Α. PILOTTOS LTD HE18920 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α. Ε. ν. ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Αίτηση / (Έφεση) υπ' αρ.: 51/2017, 3/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση / (Έφεση) υπ' αρ.: 51/2017 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΕΥΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 1965 ΜΕΧΡΙ (ΑΡ. 10) ΤΟΥ 2015 ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΝΟΜΟ ΑΡ. 10/2015 (Ν. 139(Ι)/2015), ΑΡΘΡΑ 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ και 44ΚΓΑ -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ (ΔΙΑΚΑΤΟΧΗ, ΕΓΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ) ΝΟΜΟΣ ΚΕΦ. 224, ΑΡΘΡΟ 80 -και- ΜΕΤΑΞΥ: Α. PILOTTOS LTD HE18920 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α. Ε. Αιτήτρια / Εφεσείουσα - και -
- ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
- ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Καθ' ων η Αίτηση / Εφεσίβλητων ------------------- Ημερομηνία: 03/07/2017 Μονομερής Αίτηση για έκδοση προσωρινού ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 30/06/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Γεωργία Μ. Τσαλακού για τον κ. Ηλία Χρίστου --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Από Έδρας) [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Με την υπό εξέταση Αίτηση, η Αιτήτρια, ζητά από το Δικαστήριο, την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται ή/και να ακυρώνεται η απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου Λάρνακας ημερ. 30/05/2017 ή/και κάθε μέτρο εκτέλεσης εναντίον της Αιτήτριας μέχρι νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου ή/και μέχρι τελικής εκδίκασης της κυρίως αίτησης/έφεσης ...». [Β]. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
- Η Αίτηση βασίζεται: «. επί του Συντάγματος αρ. 30, επί των Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.17 Θ. 10, Δ.33, Δ.
- Θ. 1-
- Δ.64, Δ.57, Δ.30, επί του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ. 224) αρ. 80, επί του Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν. 139(Ι)/2015αρ. 51 στα άρθρα 23, 25, 26, 28, 30, 54 και 152 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/62και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου καθώς επίσης και τη σχετική νομολογία.».
- Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του κ. Ανδρέα Ανδρέου, που είναι, ως δηλώνει, διευθυντής της Αιτήτριας, ημερομηνίας 30/06/
- Στα ουσιαστικότερα σημεία της μαρτυρίας του εν λόγω ενόρκως δηλούντος, επανέρχομαι στην συνέχεια της απόφασης μου, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο για σκοπούς εξέτασης των ζητημάτων που εγείρονται από την υπό κρίση Αίτηση. [Γ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ Η νομική βάση της Αίτησης
- Έχει νομολογηθεί, ότι, σε ενδιάμεση αίτηση -όπως η υπό κρίση- «ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 κ. 1 των Θ. Π. Δ., όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου» (βλ. Μαχλουζαρίδης ν Ιωαννίδη κ. α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, 970). Στην προκείμενη περίπτωση, καμία από τις διατάξεις που καταγράφονται στην νομική βάση της Αίτησης δεν δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα «αναστολής ή/και ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου Λάρνακας ημερ. 30/05/2017». Ως εκ του λόγου αυτού, η υπό κρίσης Αίτησης πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται.
- Ενδιάμεσα διατάγματα, εκδίδονται από το Δικαστήριο, συνήθως, κατ' επίκληση της εξουσίας που αντλεί από Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 14/1960») και τα Άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 6»), που, στην προκείμενη περίπτωση, ως έχει προαναφερθεί, δεν αποτελούν μέρος της νομικής βάσης της Αίτησης. Σημειώνεται, ότι, δεν υπήρξε συγκεκριμένη εισήγησης από πλευράς της συνηγόρου της Αιτήτριας κατά την ενώπιον μου αγόρευση της, εάν το Αίτημα της Αιτήτριας θα μπορούσε να θεμελιωθεί εκ των οποιονδήποτε από τις προαναφερόμενες νομοθετικές διατάξεις. Η δε επίκλησης των διατάξεων των Θ. Π. Δ. από πλευράς της Αιτήτριας, δεν μπορεί να υποστηρίξει το Αίτημα. Σε κάθε όμως περίπτωση, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο, στην βάση εισήγησης περί του βάσιμου του αιτήματος της Αιτήτριας επί των προαναφερόμενων διατάξεων, ποια θα ήταν η απόφασης του Δικαστηρίου. Το εναρκτήριο μέσο της αίτησης / (έφεσης) και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (ειδική και γενική)
- Ξεκινώ με την εξέταση των Άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6 που εξειδικεύουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει ενδιάμεσα διατάγματα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Και τα δύο αυτά άρθρα του Κεφ. 6, παρέχουν την ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα της φύσης που εξειδικεύεται από αυτά, στα πλαίσια «αγωγής» που εκκρεμεί στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, πριν από οτιδήποτε άλλο, το Δικαστήριο πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο το διάβημα της αίτησης / (έφεσης), όπως είναι και το υπό κρίση κυρίως διάβημα, εμπίπτει εντός του όρου «αγωγή», στα πλαίσια του οποίου το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία έκδοσης διαταγμάτων βάσει των εν λόγω Άρθρων 4 και 5 του Κεφ.
- Ως καταγράφεται στην νομική βάση της Αίτησης / (Έφεσης), αυτή, εξ όσων μπορώ να αντιληφθώ, υποβάλλεται στην βάση των προνοιών του Άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 9/1965»). Σύμφωνα με αυτό: «
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω (επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι' οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ' ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 7. Ως εκ τούτου, οι πρόνοιες του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956 (στο εξής καλούμενος «ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 1956»), που ορίζουν τον τύπο της αίτησης / (έφεσης), που, σύμφωνα με τον Κανονισμό 5 του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956, υποβάλλεται με δια κλήσεως αίτηση, τυγχάνουν και εδώ εφαρμογής (Βλ. Λάμπρος Ηροδότου Λαμπριανού ν Ευφημίας Λαμπριανού Μιχαήλ κ. α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1779). Σημειώνονται εδώ, καθότι αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το σκεπτικό μου που ακολουθεί, οι πρόνοιες του Κανονισμού 17 του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956, σύμφωνα με τις οποίες, για ζητήματα πρακτικής και διαδικασίας, για τα οποία δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στους υπό αναφορά κανονισμούς, εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες των σε ισχύ περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών («οι Θ. Π. Δ.»), στον βαθμό που αυτές μπορούν να εφαρμοστούν.
- Με αυτό το νομικό υπόβαθρο, επεκτείνεται η σκέψη μου ως το προαναφερόμενο ζητούμενο, - ήτοι κατά πόσο το υπό κρίση κυρίως διάβημα της Αίτησης / (Έφεσης), εμπίπτει εντός του όρου «αγωγή», στα πλαίσια του οποίου το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία έκδοσης διαταγμάτων βάσει των εν λόγω Άρθρων 4 και 5 του Κεφ.
- -, στα εξής.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου 14/1960, «"αγωγή" σημαίνει πολιτικήν διαδικασίαν αρχομένην δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπον ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού ..."» (Βλ. Ιωάννης Καλαβά ν Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1997)1 Α.Α.Δ. 840). Σύμφωνα δε με την Δ. 1 κ. 2 των Θ. Π. Δ. «αγωγή» («action»), σημαίνει «civil proceeding commenced by writ or in such other manner as may be prescribed by any law or Rules of court» και «βάση» («cause»), περιλαμβάνει «. any action or other original proceeding between a plaintiff and defendant». Στον όρο δικόγραφο, περιλαμβάνεται κάθε είδους κλήση που εκδίδεται προς επίκληση της καθ' ύλην αρμοδιότητας αστικού Δικαστηρίου, στην οποία μνημονεύονται οι ισχυρισμοί του αιτούντος διαδίκου και τους οποίους καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει για να του αποδώσει θεραπεία, αν κρίνει ότι αυτοί θεμελιώνουν ένα τέτοιο δικαίωμα του [[i]]. Τα οποία δικόγραφα, με την σειρά τους, ως εύκολα συνάγεται από τα προαναφερόμενα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με αγώγιμο δικαίωμα επί του οποίου ο διάδικος επικαλείται την καθ' ύλην αρμοδιότητα του αστικού Δικαστηρίου. Ως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bank of Cyprus Ltd v Ambrosia Oils and Margarine Industry Ltd a. o.
(1986)1 C.L.R. 190 (με αναφορά στην απόφαση του Λ. Δ. Diplock στην υπόθεση Letang v Cooper [1964] 2 AllE.R. 929), «αγώγιμο δικαίωμα» είναι μία πραγματική κατάστασης, η ύπαρξης της οποίας, δίδει το δικαίωμα σε ένα πρόσωπο να εξασφαλίσει από το Δικαστήριο θεραπεία, από ένα άλλο πρόσωπο. Ο όρος «θεραπεία», με την σειρά του, είναι τόσο ευρύς που περιλαμβάνει, οποιαδήποτε θετική επίλυση ο νόμος μπορεί να προσφέρει σε ένα πρόβλημα με την παρέμβαση του Δικαστηρίου (Βλ. επίσης και τις πρόνοιες του Άρθρου 31 του Νόμου 14/1960). Στο σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, σελίδες 54 έως 58, - υπό την θεματική ενότητα «Ύπαρξη Αγώγιμου Δικαιώματος»), με αναφορά στα Άρθρα 31 και 32 του Νόμου 14/1960 και παραπομπή στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Tsiaos v Kyprianou
(1982)1 C.L.R. 839 και Re Travelwise Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 242 -, σημειώνεται, ότι, η άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, προσδιορίζεται στο Άρθρο 31 του Νόμου 14/1960, το οποίο προβλέπει για την παροχή θεραπείας σε σχέση με την οποιαδήποτε αξίωση στηρίζεται στον νόμο ή τις αρχές της επιείκειας. Όπως σημειώνεται περαιτέρω, δια της προαναφερόμενης πρόνοιας στο Άρθρο 31 του Νόμου 14/1960, «στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο ("legal right") είτε από το δίκαιο της επιείκειας ("equitable right"). Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγων να ικανοποιήσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου.».
- Η Αίτηση / (Έφεση) της Αιτήτριας, εγείρεται, ως έχει προαναφερθεί, στην βάση των προνοιών του Άρθρου 51 του Νόμου 9/
- Σύμφωνα με του λόγους εφέσεως που η Αίτηση / (Έφεση) καταγράφει, η Αιτήτρια, σε γενικές αρχές ισχυρίζεται, ότι, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, κατά την ενάσκηση των διοικητικών του εξουσιών, έλαβε απόφαση βασιζόμενος στις πρόνοιες του Νόμου 9/1965: - (α) κρίνοντας αυτές λανθασμένα, καθότι, η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν είναι πρόσωπο που θα μπορούσε να επωφεληθεί αυτών σύμφωνα [κυριότερα] με τις πρόνοιες του Άρθρου 44ΙΘ του Νόμου 9/1965, (β) οι οποίες πρόνοιες της νομοθεσίας παραβιάζουν σε κάθε περίπτωση τα κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα δικαιώματα της Αιτήτριας, (γ) παράνομα, αφού η εν λόγω απόφαση του προσκρούει σε πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και (δ) ενάντια των αρχών της χρηστής διοίκησης, εφόσον δεν προηγήθηκε έρευνα για την λήψη της απόφασης του, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι αναιτιολόγητη.
- Ως εκ των προαναφερομένων, η Αίτηση / (Έφεση) της Αιτήτριας, - στην οποία η Αιτήτρια έχει συνενώσει ως διάδικους όλα τα πρόσωπα που κρίνει ως αναγκαία προς διακρίβωση του ζητούμενου της από το Δικαστήριο (επανέρχομαι στην συνέχεια επί αυτού του ζητήματος) -, αποκαλύπτει ζήτημα που αφορά ένα αναγνωρισμένο από το νόμο δικαίωμα, (ήτοι, αμφισβήτησης από πλευράς Αιτήτριας της συνταγματικότητας, νομιμότητας, κανονικότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου που ελήφθη δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 441Θ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965, που κατ' ισχυρισμό παραβλέπει και παραβιάζει τα δικαιώματα της Αιτήτριας και επηρεάζει αυτά της Καθ' ης η Αίτηση 2, βασιζόμενη στο Άρθρο 51 του Νόμου 9/1965), το οποίο ζήτημα το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να επιλύσει θετικά μέσα από το πλαίσιο που ο Νόμος 9/1965 ορίζει (Βλ. Lombard Natwest Bank Ltd v Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1990, Λάμπρος Ηροδότου Λαμπριανού ν Ευφημίας Λαμπριανού Μιχαήλ κ. α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1779 και Δημοκρατία ν Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ.
- Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι, το υπό κρίση κυρίως διάβημα της Αίτησης / (Έφεσης), εμπίπτει εντός του όρου «αγωγή», στα πλαίσια του οποίου το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία έκδοσης διαταγμάτων βάσει των εν λόγω Άρθρων 4 και 5 του Κεφ.
- Το Άρθρο 5 του Κεφ. 6
- Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων με βάση τις πρόνοιες των εν λόγω Άρθρων 4 και 5 του Κεφ.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 5 του Κεφ. 6: «5.-
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.
(3)Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό.
(4)Όταν εκδίδεται διάταγμα δυνάμει του άρθρου αυτού, το πρόσωπο, με αίτηση του οποίου εκδίδεται αυτό, δύναται να καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο της επαρχίας στην οποία βρίσκεται η ιδιοκτησία που επηρεάζεται από το διάταγμα, επίσημο αντίγραφο του διατάγματος μαζί με σημείωμα που απευθύνεται στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό, που ζητά να μην μεταβιβαστεί η περιουσία στο όνομα οποιουδήποτε προσώπου άλλου από το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα.
(5)Το Διάταγμα και το σημείωμα είναι προσιτά για επιθεώρηση στο γραφείο όπου κατατέθηκαν και κάθε μεταγενέστερη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας, που γίνεται κατά τη διάρκεια της ισχύος του διατάγματος, είναι άκυρη, η θεραπεία όμως οποιουδήποτε προσώπου στο όνομα του οποίου η ιδιοκτησία ήθελε μεταβιβαστεί με τον τρόπο αυτό συνίσταται μόνο σε απαίτηση αποζημίωσης εναντίον του προσώπου που παραχώρησε ή εκχώρησε σε αυτόν την ιδιοκτησία είτε με πώληση, δωρεά, υποθήκη ή με άλλο τρόπο. Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός προβαίνει σε καταχώρηση σε βιβλίο που τηρείται, για το σκοπό αυτό, η οποία δείχνει ότι τα έγγραφα κατατέθηκαν κανονικά και γνωστοποιεί γραπτώς τον αριθμό της καταχώρησης στο πρόσωπο που κατάθεσε το έγγραφο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, είναι προφανές, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, όπου η υπό κρίση Αίτηση υποβάλλεται στα πλαίσια Αίτησης / (Έφεσης), που σκοπό έχει (ως γίνεται αντιληπτό από τις προβαλλόμενες σε αυτήν θέσεις και ισχυρισμούς), βάση των προνοιών του Άρθρου 51 του Νόμου 9/1965, την εξέταση από το Δικαστήριο της συνταγματικότητας, νομιμότητας, κανονικότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου που ελήφθη δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 441Θ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965, η διαδικασία δεν αφορά «αγωγή για χρέος ή αποζημίωση» (ούτε και η υπό κρίση Αίτηση, στα πλαίσια της οποίας υποβάλλεται, επιδιώκει την εξασφάλιση διατάγματος για χάριν εκτέλεσης μιας ενδεχόμενα εκδοθείσας απόφασης υπέρ της Αιτήτριας για χρέος ή αποζημίωση) και συνεπώς δεν μπορεί να εκδοθεί από το Δικαστήριο κανένα από τα αιτούμενα στην Αίτηση διατάγματα με βάση το προαναφερόμενο Άρθρο 5 του Κεφ. 6 (βλ. το σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, στις σελίδες 40 και 41, υπό την θεματική ενότητα «Η ειδική εξουσία του Δικαστηρίου - Τα άρθρα 4 και 5του Κεφ. 6.» και στην σελίδα 212, υπό την θεματική ενότητα «Οι προϋποθέσεις . (β) Οι προϋποθέσεις του άρθρου 5.»). Το Άρθρο 4 του Κεφ. 6
- Το έτερο Άρθρο 4 του Κεφ. 6, προνοεί, ότι: «
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.
(2)Το διάταγμα μεσεγγύησης που αναφέρθηκε πιο πάνω σημαίνει διάταγμα που ορίζει πρόσωπο ή πρόσωπα για να εισέλθουν σε ακίνητη ιδιοκτησία, που ορίζεται στο διάταγμα, η οποία είναι στην κατοχή του προσώπου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα, και να συλλέξουν, παραλάβουν και αναλάβουν στα χέρια τους τα μισθώματα και τις προσόδους αυτής, καθώς και τα αγαθά και την κινητή περιουσία του εν λόγω προσώπου και να τα κρατούν για όσο χρόνο ορίζεται στο διάταγμα ή μέχρι νεώτερου διατάγματος του Δικαστηρίου.
(3)Το διάταγμα παρέχει στο πρόσωπο που ορίζεται με τον τρόπο αυτό πλήρη εξουσία να ενεργεί καθετί το οποίο διατάσσεται να διενεργηθεί με το διάταγμα αυτό καθώς και κάθε συντελεστικό με αυτό και, από την κοινοποίηση του διατάγματος προς το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε, αυτό στερεί το πρόσωπο αυτό από κάθε τέτοια εξουσία, τηρουμένου μόνο του δικαιώματος του να κατέχει την ακίνητη περιουσία που τελεί υπό μεσεγγύηση, και να συνεχίζει τη διεξαγωγή της εργασίας του σε αυτή και να χρησιμοποιεί την κινητή περιουσία η οποία δυνατό να βρίσκεται σε αυτή για τους σκοπούς της κατοχής αυτής και της διεξαγωγής της εργασίας του.».
- Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, είναι προφανές, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, όπου, ως έχει προαναφερθεί, η υπό κρίση Αίτηση υποβάλλεται στα πλαίσια Αίτησης / (Έφεσης), που σκοπό έχει (επαναλαμβάνω, ως γίνεται αντιληπτό από τις προβαλλόμενες σε αυτήν θέσεις και ισχυρισμούς), βάση των προνοιών του Άρθρου 51 του Νόμου 9/1965, την εξέταση από το Δικαστήριο της συνταγματικότητας, νομιμότητας, κανονικότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου που ελήφθη δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 441Θ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965, το αντικείμενο της υπό κρίση διαδικασίας είναι η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και όχι: (α) η οποιαδήποτε περιουσία [[ii]], η δέσμευση της οποίας επιδιώκεται εκκρεμούσης της εκδίκασης της αγωγής; ή (β) το ίδιο το πρόσωπο της Αιτήτριας, σε σχέση με το οποίο επιδιώκεται η έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος για να παρεμποδιστεί ζημιά της ή δυσμενής επηρεασμός της εκκρεμούσης αυτής. Συνεπώς, το κυρίως διάβημα της Αίτησης / (Έφεσης), δεν αφορά διαδικασία «αγωγής», στα πλαίσια της οποίας μπορεί να εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα με βάση το προαναφερόμενο Άρθρο 4 του Κεφ.
- «για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση», «περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής» ή και διατάγματος, «για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης» και για αυτό τον λόγο δεν είναι δικαιολογημένη η έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων (βλ. το σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, στις σελίδες 40 και 41, υπό την θεματική ενότητα «Η ειδική εξουσία του Δικαστηρίου - Τα άρθρα 4 και 5του Κεφ. 6.» και στις σελίδες από 104 έως και 110, υπό την θεματική ενότητα «Όταν η περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής»). Όπως αναφέρεται στο προαναφερόμενο σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, στην σελίδα 212, υπό την θεματική ενότητα «Οι προϋποθέσεις (α) Οι προϋποθέσεις του άρθρου 4.»: «Για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα δυνάμει του άρθρου 4, η περιουσία θα πρέπει να είναι το αντικείμενο της αγωγής. Δίδεται επίσης εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα για παρεμπόδιση ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού σε πρόσωπα ή περιουσία, με την προϋπόθεση ότι τα ίδια είναι το αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο έχει αυτοτέλεια και μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από το άρθρο
- Όπου υπάρχει αμφιβολία, καλόν είναι η αίτηση να στηρίζεται και στα δύο άρθρα.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960
- Έχοντας αποκλείσει την ευχέρεια εξάσκησης της ειδικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που παρέχεται από τα Άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 στην υπόθεση αυτή, προχωρώ με την εξέταση των προνοιών του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, που παρέχουν στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία έκδοσης και ενδιάμεσων «απαγορευτικών» διαταγμάτων. Σύμφωνα με αυτό: «
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.
(2)Οιovδήπoτε παρεμπίπτov διάταγμα, εκδoθέv συμφώvως τω εδαφίω
(1), δύvαται vα εκδoθή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας, vα ακυρώση ή τρoπoπoιήση oιovδήπoτε τoιoύτov διάταγμα.
(3)Εάv ήθελε φαvή εις τo δικαστήριov ότι oιovδήπoτε εκδoθέv απαγoρευτικόv διάταγμα δυvάμει τoυ εδαφίoυ
(1)εβασίσθη επί αvεπαρκώv λόγωv, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντιόν του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και τηv βλάβηv ήτις πρoσεγέvετo εις αυτό διά της εκτελέσεως τoυ διατάγματoς. Πληρωμή απoζημιώσεως δυvάμει τoυ εδαφίoυ τoύτoυ θα είvαι κώλυμα δι' oιαvδήπoτε αγωγήv δι' απoζημιώσεις εv σχέσει πρoς o,τιδήπoτε εγέvετo συvεπεία τoυ διατάγματoς. Και εάv τoιαύτη αγωγή έχη ήδη εγερθή τo δικαστήριov δύvαται vα διακόψη αυτήv κατά τoιoύτov τρόπov και επί τoιoύτoις όρoις, ως ήθελε θεωρήσει τoύτo πρέπov.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Στην προκείμενη περίπτωση, διαπιστώνεται, ότι, το αιτητικό υπό το στοιχείο (Α) της Αίτησης, δια του οποίου αξιώνεται από την Αιτήτρια «αναστολή ή/και ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λάρνακας ή/και κάθε μέτρου εκτέλεσης εναντίον της Αιτήτριας», δεν αφορά την έκδοση, προσωρινώς, «απαγορευτικού διατάγματος» και ως εκ τούτου, η έκδοσης του, είναι εκτός της εμβέλειας και σχετικής δικαιοδοσίας που το Άρθρο 32 του 14/1960 προσδίδει στο Δικαστήριο.
- Παραμένει, συνεπώς προς εξέταση, κατά πόσο, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, θα μπορούσε το Δικαστήριο, εχόντων των ισχυριζόμενων περιστάσεων, την ευχέρεια, υπό το στοιχείο (Β) της Αιτήσεως -ήτοι, έκδοσης οποιουδήποτε διατάγματος θεωρεί δίκαιο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις-, να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα που να είναι στην φύση του απαγορευτικό και το οποίο να κατοχυρώνει τα δικαιώματα της Ατήτριας.
- Ως έχει νομολογηθεί, η εμβέλεια του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, είναι πολύ ευρεία, ώστε να καλύπτει αιτήσεις ως είναι και η υπό κρίση (δηλαδή, που έχει υποβληθεί στα πλαίσια αιτήσεως που έχει πρωτογενή χαρακτήρα. Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωακείμ κ. α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ. 1)
(2003)1Α Α.Α.Δ 198), δεδομένου, ότι, στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο (Βλ. σχετικά, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Seamark Consultancy Services Limited v Joseph P. Lasala
(2007)1(A) Α.Α.Δ. 162 και Re Helington Commodities κ. α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 926 και το σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, σελίδες 38, 39 και 40, υπό την θεματική ενότητα «Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου - Το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60»).
- Το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, ως έχει προαναφερθεί, δίδει εξουσία στο Δικαστήριο, όταν κρίνει δίκαιο, να εκδίδει και παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα, δεδομένου ότι ικανοποιούνται και συνυπάρχουν [[iii]] οι ακόλουθες προϋποθέσεις [[iv]]: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας, και (γ) Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Στο τελικό στάδιο, το Δικαστήριο, πρέπει, πρόσθετα, να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα [[v]].
- Παρεμπίπτοντα διατάγματα, δύναται να εκδοθούν και μονομερώς, κατ' επίκληση των προνοιών του Άρθρου 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 που προνοεί ότι: «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.». Όπως έχει νομολογηθεί, το υπαρκτό του στοιχείου του κατ' επείγοντος ή άλλων εξαιρετικών περιστάσεων, αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η παροχή θεραπείας, χωρίς να ακουσθεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται, συνιστά παρέκκλιση από τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και τα ευρύτερα συνταγματικά θέσμια και δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται [[vi]]. Η υποβολή του αιτήματος μονομερώς
- Ικανοποιούμε ότι η Αιτήτρια έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, το κατ' επείγον της περίστασης που θα δικαιολογούσε την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς. Αρκεί, για σκοπούς της κατάληξης μου αυτής, να σημειωθούν τα όσα αναφέρονται τις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης δήλωσης του κ. Ανδρέα Ανδρέου ημερομηνίας 30/06/2017 που παρουσιάστηκαν προς υποστήριξη της Αίτησης (βλ. ειδικότερα το Τεκμήριο Γ). Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση
- Ως έχει νομολογηθεί, η προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η οποία πρέπει να πληρείται για να μπορεί να εκδοθεί από το Δικαστήριο ενδιάμεσο διάταγμα, ικανοποιείται, εάν ο αιτητής αποδείξει, ότι, κάτι τέτοιο προκύπτει βάσιμα από το δικόγραφο του. Στον όρο δικόγραφο, ως έχει προαναφερθεί, περιλαμβάνεται κάθε είδους κλήση που εκδίδεται προς επίκληση της καθ' ύλην αρμοδιότητας αστικού Δικαστηρίου, στην οποία μνημονεύονται οι ισχυρισμοί του αιτούντος διαδίκου και τους οποίους καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει για να του αποδώσει θεραπεία, αν κρίνει ότι αυτοί θεμελιώνουν ένα τέτοιο δικαίωμα του.
- Ως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου 14/1960, μία βάση αγωγής [[vii]], «περιλαμβάvει τo σύvoλov τωv γεγovότωv τωv θεμελιoύvτωv τo αγώγιμov δικαίωμα, περί oυ η αγωγή, .». Το δε αγώγιμο δικαίωμα, ως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bank of Cyprus Ltd v Ambrosia Oils and Margarine Industry Ltd a. o.
(1986)1 C.L.R. 190 (με αναφορά στην απόφαση του Λ. Δ. Diplock στην υπόθεση Letang v Cooper [1964] 2 AllE.R. 929), είναι μία πραγματική κατάστασης, η ύπαρξης της οποίας, δίδει το δικαίωμα σε ένα πρόσωπο να εξασφαλίσει από το Δικαστήριο θεραπεία, από ένα άλλο πρόσωπο. Ο όρος «θεραπεία», με την σειρά του, είναι τόσο ευρύς που περιλαμβάνει, οποιαδήποτε θετική επίλυση ο νόμος μπορεί να προσφέρει σε ένα πρόβλημα με την παρέμβαση του Δικαστηρίου (Βλ. επίσης και τις πρόνοιες του Άρθρου 31 του Νόμου 14/1960). 27. Στο σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, σελίδες 54 έως 58, - υπό την θεματική ενότητα «Ύπαρξη Αγώγιμου Δικαιώματος»), με αναφορά στα προαναφερόμενα Άρθρα 31 και 32 του Νόμου 14/1960 και παραπομπή στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Tsiaos v Kyprianou
(1982)1 C.L.R. 839 και Re Travelwise Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 242 -, σημειώνεται, ότι, η άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, προσδιορίζεται στο Άρθρο 31 του Νόμου 14/1960, το οποίο προβλέπει για την παροχή θεραπείας σε σχέση με την οποιαδήποτε αξίωση στηρίζεται στον νόμο ή τις αρχές της επιείκειας. Όπως σημειώνεται περαιτέρω, δια της προαναφερόμενης πρόνοιας στο Άρθρο 31 του Νόμου 14/1960, «στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο ("legal right") είτε από το δίκαιο της επιείκειας ("equitable right"). Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγων να ικανοποιήσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου.». Όπως (σχετικά) αναφέρθηκε και από τον έντιμο, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Κουρρή, στην προαναφερόμενη υπόθεση Re Travelwise Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 242, «. πρέπει να υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα και να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή μεταξύ εκείνου που εξασφαλίζει το διάταγμα και εκείνου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα.».
- Όπως επίσης αναφέρεται στο σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, σελίδες 120 έως 125, - υπό την θεματική ενότητα «Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση - Η πρώτη προϋπόθεση»), «. το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου. .» (Βλ. σελίδα 123).
- Στην προκείμενη περίπτωση, η Αιτήτρια, είναι η αιτήτρια στην Αίτηση / (Έφεση) με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, στα πλαίσια της οποίας η υπό κρίση Αίτησης έχει υποβληθεί, και ως εκ τούτου, εξέτασης, χρήζει η εν λόγω Αίτηση / (Έφεση) (Βλ. το σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, σελίδες 120 έως 125, - υπό την θεματική ενότητα «Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση - Η πρώτη προϋπόθεση» στην σελίδα 122).
- Η Αιτήτρια, με την Αίτηση / (Έφεση), αξιώνει από το Δικαστήριο τα εξής: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του . Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή όπως το Δικαστήριο προβεί σε ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαταγής και/ή γνωστοποίησης και/ή απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίαςς 30/05/2017 στην αίτηση με αριθμό ΑΕ586/2015 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας με την οποία ειδοποιεί για την μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του Ανδρέα Δημητρίου . δυνάμει πωλητήριου εγγράφου με αρ. ΠΩΕ161/1997 ενώ δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή, ήτοι του Ανδρέα Ευθυμίου.».
- Οι λόγοι επί των οποίων η Αιτήτρια βασίζει την Αίτηση / (Έφεση) της, 13 στο σύνολο, συνοψίζονται θεματικά ως έχει προαναφερθεί. Ότι, δηλαδή, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, κατά την ενάσκηση των διοικητικών του εξουσιών, έλαβε απόφαση βασιζόμενος στις πρόνοιες του Νόμου 9/1965: (α) κρίνοντας αυτές λανθασμένα, καθότι, η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν είναι πρόσωπο που θα μπορούσε να επωφεληθεί αυτών σύμφωνα [κυριότερα] με τις πρόνοιες του Άρθρου 44ΙΘ του Νόμου 9/1965, (β) οι οποίες πρόνοιες της νομοθεσίας παραβιάζουν σε κάθε περίπτωση τα κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα δικαιώματα της Αιτήτριας, (γ) παράνομα, αφού η εν λόγω απόφαση του προσκρούει σε πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και (δ) ενάντια των αρχών της χρηστής διοίκησης, εφόσον δεν προηγήθηκε έρευνα για την λήψη της απόφασης του, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι αναιτιολόγητη.
- Η Αίτηση / (Έφεση) της Αιτήτριας, βασίζεται: «. στα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΓ, 44ΚΓΑ, 44ΚΔ και 51 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν. 139(Ι)/2015), στο άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 80 και 81 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος Κεφ. 224, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς 1956, στα άρθρα 23, 25, 26, 28, 30, 54 και 154 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/62και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου τούτου.».
- Έχοντας εξετάσει τα όσα η Αίτηση / (Έφεση) παρουσιάζει, διαπιστώνω (με αναφορά στα αιτήματα που προβάλλονται με αυτήν, την νομική της βάση και τους λόγους επί των οποίων το δικαίωμα της Αιτήτριας σε αυτά βασίζεται, ως έχουν προαναφερθεί) τα ακόλουθα, που με οδηγούν στην κατάληξη, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση από το Δικαστήριο [[viii]].
- Η Αίτηση / (Έφεση) της Αιτήτριας, εγείρεται, ως γίνεται αντιληπτό, στην βάση των προνοιών του Άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 9/1965»). Σύμφωνα με αυτό: «
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω( επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι' οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ' ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1).».
- Σύμφωνα με του λόγους εφέσεως που η Αίτηση / (Έφεση) καταγράφει (επανέρχομαι σε αυτούς στην συνέχεια), η Αιτήτρια, σε γενικές αρχές ισχυρίζεται, ότι, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, κατά την ενάσκηση των διοικητικών του εξουσιών, έλαβε απόφαση βασιζόμενος στις πρόνοιες του Νόμου 9/1965: (α) κρίνοντας αυτές λανθασμένα, καθότι, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν είναι πρόσωπο που θα μπορούσε να επωφεληθεί αυτών σύμφωνα [κυριότερα] με τις πρόνοιες του Άρθρου 44ΙΘ του Νόμου 9/1965, (β) οι οποίες πρόνοιες της νομοθεσίας παραβιάζουν σε κάθε περίπτωση τα κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα δικαιώματα της Αιτήτριας, (γ) παράνομα, αφού η εν λόγω απόφαση του προσκρούει σε πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και (δ) ενάντια των αρχών της χρηστής διοίκησης, εφόσον δεν προηγήθηκε έρευνα για την λήψη της απόφασης του, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι αναιτιολόγητη.
- Ως εκ των προαναφερομένων, η Αίτηση / (Έφεση) της Αιτήτριας, - στην οποία η Αιτήτρια έχει συνενώσει ως διάδικους όλα τα πρόσωπα που κρίνει ως αναγκαία προς διακρίβωση του ζητούμενου της από το Δικαστήριο (επανέρχομαι στην συνέχεια επί αυτού του ζητήματος) -, αποκαλύπτει ζήτημα που αφορά ένα αναγνωρισμένο από το νόμο δικαίωμα, (ήτοι, αμφισβήτησης από πλευράς Αιτήτριας της συνταγματικότητας, νομιμότητας, κανονικότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου που ελήφθη δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 441Θ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965, που κατ' ισχυρισμό παραβλέπει και παραβιάζει τα δικαιώματα της Αιτήτριας και επηρεάζει αυτά του Καθ' ου η Αίτηση 2, βασιζόμενη στο Άρθρο 51 του Νόμου 9/1965), χωρίς στοιχεία που εκ πρώτης όψεως θα το κατέτασσαν ως επιπόλαιο ή/και ενοχλητικό (και από αυτή την άποψη εκλαμβάνεται ως σοβαρό), το οποίο ζήτημα το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να επιλύσει θετικά μέσα από το πλαίσιο που ο Νόμος 9/1965 ορίζει (Βλ. Lombard Natwest Bank Ltd v Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1990, Λάμπρος Ηροδότου Λαμπριανού ν Ευφημίας Λαμπριανού Μιχαήλ κ. α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1779 και το σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, σελίδες 120 έως 125, - υπό την θεματική ενότητα «Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση - Η πρώτη προϋπόθεση» στην σελίδα 125, όπου γίνεται παραπομπή στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημοκρατία ν Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 704 στην οποία αναγνωρίστηκε ότι ισχυρισμός για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής, το οποίο όμως, ως εκφράζεται η άποψη «. από μόνο του δεν φαίνεται να είναι αρκετό για να ικανοποιήσει το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, .»). Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας
- Με την διαπίστωση αυτή ως δεδομένη, προχωρώ στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης που πρέπει να πληρείται ώστε να δικαιολογείται η έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση, ως έχει προαναφερθεί, είναι ο αιτητής να έχει συζητήσιμη υπόθεση επί της βάσης που το δικόγραφο του αποκαλύπτει, ή εν πάση περιπτώσει, ο αιτητής να έχει, στον απαιτούμενο βαθμό, αποδείξει, πιθανότητα να επιτύχει, τελικώς, στις αιτούμενες θεραπείες [[ix]].
- Ως έχει, επίσης, νομολογηθεί, προς διαπίστωση του κατά πόσο πληρείται η εν λόγω προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει, αν, από την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί προς υποστήριξη της αιτήσεως από πλευράς αιτητή, έχει αποδειχθεί ότι αυτός έχει, έναντι του καθ' ου η αίτηση, κάποια πιθανότητα επιτυχίας στην βάση της απαίτησης που το δικόγραφο του αποκαλύπτει ή στις θεραπείες που με αυτό αξιώνει, η οποία είναι πέραν από απλώς πιθανή, που μπορεί όμως να υπολείπεται του ισοζυγίου των πιθανοτήτων [[x]].
- Η διαπίστωση των γεγονότων, επί των οποίων η υπόθεση ενός αιτητή στηρίζεται, σε αιτήσεις του είδους, γίνεται μεν, λαμβανομένου υπόψη του μαρτυρικού υλικού που τίθεται με την μορφή των ενόρκων δηλώσεων όπως προβλέπεται με τις Δ.48 κ. 4
(2)και 39 των Θ. Π. Δ., δεδομένης όμως της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας, με τον πιο πάνω τρόπο, μαρτυρίας, γιατί το δικαστικό αυτό έργο θα διεξαχθεί όταν εξετάζεται η ουσία της αγωγής. Το πιο πάνω εγχείρημα, γίνεται, μόνο για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει το αναγκαίο υλικό για τη διαπίστωση ύπαρξης των σχετικών με αυτό προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 [[xi]]. Ίδιος είναι ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας όταν το αίτημα υποβάλλεται μονομερώς, προς διαπίστωση πάντοτε, «μαρτυρίας με αξία, από άποψης αποδεικτικού υλικού. Δηλαδή, γεγονότων εκτιθέμενων με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση που προβάλλεται» (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ. α. ν Άννας Χρυσάνθου κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253).
- Στην προκείμενη περίπτωση, εύκολα διαπιστώνεται, ότι, η Αιτήτρια, με την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ανδρέου που καταχώρησε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, προβάλλει τους ίδιους ισχυρισμούς, με αυτούς της ένορκης δήλωσης που καταχώρησε προς υποστήριξη της Αίτησης / (Έφεσης). Πριν όμως προχωρήσω με την εξέταση της μαρτυρίας κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, θεωρώ απαραίτητο να αναφερθώ στην νομική πτυχή του ζητήματος που η Αίτηση / (Έφεσης) εγείρει προς εξέταση, για να γίνει καλύτερα αντιληπτή η κατάληξη μου στην συνέχεια.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 5 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011, Νόμος 81(I)/2011, «. η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της: .» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Εμπράγματο βάρος, που, ως αναφέρεται από το Άρθρο 2 του Νόμου 81(I)/2011, για σκοπούς του Νόμου 81(I)/2011, λαμβάνει την ερμηνεία που αποδίδεται στον όρο από τον προαναφερόμενο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, Νόμος 9/
- Εκεί, ερμηνεύεται από το Άρθρο 12
(5)(α) του Νόμος 9/1965, να σημαίνει «. άμεσον τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφισταμένην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου.». Σύμφωνα δε με το Άρθρο 12
(1)του Νόμου 9/1965: «Εκτός ως προνοείται εν άρθρω 29 ή 31, οσάκις ακίνητον υπόκειται εις οιονδήποτε εμπράγματον βάρος ή ο κύριος αυτού τελεί υπό απαγόρευσιν- (α) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω (β) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρ' οιωδήποτε ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παραρτήματι, οσάκις η ύπαρξις του τοιούτου εμπραγμάτου βάρους ή απαγορεύσεως είναι γνωστή εις τον αρμόδιον λειτουργόν του ετέρου τοιούτου Κτηματολογικού Γραφείου ή, αναλόγως της περιπτώσεως, παραρτήματος (γ) ουδεμία μεταβίβασις ή υποθήκη τοιούτου ακινήτου δηλωθείσα παρ' οιωδήποτε ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παραρτήματι άνευ γνώσεως του αρμοδίου λειτουργού περί της υπάρξεως τοιούτου εμπραγμάτου βάρους ή απαγορεύσεως εγγράφεται παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω.». 42. Το Μέρος VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965, επί των διατάξεων του οποίου ο Καθ' ου η Αίτηση 1 (Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας), υπάρχει ο ισχυρισμός ότι έχει βασίσει την προσβαλλόμενη απόφαση του, σύμφωνα με το Άρθρο 44ΙΗ του Νόμου 9/1965, εφαρμόζεται «. σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης επ' ονόματι του αγοραστή.». Σύμφωνα με το Άρθρο 44ΙΘ
(1)του Νόμου 9/1965, η μεταβίβαση του ακινήτου μπορεί να γίνει αυτεπάγγελτα από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ή κατόπιν αιτήματος οποιοιδήποτε από τα πρόσωπα που ορίζονται από τον νόμο, μεταξύ άλλων και του αγοραστή της. 43. Πρόκειται για διαδικασία, που, ως εύκολα γίνεται αντιληπτό, έχει συγκεκριμένο αντικείμενο και αποσκοπεί στην μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας σε αγοραστές - έχει επικρατήσει ο όρος «εγκλωβισμένοι αγοραστές» - στις περιπτώσεις όπου, ενώ έχουν υλοποιήσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης τους με τον πωλητή, αυτός αδυνατεί ή αμελεί ή παραλείπει να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι τους, καθότι, το ακίνητο, ή μέρος αυτού, υπόκειται σε υποθήκη ή/και εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση. Είναι διαδικασία που μπορεί να ξεκινήσει αυτεπάγγελτα από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ή κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από πρόσωπα που ορίζει ρητά η νομοθεσία. Μάλιστα, για να ολοκληρωθεί η διαδικασία, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τα Άρθρα 44ΚΓ και 44ΚΓΑ του Νόμου 9/1965, προϋποτίθεται, από πλευράς αγοραστή,
(1)ανάληψη της υποχρέωσης (δια εμπράγματου βάρους επί της περιουσίας του), ή η καταβολή των τελών μεταβίβασης για την μεταβίβαση του τίτλου και
(2)η εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του αγοραστή για την καταβολή των φόρων του ακινήτου [[xii]], αντικειμένου της σύμβασης.
- Πρόκειται, συνεπώς, περί άσκησης εξουσίας του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ή, άσκησης δικαιώματος από συγκεκριμένα πρόσωπα που ο νόμος καθορίζει, που υπόκειται σε δικαίωμα ενστάσεως από πρόσωπα που ανήκουν σε αυτή την τάξη, και βασίζεται σε απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η οποία, βάσει της νομοθεσίας (ήτοι, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 51 του Νόμου 9/1965), υπόκειται σε αναθεώρηση.
- Στην προκείμενη περίπτωση, η ένορκη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί προς υποστήριξη του αιτήματος, καταδεικνύει ότι, σε σχέση με συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία (κυριότητας της Αιτήτριας), η οποία βαρύνεται δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 5 του Νόμου 81(I)/2011 με εμπράγματο βάρος από τον αγοραστή της (Καθ' ου η Αίτηση 2) προς τον σκοπό μεταβίβασης του προς αυτόν, έχει κινηθεί η διαδικασία δυνάμει των προνοιών του Μέρος VIB του Νόμου 9/1965, ώστε, παρά το γεγονός ότι η αγοραστής της (ήτοι, ο Καθ' ου η Αίτηση 2), δεν έχει εκπληρώσει τις συμβατικές τις υποχρεώσεις προς την Αιτήτρια, σε ότι αφορά το τίμημα πώλησης, και οφείλει επιπρόσθετα προς αυτήν και διάφορα ποσά προερχόμενα από την πληρωμή από πλευράς Αιτήτριας διαφόρων τελών και φορολογίας, την καταβολή των οποίων η Αιτήτρια είχε επίσης αναλάβει δια της μεταξύ τους συμφωνίας, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 (Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας) να προχωρήσει στην μεταβίβαση του προς τον Καθ' ου η Αίτηση 2 (αγοραστή του). Τίθεται ζήτημα προφανώς απαλλαγής του ακινήτου από υποθήκη. Αυτό αναφέρεται στην ειδοποίηση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 30/05/2017, Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ανδρέου, γεγονός, που, στην βάση των όσων έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Αιτητή, δεν μπορεί παρά εκληφθεί ως ένα δεδομένο για την εξέταση της Αίτησης.
- Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί, είναι, κατά πόσο ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, θα μπορούσε να συνενωθεί διάδικος σε αυτή την διαδικασία, για να μπορεί κάποιος να ομιλεί περί εξέτασης ζητήματος ορατής πιθανότητας η Αιτήτρια να δικαιούται εναντίον του θεραπείας. Βασιζόμενος στις πρόνοιες του Κανονισμού 5
(2)του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956 και στον δικαστικό λόγο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λάμπρος Ηροδότου Λαμπριανού ν Ευφημίας Λαμπριανού Μιχαήλ κ. α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1779, καταλήγω ότι, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, δεν θα μπορούσε να συνενωθεί ως διάδικος σε αυτή την Αίτηση / (Έφεση). Πόσο μάλλον ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, τον οποίον η Αιτήτρια συνένωσε ως διάδικο στην υπό κρίση διαδικασία, αντί του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, που δεν είναι ο δια νόμου υπεύθυνος για την απόφαση. Αυτή, είναι μία ουσιαστική διαπίστωσης (αναπόφευκτη, παρά τον χαρακτήρα αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας, καθότι είναι ζήτημα εφαρμογής προνοιών του νόμου). Συνεπώς, από αυτή την άποψη, δεν διαπιστώνεται να πληρείται η δεύτερη προαναφερόμενη προϋπόθεση που τίθεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, σε ότι αφορά την Αίτηση / (Έφεση) που στρέφεται εναντίον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών. 47. Ο γενικός κανόνας, σε ότι αφορά το θέμα της έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων εναντίον προσώπων που δεν είναι διάδικοι σε δικαστική διαδικασία, διατυπώθηκε στην υπόθεση Iverson v Harris
(1802)7 Ves 251, 32 ER 102, όπου ο Λόρδος Eldon LC, είχε αναφέρει ότι, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία: « . to hold a man bound by an injunction, who is not a party in the cause for the purpose of the cause» και ότι, «you cannot have an injunction except against a party to the suit» [[xiii]]. 48. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε από τον Λόρδο Farwell LJ στην υπόθεση Brydges v Brydges [1909] 187, 191 [[xiv]], ως εξής: «. But the Court has no jurisdiction, inherent or otherwise, over any person other than those properly brought before it as parties or as persons treated as if they were parties under statutory jurisdiction (e. g., persons served with notice of an administration decree or in the same interest with a defendant appointed to represent them), or persons coming in and submitting to the jurisdiction of their own free will, to the extent to which they so submit (e. g., creditors of a bankrupt executor, who has carried on business under a power in the will, coming in to claim against the testator' sestate in order to obtain subrogation to the executor's right of indemnity). But the Courts have no jurisdiction to make orders against persons not so before them merely because an order made, or to be made, may or will be ineffectual without it. Even in the case of an injunction Lord Eldon says in Iverson v. Harris (
(1802)7 Ves 251 at 156 - 257, 32 ER 102 at 104): "I have no conception, that it is competent to this Court to hold a man bound by an injunction, who is not a party in the cause for the purpose of the cause. The old practice was that he must be brought into Court, so as according to the ancient laws and usages of the country to be made a subject of the writ"». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 49. Η υπό συζήτηση αρχή, έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Heli-Air (Egypt) J.S.C. v Drescher and Another
(1988)1 C.L.R. 234, Αναφορικά με την Αίτηση της Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd για Παραχώρηση Άδειας για Υποβολή Αίτησης για Ένταλμα της φύσης Certiorari, Αίτηση Αρ. 94/98
(1999)1 Α.Α.Δ. 201, Αναφορικά με την Αίτηση των Εταιρειών Fastact Developments Ltd και Eva Investments Ltd για Παραχώρηση Άδειας για Υποβολή Αίτησης για Ένταλμα της φύσης Certiorari, Αίτηση Αρ. 17/2002
(2002)1 Α.Α.Δ. 543 και Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ ν Του Πλοίου "Nikolay Markin" και άλλων
(1995)1 C. L. R.
- Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν από τον έντιμο Δ. Α. Δ. Δ. (ως ήταν τότε) Χατζηχαμπή στην υπόθεση Fastact ανωτέρω [[xv]]: «Επανερχόμενος στην υπόθεση Masri παρατηρώ ότι το διάταγμα όπως και στην υπόθεση Nicolaou δεν μπορεί να στρέφεται εναντίον του τρίτου προσώπου ως να ήτο διάδικος, αλλά μπορεί μόνο να στραφεί εναντίον του εναγόμενου ως διάδικου και να επεκτείνεται σε περιουσία που βρίσκεται στα χέρια τρίτου προσώπου ως καταπιστευματοδόχου για τον εναγόμενο ως πραγματικό (beneficial) ιδιοκτήτη δεσμεύον το τρίτο πρόσωπο εφόσον επιδίδεται σε αυτό». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Συνεπώς, στην απουσία διάταξης στην νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης [[xvi]], βάσει της οποίας να καθορίζεται το δικαιοδοτικό πλαίσιο με βάση το οποίο το Δικαστήριο καλείται, ασκώντας την εξουσία που του παρέχεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, να αποφασίσει κατά πόσο, τα όσα γεγονότα παρουσιάστηκαν προς υποστήριξη της Αίτησης, δικαιολογούν την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια διαδικασίας αίτησης / (έφεσης), εναντίον του η Αίτησης / (Έφεσης), που στρέφεται εναντίον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών (ή ακόμη και του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας), που, δια νόμου, δεν μπορεί να συνενωθεί ως διάδικος σε αυτήν, δεσμεύομαι από την προαναφερόμενη αρχή της νομολογίας και στην βάση αυτής απορρίπτω το αίτημα. Ειδικότερα, εάν η συνένωσης του αποσκοπούσε απλά και μόνο στο να εξασφαλιστεί ενδιάμεσο διάταγμα εναντίον του.
- Εντούτοις, σημειώνω, εδώ, και τα όσα αναφέρονται για το ζήτημα, στο σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, σελίδες από 43 έως 46, υπό την θεματική ενότητα «Έκδοση διατάγματος εναντίον μη διαδίκου», από τα οποία αφήνεται να νοηθεί, ότι, είναι ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρχουν περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα εναντίον μη διαδίκου, εκεί «που υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι αυτός προτίθεται να βοηθήσει τον εναγόμενο να παραβεί το διάταγμα» (βλ. ειδικότερα τα αναφερόμενα στις σελίδες 43 και 44). Που δεν είναι η περίπτωση εδώ, αφού ξεκάθαρα ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών (ή ακόμα και ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας) αναφέρει, ότι, «θα προβεί στην μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της αγοράστριας, εκτός εάν προσκομιστεί εντός τριάντα ημερών διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά». Αξιοσημείωτο, σε ότι αφορά αυτό ακριβώς το ζήτημα, είναι και το σκεπτικό του έντιμου, Π. Ε. Δ. (ως ήταν τότε), Κ. Κληρίδη στην Αίτηση / (Έφεση) υπ' αρ. 6/2006 του Ε. Δ. Λάρνακας, Λένιας Αυξεντίου ν Stormy Appeal Estate Ltd κ. α., 18/12/2006, ότι, αυτό το γεγονός, δεδομένης της φύσης της αίτησης / (έφεσης) ως διαβήματος (και του δια νόμου αποκλεισμού του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας από διάδικου στην διαδικασία), γενικά, δεν επηρεάζει την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος: «Είναι επομένως φανερό ότι, πράγματι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ή άλλος λειτουργός του Τμήματος δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι διάδικος στην παρούσα περίπτωση. Όμως αυτό, κατά την άποψη μου, δεν επηρεάζει τη δυνατότητα έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται όπως προβεί σε κάποια ενέργεια ή απόσχει από άλλη. Με τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίο μέσω Αίτησης - Εφεσης προσβάλλεται και δύναται να ακυρωθεί μια πράξη ή απόφαση του Διευθυντή, κατά παρόμοιο ασφαλώς τρόπο μπορεί να διαταχθεί είτε η αναβολή ή αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης του ή η προσωρινή απαγόρευση λήψης απ΄ αυτόν κάποιων μέτρων μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης-΄Εφεσης ή ΄Εφεσης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου. Και ένα διάταγμα όπως το διεκδικούμενο εδώ δεν έχει νόημα να μη στρέφεται εναντίον του αρμόδιου αυτού φορέα.». Πρόκειται όμως για πρωτόδικη απόφαση, που είναι σε αντίθεση με τις αρχές της νομολογίας μας, που, μέχρι στιγμής, έχει αναγνωρίσει την ευχέρεια έκδοσης διατάγματος εναντίον μη διαδίκου μόνον σε περιπτώσεις διατάγματος τύπου mareva (παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων) όταν τούτο κριθεί ότι θα υποβοηθήσει το διάταγμα («κυρίως διάταγμα») που το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εκδοθεί εναντίον του αντιδίκου (βλ. στο σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, στην σελίδα 348, υπό την θεματική ενότητα «Διάταγμα εναντίον μη διαδίκου»).
- Τώρα, επί της ουσίας του εξεταζόμενου αιτήματος (σε ότι αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση 2), που, ασχέτως της προαναφερόμενης κατάληξης μου σε ότι αφορά την περίπτωση του Καθ' ου η Αίτηση 1, θα μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο η έκδοσης διατάγματος που να διασφαλίζει το εδώ ζητούμενο, που είναι η απαγόρευση στην υλοποίηση της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, καταλήγω, με βάση τα γεγονότα, στα εξής.
- Από τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν προς υποστήριξη της Αιτήσεως, είναι προφανές, ότι, αμφισβητείται ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, μέχρι στιγμής, ενήργησε κανονικά και στην βάση των αρχών της χρηστής διοίκησης, ως επίσης αμφισβητείται και το ότι ενήργησε ορθά και στη βάση των προνοιών του προαναφερόμενου Μέρους VIB του Νόμου 9/1965 (βλ. συγκεκριμένα τα Άρθρα 44Κ[
(1)(α),
(2), 3(α)], 44ΚΑ, 44ΚΒ[
(1),
(2),
(3)(α),
(4)και
(5)], 44ΚΓ
(5), 44ΚΓΑ[
(1)και
(2)(α)]. Αμφισβητείται, περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί, και η συνταγματικότητα των διατάξεων του εν λόγω νομοθετήματος (ήτοι του Μέρους VIB του Νόμου 9/1965) στην βάση του οποίου ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας έχει ενεργήσει. Στο παρόν στάδιο, και χωρίς να εξετάζω το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας, ικανοποιούμαι από την μαρτυρία που η Αιτήτρια προσκόμισε προς υποστήριξη της Αίτησης της, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα να επιτύχει στην Αίτηση / (Έφεση) της, στη βάση των υπόλοιπων αιτιάσεων της για την καταχώριση της.
- Από τα προαναφερόμενα, οδηγούμε στο συμπέρασμα ότι, η Αιτήτρια, έχει ικανοποιήσει την δεύτερη προϋπόθεση που τίθεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, δηλαδή, ορατής πιθανότητας επιτυχίας της Άιτησης / (Έφεσης), επί της βάσης που αυτή τίθεται (εξαιρουμένου του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας), εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση (συμπεριλαμβανομένου και του Καθ' ου η Αίτηση 1, στην περίπτωση όπου ήθελε υποτεθεί ότι αυτός είναι κατάλληλος διάδικος, ή μπορεί να είναι διάδικος, σε αυτή την διαδικασία). Δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στον αιτητή σε μεταγενέστερο στάδιο
- Στρέφομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται για να δικαιολογείται η έκδοσης ενός ενδιάμεσου διατάγματος. Ως προς το κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στην Αιτήτρια σε μεταγενέστερο στάδιο που θα αποφασιστεί τελικώς η υπόθεση της, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις της εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση (δηλαδή, επιτύχει την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας).
- Ως έχει νομολογηθεί, η επάρκεια των αποζημιώσεων (είτε αφορά ζημιά την οποία ο καθ' ου η αίτηση πιθανόν να κληθεί να πληρώσει, είτε ζημιά την οποία ο αιτητής πιθανόν κληθεί να καλύψει από την εγγύηση που παρείχε για την έκδοση του διατάγματος), είναι παράγοντας άμεσα συνδεδεμένος με τον κίνδυνο αδικίας. Εάν οι αποζημιώσεις αποτελούν πράγματι επαρκή θεραπεία για τον αιτητή, τότε, εάν ο αιτητής επιτύχει στην απαίτηση του, το κατάλληλο ποσό θα του αποδοθεί από το Δικαστήριο και θα έχει με αυτό τον τρόπο επαρκώς αποζημιωθεί. Η μοναδική αδικία, θα είναι, ότι, ο αιτητής, αποστερείται από τα χρήματα αυτά στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την δίκη και την σχετική απόφανση του Δικαστηρίου, αλλά, αυτό, είναι συνήθως θεραπεύσιμο με διαταγή του Δικαστηρίου για επιδίκαση τόκου. Παρομοίως, εάν ο καθ' ου η αίτηση μπορεί επαρκώς να αποζημιωθεί από την επίπτωση της υποβολής του υπό ενός ενδιάμεσου διατάγματος Δικαστηρίου, από αποζημιώσεις στην βάση της εγγύησης που ο αιτητής θα αναλάβει ως όρο για την έκδοση του διατάγματος, ο κίνδυνος της αδικίας είναι λιγότερος και δεν δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος.
- Εντούτοις, ως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Papastratis v Pieridis
(1979)1 C.L.R. 231 και υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη» [[xvii]]. 59. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα γεγονότα ως μου έχουν παρουσιαστεί προς υποστήριξη της Αίτησης, δεν βρίσκω ότι αυτή η προϋπόθεσης πληρείται. Και αυτό κατά την άποψη μου έγκειται στο εξής. Σε περίπτωση όπου η Αιτήτρια επιτύχει στην Αίτηση / (Έφεση) της, τότε, το Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί παρά να διατάξει την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με μόνο φυσικό (από νομικής απόψεως) επακόλουθο (ασχέτως αν προς επίτευξη τούτου, θα είναι αναγκαία και πάλι η δικαστική διαδικασία), την αποκατάσταση του μητρώου που αφορά την υπό συζήτηση ακίνητη ιδιοκτησία (τόσο σε ότι αφορά την κυριότητα του, όσο και σε ότι αφορά τα εμπράγματα αυτού βάρη) ως είχε πριν την οποιαδήποτε αλλαγή έλαβε χώρα βάσει της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας που αποτελεί το αντικείμενο αυτής της Αίτησης / (Έφεσης) (Βλ. Papastratis v Pieridis
(1979)1 C.L.R. 231). 60. Συνεπώς, δεν βλέπω πως υπό αυτές τις περιστάσεις, η Αιτήτρια, μπορεί να ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, όταν, σε κάθε περίπτωση (δηλαδή, ακόμη και στην περίπτωση που το μητρώο της ακίνητης ιδιοκτησίας δεν μπορεί να αποκατασταθεί ως έχει προαναφερθεί - επανέρχομαι σε αυτό το ζήτημα αμέσως μετά -), η όποια ζημιά θα μπορούσε να υποστεί ένεκα αυτής της υπόθεσης (σε περίπτωση ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας), εύκολα θα μπορούσε να αποτιμηθεί σε χρήμα (δεδομένου, ότι, η απαίτησης της Αιτήτριας εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2 είναι ξεκαθαρισμένη) και χωρίς περίπλοκες διαδικασίες, αν οι περιστάσεις το δικαιολογούν, να αξιωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία, η φερεγγυότητα της οποίας, μέσα από αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση (βλ. Electromatic Constructions Ltd v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 258 και Eurocypria Airlines Ltd, υπό εκκαθάριση v Κυπριακής Δημοκρατίας κ. α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783). Κατά την άποψη μου, οι περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, σε συνάρτηση με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων της Αιτήτριας, δεν δικαιολογούν διαφορετική προσέγγιση (βλ. Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ. α. ν Μαρίας Ρολη Λου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066). Ειδικότερα, εν όψει του γεγονότος, ότι, η Αιτήτρια, θα μπορεί να αξιώσει από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 όπως αποζημιωθεί για τα οφειλόμενα προς αυτόν ποσά. Τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί αντίθετη προσέγγιση. Το ισοζύγιο της ευχέρειας
- Στην περίπτωση όπου, ο αιτητής, έχει αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση σε ότι αφορά την απαίτηση του, και οπού δεν θα μπορούσε επαρκώς να αποζημιωθεί σε περίπτωση ζημιάς του λόγω της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, το Δικαστήριο στρέφεται να εξετάσει προς τα πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένης της κατάληξης μου ανωτέρω ως προς το αντίθετο, περιττεύει η εξέτασης αυτού του παράγοντα. [Ε]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η παρούσα Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
- Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ___________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Judicature Act 1925, s. 225, που ορίζει ότι ο όρος «pleading», «. shall include any petition or summons and also shall include the statements in writing of the claim or demand of any plaintiff and of the defence of any defendant thereto and of the answer of the plaintiff to any set-off or counter-claim of a defendant». Βλ. επίσης και τα αναφερόμενα στο Annual Practise 1958, Τόμος 1, σελ.
- Βλ. περαιτέρω και το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Resola Cyprus Ltd v Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 598, ως προς τον τρόπο που ο όρος «δικόγραφο» έχει ερμηνευτεί σε ότι αφορά την εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. [ii] Στο δίδεται η εξής ερμηνεία στον όρο «περιουσία» («property»): «Anything that can be owned. A distinction is made between real property (land and incorporeal hereditaments) and personal property (all other kinds of property) and between tangible property (that which has a physical existence, e.g. chattels and land) and intangible property (choses in action, including intellectual property, and incorporeal hereditaments). ...»; και στον όρο «προσωπική περιουσία» («personal property») η ερμηνεία: «All property that does not comprise land or incorporeal hereditaments». Στο Annual Practice του 1958, Vol. 1, στην σελίδα 1195, με αναφορά στην αγγλική O. 50, r. 3 των αγγλικών θεσμών Ανωτάτου Δικαστηρίου (R.S.C), που είναι σχεδόν ταυτόσημη σε πρόνοιες με το Άρθρο 4 του Κεφ. 5, σε ότι αφορά τον περιεχόμενο σε αυτήν όρο «property or thing», σημειώνονται τα εξής: «The property must be bona fide the subject-matter of the action (Scott v. Mercantile Accident Insurance Co. (1S92), 8 T. L. R. 320). A manufacturing process is not a "property" or "a thing" within the meaning of this Rule (Tudor Accumulator Co., Ltd. v. China Mutual, etc., Co., [1930] W. N. 2pt)». [iii] Δέστε σχετικά την υπόθεση Παραστράτης ν Γλάυκος Πετρίδης
(1979)1 C. L. R. 231. [iv] Οι εν λόγω προϋποθέσεις, έχουν εξεταστεί κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά, παραπέμπω στις ακόλουθες Karydas Taxi Co. v Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου ν Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [v] Στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Θεωρή
(1989)1 Α. Α. Δ. 255 το Ανώτατο Δικαστήριο, στην σελίδα 258, αναφέρει τα εξής σχετικά: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos ν Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
- H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
- Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
- Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseοs, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Πασχάλη Χ' Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Έλενα Αμβροσιάδου ν Martin Coward, Εφέσεις Αρ. 3/2011 και 4/2011, ημερομηνίας 15/01/2013, Έλενα Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1332 και Βαλεντίνα Θεοφάνους
(2010)1 A.A.Δ. 234. [vii] Σύμφωνα με την Δ. 1 κ. 2 των Θ. Π. Δ. «αγωγή» («action»), σημαίνει «civil proceeding commenced by writ or in such other manner as may be prescribed by any law or Rules of court;» και «βάση» («cause»), περιλαμβάνει «. any action or other original proceeding between a plaintiff and defendant;». [viii] Βλ. σχετικά, τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Re Fereos Ltd
(1997)1 A.A.Δ. 959, Re Lumiere T.V. Public Company Ltd
(2006)1 A.A.Δ. 757 και Avila Management Services Ltd κ. α. ν Frantisek Stepanek κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403. [ix] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Wolfgang Reckendorfer v Daphnee France Marie Reckendorfer
(2004)1 Α.Α.Δ. 1132: «Είναι γνωστές οι αρχές που διέπουν το ασφαλιστικό μέτρο, την έκδοση δηλαδή ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος, που σκοπό έχει να διασφαλίσει την εκτέλεση της τελικής απόφασης. Το πρωταρχικό κριτήριο, στην έκδοση τέτοιου διατάγματος, είναι η πιθανολόγηση επιτυχίας της αγωγής. Στο ενδεχόμενο τελικό αποτέλεσμα περιλαμβάνεται βεβαίως, και προσμετρά, και ο βαθμός επιτυχίας σε ό,τι αφορά τις αιτούμενες θεραπείες, το ύψος π.χ. του ποσού που απαιτείται, και αυτού που στο στάδιο της εξέτασης του προσωρινού διατάγματος πιθανολογείται πως θα αποδοθεί στην τελική απόφαση.». Σχετικές είναι και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ. α. ν Άννας Χρυσάνθου κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και Re Μιχάλη Σολομωνίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2126. [x] Στην υπόθεση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ. α. ν Άννας Χρυσάνθου κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά: «Με αυτή τη διευκρίνιση προχωρούμε να εξετάσουμε το κατά πόσο οι εφεσείοντες, με ό,τι είχαν παρουσιάσει, θα έπρεπε να επιτύχουν. Αρχίζουμε με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:- "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law." Στην προκείμενη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση. Η κατάληξη πρωτόδικα ότι δεν καταδείχθηκε πιθανότητα επιτυχίας ήταν απόλυτα ορθή. Το προσωρινό διάταγμα δεν εδικαιολογείτο με βάση το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xi] Βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις C.T. Tobacco Ltd v Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853 και Αντώνης Ανδρέου ν Colossos Signs Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ.
- [xii] Αν πρόκειται για συμβατική υποχρέωση του αγοραστή και όχι του πωλητή. Αφορά δε τις ακόλουθες φορολογίες ή τέλη: (α) Φόρο Ακίνητης Ιδιοκτησίας, δυνάμει του Περί Φορολογίας Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου του 1980, Νόμος 24/1980, (β) Τέλος Ακίνητης Ιδιοκτησίας, δυνάμει του Περί ∆ήμων Νόμου του 1985, Νόμος 111/1985, ή του Περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999, Νόμος 86(Ι)/1999 και (γ) Αποχετευτικά Τέλη, δυνάμει του Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971, Νόμος 1/
- [xiii] Βλέπε επί αυτού και τις υποθέσεις Venables and another v News Group Newspapers Ltd and others [2001] 1 All E. R. 908 και Marengo v Daily Sketch and Sunday Graphic Ltd [1948] 1 All E. R. 406 H. L. Σχετικές επί του προκείμενου αναφορές γίνονται και στα συγγράμματα Halsbury's Laws of Enagland, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παρ. 856 και Kerr On Injunctions, 6η Έκδοση, σελ.
- [xiv] Πιο πρόσφατη επιβεβαίωση του εν λόγω γενικού κανόνα έγινε στην υπόθεση Attorney General v Times Newspapers Ltd [1991] 2 All E. R. 398, H. L., όπου ελέχθη ότι οι θεραπείες της επιείκειας (equity) λειτουργούν in personam. [xv] Κατά την ενάσκηση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η οποία κατ' έφεση ανετράπη, αλλά για λόγους που αφορούσαν την δυνατότητα έκδοσης προνομιακού ακυρωτικού εντάλματος όταν υπήρχε εναλλακτικό ένδικο μέσο διαθέσιμο για τον αιτητή, και όχι για την ορθότητα της προσέγγισης επ' αυτού του ζητήματος. [xvi] Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.64 των Θ. Π. Δ.. Η σημασία της τήρησης των προνοιών της Δ.48, κ. 1 των Θ. Π. Δ., τονίστηκε και στις αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση Αρ. 205/2010, ημερομηνίας 15/01/2013, Αναφορικά με την περιουσία του Ιωάννου Κοντού, Πολιτική Έφεση Αρ. 187/09, ημερομηνίας 29/01/2013, Ashot Egiazaryan κ. α. ν Denoro Investments Ltd κ. α. Πολιτική Έφεση Αρ. 75/2011 ημερομηνίας 19/02/2013 και Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας κ. α. ν Δήμου Αγίας Νάπας, Ποινική Έφεση Αρ. 189/2012 ημερομηνίας 11/09/2013. [xvii] Αρχή, που πρόσφατα επιδοκιμάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση P & MA Restaurant Ltd κ. α. ν Eric John Wakeham, Πολιτική Έφεση Αρ. 286/10, ημερομηνίας 22/02/2013. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο