← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΡΕΠΗΣ ν. Στέλιου Αργυρού, Αρ. Αγωγής: 925/2013, 31/8/2017

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΡΕΠΗΣ ν. Στέλιου Αργυρού, Αρ. Αγωγής: 925/2013, 31/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A114 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 925/2013 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΡΕΠΗΣ, από Νέα Υόρκη Ενάγοντα -και- Στέλιου Αργυρού, από Γέρι, Λευκωσία Εναγόμενου -------------------------------------- Ημερ.: 31.8.2017 Για τον Ενάγοντα: κ. Ζ. Ζαχαρίου για Τσίσιος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κ. Σ. Χριστοφόρου για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης και Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή - η Δικογραφία Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο την 7.3.

  1. Τροποποιημένο Κλητήριο καταχωρίστηκε την 10.6.
  2. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας Κύπριος μόνιμος κάτοικος Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής περί το 1992 ανέθεσε στον Εναγόμενο, σύζυγο της αδελφής του, τη γενική διαχείριση των υποθέσεων και της περιουσίας του στην Κύπρο, και υπόγραψε σχετικά γενικά πληρεξούσια έγγραφα την 30.5.1992 και 7.4.
  3. Το πρώτο παράπονο του Ενάγοντα αφορά στην πώληση δύο κτημάτων του με αρ. εγγραφής 9684 και 9697 στην κοινότητα Πύργων της Επαρχίας Λάρνακας. Ο Ενάγοντας έδωσε οδηγίες στον Εναγόμενο να τα πωλήσει στις καθαρές τιμές των Λ.Κ.135.000 και ΛΚ16.000 αντίστοιχα πλέον οιανδήποτε προμήθεια κτηματομεσίτη και ο Εναγόμενος διαβεβαίωσε τον Ενάγοντα ότι τα κτήματα θα πωλούνταν στις πιο πάνω τιμές και προχώρησε στην πώληση τους. Κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό του Ενάγοντα ποσό ΛΚ80.000, αλλά ουδέποτε έχει δώσει εξήγηση ή λογαριασμό στον Ενάγοντα για το υπόλοιπο των ΛΚ71.000 (€121.310). Το δεύτερο παράπονο του Ενάγοντα αφορά στους τραπεζικούς λογαριασμούς του στην Κύπρο τους οποίους, στα πλαίσια της συμφωνίας τους, άνοιξε και διαχειριζόταν ο Εναγόμενος ως αντιπρόσωπος του. Καταλογίζει στον Εναγόμενο ότι χωρίς τις οδηγίες και γνώση του σε διάφορες ημερομηνίες απέσυρε και μετέφερε χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς τα οποία ο Ενάγοντας απώλεσε και τα οποία επωφελήθηκε ο Εναγόμενος ή τρίτα πρόσωπα. Πρόκειται για 27 επιμέρους ποσά από 6 τραπεζικούς λογαριασμούς, που συμποσούνται σε ΛΚ453.934,29 και Δολ. Αμερ. 403.016,
  4. Αξιώνει ο Ενάγοντας διάταγμα που να διατάσσει τον Εναγόμενο να του αποδώσει λογαριασμούς για τις πράξεις που διενήργησε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του από 1.1.1994 μέχρι 31.12.2006 και αποζημιώσεις σύμφωνα με τους λογαριασμούς που θα δοθούν ή και για τα ποσά που αποσύρθηκαν από τους τραπεζικούς του λογαριασμούς. Προδήλως διεκδικεί και το ισχυριζόμενο υπόλοιπο από την πώληση των δύο κτημάτων του. Με την Έκθεση Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος αποδέχεται την συγγενική του σχέση με τον Ενάγοντα και ότι από το 1992 μέχρι το 2006 ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του. Αρνείται όσα μεμπτά του καταλογίζονται και διατείνεται ότι ενεργούσε νόμιμα και εντός των πλαισίων της εξουσίας του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Ενάγοντα. Αρνείται ότι οποτεδήποτε ενήργησε δόλια ή κακόπιστα έναντι του Ενάγοντα και ότι όλες του οι ενέργειες ήταν κατόπιν οδηγιών του τελευταίου. Υποστηρίζει ακόμα πως από τις ενέργειες του ο Ενάγοντας απεκόμισε κέρδη. Αποδίδει, τέλος, την αξίωση σε εκ των υστέρων σκέψεις του Ενάγοντα. Την 18.1.2017 και πριν ακουστεί οποιοσδήποτε μάρτυρας, ο Ενάγοντας περιόρισε την αξίωση του σε σχέση με τους τραπεζικούς του λογαριασμούς σε 12 επιμέρους ποσά σε σχέση με τρεις μόνο λογαριασμούς, που συμποσούνται σε ΛΚ226.814,05 και Δολ. Αμερ. 267.814,
  5. Ως εκ της φύσης της αντιδικίας κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθεί η μαρτυρία που δόθηκε από τον Εναγόμενο (Μ.Υ.1) σε σχέση με την πώληση των δύο κτημάτων του Ενάγοντα και για κάθε ένα από τα επιμέρους ποσά των τραπεζικών λογαριασμών και του Χρίστου Σωτηριάδη (Μ.Υ.2) για ένα από τα ποσά αυτά με αναφορές στη μαρτυρία της τραπεζικού Έλενας Σιήκκη (Μ.Ε.1) και για την κάθε περίπτωση καταγραφεί τι είχε υποβληθεί στον Ενάγοντα (Μ.Ε.2) και ποιες ήταν οι απαντήσεις του τελευταίου. Β. Η Πώληση των δύο Κτημάτων Καθ' όσον αφορά την πώληση των δύο κτημάτων του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος μαρτύρησε πως με εντολή του Ενάγοντα ζήτησε την ετοιμασία εκτίμησης και παρουσίασε Μελέτη Επισκόπησης και Εκτίμησης ημερ. 10.1.1995 (Τεκμ.7). Σύμφωνα με την εκτίμηση τα δύο κτήματα μαζί είχαν αγοραία αξία ΛΚ100.000 και αξία καταναγκαστικής πώλησης «ΛΚ80.000 (Ογδόντα πέντε χιλιάδες λίρες)». Ο Ενάγοντας, ανάφερε ο Εναγόμενος, του έδωσε οδηγίες να τα πωλήσει ώστε να λάβει ΛΚ80.000 καθαρές. Ο Εναγόμενος τα πώλησε για ΛΚ90.000, ΛΚ80.000 κατατέθηκαν σε λογαριασμό του Ενάγοντα την 9.6.1997 ενώ οι υπόλοιπες ΛΚ10.000 ήταν ο Φόρος Κεφαλαιουχικών Κερδών. Τα κτήματα είχαν αγοραστεί από τον Εναγόμενο για λογαριασμό του Ενάγοντα στην τιμή των ΛΚ30.000 και, όπως εξήγησε ο Εναγόμενος, έπρεπε να πληρωθεί φόρος 20% επί του κέρδους των ΛΚ50.
  6. Ο Ενάγοντας (γραπτή δήλωση - Τεκμ.3) μαρτύρησε ότι το 1997 έδωσε προφορικές οδηγίες τον Εναγόμενο να τα πωλήσει στις καθαρές τιμές των ΛΚ135.000 και ΛΚ16.000 πλέον οιαδήποτε προμήθεια κτηματομεσίτη. Ο Εναγόμενος τον διαβεβαίωσε ότι θα τα πωλούσε στις πιο πάνω τιμές και προχώρησε στην πώληση τους. Του κατέβαλε με την προαναφερθείσα κατάθεση ημερ. 9.6.1997 ΛΚ80.000 και κανένα άλλο ποσό. Έκτοτε καμιά εξήγηση δεν του έδωσε για το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ71.
  7. Στην δια ζώσης μαρτυρία του ο Ενάγοντας ανάφερε πως ο ίδιος πιστεύει ότι ο Εναγόμενος τα πώλησε για περισσότερα από ΛΚ80.000 αλλά δεν γνωρίζει. Αποκάλυψε ακόμη ότι μετά την πώληση ο Εναγόμενος προέβαλλε την θέση ότι τα είχε πωλήσει για ΛΚ80.000 μόνο. Αυτό έγινε 1 - 2 μήνες μετά την πώληση. Του υποβλήθηκε ότι αποδέχθηκε την πράξη με τον Ενάγοντα να το αρνείται. Ωστόσο δεν δικαιολόγησε τη διάσταση με την θέση στη γραπτή του δήλωση (παρ.2.8) ότι ο Ενάγοντας δεν του έδωσε καμιά εξήγηση για τις υπόλοιπες ΛΚ71.
  8. Ακόμα και κατά την εκδοχή του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος είχε δώσει εξήγηση, έστω κι' αν ο Ενάγοντας λέγει πως δεν την αποδέχτηκε. Παρατηρείται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του Ενάγοντα ότι η εκτίμηση προηγείται κατά περίπου δυόμισι χρόνια της πώλησης και ότι αυτή διενεργήθηκε για άλλους σκοπούς. Διαπιστώνεται ότι αυτό συμβαίνει και επομένως η επιμέρους θέση του Εναγόμενου ότι η εκτίμηση ζητήθηκε την περίοδο που προηγήθηκε της πώλησης είναι λανθασμένη. Πρόκειται για γεγονότα που επεσυνέβησαν πριν από είκοσι και πλέον χρόνια και οι μάρτυρες δεν πρέπει να κρίνονται αυστηρά. Σημασία έχει ότι η εκτίμηση είχε ζητηθεί για σκοπούς χρηματοδότησης και σε χρόνο ανύποπτο σε σχέση με τη γενόμενη πώληση και αυτό καταδεικνύει ότι δεν ετοιμάστηκε κατά παραγγελία για να εξυπηρετήσει τον Εναγόμενο σε τυχόν σχεδιασμό του για να καταδολιεύσει τον Ενάγοντα. Το πόσο αξιόπιστη ήταν η εκτίμηση δεν μπορεί να διερευνηθεί. Σε κάθε περίπτωση τείνει να υποστηρίξει τη θέση του Εναγομένου και ότι ήταν λογικό ο Ενάγοντας να του δώσει τη σχετική εντολή για πώληση ουσιαστικά στη τιμή των ΛΚ90.000 παρά να υποστηρίζει τη θέση του τελευταίου ότι η εντολή του ήταν για συνολικό καθαρό ποσό ΛΚ151.
  9. Γ. Οι Τραπεζικοί Λογαριασμοί Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα διαφάνηκε πως ο Ενάγοντας μαζί με τον αδελφό του Κώστα και την αδελφή του Αναστασία, τη σύζυγο του Εναγόμενου ήταν συμμέτοχοι στην εταιρεία Prepis Management Co. Ltd. To 2006 υπήρξε διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ του Ενάγοντα και του Κώστα και ο Κώστας μεταβίβασε τις μετοχές του στον Ενάγοντα. Τα αδέλφια είχαν καταλήξει στα Δικαστήρια και μεταξύ τους κινήθηκαν πέντε αγωγές. Ο Ενάγοντας υποστήριξε πως η παρούσα αγωγή δεν αφορά την Εταιρεία και τυπικά αυτό είναι ορθό, φαίνεται όμως πως η παράμετρος είναι σχετική και οι επίδικοι λογαριασμοί εμπλέκονται σε σχέση με τη συμμετοχή του στην Εταιρεία. Ο Ενάγοντας δεν έδωσε εξηγήσεις πως επήλθε η διάρρηξη των σχέσεων του με τον Εναγόμενο. Δεν επικαλέστηκε ότι οι σχέσεις κλονίστηκαν γιατί διαπίστωσε κάποια ατασθαλία εκ μέρους του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος εξήγησε ότι αυτό έγινε όταν ο ίδιος και ο Κώστας δεν συγκατατίθεντο ώστε η Εταιρεία να εγγυηθεί τον Ενάγοντα για δεύτερο μεγάλο δάνειο που ήθελε να πάρει. Ο Ενάγοντας τους φοβέρισε ότι θα τους κανονίσει και σύντομα μετά τον έπαψε από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του με την επιστολή της 5.6.
  10. Ακολούθησε αγωγή εναντίον του Εναγόμενου άλλη από την παρούσα και ξεχωριστή εναντίον του Κώστα. Το πιο πάνω υπόβαθρο είναι αναγκαίο ώστε να γίνουν κατανοητές οι θέσεις των μερών σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Η Έλενα Σιήκκη (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου από το
  11. Από το 1986 μέχρι τον Οκτώβριο του 2004 εργαζόταν στο υποκατάστημα της Τράπεζας στην Αραδίππου πλην μιας περιόδου 9 μηνών από τον Δεκέμβριο του 1994 μέχρι τον Σεπτέμβριο του
  12. Από τον Ιανουάριο του 2011 εργάζεται και πάλιν στο υποκατάστημα της Τράπεζας στην Αραδίππου, μέχρι και σήμερα. Η Σιήκκη μαρτύρησε σε σχέση με τους τρεις επίδικους, μετά τον περιορισμό της αξίωσης, λογαριασμούς. Όλοι ήταν επ' ονόματι του Ενάγοντα. Ο λογαριασμός 071-33-001233 σε Δολ. Αμερικής ήταν στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα. Από σχετικές καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμ.2

(1), 2
(2)και 2
(3)) προκύπτει ότι οι πιο κάτω τρεις επίδικες χρεώσεις είναι γεγονός: - 22.3.1994 Δολ. Αμερ. 75.000 - 13.6.1994 Δολ. Αμερ. 160.613,41 - 12.7.1996 Δολ. Αμερ. 32.201,09 Δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν οι αποδείξεις των πιο πάνω χρεώσεων από τα αρχεία της Τράπεζας. Ο λογαριασμός 0552-06-000766-00 σε Κυπριακές Λίρες ήταν στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Αραδίππου. Από τα παρουσιασθέντα Τεκμήρια προκύπτει ότι οι πιο κάτω πέντε επίδικες χρεώσεις είναι γεγονός: - 20.8.1997 ΛΚ13.100,03. Δεν ανευρέθηκε η σχετική απόδειξη η χρέωση όμως εμφανίζεται σε σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.2
(4)). - 15.3.1999 ΛΚ5.000. Είχε εκδοθεί τραπεζική επιταγή για 5.777,07 στερλίνες Αγγλίας (Τεκμ.2
(5)). - 28.1.2000 ΛΚ50.002,03. Είχε εκδοθεί τραπεζική επιταγή για ΛΚ50.000 στο όνομα Χρίστος Σωτηριάδης (Τεκμ.2
(6)) ΛΚ2,03 ήταν τα έξοδα της Τράπεζας. - 20.11.2002 ΛΚ43.006,03. Είχε εκδοθεί Τραπεζική επιταγή για ΛΚ43.000 με δικαιούχους κάποιους Κυριάκος και Σούζαν Κωνσταντίνου (Τεκμ.2
(7)και 2
(8)). - 13.10.
  1. ΛΚ4.994,
  2. Δεν έχει ανευρεθεί η σχετική απόδειξη αλλά η χρέωση εμφαίνεται στην σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.2
(9)). Ο λογαριασμός 0552-05-009387 σε Κυπριακές Λίρες ήταν επίσης στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Αραδίππου. Από τα παρουσιασθέντα τεκμήρια προκύπτει ότι οι πιο κάτω τέσσερις επίδικες χρεώσεις είναι γεγονός: - 12.1.1998 ΛΚ8.000 αναλήφθηκαν από τον Εναγόμενο με σχετικό ένταλμα πληρωμής (Τεκμ.2
(10)). - 22.1.1999 ΛΚ25.700 μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό του Εναγόμενου με σχετικό ένταλμα και απόδειξη μεταφοράς (Τεκμ.2
(11)και 2
(12)). - 30.8.2000 ΛΚ50.005,03. Εκδόθηκε Τραπεζική επιταγή για ΛΚ50.000 με δικαιούχο κάποιο Φρίξο Κουλέρμο (Τεκμ.2
(13)και 2
(14)). ΛΚ5.03 ήταν έξοδα της Τράπεζας. - 3.12.2002 ΛΚ27.006,03. Εκδόθηκε Τραπεζική επιταγή για ΛΚ27.000 με δικαιούχο κάποιο Κυριάκο Κωνσταντίνου (Τεκμ.2
(15)). ΛΚ6,03 ήταν έξοδα της Τράπεζας. Η Σιήκκη επιβεβαίωσε επίσης την κατάθεση των ΛΚ80.000 στον τελευταίο λογαριασμό που έγινε την 9.6.1997 (Τεκμ.2
(16)) που φαίνεται να αφορά στην πώληση των δύο κτημάτων. Όλες οι χρεώσεις στους λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου είχαν γίνει με εντολή του Εναγόμενου. Όσον αφορά το λογαριασμό στη Λαϊκή, η Σιήκκη δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει κάτι τέτοιο. Μόνο για μια από εκείνες τις χρεώσεις είχε ανευρεθεί το σχετικό παραστατικό και ήταν η υπογραφή του ιδίου του Ενάγοντα. Το σχετικό έγγραφο δεν παρουσιάστηκε αλλά το ζήτημα δεν διερευνήθηκε περαιτέρω. Ίσως πρόκειται για την τέταρτη χρέωση στον εν λόγω λογαριασμό για την οποία η αξίωση εγκαταλείφθηκε ή κάτι άλλο. Καθ' όσον αφορά τα τρία ποσά σε Δολ. Αμερικής από το λογαριασμό στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα, ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι αυτά πληρώθηκαν σε κάποιους Δημήτρη και Μαρία Καραμανώλη και αφορούσαν στο τίμημα αγοράς χωραφιού στα Περιβόλια από την Prepis Management. Τα χρήματα πληρώθηκαν με εντολή του Ενάγοντα γιατί η εταιρεία θα παραβίαζε τους όρους της σχετικής σύμβασης και κινδύνευε να χάσει το χωράφι. Ο Εναγόμενος παρουσίασε τρεις αποδείξεις (Τεκμ.8) από τις οποίες προκύπτει ότι την 22.3.1994 μεταφέρθηκε το ποσό αντίστοιχο σε ΛΚ50.000 στην Μαρία Καραμανώλη με το δικαιολογητικό «part payment for the purchase of land at Pervolia village». Περαιτέρω την 13.6.1994 μεταφέρθηκε σε τράπεζα της Αγγλίας, στην Μαρία Καραμανώλη, με το ίδιο δικαιολογητικό, το ποσό των Δολ. Αμερικής 160.613,41, ενώ την 12.7.1996 μεταφέρθηκε πάλι σε τράπεζα στην Αγγλία, στους Δημήτρη και Μαρία Καραμανώλη το ποσό των Δολ. Αμερικής 32.201,
  1. Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα του είχε υποβληθεί ότι τα πιο πάνω ποσά πληρώθηκαν στο ζεύγος Καραμανώλη. Αρχικά αρνήθηκε ότι το όνομα Δημήτρης Καραμανώλη του λέει κάτι, όμως στη συνέχεια εύκολα θυμήθηκε το όνομα Μαρία Καραμανώλη. Όταν τα δεδομένα τέθηκαν υπόψη του Ενάγοντα, το παράπονο του φαίνεται να περιορίστηκε στο γιατί να αποσυρθούν τα χρήματα από το δικό του λογαριασμό. Του υποβλήθηκε ότι αυτή ήταν η διευθέτηση μεταξύ των μετόχων της Εταιρείας, θέση την οποία αρνήθηκε. Στην περίπτωση αυτή ο Ενάγοντας διαμόρφωσε άλλη εκδοχή κατά την αντεξέταση του. Άλλο να διατείνεσαι και να ενάγεις τον Εναγόμενο ότι έκλεψε τα ποσά, ότι δήθεν δεν γνωρίζεις πού δικαιολογημένα διατέθηκαν και άλλο είναι να φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν για υπόθεση που σε αφορά, αλλά αμφισβητείς γιατί έπρεπε να σου χρεωθούν. Η εξήγηση υφίστατο και αν ήταν κάτι στο οποίο ο Ενάγοντας δεν συμφωνούσε θα αναμένετο να εγείρει ζήτημα συνεισφοράς των συμμέτοχων του στην Prepis Management. Σε σχέση με το ποσό των ΛΚ50.000 που αδιαμφισβήτητα πληρώθηκε στον Φρίξο Κουλέρμο με τραπεζική επιταγή (banker's draft) και αφορά την χρέωση των ΛΚ50.005,03 την 30.8.2000, ο Εναγόμενος μαρτύρησε ότι η πληρωμή έγινε με εντολή του Ενάγοντα για να διευθετηθεί η απόκτηση από τον Ενάγοντα «προνομιούχων» μετοχών στην εταιρεία «White Night». Όπως αντιλήφθηκε, η επιταγή εκδόθηκε στο όνομα του Κουλέρμου και όχι της «White Night» για να διευθετηθεί να πάρει o Ενάγοντας σε μετοχές το σύνολο του ποσού «με την πρώτη ημέρα εγγραφής». Ανάφερε ο Εναγόμενος πως ο Ενάγοντας απόκτησε τις μετοχές γιατί στη συνέχεια παραλάμβανε επιστολές από την «White Night» που τοποθετούσε στους φακέλους του Ενάγοντα ενώ και οι μετοχές, εννοώντας προφανώς τα πιστοποιητικά, βρίσκονται στους φακέλους αυτούς. Η θέση ότι η επιταγή των ΛΚ50.000 και η χρέωση των ΛΚ50.005,03 την 30.8.2000 αφορούσε την αγορά μετοχών από την «White Night» ως οι οδηγίες του, υποβλήθηκε στον Ενάγοντα, που είχε απαντήσει ότι ο Φρίξος Κουλέρμος είναι γνωστός του και ότι συμμετείχε στην «White Night», χωρίς ωστόσο να αναφέρει κατά πόσο ο ίδιος είχε ενδιαφερθεί για την απόκτηση μετοχών της εν λόγω εταιρείας. Σε σχέση με το ποσό των ΛΚ50.000 που αδιαμφισβήτητα πληρώθηκε στον Χρίστο Σωτηριάδη με τραπεζική επιταγή και αφορά στην χρέωση των ΛΚ50.002,03 την 28.1.2000, ο Εναγόμενος μαρτύρησε ότι ο Σωτηριάδης εργαζόταν στον Ενάγοντα στην Αμερική και ήταν φίλος με τον τελευταίο. Ο Χρίστος Σωτηριάδης (Μ.Υ.2) επιβεβαίωσε πως, όταν σπούδαζε στην Νέα Υόρκη, εργαζόταν στο εστιατόριο του Ενάγοντα και διατήρησαν καλή σχέση και επαφές μετά που ο ίδιος επέστρεψε στην Κύπρο. Τόσο ο Εναγόμενος όσο και ο Σωτηριάδης περιγράφουν ως σχετικό περιστατικό στην βεράντα της κατοικίας του Εναγόμενου. Κατά τον Εναγόμενο ο Σωτηριάδης του ζήτησε να απευθυνθεί προς τον Ενάγοντα για να τον δανείσει ΛΚ50.000 για να αγοράσει μετοχές της εταιρείας «White Night». Ο Εναγόμενος έλαβε τηλεφωνικές οδηγίες από τον Ενάγοντα και έδωσε το ποσό στον Σωτηριάδη. Ο Σωτηριάδης μαρτύρησε πως ο Ενάγοντας ήταν παρών και δική του επιθυμία ήταν να δοθεί το ποσό στον Σωτηριάδη για να αγοράσει μετοχές στην «White Night» που στη συνέχεια θα μεταβίβαζε στον Ενάγοντα. Ο λόγος της διευθέτησης ήταν γιατί ο Ενάγοντας ήθελε να αποκτήσει περισσότερες μετοχές στην «White Night» αλλά δεν μπορούσε να πάρει άλλες αρχικά στο δικό του όνομα. Η αγορά δεν τελεσφόρησε και ο Σωτηριάδης επέστρεψε την επιταγή στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος είχε αναφέρει πως ο Σωτηριάδης επέστρεψε τα χρήματα. Ο Ενάγοντας δεν αρνήθηκε ότι ο Σωτηριάδης είναι φίλος του, αρνήθηκε όμως ότι το ποσό αφορούσε δάνειο του ιδίου προς τον Σωτηριάδη και πως για να δοθεί το ποσό ο ίδιος είχε δώσει οδηγίες στον Εναγόμενο. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι το ποσό επιστράφηκε στο λογαριασμό του. Είναι δίκαιο να αναφερθεί ότι η εκδοχή που τέθηκε υπόψη του Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ήταν αυτή που έδωσε ο Εναγόμενος. Ωστόσο, η θέση του δεν επηρεάστηκε αφού η ουσία της ήταν ότι δεν έδωσε εντολή για να δοθούν τα χρήματα στον Σωτηριάδη. Περαιτέρω σημειώνεται πως ήταν εύκολο για τον Ενάγοντα να ζητήσει να προσκομίσει αντικρουστική μαρτυρία για να καταδείξει ότι τέτοιο ποσό δεν επιστράφηκε στο λογαριασμό του όμως δεν το έπραξε. Το Δικαστήριο έχει διακρίνει την ουσιαστική διαφορά στις μαρτυρίες του Εναγόμενου και του Σωτηριάδη. Δεν την αποδίδει όμως σε έλλειψη ειλικρίνειας, είτε του ενός είτε του άλλου. Μαρτύρησαν κατά την ίδια δικάσιμο, ο Σωτηριάδης κατόπιν πρόσκλησης του Εναγόμενου, και αν υφίστατο κακοπιστία θα μπορούσαν εύκολα να είχαν συνεννοηθεί για το μόνο ζήτημα για το οποίο θα μαρτυρούσε ο Σωτηριάδης. Αντίθετα υπό τις περιστάσεις η διάσταση στη μαρτυρία τους επιβεβαιώνει ότι μαρτύρησαν ό,τι θυμόταν ο καθένας. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η ακριβής μαρτυρία ήταν αυτή του Σωτηριάδη που αναμένεται ότι θα είχε καλύτερη θύμηση για την περίπτωση που τον αφορούσε. Ο Εναγόμενος προέβηκε σε σωρεία πράξεων στους λογαριασμούς του Ενάγοντα και γίνεται αποδεκτό πως θα μπορούσε να έχει έλλειψη ακριβούς θύμησης ή να μπέρδεψε και ανάμειξε τα περιστατικά της περίπτωσης Σωτηριάδη με αυτά κάποιας άλλης περίπτωσης. Ήταν πάμπολλες οι περιπτώσεις όπου ο Ενάγοντας έδινε τηλεφωνικές οδηγίες στον Εναγόμενο για να δώσει χρήματα σε κάποιον. Σημειώνεται πως ο Εναγόμενος στη μαρτυρία του ανάφερε πως τις μετοχές θα τις αγόραζε ο Σωτηριάδης ή και οι δύο μαζί, παράμετρος που επιβεβαιώνει ότι ο Εναγόμενος δεν είχε ακριβή θύμηση των λεπτομερειών. Σημασία έχει ότι το Δικαστήριο καταλήγει ότι η επίδικη χρέωση της 28.1.2000 αφορούσε πληρωμή που έγινε στο Σωτηριάδη με εντολή του ιδίου του Ενάγοντα. Είναι αξιοσημείωτο ότι τόσο η περίπτωση Σωτηριάδη όσο και η περίπτωση Κουλέρμου αφορούν το στρογγυλό ποσό των ΛΚ50.000 που πληρώθηκαν με τραπεζική επιταγή. Προφανώς δεν ήταν αποδεκτό κάποιος να αιτηθεί την απόκτηση μετοχών με την παρουσίαση προσωπικής επιταγής. Περαιτέρω μπορεί να υποστηριχθεί πως εάν ο εξουσιοδοτημένος να χειρίζεται ένα λογαριασμό θα ενεργήσει δόλια για να οικειοποιηθεί κάποιο ποσό δεν θα το πράξει ζητώντας από την Τράπεζα την έκδοση τραπεζικής επιταγής στο όνομα τρίτου προσώπου και μάλιστα φίλου ή γνωστού του δικαιούχου του λογαριασμού τον οποίο πρόκειται να εξαπατήσει. Για την περίπτωση της χρέωσης ΛΚ43.006,03 την 20.11.2002 και της χρέωσης ΛΚ27.006,03 την 3.12.2002 ο Εναγόμενος ανάφερε ότι στο χωράφι που αγοράστηκε από την Καραμανώλη η Prepis Management έκτισε 23 κατοικίες, από τις οποίες την υπ' αριθμό 21 πώλησε στους Κυριάκο και Σούζαν Κωνσταντίνου για το ποσό των ΛΚ100.
  2. Ο Κυριάκος ήταν και συγγενής του Ενάγοντα. Σε χρόνο μεταγενέστερο της πώλησης ο Κυριάκος επικοινώνησε με τον Εναγόμενο και εξέφρασε την επιθυμία να ακυρώσει την αγορά. Είχαν προκύψει οικογενειακά προβλήματα στη θυγατέρα τους στην Αγγλία και το ζεύγος είχε άμεση ανάγκη χρημάτων. Όταν οι περιστάσεις τέθηκαν υπόψη του Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του απάντησε αρχικά πως δεν γνωρίζει και πώς το ζεύγος Κωνσταντίνου είχαν πληρώσει ολόκληρο το ποσό για την κατοικία που αγόρασαν από την Prepis Management. Αποδέχθηκε στη συνέχεια ότι το ζεύγος πράγματι είχε οικογενειακά προβλήματα και ότι η Εταιρεία αγόρασε πίσω την κατοικία. Ο Εναγόμενος ανάφερε περαιτέρω ότι στη συνέχεια η κατοικία πωλήθηκε σε κάποια Φλώρα, οδοντίατρο από τη Λάρνακα και ποσό ΛΚ43.000 κατατέθηκε στο λογαριασμό του Ενάγοντα και τα υπόλοιπα σε λογαριασμό της Εταιρείας. Όπου εμπλέκεται στις πληρωμές η Prepis Management και διαφαίνεται ότι χρήματα πληρώθηκαν για πραγματικές υποχρεώσεις της Εταιρείας, είναι η θέση του Δικαστηρίου πως δεν είναι δυνατό τόσα χρόνια μετά να αναζητηθούν προσωπικές ευθύνες στον Εναγόμενο. Αυτό που καταλογίζεται με την αγωγή στον Εναγόμενο είναι ότι οικειοποιήθηκε τα ποσά και αυτός έχει καταδείξει πως αυτά πληρώθηκαν για σκοπούς της Εταιρείας. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο αποδέχεται ότι αυτό έγινε σε συνεννόηση και με εντολή του Ενάγοντα. Κατά πρώτο λόγο παρατηρείται ότι πρόκειται για μεγάλα ποσά σε σχέση με την κίνηση των λογαριασμών και δεν θα ήταν δυνατό ο Ενάγοντας να μην αντιληφθεί τις χρεώσεις. Κατά δεύτερο λόγο, εάν δεν υφίστατο συνεννόηση θα έπρεπε ο Ενάγοντας να είχε διερωτηθεί πώς η εταιρεία ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της και εάν η Εταιρεία είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει τις χρεώσεις στους λογαριασμούς της Εταιρείας. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση του Εναγομένου ότι στις συχνές επισκέψεις του Ενάγοντα στην Κύπρο γινόταν ανασκόπηση των λογαριασμών και δίδονταν εξηγήσεις για τις χρεώσεις. Οι περιπτώσεις αυτές, δηλαδή των πληρωμών για σκοπούς της Prepis Management αφορούν το μεγαλύτερο μέρος των αξιούμενων ποσών. Αφορούν το σύνολο των Δολ. Αμερικής, ενώ από το ποσό των ΛΚ226.814,05 ποσό ΛΚ170.019,
  3. Για τα υπόλοιπα ποσά ο Εναγόμενος επίσης έδωσε εξηγήσεις. Αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες περιστάσεις και ονόματα. Κρίνεται πως είναι αχρείαστο να παρατεθούν οι λεπτομέρειες από τη στιγμή που δεν υφίσταται αντικειμενικό υπόβαθρο κρίσης του κατά πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή όχι. Το Δικαστήριο θα πρέπει να βασιστεί στην κρίση της αξιοπιστίας του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος έκαμε άριστη εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έχει δώσει την σαφή εικόνα ενός έντιμου ανθρώπου. Το αίσθημα που φάνηκε ειλικρινά να τον διακατέχει κατά την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν αυτό της πικρίας και της απογοήτευσης για τη συμπεριφορά του Ενάγοντα να τον ενάξει και να του καταλογίσει δολιότητα και ανεντιμότητα. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι οι εξηγήσεις που έδωσε ο Εναγόμενος για την κάθε περίπτωση ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Οι περισσότερες, όπως έχει σημειωθεί, ενισχύονται από τη μαρτυρία της Σιήκκη και τα Τεκμήρια που αυτή παρουσίασε. Όταν ένα πρόσωπο καταλογίζει σε άλλο ότι του έκλεψε διάφορα ποσά πριν πολλά χρόνια και το υπό κατηγορία πρόσωπο καταφέρνει να τεκμηριώσει ότι κάποια από τα ποσά αυτά δεν τα έκλεψε αλλά χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς του πρώτου προσώπου και μάλιστα υπό περιστάσεις που αναμένεται ότι και αυτός γνώριζε, τότε μπορεί να γίνει πιστευτός ότι κανένα ποσό δεν καταχράστηκε, έστω και αν για κάποια δεν έχει αδιάσειστα στοιχεία λόγο της παρέλευσης του χρόνου ή άλλων δυσκολιών. Διαφορετικά θα μπορούσε ο Ενάγοντας παρουσιάζοντας όλες τις χρεώσεις στους λογαριασμούς του να αναμένει ότι σε εκείνες όπου ο Εναγόμενος δεν θα είχε στοιχεία θα διατασσόταν να τον αποζημιώσει. Στην αγόρευση των δικηγόρων του Ενάγοντα εγείρεται ζήτημα ότι οι επιμέρους εξηγήσεις του Εναγόμενου για να δικαιολογήσει τις επίδικες χρεώσεις δεν καλύπτονται από την Έκθεση Υπεράσπισης του και πως θα πρέπει να αγνοηθούν. Ο Εναγόμενος είχε εγείρει στη δικογραφία του ότι όλες οι χρεώσεις γίνονταν με εντολή του Ενάγοντα και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του, συνεπώς μπορούσε να προσκομιστεί η σχετική μαρτυρία, που άλλωστε δεν αντιμετωπίστηκε με ένσταση κατά το στάδιο προσκόμισης της κατά την ακρόαση. Θα μπορούσε περαιτέρω η πλευρά του Ενάγοντα, εάν το επιθυμούσε, να ζητήσει περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες του βασικού αυτού ισχυρισμού, όμως δεν το έπραξε. Δ. Η Καθυστέρηση στην Καταχώριση της Αγωγής Το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώριση της παρούσας αγωγής είναι υπό τας περιστάσεις δεσπόζον. Αναδεικνύεται και καθίσταται ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης περισσότερο σε σχέση με την πώληση των δύο κτημάτων παρά σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς και συνιστά παράμετρο της γνησιότητας της αξίωσης του Ενάγοντα. Την 5.6.2006 ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή προς τον Εναγόμενο (Τεκμ.6) ανακαλώντας τα πληρεξούσια και επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα του. Έκτοτε, ανάφερε, ζητούσε στοιχεία από τον Εναγόμενο για τις συναλλαγές στις οποίες είχε προβεί εξ ονόματος του, αλλά μόνο μετά από αρκετό καιρό ο Εναγόμενος του παρέδωσε κάποια στοιχεία τα οποία όμως δεν ήταν ικανοποιητικά. Ανάφερε ακόμα ότι έδωσε οδηγίες για την καταχώριση της αγωγής στη βάση των όσων καταγράφονται στις τραπεζικές καταστάσεις που του έδωσε ο Εναγόμενος, γι' αυτό και έχει περιορίσει την απαίτηση του πριν την έναρξη της δίκης. Ο Ενάγοντας δεν έχει δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ιδιαίτερα όταν από το 2006 με την επιστολή του προς τον Εναγόμενο είχε εκδηλώσει την πρόθεση να διερευνήσει τα ζητήματα. Η αρχική του προσέγγιση ήταν ότι δούλευε στην Αμερική και δεν είχε τα απαραίτητα έγγραφα. Στη συνέχεια επικαλέστηκε πως δεν μπορούσε να παραμείνει στην Κύπρο για μακρύ χρονικό διάστημα. Δέχθηκε ωστόσο πως συχνά επισκεπτόταν την Κύπρο και, όπως επίσης αποδέχθηκε, μετά το 2006 πηγαινοερχόταν και για σκοπούς δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούσαν. Άλλωστε, μετά το 2006, την ρήξη των οικογενειακών σχέσεων και την ανάκληση της πληρεξουσιοδότησης του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας διόρισε δύο νέους πληρεξούσιους αντιπροσώπους, ο ένας από τους οποίους ήταν ο δικηγόρος κ. Τάσος Μυλωνάς. Εν τούτοις, μετά την επιστολή της 5.6.2006 δεν απέστειλε άλλη επιστολή στον Εναγόμενο και να του ζητήσει συγκεκριμένες εξηγήσεις, είτε για την πώληση των δύο κτημάτων, είτε για οποιαδήποτε χρέωση σε οποιονδήποτε των λογαριασμών του. Όταν δε στην αντεξέταση του υποβλήθηκε ότι όταν έπαυσε τον Εναγόμενο παρέλαβε όλο του το αρχείο απάντησε «όχι όλο». Όπως μαρτύρησε η Σιήκκη, και είναι λογική απόρροια του γεγονότος ότι όλοι οι επίδικοι λογαριασμοί ήταν επ' ονόματι του Ενάγοντα, αυτός θα μπορούσε οποτεδήποτε να ζητήσει ενημέρωση και κάθε στοιχείο. Η Σιήκκη δεν ανήβρε κάτι στους φακέλους της Τράπεζας που να δείχνει ότι ο Ενάγοντας ζήτησε οποτεδήποτε κάποια ενημέρωση. Ο Ενάγοντας δεν έκαμε στο Δικαστήριο θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η εικόνα που το Δικαστήριο απεκόμισε είναι πως ο Ενάγοντας προέβαλε την αξίωση του για να ενοχλήσει και να ταλαιπωρήσει τον Εναγόμενο εκμεταλλευόμενος το δεδομένο ότι ο Εναγόμενος χειριζόταν τις υποθέσεις και τους λογαριασμούς του, αναμένοντας πως, λόγω και της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τα σχετικά γεγονότα, ο Εναγόμενος δεν θα είχε ακριβή θύμηση, ούτε στοιχεία και θα παρέμενε εκτεθειμένος. Εάν ευσταθούσε η θέση του Ενάγοντα σε σχέση με την πώληση των δύο κτημάτων του, όπως η θέση διαμορφώθηκε με τη δια ζώσης μαρτυρία του Ενάγοντα, τότε αυτός από το 1997 γνώριζε τη θέση του Εναγόμενου και αν πράγματι πίστευε ότι είχε πωλήσει τα κτήματα του σε τιμή υψηλότερη του καθαρού ποσού των ΛΚ80.000 και τον είχε καταδολιεύσει για το ποσό των ΛΚ71.000 ή άλλο ποσό θα αναμενόταν να κινηθεί εναντίον του από τότε ή τουλάχιστον να πάψει να τον εμπιστεύεται και να ανακαλέσει την πληρεξουσιοδότηση του Εναγόμενου από τότε. Αντίθετα φαίνεται πως για άλλα 9 χρόνια συνέχισε να τον εμπιστεύεται και κινήθηκε εναντίον του δικαστικά 16 χρόνια μετά τα γεγονότα αυτά. Σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την επιλογή του Ενάγοντα να περιορίσει την αξίωση του. Όταν με την αγωγή σου καταλογίζεις στον άλλο ότι σε έκλεψε σε 28 περιπτώσεις και στην συνέχεια περιορίζεσαι στις 12 χρειάζονται κάποιες εξηγήσεις. Γιατί του καταλογιζόταν ανεντιμότητα στις 16 περιπτώσεις στις οποίες ο Ενάγοντας δεν επέμενε. Ανεβρέθηκαν μήπως στοιχεία ότι οι χρεώσεις ήταν δικαιολογημένες ή εκτιμήθηκε ότι εύκολα ο Εναγόμενος θα καταδείκνυε πως ο Ενάγοντας δεν έλεγε την αλήθεια. Η δικαιολογία του Ενάγοντα ότι βασίστηκε σε στοιχεία που του είχε δώσει ο Εναγόμενος είναι ανεπαρκής. Και αν έτσι, τι μεσολάβησε στο μεταξύ. Ούτε στις περιπτώσεις που ο Ενάγοντας συνεχίζει να εμμένει παρουσίασε κάποια θετική μαρτυρία που να καταδεικνύει δολιότητα εκ μέρους του Εναγόμενου. Πώς δικαιολογείται ο Ενάγοντας να εκφράζει βεβαιότητα ότι τα χρήματα που διεκδικεί καταχράστηκε ο Εναγόμενος από τους λογαριασμούς του; Τι περισσότερο έχουν οι περιπτώσεις που παρέμειναν προς εκδίκαση σε σχέση με αυτές που αποσύρθηκαν; Το ζήτημα εγείρει ερωτηματικά στην όλη υπόθεση του Ενάγοντα. Ε. Η Κατάληξη Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος σε καμιά από τις επίδικες περιπτώσεις ενήργησε χωρίς την εντολή του Ενάγοντα. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα δύο κτήματα πώλησε στην τιμή που είχε ρητή εντολή και εξουσιοδότηση από τον Ενάγοντα να πωλήσει. Είναι περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι όλες οι επίδικες χρεώσεις στους λογαριασμούς του Ενάγοντα έγιναν από τον Εναγόμενο κατόπιν ρητής εντολής και εξουσιοδότησης του Ενάγοντα. Επομένως, όλες οι χρηματικές αξιώσεις του Ενάγοντα απορρίπτονται. Ούτε και είναι η περίπτωση κατάλληλη για να διαταχθεί η απόδοση λογαριασμών από τον Εναγόμενο γιατί το Δικαστήριο έχει πεισθεί ότι ο Εναγόμενος έχει προ πολλού παραδώσει όλα τα στοιχεία στον Ενάγοντα και δεν κατέχει οτιδήποτε άλλο σχετικό για να του παραδώσει. Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Χρηματική Απαίτηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.