← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 11/17, 12/6/2017

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 11/17, 12/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 11/17 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγοντα / Αιτητή - και - ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση ------------------- Ημερομηνία: 12/06/2017 Αίτηση για έκδοση απόφασης, συνοπτικά, ημερομηνίας 22/02/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Γεώργιος Π. Κυπριανίδης Για την Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση: κα Γεωργία Πάτσαλου για την Χρίστος Πουτζιουρής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ

  1. Ο Ενάγοντας, με την υπό κρίση Αίτηση, επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης, ως η απαίτηση στην Έκθεση Απαίτησης της.
  2. Η Αίτηση, βασίζεται «.επί των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ. 1 - 5, 8, 9, Δ.21 και Δ.48, Θ. 1, 2, 3 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου».
  3. Η Αίτηση, συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Μάρως Γεωργιάδου ημερομηνίας 06/02/
  4. Σε αυτήν και στα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης του Αιτήματος. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  5. Η Εναγομένη, καταχώρισε ειδοποίηση Ένστασης στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων για τους οποίους αυτή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Σε αυτούς, στρέφομαι στην συνέχεια, κατά την εξέταση της ουσίας του υποβληθέντος Αιτήματος.
  6. Η ειδοποίηση Ένστασης, βασίζεται «. στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 9[α][β], νέα Δ.30, Δ.39, Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4, 9, Δ.64, άρθρο 30.2 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της συνθήκης της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμος 1971 και οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτού, ο Περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών Νόμος, ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμος, ο Περί Χαρτοσήμων Νόμοι 1963 μέχρι 2007 και στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου».
  7. Η ειδοποίηση Ένστασης, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του κ. Πέτρου Πέτρου, που είναι, ως δηλώνει, ένας από τους διευθυντές της Εναγομένης, ημερομηνίας 26/04/
  8. Στα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
  9. Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης, αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων, αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Παρουσιάστηκε μάλιστα από τον κάθε ένα από αυτούς γραπτό κείμενο αγόρευσης το οποίο υιοθέτησαν. Σε ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο, σημειώνεται, και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της Αίτησης και της Ένστασης αντίστοιχα, και χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  10. Όπως διαπιστώνεται από το ίδιο το κείμενο της Δ.18, κ. 1(α) των Θ. Π. Δ. και την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έχει ερμηνεύσει αυτήν, για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, πρέπει, προκαταρκτικά, να ικανοποιηθεί για την συνύπαρξη των εξής στοιχείων: (α) Το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε από πλευράς ενάγοντος και εξεδόθη εναντίον του εναγομένου με την σφράγιση του από το Δικαστήριο, να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, όπως προνοείται στην Δ.2, κ. 6 των Θ. Π. Δ. (β) Να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του εναγομένου καθ' ου η αίτηση. (γ) Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος, δηλώνοντας συνάμα ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή [[i]].
  11. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί του αιτήματος και ως εκ τούτου, η μη ικανοποίησή τους, οδηγεί, χωρίς άλλο, σε απόρριψη σχετικής αίτησης [[ii]].
  12. Η διακρίβωση των προαναφερομένων προϋποθέσεων, δίδει το δικαίωμα σε ενάγοντα να αποταθεί για έκδοση συνοπτικής απόφασης και μετατοπίζει το βάρος στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση, ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή έτσι ώστε να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Να καταδείξει δηλαδή, ότι εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση, ή έστω ένα μεμονωμένο δικάσιμο θέμα [[iii]]. Βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί, ενώ μια καλή πιθανότητα επιτυχίας θα ήταν, σε κάθε περίπτωση, αρκετή. Τα εγειρόμενα προς υπεράσπιση θέματα, πρέπει να δίδονται ενόρκως, με ικανές λεπτομέρειες στις οποίες και στηρίζονται [[iv]].
  13. Το γεγονός ότι, ο εναγόμενος, έχει ήδη καταχωρήσει και παραδώσει την έκθεση υπεράσπισης του, μπορεί να είναι αρκετό, ώστε, να του δοθεί άδεια υπεράσπισης της υπόθεσης. Είναι όμως σε κάθε περίπτωση, ξεκάθαρο, ότι, ο ενάγοντας μπορεί να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης ακόμα και μετά την καταχώριση της υπεράσπισης του εναγομένου [[v]].
  14. Ο ισχυρισμός ότι, ο εναγόμενος, προτίθεται να εγείρει ανταπαίτηση στην αξίωση του ενάγοντα, σύμφωνα με την νομολογία, δεν συνιστά λόγο απόρριψης αιτήματος για συνοπτική απόφαση, αλλά λόγο για αναστολή εκτέλεσης της [[vi]]. Εντούτοις, ο ισχυρισμός περί υπάρχουσας ανταπαίτησης εναντίον του ενάγοντα, από πλευράς εναγομένου, μπορεί, σε κατάλληλες περιπτώσεις, να αποτελέσει κριτήριο υπέρ του εναγομένου, αναφορικά με το κατά πόσο δικαιολογείται η επιβολή όρων στην άδεια που θα του δοθεί από το Δικαστήριο για να υπερασπιστεί την υπόθεση που έχει καταχωρηθεί εναντίον του. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
  15. Όπως παρατηρείται στο Annual Practice του 1999, στην σελίδα 51, υπό την θεματική ενότητα «Scope of Order 14 [Συνοπτική Απόφαση] .», είναι ασυμβίβαστο να υποβάλλεται αίτημα για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, όταν έχουν ήδη δοθεί οδηγίες για ταχεία εκδίκαση της υπόθεσης, και, ότι, σε μία τέτοια περίπτωση, είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αρνηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης, εκτός αν, ακολούθως της έκδοσης της σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου, έχει υπάρξει αλλαγή περιστάσεων που καθιστά πρόσφορη την εξέταση του. Στην προκείμενη περίπτωση, η Αγωγή, στα πλαίσια της οποίας υποβάλλεται το υπό κρίση Αίτημα για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δυνάμει των προνοιών της Δ.30 κ. 6 των Θ. Π. Δ., έχει ήδη τεθεί από τον Πρωτοκολλητή στον κατάλογο των υποθέσεων «Ταχείας Εκδίκασης», σε σχέση με τις οποίες, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ., δεν υπάρχει περιθώριο εκδίκασης τους από το Δικαστήριο διαφορετικά, και ως εκ τούτου, η υποβολή του Αιτήματος κατ' αναλογίαν των προαναφερομένων από το Annual Practice του 1999, θεωρώ ότι αντίκειται στην πρακτική που γενικά πρέπει να ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Εντούτοις, σημειώνεται ότι, ο κανόνας θέλει, σε κατάλληλες περιπτώσεις, αίτηση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης από το Δικαστήριο, να δύναται να υποβληθεί ακόμη και μετά την έκδοση της κλήσης για τις οδηγίες του Δικαστηρίου, ακολούθως της ολοκλήρωσης της δικογραφίας δυνάμει των προνοιών της Δ.30 κ. 1 των Θ. Π. Δ. και ότι, καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, γενικά, δεν είναι παράγοντας καθοριστικός για την έκβαση του, από την στιγμή που σύμφωνα με την Δ.18, κ. 1(α) των Θ. Π. Δ. ο μοναδικός χρονικός περιορισμός που τίθεται σε σχέση με την καταχώρηση του, είναι η υποβολή του μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από πλευράς εναγομένου. Αμφότερα όμως, τα προαναφερόμενα, όταν ενυπάρχουν ως στοιχεία στην διαδικασία, μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά ως προς το πώς θα ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας. Βλ. Annual Practice του 1999, στην σελίδα 51, υπό την θεματική ενότητα «Scope of Order 14 [Συνοπτική Απόφαση] .» και στην σελίδα 53, υπό την θεματική ενότητα «Issue of summons» και Odgers On Civil Court Actions, 24η έκδοση, στην παράγραφο 5.07 της σελίδας 125, υπό την θεματική ενότητα «The Procedure Under Order 14 [Συνοπτική Απόφαση]».
  16. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση Αίτηση, καταχωρήθηκε την 22/02/2017, ένα μήνα περίπου μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από πλευράς της Εναγομένης στην διαδικασία την 23/01/2017 και προτού η Εναγομένη καταχωρήσει δικόγραφο έκθεσης υπεράσπισης στην Αγωγή του Ενάγοντα. Συνεπώς, δεν βρίσκω λόγο για τον οποίο η υπό κρίση Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, που να σχετίζεται με το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο αυτή έχει υποβληθεί, και για αυτό τον λόγο προχωρώ σε εξέταση της στην ουσία της.
  17. Έχοντας εξετάσει τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου προς υποστήριξη της Αίτησης, παρατηρώ τα εξής:
  18. Διαπιστώνεται κατ' αρχήν, ότι, πράγματι, ικανοποιούνται στην περίπτωση αυτή, και οι τρείς προαναφερόμενες προκαταρκτικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 κ. 1 των Θ. Π. Δ.: (α) Το κλητήριο ένταλμα που εκδόθηκε για αυτή την Αγωγή, σε ότι αφορά την Εναγομένη, είναι ειδικά οπισθογραφημένο, (β) η Εναγομένη έχει ήδη καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην διαδικασία και (γ) η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Μάρως Γεωργιάδη, που, ως πρόσωπο που βρίσκεται στην υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίας, Βιομηχανίας και Τουρισμού, έχει ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής της Αγωγής και έχει κατά συνέπεια επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος, δηλώνοντας συνάμα ότι η Εναγομένη δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση σε αυτή.
  19. Σε ότι αφορά το τελευταίο αυτό ζήτημα, της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που παρουσιάζεται προς υποστήριξη Αίτησης για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 των Θ. Π. Δ., καθότι, είναι κάτι που συζητήθηκε από πλευράς Εναγομένης ως λόγος ένστασης, θα παραπέμψω σε δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου για καταδειχθεί το σκεπτικό μου για την προαναφερόμενη κατάληξη μου και για το αβάσιμο της ένστασης.
  20. Στην υπόθεση Κυριάκου ν Αναστασίου

(2013)1Α Α.Α.Δ 148, σε ότι αφορά το περιεχόμενο που μία ένορκη δήλωση που παρουσιάζεται προς υποστήριξη αιτήματος για συνοπτική απόφαση πρέπει να έχει, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση του, αναφέρει τα εξής: «Η συνήγορος του εφεσείοντος τόνισε το επιτακτικό της αυστηρής τήρησης των δικονομικών προϋποθέσεων ως μια δικονομική διάταξη που, κατ' εξαίρεση της συνήθους διαδικασίας, δίδει το δικαίωμα στον ενάγοντα να αιτηθεί την ταχεία προς όφελος του έκδοση απόφασης. Υπενθυμίζεται όμως ότι το μόνο ουσιαστικό που έχει να κάμει ο αιτητής είναι να επιβεβαιώσει την απαίτηση με αναφορά στα γεγονότα, που εκτίθενται στο κλητήριο ένταλμα και ότι ο καθ' ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό και δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση, (δέστε Annual Practice 1959 σελ. 258-260 και Annual Practice 1970, σελ. 124, παρ. 14-2-5). Κατ' επέκταση, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ.1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται. Εδώ επελέγη να επισυναφθεί το γραμμάτιο στην αίτηση και σημειώνεται ότι εφόσον η αξίωση αφορά αξιόγραφο, εκδιδομένης της απόφασης, ο χρεώστης δικαιούται με την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους να λάβει στην κατοχή του το πρωτότυπο έγγραφο, (δέστε Annual Practice 1970 σελ. 133 και Άρθρο 52
(4)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262).». (η υπογράμμιση είναι δική μου) 19. Και στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, στην οποία έγινε μία εκτενής ανάλυσης το ζητήματος που αφορά το πρόσωπο του ενόρκως δηλούντος και πως κρίνεται αν κάποιο πρόσωπο μπορεί να ορκιστεί θετικά στα γεγονότα που υποστηρίζουν την απαίτηση του ενάγοντος προς επιβεβαίωση της, για σκοπούς υποστήριξης αιτήματος για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Αναφέρθηκαν στην εν λόγω υπόθεση τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Ο πιο πάνω θ.1 της Δ.18 φαίνεται ότι το θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ. Stavrinides (πιο πάνω), σελ. 137). Στην Lagos v. Grunwaldt [1910] 1 K.B. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special ..... when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.
  1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθησή του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές." Η παράθεση της νομολογίας δεν θα ήταν πλήρης αν δεν γινόταν αναφορά στην Pathe Freres Cinema Limited v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253, στην οποία η ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί μετά από άδεια του δικαστηρίου. Το ζήτημα το πραγματεύεται ως πιο κάτω η υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463: "There always has been and is jurisdiction in the court to allow an affidavit filed in support of an application for summary judgment to be supplemented and in deciding jurisdiction one looks at the matter at the end of the day on the affidavits which have been filed." Σε ελληνική μετάφραση: "Πάντοτε το δικαστήριο είχε και έχει εξουσία να επιτρέψει όπως συμπληρώνεται η ένορκη δήλωση, που καταχωρείται προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν αποφασίζει για τη δικαιοδοσία ένας κοιτάζει πως έχει το ζήτημα στο τέλος με βάση τις ένορκες δηλώσεις που έχουν κατατεθεί." Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Βλ. επίσης στο Annual Practice του 1999, στην σελίδα 52, υπό την θεματική ενότητα «Affidavit to support application .» και στην σελίδα 55, υπό τις θεματικές ενότητες «Plaintiff's Affidavit», «Verifying the facts», «Statements of information and belief» και «Deposing to belief that there is no defence». Στην προαναφερόμενη σελίδα 52, καταγράφεται, μεταξύ άλλων, και το ότι: «The affidavit may be made by the plaintiff or by any person duly authorised to make it. If not made by the plaintiff, the affidavit must itself state that the person making it is duly authorised to do so. The affidavit should, however, be made by some responsible person, e. g. a solicitor's clerk ... or some other competent person employed by a limited company.». Ενώ, στην σελίδα 55, αναφέρεται και κάτι από το οποίο διαφαίνεται και η αλλαγή τάσης στην Αγγλία σε ότι αφορά το ζήτημα της θετικής υποστήριξης του αγώγιμου δικαιώματος και απαίτησης για σκοπούς θεμελίωσης αιτήματος για συνοπτική απόφαση: «The affidavit in support, unless the court otherwise directs, may be made by any person on statements of information or belief though the sources and grounds thereof must be stated.».
  3. Στην προκείμενη περίπτωση, η κα Μάρω Γεωργιάδου: (α) ορκίζεται ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στην υπόθεση, γεγονός που διαφαίνεται και από την αλληλογραφία στην υπόθεση αυτή που υπογράφεται από την ίδια και η οποία παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης ([1]), (β) είναι στην υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίας, Βιομηχανίας και Τουρισμού, που, σύμφωνα με την σύμβαση μισθώσεως ημερομηνίας 18/09/1980 ([2]) επί της οποίας βασίζεται η απαίτηση του Ενάγοντος, είναι ο αντισυμβαλλόμενος της Εναγομένης, και (γ) αναφέρει ρητά ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη για να προβεί στην δήλωση της προς τον σκοπό έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Από τα προαναφερόμενα και σύμφωνα με την νομολογία, ικανοποιούμαι ότι πληροί τους όρους που τίθενται με την Δ.18 κ. 1 των Θ. Π. Δ.
  4. Σε ότι αφορά το γεγονός ότι η εν λόγω ένορκος δήλωση της κας Μάρως Γεωργιάδου έγινε χρονικά προγενέστερα της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης, με δεδομένο ότι έγινε με αναφορά αυτή την Αγωγή, η οποία κατά τον χρόνο αυτό εκκρεμούσε, με παραπομπή μάλιστα ειδικά στο αντικείμενο της ενδιάμεσης αυτής Αίτησης που υποστήριζε, δεν επιφέρει εις αυτήν καμία ακυρότητα (βλ. S.A. Constantinou Ltd κ. α. ν Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 754 και Φωτεινή Ιβρου ν Ελένης Μαυροκωνσταντή κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε126/2013, 01/02/2017). 23. Από τα όσα έχουν ενόρκως παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, προκύπτει κοινός τόπος των διαδίκων, η σύμβαση μίσθωσης στην οποία προσήλθαν την 18/09/1980 ([3]), το γεγονός ότι αυτή έχει ανανεωθεί υπό τους ιδίους κατ' ουσία όρους και βρίσκεται σε ισχύ, όπως επίσης και ο όρος 5(
  1. xi)αυτής σύμφωνα με τον οποίο: «Ο Μισθωτής υπέχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις: . (
  2. xi)Όπως φέρη το βάρος και καταβάλλη άπαντας τους νυν ή εν τω μέλλοντι οφειλομενους όρους, τέλη δικαιώματα και πάσης φύσεως επιβαρύνσεις άτινες θα εβάρυνον το κτήμα και τα υποστατικά συμφώνως προς τους εκάστοτε εν ισχυ νόμους, κανονισμούς ή διατάγματα ως εάν ταύτα αποτελούν ιδιοκτησίαν του Μισθωτού και ουχι του κράτους και όπως αποζημιώνη τον ιδιοκτήτην δια παν ποσόν το οποίο ούτος ήθελε πληρώσει εις οιανδήποτε αρχην (περιλαμβανομένης και κυβερνητικής τοιαύτης) υπό μορφή φόρων, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών ή άλλως πως.». 24. Σχετικός με το ζήτημα που εξετάζεται, και πρέπει να αναφερθεί προτού προχωρήσω στο να αναλύσω περαιτέρω το σκεπτικό μου για την κατάληξη μου, είναι ο Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμος του 1971, Νόμος 1/1971. Κατά την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης την 18/09/1980, ίσχυαν oι Περί Απoχετευτικώv Συστημάτωv Νόμoι τoυ 1971 μέχρι 1978, οι οποίοι, είχαν διαμορφώσει το Άρθρο 30 του βασικού Νόμου 1/1971 -που προνοεί για τέλη και δικαιώματα- ως εξής: «30.—
(1)Τηρουμένων τών διατάξεων τοΰ παρόντος Νόμου, τό Συμβούλιον κέκτηται έξουσίαν όπως, εντός τών ορίων της περιοχής του, έπιβάλλη και είσπράττη διά τοιαύτην χρονικήν περίοδον και κατά τοιούτον τρόπον, ώς ήθελεν εκάστοτε καθορισθή­ (α) εν δικαίωμα συνδέσεως έπί τών Ιδιοκτητών ακινήτου ιδιοκτησίας διά τήν κάλυψιν, ολικώς ή μερικώς, της δαπάνης διά τήν σύνδεσιν καΐ έγκατάστασιν υπονόμων οικοδομής διά λύματα, βιομηχανικά άπορριμματικά υγρά, όμβρια ϋδατα ή έτερα τοιαύτα και όπως καθορίζη τους όρους και προϋποθέσεις της καταβολής τοΰ τοιούτου δικαιώματος: Νοείται ότι έν ή περιπτώσει τό τοιοΰτο δικαίωμα συνδέσεως ήθελε καταβληθή ύπό του μισθωτού τής ακινήτου Ιδιοκτησίας, ούτος δικαιούται νά είσπραξη τούτο παρά του Ιδιοκτήτου τής τοιαύτης ιδιοκτησίας• (β) εν τέλος έπί τών Ιδιοκτητών ή κατόχων ακινήτου ιδιοκτησίας, οΐτινες εξυπηρετούνται ή μέλλουν νά έξυπηρετηθώσιν ύπό τών συστημάτων αποχετεύσεως λυμάτων ή όμβρίων υδάτων ή επωφελούνται ή μέλλουν ή δύνανται νά έπωφεληθώσιν έκ των τοιούτων έργων, είτε ομοιομόρφου ϋψους έπί έκαστης λίρας ή κλασματικού μέρους λίρας τής έκτετιμημένης αξίας τής ακινήτου Ιδιοκτησίας, άναφορικώς προς τήν οποίαν καταβάλλεται τό τέλος ή διά προοδευτικής φορολογίας, έδραζομένης έπί τής τοιαύτης αξίας κατά τόν καθορισμόν του τοιούτου τέλους δυνατόν νά ληφθή ειδική πρόνοια διά τήν μείωσιν ή αϋξησιν του τέλους δι ώρισμένας τάξεις Ιδιοκτησίας, αναλόγως τοΰ σκοπού, δι όν, ή βαρυνομένη διά τοΰ τέλους Ιδιοκτησία, χρησιμοποιείται, τής φύσεως γενομένων εγκαταστάσεων και τό προκΰπτον είς τήν τοιαύτην ίδιοκτησίαν και τόν Ιδιοκτήτην ή κάτοχον αυτής όφελος• Νοείται ότι είς περιπτώσεις καθ' ας τό όλικόν ποσόν του επιβαλλομένου τοιούτου τέλους δι ενα εκαστον ίδιοκτήτην ή κάτοχον ακινήτου ιδιοκτησίας δεν υπερβαίνει τό ποσόν τών 250 μίλς τούτο άφίεται• (γ) έν τέλος, έπί πλέον τοΰ καθοριζομένου έν παραγράφω (β) τοιούτου, έπί τών Ιδιοκτητών ή κατόχων ακινήτου Ιδιοκτησίας, διά τήν χρήσιν τών συστημάτων αποχετεύσεως λυμάτων, βάσει τής έν τή Ιδιοκτησία ταύτη ύδατοπρομηθείας, τής χρησιμοποιούμενης δι οίκιακούς ή έτερους σκοπούς και διοχετευόμενης εις τήν δημοσίαν ύπόνομον• (δ) έν τέλος, έπί πλέον τοΰ καθοριζομένου έν παραγράφω (β) τοιούτου, έπί τών ιδιοκτητών ή κατόχων ακινήτου Ιδιοκτησίας, διά τήν χρήσιν τών συστημάτων αποχετεύσεως όμβρίων υδάτων, βάσει τής εκτάσεως τής επιφανείας τής ακινήτου ιδιοκτησίας, άναφορικώς προς τήν οποίαν καταβάλλεται το τοιούτον τέλος.
(2)Τό ύψος τών έν έδαφίω
(1)προνοουμένων τελών θέλει καθορισθή κατά τοιούτον τρόπον, ώστε αϊ έξ αυτών άπορρέουσαι τω Συμβουλίω έτήσιαι πρόσοδοι, όμοΰ μετά τών τυχόν προσόδων αύτοΰ, έξ έτερων πηγών, κατά τό αυτό έτος, νά έπαρκώσι κατά τό δυνατόν, και μόνον νά έπαρκώσιν, διά τήν πληρωμήν πασών τών δαπανών καΐ τήν άντιμετώπισιν πασών τών υποχρεώσεων του Συμβουλίου, αίτινες δεόντως βαρύνουσι τά είσοδήματα αύτο κατά τό έν λόγω έτος• είς τάς τοιαύτας δαπανάς και υποχρεώσεις δέον όπως διαληφθωσιν καΐ αϊ πληρωμαί, αΐτινες μέλλουν να ένεργηθώσιν ύπό του Συμβουλίου κατά τό έτος τουτο, καθ' όσον άφορα είς τους τόκους και το κεφάλαιον οιουδήποτε δανείου συναφθέντος ύπό του Συμβουλίου καΐ τήν έξόφλησιν χρεωγράφων καΐ γραμματίων εκδοθέντων όπό του Συμβρυλίου δυνάμει του παρόντος Νόμου ώς καΐ τοιαύτα χρηματικά ποσά, ώς τό Συμβούλιον ήθελε κρίνει πρέπον νά διαφύλαξη κατά τό έτος τούτο δια τον σχηματισμόν αποθεματικού κεφαλαίου, οι επεκτάσεις, ανανεώσεις, αποσβέσεις, δάνεια καΐ έτερους, παρομοίας φύσεως σκοπούς.
(3)Πάν πρόσωπον όφέΐλον οιονδήποτε δικαίωμα ή τέλος, όπερ δεν κατέβαλε τό ύπ' αύτοΰ όφειλόμενον ποσόν εντός της προβλεπομένης προθεσμίας πληρωμής, υποχρεούται εις τήν καταβόλήν προσθέτου επιβαρύνσεως ίσης προς, είκοσι έπι τοΐς εκατόν του μετά την πάροδον της είρημένης προθεσμίας παραμένοντος απλήρωτου ποσού του δικαιώματος ή τέλους.
(4)Όσάκις ποσόν τι καταστάν πληρωτέον ύπό μορφήν προσθέτου επιβαρύνσεως ώς προνοείται εν έδαφίω
(3)δεν εΐναι ακριβές πολλαπλάσιον τών πέντε μίλς, τό τοιούτο ποσόν θά αύξάνηται είς τό αμέσως ύψηλότερον πολλαπλάσιόν τών πέντε μίλς.
(5)Παν πρόσθετον ποσόν επιβληθέν δυνάμει τών διατάξεων τοϋ εδαφίου
(3)θά καταβάλληται είς τό Ταμεΐον του Συμβουλίου.
(6)Τή αιτήσει του Συμβουλίου το Ύπουργικόν Συμβούλιον δύναται, διά Διατάγματος δημοσιευομένου έν τή έπισήμω έφημερίδι τής Δημοκρατίας, νά διάταξη την άναζήτησιν και εϊσπραξιν τών τελών τών επιβαλλομένων δυνάμει τών παραγράφων (β) και (δ) τοΰ εδαφίου
(1)τοΰ παρόντος άρθρου ύπό του Τμήματος Έσωτερικών Προσόδων τής Δημοκρατίας• έν τοιαύτη περιπτώσει τά τοιαύτα τέλη θά είσπράττωνται ύπό του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ώς εάν επρόκειτο περί φόρων εισπρακτέων δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε έν ισχύϊ Νόμου άφορώντος εις την εΐσπραξιν και άναζήτησιν φόρων καί, μετά την άφαίρεσιν τών εξόδων εισπράξεως, θά καταβάλλωνται εις το Ταμεΐον του Συμβουλίου.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 25. Οι νόμοι, όπως και ο προαναφερόμενος, είναι, σύμφωνα με την νομολογία, υποχρέωση του καθενός να τους γνωρίζει, όπως ήταν υποχρέωση της Εναγομένης την 18/09/1980 όταν υπέγραφε την σύμβαση μίσθωσης στην οποία περιλαμβανόταν και ο όρος 5(xi) να γνωρίζει τις προαναφερόμενες πρόνοιες του Άρθρου 30 του Νόμου 1/1971, βάσει του οποίου αναλάμβανε υποχρέωση -και συμβατικά έναντι του ιδιοκτήτη, αφού δια του Νόμου 1/1971, το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας (ΣΑΛ) μπορεί να χρεώσει απευθείας τον κάτοχο και όχι τον ιδιοκτήτη της ακίνητης ιδιοκτησίας-, ως κάτοχος της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας, να καταβάλλει στο Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας (ΣΑΛ) -δυνάμει των προνοιών του Μέρους ΙΙ του Νόμου 1/1971-, «διά τοιαύτην χρονικήν περίοδον και κατά τοιούτον τρόπον, ώς ήθελεν εκάστοτε καθορισθή» από αυτό, «τέλη», για την εξυπηρέτηση της, ή μελλοντική εξυπηρέτηση της, από τα συστήματα αποχετεύσεως λυμάτων ή όμβρυων υδάτων, ή για την επωφέλεια, ή μελλοντική επωφέλεια της, από τέτοια έργα. Στα οποία «τέλη» περιλαμβάνονται τέλη ομβρίων υδάτων και αποχετευτικού που αποτέλεσαν την βάση της χρέωσης της αντικείμενο της παρούσας Αγωγής. Ίδιο γνωστή θα έπρεπε να ήταν στην Εναγομένη και η επίπτωση της μη έγκαιρης εξόφλησης των τελών ως οι πρόνοιες του εδαφίου
(3)του προαναφερόμενου Άρθρου 30 του Νόμου 1/1971, επιβάρυνση την οποία επίσης ανέλαβε συμβατικά δια του προαναφερόμενου όρου 5(xi) της σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 18/09/1980. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γερολέμου ν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818, με παραπομπή στον Black's Law Dictionary, 4η έκδοση, προς ερμηνεία της λατινικής φράσης «Ignorantia Juris Quod Quisque Tenetur Scire Neminem Excusat», στη σελίδα 881: «Ignorance of the (or a) law, which every one is bound to know, excuses no man. A mistake in point of law is, in criminal cases, no sort of defense. 4 Bl. Comm. 27; 4 Steph. Comm. 81; Broom, Max. 253; 7 Car. & P.
  1. And, in civil cases, ignorance of the law, with a full knowledge of the facts, furnishes no ground, either in law or equity, to rescind agreements, or reclaim money paid, or set aside solemn acts of the parties. 2 Kent, Comm. 491, and note.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Σημειώνω περαιτέρω ότι, κατά το έτος 2015, το Άρθρο 30 του βασικού Νόμου 1/1971, είχε διαμορφωθεί ως εξής: «30.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, τo Συμβoύλιov κέκτηται εξoυσίαv όπως, εvτός τωv oρίωv της περιoχής τoυ επιβάλλη και εισπράττη διά τoιαύτηv χρovικήv περίoδov και κατά τoιoύτov τρόπov, ως ήθελεv εκάστoτε καθoρισθή- (α) εv δικαίωμα συvδέσεως επί τωv ιδιoκτητώv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας διά τηv κάλυψιv, oλικώς ή μερικώς, της δαπάvης διά τηv σύvδεσιv και εγκατάστασιv υπovόμωv oικoδoμής διά λύματα, βιoμηχαvικά απoρριμματικά υγρά, όμβρια ύδατα ή έτερα τoιαύτα και όπως καθoρίζη τoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις της καταβoλής τoυ τoιoύτoυ δικαιώματoς: Νoείται ότι εv η περιπτώσει τo τoιoύτo δικαίωμα συvδέσεως ήθελε καταβληθή υπό τoυ μισθωτoύ της ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, oύτoς δικαιoύται vα εισπράξη τoύτo παρά τoυ ιδιoκτήτoυ της τoιαύτης ιδιoκτησίας. (β) εv τέλoς επί τωv ιδιoκτητώv ή κατόχωv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, oίτιvες εξυπηρετoύvται ή μέλλoυv vα εξυπηρετηθώσιv υπό τωv συστημάτωv απoχετεύσεως λυμάτωv ή επωφελoύvται ή μέλλoυv ή δύvαvται vα επωφεληθώσιv εκ τωv τoιoύτωv έργωv, είτε oμoιoμόρφoυ ύψoυς επί εκάστης λίρας ή κλασματικoύ μέρoυς λίρας της εκτετιμημέvης αξίας της ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, αvαφoρικώς πρoς τηv oπoίαv καταβάλλεται τo τέλoς ή διά πρooδευτικής φoρoλoγίας εδραζoμέvης επί της τoιαύτης αξίας( κατά τov καθoρισμόv τoυ τoιoύτoυ τέλoυς δυvατόv vα ληφθή ειδική πρόvoια διά τηv μείωσιv ή αύξησιv τoυ τέλoυς δι' ωρισμέvας τάξεις ιδιoκτησίας, αvαλόγως τoυ σκoπoύ, δι' ov, η βαρυvoμέvη διά τoυ τέλoυς ιδιoκτησία, χρησιμoπoιείται, της φύσεως γεvoμέvωv εγκαταστάσεωv και τo πρoκύπτov εις τηv τoιαύτηv ιδιoκτησίαv και τov ιδιoκτήτηv ή κάτoχov αυτής όφελoς ή για τη μείωση ή αύξηση του τέλους για ακίνητη ιδιοκτησία που ευρίσκεται μέσα σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή εντός των ορίων ορισμένου δήμου ή κοινότητας εντός της περιοχής του Συμβουλίου, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη ανάκτησης του συνολικού κόστους των έργων εντός της συγκεκριμένης περιοχής: Νoείται ότι εις περιπτώσεις καθ' ας τo oλικόv πoσόv τoυ επιβαλλoμέvoυ τoιoύτoυ τέλoυς δι' έvα έκαστov ιδιoκτήτηv ή κάτoχov ακιvήτoυ ιδιoκτησίας δεv υπερβαίvει τo πoσόv της μιας λίρας τoύτo αφίεται. (γ) έvα τέλoς στoυς ιδιoκτήτες ή κατόχoυς ακίvητης ιδιoκτησίας πoυ εξυπηρετoύvται ή πρόκειται vα εξυπηρετηθoύv από τα συστήματα απoχέτευσης oμβρίωv υδάτωv ή πoυ επωφελoύvται ή πρόκειται ή μπoρoύv vα επωφεληθoύv από τέτoια έργα, είτε oμoιόμoρφoυ ύψoυς σε κάθε λίρα ή κλασματικό μέρoς λίρας πάvω στηv εκτιμημέvη αξία της ακίvητης ιδιoκτησίας αvαφoρικά με τηv oπoία είvαι πληρωτέo τo τέλoς είτε με πρooδευτική φoρoλoγία πoυ εδράζεται στηv αξία αυτή. Κατά τov καθoρισμό τoυ τέλoυς αυτoύ μπoρεί vα ληφθεί ειδική πρόvoια για μείωση ή αύξηση τoυ τέλoυς για oρισμέvες τάξεις ιδιoκτησίας, αvάλoγα με τo σκoπό για τov oπoίo χρησιμoπoιείται η ιδιoκτησία, τη φύση τωv γεvoμέvωv εγκαταστάσεωv και τo όφελoς πoυ πρoκύπτει στηv ιδιoκτησία αυτή και στov ιδιoκτήτη ή κάτoχo της ή για μείωση ή αύξηση του τέλους για ακίνητη ιδιοκτησία που ευρίσκεται μέσα σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή εντός των ορίων ορισμένου δήμου ή κοινότητας εντός της περιοχής του Συμβουλίου, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη ανάκτησης του συνολικού κόστους των έργων εντός της συγκεκριμένης περιοχής. (δ) εv τέλoς, επί πλέov τoυ καθoριζoμέvoυ εv παραγράφω (β) τoιoύτoυ, επί τωv ιδιoκτητώv ή κατόχωv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, διά τηv χρήσιv τωv συστημάτωv απoχετεύσεως λυμάτωv, βάσει της εv τη ιδιoκτησία ταύτη υδατoπρoμηθείας της χρησιμoπoιoυμέvης δι' oικιακoύς ή ετέρoυς σκoπoύς και διoχετευoμέvης εις τηv δημoσίαv υπόvoμov· (ε) εv τέλoς, επί πλέov τoυ καθoριζoμέvoυ εv παραγράφω (γ) τoιoύτoυ, επί τωv ιδιoκτητώv ή κατόχωv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, διά τηv χρήσιv τωv συστημάτωv απoχετεύσεως oμβρίωv υδάτωv, βάσει της εκτάσεως της επιφαvείας της ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, αvαφoρικώς πρoς τηv oπoίαv καταβάλλεται τo τoιoύτov τέλoς. Νoείται ότι oι ιδιoκτήτες ή oι κάτoχoι ακίvητης ιδιoκτησίας, πoυ χρησιμoπoιείται απoκλειστικά για γεωργικoύς σκoπoύς και η oπoία δε δύvαται με βάση τηv υφιστάμεvη voμoθεσία vα αξιoπoιηθεί με oπoιoδήπoτε τρόπo, εξαιρoύvται από τηv υπoχρέωση πληρωμής oπoιoυδήπoτε τέλoυς ή δικαιώματoς.
(2)Τo ύψoς τωv εv εδαφίω
(1)πρovooυμέvωv τελώv θέλει καθoρισθή κατά τoιoύτov τρόπov, ώστε αι εξ αυτώv απoρρέoυσαι τω Συμβoυλίω ετήσιαι πρόσoδoι, oμoύ μετά τωv τυχόv πρoσόδωv αυτoύ εξ ετέρωv πηγώv, κατά τo αυτό έτoς, vα επαρκώσι κατά τo δυvατόv, και μόvov vα επαρκώσιv, διά τηv πληρωμήv πασώv τωv δαπαvώv και τηv αvτιμετώπισιv πασώv τωv υπoχρεώσεωv τoυ Συμβoυλίoυ, αίτιvες δεόvτως βαρύvoυσι τα εισoδήματα αυτoύ κατά τo εv λόγω έτoς εις τας τoιαύτας δαπάvας και υπoχρεώσεις δέov όπως διαληφθώσιv και αι πληρωμαί, αίτιvες μέλλoυv vα εvεργηθώσιv υπό τoυ Συμβoυλίoυ κατά τo έτoς τoύτo, καθ' όσov αφoρά εις τoυς τόκoυς και τo κεφάλαιov oιoυδήπoτε δαvείoυ συvαφθέvτoς υπό τoυ Συμβoυλίoυ και τηv εξόφλησιv χρεωγράφωv και γραμματίωv εκδoθέvτωv υπό τoυ Συμβoυλίoυ δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ ως και τoιαύτα χρηματικά πoσά, ως τo Συμβoύλιov ήθελε κρίvει πρέπov vα διαφυλάξη κατά τo έτoς τoύτo διά τov σχηματισμόv απoθεματικoύ κεφαλαίoυ, δι' επεκτάσεις, αvαvεώσεις, απoσβέσεις, δάvεια και ετέρoυς, παρoμoίας φύσεως σκoπoύς.
(3)Παv πρόσωπov oφείλov oιovδήπoτε δικαίωμα ή τέλoς, όπερ δεv κατέβαλε τo υπ' αυτoύ oφειλόμεvov πoσόv εvτός της πρoβλεπoμέvης πρoθεσμίας πληρωμής, υπoχρεoύται εις τηv καταβoλήv πρoσθέτoυ επιβαρύvσεως ίσης πρoς είκoσι επί τoις εκατόv τoυ μετά τηv πάρoδov της ειρημέvης πρoθεσμίας παραμέvovτoς απληρώτoυ πoσoύ τoυ δικαιώματoς ή τέλoυς.
(4)Οσάκις πoσόv τι καταστάv πληρωτέov υπό μoρφήv πρoσθέτoυ επιβαρύvσεως ως πρovoείται εv εδαφίω
(3)δεv είvαι ακριβές πoλλαπλάσιov τωv πέvτε σεντ, τo τoιoύτo πoσόv θα αυξάvηται εις τo αμέσως υψηλότερov πoλλαπλάσιov τωv πέvτε σεντ.
(5)Παv πρόσθετov πoσόv επιβληθέv δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ
(3)θα καταβάλληται εις τo Ταμείov τoυ Συμβoυλίoυ.
(6)Τη αιτήσει τoυ Συμβoυλίoυ τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov δύvαται, διά Διατάγματoς δημoσιευoμέvoυ εv τη επισήμω εφημερίδι της Δημoκρατίας, vα διατάξη τηv αvαζήτησιv και είσπραξιv τωv τελώv τωv επιβαλλoμέvωv δυvάμει τωv παραγράφωv (β) και (δ) τoυ εδαφίoυ
(1)τoυ παρόvτoς άρθρoυ υπό τoυ Τμήματoς Εσωτερικώv Πρoσόδωv της Δημoκρατίας· εv τoιαύτη περιπτώσει τα τoιαύτα τέλη θα εισπράττωvται υπό τoυ Τμήματoς Εσωτερικώv Πρoσόδωv ως εάv επρόκειτo περί φόρωv εισπρακτέωv δυvάμει τωv διατάξεωv oιoυδήπoτε εκάστoτε εv ισχύϊ Νόμoυ αφoρώvτoς εις τηv είσπραξιv και αvαζήτησιv φόρωv και, μετά τηv αφαίρεσιv τωv εξόδωv εισπράξεως, θα καταβάλλωvται εις τo Ταμείov τoυ Συμβoυλίoυ.
(7)Τέλη και δικαιώματα με βάση τov παρόvτα Νόμo καταβάλλovται και σε σχέση με ακίvητη ιδιoκτησία πoυ αvήκει στη Δημoκρατία ή πoυ περιήλθε στη Δημoκρατία δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ περί Ακίvητης Iδιoκτησίας (Διακατoχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμoυ ή oπoιoυδήπoτε άλλoυ Νόμoυ.
