DE.ZO CONSTRUCTIONS & DEVELOPERS Ltd κ.α. ν. Λευτέρης Μήλος, Αρ.αγωγής 22/2017, 9/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 22/2017 Μεταξύ:
- DE.ZO CONSTRUCTIONS & DEVELOPERS Ltd
- Ανδρέας Νικολεττής
- Κυριάκος Παναγή Ενάγοντες και Λευτέρης Μήλος Εναγόμενος ------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση ημερ. 28/6/2017 για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ενορκης Δήλωσης Ημερ. 9 Αυγούστου 2017 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο/Αιτητή: κ. Ε. Φλουρέντζου και Στ. Βασιλακκάς για Ε. Φλουρέντζου & Σία ΔΕΠΕ. Για Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Β. Παναγιώτου για Δ. Σύζινος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση και Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει Με την υπό κρίση Αίτηση ο Εναγόμενος επιζητεί την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στο πλαίσιο της Ένστασης που κατεχωρήθη στην Αίτηση των Εναγόντων ημερ. 10/1/
- Νομική βάση της Αίτησης αποτέλεσε μεταξύ άλλων και η Δ.39, θ.θ. 1-7 και Δ.48, θ.θ. 1-3, 4
(2), 7, 8
(1)(rr), 9 και 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και οι πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως και η πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Άδας Φλουρέντζου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Εναγόμενου, στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Στις 10/1/2017 καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες αίτηση για έκδοση διαταγμάτων αναστολής της εκτέλεσης απόφασης σε σχέση με την απόφαση στην αγωγή υπ΄ αρ.1639/
- · Στις 3/2/2017 ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση. Μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την ένσταση του Εναγόμενου προέκυψαν νέα στοιχεία τα οποία είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. · Συγκεκριμένα, στις 8/5/2017 το Δικαστήριο της Dambovita στη Ρουμανία εξέδωσε απόφαση όπου αποφασίστηκε ότι τα επίδικα οικόπεδα είναι υπαρκτά και είναι ιδιοκτησία της εταιρείας SC DIZO PROPERTIES SRL, απορρίποντας τους «τίτλους» των Chiced Raznan Ioan και Amzar Valentin. Με βάση την απόφαση αυτή οι ισχυρισμοί των Εναγομένων περί ανύπαρκτης γης και/ή περί δόλου και/ή απάτης εκ μέρους του Εναγόμενους κονιορτοποιούνται. Η απόφαση αυτή δεν έχει εφεσιβληθεί και κατέστη πλέον τελεσίδικη. · Ως εκ τούτου υπάρχει καλός λόγος το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για να τεθεί ενώπιον του η πλήρης εικόνα σε σχέση με τα ζητήματα που αφορούν την πιο πάνω Αίτηση για να μπορεί να αποφασίσει προς το καλύτερο δυνατό συμφέρον της δικαιοσύνης. · Το γεγονός ότι τα νέα γεγονότα προέκυψαν μετά την καταχώρηση της ένστασης του Εναγόμενου αποτελούν «καλό λόγο» για να επιτραπεί η καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Ένσταση και Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ενσταση η οποία, μεταξύ άλλων, βασίζεται πέραν συγκεκριμένων προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει συμβάσεως) Νόμο 121(I)/2000, στη Σύμβαση Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Δικαστικών Αποφάσεων, η οποία επικυρώθηκε από το Νόμο 11/1976, στον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διοικητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο 84/
- Ως λόγοι 'Ενστασης εξειδικεύονται, βασικά, οι ακόλουθοι: § Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. § Δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη καλού ή άλλου λόγου που θα επέτρεπε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. § Η απουσία αναγνώρισης της απόφασης ημερ. 8/5/2017, που εκδόθηκε στη Ρουμανία στα Κυπριακά Δικαστήρια βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012, οδηγεί σε αμφισβήτηση της έγκυρης ύπαρξης της στα Κυπριακά Δικαστήρια με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. § Ο Αιτητής επιδιώκει την εισαγωγή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας. § Η προθεσμία έφεσης της απόφασης που εκδόθηκε στη Ρουμανία ημερ. 8/5/2017 δεν έχει παρέλθει και ως εκ τούτου δεν έχει καταστεί τελεσίδικη. Περαιτέρω, κανένα έγγραφο και/ή σφραγίδα και/ή βεβαίωση που να πιστοποιεί το τελεσίδικο και αμετάκλητο της απόφασης δεν έχει προσκομιστεί από τον Εναγόμενο. § Η Αίτηση δεν περιέχει τέτοιους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. § Ο Εναγόμενος δεν έχει αποσείσει το βάρος προς απόδειξη του ότι είναι δίκαιο να δοθούν οι θεραπείες τις οποίες ζητεί. Η Ενσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου
- Σε αυτή προβάλλονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: · Η απόφαση που δόθηκε στη Ρουμανία ημερ. 8/5/2017, την καταχώρηση της οποίας ο Εναγόμενος επιχειρεί να πετύχει μέσω της προτεινόμενης Ενορκης Δήλωσης, δεν είναι αποδεκτή από τους Ενάγοντες. Χωρίς την αναγνώριση της εν λόγω απόφασης στη βάση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 η εν λόγω Απόφαση δεν υφίσταται και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Εφόσον η αναγνώριση της δεν τεκμηριώνεται, παραμένει μετέωρη η ύπαρξη της. Συνακόλουθα δεν είναι δυνατή η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος εφόσον σκοπό έχει την εισαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου ανεπίτρεπτης μαρτυρίας. · Η πιο πάνω Απόφαση με δεδομένο ότι η προθεσμία των 30 ημερών για καταχώρηση έφεσης δεν έχει παρέλθει, δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, γεγονός που προκύπτει και από το ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε έγγραφο και/ή βεβαίωση που να πιστοποιεί το τελεσίδικο και αμετάκλητο της απόφασης. Ο Ενόρκως Δηλών στην Ενσταση, πέραν των πιο πάνω, υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης που εξειδικεύτηκαν ανωτέρω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.48, θ.4
(2)μετά από αναμόρφωση της με την Κ.Δ.Π. 5/99, ημερ. 23/12/99 διαμορφώθηκε ως εξής: «
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Με βάση αυτό το Θεσμό, σε περίπτωση αμφισβητουμένων γεγονότων, αποκλείεται πλέον, σε αντίθεση με το τι ίσχυε με τον παλαιό Θεσμό, η προσαγωγή πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, εκτός, βέβαια, από τη δυνατότητα αντεξέτασης, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, των ενόρκως δηλούντων. Τα συμπεράσματα τα οποία εύκολα εξάγονται από την ανάγνωση του κειμένου της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας είναι κατ΄ αρχήν τα ακόλουθα[1]: i. Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση δια κλήσεως, ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. ii. Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» αφ΄ εαυτών υποδηλώνουν το ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης[2]. iii. Για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που την ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα έπρεπε να του επιτραπεί. iv. Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται από τον Θεσμό, και οποιαδήποτε καταχωρηθείσα χωρίς άδεια τέτοια ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να παραγνωρίζεται. Στην πράξη, οι πρόνοιες του πιο πάνω Θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της Ένστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της Ένστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της αίτησης, είτε της ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Και, βεβαίως, σκοπός της Δ.48, θ.4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48, θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη και/ή συμπληρωματική μαρτυρία για την εκδίκαση μιας Αίτησης με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιόν του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραπέμψω στη υπόθεση A. Messios & Sons Ltd. και άλλος ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, η οποία αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της. Στο πλαίσιο της εξέτασης της αίτησης εκείνης τονίστηκαν τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για το ζήτημα παραχώρησης άδειας καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και σε κάθε άλλη περίπτωση. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα (στη σελίδα 199) που έχει ως εξής: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Επισημαίνεται περαιτέρω ότι δεν δίδεται άδεια για συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει θεραπεία με μονομερή αίτηση και ο Αιτητής επιχειρεί να επανορθώσει παράλειψη πληροφόρησης κατά τρόπο πρωθύστερο με σκοπό να μεταβάλει ή να αλλοιώσει την εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο[3]. Η εισαγωγή οποιασδήποτε μαρτυρίας η οποία πιθανόν να αλλοιώσει ή να τροποποιήσει τα γεγονότα πάνω στα οποία είχε βασιστεί η αρχική αίτηση δεν είναι επιτρεπτή γιατί το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την ορθότητα των εκδοθέντων μονομερών διαταγμάτων με βάση τα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη του κατά το στάδιο της έκδοσης του, αντιπαραβάλλοντας τα με τα στοιχεία που θα τεθούν από το ενιστάμενο μέρος. Δεν παρέχεται, επίσης, άδεια όταν επιχειρείται να επαναληφθούν οι αρχικοί ισχυρισμοί. Αντίθετα, μπορεί να δοθεί άδεια για να παρασχεθούν διευκρινίσεις ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι ζήτημα των εκάστοτε περιστάσεων σε συνάρτηση με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Θέσεις και Εισηγήσεις των Μερών Αποτέλεσε θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων του Εναγόμενου/Αιτητή ότι με δεδομένο ότι οι Ενάγοντες αιτούνται αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή 1639/2015 στη βάση του δόλου και/ή απάτης και/ή έλλειψης νομίμου ανταλλάγματος, το γεγονός της ύπαρξης απόφασης από το Δικαστήριο Dambovita - η οποία ήλθε στη γνώση του Εναγόμενου μεταγενέστερα της ημερομηνίας καταχώρησης της Αίτησης αναστολής - σύμφωνα με την οποία η επίδικη ακίνητη περιουσία υφίσταται και είναι ιδιοκτησίας της εταιρείας SC DIZO PROPERTIES SRL, αποτελεί καλό λόγο για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όσον αφορά τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/12 που επικαλέστηκε η πλευρά των Εναγόντων οι συνήγοροι του Εναγόμενου υποστήριξαν πως στη βάση των σχετικών προνοιών του η απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία. Πρόσθεσαν δε ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την καταχώρηση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης «αναμένοντας και/ή διατάσσοντας» τον Εναγόμενο να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Κανονισμού αναφορικά με το Τεκμήριο το οποίο ζητά να επισυνάψει πριν την καταχώρηση του. Αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Εναγόντες/Καθ΄ων η Αίτηση. Συγκεκριμένα υποστήριξε πως χωρίς να έχει προηγηθεί της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης η αναγνώριση, βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12, της Απόφασης ημερ. 8/5/17 δεν μπορεί να καταχωρηθεί η προτεινόμενη από τον Εναγόμενο συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Έγκριση της υπό κρίση Αίτησης θα οδηγούσε, όπως το έθεσε, στην εισαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου μη επιτρεπτής μαρτυρίας. Πρόσθεσε δε ότι χωρίς την αναγνώριση της εν λόγω Απόφασης αυτή δεν υφίσταται στην Κύπρο με λογικό επακόλουθο να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Με δεδομένο ότι επιδιώκεται η επίκληση απόφασης κράτους - μέλους όπως ορίζεται στο Άρθρο 2 του Κανονισμού 1215/2012[4] κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αναφορά στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού. Λέω εξαρχής πως η θέσπιση του εμπίπτει στο χώρο της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θέτει ως στόχο τη διατήρηση και την ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης διευκολύνοντας, μεταξύ άλλων, την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που κρίθηκε αναγκαία η θέσπιση διατάξεων αναφορικά με την ενοποίηση των κανόνων σχετικά με τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων και την ταχεία και απλή αναγνώριση αλλά και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη. Για τους σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης και με δεδομένο ότι επιχειρείται μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η επίκληση Απόφασης Ρουμάνικου Δικαστηρίου και η καταχώρηση του κειμένου της ως Τεκμήριο 1 αρκεί να αναφερθούμε στις πρόνοιες των Άρθρων 36
(1)και 37
(1)του Κανονισμού οι οποίες διαλαμβάνουν τα εξής: Άρθρο 36
(1): 1. Απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία. Άρθρο 37
(1):
- Ένας διάδικος που επιθυμεί να επικαλεστεί σε κράτος μέλος απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος προσκομίζει: α) αντίγραφο της απόφασης το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας και β) τη βεβαίωση που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο
- Με βάση το Άρθρο 53 διαλαμβάνεται ότι «κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, το δικαστήριο προέλευσης εκδίδει τη βεβαίωση χρησιμοποιώντας το έντυπο του παραρτήματος I.». Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι το Δικαστήριο προέλευσης είναι το Δικαστήριο κράτους μέλους στο οποίο εκδόθηκε η Απόφαση. Όσον αφορά δε το Παράρτημα Ι σε αυτό θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται διάφορες πληροφορίες και στοιχεία αναφορικά με την εκδοθείσα στο Δικαστήριο του κράτους μέλους Απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση περίπτωση είναι σαφές ότι η πλευρά του Εναγόμενου μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκει να συμπληρώσει τη μαρτυρία στην οποία βασίζεται η Ένσταση που καταχώρησε στην Αίτηση των Εναγόντων για αναστολή της εκτέλεσης της Απόφασης στην αγωγή 1639/
- Θεωρεί ότι το περιεχόμενο της Απόφασης του Δικαστηρίου της Dambovita στη Ρουμανία είναι τέτοιο που οδηγεί στην κατάρριψη των ισχυρισμών των Εναγόντων περί ανύπαρκτης γης και/ή δόλου και/ή απάτης. Προτού λεχθεί οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τα όσα καταγράφονται στην παρα. 3 της ένορκης δήλωσης στην υπό κρίση Αίτηση το περιεχόμενο της αναφερόμενης Απόφασης φαίνεται να είναι σχετικό με τα θέματα που εγείρονται στην Αίτηση για αναστολή της απόφασης στην αγωγή 1639/
- Επί αυτού δεν φάνηκε να υπάρχει διαφορετική προσέγγιση από πλευράς Εναγόντων υπό την έννοια ότι για τους σκοπούς της δικής τους ένστασης, όπως επισημαίνεται εκ νέου πιο κάτω, δεν ήταν αυτό το ζητούμενο στην υπό κρίση Αίτηση. Όμως το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Με την υπό κρίση Αίτηση είναι σαφές πως επιχειρείται η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας που αφορά και αναφέρεται στο περιεχόμενο της πιο πάνω Απόφασης του Δικαστηρίου της Ρουμανίας. Με δεδομένη και την ύπαρξη ένστασης στην εισαγωγή αυτής της μαρτυρίας στη βάση του ότι αυτή δεν είναι επιτρεπτή εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο το παρών στάδιο είναι το κατάλληλο στάδιο για να εξετάσει το Δικαστήριο την αποδεκτότητα αυτής της μαρτυρίας. Με βάση τις πρόνοιες της Δ.34, θ.4[5] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνεται ότι ενστάσεις στην αποδοχή μαρτυρίας πρέπει να υποβάλλονται κατά την παρουσίαση της και να αποφασίζονται αμέσως. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Βίκτωρος v. Χριστοδούλου
(1992)1 A.A.Δ. 512: «Η Δ.38 Θ.4 θεσμοθετεί κανόνα μείζονος σημασίας για τη διεξαγωγή της δίκης· ρυθμίζει τη διαδικασία αποδοχής αμφισβητούμενης μαρτυρίας και ορίζει ότι το θέμα πρέπει να αποφασίζεται κατά το χρόνο που υποβάλλεται η ένσταση. Και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση το παραδεκτό προσαγόμενης μαρτυρίας αποφασίζεται, κατά κανόνα, κατά το χρόνο της προσαγωγής της. Και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση, το παραδεκτό προηγούμενης μαρτυρίας αποφασίζεται, κατά κανόνα, κατά το χρόνο προσαγωγής της.». Η ίδια θεώρηση επιδοκιμάσθηκε και στη Χλόη Κυριάκου v. Άννας Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ. 826, 831-832, όπου λέχθηκε ότι «η δικονομική πρακτική, όπως ενσωματώθηκε στην Δ.38, θθ. 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, είναι ότι τέτοιες ενστάσεις εγείρονται και αποφασίζονται όταν επιχειρείται η κατάθεση εγγράφου»[6]. Με βάση τα πιο πάνω η απουσία ικανοποίησης στο παρών στάδιο, όπου επιχειρείται η κατάθεση της πιο πάνω Απόφασης μέσω του Τεκμηρίου 1 στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, των προαπαιτούμενων που τίθενται από τον ΕΚ 1215/2012 την καθιστά μαρτυρία η οποία δεν συνοδεύεται από τις απαραίτητες προϋποθέσεις και, ως τέτοια, μη επιτρεπτή. Τούτου δοθέντος δεν μπορεί, στο παρών στάδιο, να επιτραπεί η καταχώρηση της. Η πιο πάνω κατάληξη καθιστά πλέον αχρείαστη την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης ή μη καλού λόγου για σκοπούς παροχής άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Κατάληξη Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα, ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση δικαιούνται στα έξοδα τους. Ο Εναγόμενος/Αιτητής να καταβάλει στο τέλος της κυρίως υπόθεσης τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε την αγωγή υπ. αρ. 2232/06 Ε.Δ. Λάρνακας Κώστα Μιντή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του ανικάνου προσώπου Αντωνάκη Μιντή v. Reprevus Trading Ltd κ.ά. (η οποία δόθηκε από τον Κ. Κληρίδη Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε) στις 19/7/2000. [2] Δέστε Αίτηση Φυλόκυπρος Ματθαίου κ.α. υπ΄ αρ. 297/2008 ημερ. 21/4/2008. [3] Δέστε Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. του πλοίου LIPA
(2000)1 Α.Α.Δ.
- [4] Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού: α) ως «απόφαση» νοείται κάθε απόφαση που εκδίδεται από δικαστήριο του κράτους μέλους, όποια και αν είναι η ονομασία της, π.χ. διάταξη, εντολή, απόφαση ή διαταγή εκτελέσεως, καθώς και κάθε απόφαση για τον προσδιορισμό των δικαστικών εξόδων από το γραμματέα του δικαστηρίου. [5] "
- Objections to the reception of evidence shall be made at the time the evidence is offered, and shall be argued and decided at the time". [6] Δέστε επίσης Νεοφύτου κ.ά. v. Γερακιώτη
(2010)1 Α.Α.Δ. 25 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο