← Κύπρος

DADENIA LTD ν. Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1525/2010, 3/2/2017

DADENIA LTD ν. Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1525/2010, 3/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A20 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1525/2010 ΜΕΤΑΞΥ: DADENIA LTD Ενάγουσας/ Καθ΄ης η Αίτηση και Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου/Αιτητή Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα /Καθ΄ ης η Αίτηση: Ο κ. Α. Β. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο/ αιτητή: Ο κ. Ζ. Συμεού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης) Αντικείμενο της παρούσας απόφασης μου είναι η αίτηση του Εναγόμενου/ Αιτητή (στη συνέχεια «ο Αιτητής»), για παροχή σε αυτόν άδειας για τροποποίηση της Υπεράσπισής του. Η Ενάγουσα/ Καθ' ης η Αίτηση (στη συνέχεια «η Καθ΄ης η Αίτηση»), καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και ως εκ τούτου η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ο Αιτητής επιζητεί την προσθήκη των ακόλουθων δύο νέων παραγράφων στην Έκθεση Υπεράσπισης του: 9(α) Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος αναφέρει ότι οι Ενάγοντες δεν υποχρεώθηκαν να μετατρέψουν μια οικιστική μονάδα από 3 σε 2 υπνοδωμάτια ένεκα των περιοριστικών όρων που επέβαλε η Πολεοδομία για ανάπτυξη του επίδικου ακινήτου. Οποιαδήποτε μετατροπή οικιστικής μονάδας από 3 σε 2 υπνοδωμάτια έγινε αποκλειστικά κατ΄επιλογή των Εναγόντων. 9(β) Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Εναγομένου ότι, και μετά την επιβολή των περιοριστικών όρων που επέβαλε η Πολεοδομία για την ανάπτυξη του επίδικου ακινήτου, υπήρχε τόσο ο χώρος όσο και ο απαραίτητος συντελεστής δόμησης ούτως ώστε η εν λόγω οικιστική μονάδα να ανεγερθεί με 3 υπνοδωμάτια. Ο εναγόμενος επιφυλάσσει το δικαίωμα του να αναφερθεί κατά την ακροαματική διαδικασία σε γεγονότα και ή στοιχεία και ή εκθέσεις και ή σχεδιασμoύς προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Την αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η κα Μαριάννα Τσαγκάρη, δικηγόρος στη Νομική Υπηρεσία, η οποία αναφέρει ότι τα γεγονότα της υπόθεσης τα πληροφορήθηκε από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και δηλώνει εξουσιοδοτημένη να προβεί σε αυτή. Υποστηρίζει ότι η ανάγκη για τροποποίηση έχει προκύψει λόγω των νέων γεγονότων τα οποία έχουν περιέλθει εκ των υστέρων στη γνώση τους και μετά από εκτενέστερη μελέτη της υπόθεσης αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Δηλώνει επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και η Καθ΄ης η Αίτηση δεν επηρεάζεται αρνητικά σε ότι αφορά τον χειρισμό της αγωγής του και δεν θα δημιουργηθεί καμιά αδικία ή βλάβη στα δικαιώματα του. Εισηγείται ότι αυτός μπορεί κάλλιστα να επανακλητεύσει μάρτυρες και να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει στους ισχυρισμούς του εναγόμενου ως αυτοί θα προβληθούν στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του, αν του επιτραπεί να τους προβάλει, και θα μπορεί ως προς τούτο να αποζημιωθεί με επιδίκαση εξόδων. Δηλώνει ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται καλόπιστα και δεν θα δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στην Καθ' ης η Αίτηση αλλά αντίθετα θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, όλα τα νομικά και πραγματικά θέματα για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει τελεσίδικα σε όλα τα επίδικα θέματα. Εισηγείται ότι κατά τη νομολογία μας επιτρέπεται η τροποποίηση των δικογράφων ιδίως όταν πρόκειται για παραλήψεις και για γεγονότα που έχουν προκύψει μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του Αιτητή. Η Καθ΄ης η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση περί της Πρόθεσης Ενστάσεως στην οποία προβάλλει 18 λόγους ένστασης. Αυτοί μπορεί να καταταχθούν ουσιαστικά σε 4 κατηγορίες:

  1. Ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική. Η ένορκη δήλωση είναι επίσης παράτυπη και αντικανονική καθώς γίνεται από δικηγόρο (λόγοι ένστασης 1,3 και 15).
