← Κύπρος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΛΟΡΔΟΣ ν. ΞΕΝΙΑ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ, Αγωγή υπ' αρ.: 694/2016, 13/7/2017

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΛΟΡΔΟΣ ν. ΞΕΝΙΑ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ, Αγωγή υπ' αρ.: 694/2016, 13/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αγωγή υπ' αρ.: 694/2016 Μεταξύ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΛΟΡΔΟΣ Ενάγοντας / Καθ' ου η Αίτηση -και- ΞΕΝΙΑ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ Εναγομένη / Αιτήτρια ------------------- Ημερομηνία: 13/07/2017 Αίτηση για διαγραφή μέρους από το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντα ημερομηνίας 21/10/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια / Εναγομένη: κ. Χαράλαμπος Τσέλιγκας Για τον Καθ' ου η Αίτηση / Ενάγοντα: κ. Σπύρος Α. Σπύρου για την Σπύρος Α. Σπύρου Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Με την υπό κρίση Αίτηση, η Εναγομένη, αιτείται από το Δικαστήριο: «(Α) Διάταγμα με το οποίο να διαγράφονται τα πιο κάτω μέρη της Έκθεσης Απαίτησης καθότι αποτελούν ισχυρισμούς οι οποίοι είναι μη αναγκαίοι και/ή σκανδαλώδεις και/ή τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς και/ή να προκαταβάλουν και/ή να προκαλέσουν αμηχανία και/ή να περιπλέξουν και/ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής: i. Ολόκληρη η παράγραφος 5. ii. Η φράση ". σε συνέργεια και/ή ." στην τρίτη γραμμή της παραγράφου 6. iii. Η φράση ". και στους συνεργούς της ." στην τρίτη γραμμή της παραγράφου 9. iv. Η φράση ". και συνέργεια ." στην πρώτη γραμμή της παραγράφου 13. v. Η φράση ". και/ή συνεργοί του ." στην πρώτη γραμμή της παραγράφου 17. vi. Η φράση ". και/ή των συνεργών αυτής ." στην πρώτη και τη δεύτερη γραμμή της παραγράφου 18. (Β) Διάταγμα με το οποίο να διαγράφονται οποιαδήποτε άλλα ζητήματα που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και ήθελαν κριθούν από το Δικαστήριο ως μη αναγκαία και/ή σκανδαλώδη και/ή ως τέτοια που τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς και/ή προκαταβάλουν και/ή να προκαλέσουν αμηχανία και/ή να περιπλέξουν και/ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. (Γ) Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. (Δ) Έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον έξοδα επίδοσης.». 2. Η Αίτηση, βασίζεται: «. στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19, Θ. 4 και Θ. 26 και Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 6, 7 και 9(
  2. j)και στην εγγενή και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να περιφρουρεί την ορθή και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης προς αποφυγή εκτροχιασμού της εκδίκασης της αγωγής.». 3. Ως αναφέρεται στην Αίτηση: «Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται . εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης.». 4. Στην υπό κρίση Αίτηση, καταχωρήθηκε ειδοποίηση Ένστασης από πλευράς Ενάγοντα, δια της οποίας προβάλλονται 12 λόγοι για τους οποίους αυτή πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. 5. Η Ένστασης, βασίζεται: «. στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θ. 1 - 26, Δ.27 Θ. 1 - 4, Δ.35 Θ. 18, Δ.48 Θ. 1 - 4, 8 και 9(j), Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30

(2), στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.». 6. Υποστηρίζεται, από την ένορκη δήλωση της κας Τερψιθέας Σπύρου, που είναι, ως δηλώνει, ασκούμενη δικηγόρος στην Δ. Ε. Π. Ε. που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα σε αυτή την Αγωγή. Αναφορά σε αυτή, γίνεται στην συνέχεια της απόφασης μου, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης αυτής. 