(8)Ο Υπουργός δύναται, για σκοπούς προστασίας των ευάλωτων καταναλωτών, με διατάγματά του που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να αποφασίζει τη λήψη μέτρων προστασίας των ευάλωτων καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένων της παροχής μειωμένων τιμολογίων, της έκπτωσης επί των δημοσιευμένων τιμολογίων κάθε προμηθευτή και των ευνοϊκότερων όρων αποπληρωμής των λογαριασμών.». 27. Με αυτά τα δεδομένα, τα όσα γενικά, αόριστα, συγκεχυμένα και αντιφατικά παρουσιάστηκαν από πλευράς Εναγομένης, αναφορικά με την μη υποχρέωση της, «σύμφωνα με τον νόμο», να πληρώσει στο Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας (ΣΑΛ), το ποσό της αξίωσης του Ενάγοντα για αποχετευτικά τέλη για το έτος 2015, δεν θεμελιώνουν καλόπιστη υπεράσπιση, ή έστω ένα μεμονωμένο δικάσιμο θέμα, που θα δικαιολογούσαν η υπόθεση αυτή να αφεθεί να οδηγηθεί σε δίκη. Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση της Ενάγουσας για πληρωμή των τελών για αποχετευτικό, εκτός του ότι καθορίζεται από τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 30 του βασικού Νόμου 1/1971, είναι και υποχρέωση που ανέλαβε συμβατικά έναντι της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο, στη σύμβαση μίσθωσης στην οποία προσήλθε με Υπουργείο Εμπορίας, Βιομηχανίας και Τουρισμού την 18/09/1980, όρο 5(xi). Η Εναγομένη παραβίασε τα συμφωνηθέντα και ως εκ τούτου, η Δημοκρατία, που έχει ζημιώσει δια της καταβολής του σχετικού ποσού προς το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας (ΣΑΛ), βάσιμα υποβάλλει την απαίτηση της αυτή εναντίον της Εναγομένης. Συνεπώς, το γεγονός της έκδοσης οποιασδήποτε κατάστασης στο όνομα «Κυπριακή Δημοκρατία / φ/δι Νεα Πρόοδος Λτδ», είναι άνευ σημασίας, από την στιγμή που η Εναγομένη γνώριζε γενικά για την σχετική υποχρέωση της, και εφόσον είχε ειδικά λάβει απαίτηση για πληρωμή των σχετικών τελών του έτους 2015, όπως και σχετικές προειδοποιήσεις περί της μη εξόφλησης τους, χωρίς να έχει προβεί σε πληρωμή τους. Ούτε αποδέχομαι ότι ο ισχυρισμός της Εναγομένης περί του ότι «ο όρος 5(
  1. xi)του συμβολαίου μίσθωσης ημερομηνίας 18/11/1980 μεταφέρει την υποχρέωση πληρωμής των εν λόγω αποχετευτικών τελών στους ώμους της Εναγομένης εταιρείας και ο όρος είναι καταχρηστικός και αποτελεί αθέμιτη εμπορική πρακτική που έρχεται σε σύγκρουση με τους σχετικούς νόμους και περιλαμβάνεται στην επίδικη σύμβαση χωρίς να έχει διαπραγμάτευση με την Εναγομένη και επιβάλλεται σε όλους τους ενοικιαστές των εναγόντων αδιακρίτως και είναι προδιατυπωμένος σε όλες τις συμβάσεις τους», έχει τεκμηριωθεί στον απαιτούμενο βαθμό ώστε να μπορεί να κριθεί από το Δικαστήριο το βάσιμο και καλόπιστο της ισχυριζόμενης υπεράσπισης. Όπως αναφέρεται και στο Annual Practice του 1999, στην σελίδα 57, υπό την θεματική ενότητα «Defendant's affidavit .», «... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated.». Στην προκείμενη περίπτωση, κάτι τέτοιο δεν παρατηρείται, από την στιγμή που η βάση για τον προαναφερόμενο [γενικό και συνάμα πολυδιάστατο] ισχυρισμό της Εναγομένης δεν δηλώνεται. Ειδικότερα εν όψει και της ανανέωσης της ισχύος της σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 18/09/1980 «με τους ίδιους όρους της αρχικής Σύμβασης συν .» από 01/07/2013 -σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση της κας Μάρως Γεωργιάδου ημερομηνίας 06/02/2017-, χωρίς να υπάρχει ισχυρισμός της Εναγομένης περί διαμαρτυρίας της ως προς αυτό. Γεγονός που καθιστά εντελώς αναξιόπιστη και ακατανόητη την θέση της περί του ότι, «η επίδικη σύμβαση έχει ανανεωθεί για ακόμα 33 χρόνια χωρίς να βάζουν οποιοδήποτε όρο οι ενάγοντες σε αυτή για την πληρωμή αποχετευτικών τελών από την Εναγομένη». Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειωθεί, ότι, ούτε και ο ισχυρισμός της Εναγομένης, περί ασάφειας στον όρο 5(
  2. xi)της σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 18/09/1980, μπορεί να οδηγήσει σε ακρόαση την Αγωγή αυτή, έστω και επί του εν λόγω σημείου και μόνον, από την στιγμή που η Εναγομένη ούτε καν ξεκαθαρίζει ποια είναι αυτή η ισχυριζόμενη ασάφεια. Ισχυρισμός, που, κατά τα άλλα, ως εύκολα διαπιστώνεται από τα όσα μόλις έχουν προαναφερθεί, είναι και σε αντίθεση με άλλες θέσεις της Εναγομένης. 28. Γενικά, η διαπίστωσης μου, έχοντας διεξέλθει με προσοχή το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Πέτρου Πέτρου ημερομηνίας 26/04/2017, που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της ειδοποίησης Ένστασης της Εναγομένης στην Αίτηση αυτή, είναι ότι παρουσιάζει θέσεις γενικές, στον βαθμό που η γενικότητα τους επιτρέπει να εξεταστούν, αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση αντιφατικές, που δεν δικαιολογούν απόρριψη της Αιτήσεως. 29. Προς υποστήριξη προαναφερόμενου σκεπτικού μου για την κατάληξη μου να εγκρίνω το Αίτημα, παραπέμπω και στην ακόλουθη νομολογία. 30. Στην υπόθεση Κυριάκου ν Αναστασίου
(2013)1Α Α.Α.Δ 148, αναλύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο ο σκοπός της Δ.18 των Θ. Π. Δ. στην δικονομία μας: «. είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν "... ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.". Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση "condescend upon particulars". Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff's claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.".». 31. Αρχές που επαναβεβαιώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Αγάπιος Καμένος κ. α. ν Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A554, Πολιτική Έφεση Αρ. 102/2011, 22/07/2014: «Έχοντας υπόψη τους πιο πάνω ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, εκείνο που το πρωτόδικο δικαστήριο ήθελε να τονίσει με την εναρκτήρια δήλωση του, προτού προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας, ήταν ότι οι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων «προβάλλονται γενικά και αόριστα» χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να τους στηρίζει. Κατά την άποψή μας, δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτό στην πιο πάνω προσέγγιση του δικαστηρίου, εφόσον αμέσως μετά την εναρκτήρια δήλωσή του, το πρωτόδικο δικαστήριο προχωρεί και εξετάζει λεπτομερώς τον καθ' ένα από τους πιο πάνω ισχυρισμούς για να επαναλάβει ότι αυτοί δεν κρίθηκαν επαρκείς για να τεκμηριώσουν καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση. Φαίνεται ότι το δικαστήριο προτού καταλήξει, έλαβε σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι οι Εφεσείοντες παρέλειψαν να αντεξετάσουν τον κ. Χρ. Παπαλαμπριανού που ορκίστηκε την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ώστε να ενισχύσουν τους ισχυρισμούς τους. Το πρωτόδικο δικαστήριο στην απόφαση του παρέπεμψε στις υποθέσεις Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1A CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Tlais
(1991)1 AAΔ 239 και Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1Α ΑΑΔ 22 στις οποίες νομολογήθηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ενός εναγομένου ο οποίος έχει το βάρος απόδειξης, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί, αφού θα ήταν εύκολο σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια. Στην προκειμένη περίπτωση ορθά κατά την άποψή μας το πρωτόδικο δικαστήριο τοποθετήθηκε επί των ισχυρισμών των Εφεσειόντων. ................................ Ως προς το λόγο που αφορά στο εύρημα ότι δεν αποδείχθηκε καλόπιστη υπεράσπιση, έχει αποκρυσταλλωθεί νομολογιακά ότι δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή απλώς να παραθέτει μια νομική ένσταση. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ
(2011)1Β ΑΑΔ 1280:- «Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ. 818).» Αναμφίβολα η παροχή λεπτομερειών είναι αυτή που θα δώσει υπόσταση στους ισχυρισμούς των εναγομένων. Διαφορετικά θα σήμαινε ότι με τη διατύπωση απλών ισχυρισμών θα παραχωρείτο το δικαίωμα υπεράσπισης (βλ. CY.E.M.S. Co Limited v. The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1Γ ΑΑΔ 1912). Είναι γι' αυτόν το λόγο που οι εναγόμενοι, οι οποίοι έχουν και το σχετικό βάρος να ικανοποιήσουν το δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση, θα πρέπει να βεβαιώνονται ότι θέτουν ενώπιον του δικαστηρίου αρκετές λεπτομέρειες και στοιχεία που να επιτρέπουν στο δικαστήριο να καταλήξει επί του θέματος της ύπαρξης καλόπιστης υπεράσπισης. Στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσείοντες εκείνο που έθεσαν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν ήταν τίποτε άλλο από διάφορους γενικούς ισχυρισμούς οι οποίοι, όπως ορθά έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν ήταν αρκετοί, σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, για να αποδείξουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Αυτό το συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν μπορεί να ανατραπεί.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Προσθέτω στα προαναφερόμενα και τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1999, στην σελίδα 58, υπό την θεματική ενότητα «Leave to defend-unconditional leave», ειδικότερα σε σχέση με τον τρόπο που ελέγχεται από το Δικαστήριο εάν ο εναγόμενος διάδικος, καθ' ου η αίτηση σε αίτηση για συνοπτική απόφαση, έχει τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης: «The power to give summary judgement under O. 14 is "intended only to apply to cases where there is no reasonable doubt that a plaintiff is entitled to judgement, and where therefore it is inexpedient to allow a defendant to defend for mere purposes of delay". As a general principle, where a defendant shows that he has a fair case for defence, or reasonable grounds for setting up a defence, or even a fair probability that he has a bona fide defence, he ought to have leave to defend. Leave to defend must be given unless it is clear that there is no real substantial question to be tried; that there is no dispute as to facts or law which raises a reasonable doubt that the plaintiff is entitled to judgement. O. 14 was not intended to shut out a defendant who could show that there was a triable issue applicable to the claim as a whole from laying his defence before the Court, or to make him liable in such a case to be put on terms of paying into Court as a condition of leave to defend. Summary judgement under this Order should not be granted when any serious conflict as to matter of fact or any difficulty as to matter of law arises. Its is trite law that the mere assertion in an affidavit of a given situation does not ipso facto provide leave to defend, since the defendant must satisfy the Court that he has a fair or reasonable probability of showing a real or bona fide defence, i. e. that his evidence is reasonably capable of belief. Two tests are appropriate, namely. "Is what the defendant says credible?" and "Is there a fair or reasonable probability of the defendant having a real or bona fide defence? Where an issue of fact is raised, the first question must be answered in the affirmative before considering the second.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  2. Κατ΄ ακολουθίαν των προαναφερόμενων, η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει και συνεπώς εγκρίνεται η έκδοσης, συνοπτικά, απόφασης υπέρ του Ενάγοντα / Αιτητή και εναντίον της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση, για το ποσό των €1.199,40, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού ετησίως από 04/01/2017 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα της Αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. ειδικότερα το Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση της, που είναι επιστολή ημερομηνίας 05/03/2013 που υπογράφει η κα Μάρω Γεωργιάδου για την Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Εμπορίας, Βιομηχανίας και Τουρισμού και αναφέρεται στο γεγονός της ανανέωσης της σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 18/09/1980, Τεκμήριο
  3. [2] Βλ. Τεκμήριο 1 στην ένορκο της δήλωση. [3] Πρόκειται για το έγγραφο, σε σχέση με το οποίο δεν τίθεται ζήτημα χαρτοσήμανσης του, όπως η Εναγομένη έθεσε προς εξέταση, δεδομένων των προνοιών των Άρθρων 4
(1)(i) και 29(δ) του Περί Χαρτοσήμων Νόμου, Νόμος 19/1963. [i] Βλ. Αθηνούλα Δημητρίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782. [ii] Βλ. Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R 130. [iii] Βλ. Kyriakides v Ioannou
(1966)1 CLR 265 και Hermes Insurance Co. Ltd v Theodorides
(1983)1 CLR 333. [iv] Βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Ιωάννης Ανδρονίκου κ. α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ.
(2007)1 Α.Α.Δ. 977, J & M Loizides Agencies Ltd κ. α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1280 και Αγάπιος Καμένος κ. α. ν Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A554, Πολιτική Έφεση Αρ. 102/2011, ημερομηνίας 22/07/
  1. [v] Βλ. στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1, στην σελίδα
  2. [vi] Βλ. στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1, στην σελίδα
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.