ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ IZHAK LEVI, Αίτηση υπ' αρ.: 7/2016, 2/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση υπ' αρ.: 7/2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ (ΚΥΡΩΤΙΚΟ) ΝΟΜΟ ΤΟΥ 1970, ΝΟΜΟΣ 95/1970, ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ (ΚΥΡΩΤΙΚΟ) ΝΟΜΟ ΤΟΥ 1979, ΝΟΜΟΣ 23/1979 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ (ΚΥΡΩΤΙΚΟΣ) ΝΟΜΟ ΤΟΥ 1984, ΝΟΜΟΣ 17/1984 -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ IZHAK LEVI ------------------- Ημερομηνία: 02/08/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Μαρίνα Σπηλιωτοπούλου, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα Καθ' ου η Αίτηση Παρών Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα Αλεξάνδρου Α. Χαρά για την Δημητρίου & Δημητρίου Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ 1. Η διαδικασία εξέτασης του αιτήματος των αρχών του Κράτους του Ισραήλ για την έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση προς τον σκοπό εκδίκασης του από αρμόδιο Δικαστήριο του Κράτους του Ισραήλ, αναφορικά με υπόθεση που αφορά την ισχυριζόμενη διάπραξη στην χώρα αυτή συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων που του καταλογίζονται και που η υπό κρίση Αίτηση αφορά, έχει ξεκινήσει από την 22/11/2016 που εξεδόθη εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση προσωρινό ένταλμα σύλληψης από τον έντιμο Πρόεδρο του Ε. Δ. Λάρνακας ([1]), το οποίο εκτελέστηκε αυθημερόν (ήτοι, την 22/11/2016) από την Αστυφύλακα 3241 ([2]) και ο Καθ' ου η Αίτηση την επόμενη ημέρα (την 23/11/2016), για πρώτη φορά, παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για την υποβολή του αιτήματος (βλ. Re Τζενναρο Περελλα (ΑΡ. 2)
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1009 και Re Svetlana Bezpiataia Vladimirovna, Αίτηση αρ. 7/16, 19/01/2016). Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, εξουσιοδότησε την έναρξη της διαδικασίας για την έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση στις αρχές του Κράτους του Ισραήλ, την 16/12/2016, οπόταν και το αίτημα (που επίσημα στο Δικαστήριο κατατέθηκε την 23/05/2017) οδηγήθηκε σε ακρόαση του από το Δικαστήριο (Βλ. Dmitry Kotlyarenko v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 269). [Β]. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
- Στην υπό εξέταση περίπτωση, το αίτημα έκδοσης του Καθ' ου η Αίτηση, έχει υποβληθεί από το Κράτος του Ισραήλ. Τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και το Κράτος του Ισραήλ, έχουν προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων [[i]] (στο εξής καλούμενη «η Σύμβαση»). Η Σύμβασης, αποτελεί μέρος της έννομης τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατόπιν κύρωσης της με τον περί Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόμο του 1970, Νόμος 95/1970 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 95/1970 [[ii]]»). Σε ότι αφορά το Κράτος του Ισραήλ, ότι δηλαδή έχει κυρώσει την Σύμβαση (εκτός των Πρόσθετων Πρωτοκόλλων αυτής), παραπομπή γίνεται στο Τεκμήριο 8 (Τεκμήρια 8.1 έως 8.4) ([3]). Το Τεκμήριο 8.2, που είναι Πιστοποιητικό που εξεδόθη από την Πολιτική Διευθύντρια του Υπουργείου Εξωτερικών της Δημοκρατίας κατ' εφαρμογή των προνοιών του περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμου του 2002, Νόμος 103(I)/2002 ([4]), με παραπομπή και στο σχετικό αρχείο της Διάσκεψης της Χάγης σε Θέματα Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου και του Συμβουλίου της Ευρώπης, Παράρτημα Ι (βλ. και Τεκμήρια 8.3 και 8.4), αναφέρει, ότι: «
- Το Ισραήλ έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση (ETS no. 024) Έκδοσης Φυγοδίκων, που έχει συναφθεί στο Παρίσι στις 13/12/
- Η προαναφερθείσα Σύμβαση της ισχύει καθ' όσον αφορά το Ισραήλ από 26/12/
- Σε σχέση με την πιο πάνω Σύμβαση υπάρχουν επιφυλάξεις/ δηλώσεις/ ενστάσεις από μέρους του Ισραήλ, το περιεχόμενο των οποίων επισυνάπτεται στο Παράρτημα Ι». Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός αυτό, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση και ως εκ τούτου δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης.
- Συνεπώς, εφαρμογής, στην προκείμενη περίπτωση, τυγχάνουν οι διατάξεις της Σύμβασης και του κυρωτικού αυτής Νόμου 95/1970, που υπερτερούν (σε ότι αφορά ζητήματα ουσίας) των διατάξεων του περί Έκδοσης Φυγοδίκων Νόμου του 1970, Νόμος 97/1970, ο οποίος καθορίζει γενικά τις προϋποθέσεις και την διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου (βλ. Άρθρο 9[
(5), (γ)] και 13
(3)του Νόμου 97/1970) [[iii]]. [Γ]. Ο ΣΚΟΠΟΣ 4. Ως προς τις διαδικασίες που αφορούν θέματα έκδοσης φυγοδίκων, όπως είναι η παρούσα, είναι σημαντικό να υπομνησθεί, εισαγωγικά, ο γενικός κανόνας ότι, τα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση κράτη μέλη, υπέχουν σχέση αμοιβαιότητας στην τήρηση των αντίστοιχων συμβατικών τους υποχρεώσεων, σεβόμενα ταυτόχρονα τη διαφορετικότητα των νομικών συστημάτων και διαδικασιών (βλ. Re Γεώργιος Χαρατσίδης, ECLI:CY:AD:2016:A176, Πολιτική Έφεση Αρ. 394/2014, 28/03/2016). Η νομοθεσία που διέπει τις εκδόσεις φυγοδίκων, -όπως και εκείνη που διέπει την αναζήτηση και παράδοση εκζητουμένων προσώπων και οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές συμβάσεις ή αποφάσεις-πλαίσιο-, στηρίζεται στην εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών στο ποινικό σύστημα απονομής της δικαιοσύνης και στην τήρηση, σε ότι αφορά την Δημοκρατία όταν καλείται να αποφασίσει το ζήτημα, των αρχών που καθορίζονται από το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Βλ. Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2013)1Α.Α.Δ 1764 και Gomes v Government of Trimidal and Tobago
(2009)UKHL 21). 5. Η διακρατική συνεργασία επί των πιο πάνω θεμάτων, είναι ένας από τους στόχους της αμοιβαιότητας που είναι αναγκαία για την ευόδωση του ευρύτερου σκοπού της καταπολέμησης του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα (Βλ. Re Περέλλα (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 344 και Re Hachem
(1991)1 Α.Α.Δ. 182), - για αυτό άλλωστε τίθεται και η υποχρέωση που το Άρθρο 1 της Σύμβασης επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη για αμοιβαία απόδοση «. συµφώνως προς τους κανόνας και υπό τους όρους τους καθοριζοµένους εν τοις εποµένοις άρθροις, ατόµων καταδιωκοµένων διά παραβάσεις ή καταζητουµένων επί τω σκοπώ εκτίσεως ποινής ή κατ' εφαρµογήν µέτρου ασφαλείας, υπό των δικαστικών Αρχών του αιτούντος Μέρους» - στο πλαίσιο δε αυτό δίδεται ευρεία και φιλελεύθερη ερμηνεία στα σχετικά νομοθετικά κείμενα (Βλ. Re Petrov
(1996)1 Α.Α.Δ. 856, In Re Mechanov
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228 και Re Yevgeniy Suray
(2011)1Α Α.Α.Δ 453). [Δ]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ, ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ 6. Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση όπου εξετάζονται αιτήματα του είδους, είναι, κατά πόσο, εξεταζόμενη η υπόθεση εντός του δικαιοδοτικού πλαισίου που προσδίδει στο Δικαστήριο εξουσία εξέτασης του υποβληθέντος αιτήματος (βλ. Golov v Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(2001)1 Α.Α.Δ. 1109), έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία (παραδεκτή μαρτυρία κατά το δίκαιο της απόδειξης ([5]) του κράτους που καλείται να προβεί στην έκδοση - στην προκείμενη περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας) που δικαιολογεί την έκδοση του καθ' ου η αίτηση σύμφωνα με τα όσα η σύμβασης προνοεί (Βλ. Re El-Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736, Hachem v Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 Α.Α.Δ. 191, Re Μελάς (Αρ. 3)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1199, Golov v Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(2001)1 Α.Α.Δ. 1109, Re Katcho
(2004)1 Α.Α.Δ. 793, Re Andrew Clive Gardner
(2004)1 Α.Α.Δ. 1481 και Re Serde Efimov
(2009)1 Α.Α.Δ. 326) [[iv]]. 7. Ως αποδεκτό κριτήριο, ήτοι, του ελέγχου από το Δικαστήριο του ικανοποιητικού / επάρκειας της μαρτυρίας για σκοπούς έκδοσης, ως έχει προαναφερθεί, έχει εισαχθεί και το προνοούμενο από το Άρθρο 94 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αναφορικά με το επίπεδο ή βαθμό απόδειξης, με συνακόλουθο την έκδοση διαταγής εφόσον η μαρτυρία δημιουργεί πιθανό τεκμήριο ενοχής (Βλ. Re Mutke
(1982)1 C.L.R. 922, Re Hayek
(1983)1 C.L.R. 266, Re Serde Efimov
(2009)1 Α.Α.Δ. 326, Re George Smith - Γεώργιος Λουκά
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1827, Re Natalia Konovalova, ECLI:CY:AD:2015:D639, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, 30/09/2015 και Re Arie Churakova Alexandrovna, Πολιτική Αίτηση Αρ. 146/2016 [[v]]). 8. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι, προς τεκμηρίωση αιτήματος έκδοσης, δεν είναι αναγκαία η παρουσίαση ολόκληρου του μαρτυρικού υλικού που το αιτών κράτος κατέχει προς απόδειξη της ενοχής του καθ' ου η αίτηση στα αδικήματα που του καταλογίζονται. Το δε Δικαστήριο, δεν αξιολογεί σε βάθος τη μαρτυρία, ούτε προβαίνει σε ευρήματα, αλλά απλώς τη σχολιάζει, εφόσον δεν είναι ο ρόλος του Δικαστηρίου που εξετάζει ζήτημα έκδοσης, να αποφασίσει την ενοχή ή την αθωότητα του καθ' ου η αίτηση (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 136, Re Mounir Katcho
(2004)1 Α.Α.Δ. 793, Re Qasem Hussein Badar
(2004)1 Α.Α.Δ. 1625, Re Serde Efimov
(2009)1 Α.Α.Δ. 326, Re George Smith - Γεώργιος Λουκά
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1827 και Re Natalia Konovalova, ECLI:CY:AD:2015:D639, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, 30/09/2015). 9. Όπως υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Re Natalia Konovalova, ECLI:CY:AD:2015:D639, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, 30/09/2015, με αναφορά στην υπόθεση Μελάς ν Αρχηγού Αστυνομίας κ. α.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2261, «. η διαδικασία που διέπει την έκδοση φυγοδίκου ρυθμίζεται από τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο του 1970 (Ν.97/70)- ιδιαίτερα από το Μέρος ΙΙΙ - και πρόκειται για μια ειδική διαδικασία προσαρμοσμένη στη φύση του αντικειμένου της αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου, με κύριο σκοπό τη διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση του. Όπως δε προβλέπεται από το άρθρο 9
(3)του Νόμου, η δίκη για το ζήτημα ". διεξάγεται κατά τον αυτόν, ει δυνατόν, τρόπον, ως εάν επρόκειτο περί συνοπτικής εκδίκασης αδικήματος, φερόμενου ως διαπραχθέντος υπό του εν λόγω προσώπου". Περί διαπίστωσης ύπαρξης των υπό αναφορά προϋποθέσεων λοιπόν ο λόγος, θέμα για το οποίο το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται αυστηρά στην τήρηση των κανόνων του Δικαίου της Απόδειξης που ισχύουν στο πλαίσιο εκδίκασης των ποινικών υποθέσεων. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή, - κατ' αναλογίαν, ένεκα εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση των ειδικών διατάξεων του Νόμου 95/1970, αντί των γενικών του Νόμου 97/1970 -, τυγχάνουν εφαρμογής και στην υπό κρίση υπόθεση.
- Στην προκείμενη περίπτωση, όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις της Σύμβασης, οι προϋποθέσεις για την έκδοση, τίθενται από το Άρθρο 12 της Σύμβασης (ως αυτό τροποποιήθηκε από τις πρόνοιες του Άρθρου 5 του Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης - Βλ. Νόμο 17/1984). Αυτό, προνοεί τα εξής: «
- Η αίτηση θα διατυπώνεται γραπτώς και θα απευθύνεται από το Υπουργείο ∆ικαιοσύνης του αιτούντος Μέρους προς το Υπουργείο ∆ικαιοσύνης του Μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση· παραταύτα, η χρησιµοποίηση της διπλωµατικής οδού δεν αποκλείεται. Άλλα µέσα επικοινωνίας µπορούν να συµφωνηθούν απ'ευθείας µεταξύ δύο ή περισσοτέρων Μερών.
- Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή : (α) το πρωτόκολλον ή επίσηµον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλµατος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδοµένης κατά τας τύπους τους καθοριζοµένους υπό της Νοµοθεσίας του αιτούντος Μέρους. (β) έκθεσις των πράξεων δι' ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόµον χαρακτηρισµός και αι παραποµπαί εις τας νοµοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρµογήν και αίτινες δέον να εµφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον. (γ) αντίγραφον των κατ' εφαρµογήν διατάξεων ή, εφ' όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρµογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισµός του καταζητουµένου ατόµου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναµένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Συνεπώς, σε περιπτώσεις όπως είναι η υπό εξέταση, όπου οι πρόνοιες της Σύμβασης υπερτερούν αυτών του Νόμου 97/1970, το Δικαστήριο, περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσο έχουν παρουσιαστεί τα δικαιολογητικά στοιχεία που προνοούνται στο Άρθρο 12 της Σύμβασης, που αρκούν για να αιτιολογήσουν την έκδοση (Βλ. Re Valery Mechanov
(2003)1 Α.Α.Δ. 217). Το δε ζήτημα της απόδειξης, τίθεται επί εντελώς διαφορετικής βάσης από αυτήν που το Άρθρο 94 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 προνοεί, το οποίο, ως έχει προαναφερθεί, στην προκείμενη περίπτωση που εφαρμογής τυγχάνει η Σύμβασης, δεν εφαρμόζεται. Εν προκειμένω, στην υπόθεση Re Hakam Qasem Hussein Badar
(2004)1 Α.Α.Δ. 1625, σε ότι αφορά τις πρόνοιες του Άρθρου 12 της Σύμβασης, αναφέρθηκαν για το ζήτημα τα εξής από τον έντιμο, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Δ. Χατζηχαμπή: «Δύο άλλες εισηγήσεις του Αιτητή αφορούν τη μαρτυρία. Η μία είναι ότι η μαρτυρία στην οποία ουσιαστικά βασίζεται το αίτημα για έκδοση του είναι μαρτυρία προερχόμενη από παρακολούθηση και υποκλοπή τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και έτσι μη αποδεκτή ως ληφθείσα παρανόμως. Η ευπαίδευτη Δικαστής φαίνεται να απέρριψε την εισήγηση αυτή στη βάση ότι, δεδομένου και του τεκμηρίου της νομιμότητας, δεν κατεδείχθη ότι η μαρτυρία εξασφαλίσθηκε παρανόμως σε σχέση με το δίκαιο της Κύπρου ή το δίκαιο της Ιταλίας και ότι εν πάση περιπτώσει, με την τροποποίηση του άρθρου 9
(5)(α) του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970 (Ν. 97/70)από το άρθρο 2 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων (Τροποποιητικός) Νόμου του 1990 (Ν. 97/90), δεν τίθεται πλέον θέμα εφαρμογής του Άρθρου 94 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155, όπως είχε εισηγηθεί ο Αιτητής. Η εισήγηση ενώπιον μου είναι ότι η εν λόγω τροποποίηση δεν επηρεάζει την υποχρέωση του Δικαστηρίου, κατ εφαρμογή του άρθρου 94, να λάβει υπ΄όψη του μόνο νομίμως ληφθείσα μαρτυρία. Είναι προφανές ότι με την εν λόγω τροποποίηση του άρθρου 9
(5)(α) δεν τίθεται στην προκειμένη περίπτωση θέμα εφαρμογής των προνοιών του παρά μόνο των προνοιών της Σύμβασης ως προς το τι αποδεικτικά στοιχεία χρειάζονται, και δη του Άρθρου 12.2 το οποίο αναφέρεται σε έκθεση γεγονότων μόνο (ίδε και In re Εl Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736). Δεν μπορεί λοιπόν να γίνεται λόγος για εφαρμογή του άρθρου 94, ακόμα και αν η περίπτωση θα ήταν κατά τα άλλα κατάλληλη για προσφυγή σε αυτό, που δεν είναι η προκειμένη αφού το θέμα δεν αφορά σύγκρουση μαρτυρίας αλλά τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από αυτή, ή να γίνεται αναφορά στα κρατούντα ως προς τα committal proceedings στην Αγγλία ως ρυθμιστικά του πράγματος. Αυτό βεβαίως μπορεί να μην εξαντλεί το θέμα αφού παραμένει η διάσταση που αφορά το κατ' ισχυρισμό παράνομο της μαρτυρίας, με την έννοια ότι η μη εφαρμογή του άρθρου 9
(5)(α) μπορεί να μην σημαίνει και ότι η έκδοση μπορεί να προχωρήσει στη βάση παρανόμως ληφθείσας μαρτυρίας. . Όπως υπέδειξα στον ευπαίδευτο συνήγορο κατά την ακρόαση, τα Κυπριακά δικαστήρια δεν είναι εκδικάζοντα δικαστήρια ώστε να προβαίνουν σε αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς ενοχής. Η οποιαδήποτε αναφορά στη μαρτυρία έχει πολύ περιορισμένο σκοπό και στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι η μαρτυρία είναι τέτοια που να είναι επαρκής για σκοπούς έκδοσης, τοσούτο μάλλον εν όψει του ότι είναι το Άρθρο 12 της Σύμβασης και όχι το άρθρο 9
(5)(α) του Νόμου 97/70 που εφαρμόζεται.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Προχωρώ συνεπώς, με γνώμονα τις προαναφερόμενες αρχές της νομολογίας, στον σχολιασμό της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας, προς τον σκοπό διαπίστωσης του κατά πόσο πληρούνται στην προκείμενη περίπτωση οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση, ως αυτές τίθενται από το προαναφερόμενο Άρθρο 12 της Σύμβασης.
- Σημειώνω εδώ, ότι, ο Καθ' ου η Αίτηση, δεν έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του, την οποιαδήποτε μαρτυρία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, περιορίζει την εξέταση του προς διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου 95/1970 και της Σύμβασης για την έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση, στα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από πλευράς Αιτητή. Σημειώνοντας εδώ, περαιτέρω, -εν όψει της προαναφερόμενης επιλογής και στάσης υπεράσπισης του Καθ' ου η Αίτησης κατά την δίκη-, τους εξής κανόνες του δικαίου της απόδειξης, που δύναται να έχουν ρόλο καθοριστικό στα συμπεράσματα του Δικαστηρίου που ακολουθούν: (α) Το «νομικό» («legal»), ή διαφορετικά, το «γενικό» («general») βάρος απόδειξης, το φέρει πάντοτε ο ενάγοντας (εδώ ο Αιτητής), και ότι, ο εναγόμενος (εδώ ο Καθ' ου η Αίτηση), φέρει το «αποδεικτικό» («evidential»), ή διαφορετικά, το «ειδικό» («special») (γνωστό και ως «προκαταρκτικό» / «provisional») βάρος απόδειξης. Που σημαίνει, ότι, όταν η υπόθεση του εναγομένου (εδώ του Καθ' ου η Αίτηση) βασίζεται πάνω σε γεγονότα, αυτός έχει το αποδεικτικό βάρος («evidential burden») να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει στην πιθανότητα ενός ευνοϊκού για τον ίδιο συμπεράσματος, ώστε το βάρος πραγματικής αντίκρουσης του (των γεγονότων που υποστηρίζουν αυτό) να μεταφερθεί στην πλευρά του Ενάγοντος (εδώ του Αιτητή) (βλ. Γιαννάκης Πελεκάνος κ. α. ν Ανδρέα Πελεκάνου κ. α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746 και Re Γιώργος Ιωακείμ
(2012)1 Α.Α.Δ. 2352). Και (β), ότι οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου, σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα, προς μάρτυρες, κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[vi]]. Και πάντοτε, πρέπει να σημειωθεί, στον απαιτούμενο σχετικό βαθμό. Συνεπώς, ο τρόπος που προσεγγίστηκε η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς του αντιδίκου κατά την αντεξέταση των προσώπων που κλήθηκαν στο Δικαστήριο για τον σκοπό, και ποιες θέσεις υποβλήθηκαν στα πρόσωπα αυτά ως ορθές σε ότι αφορά τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκαν, και τι μαρτυρία τελικά κλήθηκε από πλευράς του διαδίκου αυτού προς τεκμηρίωση τους, συνεκτιμούνται από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας. Στο βαθμό πάντοτε που απαιτεί η κάθε διαδικασία. Γνωστοποίησης / επίδοσης των εγγράφων στον Καθ' ου η Αίτηση και η ανάγκη μετάφρασης 14. Για τον λόγο, ότι, μέρος της μαρτυρίας που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβάνεται από έγγραφα που εστάλησαν (ως επεξηγείται στην συνέχεια) από τις αρχές του Κράτους του Ισραήλ, μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα, πριν αναφερθώ σε αυτά προς τον σκοπό εξέτασης του προαναφερόμενου ζητούμενου, σημειώνονται τα εξής που αφορούν την δεκτότητα τους (ως εκρίθη κατά την δίκη και διευκρινίζεται και εδώ για σκοπούς πληρότητας της απόφασης του Δικαστηρίου). 15. Ως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Re Serde Efimov
(2009)1 Α.Α.Δ. 326, ανεξαρτήτως των επί του προκείμενου διατάξεων μιας διμερούς σύμβασης ή άλλης διεθνούς σύμβασης (που ορίζει το πλαίσιο εξέτασης αιτημάτων συνδρομής μεταξύ δύο κρατών, όπως είναι π. χ. η διαδικασία έκδοσης φυγόδικου), είναι σε κάθε περίπτωση νομικά και πρακτικά ορθό να υπάρχουν, σε ότι αφορά τα έγγραφα που η σύμβασης ορίζει ως αναγκαία για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος, επίσημες μεταφράσεις όλων των εγγράφων που η αιτούσα χώρα αποστέλλει προς υποστήριξη του αιτήματος της συνταγμένα στη γλώσσα της (αν τέτοια είναι η περίπτωσης), στην ελληνική γλώσσα.
- Η εξασφάλισης των μεταφράσεων, χρονικά (με γνώμονα την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος), είναι αδιάφορη, και το ζητούμενο πάντοτε είναι, τα έγγραφα της έκδοσης (που πρέπει απαραιτήτως να περιέλθουν στη γνώση του προς έκδοση πρόσωπου [[vii]], ώστε να μπορεί να αντιταχθεί στους λόγους που η αιτούσα χώρα επιθυμεί την έκδοσή του), να είναι κατανοητά (τόσο προς τον καθ' ου η αίτηση, όσο και προς το Δικαστήριο και σε κάθε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος στην διαδικασία), ώστε, διαδικαστικά, να μπορεί να διεξαχθεί η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τελικώς, να μπορεί να εξεταστεί το αίτημα από το Δικαστήριο επί της ουσίας του.
- Στην προκείμενη περίπτωση, η εγκυρότητα της διαδικασίας διαφυλάττεται από το γεγονός ότι, ο Καθ' ου η Αίτηση, που είναι Ισραηλινός πολίτης και γνώστης της εβραϊκής γλώσσας [αλλά και της αγγλικής γλώσσας, ως διαφάνηκε κατά την εξέλιξη της διαδικασίας κατόπιν δήλωσης του ιδίου μέσω της συνηγόρου], έλαβε τα έγγραφα που ήταν απαραίτητα προς τον σκοπό εξέτασης του αιτήματος έκδοσης του (αναφορά στα οποία γίνεται στην συνέχεια) στην εβραϊκή γλώσσα (Βλ. Thomas Norman Atkinson v Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης
(2006)1 Α.Α.Δ. 1371). Κάποια από αυτά είναι στην αγγλική γλώσσα, όμως, ως έχει προαναφερθεί, η γλώσσα αυτή είναι πλήρως κατανοητή στον Καθ' ου η Αίτησης. Στο δε Δικαστήριο, που είναι γνώστης της αγγλικής γλώσσας, παρουσιάστηκαν, εκτός των εγγράφων στην εβραϊκή γλώσσα, και μεταφράσεις των εγγράφων αυτών στην αγγλική γλώσσα, που έγιναν αποδεκτές, όπως και άλλα έγγραφα συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα (α) δυνάμει των διατάξεων του περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988, Νόμος 67/1988 (Βλ. Άρθρο 5 του Νόμου 67/1988), (β) την δήλωση της Δημοκρατίας προς το Συμβούλιο της Ευρώπης ότι «στην περίπτωση που τα έγγραφα της έκδοσης προσκομίζονται στην γλώσσα της αιτούσας χώρας, αγγλική μετάφρασης τους πρέπει να παρέχεται» [[viii]], και (γ) τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Re Sergei Piliugin, Πολιτική Έφεση Αρ. 37/2008, 20/12/2010, Re Faz Aviation Ltd κ. α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 707, Re Ferrero S.P.A.
(1992)4 Α.Α.Δ. 1440 και Thomas Norman Atkinson v Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης
(2006)1 Α.Α.Δ. 1371).
- Η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση, υποστήριξε την θέση ότι, το αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης, Παράρτημα Β στο Τεκμήριο 3.7, δεν μεταφράστηκε «επακριβώς» στην αγγλική γλώσσα και ότι η μετάφρασης του που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, Παράρτημα Β1 στο Τεκμήριο 3.7, δεν είναι ορθή. Αυτή, ήταν μια θέση που υποβλήθηκε στην μάρτυρα Γιούλικα Χατζηπροδρόμου κατά την αντεξέταση της, κατά την δικάσιμο της 23/05/
- Αυτή η θέσης, φαίνεται να βασίστηκε στο γεγονός ότι, στην μετάφραση του αλλοδαπού εντάλματος, στο σημείο όπου αναγράφεται ο αριθμός του δελτίου ταυτότητας του Καθ' ου η Αίτηση, αντί να αναγράφεται ο αριθμός 009931692, που αναγράφεται στο εβραϊκό κείμενο, αναγράφεται ο αριθμός
- Παρουσιάζεται, δηλαδή, ένα ψηφίο του αριθμού «9», επιπρόσθετο.
- Η θέσης αυτή, δεν είχε γίνει αποδεκτή από την μάρτυρα, η οποία υποστήριξε το εξής: «Ενδεχομένως κατά την μετάφραση είχε διαφύγει, είχε μπει ένα ψηφίο περισσότερο κατά την αναγραφή, κατά την εκτύπωση του αριθμού ταυτότητας του φυγοδίκου, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ουσία της μετάφρασης είναι λανθασμένη και ότι τα αδικήματα έχουν μεταφερθεί λανθασμένα, εξάλλου αν σας προβληματίζει αυτό να σας πω ότι δεν έχει τεθεί ποτέ αμφισβήτηση της ταυτότητας του φυγοδίκου αλλά ούτε και ένα τυπογραφικό λάθος μπορεί να αποτελέσει ένδειξη ή συμπέρασμα ότι και τα λοιπα που έχουν μεταφραστεί είναι λανθασμένα.».
- Η συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση, δεδομένης της τοποθέτησης της μάρτυρος, της είχε υποβάλει το εξής: «. εγώ σας υποβάλλω ότι αν υπάρχει ένα τόσο εμφανές λάθος, ακόμα και όπως το λέτε εσείς ότι είναι ένας αριθμός ή μία παρατυπία, δεν γνωρίζω επί της ουσίας αν όντως η μετάφραση ενώπιον του Δικαστηρίου που βρίσκεται ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ακριβής μετάφραση του εβραϊκού κειμένου.».
- Αυτή, όμως, είναι μία θέσης, που έμεινε αναπόδεικτη από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος, (που ας σημειωθεί εδώ, παρενθετικά, ως προαναφέρθηκε, γνωρίζει και ο ίδιος πολύ καλά την αγγλική γλώσσα), απαιτείτο να θέσει επί πραγματικής βάσης την θέση του αυτή, σε βαθμό απόσεισης του, ως έχει προαναφερθεί, αποδεικτικού βάρους («evidential burden») που φέρει σε ότι αφορά τα όσα γεγονότα αφορούν την υπεράσπιση του, κάτι που απέτυχε, αφού στο Δικαστήριο δεν παρουσίασε καμία σχετική με το ζήτημα αυτό μαρτυρία. Η δε προαναφερόμενη υποβολή της συνηγόρου του, εν όψει τούτου, απολήγει, ως κενού περιεχομένου.
- Σημειώνεται, εδώ, ότι, ως ορθώς υποστηρίχθηκε και από την μάρτυρα Γιούλικα Χατζηπροδρόμου, δεν απαιτείται ακριβής μετάφρασης των εγγράφων που υποβάλλονται στο Δικαστήριο βάση της Σύμβασης. Αρκεί, ως άλλωστε δήλωσε η Δημοκρατία προς το Συμβούλιο της Ευρώπης, μετάφρασης του περιεχομένου τους. Δηλαδή, απόδοσης του αλλοδαπού κειμένου. Πιστοποίησης των εγγράφων
- Η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση, έθεσε [και] ζήτημα μη πιστοποίησης («κύρωσης») των εγγράφων που παρουσιάστηκαν προς υποστήριξη του Αιτήματος. Συγκεκριμένα, υποβλήθηκε στην μάρτυρα Γιούλικα Χατζηπροδρόμου κατά την δικάσιμο της 23/05/2017, ότι, (α) το αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης, Παράρτημα Β στο Τεκμήριο 3.7, δεν φέρει επίσημη σφραγίδα του Υπουργείου Εξωτερικών του Κράτους του Ισραήλ, (β) ότι δεν παρουσιάστηκε από πλευράς των αρχών του Κράτους του Ισραήλ ένορκη μαρτυρία ότι το Παράρτημα Β του Τεκμηρίου 3.7 είναι πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου του αλλοδαπού εντάλματος, και (γ) ότι, το γεγονός ότι το εν λόγω έγγραφο παρουσιάζει ότι φέρει σφραγίδα Δικαστηρίου του Ισραήλ, δεν το καθιστά κεκυρωμένο, όπως θα έπρεπε να είναι.