  2. Η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη, αδικαιολόγητη, ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται την αιτούμενη θεραπεία και είναι αντίθετη με ήδη δικογραφημένη θέση του Αιτητή, τα γεγονότα στα οποία βασίζεται είναι αναληθή και προβάλλονται με παραπλανητικό τρόπο και αποσκοπεί στην περιπλοκή της αγωγής (λόγοι ένστασης 2,4,5,6,9,10, 14).
  3. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις επηρεάζουν δυσμενώς την Καθ΄ης η Αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (λόγος ένστασης 7).
  4. Οι λόγοι αυτής της κατηγορίας άπτονται του ζητήματος της καθυστέρησης όπου προβάλλεται ότι η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα καθώς οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να εισαχθούν ήταν γνωστοί και έπρεπε να είχαν επιδιωχθεί σε πολύ προγενέστερο στάδιο και όχι τώρα που συνεχίζεται η ακροαματική της διαδικασία και μάλιστα όταν η Καθ΄ης η Αίτηση έκλεισε την υπόθεση της και παρουσίασε ήδη μαρτυρία η Υπεράσπιση, δεν δίδεται αιτιολογία του λόγου για τον οποίο υποβλήθηκε τόσο καθυστερημένα η αίτηση, δεν αναφέρεται από την ενόρκως δηλούσα που υποστηρίζει την αίτηση ο τρόπος με τον οποίο τόσο καθυστερημένα τέθηκαν υπόψη τους τα όσα επιχειρούν να εισαγάγουν και ότι τέλος η αίτηση καταχωρήθηκε με σκοπό να αναβληθεί η ακρόαση της υπόθεσης (λόγοι ένστασης 8,11,12,13,16,17 και 18). Την ένσταση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο διευθυντής της Καθ΄ης η Αίτηση κ. Κώστας Μάμα ο οποίος ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης διανθίζοντας τους με κάποιες επιπρόσθετες λεπτομέρειες προς αιτιολόγηση τους. Οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις όπου ανέλυσαν τόσο τα γεγονότα της αίτησης όσο και τη νομική της πτυχή με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες. Θα γίνει αναφορά στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει στο κατάλληλο σημείο σε θέσεις και εισηγήσεις όπως αυτές έχουν συμπεριληφθεί στις εμπεριστατωμένες αυτές εισηγήσεις. Η αίτηση βασίζεται στη Διαταγή 25 Θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Στην υπόθεση Νικολάου Ιωάννης ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α. υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Κ. Μιλτιάδους,

(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.» Στην πρόσφατη απόφαση IKOS CIF LTD ν. MARTIN COWARD κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013 ημερ. 20.03.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση των Εφεσειόντων αναφορικά με την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημα τους για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως και το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Με δεδομένο, λοιπόν, το πραγματικό υπόβαθρο, είναι ξεκάθαρο ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιωκόταν η προσθήκη νέας βάσης αγωγής και, ταυτόχρονα, η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, Εφεσιβλήτων 2-13. Υπό αυτές τις συνθήκες, τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος τροποποίησης θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής, κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξολοκλήρου το χαρακτήρα της.» Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το γεγονός ότι υπάρχει δυνατότητα καταβολής αποζημιώσεων προς τον καθ' ου η αίτηση δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση: «Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων, στην έκταση που τη θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Όταν η αγωγή άχθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τις 6 Δεκεμβρίου 1988, υποβλήθηκε αίτημα για αναβολή προς υποβολή αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο ανέβαλε τότε την υπόθεση, παρά την ένσταση του εφεσίβλητου, για να καταχωρισθεί αίτηση για τροποποίηση εντός δυο μηνών. Δεν υποβλήθηκε τέτοια αίτηση ούτε και ήλθε εκ νέου το θέμα στο προσκήνιο μέχρι της 13ης Δεκεμβρίου 1990 όταν, μετά από σειρά εμφανίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση.» Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης παρατηρώ ότι το ζήτημα τίθεται στην ένορκη δήλωση της κας Μ. Τσαγκάρη πολύ λιτά. Τέτοια αιτιολόγηση της καθυστέρησης γίνεται στις παραγράφους 3 και 6 αυτής. Στην παρ. 3 αναγράφεται: «Η πιο πάνω τροποποίηση έχει προκύψει, λόγω των νέων γεγονότων τα οποία έχουν περιέλθει εκ των υστέρων στη γνώση μας και μετά από εκτενέστερη μελέτη της υπόθεσης αναφορικά με τα επίδικα θέματα.» Στη δε παράγραφο 6: « Όπως πληροφορούμαι από το Δικηγόρο μας και σύμφωνα με τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει την τροποποίηση των Δικογράφων ιδίως όταν πρόκειται για παραλείψεις και για γεγονότα που έχουν προκύψει μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου.» Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 αναφέρθηκε επίσης ότι όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας και ότι κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημου Παραλήπτη,
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 αναφέρθηκε ότι η αλλαγή δικηγόρου (παρόλο ότι δεν γίνεται τέτοια επίκληση στην ένορκη δήλωση της κας Μ. Τσαγκάρη) δεν αποτελεί καλό λόγο για να δικαιολογεί την τυχόν έγκριση αιτήματος για τροποποίηση όπως επίσης δεν αποτελεί δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, λέχθηκαν όμως και άλλα από τον Έντιμο κ. Πική, Δ. όπως ήταν τότε: «Η μόνη εξήγηση η οποία παρέχεται στην ένορκη ομολογία η οποία υποστηρίζει την αίτηση, για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, αφορά την αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων. Ο νέος δικηγόρος των εναγομένων κρίνει την τροποποίηση αναγκαία μετά από επαναθεώρηση της υπόθεσης των πελατών του. Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Διαπιστώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος, ο οποίος να δικαιολογεί την τροποποίηση. Αντίθετα, αυτή θα επέφερε μεταβολή του πλαισίου της δίκης και θα επέβαλλε την επανακρόαση της υπόθεσης. Έγκριση του αιτήματος θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των εναγόντων, αλλά και της δικαιοσύνης, συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσής της.» Όπως και στην πιο πάνω υπόθεση Γραμμές Στρίντζη έτσι και στην παρούσα υπόθεση, τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από τους Αιτητές από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και σίγουρα όχι μετά από 6 και πλέον έτη αφότου καταχωρήθηκε η αγωγή σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και πέντε έτη από της καταχώρησης της Υπεράσπισης από πλευράς του Αιτητή. Δεν εξηγείται επίσης ποια είναι εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν σε γνώση του Αιτητή μεταγενέστερα τα οποία δεν θα μπορούσε να γνωρίζει εφόσον ασκείτο εύλογη επιμέλεια εκ μέρους του δεδομένων των ισχυρισμών της ενάγουσας. Παρόμοια αντιμετωπίζεται το ζήτημα και στην πρόσφατη απόφαση Νίκος Νικολάου v. ΕΚΑ ROCK DESIGNS LTD, Πολ. Έφεση Αρ. 175/2011 ημερ. 22.12.2016 όπου δεν είχε επιτραπεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο η τροποποίηση της Υπεράσπισης όταν είχε ζητηθεί και πάλι σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και προς τούτο υπήρξε ξεχωριστός λόγος έφεσης. Έγινε παραπομπή στο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης σε σχέση με το ζήτημα του ενδεχόμενου να απαιτείτο η επανακλήτευση μαρτύρων, κάτι που και εκεί ο συνήγορος του αιτητή είχε εισηγηθεί, όπως γίνεται και στη προκείμενη υπόθεση, στην οποία τονίστηκε η περιπλοκή που θα συνεπαγόταν στη διαδικασία και η ανατροπή της πορείας της με περαιτέρω καθυστέρηση και ταλαιπωρία που ακόμα και η επιδίκαση των εξόδων υπέρ των εναγόντων με την έγκριση της θα προκαλούσε ζημιογόνες συνέπειες στην παρουσίαση και απόδειξη της υπόθεσης της πλευράς των εναγόντων πλήττοντας τη δύναμη της υπόθεσης τους. Κατά τον ίδιο τρόπο αντικρίζω το ζήτημα όπως προκύπτει και στην παρούσα υπόθεση. Με όσα ισχυρίζεται ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του, δικαιολογώντας το στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε το αίτημα του, κρίνω ότι δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης και δεν έχει προσφέρει την οποιαδήποτε αιτιολογία για την υπέρμετρη καθυστέρηση όπως αυτή διακρίνεται από την μελέτη του ιστορικού της υπόθεσης. Σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό της υπόθεσης κάτι που αντίκειται στα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της Καθ΄ης η Αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης της εντός εύλογου χρόνου. Τυχόν έγκριση της αίτησης σαφώς και θα παραβιάσει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της πλευράς της Καθ΄ης η Αίτηση λόγω καθυστέρησης υποβολής της αίτησης τροποποίησης και έτσι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation,
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33: «.Το αποδει­κτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυ­στέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Στην υπόθεση Φοινιώτης (ανωτέρω), λέχθηκε επίσης ότι σε αιτήσεις τροποποίησης, το Δικαστήριο όταν προσδιορίζει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, θα πρέπει να συνεκτιμήσει τις επιπτώσεις της τροποποίησης στα συμφέροντα και δικαιώματα του αντίδικου καθότι η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Η παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων αποτελεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων και/ή αποζημιώσεων (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, Milouca Motor Trading Ltd. v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λουκαΐδου ν. Γερολέμου,
(2000)1 ΑΑΔ 333 και Παπανικολάου v. Κότσαπα,
(2004)1 ΑΑΔ σελ. 1800). Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδη,
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 έχουν λεχθεί τα εξής από τον Καλλή, Δ.: «Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988).» Στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, αναφέρθηκε ότι αίτηση τροποποίησης δικογράφου θα πρέπει να απορριφθεί όταν η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο. Ένας ακόμα παράγοντας ο οποίος προσμετράται, είναι η γνώση που είχε ο Αιτητής των επίδικων ισχυρισμών που επιχειρούν να εισαγάγουν στο δικόγραφο τους σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Είναι φανερόν ότι όσα επιχειρεί να εισαγάγει ο Αιτητής ήταν γνωστά σε αυτούς εξ αρχής και δεν απαιτείτο να περάσουν τόσα χρόνια για να τα προβάλει, όταν μάλιστα η πλευρά της ενάγουσας έχει προσφέρει τη μαρτυρία της και ήδη έχει καταθέσει ένας μάρτυρας από πλευράς της Υπεράσπισης. Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω κρίνω ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος η οποία και δεν αιτιολογείται επαρκώς όταν η Έκθεση Υπεράσπισης του εναγόμενου καταχωρήθηκε 5 και πλέον χρόνια πριν. Θα εξετάσω όμως στη συνέχεια τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς τους οποίους επιθυμεί τώρα να προβάλει ο Αιτητής σε συνάρτηση με τους σχετικούς δικογραφημένους ισχυρισμούς τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην Υπεράσπιση του. Η ενάγουσα στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαιτήσεως της ισχυρίζεται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τα ανωτέρω και με τον καθορισμό του επίδικου ακινήτου ως χωραφιού επεβλήθησαν στους ενάγοντες από την Πολεοδομία όροι ήτοι συνέχιση οδικού δικτύου, χώρο επαναστροφής, πεζόδρομο και εκ τούτου οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν στην μετατροπή μιας οικιστικής μονάδας από 3 σε 2 υπνοδωματίων και περαιτέρω επηρέασε δυσμενώς την μορφή και την συνοχή του ιδιωτικού δικτύου της ανάπτυξης του επίδικου ακινήτου.» Στην δε παράγραφο 12 Α κοστολογείται η ζημιά και απώλεια που κατ΄ ισχυρισμό υπέστη την οποία αξιώνει ως ακολούθως: « Ζημιά από περιορισμό στην κατοικία αρ. 1 η οποία έγινε 2 αντί 3 υπνοδωματίων και με μικρότερη βεράντα και γη €59.124,000.» Ο εναγόμενος από πλευράς του απαντά στους πιο πάνω ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαιτήσεως στην Υπεράσπιση του ως ακολούθως στις παρ. 9 και 12 αυτής: Παρ. 9: «Ο Εναγόμενος αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης και επαναλαμβάνει ως ανωτέρω στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης πως οι αρμόδιες αρχές δε στερούνταν του δικαιώματος να επιβάλουν περιοριστικούς όρους προκειμένου να παραχωρήσουν άδεια για οικοδομική ανάπτυξη, ακόμη και στις περιπτώσεις ακινήτων που είναι εγγεγραμμένες ως οικόπεδα. Περαιτέρω ο Εναγόμενος αναφέρει πως οι Ενάγοντες, όσον αφορά το επίδικο ακίνητο, δεν έχουν εξαντλήσει το συντελεστή δομήσεως του ακινήτου, έχουν όμως καλύψει όλους τους χώρους του ακινήτου με κτίρια. Ως εκ τούτου, δεν έχει περιοριστεί στην πραγματικότητα ο όγκος των κτιρίων που έχουν κτίσει.» Παρ. 12: «Ο Εναγόμενος αρνείται την παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης, καθώς και όλες και κάθε μία ξεχωριστά τις λεπτομέρειες ζημιάς και απώλειας ως αυτές εκτίθενται στην παράγραφο αυτή. Περαιτέρω ισχυρίζονται πως και αν ακόμα οι Ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά και/ή απώλεια για την οποία διαφανεί ότι ευθύνεται ο Εναγόμενος, αυτή είναι κατά πολύ μικρότερη και όχι ως εκτίθενται στην παράγραφο αυτή. Ο Εναγόμενος καλεί επίσης τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους.» Επομένως υπήρχε σχετική δικογράφηση συγκεκριμένου και σαφούς ισχυρισμού εκ μέρους της ενάγουσας και άρνηση αυτού εκ μέρους του εναγομένου ο οποίος μάλιστα προβάλλει τη δική του θέση και αντίληψη περί των ίδιων γεγονότων. Διερωτώμαι τι είναι που ώθησε τελικά τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, με τα ως άνω ως δεδομένα, να προβεί σε αυτό το διάβημα. Αν η Καθ΄ης η Αίτηση δικαιούται να διεκδικεί οποιανδήποτε αποζημίωση για ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη, εναπόκειται σε αυτή να την αποδείξει και να διεκδικήσει συγκεκριμένες χρηματικές αποζημιώσεις. Τα όσα επιχειρούνται να εισαχθούν ως περαιτέρω ισχυρισμοί πρόκειται για αχρείαστη επανάληψη ήδη προβληθέντων ισχυρισμών από πλευράς του εναγομένου προς αντίκρουση αυτών της ενάγουσας. Άρνηση των παραγράφων 9 και 12 Α της έκθεσης απαίτησης γίνεται από την εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισης της όπως αυτές καταγράφονται πιο πάνω. Κατά την άποψη μου δεν απαιτείται οτιδήποτε άλλο από πλευράς δικογράφησης. Όπως έχει ήδη γίνει και διατυπωθεί καλύπτει το ζήτημα. Οτιδήποτε επιπλέον θα συνιστούσε αχρείαστη επανάληψη. Επομένως τίποτε το καινούργιο δεν θα προσθέσει στην υπερασπιστική γραμμή του ο εναγόμενος με την επιχειρούμενη τροποποίηση. Με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση της πλευράς της Καθ΄ης η Αίτηση ότι ο Αιτητής όχι μόνο καταστρατηγεί τους δικονομικούς κανόνες δικογραφίας και τις νομολογιακές αρχές για την διεξαγωγή της δίκης, αλλά πλήττει με την αίτηση του ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα της. Η πιο πάνω κατάληξη μου καθιστά αχρείαστη την ενασχόληση μου με τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν σε σχέση με το παράτυπο και αντικανονικό τόσο της αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει. Με όσα προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω αναπόφευκτα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αίτηση του Αιτητή υποβλήθηκε καθυστερημένα και κατά τρόπο που οδηγεί σε εκτροχιασμό της ακροαματικής διαδικασίας κατά παράβαση των δικαιωμάτων της ενάγουσας και εν τέλει όπως εξηγείται πιο πάνω συνιστά αχρείαστη επανάληψη ήδη δικογραφημένων ισχυρισμών ή αρνήσεων και ως εκ τούτου δεν έχει προοπτικές επιτυχίας. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/ Καθ΄ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου / Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπογρ.).............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.