7. Ένας από τους λόγους ένστασης του Ενάγοντα, στο Αίτημα της Εναγομένης, είναι ότι: «Η Αίτηση δεν συνοδεύεται με οποιαδήποτε ένορκη δήλωση, που να επεξηγεί τους λόγους που επιδιώκεται το αιτούμενο διάταγμα.» (Λόγος ένστασης υπ' αριθμό 11). Επειδή, ο λόγος αυτός ένστασης, εγείρει ζήτημα εγκυρότητας του υπό κρίση διαβήματος της Εναγομένης, θα ξεκινήσω πρώτα από την εξέταση του, εφόσον, τυχόν επιτυχία του, θα δώσει, άνευ ετέρου, και την κατάληξη. Εν προκειμένω, στο The Annual Practice 1998, στη σελίδα 120, υπό την θεματική ενότητα «Evidence», -σε ότι αφορά την O. 18 r. 19 των Θεσμών Ανωτάτου Δικαστηρίου Αγγλίας (RSC) [[i]], που είναι η αντίστοιχη, θεματικά, δικονομική διάταξη σε ότι αφορά την διαγραφή δικογράφων και οπισθογραφήσεων, της Δ.19 κ. 26 των Θ. Π. Δ., επί της οποίας η υπό κρίση Αίτηση, κατ' ουσία, βασίζεται-, αναφέρεται το εξής: «Where the only ground on which the application is made is that the pleading discloses no reasonable cause of action or defence, no evidence is admitted; and where the only ground on which the statement of claim can be said to disclose no reasonable cause of action is that the action is unlikely to succeed, affidavit evidence is equally inadmissible. But in applications on any or all of the grounds mentioned in the rule or where the inherent jurisdiction of the Court is invoked, affidavit evidence may be and ordinarily is used.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 8. Προκύπτει συνεπώς, ότι, η υποστήριξης του Αιτήματος από ένορκη δήλωση, δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εγκυρότητα του υπό κρίση διαβήματος, κάτι που είναι άλλωστε ξεκάθαρο και από την Δ. 48 κ. 9(
  1. j)των Θ. Π. Δ. δια της οποίας προνοείται ότι: «Saving the powers conferred on the Courts and Judges by section 3 of the Courts of Justice (Supplementary Provisions) Law, Cap. 12, and section 8 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, to make temporary orders without notice under the circumstances and in the manner mentioned and provided in the said sections, all applications other than those mentioned in Rule 8 of this Order shall be made by summons supported by affidavits of the facts relied upon with this qualification that, unless required by the Court or Judge, the undermentioned applications (and any others in which an affidavit is expressly dispensed with) need not be accompanied by affidavit-(
  2. j)under Order 19, Rule 26, for an order striking out unnecessary or scandalous matter in pleadings;» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). (Βλ. επίσης στο The Annual Practise 1958, στην σελίδα 574, υπό την θεματική ενότητα «Striking Out»). Εντούτοις, η αιτούμενη διαγραφή, στην απουσία γεγονότων που να δικαιολογούν το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς διαγραφή, θα κριθεί καθαρά επί της βάσεως που προσφέρει η Δ.19 κ. 26 των Θ. Π. Δ., με αναφορά στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντα που προσβάλλεται μερικά ως απαράδεκτο (βλ. Bullen & Leake & Jacob's Precedents Of Pleadings, 17η έκδοση, στην παράγραφο 1-17). Ως εκ των προαναφερομένων, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης του Ενάγοντα δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη του Αιτήματος. 9. Η Αίτησης, ως έχει ήδη αναφερθεί, αποσκοπεί στην διαγραφή μέρους του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντα το οποίο η Εναγομένη θεωρεί θεσμικά απαράδεκτο. Περιορίζομαι στην εξέταση του μέρους του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντα που η Εναγομένη ειδικά προσβάλλει ως απαράδεκτο με την Αίτηση της αυτή. Ως αναφέρεται στο The Annual Practise 1998, στην σελίδα 120, υπό την θεματική ενότητα «Applicant must specify complaint», «The application should specify precisely what order is being sought ... and precisely what is being attacked whether the whole pleading or endorsement or only parts thereof and if so the alleged offending parts should be clearly specified. ...» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Συνεπώς, δεν αποδέχομαι την οποιαδήποτε εισήγηση της πλευράς της Εναγομένης για διαγραφή μέρους της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντα, του οποίου η διαγραφή δεν έχει επακριβώς τεθεί προς εξέταση με την Αίτηση της. Για αυτό τον λόγο το αιτητικό υπό το στοιχείο (Β) της Αίτησης δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. 10. Ως έχει προαναφερθεί, στην προκείμενη περίπτωση, εφαρμογής τυγχάνει η Δ.19 κ. 26 των Θ. Π. Δ., η οποία, ορθά, εν όψει του αντικειμένου της, περιλαμβάνεται στην νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης (βλ. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ. α. ν Alpha Bank Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 990).
  1. Σύμφωνα με την Δ.19 κ. 26 των Θ. Π. Δ.: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.».
  2. Ο γενικός κανόνας, είναι, ότι, ένας διάδικος, δεν μπορεί να υπαγορεύσει σε άλλο διάδικο πως θα θέσει την υπόθεση του («plead») στο δικόγραφο του. Κανόνας που αναδύεται μέσα από την νομολογία, από την οποία προκύπτει, ότι, τέτοια διατάγματα, καταναγκαστικής φύσης («coercive»), δεν εκδίδονται εύκολα από το Δικαστήριο.
  3. Πρωταρχικό κριτήριο, του κατά πόσο ένα δικόγραφο περιλαμβάνει «σκανδαλώδες» ζήτημα, είναι, εάν το ζήτημα αυτό, είναι ή δεν είναι σχετικό με κάποιο από τα θέματα ουσίας που εγείρονται από αυτό (το δικόγραφο). Από αυτή την άποψη, η σχετικότητα του αιτούμενου προς διαγραφή μέρους του δικογράφου, κρίνεται από το εάν οι ισχυρισμοί περί τα γεγονότα που περιλαμβάνονται σε αυτό, θα γινόταν αποδεκτοί κατά την ακρόαση της υπόθεσης, προς ενίσχυση της θέσεως του σε ότι αφορά ένα από τα θέματα ουσίας που εγείρει με το δικόγραφο του για την υπόθεση του. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Odgers On Civil Court Actions, 24η έκδοση, στην σελίδα 211, με παραπομπή στην ρήση του Λόρδου Καγκελάριου Selborne στην υπόθεση Christie v Christie
(1873)L.R. 8 Ch. 499, 503, «the sole question is whether the matter alleged to be scandalous would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the pleading which is material with reference to the relief prayed.». Το σκεπτικό είναι συνεπώς ανάλογο αυτού που κατά το δίκαιο της απόδειξης θέλει κατά την ακρόαση της υπόθεσης να παρουσιάζονται μόνον γεγονότα που σχετίζονται με ένα επίδικο ζήτημα.
  1. Όλα τα προαναφερόμενα, υπενθυμίζω, κρίνονται, ενταγμένα στο ευρύτερο πλαίσιο της δίκαιης αντιμετώπισης από το Δικαστήριο των διάφορων ζητημάτων που εγείρονται σε μία υπόθεση. Κάτι, που, -ως έχει υποδειχθεί από τον Αντικαγκελάριο Scott τον Ιούλιο του 1998, στη συζήτηση των Civil Procedure Rules (CPR) στην Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων πριν από την θέσπιση τους εις αντικατάσταση των Rules Of The Supreme Court (RSC) τον επόμενο χρόνο-, είναι σε άκρα αντίθεση, του, το Δικαστήριο, να περιορίζεται στο «να διαιτητεύει ένα διαγωνισμό». Η εξουσία του Δικαστηρίου να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία, πρέπει να ασκείται με στόχο την απόφαση που πρέπει να ληφθεί στην συνέχεια μετά από την δίκη, και έχοντας ως γνώμονα, ότι, η προετοιμασία για την ακρόαση μίας υπόθεσης και η προδικασία από το Δικαστήριο ζητημάτων που αποσκοπούν σε αυτό, πρέπει να είναι ανάλογη και του αντικειμένου που διακυβεύεται.
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, ως έχει προαναφερθεί, το ζήτημα που εγείρεται με την Αίτηση αυτή, αφορά δικογράφηση ισχυρισμών του Ενάγοντα στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης του. Τα δικόγραφα, γενικά, πρέπει, ως έχει προαναφερθεί, να εξυπηρετούν την δίκαιη αντιμετώπιση των αντίστοιχων θέσεων των διαδίκων από το Δικαστήριο, μακριά από τακτικισμούς. Πρέπει να επιτυγχάνουν τα μέρη να έρχονται / συναντώνται σε ένα ή περισσότερα ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Οι πρόνοιες των Δ.19, 20 και 21 των Θ. Π. Δ. είναι σε αυτό ακριβώς που αποσκοπούν. Τα μέρη, να προσδιορίσουν τα ζητήματα που επιθυμούν την κρίση του Δικαστηρίου προς επίλυση τους, χωρίς διεύρυνση τους σε βαθμό που να αποτρέπεται οποιοσδήποτε από τους διάδικους από του να γνωρίζει ξεκάθαρα τι είναι που θα συζητηθεί στην δίκη και αποφασιστεί τελικώς από το Δικαστήριο. Όπως, από πολύ νωρίς ελέχθη, σε ότι αφορούσε το σύστημα της δικογραφίας που γνωρίζουμε σήμερα -που είχε εισαχθεί στο αγγλικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης από την Judicature Act 1873- στην υπόθεση Thorp v Holdsworth
(1876)3 Ch. D 637 από τον Jessel M. R.: «... the whole meaning of the system [της δικογραφίας] is to narrow the parties to define issues, and thereby to diminish expense and delay, especially as regards the amount of testimony required on either side at the hearing.» (η έμφασης είναι δική μου). (βλ. επίσης Barclays Bank v Boulter [1999] 1 W.L.R. 1919). Συνεπώς, η ουσία και ο σκοπός της δικογραφίας -και ειδικότερα της έκθεσης απαίτησης-, είναι ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και η ειδοποίησης του αντιδίκου, κατά τρόπο δίκαιο, της υπόθεσης, που, σε γενικές γραμμές, έχει να αντιμετωπίσει (βλ. McPhilemy v Times Newspapers Ltd [1999] 3 All E.R. 775). Επιπρόσθετα, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's Precedents Of Pleadings, 17η έκδοση, στην παράγραφο 1-12, στους σκοπούς της δικογραφίας, περιλαμβάνονται, ο καθορισμός των ορίων μίας αγωγής, και η παροχή ενός αρχείου που να αφορά την έκταση της συγκεκριμένης διαφοράς (για αντιμετώπιση τυχόν μελλοντικών θεμάτων, όπως π. χ. δεδικασμένου). Καθώς επίσης, έχουν κεντρικό ρόλο στη διαχείριση της υπόθεσης από το Δικαστήριο κατά το στάδιο της προδικασίας, εφόσον, τα επίδικα ζητήματα, αποτελούν την βάση για την έκδοση σχετικών οδηγιών του Δικαστήριου (βλ. Δ.30 των Θ. Π. Δ.). 16. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι, σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, -μεταγενέστερης των αλλαγών που επήλθαν στην Αγγλία σε ότι αφορά το ζήτημα της δικογραφίας από τους CPR-, μάχες τακτικής για το περιεχόμενο της δικογραφίας και δη σε ότι αφορά αυτό της απαιτήσεως, είναι κατακριτέες. Αξιοσημείωτη, εν προκειμένω, είναι η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση McPhilemy v Times Newspapers Ltd [1999] 3 All E.R. 775, στην οποία αναφέρθηκε το εξής: «Unless there was some obvious purpose to be served by fighting over the precise terms of pleadings, contests over their terms are to be discouraged». Όπως επίσης αξιοσημείωτη είναι, για το ζήτημα αυτό, και η ακόλουθη αναφορά του Λόρδου Δικαστή Saville, στην υπόθεση British Airways Pensions Trustees Ltd v McAlpine
(1995)45 Con. L. R. 1, -εκδοθείσας προγενέστερα των προαναφερόμενων αλλαγών που επήλθαν στην Αγγλία σε ότι αφορά το ζήτημα της δικογραφίας από τους CPR-: «Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, nor an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing.».
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, η βάση της απαίτησης του Ενάγοντα, είναι, κατ' ουσία, τα αστικά αδικήματα του λιβελλου, της δυσφήμισης και της επιζήμιας ψευδολογίας. Με αυτό ως δεδομένο, κρίνω, ότι, τα προσβαλλόμενα ως απαράδεκτα μέρη της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντα, αφορούν ισχυρισμούς για γεγονότα, που, αν αποδειχθούν κατά την δίκη, θα ενισχύσουν την αληθοφάνεια της εκδοχής του σε ότι αφορά την διάπραξη εναντίον του από την Εναγομένη των προαναφερόμενων αστικών αδικημάτων επί των οποίων η απαίτησης του βασίζεται, και ως εκ τούτου, όχι απαράδεκτα [και μάλιστα ξεκάθαρα] δικογραφικά. Ισχυρισμοί γεγονότων για τις σχέσεις των διαδίκων και πως αυτές εξελίχτηκαν ώστε να εκδηλωθεί η κατ' ισχυρισμό έκνομη συμπεριφορά της Εναγομένης έναντι του Ενάγοντα, είναι επιτρεπτό να παρουσιαστούν κατά την δίκη, προς υποστήριξη των προαναφερόμενων βάσεων επί των οποίων ο Ενάγοντας θέτει την απαίτηση του. Αυτή είναι η σημασία, κατά την άποψη μου, δικογραφικά, του προβαλλόμενου ισχυρισμού του Ενάγοντα της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης του, η οποία, δεν πρέπει να διαβάζεται απομονωμένα, αλλά σε συνέχεια των όσων ισχυρισμών προβάλλονται δια της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντα, ως δίδουσα κάποιες λεπτομέρειες αυτής. Ενώ, σε ότι αφορά τους προσβαλλόμενους ισχυρισμούς των υπόλοιπων παραγράφων της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντα, 6, 9, 13, 17 και 18, που αφορούν την ισχυριζόμενη συνέργεια και συντονισμό της Εναγομένης και με άλλα πρόσωπα για να διαπραχθούν σε βάρος του Ενάγοντα τα προαναφερόμενα αστικά αδικήματα, απλά σημειώνεται, ότι, το στοιχείο της κακοβουλίας, στο οποίο οι εν λόγω ισχυρισμοί προφανώς παραπέμπουν, έχει σημασία στις περιπτώσεις όπου για την διάπραξη του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης και λιβελλου, από πλευράς εναγομένου εγερθεί η υπεράσπισης ότι το δημοσίευμα ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος (βλ. Άρθρο 19(β) του Κεφ. 148) ή η υπεράσπισης ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό όμως υπό επιφύλαξη προνομιούχο (βλ. Άρθρο 21 του Κεφ. 148). Αν και ο Ενάγοντας, τέτοιες λεπτομέρειες κακοβουλίας δύναται να τις δώσει με το δικόγραφο της απάντησης του, αφότου η Εναγομένη εγείρει μία εκ των υπερασπίσεων αυτών, δεν είναι απαράδεκτο αυτό να γίνεται εξ υπαρχής, προκαταβάλλοντας την Εναγομένη δια της έκθεσης απαιτήσεως του (βλ. Bullen & Leake & Jacob's Precedents Of Pleadings, 17η έκδοση, στις παραγράφους 37-20, 37-30, 37-39 και 37-58). Ενώ, σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας, η δικογράφηση ισχυρισμού για κακοβουλία στην έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα, είναι, σύμφωνα με την νομολογία, απαραίτητη (βλ. Bullen & Leake & Jacob's Precedents Of Pleadings, 17η έκδοση, στην παράγραφο 38-04).
  2. Καταληκτικά, το τι πρέπει να αναφερθεί είναι ότι, σημασία στην προκείμενη περίπτωση έχει, ότι, η πλευρά της Εναγομένης, έχει υπόψη της, δια των όσων δικογραφεί στην έκθεση απαίτησης του ο Ενάγοντας, τις παραμέτρους τις υπόθεσης του, ώστε να μπορεί να τις αντιμετωπίσει κατά την ακρόαση της από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η όποια δικογραφική ατέλεια (ή εκτροπή από το ορθό πρότυπο σύνταξης δικογράφου) στην έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα, δεν δικαιολογείται να αντιμετωπιστεί δια της αιτούμενης διαγραφής.
  3. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
  4. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση της Αγωγής στην ουσία της. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Ως αυτή είχε διαμορφωθεί και είχε κατά το έτος
  5. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.