- Οι διατάξεις διεθνών συβάσεων, που περιλαμβάνουν αναφορές σε έγγραφα πιστοποιημένα («κεκυρωμένα»), πρέπει να ερμηνεύονται φιλελεύθερα, ώστε, να μην ματαιώνεται η εκπλήρωσης των διεθνών υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με αυτές για λόγους μη ουσιαστικούς (Βλ. Yevgen Shylenko
(2005)1 Α.Α.Δ. 1111, Re Salem Mohamed Abdel Hady
(2006)1 Α.Α.Δ. 31 και Re Andrei Ghincul, Πολιτική ECLI:CY:AD:2016:D70, Αίτηση Αρ. 3/2016, 05/02/2016). Σύμφωνα με την νομολογία, οι διεθνείς ή διμερείς συμφωνίες μεταξύ κρατών, που υπογράφονται με στόχο το αμοιβαίο όφελος, επιβάλλεται όπως τηρούνται (ως προς τις δεσμεύσεις που επιβάλλουν) και δεν πρέπει να εμποδίζεται η εκπλήρωση τους για ασήμαντους λόγους (Βλ. Yevgen Shylenko
(2005)1 Α.Α.Δ. 1111 και Re Yevgeniy Suray
(2011)1Α Α.Α.Δ 453).
- Πρόνοια, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο ζήτημα, γίνεται στο Άρθρο 13 του Νόμου 97/
- Εντούτοις, ως προαναφέρθηκε, λόγω εφαρμογής των προνοιών της Σύμβασης, οι πρόνοιες του Νόμου 97/1970 εκτοπίζονται από αυτές του Νόμου 95/1970 και τα Άρθρα 9 και 13 του Νόμου 97/1970 δεν εφαρμόζονται στην υπόθεση αυτή (βλ. Re Hakam Qasem Hussein Badar
(2004)1 Α.Α.Δ. 1625 ανωτέρω). Ως προς τούτο άλλωστε, πρόνοια γίνεται, εκτός από το προαναφερόμενο Άρθρο 9
(5)(γ) του Νόμου 97/1970, και από το ίδιο το Άρθρο 13 του Νόμου 97/1970, με το εδάφιο
(3). Στην ολότητα του, το Άρθρο 13 του Νόμου 97/1970, έχει ως εξής: «
(1)Εις πάσαv διαδικασίαv διεξαγoμέvηv δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ, περιλαμβαvoμέvης και της διαδικασίας της αφoρώσης εις τηv αίτησιv εκδόσεως habeas corpus, αvαφoρικώς πρoς κρατoύμεvov, δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ, πρόσωπov- (α) παv, δεόvτως κεκυρωμέvov, έγγραφov, φερόμεvov ως περιέχov έvoρκov μαρτυρικήv κατάθεσιv παρασχεθείσαv εις Κράτoς συvάψαv συvθήκηv εκδόσεως μετά της Δημoκρατίας ή εις καθωρισμέvηv Χώραv της Κoιvoπoλιτείας, γίvεται απoδεκτόv ως απoδεικτικόv στoιχείov τωv εv αυτώ εκτιθεμέvωv γεγovότωv· (β) παv, δεόvτως κεκυρωμέvov έγγραφov, φερόμεvov ως έγγραφov απoδεικτικόv στoιχείov ή ως αvτίγραφov τoιoύτoυ εγγράφoυ κατατεθέvτoς εις oιαvδήπoτε δικαστικήv διαδικασίαv διεξαχθείσαv εις τo τoιoύτov Κράτoς ή χώραv, γίvεται δεκτόv ως απoδεικτικόv στoιχείov· (γ) παv, δεόvτως κεκυρωμέvov έγγραφov, πιστoπoιoύv ότι πρόσωπov τι κατεδικάσθη κατά τηv καθωρισμέvηv εv τω εγγράφω ημερoμηvίαv, δι' αδίκημα κατά τo δίκαιov oιoυδήπoτε τoιoύτoυ Κράτoυς ή Χώρας ή τμήματoς αυτώv, γίvεται δεκτόv ως απoδεικτικόv στoιχείov τoυ γεγovότoς και της ημερoμηvίας της τoιαύτης καταδίκης.
(2)Διά τoυς σκoπoύς τoυ παρόvτoς άρθρoυ έγγραφov τι λoγίζεται ως δεόvτως κεκυρωμέvov τoιoύτo- (α) εv τη περιπτώσει εγγράφoυ περιέχovτoς μαρτυρικήv κατάθεσιv παρασχεθείσαv ως εv τoις αvωτέρω, εφ' όσov ήθελε πιστoπoιηθή υπό δικαστoύ ή λειτoυργoύ τoυ ως είρηται Κράτoυς ή χώρας ότι τoύτo είvαι τo πρωτότυπov έγγραφov, τo περιέχov ή αvαγράφov τηv τoιαύτηv μαρτυρικήv κατάθεσιv ή πιστόv αvτίγραφov αυτoύ· (β) εv τη περιπτώσει εγγράφoυ απoδεικτικoύ στoιχείoυ, εφ' όσov ήθελε πιστoπoιηθή ως εv τoις αvωτέρω ότι είvαι τo πρωτότυπov τoυ oύτω κατατεθέvτoς εγγράφoυ ή πιστόv αvτίγραφov αυτoύ· (γ) εv τη περιπτώσει εγγράφoυ βεβαιoύvτoς τηv καταδίκηv πρoσώπoυ, εφ' όσov τoύτo ήθελε πιστoπoιηθή ως εv τoις αvωτέρω, και εv πάση τoιαύτη περιπτώσει τo έγγραφov κυρoύται είτε δι' εvόρκoυ τιvός μαρτυρίας είτε διά της επισήμoυ σφραγίδoς Υπoυργoύ τoυ Κράτoυς μεθ' oυ συvήφθη συvθήκη εκδόσεως μετά της Δημoκρατίας, ή, αvαλόγως της περιπτώσεως, καθωρισμέvης χώρας της Κoιvoπoλιτείας.
(3)Για τoυς σκoπoύς εκδόσεως δυvάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγoδίκωv θα είvαι αρκετά τα δικαιoλoγητικά στoιχεία πoυ πρovoεί τo άρθρo 12 της Σύμβασης.
(4)Εv τω παρόvτι άρθρω o όρoς "έvoρκoς" περιλαμβάvει και επίσημov βεβαίωσιv ή δήλωσιv· oυδέv τωv εv τω παρόvτι άρθρω διαλαμβαvoμέvωv απoκλείει τηv παραδoχήv oιoυδήπoτε εγγράφoυ ως απoδεικτικoύ στoιχείoυ, εφ' όσov τo τoιoύτov έγγραφov είvαι παραδεκτόv ως απoδεικτικόv στoιχείov αvεξαρτήτως τωv πρovoιώv τoυ παρόvτoς άρθρoυ.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Ως εκ των προαναφερομένων, η ακόλουθη θέσης και της μάρτυρος Γιούλικας Χατζηπροδρόμου, στην προαναφερόμενη νομική θέσης της πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση κρίνεται [σε μεγάλο βαθμό] ορθή και η θέσης του τελευταίου [εντελώς] λανθασμένη: «Δεν χρειάζεται το έγγραφο αυτό να είναι κεκυρωμένο, δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια στη Σύμβαση κατ' αρχή, ούτε στο νόμο 97/
- Ο 97/70 το μόνο που απαιτεί όσον αφορά την κύρωση, είναι το άρθρο 13 αν θυμάμαι καλά, είναι μαρυρικές καταθέσεις ή καταδικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στο αιτούν κράτος, δηλαδή πράγματα που δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία. Επίσης η Σύμβαση αυτή δεν απαιτεί κεκυρωμένο αντίγραφο .».
- Σημειώνεται εδώ, ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 12
(2)(α) της Σύμβασης, εκτενέστερη αναφορά στο οποίο θα κάνω στην συνέχεια: «
- Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή: (α) το πρωτόκολλον ή επίσηµον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλµατος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδοµένης κατά τας τύπους τους καθοριζοµένους υπό της Νοµοθεσίας του αιτούντος Μέρους.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παρουσίασης [και μάλιστα κατ' ανάγκην] κεκυρωμένου («certified») αντιγράφου του αλλοδαπού εντάλματος σύλληψης, Παράρτημα Β στο Τεκμήριο 3.7, αλλά, τουλάχιστον, ενός πιστού αντιγράφου του («authenticated copy»). Σημειώνεται ακριβώς, ότι, στο αγγλικό κείμενο της Σύμβασης, η φράσης «πρωτόκολλον ή επίσηµον αντίγραφον», μεταφράζεται «the original or an authenticated copy of .». Ο όρος «authenticated copy», χρησιμοποιείται και από την νομοθετική πράξη του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, Extradition Act 2003, στο Section 202, η οποία, παρά το γεγονός ότι γενικά διαφέρει αρκετά σε πρόνοιες από τα ισχύοντα στην Κύπρο, βοηθά να γίνουν κατανοητοί οι όροι, «authenticated copy» και «certified copy», και τι στην πραγματικότητα σημαίνουν. Σύμφωνα με αυτό, ένα έγγραφο που εκδίδεται στο κράτος που υποβάλλει το αίτημα έκδοσης φυγόδικου, δύναται να γίνει αποδεκτό ως μαρτυρία στην ακροαματική διαδικασία, εάν είναι «duly authenticated» (χωρίς να αποκλείεται και το αντίθετο), και ένα έγγραφο είναι «duly authenticated», εάν παρουσιάζει ότι είναι υπογραμμένο, μεταξύ άλλων, από Δικαστή («purports to be signed by a judge»). Ας σημειωθεί, εδώ, ότι, σύμφωνα με το προαναφερόμενο Section 202 της Extradition Act 2003, έγγραφο γίνεται αποδεκτό ως μαρτυρία για σκοπούς της διαδικασίας έκδοσης, είτε αυτό είναι «authenticated copy», είτε αυτό είναι «certified copy». Το οποίο, «certified copy», σημαίνει, πιστοποιημένο, είτε δια σφραγίδας, είτε αλλιώς, από το Υπουργείο ή Τμήμα του αιτούντος κράτους, που είναι υπεύθυνο για ζητήματα δικαιοσύνης ή εξωτερικών υποθέσεων, ή που παρουσιάζει ότι έχει πιστοποιηθεί από κάποιο αρμόδιο πρόσωπο ενόρκως ή με διαβεβαίωση.
- Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές και η τοποθέτησης της μάρτυρα Γιούλικας Χατζηπροδρόμου κατά την ακροαματική διαδικασία της 23/05/2017, η οποία, μάλιστα, υποστήριξε ότι είχε προς τούτο και την προφορική διευκρίνιση της Βοηθού του Κρατικού Εισαγγελέα, του Τιμήματος Διεθνών Σχέσεων, του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Κράτους του Ισραήλ, κας Tom Cohen, με την οποία είχε και προφορική επικοινωνία από τηλεφώνου για την υπόθεση αυτή. Εξετάζοντας το αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης, Παράρτημα Β στο Τεκμήριο 3.7, δεδομένης και της μετάφρασης του στην αγγλική γλώσσα, Παράρτημα Β1 στο Τεκμήριο 3.7, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι το εν λόγω έγγραφο παρουσιάζει ότι φέρει την σφραγίδα του Πλημμελειοδικείου της Rishon Le'Ziyon και την υπογραφή και σφραγίδα του Amit Michalis, η ιδιότητα του οποίου, είτε ως Δικαστή, είτε ως Πρωτοκολλητή, ως εκεί καταγράφεται, αρκεί, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα του στοιχεία, ώστε να γίνει αποδεκτό ως πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου και ως μαρτυρία για σκοπούς του προαναφερόμενου Άρθρου 12
(2)(α) της Σύμβασης (βλ. Re Yevgen Shylenko
(2005)1Β Α.Α.Δ 1111 και Re Παναγιώτη Λιακου Μελά (Αρ. 3)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1199). Σημειώνεται εδώ καταληκτικά, ότι, ως προκύπτει από το Αίτημα που υποβλήθηκε από το γραφείο του Κρατικού Εισαγγελέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Κράτους του Ισραήλ, Τεκμήριο 3.7 (βλ. σελίδα 3), ο προαναφερόμενος Amit Michalis, είναι Δικαστής του προαναφερόμενου Δικαστηρίου. Καθώς επίσης, ότι, σε κάθε περίπτωση, το προαναφερόμενο αντίγραφο του αλλοδαπού εντάλματος σύλληψης, Παράρτημα Β στο Τεκμήριο 3.7, κυρώνεται («certified») και με την δήλωση του Διευθυντή του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Γραφείου του Κρατικού Εισαγγελέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Κράτους του Ισραήλ, από το γραπτό Αίτημα Τεκμήριο 3.7, με την παράγραφο 46, που αναφέρει: «This Request for Extradition, together with all supporting documents attached hereto, is hereby authenticated by the official seal of the Ministry of Justice of the State of Israel.».
- Προχωρώ συνεπώς στην εξέταση, ως έχει προαναφερθεί, του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση, ως αυτές τίθενται από το προαναφερόμενο Άρθρο 12 της Σύμβασης, ξεκινώντας με το ίδιο το αίτημα για συνδρομή και την εξέταση των όσων ουσιαστικών αφορούν: από ποιον αυτό υποβλήθηκε, σε ποιόν απευθύνθηκε, πως τούτο διατυπώθηκε και πως διαβιβάστηκε προς τις αρχές της Δημοκρατίας. Το αίτημα και ποιος το υποβάλλει
- Στην προκείμενη περίπτωση, σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθρου 12.1 της Σύμβασης, δια της διπλωματικής οδού (δηλαδή, έχουν διαβιβαστεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας από το Υπουργείο Εξωτερικών, οι ρηματικές διακοινώσεις της Πρεσβείας του Κράτους του Ισραήλ στην Λευκωσία, που έλαβε τα έγγραφα αναφορά στα οποία γίνεται στην συνέχεια, από το γραφείο του Κρατικού Εισαγγελέα, του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Κράτους του Ισραήλ - Βλ. μαρτυρία Γιούλικας Χατζηπροδρόμου ημερομηνίας 23/05/2017 και τα Τεκμήρια 3.2, 3.3 και 3.6) υπεβλήθη προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας, γραπτό αίτημα έκδοσης του Καθ' ου η Αίτηση από το γραφείο του Κρατικού Εισαγγελέα, του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Κράτους του Ισραήλ, ημερομηνίας 12/12/2016, Τεκμήριο 3.7, όπως και οι σχετικές προς αυτό διευκρινήσεις, Τεκμήριο 3.
- Εν προκειμένω, σημειώνονται επιπρόσθετα και τα εξής. Σύμφωνα με το Άρθρο 12 της Σύμβασης, «η αίτηση . διατυπώνεται γραπτώς και . απευθύνεται από το Υπουργείο ∆ικαιοσύνης του αιτούντος Μέρους προς το Υπουργείο ∆ικαιοσύνης του Μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση· παραταύτα, η χρησιµοποίηση της διπλωµατικής οδού δεν αποκλείεται.». Ως εκ τούτου, για σκοπούς εφαρμογής της Σύμβασης, υπεύθυνος φορέας για την εξέταση υποθέσεων έκδοσης στο Κράτος του Ισραήλ, παρουσιάζεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Κράτους του Ισραήλ ([6]) (Bλ. επίσης και το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Re Alexandra Atapina
(2003)1 ΑΑΔ 1509 [[ix]] και Re Hakam Hussein Badar
(2004)1 Α.Α.Δ. 1625) [[x]]. Στην προκείμενη περίπτωση, το προαναφερόμενο γραπτό αίτημα (Βλ. Τεκμήριο 3.7), εστάλη από το γραφείο του Κρατικού Εισαγγελέα, του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Κράτους του Ισραήλ και ως διαπιστώνεται από αυτό, υπογράφεται από τον Yuval Kaplinsky, Διευθυντή του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Γραφείου του Κρατικού Εισαγγελέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Κράτους του Ισραήλ. Το γεγονός της προέλευσης του προαναφερόμενου γραπτού αιτήματος (βλ. Τεκμήριο 3.7), -ότι δηλαδή προέρχεται από το γραφείο του Κρατικού Εισαγγελέα, του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Κράτους του Ισραήλ-, βεβαιώνεται και από την ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας του Κράτους του Ισραήλ στην Λευκωσία (βλ. Τεκμήριο 3.6). 33. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Re Drazova Natalia Sergeenva (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 1373, δεν είναι έργο των αρχών της Δημοκρατίας, ούτε βεβαίως και του Δικαστηρίου, να διερευνήσουν κατά πόσο, το συγκεκριμένο άτομο που υπογράφει την παράκληση της αιτούσας χώρας για συνδρομή, ήταν το αρμόδιο πρόσωπο με βάση τους νόμους της χώρας του να υποβάλει το σχετικό αίτημα. Το Δικαστήριο, για να αποδεχθεί ως έγκυρη την διαδικασία της παράκλησης για συνδρομή, μπορεί να αρκεστεί από το γεγονός ότι, στο εν λόγω έγγραφο, προσδιορίζεται η αιτούσα αρχή και ότι αυτό (και τα υπόλοιπα έγγραφα που προσήχθησαν στην διαδικασία, ουσιαστικά για το αίτημα) εξασφαλίστηκαν μέσω της διπλωματικής οδού (Βλ. Re George Smith - Γεώργιος Λουκά
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1827). Στην προκείμενη περίπτωση, το προαναφερόμενο γραπτό αίτημα (Βλ. Τεκμήριο 3.7), σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθρου 12.1 της Σύμβασης, ικανοποιεί τα προαναφερόμενα κριτήρια, όπως και οι διευκρινήσεις που εξασφαλίστηκαν σε σχέση με αυτό, Τεκμήριο 3.
- Το ένταλμα σύλληψης
- Προχωρώ, τώρα, στην εξέταση του κατά πόσο έχει, στην προκείμενη περίπτωση, παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου «το πρωτόκολλον ή επίσηµον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλµατος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδοµένης κατά τας τύπους τους καθοριζοµένους υπό της Νοµοθεσίας του αιτούντος Μέρους» ως ορίζει το Άρθρο 12.2(α) της Σύμβασης.
- Ως παρουσιάζει το προαναφερόμενο γραπτό αίτημα από το γραφείο του Κρατικού Εισαγγελέα, του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Κράτους του Ισραήλ, ημερομηνίας 12/12/2016 (βλ. Τεκμήριο 3.7 στην σελίδα 3), αυτό βασίζεται επί εντάλματος σύλληψης που εξέδωσε Δικαστής Amit Michalis του Πλημμελειοδικείου της Rishon Le'Ziyon, των οποίων (Δικαστηρίου και Δικαστή), παρουσιάζεται ότι φέρει, ως έχει προαναφερθεί, σφραγίδα και υπογραφή (ανάλογα της περίπτωσης). Το εν λόγω ένταλμα σύλληψης, ως έχει προαναφερθεί, είναι στο Παράρτημα Β του Αιτήματος, Τεκμήριο 3.7 και η μετάφρασης του στο Παράρτημα Β1 του ιδίου τεκμηρίου. Ως αναφέρεται στην σελίδα 3 του προαναφερόμενου αιτήματος: «
- Levi left Israel before the covert investigation became public on October 9th
- As a result, an arrest warrant was issues by Judge Amit Michles of the Rishon Le'Ziyon Magistrate's Court on November 10th 2016, directing that Levi be arrested and brought immediately before the court for the above mentioned offences [τα οποία αναφέρονται στις σελίδες 1 και 2 του Αιτήματος]: .».
- Δηλαδή, βασίζεται επί ποινικής υπόθεσης που εξετάζεται εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση [[xi]], για συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα βάση Νόμων του Κράτους του Ισραήλ (Transplant Law και Penal Law, βλ. στις σελίδες 1 και 2 του Αιτήματος και τις λεπτομέρειες κατηγορίας στο ένταλμα, από την μετάφραση του στο Παράρτημα Β1) για τα οποία αυτός διώκεται.
- Ως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Re Drazova Natalia Sergeenva (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 1373, το λεκτικό του εντάλματος σύλληψης του καθ' ου η αίτηση, επί του οποίου βασίζεται το αίτημα για συνδρομή, δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία, ούτε είναι απαραίτητο να συνάδει με τον τρόπο που εκδίδονται ανάλογα εντάλματα σύλληψης στην Κύπρο. Αρκεί αν, από το περιεχόμενο του εγγράφου που παρουσιάζεται ότι συνιστά πιστοποιημένο αντίγραφο εντάλματος σύλληψης του καθ' ου η αίτηση -[όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Re Yevgen Shylenko
(2005)1Β Α.Α.Δ 1111, υπογραφή του φυσικού δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα και η σφραγίδα της αιτούσας χώρας, καθιστούν το ένταλμα πέρα από πιστό αντίγραφο, βλ. επίσης την υπόθεση Re Παναγιώτη Λιακου Μελά (Αρ. 3)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1199]-, προκύπτει περιγραφή των πράξεων που στοιχειοθετούν το κατ' ισχυρισμό αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοσή του. Η ερμηνεία της σημασίας του εντάλματος (ειδικότερα ως προς τις νομικές του επιπτώσεις), είναι ζήτημα του αρμόδιου Δικαστηρίου της χώρας που υποβάλλει το αίτημα έκδοσης και όχι του παρόντος Δικαστηρίου που εξετάζει το αίτημα (Βλ. Re Victor Nicolaevich Makushin, Πολιτική Εφεση Αρ. 370/11, 29/03/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, το προαναφερόμενο έγγραφο, Παράρτημα Β στο Τεκμήριο 3.7, που, από την μετάφραση του Παράρτημα Β1 του ιδίου τεκμηρίου, παρουσιάζεται με θέμα «Arrest Warrant» ημερομηνίας 09/11/2016, ως εκδοθέν από τον Δικαστή Amit Michlis του Πλημμελειοδικείου της Rishon Le'Ziyon, έχει τα χαρακτηριστικά δικαστικής πράξης, ίδια με αυτά ενός ημεδαπού εντάλματος σύλληψης, που, ως ρητά αναφέρεται σε αυτό, εξεδόθη βάση των Άρθρων 13 και 14 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του Κράτους του Ισραήλ και ως εκ τούτου, το αποδέχομαι (σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αρχές της νομολογίας) ως το έγγραφο που το Άρθρο 12.2(α) της Σύμβασης προϋποθέτει ότι έπρεπε να παρουσιαστεί προς υποστήριξη του αιτήματος για συνδρομή. Σε ότι δε αφορά το κατά πόσο υπάρχει στο εν λόγω έγγραφο περιγραφή των πράξεων που στοιχειοθετούν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοσής του Καθ' ου η Αίτηση, αρκεί να γίνει παραπομπή (στην μετάφραση του εντάλματος, Παράρτημα Β1 στο Τεκμήριο 3.7) στον σχετικό πίνακα με θέμα «The charge details in words» στον οποίο καταγράφονται όλα τα αδικήματα (με αναφορά στο Άρθρο της σχετικής νομοθεσίας, δίδοντας και γενική περιγραφή τους) σε σχέση με τα οποία υποβάλλεται το Αίτημα. Έκθεσης πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοσης
- Συνεχίζω την εξέταση μου, με το να διερευνήσω κατά πόσο πληρείται η προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 12.2(β) της Σύμβασης, εάν, δηλαδή, έχει στην προκείμενη περίπτωση παρουσιαστεί στο Δικαστήριο «έκθεσις των πράξεων δι' ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόµον χαρακτηρισµός και αι παραποµπαί εις τας νοµοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρµογήν και αίτινες δέον να εµφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον».
- Η προσαγωγή της προβλεπόμενης από το Άρθρο 12.2(β) της Σύμβασης έκθεσης των πράξεων, αποβλέπει στη σαφή πληροφόρηση, τόσο του ίδιου του εκζητούμενου προσώπου, όσο και των αρχών της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, περί των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση του συγκεκριμένου προσώπου. Η γενικόλογη αναφορά σε γεγονότα και σε χαρακτηρισμούς των πράξεων, δεν είναι αρκετή και δεν υποκαθιστά την απαιτούμενη από το νόμο προσαγωγή της έκθεσης των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση. Η έκθεση των πράξεων, ερμηνεύεται ότι σημαίνει, τη σαφή περιγραφή των γεγονότων που αν αποδειχθούν, θα συνιστούν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αντιστοιχούν στον «κατά νόμο χαρακτηρισμό» (των πράξεων), στοιχείο το οποίο συνιστά χωριστή και αυτοτελή προϋπόθεση του Άρθρου 12.2(β) της Σύμβασης.
- Η προσαγωγή της έκθεσης των πράξεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την έκδοση φυγοδίκων. Η μη προσαγωγή του συγκεκριμένου αυτού στοιχείου, χωρίς δυνατότητα λογικής υποκατάστασής του από άλλα αξιόπιστα στοιχεία που προσάγονται για σκοπούς έκδοσης, αναπόφευκτα καθιστά απορριπτέα την αίτηση έκδοσης (Βλ. Re El-Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736, Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών ν Golov
(2001)1 Α.Α.Δ. 1109, Re Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 1228, Re Ivan Kloesnikov
(2008)1 Α.Α.Δ. 594 Re, Dmitry Kotlyarenko
(2011)1Α Α.Α.Δ. 505 και Re George Smith - Γεώργιος Λουκά
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1827).
- Στην προκείμενη περίπτωση, ικανοποιούμε από το περιεχόμενο του γραπτού αιτήματος του γραφείου του Κρατικού Εισαγγελέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης τους Κράτους του Ισραήλ, ημερομηνίας 12/12/2016 (Βλ. Τεκμήριο 3.7), σε συνδυασμό και με τα όσα στοιχεία το έγγραφο με θέμα «Clarification to Israel's Request for Extradition - Izhak Levi» ημερομηνίας 15/12/2016 (βλ. Τεκμήριο 3.5) παρουσιάζει, ότι έχει εκτεθεί προς το Δικαστήριο σαφής περιγραφή των γεγονότων (ισχυριζόμενες αξιόποινες πράξεις, χρόνος και τόπος διάπραξης τους), που, αν αποδειχθούν, θα συνιστούν τα αδικήματα που καταλογίζονται στον Καθ' ου η Αίτηση, τα οποία αδικήματα προσδιορίζονται με ακρίβεια, με παραπομπή στις σχετικές διατάξεις της αλλοδαπής νομοθεσίας. Σημειώνω, εδώ, ότι, από τα όσα έχω ενώπιον μου, ικανοποιούμαι ότι τα γεγονότα συνδέουν τον Καθ' ου η Αίτηση με την διάπραξη των ισχυριζόμενων αδικημάτων στο Ισραήλ, χωρίς να υπεισέρχομαι σε θέματα ουσίας που αφορούν, αν πράγματι από αυτά, ως θα εκτεθούν στην πλήρη έκταση τους κατά την δίκη του Καθ' ου η Αίτηση στο Ισραήλ, τίθεται ζήτημα αρμοδιότητας του αλλοδαπού Δικαστηρίου να τα εκδικάσει. Αυτό είναι ζήτημα ουσίας και δη του αλλοδαπού δικαίου και για το αρμόδιο Δικαστήριο στο Ισραήλ να αποφασίσει, αν εγερθούν προς εξέταση. Το παρόν Δικαστήριο, δεν έχει δικαιοδοσία εξέτασης ενός τέτοιου ζητήματος.
- Ως εκ των προαναφερομένων, ικανοποιούμε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 12.2(β) της Σύμβασης. Διαπίστωσης ότι ο Καθ' ου η Αίτηση είναι το εκζητούμενο πρόσωπο ΚΑΙ εάν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο αντίγραφα των διατάξεων στις οποίες βασίζεται η δίωξης του Καθ' ου η Αίτηση
- Τέλος, σε ότι αφορά την προϋπόθεση που τίθεται από το Άρθρο 12.2(γ) της Σύμβασης, ήτοι, παρουσίασης στο Δικαστήριο προς υποστήριξη του αιτήματος «αντίγραφον των κατ' εφαρµογήν διατάξεων ή, εφ' όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρµογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισµός του καταζητουµένου ατόµου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναµένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου», διαπιστώνονται από την προσκομισθείσα μαρτυρία, τα εξής.
- Κατ' αρχήν, ως προς το ότι ο Καθ' ου η Αίτηση ταυτίζεται με το εκζητούμενο, από τις αρχές του Κράτους του Ισραήλ, πρόσωπο, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση (Βλ. Re Andrei Ghincul, Πολιτική ECLI:CY:AD:2016:D70, Αίτηση Αρ. 3/2016, 05/02/2016). Σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία που εστάλησαν από το γραφείο του Κρατικού Εισαγγελέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης τους Κράτους του Ισραήλ, συνοδευτικά του αιτήματος για έκδοση, αποδεικνύουν την ταυτότητα του Καθ' ου η Αίτησης, ως του φυγόδικου, στον απαιτούμενο βαθμό (βλ. στο αίτημα έκδοσης, Τεκμήριο 3.7 στην σελίδα 2 υπό την θεματική ενότητα «Description of Person whose Extradition is Request», και την φωτογραφία στο Παράρτημα Α του ιδίου τεκμηρίου). Συσχετίζοντας αυτά τα στοιχεία και με την μαρτυρία του Α/Αστυφύλακα 1706, αλλά και τα όσα το Τεκμήριο 9 που κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός στο Δικαστήριο περιλαμβάνει (περιλαμβάνεται και αντίγραφο του Διαβατηρίου του Καθ' ου η Αίτησης του Κράτους του Ισραήλ), ικανοποιούμαι ότι ενώπιον μου σε αυτήν την διαδικασία είναι ο φυγόδικος.
- Τώρα, σε ότι αφορά το κατά πόσο παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφα των διατάξεων του ισχύοντος νομικού καθεστώτος κατά το χρόνο που αποδίδεται στον Καθ' ου η Αίτηση η αξιόποινη συμπεριφορά (βλ. Re Natalia Konovalova, ECLI:CY:AD:2015:D639, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, 30/09/2015) -ως αυτή καθορίζεται στην αίτηση του γραφείου του Κρατικού Εισαγγελέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης τους Κράτους του Ισραήλ ημερομηνίας 12/12/2016 για συνδρομή, δηλαδή από 2014 έως 2016-, η προσαχθείσα μαρτυρία αποκαλύπτει τα εξής.
- Σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Σύμβασης, δια της διπλωματικής οδού (κατά τον τρόπο που έχει ήδη επεξηγηθεί), ελήφθη το γραπτό αίτημα του Κρατικού Εισαγγελέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης τους Κράτους του Ισραήλ ημερομηνίας 12/12/2016 για συνδρομή, Τεκμήριο 3.7, στο οποίο περιλαμβάνονται αποσπάσματα από τα νομοθετήματα του Κράτους του Ισραήλ, που ποινικοποιούν τις ενέργειες που καταλογίζονται στον Καθ' ου η Αίτηση [ως αναφέρεται, «Statement of the Relevant Laws» (η υπογράμμισης είναι δική μου) (Βλ. Τεκμήριο 3.7, σελίδες από 9 μέχρι 11)]. Ως προς το ότι δεν έχει επέλθει παραγραφή της ευχέρειας δίωξης του Καθ' ου η Αίτηση, παραπομπή γίνεται στις σελίδες 11 και 12 του ιδίου τεκμηρίου, υπό την θεματική ενότητα «Statute of Limitations» και την δήλωση που γίνεται εκεί.
