Σωτήρης Νικολάου κ.α. ν. Astrobank Ltd, Αίτηση Έφεση αρ.: 41/17, 6/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αίτηση Έφεση αρ.: 41/17 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμο 9/65 ως τροποποιήθηκε. Μεταξύ:
- Σωτήρης Νικολάου
- Θεοδώρα Νικολάου Εφεσείοντες - Αιτητές -και- Astrobank Ltd Εφεσίβλητης- Καθ' ης η Αίτηση 6 Ιουλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους εφεσείοντες-αιτητές: κ. Γρ. Σαββίδης Για την εφεσίβλητη-καθ΄ης η αίτηση: κα Σ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Με την παρούσα αίτηση - έφεση επιζητείται ο παραμερισμός της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης καθότι, (α) εκκρεμεί ανταπαίτηση της εφεσείουσας στα πλαίσια αγωγής που καταχώρισε η εφεσίβλητη και (β) η παράλληλη διαδικασία του μέρους VIA που τροχοδρόμησε η εφεσίβλητη, ανεξάρτητη δικονομικά από την αγωγή αλλά όμοια ως προς το αντικείμενο τους συνιστά κατάχρηση. Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης εγκαταλείφθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων από μέρους του συνηγόρου των εφεσειόντων.
- Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 27, 44Α - 44ΙΑΑ του περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Ν.9/65όπως τροποποιήθηκε (από τώρα θα καλείται ο Νόμος) και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του της κας Θ. Νικολάου. Η δε εφεσίβλητη - καθ΄ ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται η τράπεζα) φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και αυτή συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Σ. Σάββα.
- Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία και οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Τα αδιαμφισβήτητα και ουσιώδη γεγονότα όπως προκύπτουν από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις έχουν ως ακολούθως: α) Η τράπεζα παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στους εφεσείοντες. Η εφεσείουσα αρ. 1 για περαιτέρω εξασφάλιση παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας στις 3.5.10 την υποθήκη Υ2801/10 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας (βλ. Τεκμ.Γ). Η πιο πάνω σύμβαση υποθήκης διέπεται με τους όρους του επισυνημμένου εγγράφου υποθήκης. β) Η τράπεζα στις 20.2.15 καταχώρησε εναντίον των εφεσειόντων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την αγωγή με αρ. 351/15 με την οποία αξιώνει μεταξύ άλλων διάφορα χρηματικά ποσά ως επίσης και διάταγμα για εκποίηση υποθηκών στις οποίες περιλαμβάνεται και η πιο πάνω (βλ. Τεκμ.Α). Οι εφεσείοντες στην παρούσα καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία μεταξύ άλλων όχι μόνο αμφισβητούν το αξιούμενο ποσό αλλά και επιζητούν απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείων ή και πιστωτικών διευκολύνσεων είναι άκυρες και ή παράνομες (βλ. Τεκμ.Β). Στη συνέχεια η τράπεζα καταχώρισε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. γ) Η τράπεζα στις 4.7.16 απέστειλε στους εφεσείοντες την ειδοποίηση Τύπος Θ (βλ. Τεκμ.Ε
(1)και Ε
(2)). Ακολούθως επέδωσε στους εφεσείοντες, (α) στις 2.4.17 την ειδοποίηση Τύπος Ι συνοδευόμενη από την ειδοποίηση Τύπος Θ (βλ. Τεκμ.Στ
(1)- Στ
(3)) και (β) στις 11.5.17 τις ειδοποιήσεις Τύπος ΙΑ και ΙΒ (βλ. Τεκμ.Ζ και Η της αίτησης και Τεκμ.4 της ένστασης). Στις 8.6.17 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση - έφεση. 4. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτoς συνήγορος των εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ενόψει του γεγονότος ότι εκκρεμεί αγωγή με την οποία αμφισβητείται το δάνειο στα πλαίσια του οποίου παραχωρήθηκε η επίδικη υποθήκη, αντικείμενο των σχετικών ειδοποιήσεων ως επίσης η παράλληλη διαδικασία του μέρους VIA που τροχοδρόμησε η εφεσίβλητη, ανεξάρτητη δικονομικά από την αγωγή αλλά όμοια ως προς το αντικείμενο τους συνιστά κατάχρηση. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσίβλητης η οποία επισήμανε μεταξύ άλλων ότι η ανταπαίτηση των εφεσειόντων δεν αποτελεί αγωγή για την ειδοποίηση Τύπος Ι βάση του άρθρου 44Γ
(3)(δ). Ήταν η θέση της, ότι υφίσταται προθεσμία για την καταχώριση αγωγής σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπος Ι και αυτό συναρτάται από το λεκτικό της ειδοποίησης Τύπος Θ. Ανέφερε ότι όταν επιδοθεί η ειδοποίηση Τύπος Ι η οποία συνοδεύεται από την ειδοποίηση Τύπος Θ δίδεται χρονικό περιθώριο 30 ημερών στον ενυπόθηκο οφειλέτη να καταβάλει το ποσό του ενυπόθηκου χρέους είτε να καταχωρίσει αγωγή για την ειδοποίηση Τύπος Ι. Περαιτέρω ανέφερε ότι η διαδικασία του μέρους VIA δεν συνιστά κατάχρηση από μέρους της τράπεζας παρά την ύπαρξη αγωγής με την οποία επιζητείται η εκποίηση της επίδικης υποθήκης. 5. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο η ανταπαίτηση που καταχώρισαν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 6.1 Με τον Νόμο 142
(1)/14 εισήχθηκε στον περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ν.9/65το μέρος VIA που αφορά πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Σε περίπτωση υπερημερίας, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 44Β του πιο πάνω Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος. Οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς την παρατηρηθείσα υπερημερία όταν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον τύπο Θ του δεύτερου παραρτήματος και αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο (βλ.άρθρο 44Β
(2)(α) του Νόμου). 6.2 Το άρθρο 44Β
(3)προνοεί ότι οι διατάξεις του δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμα του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύει νόμους και κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του μέρους VIA, εκτός εάν προβλέπεται διαφορικά στο εν λόγω μέρος. 6.3 Η διαδικασία αρχίζει όταν ο ενυπόθηκος δανειστής επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο Ι του δεύτερου παραρτήματος συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλομένου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξη του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σ΄ αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλομένου ποσού (βλ.άρθρο 44Γ
(1)του πιο πάνω Νόμου). Στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της πιο πάνω ειδοποίησης, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, σύμφωνα με τον Τύπο ΙΑ του δεύτερου παραρτήματος στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου (βλ.άρθρο 44Γ
(2)του πιο πάνω Νόμου). 6.4 Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, τύπος ΙΑ να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης για τους ακόλουθους λόγους: «(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί ˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή ˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» (βλ.άρθρο 44Γ
(3)του πιο πάνω Νόμου). 6.5 Περαιτέρω αναφορικά με την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA, ο Νόμος ρητά προνοεί (βλ. άρθρο 44ΙΓ), ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο του οποίου τα έννομα συμφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη στα πλαίσια του πιο πάνω μέρους του Νόμου δύναται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη να καταχωρίσει έφεση στο επαρχιακό δικαστήριο. 7.1 Οι Νόμοι θα πρέπει να είναι σαφείς ως επίσης να υφίσταται και νομική βεβαιότητα. Μερικές φορές παρατηρείται το φαινόμενο ότι οι διατάξεις μιας νομοθετικής πρόνοιας περιέχουν κενά και έτσι καθίστανται ασαφείς. (βλ. Κωνσταντίνου ν Αντωνιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 120). Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd v Δημοκρατίας
(2002)3 ΑΑΔ 528, στη σελ.533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (βλ. Νικολάου ν Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1Β ΑΑΔ 1358, ΚΟΤ ν Παπαδόπουλου
(1990)2 ΑΑΔ 86, Μακεδόνας ν Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 ΑΑΔ 348). Στο σύγγραμμα Maxwell on Interpretation of Statutes 12η Έκδοση 1969, αναφέρεται στη σελ. 99 ότι, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να δώσει τέτοια ερμηνεία στο Νόμο ώστε να είναι βοηθητικό προς την προαγωγή της προβλεπόμενης θεραπείας και επισημαίνεται περαιτέρω στη σελ. 251 ότι τα νομοθετήματα που επεμβαίνουν σε δικαιώματα, όπως στην προκείμενη περίπτωση, υπόκεινται σε αυστηρή ερμηνεία όπως οι ποινικοί νόμοι. Αναγνωρίζεται ότι πρέπει να ερμηνεύονται, όπου αυτό είναι εφικτό, με τρόπο ώστε να σέβονται αυτά τα δικαιώματα (βλ. Walsh v Secretary State of India
(1863)10 H.L.C. 367). Όταν το νόημα είναι διφορούμενο η ερμηνεία που είναι υπέρ της διατήρησης του δικαιώματος πρέπει να υιοθετείται (βλ. David v Da Silva
(1934)A.C. 106). 7.2 Ο νομοθέτης ρητά προέβλεψε ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3)του πιο πάνω Νόμου και μεταξύ αυτών καθότι εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση, που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 14Γ, δηλ. την ειδοποίηση Τύπος Ι. Ο νομοθέτης δεν έχει θέσει οποιαδήποτε προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος να καταχωρίσει αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση Τύπος Ι παρά μόνο με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)του πιο πάνω Νόμου, η έφεση θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ. Οι πρόνοιες του άρθρου 44ΙΓ δεν καθορίζουν ότι η αγωγή στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για την ειδοποίηση. Επίσης ούτε και η ειδοποίηση Τύπος Θ καθορίζει προθεσμία καταχώρισης της αγωγής. Η αναφορά που γίνεται στον Τύπο Θ σε ενδεχόμενο δικαίωμα προσφυγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στην απαίτηση του χρέους δεν παραπέμπει απαρέγκλιτα στο δικαίωμα καταχώρισης της αγωγής σε σχέση με ζήτημα που αφορά στην ειδοποίηση σύμφωνα με τον Τύπο Ι ως επίσης και δεν παραπέμπει σε ενέργεια καταχώρισης αγωγής (βλ. απόφαση Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. στην υπόθεση ZAVOS ROYAL HILLS LTD και ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αίτηση Έφεσης 488/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού). Περαιτέρω ο Τύπος Ι ρητά προνοεί ότι εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει διαφορετική γνώμη να πληροφορήσει για τούτο γραπτώς τον ενυπόθηκο δανειστή σε διάστημα 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης Τύπος Ι. Και κάτι εξίσου σημαντικό. Η ειδοποίηση Τύπος Θ δεν αποστέλλεται όταν ο ενυπόθηκος δανειστής δεν είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα. Επομένως δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της πρόνοιας του Τύπου Θ ως ρυθμιστική των δικαιωμάτων του ενυπόθηκου οφειλέτη. Επισημαίνεται ότι δεν υφίσταται νομοθετική πρόνοια με την οποία να καθορίζεται προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να καταχωρηθεί αγωγή σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπος Ι παρά μόνο η έφεση θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός της προθεσμίας που απαιτεί ο Νόμος και να εκκρεμεί αγωγή. Αν ο νομοθέτης το επιθυμούσε θα το έπραττε. Τονίζεται περαιτέρω ότι εκείνο που απαιτείται είναι η εκκρεμοδικία αγωγής δηλ. να μην έχει ολοκληρωθεί και δεν αξιώνει οτιδήποτε άλλο σε σχέση με αυτήν. Η ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης Τύπος ΙΑ παραμερίζεται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3)όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω και ένας από τους λόγους είναι η εκκρεμοδικία της αγωγής σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπος Ι και νοουμένου ότι η έφεση καταχωρήθηκε εντός της πιο πάνω προθεσμίας. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή, χωρίς να εξεταστεί, θα ήταν άνευ αντικειμένου και κατ΄επέκταση θα ισοδυναμούσε με άρνηση δικαιοσύνης και παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και αποτελεσματικής θεραπείας, δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται τόσο από τα άρθρα 6§1 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και από το άρθρο 30§2 του Συντάγματος. Τα δικαιώματα πρέπει να είναι πρακτικά και αποτελεσματικά και όχι θεωρητικά και αφηρημένα. (βλ. Artico v Italy no 6694/74 ημερ. 13.5.1980). 7.3 Προκύπτει από τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ότι η τράπεζα παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στους εφεσείοντες. Η εφεσείουσα αρ. 1 για περαιτέρω εξασφάλιση παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας στις 3.5.10 την υποθήκη Υ2801/10 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας (βλ. Τεκμ.Γ). Η πιο πάνω σύμβαση υποθήκης διέπεται με τους όρους του επισυνημμένου εγγράφου υποθήκης. Η τράπεζα στις 20.2.15 καταχώρησε εναντίον των εφεσειόντων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την αγωγή με αρ. 351/15 με την οποία αξιώνει μεταξύ άλλων διάφορα χρηματικά ποσά ως επίσης και διάταγμα για εκποίηση υποθηκών στις οποίες περιλαμβάνεται και η υποθήκη αντικείμενο της επίδικης ειδοποίησης (βλ. Τεκμ.Α). Οι εφεσείοντες στην παρούσα καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία μεταξύ άλλων όχι μόνο αμφισβητούν το αξιούμενο ποσό αλλά και επιζητούν απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείων ή και πιστωτικών διευκολύνσεων είναι άκυρες και ή παράνομες (βλ. Τεκμ.Β). Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι η επίδικη υποθήκη είναι άμεσα συνυφασμένη με το δάνειο. Στη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου ρητά προνοείται ότι διέπεται από τους όρους του επισυνημμένου εγγράφου υποθήκης το οποίο αναφέρεται στα δάνεια ή και πιστωτικές διευκολύνσεις που παρείχε η εφεσίβλητη στους εφεσείοντες. Οι εφεσείοντες καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία όχι μόνο αμφισβητούν το οφειλόμενο ποσό αλλά και επιζητούν ως έχει ήδη επισημανθεί, μεταξύ άλλων, και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείων είναι άκυρες και ή παράνομες. Έτσι αμφισβητείται το περιεχόμενο της ειδοποίησης Τύπος Ι και ειδικότερα το μέρος εκείνο που έχει σχέση με το οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω υφίσταται πιθανότητα η ανταπαίτηση να καταστεί άνευ αντικειμένου στην περίπτωση που δεν παραμεριστεί η παράλληλη διαδικασία με όμοιο σκοπό που άρχισε η εφεσίβλητη τράπεζα με τις σχετικές ειδοποιήσεις. Ο όρος αγωγή σημαίνει «πολιτική διαδικασία αρχομένη δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλο τρόπο ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού» (βλ. άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου). Περαιτέρω στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς η ανταπαίτηση εντάσσεται στον όρο αγωγή (βλ. μεταξύ άλλων Δ.30). Στην προκείμενη περίπτωση η ανταπαίτηση των εφεσειόντων στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, συνιστά αγωγή στα πλαίσια της έννοιας του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Νόμου. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η τράπεζα στις 11.5.17 επέδωσε στους εφεσείοντες τις ειδοποιήσεις Τύπος ΙΑ και ΙΒ. Η αίτηση - έφεση καταχωρήθηκε στις 8.6.17, εντός της προθεσμίας των 30 ημερών που διαλαμβάνει το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου. Έτσι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. 9. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η αίτηση - έφεση επιτυγχάνει. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον της εφεσίβλητης όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.): ...... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο