← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Κ.Σ.Λ. ΑΜΑΞΟΣΤΑΣΙΟ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής:1663/2012, 27/1/2017

Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Κ.Σ.Λ. ΑΜΑΞΟΣΤΑΣΙΟ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής:1663/2012, 27/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A11 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1663/2012 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Ενάγουσας και

  1. Κ.Σ.Λ. ΑΜΑΞΟΣΤΑΣΙΟ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΛΕΥΚΑΡΙΤΗΣ
  3. ΜΑΡΙΝΑ ΣΙΗΜΙΛΛΑ ΖΕΝΙΟY
  4. ΓΙΟΥΛΙΚΑ ΜΑΝΕΝΤΖΟΥ
  5. EΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ως διαχειριστή της περιουσίας της Θέκλας Κυριάκου
  6. ΜΑΡΙΑ ΛΕΥΚΑΡΙΤΗ ΤΙΤΤΟΝΗ Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: Ο κ. A. Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 4 : Ο κ. Κ. Χριστοδουλίδης για Νέστορας Νικηφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η ενάγουσα που είναι τράπεζα, η οποία έχει συσταθεί και λειτουργεί νόμιμα και διεξήγαγε και διεξάγει τραπεζικές εργασίες σε όλη τηv Κύπρο, αξιώνει από την εναγόμενη 4, ως εγγυήτριας της πρωτοφειλέτιδας εναγομένης 1, αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένως μαζί με τους άλλους εναγόμενους το ποσό των €129.130,56σ. ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει εγγράφου συμφωνίας παροχής δανείου ή/ και δανείου τακτής προθεσμίας που είχε συναφθεί την 4.08.2008 πλέον τόκο προς 9,151% ετησίως επί ποσού €123.971,03σ. από 8.5.2012 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα και Φ.Π.Α. Η απόφαση αυτή αφορά μόνον την εναγόμενη 4 εφόσον εναντίον όλων των υπόλοιπων εναγομένων εκδόθηκε ήδη απόφαση σε προγενέστερο στάδιο. Πέραν της γενικής αρνήσεως ισχυρισμών της ενάγουσας, όπως αυτοί προβάλλονται στο κλητήριο ένταλμα, βασικοί ισχυρισμοί στην τροποποιημένη υπεράσπιση της εναγομένης 4 είναι ότι ποτέ δεν εγγυήθηκε την εναγόμενη 1 και ουδέποτε υπέγραψε το έγγραφο εγγυήσεως εν γνώσει της και με επίγνωση του τι υπέγραφε. Πέραν όμως αυτού υποστηρίζει περαιτέρω, παραθέτοντας σχετικές προς τούτο λεπτομέρειες, ότι η σχετική υπογραφή της εξασφαλίστηκε κατόπιν αθέμιτης επιρροής και/ή αθέμιτης πίεσης που ασκήθηκε σ΄αυτήν από την ενάγουσα και/ή κατόπιν δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης. Καλεί την ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Ισχυρίζεται ότι της αποκρύβησαν ουσιώδη περιστατικά και ότι της παρέστησαν ψευδώς παρέχοντας ταυτόχρονα συναφείς λεπτομέρειες, ή την άφησαν να υπογράψει τη συμφωνία εγγύησης αφήνοντας την να νομίζει ότι ένας εκ των συνεγγυητών της, ήτοι ο εναγόμενος 2 και διευθυντής της εναγομένης 1, παρείχε ως εξασφάλιση της εν λόγω συμφωνίας δανείου εγγυητικές επιστολές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ και δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού προς όφελος της ενάγουσας, οι οποίες εξασφάλιζαν πλήρως το ποσό του δανείου, οι οποίες στη συνέχεια και μετά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης από την εναγόμενη 4 αποσύρθηκαν από εξασφαλίσεις της συμφωνίας δανείου. Με ανταπαίτηση της προχωρά και αξιώνει την ακύρωση των συμφωνιών που έχουν συναφθεί με την ενάγουσα ως άκυρων και/ή παράνομων και/ή αβάσιμων. Αξιώνει επίσης διάταγμα ότι η κατ΄ ισχυρισμό επίδικη συμφωνία δανείου ουδέποτε τερματίστηκε νόμιμα. Με την τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της εναγομένης 4, η ενάγουσα αρνήθηκε τους πιο πάνω ισχυρισμούς της. Αρνείται ειδικότερα τις λεπτομέρειες περί παράνομης και/ή αθέμιτης και/ή δόλιας και /ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης εκ μέρους της και τις χαρακτηρίζει ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες και ανεδαφικές και επαναλαμβάνει τις θέσεις της περί νομίμων, ισχυρών και εκτελεστών συμφωνιών (δανείου και εγγύησης) και ότι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης 4 είναι αναληθείς και αποτελούν ύστερες σκέψεις της εναγομένης 4 σε μια προσπάθεια αποποίησης των συμβατικών της ευθυνών οι οποίες νόμιμα απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες και ειδικότερα αυτή της εγγύησης. Αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς της εναγομένης 4 ότι ενήργησε κατά τον τρόπο που της καταλογίζει και σε σχέση με τις εγγυητικές επιστολές που είχαν παραχωρηθεί προς την ενάγουσα από τον εναγόμενο 2 ως επιπρόσθετη εξασφάλιση είχαν δοθεί περί το έτος 2009 και 2010 ήτοι μετά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών εγγύησης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για την πλευρά της ενάγουσας κατάθεσαν ως μάρτυρες ο κ. Μάριος Σωφρονίου (Μ.Ε.1), ο κ. Γεώργιος Κωνσταντίνου (Μ.Ε.2), η κα Λία Λοϊζίδου (Μ.Ε.3) και ο κ. Ηλίας Κουσιάππας (Μ.Ε.4) όλοι υπάλληλοι της ενάγουσας. Για την πλευρά της εναγόμενης κλήθηκε και κατάθεσε ο κ. Γεώργιος Γεωργίου (Μ.Υ.) Επαρχιακός Ταχυδρομικός Λειτουργός στο Επαρχιακό Ταχυδρομικό Γραφείο Λάρνακας. Κατατέθηκαν κατά την παράθεση της μαρτυρίας συνολικά 29 έγγραφα ως τεκμήρια. Θα επικεντρωθώ στη συνέχεια σε σημαντικά σημεία της προσφερθείσας μαρτυρίας τα οποία έχουν τη σημασία τους για τα επίδικα θέματα και τα οποία θα με βοηθήσουν στην εξαγωγή των συμπερασμάτων μου αλλά θα έλεγα και για υποβοήθηση του αναγνώστη να αντιληφθεί την απόφαση (βλ. Γεώργιου Κάτσου κ.ά. v. Global Capital Limited, ECLI:CY:AD:2016:A546, Πολ. Έφεση Αρ. 119/2011 ημερ. 12.12.2016 όπου ειπώθηκαν τα ακόλουθα υπό του κ. Ναθαναήλ, Δ.: «Η καταγραφή από ένα πρωτόδικο Δικαστήριο της μαρτυρίας έστω κατά συνοπτικό τρόπο και η επ΄αυτής κατάληξη σε συμπεράσματα και ευρήματα αποτελεί την πεμπτουσία του δικαστικού έργου. Αυτό γιατί η αξιολόγηση και η καταγραφή ευρημάτων, υπό το φως πάντοτε και σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις, παρέχει κατά αντικειμενικό τρόπο εκείνη την αξιολογική κρίση του Δικαστηρίου που απευθύνεται στους διαδίκους, στους συνηγόρους τους και, σε περίπτωση έφεσης, στο ίδιο το εφετείο.» όπως επίσης στην πρόσφατη απόφαση Πατσαλίδης v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2017:B15, Ποιν. Έφεση Αρ.87/2015 ημερ. 20.01.2017 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα υπό του κ. Παμπαλλή, Δ.: «Αποτελεί υποχρέωση κάθε δικαστή να περιλαμβάνει, σε κάθε απόφαση του, τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία, που θα παρέχουν αφενός τη δυνατότητα αντίληψης του σκεπτικού της δικανικής κρίσης και αφετέρου την άσκηση του εφετειακού ελέγχου, όταν και εφόσον τούτο καταστεί αναγκαίο.») Ο κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε. 1) στη γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α ανέφερε ότι ήταν υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και από τον Μάιο του 2013 εργάζεται στο τμήμα ανακτήσεων (γνωστό ως Recoveries) της ενάγουσας στην Λάρνακα. Ασκώντας τα καθήκοντα του στο πιο πάνω τμήμα έγινε γνώστης του επίδικου λογαριασμού δανείου ο οποίος τέθηκε υπό παρακολούθηση από το τμήμα του ως προβληματικός λογαριασμός καθώς παρουσίαζε καθυστερήσεις και μη πληρωμές των συμφωνηθέντων δόσεων στην λήξη τους και χωρίς να υπάρχει ανταπόκριση του πελάτη στους όρους του δανείου και αυτά παρά τις οχλήσεις ή παραινέσεις του αρμόδιου καταστήματος όπου τηρείτο ο λογαριασμός. Έκανε αναφορά στους εναγόμενους και την ιδιότητα που είχαν όπως και στην λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Η γνώση του για τον εν λόγω λογαριασμό προέρχεται από μελέτη των εγγράφων του φακέλου του, ο οποίος βρίσκεται στην κατοχή του ως εκ της ιδιότητας του. Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει η σύναψη της επίδικης συμφωνίας παροχής δανείου τακτής προθεσμίας την 4.08.2008 στην εναγόμενη 1 για το ποσό των €120.000,00 με την εγγύηση των εναγομένων 2 έως και
  7. Το πιο πάνω ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμό που ανοίχθηκε προς τούτο με αριθμό 0557-13-003745 στον οποίο θα τηρούνταν όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις. Αναφέρθηκε τους όρους παροχής του εν λόγω δανείου, τον συμφωνηθέντα τόκο, στον τρόπο αποπληρωμής που είχε συμφωνηθεί που θα ήταν διά μηνιαίων δόσεων, τις εξασφαλίσεις με προσωπικές εγγυήσεις από πλευράς των εναγομένων 2 - 6 και την παροχή της υποθήκης Υ. 644/08 σε ακίνητο της εναγομένης
  8. Λόγω της παράβασης των όρων της συμφωνίας παροχής του δανείου με τη μη πληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων, ο εν λόγω λογαριασμός κατέστη μη εξυπηρετούμενος και προς τούτο ζητήθηκε με αποστολή επιστολών προς όλους τους εναγόμενους η πληρωμή του καθυστερημένου ποσού χωρίς να υπάρξει προς τούτο ανταπόκριση γι΄αυτό και με άλλη επιστολή τους, η οποία κοινοποιήθηκε προς όλους τους εναγόμενους, τερμάτισαν τη συμφωνία. Σε σχέση ειδικότερα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης 4 στο δικόγραφο της υποστήριξε ότι αυτοί είναι στο σύνολο τους αβάσιμοι. Οι επίδικες συμφωνίες καταρτίστηκαν για τους λόγους που εξηγεί, παραθέτοντας σχετικές αναφορές στα έγγραφα, με την ελεύθερη βούληση των εναγομένων, είναι έγκυρες, νόμιμες, ισχυρές και εκτελεστές, παράγουν δε πλήρη έννομα αποτελέσματα. Τα όσα δε εξ αντιθέτου υποστηρίζει για πρώτη φορά στην Υπεράσπιση της η εναγόμενη 4, είναι αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψεων και αποσκοπούν σε αλλότριο σκοπό δηλαδή την αποποίηση των συμβατικών της ευθυνών οι οποίες νόμιμα και δίκαια απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες. Κάνει αναφορά στο υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία του τερματισμού του διευκρινίζοντας και αναλύοντας το ποσοστό του τόκου που αξιώνεται. Οι ενάγοντες, κατέληξε, αξιώνουν από την εναγόμενη 4 αλληλέγγυα ή και κεχωρισμένως με τους εναγόμενους 1, 2, 3, 5 και 6, εναντίον των οποίων έχουν ήδη εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις, το ποσό των €155,254,40σ. πλέον τόκο προς 7,7170% όπως τον μειώνουν επί του ποσού των €154.361,00 από 28.01.2016 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30.06 και 31.
  9. κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης, πλέον τα έξοδα και Φ.Π.Α. Επεξήγησε πώς προκύπτουν τα ως άνω ποσά και το επιτόκιο που αξιώνεται παρέχοντας λεπτομέρειες και συσχετίζοντας τα με τα έγγραφα που διέπουν την εν λόγω συμφωνία δανείου για να απορρίψει αντίθετους ισχυρισμούς της εναγόμενης
  10. Για τους πιο πάνω λόγους, όπως τους επεξήγησε λεπτομερώς, εισηγήθηκε ότι η ανταπαίτηση της εναγομένης 4 πρέπει να απορριφθεί. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του ο μάρτυς κατάθεσε σειρά εγγράφων τα οποία είχαν υπογραφεί κατά τη σύναψη της συμφωνίας και της εγγύησης στα οποία αναφέρθηκε ειδικά και τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια 1 -
  11. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς διευκρίνισε ότι όσα γνωρίζει σε σχέση με την επίδικη συμφωνία τα γνωρίζει από τις καταγραφές στα έγγραφα του φακέλου και προέρχεται από την γνώση του της πρακτικής που ακολουθούσε η ενάγουσα κατά τη σύναψη τέτοιων συμφωνιών και τη λειτουργία τέτοιων λογαριασμών. Ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Μπορούσε να διαπιστώσει από αναφορές σε έγγραφα που τηρούνταν στο φάκελο του δανείου ότι υπήρχε προγενέστερη συνεργασία της ενάγουσας με την εναγόμενη 1 από την ημερομηνία σύναψης της επίδικης συμφωνίας. Σε υποβολή ότι η εναγόμενη 4 δεν είχε αποδεχθεί τους όρους της συμφωνίας που προνοούνταν για τους τόκους, ανέφερε ότι στην πρωτοφειλέτιδα είχε υποδειχθεί ο κατάλογος προμηθειών και χρεώσεων της Τράπεζας (Τεκμ. 3) και υπεγράφη δήλωση εκ μέρους της ότι έλαβε γνώση αυτού με τον οποίο και συμφώνησε. Παρόμοια, κατά την πρακτική που ακολουθούσε η τράπεζα γνώση αυτού έλαβε και η εναγόμενη
  12. Ανέφερε ότι το είδος και η διάκριση των συμφωνηθέντων τόκων είχαν επεξηγηθεί στους εναγόμενους και ο ορισμός τους αναγράφεται στην ίδια τη συμφωνία. Επεξήγησε, παρέχοντας σχετικές λεπτομέρειες, τον τρόπο που υπολογίζονται οι τόκοι. Διαφώνησε με υποβολή ότι υπήρχαν καταχρηστικοί όροι στην επίδικη συμφωνία με αναφορά στο περιεχόμενο της παρ. 5 (στ) του εγγυητήριου εγγράφου (Τεκμ. 5). Τέλος, επεξήγησε πως τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία και ότι ενημερώνονταν για τις καθυστερήσεις των λογαριασμών όχι μόνο γραπτώς αλλά και τηλεφωνικώς όλοι οι εναγόμενοι. Ο κ. Γ. Κωνσταντίνου (Μ.Ε.2), υπάλληλος της ενάγουσας, γνώριζε προσωπικά τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών (δανείου και εγγυήσεως). Στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), την οποία υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστήριξε ότι είχε αναλάβει την αξιολόγηση του αιτήματος της εναγόμενης 1 για τη χορήγηση του επίδικου δανείου και είχε το χειρισμό του μέχρι και τον τερματισμό του και τη μεταφορά του στο τμήμα ανακτήσεων της ενάγουσας. Κατάθεσε την αίτηση της εναγόμενης 1 για τη χορήγηση του επίδικου δανείου στην οποία συμπεριλαμβάνονται και οι εξασφαλίσεις που οι εναγόμενοι προσέφεραν με σκοπό την έγκριση της αιτούμενης δανειοδότησης (Τεκμ. 16). Κατάθεσε ως Τεκμ. 17 την ενυπόγραφη βεβαίωση της εναγόμενης 4 με ημερομηνία 4.08.2008 με την οποία η ίδια βεβαιώνει ότι παρέλαβε την απόφαση της ενάγουσας να εγκρίνει τη χορήγηση του επίδικου δανείου με τις εξασφαλίσεις που οι ίδιοι οι εναγόμενοι πρόσφεραν που είναι το Τεκμ.
  13. Ο μάρτυς απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς της εναγόμενης 4 ότι ουδέποτε εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 ή ότι και αν υπέγραψε αυτό έγινε χωρίς επίγνωση του τι υπέγραφε ή ότι η υπογραφή της εξασφαλίστηκε κατόπιν αθέμιτης επιρροής ή συνεπεία δόλου, απάτης, απόκρυψης ουσιώδους περιστατικού και ψευδών παραστάσεων και αυτό καταδεικνύεται από τα υπογραφέντα έγγραφα εκ μέρους της στα οποία έκανε αναφορά και τα οποία καταδεικνύουν τη γνώση της για όσα υπέγραφε, η γνώση της δε καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι και η ίδια προσωπικά είχε στο παρελθόν εξασφαλίσει παρόμοιες διευκολύνσεις από την ενάγουσα. Περαιτέρω ο μάρτυς έκανε ειδικότερη αναφορά, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της εναγόμενης 4, σε σχέση με τις εγγυητικές επιστολές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ και τον καταθετικό λογαριασμό του εναγόμενου 2 που προσφέρθηκαν από τον εναγόμενο 2 στους ενάγοντες ως περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση του επίδικου δανείου και απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι αυτές κάλυπταν πλήρως τις οφειλές της εναγόμενης 1 από την επίδικη συμφωνία δανείου. Προς τούτο έκανε συγκεκριμένη αναφορά σε κάθε μια από αυτές και τι αυτές εξασφάλιζαν, ισχυριζόμενος ότι αυτές διατέθηκαν έναντι προγενέστερων υποχρεώσεων τις οποίες επίσης εξασφάλιζαν. Αρνήθηκε ότι έγιναν οποιεσδήποτε παραστάσεις από την ενάγουσα προς την εναγόμενη 4 ή ανέφεραν ή υποσχέθηκαν σε αυτή ότι η εγγύηση που δόθηκε από την ίδια ήταν τυπική και ότι δεν θα ευθυνόταν προς την ενάγουσα για την αποπληρωμή του επίδικου δανείου ενόψει του ότι κατά τον ισχυρισμό της οι προαναφερόμενες εξασφαλίσεις που προσφέρθηκαν από τον εναγόμενο 2 κάλυπταν το σύνολο της οφειλής της εναγόμενης
  14. Οι επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού ταχυδρομήθηκαν από το αρμόδιο τμήμα της ενάγουσας στις διευθύνσεις των εναγομένων και αυτές δεν επιστράφηκαν πίσω. Τέλος, ανέφερε ότι όσα προβάλλει σήμερα η εναγόμενη 4 περί μη δεσμευτικότητας, ακυρότητας ή παρανομίας της επίδικης συμφωνίας εγγύησης και οι ισχυρισμοί της περί ψευδών παραστάσεων από πλευράς της ενάγουσας, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της εναγόμενης 4 οι οποίες προβάλλονται για να αποφύγει συμβατικές της υποχρεώσεις. Ο μάρτυς παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του χωρίς να διαφοροποιηθεί καθόλου από τα πιο πάνω. Υποστήριξε ότι για τις πράξεις που έγιναν σε σχέση με τις εξασφαλίσεις που υπήρχαν και για τον επίδικο λογαριασμό υπεύθυνο ήταν το τμήμα των ανακτήσεων (recoveries) και ότι ο ίδιος δεν ήξερε πως χειρίστηκαν το ζήτημα μετά τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Συμφώνησε με υποβολή ότι αν αυτές οι εξασφαλίσεις είχαν χρησιμοποιηθεί για σκοπούς άλλων λογαριασμών, τότε αυτές δεν εξασφαλίζουν πλέον τον επίδικο λογαριασμό. Ανατρέχοντας σε έγγραφα του φακέλου που τηρείται για τον επίδικο λογαριασμό δανείου υποστήριξε ότι δεν υπήρξαν άλλες περαιτέρω εξασφαλίσεις κατά τη διάρκεια λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού πέραν των αρχικών εξασφαλίσεων. Η γενική αντίληψη του ήταν ότι δεν είχαν παραβλαφθεί δικαιώματα της εναγόμενης 4 με το χειρισμό των εξασφαλίσεων του επίδικου δανείου που έγινε από το τμήμα των Recoveries. Επέμεινε ότι η εναγόμενη 4 με ελεύθερη βούληση της υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης και ότι δεν υπήρχαν άλλες εξασφαλίσεις πλην όσων αναγράφονται στην κοινοποίηση και ότι η συμφωνία τερματίστηκε νομότυπα. Η κα Λία Λοϊζίδου (Μ.Ε.3), υπάλληλος της ενάγουσας όπως και κατά τον επίδικο χρόνο ισχυρίστηκε ότι στην παρουσία της στην τράπεζα υπογράφτηκε η επίδικη συμφωνία δανείου και η συμφωνία εγγύησης. Αναγνώρισε τις υπογραφές της στην επίδικη συμφωνία που αφορούσε δάνειο προς την εναγόμενη 1 ύψους €120.000,00 (Τεκμ. 2), στο έγγραφο (Τεκμ. 3) που ήταν ο κατάλογος προμηθειών και χρεώσεων της ενάγουσας στη συμφωνία εγγύησης (Τεκμ. 5) κάτι που καταδεικνύει ότι οι εγγυητές υπέγραψαν στην παρουσία της. Διαφώνησε σε σειρά υποβολών που αφορούσαν τις θέσεις της εναγόμενης 4 ότι δηλαδή αυτή εξαπατήθηκε από την ενάγουσα ή ότι της απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία την επηρέασαν κατά την άσκηση της κρίσης της σε σχέση με το τι υπέγραφε και συγκεκριμένα ότι της απέκρυψαν συγκεκριμένες εγγυητικές επιστολές οι οποίες υπήρχαν για το επίδικο δάνειο κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Ο κ. Ηλίας Κουσιάππας (Μ.Ε.4), ανέφερε στην γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ), την οποία υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι διετέλεσε για πολλά χρόνια υπάλληλος της ενάγουσας και τον Μάρτιο του 2010 εκτελούσε καθήκοντα διευθυντή στο τμήμα ανακτήσεων στην Λάρνακα στο οποίο υπηρέτησε μέχρι και την πρόωρη αφυπηρέτηση του την 31.01.
  15. Έκανε αναφορά στο είδος των υποθέσεων που χειρίζονταν στο τμήμα του και στα καθήκοντα που εκτελούσε από τη θέση του διευθυντή στο εν λόγω τμήμα. Αναγνώρισε τα έγγραφα που είχαν ήδη κατατεθεί ως τεκμήρια και στα οποία κάνει αναφορά στη δήλωση του. Υποστήριξε ότι οι εξασφαλίσεις πέραν των προσωπικών εγγυήσεων (Τεκμ. 2 και 5), όπως ήταν η υποθήκη Υ. 644/08 (Τεκμ. 6), το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης (Τεκμ. 7), η δέσμευση καταθέσεως λογαριασμού στο όνομα του εναγόμενου 2 για ποσό €8.543,00 και οι δύο εγγυητικές επιστολές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ με αιτητή τον εναγόμενο 2 και προς όφελος της ενάγουσας, εξασφάλιζαν και τις άλλες υποχρεώσεις και πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν χορηγηθεί από την ενάγουσα στην εναγόμενη
  16. Αναφέρθηκε ειδικά τι εξασφάλιζαν οι εγγυητικές επιστολές και ποια ήταν εν τέλει η τύχη τους. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι η αντικατάσταση των εγγυητικών επιστολών έγινε μετά την υπογραφή του εγγυητήριου εγγράφου. Ο μάρτυς διαφώνησε με εισήγηση ότι είχε καθήκον η ενάγουσα να ενημέρωνε τους εγγυητές σε περίπτωση που γινόταν τροποποίηση στις εγγυητικές όπως και όταν δεν είχαν προχωρήσει με την εξαργύρωση των εγγυητικών επιστολών αναφέροντας ότι αυτό εξαρτάται από το είδος της εξασφάλισης λέγοντας ότι κατά την άποψη του δεν είχε συμβατική υποχρέωση να ενημερώσει την εγγυήτρια. Ο λόγος της μη εξαργύρωσης των εγγυητικών επιστολών συνοψίζεται στα ακόλουθα που προέκυψαν κατά την αντεξέταση του: «Ε. Εσείς συμφωνείτε μαζί μου ότι δεν προχωρήσατε με την εξαργύρωση, σωστά; Γιατί δεν προχωρήσατε; Α. Γιατί υπήρχε η υπόσχεση και το αναφέρω και στη δήλωση μου, για εξασφάλιση χρηματοδότησης από άλλη τράπεζα, με εξασφάλιση των εγγυητικών επιστολών που είχαμε στην κατοχή μας, για το σύνολο των υποχρεώσεων, οι οποίες δεν καλύπτονταν από το σύνολο των εγγυητικών επιστολών. Άρα, η εξασφάλιση των συμφερόντων της τράπεζας κατά την άποψη μου, θα ήταν καλύτερη, αν δεν προέβαινα στην εξαργύρωση των εγγυητικών επιστολών και έδινα χρόνο στον Εναγόμενο 2, να προχωρήσει με χρηματοδότηση από άλλη τράπεζα και εξόφληση του συνόλου του δανείου της, προς την Τράπεζα Κύπρου.» Στη συνέχεια δόθηκε πάνω στο ίδιο θέμα η ακόλουθη απάντηση: «Ε. Σας υποβάλλω επίσης ότι είχατε την υποχρέωση να ζητήσετε τη συναίνεση της Εναγόμενης 4 για να προχωρήσετε σ΄αυτόν τον διακανονισμό. Α. Διαφωνώ, οι εγγυητικές ήταν σε όφελος της και δικαιούχος ήταν η Τράπεζα Κύπρου και μπορούσα να τις χρησιμοποιώ, κατά την κρίση μου.» Ο μάρτυς ανέφερε προς επίρρωση της πιο πάνω αντίληψης του ότι είχε κάθε λόγο να παράσχει πίστωση χρόνου στους εναγόμενους για να εξασφαλίσουν άλλη χρηματοδότηση προς εξόφληση των χρηματοδοτήσεων που τους παρέσχε η ενάγουσα, καθώς, πέραν των όσων τους έλεγε και διαβεβαίωνε ο εναγόμενος 2 περί εξασφάλισης νέας χρηματοδότησης τους, το κλίμα όπως το αντιλαμβανόταν ο ίδιος στην αγορά τότε ήταν τέτοιο που του επέτρεπε να πιστεύει ότι θα μπορούσε η εναγόμενη 1 να είχε εξασφαλίσει άλλη χρηματοδότηση από άλλο τραπεζικό ίδρυμα προς εξόφληση όλων των υποχρεώσεων της