- Με δεδομένο, ότι, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να θέτει υπό αμφισβήτηση ότι τα αντίγραφα των διατάξεων που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο (ως έχει προαναφερθεί), αποτελούν το ισχύον νομικό καθεστώς κατά το χρόνο που αποδίδεται στον Καθ' ης η Αίτηση η αξιόποινη συμπεριφορά (σε ότι αφορά τα συγκεκριμένα αδικήματα), αποδέχομαι ότι, αυτά, αποτελούν τα στοιχεία που απαραιτήτως έπρεπε να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο σε ότι αφορά την αλλοδαπή νομοθεσία και ότι υπάρχει, σχετικά, συμμόρφωσης με τις διατάξεις του Άρθρου 12.2(γ) της Σύμβασης.
- Αυτά, σε ότι αφορά τα στοιχεία που απαραιτήτως έπρεπε να παρουσιαστούν προς υποστήριξη του αιτήματος, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 12 της Σύμβασης. Έχοντας ικανοποιηθεί για την ύπαρξη τους, προχωρώ στο να εξετάσω κατά πόσο κωλύεται η έκδοσης του Καθ' ου η Αίτηση, ένεκα οποιασδήποτε επιφύλαξης που τίθεται στην Σύμβαση. [Ε]. Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΜΦΟΤΕΡΟΠΛΕΥΡΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
- Σύμφωνα με το Άρθρο 2 της Σύμβασης (ως αυτό τροποποιήθηκε από τις πρόνοιες του Άρθρου 1 του Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης - Βλ. Νόμο 17/1984 - τροποποίησης που αφορά μόνο την τελευταία επιφύλαξη και δεν επηρεάζει τα εξεταζόμενα εδώ ζητήματα): «
- Έκδοσις ενεργείται διά πράξεις κολασίµους υπό των Νόµων του αιτούντος Μέρους και του Μέρους παρ' ου αιτείται η έκδοσις, αίτινες τιµωρούνται διά ποινής στερήσεως της ελευθερίας ή διά µέτρου ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή αυστηροτέρας ποινής. Οσάκις έλαβε χώραν καταδίκη εις ποινήν φυλακίσεως ή επεβλήθη µέτρον ασφαλείας εις το έδαφος του αιτούντος Μέρους, η απαγγελθείσα κύρωσις δέον να είναι διαρκείας τεσσάρων µηνών κατ' ελάχιστον όριον. Η ευχέρεια αυτή θα εφαρµόζεται επίσης και στα αδικήµατα τα οποία υπόκεινται µόνο σε χρηµατικές κυρώσεις"». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Πρόκειται για επιφύλαξη, που εισήχθη στην Σύμβαση δια του άρθρου αυτού, η οποία βασίζεται στην αρχή της αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας.
- Το ζήτημα της εξέτασης των όσων καταλογίζονται στον Καθ' ου η Αίτηση, προς τον σκοπό ελέγχου του εάν πράγματι τα φερόμενα ως διαπραχθέντα στην αιτούσα χώρα αδικήματα, τιμωρούνται ποινικώς και στην Δημοκρατία, ως έχει καταστεί σαφές από την νομολογία, αντιμετωπίζεται ως εξής. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει ταύτιση των ποινικών αδικημάτων στις δύο χώρες, αλλά, απλώς, να συνυπάρχει το στοιχείο της αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας, δηλαδή, να στοιχειοθετείται από την ίδια μαρτυρία, η διάπραξη αδικημάτων τόσο στη χώρα που επιδιώκει την έκδοση, όσο και στη χώρα που θα προβεί στην έκδοση (Βλ. Gani v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, Hachem v Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 Α.Α.Δ. 191, Re Yevgeniy Suray
(2011)1Α Α.Α.Δ 453, Re Dmitry Kotlyarenko
(2011)1Α Α.Α.Δ. 505, Re George Smith - Γεώργιος Λουκά
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1827, Re Victor Nicolaevich Makushin, Πολιτική Εφεση Αρ. 370/11, 29/03/2012 και Re Natalia Konovalova, ECLI:CY:AD:2015:D639, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, 30/09/2015). Και αυτό, όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Re Natalia Konovalova, ECLI:CY:AD:2015:D639, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, 30/09/2015, στη βάση φιλελεύθερης ερμηνείας του ημεδαπού (ποινικού) δικαίου, προς ευόδωση του στόχου της καταπολέμησης του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα. 52. Όπως εξηγείται στις αποφάσεις, γνώμονα προσδιοριστικό των αδικημάτων στην Δημοκρατία, αποτελεί η υπουργική εξουσιοδότηση, σε συνάρτηση με τα αναφερόμενα και καθοριζόμενα στην αίτηση ως προς το νόμο του αιτούντος κράτους (Βλ. Re Hachem
(1991)1 Α.Α.Δ. 723, Re Petrov
(1996)1 Α.Α.Δ. 535 και Re Serde Efimov
(2009)1 Α.Α.Δ. 326).
- Όπως δε αποφασίστηκε στην υπόθεση Re Natalia Konovalova, ECLI:CY:AD:2015:D639, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, 30/09/2015, το ότι η συμπεριφορά που καταλογίζεται από τις αρχές του αιτούντος κράτους στον καθ' ου η αίτηση, συνιστά κολάσιμη πράξη κατά το ποινικό δίκαιο της χώρας αυτής, δεν είναι θέμα που τίθεται προς εξέταση από το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται του αιτήματος έκδοσης, εφόσον αυτό εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των αρμόδιων αρχών του αιτούντος κράτους και ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός περί του γεγονότος αυτού, πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεδομένος. Αυτό, ισχύει και σε ότι αφορά το ζήτημα κατά πόσο το αλλοδαπό Δικαστήριο, έχει την αρμοδιότητα εκδίκασης των αδικημάτων. Ζήτημα στο οποίο έχω ήδη αναφερθεί.
- Συνεπώς, σε ότι αφορά την υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο, δεν μπορεί παρά να λάβει ως δεδομένο ότι η συμπεριφορά που καταλογίζεται από τις αρχές του Κράτους του Ισραήλ στον Καθ' ου η Αίτηση (ως έχει προαναφερθεί), συνιστά κολάσιμη πράξη (πράξεις) κατά το δίκαιο του Κράτους του Ισραήλ, τιμωρούμενη με ποινές στερητικές της ελευθερίας, ενός τουλάχιστον έτους (δεν έχει παραγραφεί - βλ. Άρθρο 10 της Σύμβασης, βλ. σελίδες 11 και 12 του γραπτού αιτήματος, Τεκμήριο 3.7). Σχετικά με το γεγονός της ποινής, βλέπε το Τεκμήριο 3.7, στις σελίδες 9, 10 και 11, δηλαδή στα απόσπασμα της νομοθεσίας του Κράτους του Ισραήλ, από τα οποία φαίνεται ξεκάθαρα ότι η προβλεπόμενη ποινή για τα συγκεκριμένα αδικήματα σε περίπτωση καταδίκης υπερβαίνει το ένα έτος. Σχετικά με το γεγονός ότι το δικαίωμα δίωξης του Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει παραγραφεί, βλέπε, ως έχει προαναφερθεί στο ίδιο Τεκμήριο 3.7, στις σελίδες 11 και 12, δηλαδή στα αποσπάσματα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του Ποινικού Κώδικα του Κράτους του Ισραήλ που καθορίζουν το ζήτημα της παραγραφής της ευχέρειας δίωξης, από το οποίο φαίνεται ξεκάθαρα ότι ζήτημα παραγραφής -ως άλλωστε ξεκαθαρίζεται και διαβεβαιώνεται και στο αίτημα- δεν τίθεται στην περίπτωση αυτή. Σύμφωνα δε με την Υπουργική εξουσιοδότηση, - θέσης που με βρίσκει σύμφωνο, εκτός του μέρους που αφορά τον Νόμο 87(Ι)/2007 και τον Νόμο 13(Ι)/2012, ως αναφέρεται στην συνέχεια -, η εν λόγω (κατ' ισχυρισμό) συμπεριφορά του Καθ' ου η Αίτηση, τιμωρείται ποινικώς και στην Δημοκρατία, δυνάμει των προνοιών των: «Άρθρου 7
(1)[εμπορία και εκμετάλλευση ανθρωπίνων οργάνων] του Περί της καταπολέμηση της εμπορίας και της εκμετάλλευσης προσώπων και της προστασίας των θυμάτων Νόμου 87
(1)/2007 ως έχει τροποποιηθεί από το Ν.13
(1)/2012, των άρθρων 33 (εμπορία ανθρωπίνων οργάνων), 35
(1)(β), 35
(1)(γ), 35
(1)(δ), 35
(1)(ε), 35
(1)(στ) και 35
(1)(ζ) [ποινικά αδικήματα και ποινές] του περί Αφαιρέσεων και Μεταμοσχεύσεων των Οργάνων Ανθρώπινης Προελεύσεως Νόμου 127
(1)/2012 και των άρθρων 20 (αυτουργοί), 21 (ποινικά αδικήματα που διαπράχτηκαν από συναυτουργούς κατά την επιδίωξη κοινού σκοπού), 297 (ορισμός ψευδών παραστάσεων), 298 (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις), 300 (απάτη), 333 (καταρτισμός πλαστού εγγράφου), 334 (πρόθεση καταδολίευσης), 335 (γενική ποινή πλαστογραφίας), 339 (κυκλοφορία πλαστού εγγράφου) και 341 (πρόκληση εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις) και 371 (συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154» αδικήματα που τιμωρούνται με ποινές φυλάκισης πέραν του ενός έτους. 55. Σημειώνω, εδώ, ότι, το Άρθρο 7
(1)του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007, Νόμος 87(I)/2007, που ποινικοποιούσε την εμπορία και εκμετάλλευση ανθρώπινων οργάνων στην Δημοκρατία ([7]), έχει, από 04/07/2014 καταργηθεί από τον Νόμο Που Αναθεωρεί Το Νομικό Πλαίσιο Που Διέπει Την Πρόληψη Και Καταπολέμηση Της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών Και Της Παιδικής Πορνογραφίας, Νόμο 91(Ι)/2014, ένεκα κατάργησης ολόκληρου του Νόμου 87(Ι)/
- Εντούτοις, το ζήτημα καλύπτεται από τις πρόνοιες του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007, Νόμος 87(I)/2007, ειδικότερα από τα Άρθρα 33 και 35 αυτού, που περιλαμβάνονται στην Υπουργική εξουσιοδότηση, ώστε να μην τίθεται ζήτημα, ότι, η συγκεκριμένη συμπεριφορά που καταλογίζεται στον Καθ' ου η Αίτηση που σχετίζεται με τις ενέργειες που κατατάσσονται στην γενική κατηγορία της «εμπορίας και εκμετάλλευσης ανθρώπινων οργάνων», δεν είναι αξιόποινη στην Δημοκρατία. Ανθρώπινα Δικαιώματα
- Ο Καθ' ου η Αίτηση, συζήτησε κατά τη δίκη και ζήτημα παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, στην περίπτωση που το αίτημα έκδοσης του προς τις αρχές του Κράτους του Ισραήλ εγκριθεί. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί και αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επηρεάζουν την διαδικασία έκδοσης με δύο κυρίως τρόπους. Κατά πρώτον, το Δικαστήριο που εξετάζει υπόθεση έκδοσης, πρέπει να ενεργεί συμβατά με τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση ως αυτά ορίζονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής καλούμενη «η Ε.Σ.Δ.Α.»), σε ότι αφορά τον τρόπο που αντιμετωπίζει το ζήτημα. Και, κατά δεύτερον, ο καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί να εκδοθεί εάν αυτό (δηλαδή η ίδια η έκδοσης του) θα παραβίαζε τα κατοχυρωμένα, βάσει της Ε.Σ.Δ.Α., δικαιώματα του. Η χώρα που εξετάζει αίτημα έκδοσης, βάσει της Ε.Σ.Δ.Α., υπέχει έναντι του καθ' ου η αίτηση σχετικής ευθύνης, και δεν πρέπει να παράσχει την αιτούμενη συνδρομή εάν οι περιστάσεις που περιβάλλουν το αίτημα πιθανόν να εκθέτουν τον καθ' ου η αίτηση σε κίνδυνο μεταχείρισης του στην αιτούσα χώρα κατά τρόπο απαγορευμένο από την Ε.Σ.Δ.Α. (Βλ. Soering v United Kingdom
(1989)11 E.H.R.R. 439). 57. Η Ε.Σ.Δ.Α. επιτρέπει ρητώς την έκδοση και την κράτηση εκκρεμούσης αυτής. Το Άρθρο 5
(1)της Ε.Σ.Δ.Α., που ορίζει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ένα κράτος μπορεί νόμιμα να περιορίσει την ελευθερία ενός ατόμου, προνοεί: «Everyone has the right to liberty and security of person. No-one shall be deprived of his liberty save in the following cases and in accordance with a procedure prescribed by law ... ... (f) the lawful arrest or detention of a person to prevent his effecting an unauthorised entry into the country or of a person against whom an action is being taken with a view to deportation or extradition.».
- Συνεπώς, η Ε.Σ.Δ.Α. δεν εμποδίζει την συνεργασία μεταξύ κρατών μέσα από το πλαίσιο συμβάσεων έκδοσης, προς τον σκοπό παρουσίασης φυγόδικων παρανομούντων ενώπιον της δικαιοσύνης, νοουμένου ότι τούτο δεν επεμβαίνει επί οποιουδήποτε δικαιώματος ειδικά κατοχυρώνεται από την Ε.Σ.Δ.Α.
- Σχετική πρόνοια υπάρχει και στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το Άρθρο 11 του Συντάγματος: «
- Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφαλείας.
- Ουδείς στερείται της ελευθερίας αυτού, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζει εις τας περιπτώσεις: . (στ) σύλληψης ή κράτησης ατόμου προς παρεμπόδιση της χωρίς άδεια εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας ή σύλληψης ή κράτησης αλλοδαπού εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες προς το σκοπό απέλασης ή έκδοσης ή σύλληψης ή κράτησης πολίτη της Δημοκρατίας προς το σκοπό της έκδοσης ή παράδοσής του με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή σύμφωνα με διεθνή σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι τέτοια σύμβαση εφαρμόζεται αντίστοιχα και από τον αντισυμβαλλόμενο. Η σύλληψη ή η κράτηση όμως οποιουδήποτε προσώπου προς το σκοπό έκδοσης ή παράδοσής του δεν είναι δυνατή εάν το αρμόδιο κατά νόμο όργανο ή αρχή έχει ουσιώδη λόγο να πιστεύει ότι το αίτημα της έκδοσης ή παράδοσης έγινε με σκοπό την ποινική δίωξη ή την τιμωρία προσώπου συνεπεία της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της εθνοτικής καταγωγής, των πολιτικών πεποιθήσεων ή των νόμιμων κατά το διεθνές δίκαιο διεκδικήσεων συλλογικών ή ατομικών δικαιωμάτων.».
- Παρά το γεγονός ότι, επικρατέστερα, η διαδικασία έκδοσης φυγόδικου, έχει εγείρει ζητήματα παραβιάσεων του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. (πραγματικός κίνδυνος υποβολής σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή σε εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία), η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής καλούμενο «το Ε.Δ.Α.Δ.»), καταδεικνύει, ότι, και άλλα άρθρα της Ε.Σ.Δ.Α. (όπως είναι για παράδειγμα και το Άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. που κατοχυρώνει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης) μπορούν να αποτελέσουν λόγο άρνησης αιτήματος έκδοσης (ή απέλασης) (Βλ. R (Ullah) v Special Adjudicator [2004] 2 A.C. 323, HL).
- Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί, ότι, οι πρόνοιες της Ε.Σ.Δ.Α. και το πρόσθετο σε αυτή Πρωτόκολλο, σε ότι αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, ενσωματώνονται ουσιαστικά και χρησιμοποιούνται ως πρότυπο, στο ΙΙ Μέρος του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, που αναφέρεται σε αυτά ως αποτέλεσμα του Άρθρου 5 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας. Αντίστοιχα των Άρθρων 3 και 6 της Ε.Σ.Δ.Α. είναι τα Άρθρα 8 και [12 και 30] (τα τελευταία δύο σε συνδυασμό) του Συντάγματος. Κίνδυνος απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης
- Το Άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α. προνοεί ότι: «No-one shall be subjected to torture or inhuman and degrading treatment or punishment».
- Αν και είναι μία από τις συντομότερες πρόνοιες της Ε.Σ.Δ.Α., πρόκειται, για μία από τις σημαντικότερες κατοχυρώσεις της. Η προστασία που η πρόνοια του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. κατοχυρώνει, σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής καλούμενο «το Ε.Δ.Α.Δ.»), είναι απόλυτη και δεν επηρεάζεται από την διαγωγή του εκζητουμένου, ή από το γεγονός ότι ο εκζητούμενος κατηγορείται για σοβαρά αδικήματα, ή από το γεγονός ότι υφίστανται λόγοι εθνικής ασφαλείας για την απομάκρυνση του.
- Στον όρο «βασανιστήρια», έχει ερμηνευτεί ότι περιλαμβάνεται, κάθε εκ προθέσεως πρόκληση απάνθρωπης μεταχείρισης που προκαλεί πολύ βαριά και βάναυση οδύνη, είτε αυτή είναι σωματική, είτε είναι ψυχική. Για να διακριβωθεί κατά πόσο το απαιτούμενο όριο δριμύτητας έχει ξεπεραστεί, όλες οι περιστάσεις μίας υπόθεσης λαμβάνονται υπόψη, συμπεριλαμβανομένων της φύσης και του πλαισίου της μεταχείρισης ή τιμωρίας, τον τρόπο και την μέθοδο της εκτέλεσης της, την διάρκεια της, τις σωματικές και ψυχικές επιδράσεις που αυτή επιφέρει, και το φύλο, ηλικία και κατάσταση της υγείας του προσώπου που υποβάλλεται σε τέτοια μεταχείριση.
- Κακομεταχείριση που υπολείπεται από του να είναι βασανισμός, πρέπει επίσης να φτάσει σε ένα ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας, ώστε να αποτελεί παραβίαση του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. Και σε αυτή την περίπτωση, για να διακριβωθεί κατά πόσο το απαιτούμενο όριο δριμύτητας έχει ξεπεραστεί, όλες οι περιστάσεις μίας υπόθεσης λαμβάνονται υπόψη, συμπεριλαμβανομένων της φύσης και του πλαισίου της μεταχείρισης ή τιμωρίας, τον τρόπο και την μέθοδο της εκτέλεσης της, την διάρκεια της, τις σωματικές και ψυχικές επιδράσεις που αυτή επιφέρει, και το φύλο, ηλικία και κατάσταση της υγείας του προσώπου που υποβάλλεται σε τέτοια μεταχείριση (Βλ. Soering v United Kingdom
(1989)11 EHRR 439). Εν προκειμένω, στην υπόθεση AI-Saadoon and Mufdhi v United Κingdom, Αίτηση υπ' αρ. 61498/08, το Ε.Δ.Α.Δ. ανέφερε τα εξής: «In accordance with its constant case-law, ill-treatment must attain a minimum level of severity if it is to fall within the scope of Article
- The assessment of this minimum depends on all the circumstances of the case, such as the duration of the treatment, its physical or mental effects and, in some cases, the sex, age and state of health of the victim. The Court has considered treatment to be "inhuman" because, inter alia, it was premeditated, was applied for hours at a stretch and caused either actual bodily injury or intense physical or mental suffering. It has deemed treatment to be "degrading" because it was such as to arouse in the victims feelings of fear, anguish and inferiority capable of humiliating and debasing them. In considering whether a punishment or treatment was "degrading" within the meaning of Article 3, the Court will have regard to whether its object was to humiliate and debase the person concerned and whether, as far as the consequences are concerned, it adversely affected his or her personality in a manner incompatible with Article
- However, the absence of any such purpose cannot conclusively rule out a finding of a violation of Article
- In order for a punishment or treatment associated with it to be "inhuman" or "degrading", the suffering or humiliation involved must go beyond that inevitable element of suffering or humiliation connected with a given form of legitimate treatment or punishment.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Συνεπώς, το Άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α. καθιστά παράνομο για την Δημοκρατία να εκδώσει εκζητούμενο πρόσωπο σε χώρα στην οποία, σύμφωνα με τις προβλέψεις, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να τύχει μεταχείρισης κατά τρόπο ασύμβατο με τις διατάξεις του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. Ο ουσιώδης χρόνος, για σκοπούς εξέτασης του κινδύνου παραβίασης των προνοιών του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., είναι ο χρόνος κατά τον οποίο εξετάζεται το αίτημα για έκδοση (Βλ. Chahal v Ηνωμένου Βασιλείου
(1996)23 Ε.Η.R.R. 413). Ο καθ' ου η αίτηση, πρέπει να αποδείξει ότι ενυπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι να πιστεύεται ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος κακομεταχείρισης του, του απαιτούμενου βαθμού σοβαρότητας, στην αιτούσα χώρα. Για να υφίσταται το στοιχείο του πραγματικού κίνδυνου υπό την έννοια που έχει προαναφερθεί, πρέπει ο κίνδυνος να μην είναι απλά μία πιθανότητα. Εντούτοις, θα γίνει αποδεκτό ότι ενυπάρχει, όταν καταδειχθεί ότι είναι πέραν από απλώς πιθανόν, σε βαθμό που υπολείπεται μιας μεγαλύτερης πιθανότητας, ότι, ως γεγονός θα επισυμβεί [Βλ. R (Lodhi) v Secretary of State for the Home Department [2010] E.W.H.C. 567 (Admin)]. Αν και το βάρος απόδειξης παραβίασης των προνοιών του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., ως έχει προαναφερθεί, βαραίνει τον καθ' ου η Αίτηση, το Δικαστήριο, μπορεί να λάβει υπόψη του και πληροφορίες που δύναται να εξασφαλιστούν αυτεπαγγέλτως (Βλ. Mamatkulov και Askarov v Τουρκία, Αιτήσεις υπ' αρ. 46827/99 και 46951/99).
- To Ε.Δ.Α.Δ., μέσα από την νομολογία του, διαφαίνεται ότι είναι πολύ επιφυλακτικό στο να αποδεχθεί ότι η διαδικασία έκδοσης μεταξύ κρατών παραβιάζει τις πρόνοιες του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. Εκτός των σπάνιων περιπτώσεων που αφορούν την θανατική ποινή, πολύ σπάνιες είναι οι περιπτώσεις όπου έχει βρεθεί ότι υπήρξε παραβίασης των προνοιών του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. στις περιπτώσεις όπου η έκδοσης του καθ' ου η αίτηση αφορούσε αίτημα συνδρομής που είχε υποβληθεί από κράτος με μακρύ ιστορικό σεβασμού της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου (Βλ. Harkins and Edwards v Ηνωμένο Βασίλειο, Αιτήσεις υπ' αρ. 9146/07 και 32650/07).
- Στην προκείμενη περίπτωση, πέραν από γενικές υποβολές, η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση, δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο καμία απολύτως μαρτυρία σε ότι αφορά την πιθανότητα παραβίασης των προαναφερόμενων δικαιωμάτων του σε περίπτωση έκδοσης του στο Κράτος του Ισραήλ. Η δε γενικότητα των υποβολών του, δεν δικαιολογεί περαιτέρω εξέταση του ζητήματος. Κίνδυνος Παραβίασης του δικαιώματος του Καθ' ου η Αίτηση σε δίκαιη δίκη
- Το Άρθρο 6
(1)της Ε.Σ.Δ.Α. προνοεί ότι: «In the determination of the civil rights and obligations or of any criminal charges against him, everyone is entitled to a fair and public hearing within a reasonable time by an independent and impartial tribunal established by law. Judgement shall be pronounced publicly but the press and public may be excluded from all or part of the trial in the interests of morals, public order or national security in a democratic society, where the interests of juveniles or the protection of the private life of the parties so require, or to the extent strictly necessary in the opinion of the court in special circumstances where publicity would prejudice the interests of justice.». 70. Το Άρθρο 6
(2)της Ε.Σ.Δ.Α. προνοεί ότι οποιοσδήποτε κατηγορείται για την διάπραξη ποινικού αδικήματος πρέπει να θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο και το Άρθρο 6
(3)της Ε.Σ.Δ.Α. απαριθμεί συγκεκριμένες εγγυήσεις που εφαρμόζονται σε ποινικές υποθέσεις. 71. Έχει αποφασιστεί από το Ε.Δ.Α.Δ. ότι, οι διατάξεις του Άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. τυγχάνει εφαρμογής στην διαδικασία όπου εξετάζεται πλήρως η ενοχή ή αθωότητα του προσώπου που κατηγορείται για ένα αδίκημα, και όχι στην απλή διαδικασία που αντικείμενο έχει το κατά πόσο ένα πρόσωπο θα εκδοθεί σε μία άλλη χώρα (Βλ. Salgato v Spain, Αίτηση υπ' αρ. 65964/01, EGM v Luxemburg, Αίτηση υπ' αρ. 24015/94, GK and BJF v The Netherlands, Αίτηση υπ' αρ. 12543/86, Kirkwood v United Kingdom
(1984)37 DR 158, H v Spain
(1983)37 DR 93 και X v Belgium, Αίτηση υπ' αρ. 7256/75). Συνεπώς, στα πλαίσια της εξέτασης αιτήματος για έκδοση στην Δημοκρατία, η διαδικασία δεν πρέπει να προσφέρει όλες τις εγγυήσεις που το Άρθρο 6
(3)της Ε.Σ.Δ.Α. κατοχυρώνει. Όπως αποφασίστηκε από το Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Mamatkulov και Askarov v Τουρκία, Αιτήσεις υπ' αρ. 46827/99 και 46951/99, (στο πλαίσιο εξέτασης παραπόνων ως προς το δίκαιο του χαρακτήρα της διαδικασίας έκδοσης στην Τουρκία), οι αποφάσεις που αφορούν την είσοδο, παραμονή και απέλαση αλλοδαπών, δεν αφορούν εξέταση των αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ατόμου, ή την εξέταση ποινικών κατηγοριών εναντίον του, κατά την έννοια του Άρθρου 6
(1)της Ε.Σ.Δ.Α.
- Η έκδοσης θα είναι ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση κάτω από το Άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. εκεί όπου υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ότι θα υποστεί κατάφωρη άρνηση δικαιοσύνης στο αιτών κράτος. Αυτό, έχει νομολογηθεί ότι σημαίνει, ουσιαστικό κίνδυνο, που μπορεί να αποδειχθεί με κάτι λιγότερο από 51% πιθανότητα [Βλ. Brown v Goverment of Ruanda [2009] EWCH 770 (Admin.)]. Στην υπόθεση Othman v Ηνωμένο Βασίλειο [2012] ECHR 56, το Ε.Δ.Α.Δ. εξέτασε το τι μπορεί να συνιστά κατάφωρη άρνηση δικαιοσύνης. Απεφάνθη, ότι, κατάφωρη άρνηση δικαιοσύνης, υπερβαίνει των απλών παρατυπιών ή έλλειψη εγγυήσεων για τα της διαδικασίας της δίκης. Τέτοια άρνησης υπάρχει, μόνον εκεί όπου η παραβίασης των αρχών της δίκαιης δίκης που το Άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. κατοχυρώνει, είναι τόσο θεμελιώδης, ώστε να συνιστά ακύρωση της ουσίας του ίδιου του δικαιώματος.
- Στις περιπτώσεις όπου το αιτών κράτος είναι μέρος στην Ε.Σ.Δ.Α. (και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης), είναι, γενικά, πολύ δύσκολο να αποδειχθεί ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος πλήρους άρνησης των δικαιωμάτων που το Άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. κατοχυρώνει.
- Στην προκείμενη περίπτωση, τα όσα ο Καθ' ου η Αίτηση [και πάλι] με γενικότητα απλά υπέβαλε ως θέση κατά την εξέταση της μάρτυρας Γιούλικας Χατζηπροδρόμου, [σε καμία περίπτωση] δεν αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι, αν εκδοθεί, κινδυνεύει πραγματικά ότι οι αρχές του Κράτους του Ισραήλ θα ενεργήσουν με τρόπο που θα σημαίνει ακύρωση του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη. Συνεπώς, ούτε και πραγματικός κίνδυνος παραβίασης των προνοιών του Άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. εντοπίζεται στην υπό εξέταση περίπτωση. Κράτησης
- Σε ότι αφορά το ζήτημα, κατά πόσο, σε περίπτωση που αποφασιστεί ότι χωρεί έκδοσης του Καθ' ου η Αίτησης στο Κράτος του Ισραήλ, αν επιβάλλεται η κράτησης του στο μεταξύ και μέχρις ότου διαταχθεί (αν διαταχθεί) η έκδοσης του από τον αρμόδιο Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας, θεωρώ ότι οι διατάξεις του Άρθρου 9
(5)του Νόμου 97/1970 [[xii]] είναι επιτακτικές. Η κράτησης του πρέπει να διαταχθεί (βλ. Re Constantin Perpechides
(1998)1 Α.Α.Δ. 483). Η δε ρύθμισης του ζητήματος της κράτησης, ακολούθως της σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου, ρυθμίζεται νομοθετικά, και συνεπώς, οι αρμόδιοι, κατά τεκμήριο νομιμότητας και κανονικότητας, αναμένεται να ενεργήσουν εντός το προβλεπόμενου νομοθετικού πεδίου. Κατάσταση Υγείας 76. Σε ότι αφορά τα προβλήματα υγείας που ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει, δεν θεωρώ ότι μπορούν να αποτελέσουν λόγω που δικαιολογείται, είτε να αποφασιστεί από το Δικαστήριο ότι δεν χωρεί έκδοσης του, είτε, εάν διαταχθεί, να αποφασιστεί να παραμείνει ελεύθερος μέχρι και την έκδοση του. Υπάρχει θεσμοθετημένο πλαίσιο, μέσα από το οποίο, τα προβλήματα αυτά του Καθ' ου η Αίτησης, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν, να αντιμετωπιστούν από τα αρμόδια κρατικά τμήματα. 77. Η έκδοσης ενός εκζητούμενου προσώπου που είναι φυσικά ή και ψυχικά ασθενής, μπορεί να παραβιάζει τις πρόνοιες του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. - μόνο από αυτή την άποψη μπορεί να ειδωθεί η θέσης αυτή του Καθ' ου η Αίτηση και από αυτή την σκοπιά εξετάζεται-, όταν η ασθένεια αποδειχθεί ότι είναι αρκετά σοβαρή και ότι η κατάστασης της υγείας του καθ' ου η αίτηση θα επιδεινωθεί από μόνο το γεγονός της έκδοσης (Βλ. Aleksanyan v Russia, Αίτηση υπ' αρ. 46468/06, 22/12/2008, N. v Ηνωμένο Βασίλειο, Αίτηση υπ' αρ. 26565/05, 27/05/2008 και Pretty v Ηνωμένο Βασίλειο, Αίτηση υπ' αρ. 2346/02, 29/04/2002). 78. Σχετικά με τα προαναφερόμενα, στην υπόθεση Aleksanyan v Russia, Αίτηση υπ' αρ. 46468/06, 22/12/2008 το Ε.Δ.Α.Δ. ανέφερε τα εξής: «136. The Court often faces allegations of insufficient or inadequate medical care in places of detention. In exceptional circumstances, Article 3 may go as far as requiring the conditional liberation of a prisoner who is seriously ill or disabled. Thus, in Farbtuhs v. Latvia, (no. 4672/02, 2 December 2004), the Court concluded that the detention of a disabled 79-year-old applicant was in breach of Article 3 on account of "his age, infirmity and health situation" (see also Papon v. France (no. 1) (dec.), no. 64666/01, ECHR 2001-VI, and Priebke v. Italy (dec.), no. 48799/99, 5 April 2001). 137. In deciding whether or not the detention of a seriously ill person raised an issue under Article 3 of the Convention, the Court has taken into account various factors. Thus, in Mouisel v. France, no. 67263/01, §§ 40-42, ECHR 2002‑IX) the Court examined such elements of the case as (
- a)the medical condition of the prisoner, (
- b)the adequacy of the medical assistance and care provided in detention and (
- c)the advisability of maintaining the detention measure in view of the state of health of the applicant. This test was further developed in the case of Gelfmann v. France (no. 25875/03, 14 December 2004), where the Court took into account, among other relevant factors, the dynamics of the applicant's health condition, the possibility of conditional release or parole for a seriously ill detainee if his health deteriorated, and the applicant's own attitude (namely his persistent refusal to cooperate with the doctors). In the cases of Henaf v. France (no. 65436/01, §§ 49 et seq., ECHR 2003‑XI) and Mousiel v. France (cited above) the Court also analysed whether the application of handcuffs or shackling of a seriously ill detainee to his bed was justified by any security risks. The applicant's potential "dangerousness" was also taken into account in the case of Sakkopoulos v. Greece (no. 61828/00, § 44, 15 January 2004) in order to decide whether his continuous detention on remand was justified. 138. In most of the cases concerning the detention of ill persons the Court has examined whether or not the applicant received adequate medical assistance in prison. The Court reiterates in this respect that even if Article 3 does not entitle a detainee to be released "on compassionate grounds", it always requires that the health and well-being of detainees are adequately secured by, among other things, providing them with the requisite medical assistance (see Kudła v. Poland [GC], no. 30210/96, § 94, ECHR 2000‑XI; see also Hurtado v. Switzerland, 28 January 1994, § 79, Series A no. 280-A, opinion of the Commission; Kalashnikov v. Russia, no. 47095/99, §§ 95 and 100, ECHR 2002‑VI; and Khudobin v. Russia, (no. 59696/00, § 96, ECHR 2006‑... (extracts)). 139. The "adequacy" of medical assistance remains the most difficult element to determine. The CPT proclaimed the principle of the equivalence of health care in prison with that in the outside community (see "Relevant International Instruments" above). However, the Court does not always adhere to this standard, at least when it comes to medical assistance to convicted prisoners (as opposed to those detained on remand). On several occasions the Court has held that Article 3 of the Convention cannot be interpreted as securing to every detained person medical assistance of the same level as "in the best civilian clinics" (see the case of Mirilashivili v. Russia (dec.), no. 6293/04, 10 July 2007). In the case of Grishin v. Russia the Court went further, holding that it was "prepared to accept that in principle the resources of medical facilities within the penitentiary system are limited compared to those of civil[ian] clinics" (no. 30983/02, § 76, 15 November 2007). 140. On the whole, the Court reserves sufficient flexibility in defining the required standard of health care, deciding it on a case-by-case basis. That standard should be "compatible with the human dignity" of a detainee, but should also take into account "the practical demands of imprisonment".». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 79. Στην δε υπόθεση N. v Ηνωμένο Βασίλειο, Αίτηση υπ' αρ. 26565/05, 27/05/2008, το Ε.Δ.Α.Δ. αφού κάνει μία αναδρομή σε αποφάσεις του όπου εξετάστηκαν τυχόν παραβιάσεις του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., συνοψίζει τις αρχές της νομολογίας του ως εξής: «29. According to the Court's constant case-law, ill-treatment must attain a minimum level of severity if it is to fall within the scope of Article 3. The assessment of this minimum level of severity is relative; it depends on all the circumstances of the case, such as the duration of the treatment, its physical and mental effects and, in some cases, the sex, age and state of health of the victim (see, among many other authorities, Jalloh v. Germany [GC], no. 54810/00, § 67, ECHR 2006-IX. The suffering which flows from naturally occurring illness, physical or mental, may be covered by Article 3, where it is, or risks being, exacerbated by treatment, whether flowing from conditions of detention, expulsion or other measures, for which the authorities can be held responsible (see Pretty v. the United Kingdom, no. 2346/02, § 52, ECHR 2002-III; Kudła v. Poland [GC], no. 30210/96, § 94, ECHR 2000-XI; Keenan v. the United Kingdom, no. 27229/95, § 116, ECHR 2001-III; and Price v. the United Kingdom, no. 33394/96, § 30, ECHR 2001-VII). 30. It is the Court's settled case-law that as a matter of well-established international law, and subject to their treaty obligations, including those arising from the Convention, Contracting States have the right to control the entry, residence and removal of aliens. However, expulsion by a Contracting State may give rise to an issue under Article 3, and hence engage the responsibility of that State under the Convention, where substantial grounds have been shown for believing that the person concerned, if deported, faces a real risk of being subjected to treatment contrary to Article 3. In such a case, Article 3 implies an obligation not to deport the person in question to that country (see Saadi v. Italy [GC], no. 37201/06, §§ 124-25, ECHR 2008). 31. Article 3 principally applies to prevent a deportation or expulsion where the risk of ill-treatment in the receiving country emanates from intentionally inflicted acts of the public authorities there or from non-State bodies when the authorities are unable to afford the applicant appropriate protection (see H.L.R. v. France, 29 April 1997, § 32, Reports 1997-III, and Ahmed v. Austria, 17 December 1996, § 44, Reports 1996-VI). . 42. In summary, the Court observes that since D. v. the United Kingdom it has consistently applied the following principles. Aliens who are subject to expulsion cannot in principle claim any entitlement to remain in the territory of a Contracting State in order to continue to benefit from medical, social or other forms of assistance and services provided by the expelling State. The fact that the applicant's circumstances, including his life expectancy, would be significantly reduced if he were to be removed from the Contracting State is not sufficient in itself to give rise to breach of Article 3. The decision to remove an alien who is suffering from a serious mental or physical illness to a country where the facilities for the treatment of that illness are inferior to those available in the Contracting State may raise an issue under Article 3, but only in a very exceptional case, where the humanitarian grounds against the removal are compelling. In the D. v. the United Kingdom case the very exceptional circumstances were that the applicant was critically ill and appeared to be close to death, could not be guaranteed any nursing or medical care in his country of origin and had no family there willing or able to care for him or provide him with even a basic level of food, shelter or social support. 43. The Court does not exclude that there may be other very exceptional cases where the humanitarian considerations are equally compelling. However, it considers that it should maintain the high threshold set in D. v. the United Kingdom and applied in its subsequent case-law, which it regards as correct in principle, given that in such cases the alleged future harm would emanate not from the intentional acts or omissions of public authorities or non-State bodies, but instead from a naturally occurring illness and the lack of sufficient resources to deal with it in the receiving country. 44. Although many of the rights it contains have implications of a social or economic nature, the Convention is essentially directed at the protection of civil and political rights (see Airey v. Ireland, 9 October 1979, § 26, Series A no. 32). Furthermore, inherent in the whole of the Convention is a search for a fair balance between the demands of the general interest of the community and the requirements of the protection of the individual's fundamental rights (see Soering v. the United Kingdom, 7 July 1989, § 89, Series A no. 161). Advances in medical science, together with social and economic differences between countries, entail that the level of treatment available in the Contracting State and the country of origin may vary considerably. While it is necessary, given the fundamental importance of Article 3 in the Convention system, for the Court to retain a degree of flexibility to prevent expulsion in very exceptional cases, Article 3 does not place an obligation on the Contracting State to alleviate such disparities through the provision of free and unlimited health care to all aliens without a right to stay within its jurisdiction. A finding to the contrary would place too great a burden on the Contracting States. 45. Finally, the Court observes that, although the present application, in common with most of those referred to above, is concerned with the expulsion of a person with an HIV and Aids-related condition, the same principles must apply in relation to the expulsion of any person afflicted with any serious, naturally occurring physical or mental illness which may cause suffering, pain and reduced life expectancy and require specialised medical treatment which may not be so readily available in the applicant's country of origin or which may be available only at substantial cost.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 80. Στην προκείμενη περίπτωση, το γεγονός και μόνο ότι ο Καθ' ου η Αίτηση αντιμετωπίζει τα προβλήματα υγείας που αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο, δεν επαρκεί ώστε να απορριφθεί από το Δικαστήριο το αίτημα έκδοσης του γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε κακομεταχείριση του κατά παράβαση των προνοιών του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. Εν προκειμένω, δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, ότι, η κατάσταση της υγείας του σήμερα, είναι τόσο σοβαρή ή και ότι δυνατόν να επιδεινωθεί από μόνο το γεγονός της κράτησης του σε κέντρο κράτησης ή φυλακής, ή της έκδοσης (ή και γενικότερα ότι δύναται να επιδεινωθεί και πως), ή και ότι ενυπάρχουν σε συνδυασμό με αυτήν εξαιρετικές περιστάσεις, ώστε να δικαιολογείτο αντίθετη προσέγγισης από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο, έχει μόνο ως δεδομένο ότι ο Καθ' ου η Αίτηση αντιμετωπίζει τα προαναφερόμενα προβλήματα υγείας (αφού η πλευρά του Αιτητή δεν το αμφισβήτησε). Δεν έχει καμία μαρτυρία (ακόμη και εάν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του ιατρού Καπετάνου που κλητεύθηκε από το ίδιο το Δικαστήριο για να εξεταστεί ο λόγος μη παρουσίασης του Καθ' ου η Αίτηση κατά την δίκη, την οποία δεν την αποδέχομαι γιατί δεν ήταν σε αυτή την διάσταση που ετέθη), δεν έχει καμία μαρτυρία με το απαιτούμενο βάρος, ότι η ιατρική περίθαλψη και φροντίδα που θα έχει (σύμφωνα με τις περιστάσεις του), εάν εκδοθεί, σε κέντρο κράτησης ή φυλακή στο Κράτος του Ισραήλ ή και στην Κύπρο, θα είναι ανεπαρκής ή ασύμβατη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, δεδομένων πάντοτε των πρακτικών αναγκών που το ίδιο το γεγονός της κράτησης επιβάλλει. Δεν έχει επίσης καμία μαρτυρία ως προς το εάν, δεδομένης της κατάστασης της υγείας του, από ιατρικής απόψεως, δεν συνίσταται η κράτηση του σε κέντρο κράτησης ή φυλακή. 81. Ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα, πολύ πρόσφατα, σε υπόθεση έκδοσης φυγόδικου (βάση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης), στην υπόθεση Παναγιώτης Μεσαρίτη ν Γενικού Εισαγγελέα τηε Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 256/2017, 27/07/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, ανέφερε τα εξής, στα οποία ενσωματώνεται και η όλη ουσία του πράγματος: 82. «Η κατάσταση υγείας του Εφεσείοντα που αναφέρθηκε, παρόλη τη συμπάθεια του Δικαστηρίου για το θέμα αυτό, κατά τη γνώμη μας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από τις αρμόδιες αρχές οι οποίες υποχρεούνται να επιληφθούν του θέματος, σύμφωνα με το Νόμο, δηλαδή να επιλαμβάνονται θεμάτων υγείας των κρατουμένων προσώπων παρέχοντας προς αυτούς την αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.». Πολιτικό Άσυλο 83. Καταληκτικά, σημειώνω ότι, έχω περιορίσει την εξέταση μου σε ζητήματα που δεν είναι δεδικασμένα, όπως για παράδειγμα είναι το ζήτημα που αφορά την σε εκκρεμότητα αίτηση του Καθ' ου η Αίτηση για να του παρασχεθεί άσυλο από την Δημοκρατία, σε ότι αφορά το οποίο, παραπέμπω στην απόφαση μου ημερομηνίας 12/05/2017. Δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση κατά την δίκη, που έστω από πραγματικής θεώρησης των πραγμάτων, θα δικαιολογούσε την εκ νέου απόφανση του Δικαστηρίου επί τούτου. [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ 84. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, εγκρίνω το αίτημα και διατάζω όπως ο Καθ' ου η Αίτηση παραμείνει υπό αστυνομική κράτηση μέχρι την έκδοση του από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, τηρουμένων σε κάθε περίπτωση των διατάξεων των Άρθρων 10 και 11 του Νόμου 97/1970 (Βλ. Γιώργος Λουκά ν Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 124/2013, 08/01/2014. 85. Σημειώνεται, κατά τρόπο επεξηγηματικό προς τον Καθ' ου η Αίτηση, ότι, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία (Βλ. Άρθρο 10 του Νόμου 97/1970), αυτός, έχει δικαίωμα προσβολής της απόφασης αυτού του Δικαστηρίου στο Ανώτατο Δικαστήριο, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε ημερών, με τη διαδικασία που προβλέπεται στο Νόμο 97/1970, δια της υποβολής αιτήσεως για την έκδοση εντάλματος Habeas Corpus ώστε, αφού ελεγχθεί, να αναθεωρηθεί η απόφαση μου αυτή για την κράτηση και έκδοση του, και εάν πληρούνται τέτοιες προϋποθέσεις, αντ΄αυτού, να διαταχθεί η αποφυλάκιση του. 86. Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής, να κοινοποιήσει την απόφαση του Δικαστηρίου στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. το προσωρινό ένταλμα σύλληψης που εξεδόθη από τον έντιμο Π. Ε. Δ. Λάρνακας ημερομηνίας 22/11/2016 (ώρα 12:25), Τεκμήριο 10. Σχετική προς τούτο το γεγονός μαρτυρία, δόθηκε και από τον Α/Αστυφύλακα 1706 κατά την μαρτυρία του της 08/06/2017. [2] Βλ. την οπισθογράφηση από την Αστυφύλακα 3241, επί του προσωρινού εντάλματος σύλληψης που εξεδόθη από τον έντιμο Π. Ε. Δ. Λάρνακας ημερομηνίας 22/11/2016, Τεκμήριο 10. Σχετική προς τούτο το γεγονός μαρτυρία δόθηκε στο Δικαστήριο από τον Α/Αστυφύλακα 1706 κατά την μαρτυρία του της 08/06/2017. [3] Σχετική μαρτυρία δόθηκε και από την κα Γιούλικα Χατζηπροδρόμου, κατά την μαρτυρία της, της 23ης/05/2017. [4] Βλ. ειδικότερα τις πρόνοιες του Άρθρου 4
(1)(β). [5] Χωρίς όμως να δεσμεύεται αυστηρά στην τήρηση των κανόνων του Δικαίου της Απόδειξης ένεκα του ιδιόμορφου της διαδικασίας εξέτασης αιτήματος για παροχή συνδρομής (Βλ. Re Natalia Konovalova, ECLI:CY:AD:2015:D639, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, 30/09/2015 και Μελάς ν Αρχηγού Αστυνομίας κ. α.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2261). [6] Ανεξαρτήτως του κατά πόσο το Κράτος του Ισραήλ δεν έχει κυρώσει το Δεύτερο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων (βλ. Τεκμήριο 4 και την μαρτυρία της Γιούλικας Χατζηπροδρόμου ημερομηνίας 23/05/2017), υπάρχει συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Άρθρου 12
(1)της Σύμβασης, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από το Άρθρο 5 του προαναφερόμενου Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων. [7] Χωρίς αλλοίωση του από τον περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Πρόσωπων και της Προστασίας Θυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμο του 2012, Νόμος 13(Ι)/2012. [i] Και στα πρόσθετα σε αυτήν Πρωτόκολλα [σε ότι αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία μόνον]. Εξαιρουμένων των επιφυλάξεων/δηλώσεων/ενστάσεων που έχουν διατυπωθεί. Για τις επιφυλάξεις και δηλώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, βλέπε τον Νόμο 95/1970, αναφορά στον οποίο γίνεται αμέσως μετά. [ii] Βλ. τον περί Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979, Νόμο 23/1979, και τον περί Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων (Κυρωτικός) Νόμο του 1984, Νόμος 17/1984, δια των οποίων κυρώθηκαν το Πρόσθετον Πρωτοκόλλον της Ευρωπαϊκής Συµβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Στρασβούργου), ημερομηνίας 15/10/2975 και το ∆εύτερο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύµβασης Έκδοσης Φυγοδίκων (Στρασβούργου), ημερομηνίας 17/03/1978, αντίστοιχα. Η αναφορά στο κείμενο της απόφασης μου στον Νόμο 95/1970, θα περιλαμβάνει και τους Νόμους 23/1979 και 17/1984, εκτός και εάν ειδικά εξειδικεύεται στην απόφαση μου αναφορά σε κάποιον από αυτούς. [iii] Βλ. επίσης τις διατάξεις του Άρθρου 169.3 του Συντάγματος (ως προς το ότι, συνθήκες έχουν αυξημένη ισχύ έναντι άλλης ημεδαπής νομοθεσίας) και το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Aladin Fathi El-Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736, Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1993)1 ΑΑΔ 54, Re Vladmir Petrov
(1996)1 ΑΑΔ 856 και Re Serde Efimov
(2009)1 Α.Α.Δ. 326. Στην υπόθεση Aladin Fathi El-Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736, αναφέρθηκαν τα εξής: «Προς το σκοπό άρσης οποιασδήποτε αμφιβολίας για τις συνέπειες στο κυπριακό νομικό στερέωμα των δυο νομοθετημάτων, διευκρινίζεται ότι ο Ν. 97/70ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκων, ενώ ο Ν. 95/70καθορίζει με την κύρωση της Συνθήκης τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων μεταξύ των χωρών που προσεχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την έκδοση φυγοδίκων. Ο Ν. 97/70βεβαιώνει ότι το απαιτούμενο για τους σκοπούς έκδοσης αποδεικτικό υλικό, σε χώρες όπου ισχύει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, είναι εκείνο το οποίο προβλέπεται από τη Σύμβαση (Άρθρο 3 - Ν. 97/70).». Επίσης στην υπόθεση Re Valery Mechanov
(2003)1 Α.Α.Δ. 217, αποφασίστηκε, ότι: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι διακρατικές συμβάσεις οι οποίες κυρώνονται διά νόμου αποτελούν εσωτερικό δίκαιο με ισχύ υπέρτερη του νόμου. Οι διεθνείς συμβάσεις υπερτερούν της εσωτερικής νομοθεσίας. Πέραν τούτου και προς άρση κάθε αμφιβολίας η Βουλή το 1990 ψήφισε τροποποιητικό νόμο του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου αρ. 97/90. Με αυτό έχουν τροποποιηθεί τα άρθρα 9 και 13. Ολόκληρη η τροποποίηση έχει ως ακολούθως:- «2. Το εδάφιο
(5)του άρθρου 9 του βασικού νόμου τροποποιείται με την προσθήκη αμέσως μετά την παράγραφο (β) της πιο κάτω παραγράφου: "(γ) Νοείται ότι σε περίπτωση αιτήσεως εκδόσεως δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων που κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με το Νόμο 95 του 1970 εφαρμόζονται οι διατάξεις της ειρημένης Σύμβασης αντί των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου 5 του άρθρου 9 του παρόντος Νόμου". 3. Το άρθρο 13 του βασικού νόμου τροποποιείται με την αναρίθμηση του εδαφίου
(3)σε εδάφιο
(4)και την προσθήκη του πιο κάτω νέου εδαφίου
(3): "Για σκοπούς εκδόσεως δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων θα είναι αρκετά τα δικαιολογητικά στοιχεία που προνοεί το άρθρο 12 της Σύμβασης."» To άρθρο 12
(2)της Σύμβασης έχει ως ακολούθως:- «
(2)Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή: (α) το πρωτόκολλον ή επίσημον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδομένης κατά τους τύπους τους καθοριζομένους υπό της Νομοθεσίας του αιτούντος Μέρους· (β) έκθεσις των πράξεων δι' ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόμον χαρακτηρισμός και αι παραπομπαί εις τας νομοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρμογήν και αίτινες δέον να εμφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον· (γ) αντίγραφον των κατ' εφαρμογήν διατάξεων ή, εφ' όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρμογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητουμένου ατόμου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναμένη να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου.» Συνάγεται επομένως, από την παράθεση των πιο πάνω άρθρων, ότι στην παρούσα υπόθεση εφαρμογής τυγχάνει το άρθρο 12
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και όχι το άρθρο 13 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου αρ. 97/1970. Έπεται επομένως ότι τα δικαιολογητικά στοιχεία που προνοούνται στο άρθρο 12 της Σύμβασης, περιλαμβανομένου του εντάλματος συλλήψεως της αιτούσας χώρας είναι αρκετά για να αιτιολογήσουν την έκδοση, νοουμένου ότι το ένταλμα συλλήψεως ήταν επικυρωμένο και σε ισχύ σύμφωνα με την δήλωση του αξιωματούχου της αιτούσας χώρας, πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε από τον αιτητή.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Εν προκειμένω, στην υπόθεση Re Hakam Qasem Hussein Badar
(2004)1 Α.Α.Δ. 1625 με αναφορά στις πρόνοιες του Άρθρου 12 της Σύμβασης, αναφέρθηκαν τα εξής από τον έντιμο, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Δ. Χατζηχαμπή: «Δύο άλλες εισηγήσεις του Αιτητή αφορούν τη μαρτυρία. Η μία είναι ότι η μαρτυρία στην οποία ουσιαστικά βασίζεται το αίτημα για έκδοση του είναι μαρτυρία προερχόμενη από παρακολούθηση και υποκλοπή τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και έτσι μη αποδεκτή ως ληφθείσα παρανόμως. Η ευπαίδευτη Δικαστής φαίνεται να απέρριψε την εισήγηση αυτή στη βάση ότι, δεδομένου και του τεκμηρίου της νομιμότητας, δεν κατεδείχθη ότι η μαρτυρία εξασφαλίσθηκε παρανόμως σε σχέση με το δίκαιο της Κύπρου ή το δίκαιο της Ιταλίας και ότι εν πάση περιπτώσει, με την τροποποίηση του άρθρου 9
(5)(α) του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970 (Ν. 97/70)από το άρθρο 2 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων (Τροποποιητικός) Νόμου του 1990 (Ν. 97/90), δεν τίθεται πλέον θέμα εφαρμογής του Άρθρου 94 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155, όπως είχε εισηγηθεί ο Αιτητής. Η εισήγηση ενώπιον μου είναι ότι η εν λόγω τροποποίηση δεν επηρεάζει την υποχρέωση του Δικαστηρίου, κατ εφαρμογή του άρθρου 94, να λάβει υπ΄όψη του μόνο νομίμως ληφθείσα μαρτυρία. Είναι προφανές ότι με την εν λόγω τροποποίηση του άρθρου 9
(5)(α) δεν τίθεται στην προκειμένη περίπτωση θέμα εφαρμογής των προνοιών του παρά μόνο των προνοιών της Σύμβασης ως προς το τι αποδεικτικά στοιχεία χρειάζονται, και δη του Άρθρου 12.2 το οποίο αναφέρεται σε έκθεση γεγονότων μόνο (ίδε και In re Εl Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736). Δεν μπορεί λοιπόν να γίνεται λόγος για εφαρμογή του άρθρου 94, ακόμα και αν η περίπτωση θα ήταν κατά τα άλλα κατάλληλη για προσφυγή σε αυτό, που δεν είναι η προκειμένη αφού το θέμα δεν αφορά σύγκρουση μαρτυρίας αλλά τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από αυτή, ή να γίνεται αναφορά στα κρατούντα ως προς τα committal proceedings στην Αγγλία ως ρυθμιστικά του πράγματος. Αυτό βεβαίως μπορεί να μην εξαντλεί το θέμα αφού παραμένει η διάσταση που αφορά το κατ' ισχυρισμό παράνομο της μαρτυρίας, με την έννοια ότι η μη εφαρμογή του άρθρου 9
(5)(α) μπορεί να μην σημαίνει και ότι η έκδοση μπορεί να προχωρήσει στη βάση παρανόμως ληφθείσας μαρτυρίας. . Όπως υπέδειξα στον ευπαίδευτο συνήγορο κατά την ακρόαση, τα Κυπριακά δικαστήρια δεν είναι εκδικάζοντα δικαστήρια ώστε να προβαίνουν σε αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς ενοχής. Η οποιαδήποτε αναφορά στη μαρτυρία έχει πολύ περιορισμένο σκοπό και στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι η μαρτυρία είναι τέτοια που να είναι επαρκής για σκοπούς έκδοσης, τοσούτο μάλλον εν όψει του ότι είναι το Άρθρο 12 της Σύμβασης και όχι το άρθρο 9
(5)(α) του Νόμου 97/70 που εφαρμόζεται.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Γενικότερα, σε διαδικασίες έκδοσης (και περιπτώσεων όπου δεν εφαρμόζεται η Σύμβασης), είναι πλέον παραδεκτό, η μαρτυρία στη βάση της οποίας κατά τη δικαστική διαδικασία επιδιώκεται η έκδοση, να είναι και εξ ακοής (Βλ. Re Qasem Hussein Badar
(2004)1 Α.Α.Δ. 1625). [v] Στην απόφαση του έντιμου, Δ. Α. Δ., Μ. Χριστοδούλου, στην υπόθεση Re Arie Churakova Alexandrovna, Πολιτική Αίτηση Αρ. 146/2016, αναφέρονται εν προκειμένω τα εξής: «Tο ερώτημα επομένως για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν κατά πόσο οι πράξεις αυτές συνιστούν κολάσιμες πράξεις και κατά το ημεδαπό ποινικό δίκαιο ώστε να ικανοποιείται και το στοιχείο της διπλής εγκληματικότητας. Όπως δε εξηγείται στην Νatalia Konovalova, το στοιχείο της αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας ικανοποιείται όταν η συμπεριφορά που καταλογίζει η αιτήτρια χώρα σε ένα φυγόδικο, μεταφερόμενης στο ημεδαπό δίκαιο, στοιχειοθετεί πιθανότητα ενοχής για παραπομπή του σε δίκη σύμφωνα με το άρθρο 94 της Ποινικής Δικονομίας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1508. [vii] Σύμφωνα, πάντοτε, με τις διατάξεις της σύμβασης. Έχει όμως αναγνωριστεί ότι, παράδοσης του υλικού στον δικηγόρο του καθ' ου η αίτηση, ικανοποιεί το ζητούμενο της γνωστοποίησης του προς τον καθ' ου η αίτηση (Βλ. Re Serde Efimov
(2009)1 Α.Α.Δ. 326). [viii] Βλ. στην επίσημη ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης (http://www.coe.int/en/web/transnational-criminal-justice-pcoc/extradition-country-information). [ix] Αναφέρεται από το Εφετείο στην υπόθεση Re Alexandra Atapina
(2003)1 ΑΑΔ 1509: «Ορθά η αίτηση υποβλήθηκε από τη Γενική Εισαγγελία της αιτούσας χώρας, γιατί η Ρωσική Ομοσπονδία καταχώρισε, όπως αποδείκτηκε, επιφύλαξη αναφορικά με την εφαρμογή του Κεφ.V, άρθρου 5, του Δευτέρου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, όπου πράγματι αναφέρεται πως η αίτηση απευθύνεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του αιτούντος μέρους προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης του μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση. Εφόσον η Ρωσική Ομοσπονδία καταχώρισε επιφύλαξη στην πιο πάνω διάταξη, έπεται πως οι σχετικές πρόνοιες της δεν ισχύουν γι' αυτή. Υπεδείχθη στο Δικαστήριο πως η Ρωσική Ομοσπονδία θέσπισε νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία αρμόδια αρχή για να ζητά, κατ΄αποκλειστικότητα, έκδοση φυγοδίκων εκ μέρους της είναι η Γενική Εισαγγελία της χώρας. Επομένως το διάβημα υποβλήθηκε νομότυπα από την αιτούσα χώρα.». [x] Βλ. επίσης στην επίσημη ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης (http://www.coe.int/en/web/transnational-criminal-justice-pcoc/extradition-country-information). [xi] Όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Re Vladmir Petrov
(1996)1 Α.Α.Δ. 856: «Ερμηνεύοντας ευρέως τα σχετικά νομοθετήματα, που σκοπό έχουν την έκδοση φυγοδίκων εναντίον των οποίων υπάρχει μαρτυρία για διάπραξη αδικημάτων με σκοπό τον παραμερισμό των συνόρων ως φράγμα στη δίωξη του σοβαρού εγκλήματος, ο όρος "διωκόμενο πρόσωπο" πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνει και πρόσωπα εναντίον των οποίων εκκρεμούν κατηγορίες κατόπιν αστυνομικής έρευνας, έστω και αν δεν έχει ακόμα καταχωρηθεί ποινική υπόθεση. ». [xii] Το Άρθρο 9
(5)του Νόμου 97/1970 προνοεί: «
(5)Εφ' όσov η εξoυσιoδότησις διά τηv έvαρξιv της διαδικασίας της εκδόσεως ήθελε παρασχεθή τo δε επιληφθέv της εκδόσεως Δικαστήριov ήθελεv ικαvoπoιηθή, δυvάμει τωv πρoσαχθέvτωv πρoς υπoστήριξιv της αιτήσεως εκδόσεως απoδεικτικώv στoιχείωv, ή τωv κατ' αυτής πρoσαχθέvτωv τoιoύτωv, ότι τo αδίκημα εις o αφoρά η τoιαύτη εξoυσιoδότησις είvαι αδίκημα δι' o δύvαται κατά vόμoυ vα χωρήση έκδoσις, πρoς τoύτoις δε ικαvoπoιηθή- (α) εv μεv τη περιπτώσει πρoσώπoυ διωκoμέvoυ διά τηv διάπραξιv τoυ εv λόγω αδικήματoς, ότι τα πρoσαχθέvτα εvώπιov αυτoύ απoδεικτικά στoιχεία είvαι επαρκή ώστε vα δικαιoλoγώσι τηv παραπoμπήv αυτoύ εις δίκηv διά τo εv λόγω αδίκημα, εφ' όσov τoύτo διεπράττετo εvτός της δικαιoδoσίας τoυ Δικαστηρίoυ· (β) εv δε τη περιπτώσει πρoσώπoυ καταζητoυμέvoυ διά τηv έκτισιv πoιvής επιβληθείσης αυτώ διά τηv διάπραξιv τoυ τoιoύτoυ αδικήματoς, ότι τω όvτι κατεδικάσθη και ότι παραvόμως παραμέvει ελεύθερov, τo Δικαστήριov θέλει διατάξει τηv πρoφυλάκισιv αυτoύ μέχρις oυ χωρήση η έκδoσις, εκτός εάv η έκδoσις απαγoρεύεται δυvάμει ετέρας τιvός πρovoίας τoυ παρόvτoς Νόμoυ· εv εvαvτία περιπτώσει θέλει διατάξει όπως τo εις o αφoρά η αίτησις εκδόσεως πρόσωπov αφεθή ελεύθερoν: .». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο