownership of documents which come into existence in the course of the receivership on the basis that ownership depends on whether the documents relate to the affairs of (in this case) the companies.». Βλ. επίσης το σύγγραμμα Kerr on Receivers, 15η έκδοση, στις σελίδες 321 και 322 υπό την θεματική ενότητα «Receiver agent for the company». [iv] Βλ. Re Magadi Soda Co. Ltd.
(1925)41 TLR
  1. [v] Βλ. το σύγγραμμα The Law Relating To Receivers, Managers and Administrators, 4η έκδοση, στις σελίδες 144 και
  2. [vi] Βλ. Δ. Ν. Τόμος ΙΙ, σελίδα
  3. [vii] Βλ. ειδικότερα τους Κανονισμούς 3, 6 και 7 των περί Εταιρειών Κανονισμών. Βλ. επίσης στο σύγγραμμα Buckley On The Companies Acts, 14η έκδοση, Τόμος 1, στις σελίδες 820 και 821 και στο σύγγραμμα του L. G. Doyle, Administrative Receivership: Law and Practise, 1η έκδοση, στην σελίδα
  4. [viii] Βλ. Annual Practise 1958, Τόμος 1, στην σελίδα 1362, υπό την θεματική ενότητα «Para. (q).—Applications for directions by a receiver or manager under s. 369
(1)». [ix] Βλ. Annual Practise 1958, Τόμος 1, στην σελίδα 1362, υπό την θεματική ενότητα «Para. (q).—Applications for directions by a receiver or manager under s. 369
(1)». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.