προς την ενάγουσα. Πέραν δε αυτού υπήρχαν συνεχείς καταθέσεις όπως φαίνεται και στον τρεχούμενο λογαριασμό κάτι που έδειχνε ότι οι εργασίες της έβαιναν καλώς και αυτά παρόλο που δεν κατατέθηκε οποιονδήποτε ποσό έναντι του επίδικου δανείου. Συγκεκριμένα επί αυτού έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Οι καταθέσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό, δείχνουν ότι η εταιρεία είναι ακόμα active και έχει τη δυνατότητα να καλύψει τις υποχρεώσεις της σε βάθος χρόνου.» Και στη συνέχεια: « E. Αλλά επειδή κατατέθηκαν στον τρεχούμενο λογαριασμό, θεωρήσετε ότι δεν παρουσίαζε τελικά προβλήματα; A. Ήταν μετά τον τερματισμό, η εταιρεία επαναδραστηριοποιήθηκε και προσπάθησε να δείξει την ικανότητα της, αποπληρώνοντας τις υποχρεώσεις της, τόσο προς την Τράπεζα Κύπρου, όσο και προς άλλα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία αποτάθηκε.» Στη συνέχεια της αντεξέτασης του προέκυψε ότι η ενάγουσα όταν μετά τον Μάιο του 2011 διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος 2 και διευθυντής της εναγόμενης 1 αθέτησε τις υποσχέσεις του και δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του έλαβαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του δεσμεύοντας του ικανή ακίνητη περιουσία και πέραν αυτού εξασφάλισαν και διάταγμα (Interim Order) δεσμεύοντας του περιουσία. Η εναγόμενη 4 παρουσίασε ως μοναδικό μάρτυρα της τον κ. Γεώργιο Γεωργίου (Μ.Υ.), Επαρχιακό Ταχυδρομικό Λειτουργό, ο οποίος εργάζεται στο Επαρχιακό Ταχυδρομικό Γραφείο στην Λάρνακα. Κλήθηκε για να παρουσιάσει τον «Οδηγό με τους Ταχυδρομικούς Κώδικες» ο οποίος συμπεριλαμβάνει όλους τους ταχυδρομικούς κώδικες της Κύπρου. Ανέφερε ότι στην Επαρχία Λάρνακας υπάρχουν διάφορες οδοί που έχουν το όνομα «Θεσσαλονίκης» τον αριθμό των οποίων δεν μπορούσε όμως χωρίς έλεγχο να προσδιορίσει επακριβώς. Στην πόλη της Λάρνακας υπάρχει μόνο μια οδός με το όνομα «Θεσσαλονίκης» της οποίας ο Ταχυδρομικός Κώδικας είναι
  17. Κατάθεσε ως Τεκμ. 29 τη σχετική σελίδα από τον εν λόγω οδηγό όπου φαίνονται οι οδοί κατά αλφαβητική σειρά της πόλης της Λάρνακας η οποία όπως τιτλοφορείται περιλαμβάνει και την Αραδίππου, Μενεού, Ορόκλινη και Τουριστική Περιοχή Ορόκλινης και Πύλας. Στο Τεκμ. 29 δίπλα από την ονομασία «Θεσσαλονίκης» στην Λάρνακα υπάρχει η λέξη Λεωφόρος. Όταν του υποδείχθηκε η επιστολή τερματισμού (Τεκμ.10), ανέφερε ότι η επιστολή αυτή με τη διεύθυνση και τον Κωδικό που αναγράφει σε αυτή θα πρέπει να είχε πάει στην οδό Θεσσαλονίκης 38 στην Αραδίππου και όχι στην Λάρνακα. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς σε ερώτηση αν είναι σε θέση να πει αν η επιστολή (Τεκμ.10), παραλήφθηκε από την κα Γιούλικα Μανέντζου (εναγόμενη 4), στην οποία απευθύνεται, ανέφερε επί λέξει: «Εγώ δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη, γιατί είναι απλή επιστολή, η οποία παραλαμβάνεται από τον ταχυδρομικό διανομέα και μπαίνει στο κουτί, δεν λειτουργούμε με ονόματα στο Ταχυδρομείο, αλλά με διευθύνσεις.» ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους, στο γραπτό κείμενο, με το οποίο είχαν την καλοσύνη να με εφοδιάσουν, κάνουν αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προέκυψαν από τη μαρτυρία και σε νομική επιχειρηματολογία που κατά την άποψη τους βοηθά και υποστηρίζει τις θέσεις τους. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και θα πρέπει να πω ότι ήταν πολύ εμπεριστατωμένες και υποβοηθητικές στο Δικαστήριο. Σε σημεία τόσο της ανάλυσης που κάνουν όσο και στη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψαν θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο σημείο της απόφασης μου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατάθεσαν τόσο για την ενάγουσα όσο και αυτού της εναγομένης στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,

(1999)1 ΑΑΔ σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Για τον τρόπο αντίκρισης μιας μαρτυρίας έχω περαιτέρω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Λαμβάνω επίσης υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 ΑΑΔ 339 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.,
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: «... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Στην υπόθεση Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω την σύγκριση και αντιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή, και σε συσχετισμό ασφαλώς με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson on Evidence 14η έκδοση
(1990)Παρ. 12 - 20 και Λάρκου κ.α. v. Παναγή,
(1996)1 ΑΑΔ 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447). Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τη μαρτυρία, κατά τον τρόπο βέβαια που η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε, και τις θέσεις ή απόψεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία προβαίνω αμέσως στη συνέχεια. Θα ξεκινήσω με την παράθεση της γενικής αντίληψης που αποκόμισα για κάθε ένα από τους μάρτυρες και στη συνέχεια θα προχωρήσω στην ανάλυση των διαφόρων πτυχών της υπόθεσης στη βάσει αυτής της μαρτυρίας και στη συνέχεια θα εξετάσω τη νομική της διάσταση. Οι μάρτυρες οι οποίοι κατάθεσαν από πλευράς της ενάγουσας (Μ.Ε.1,2,3 και 4) μου προκάλεσαν εξαιρετική εντύπωση και κρίνονται ως μάρτυρες της αλήθειας. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης τους δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία τους και όσα ανάφεραν ή επεξήγησαν προέρχονταν είτε από την προσωπική τους γνώση λόγω χειρισμού από τους ίδιους διαφόρων ζητημάτων κατά τον επίδικο χρόνο σύναψης των επίδικων συμφωνιών ή σε άλλη χρονική περίοδο που ενδιαφέρει, όπως για παράδειγμα όταν στάλθηκαν οι προειδοποιητικές επιστολές ή αυτές για τον τερματισμό της συμφωνίας είτε από τα έγγραφα - τεκμήρια τα οποία κατάθεσαν. Δεν διέκρινα ότι διακατέχονταν από οποιανδήποτε εμπάθεια ή από προσωπικό συμφέρον (βλ. Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελ. 333). Οι απαντήσεις που έδιδαν ήταν πειστικές και σε καμιά περίπτωση δεν διέκρινα τάση υπεκφυγής, απαντούσαν τεκμηριωμένα και η μαρτυρία τους διεπόταν από ευθύτητα, σταθερότητα και φυσικότητα. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία τους για την εξαγωγή των δικών μου συμπερασμάτων. Η μαρτυρία του κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1), περιστράφηκε ουσιαστικά στα όσα ο ίδιος γνώριζε και είχε μελετήσει από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του και αφορούσαν τις επίδικες συμφωνίες. Εφόσον δεν ήταν παρών όταν αυτές είχαν συναφθεί όσα γνώριζε ήταν από τις αναφορές ή παραδοχές στα έγγραφα του φακέλου και υπέθεσε ότι τηρήθηκαν με βάσει τη πρακτική που ακολουθείται από τις τράπεζες κατά τη σύναψη τέτοιων συμφωνιών. Δέχομαι τα όσα ανέφερε σε σχέση με το σημερινό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού όπως και το επιτόκιο που αξιώνεται και πως αυτά έχουν προκύψει. Δέχομαι επίσης τα όσα ανέφερε σε σχέση με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και ότι για τις καθυστερήσεις ενημερώνονταν όλοι οι εναγόμενοι τόσο γραπτώς όσο και μέσω τηλεφώνου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του κ. Γ. Κωνσταντίνου (Μ.Ε.2), όπως και της κας Λ. Λοϊζίδου (Μ.Ε.3). Ήταν αυτοί που ήταν άμεσα αναμεμειγμένα εκ μέρους της ενάγουσας στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών (δανείου και εγγυήσεων) ως τεκμηριωμένη καθώς οι αναφορές τους βασίζονταν τόσο σε προσωπική τους γνώση λόγω της εμπλοκής τους κατά τη σύναψη των συμφωνιών αλλά και αργότερα όσο και σε έγγραφα. Ο κ. Γ. Κωνσταντίνου ήταν αυτός που είχε αξιολογήσει την αίτηση της εναγομένης 1 για τη χορήγηση του επίδικου δανείου και αυτός που είχε τον χειρισμό του δανείου από της έγκρισης του και την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών μέχρι και τον τερματισμό του και τη μεταφορά του στη συνέχεια στο τμήμα ανακτήσεων. Αποδέχομαι τη θέση του ότι τα υπογραφέντα έγγραφα από την εναγόμενη 4 καταδεικνύουν την επίγνωση της για όσα υπέγραφε και ότι οι δηλώσεις της σε αυτά καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς της περί αθέμιτης επιρροής, δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων ή απόκρυψης ουσιώδους περιστατικού και προς τούτο επικαλέστηκε εμπειρία της στη σύναψη παρόμοιων συμφωνιών εφόσον έτυχε παρόμοιων προσωπικών διευκολύνσεων από την ενάγουσα στο παρελθόν. Δέχομαι τη θέση του ότι η εναγόμενη 4 προχώρησε στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης με ελεύθερη βούληση και αφού γνώριζε πολύ καλά το σκοπό για τον οποίο υπέγραφε την εν λόγω συμφωνία και ότι επρόκειτο να εγγυηθεί το σύνολο των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 που απορρέουν από την επίδικη συμφωνία δανείου. Δέχομαι επίσης τη θέση του περί ενημέρωσης της από τον ίδιο πριν την υπογραφή της για τη σημασία και τις υποχρεώσεις που αναλάμβανε με την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης όπως αυτές εξάλλου αναγράφονται στη ίδια τη συμφωνία. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, περί εξασφάλισης προηγούμενων διευκολύνσεων της εναγομένης 1 με τις εγγυητικές επιστολές που προσφέρθηκαν από τον εναγόμενο 2, θέση η οποία επίσης τεκμηριώνεται και συνάδει με τα παρουσιασθέντα έγγραφα στα οποία έκανε ειδική αναφορά. Δέχομαι επίσης ότι τα ποσά των εγγυητικών αυτών επιστολών δεν κάλυπταν πλήρως τις οφειλές της εναγομένης 1 και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να της είχε δοθεί οποιαδήποτε διαβεβαίωση περί τυπικής εγγύησης της. Δέχομαι επίσης τη θέση του περί ταχυδρόμησης των προειδοποιητικών επιστολών και αυτών περί τερματισμού από το αρμόδιο τμήμα της ενάγουσας και ότι αυτές δεν επιστράφηκαν πίσω. Η κα Λ. Λοϊζίδου (Μ.Ε. 3) παρευρέθηκε στη σύναψη των συμφωνιών δανείου και εγγύησης και επιμαρτύρησε τις υπογραφές των συμβαλλομένων οι οποίοι υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα στην παρουσία της κάτι που της επέτρεψε να διαφωνήσει με σειρά υποβολών εκ μέρους της εναγόμενης 4 σε σχέση με ό,τι καταλογίζεται στην ενάγουσα ότι δηλαδή άσκησε στην εναγόμενη 4 αθέμιτη επιρροή ενήργησε με δόλο, απάτη, και απέκρυψε ουσιώδες περιστατικό και προέβη σε ψευδείς παραστάσεις προς την εναγόμενη 4 . Παρόμοια με τους πιο πάνω μάρτυρες αντικρίζω και τη μαρτυρία του κ. Η. Κουσιάππα (Μ.Ε.4), ο οποίος έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις εγγυητικές τραπεζικές επιστολές που είχε παραχωρήσει ο εναγόμενος 2, πότε αυτές παραχωρήθηκαν και τι ποσά κάλυπταν αυτές και πότε, πως και γιατί έληξαν αφού εμπιστεύτηκε τα λεγόμενα του εναγόμενου
  1. Δέχομαι όμως παράλληλα ότι η ενάγουσα δεν έμεινε αδρανής όταν διαπίστωσε ότι δεν θα τηρούσε τις υποσχέσεις του ο εναγόμενος 2 και έλαβε μέτρα εναντίον του εξασφαλίζοντας περαιτέρω δεσμεύσεις επί της περιουσίας του. Ο κ. Γ. Γεωργίου (Μ.Υ.) κρίνεται ως αντικειμενικός μάρτυρας ο οποίος ως δημόσιος λειτουργός εξήγησε με ευκρίνεια στο Δικαστήριο τα περί των ταχυδρομικών κωδίκων που χρησιμοποιούνται από τα Κυπριακά Ταχυδρομεία για κάθε οδό και πως διανέμονται οι επιστολές από τους ταχυδρομικούς λειτουργούς. Η σημασία της μαρτυρίας του για το επίδικο ζήτημα της αποστολής και παραλαβής από την εναγόμενη 4 των προειδοποιητικών επιστολών και της επιστολής τερματισμού της επίδικης συμφωνίας (Τεκμ. 8,9 και 10) θα αναλυθεί σε άλλο σημείο της απόφασης μου στη συνέχεια. Επανέρχομαι στη λεπτομερή πλέον αξιολόγηση και ανάλυση της μαρτυρίας με την εξαγωγή των απαραίτητων πλέον συμπερασμάτων μου. Ο κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1), έκανε αναφορά στους εναγόμενους και την ιδιότητα με την οποία αυτοί ενάγονται. Αναφέρθηκε στις δηλώσεις τους προς την ενάγουσα οι οποίες καταγράφονται στις επίδικες συμφωνίες και οι οποίες αφορούν τη διεύθυνση διαμονής που οι ίδιοι δήλωσαν κατά το χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών. Παράλληλα παρουσίασε στο Δικαστήριο πρόσφατη ηλεκτρονική έρευνα της ενάγουσας από το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη (Τεκμ. 1), από την οποία φαίνεται μεταξύ άλλων ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 1 είναι στην οδό Αμοργού 3, 6036 Λάρνακα, δηλαδή στη διεύθυνση που οι ίδια διά του διευθυντή της εναγόμενου 2 είχε δηλώσει στη Συμφωνία Δανείου (Τεκμ. 2) στην οποία αποστάληκαν τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές όσο και η επιστολή τερματισμού. Η ως άνω μαρτυρία του κ. Μ. Σωφρονίου σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν αμφισβητήθηκε και ως εκ τούτου παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο ίδιος πιο πάνω μάρτυρας έκανε αναφορά και στο συμβατικό πλαίσιο του επίδικου δανείου καθώς και στις εξασφαλίσεις που εξασφαλίζουν την επίδικη διευκόλυνση, καταθέτοντας προς τούτο τα σχετικά έγγραφα και συμφωνίες που είχε στην κατοχή του. Διευκρίνισε στο στάδιο της αντεξέτασης του ότι δεν ήταν παρών κατά το χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών και περαιτέρω επεσήμανε ότι, ως προκύπτει από το φάκελο που είχε στην κατοχή του, υπάρχουν και διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν από την ενάγουσα στην εναγόμενη 1 προ της υπογραφής του επίδικου δανείου. Σημείωσε δε ότι, όπως προκύπτει από το φάκελο που τηρεί η ενάγουσα για αυτήν την υπόθεση, οι εξασφαλίσεις που δόθηκαν σε σχέση με το επίδικο δάνειο είναι αυτές που φαίνονται στην απόφαση/κοινοποίηση της ενάγουσας (Τεκμ. 4), ενώ από τα έγγραφα που διατηρεί στο φάκελο της η ενάγουσα δεν προκύπτει να προστέθηκαν ή αφαιρέθηκαν οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις και ότι αυτές είναι όσες αναφέρονται στο Τεκμ.
  2. Περαιτέρω ο ίδιος μάρτυς αναφέρθηκε στον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων της ενάγουσας (Τεκμ. 3) και, απαντώντας σε σχετική υποβολή, ανέφερε ότι η πρακτική της ενάγουσας, όπως ήταν σε θέση να την γνωρίζει, ήταν να κοινοποιεί σε όλους τους οφειλέτες τους Καταλόγους Προμηθειών και Χρεώσεων. Στην προκείμενη περίπτωση, ως ανέφερε, ο Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων υπογράφτηκε από την εναγόμενη 1 πρωτοφειλέτιδα αλλά ως η πρακτική που ακολουθεί η ενάγουσα στα πλαίσια χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων, ο επίδικος Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων (Τεκμ. 3), θα πρέπει να υποδείχθηκε και στους υπόλοιπους εναγόμενους. Αυτό εξάλλου επιβεβαιώθηκε και από τον κ. Γ. Κωνσταντίνου (Μ.Ε.2), ο οποίος είχε εξηγήσει στην εναγόμενη 4 τι υπέγραφε και της είχε δώσει αντίγραφα των εγγράφων που αφορούσαν τη σύναψη του δανείου και της εγγύησης της. Στο στάδιο της αντεξέτασης του κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1), του υποδείχθηκε ο όρος 5 (στ) της Συμφωνίας Εγγύησης (Τεκμ. 5) και του υποβλήθηκε ότι ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός, θέση με την οποία ο μάρτυς διαφώνησε. Ο κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1), έκανε αναφορά και για τις καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του δανείου και για τον τερματισμό της επίδικης διευκόλυνσης με αναφορά στις επιστολές των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 28.04.2010 (Τεκμ. 8), 31.05.2010 (Τεκμ. 9) και 03.08.2010 (Τεκμ. 10). Σε σχέση με αυτά τα τεκμήρια ανέφερε ότι οι εν λόγω επιστολές ουδέποτε επεστράφησαν και κατ επέκταση απέρριψε τους ισχυρισμούς περί παράνομου ή αντικανονικού τερματισμού. Θέση του ήταν ότι αυτές στάλθηκαν στους εναγόμενους και ότι δεν υπήρξε παράνομος ή αντικανονικός τερματισμός, αποτελούν θέσεις που δεν αμφισβητήθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασης του ως άνω μάρτυρος και οι οποίες ουσιαστικά παρέμειναν αναντίλεκτες.\ Αντεξεταζόμενος ο κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1), ανέφερε ότι οι καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του επίδικου δανείου φαίνεται να άρχισαν πριν από τις 28.04.2010, δηλαδή πριν από την ημερομηνία αποστολής της επιστολής (Τεκμ. 8). Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η ενάγουσα παρέβηκε νομική υποχρέωση της αφού παρέλειψε να ενημερώσει την εναγόμενη 4 μόλις υπήρξε καθυστέρηση 3 δόσεων του επίδικου δανείου και η θέση αυτή του δικηγόρου της υπεράσπισης στηρίχθηκε στο ότι εάν πράγματι είχαν σταλεί τέτοιες ενημερωτικές επιστολές τότε θα παρουσιάζονταν στο Δικαστήριο. Απορρίπτοντας την υποβολή αυτή ο μάρτυς ανέφερε ότι για τις καθυστερήσεις του επίδικου δανείου πριν από την επιστολή ημερομηνίας 28.04.2010 οι οφειλέτες, όπως και η εναγόμενη 4, ενημερώνονταν από τον λειτουργό που είχε το χειρισμό του επίδικου δανείου και ανέφερε με βεβαιότητα ότι πριν από την αποστολή της εν λόγω επιστολής υπήρξαν προειδοποιήσεις σε αυτούς για την υπερημερία στην αποπληρωμή των δόσεων οι οποίες εάν δεν έγιναν γραπτώς σίγουρα έγιναν τηλεφωνικά από τον εν λόγω λειτουργό. Ο κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1), παρουσίασε περαιτέρω τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού (Τεκμ. 14), τις οποίες ο ίδιος εκτύπωσε, έλεγξε και επιβεβαίωσε ότι είναι ορθές και σύμφωνες με το Τραπεζικό Βιβλίο της ενάγουσας. Έκανε επίσης αναφορά στο επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού. Ειδικότερα, ως ανέφερε και ως άλλωστε προκύπτει από τη Συμφωνία Δανείου, το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού ήταν κυμαινόμενο και αποτελείτο από το επιτόκιο έξι μηνών Euribor, το οποίο κατά τον χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας Δανείου ανερχόταν σε 5,149% πλέον περιθώριο 2,250%. Συνολικά δηλαδή, κατά το χρόνο υπογραφής, το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού ήταν 7,399%. Εξήγησε το ποσοστό επιτοκίου που διεκδικεί σήμερα η ενάγουσα δηλαδή 7,7170%, αναφέροντας ότι κατά το χρόνο τερματισμού δηλαδή στις 03.08.2010, ο επίδικος λογαριασμός χρεωνόταν με επιτόκιο 7,7170% το οποίο αποτελείτο από το επιτόκιο έξι μηνών Euribor που τότε ήταν 0,967%, πλέον περιθώριο 4,75%, πλέον επιτόκιο υπερημερίας 2%. Προς επιβεβαίωση του διεκδικούμενου επιτοκίου (7,7170%), παρουσίασε τη σχετική κατάσταση τελευταίας αλλαγής του επιτοκίου Euribor 6 μηνών που ίσχυε κατά το χρόνο τερματισμού (Τεκμ. 11) και στη βάση αυτής επιβεβαίωσε ότι το ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών Euribor που ίσχυε όταν το επίδικο δάνειο τερματίστηκε στις 03.08.2010 ήταν 0,967%. Από την άλλη σε ότι αφορά το ποσοστό περιθωρίου που ίσχυε κατά τον τερματισμό, δηλαδή 4,75%, διευκρίνισε ότι: «αρχικά επήλθε αύξηση του περιθωρίου από 2,250% (συμβατικό) σε 3,75% σύμφωνα με επιστολή της ενάγουσας προς την εναγόμενη 1 ημερομηνίας 26.01.2009 την οποία έχω στην κατοχή μου και καταθέτω ως Τεκμήριο
  3. Ως προκύπτει από την εν λόγω επιστολή, η αύξηση κατά 1,50% του περιθωρίου του επίδικου δανείου οφειλόταν στις αλλαγές των συνθηκών της αγοράς και στην επιδείνωση της παγκόσμιας οικονομικής κατάστασης, οι οποίες επηρέασαν τις συνθήκες της ευρύτερης χρηματοοικονομικής αγοράς μέσα στην οποία λειτουργεί και η Τράπεζα Κύπρου. Αποτέλεσμα της προαναφερθείσας περιγραφόμενης κατάστασης ήταν η σημαντική αύξηση του κόστους του χρήματος τόσο στην Κυπριακή όσο και στη Διεθνή αγορά με αποτέλεσμα αυτό να αναγκάσει τους Ενάγοντες να αυξήσουν τα περιθώρια όλων των επιχειρηματικών χορηγήσεων (δανείων και τρεχούμενων) που ήταν συνδεδεμένα με το Euribor / Libor, μεταξύ των οποίων και το επίδικο περιθώριο, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 της Συμφωνίας Δανείου. Επίσης, το περιθώριο του επίδικου λογαριασμού αυξήθηκε περαιτέρω κατά 1% (δηλαδή αυξήθηκε από 3,75% σε 4,75%) σύμφωνα με επιστολή των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους 1 ημερομηνίας 24.04.2009 την οποία έχω στην κατοχή μου και καταθέτω ως Τεκμήριο
  4. Ως προκύπτει από την εν λόγω επιστολή, οι αλλαγές στις συνθήκες της αγοράς και η περαιτέρω επιδείνωση της παγκόσμιας οικονομικής κατάστασης επηρέασαν τις συνθήκες της ευρύτερης χρηματοοικονομικής αγοράς στην οποία λειτουργεί η Τράπεζα Κύπρου. Αποτέλεσμα της προαναφερθείσας περιγραφόμενης κατάστασης ήταν η μείωση της βάσης τιμολόγησης των χορηγήσεων (βασικό επιτόκιο / Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας / Euribor / Libor), χωρίς την ανάλογη μείωση του κόστους του χρήματος. Αυτό ανάγκασε τους Ενάγοντες να αυξήσουν τα περιθώρια των δανείων που ήταν συνδεδεμένα με Libor, μεταξύ των οποίων και το επίδικο περιθώριο, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 της Συμφωνίας Δανείου». Ανέφερε ότι από την ημερομηνία τερματισμού την 03.08.2010 και μετέπειτα το επιτόκιο του λογαριασμού αυξήθηκε από 5,7170% σε 7,7170%. Ως εξήγησε ο κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1), η αύξηση αυτή του επιτοκίου οφείλεται στην χρέωση επιπρόσθετου τόκου υπερημερίας (2%), το οποίο εφαρμόστηκε στον επίδικο λογαριασμό από την ημερομηνία τερματισμού και μετέπειτα και το οποίο αντανακλά τον τόκο υπερημερίας ως εύλογη αποζημίωση λόγω της καθυστέρησης αποπληρωμής του δανείου από μέρους των εναγομένων. Όπως δε ανέφερε περαιτέρω το εν λόγω ποσοστό υπερημερίας προς 2% αποτελεί το ανάλογο επιτόκιο που υπέστη η Τράπεζα Κύπρου ως ζημιά αφού, μεταξύ άλλων, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει άλλα κεφάλαια για να καλύψει τα ποσά που οφείλει στους δικούς της δανειστές αλλά και για να αποπληρώσει και η ίδια τα καταθετικά επιτόκια των καταθετών. Στην αντεξέταση του ο μάρτυς έκανε αναφορά στο επιτόκιο 6 μηνών Euribor με το οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός. Ανέφερε σε σχέση με αυτό ότι το εν λόγω επιτόκιο είναι κυμαινόμενο, εξήγησε τα διάφορα είδη Euribor που υπάρχουν καθώς επίσης και τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι διάφορες μεταβολές στην εκάστοτε τιμή του Euribor. Σε σχέση με το είδος του επιτοκίου που εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση (επιτόκιο 6 μηνών Euribor), ο δικηγόρος της εναγομένης 4 υπέβαλε ότι ουδέποτε δόθηκε η ευκαιρία στην εναγόμενη 4 να επιλέξει το επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν το επίδικο δάνειο, θέση με την οποία διαφώνησε. Ο κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1), αναφέρθηκε και στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού ως επίσης και για το υπόλοιπο του επίδικου δανείου για το οποίο διεκδικεί απόφαση η ενάγουσα. Έκανε αναφορά στο Τραπεζικό Βιβλίο και σε γεγονότα που ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου ενώ παράλληλα επανέλαβε κατά την αντεξέταση του ότι έλεγξε ότι κάθε καταχώριση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας παρουσιάζεται στις καταστάσεις (Τεκμ. 14). Επίσης, απορρίπτοντας γενικούς και αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της πλευράς της εναγομένης 4, ανέφερε κατά τρόπο θετικό ότι το υπόλοιπο που διεκδικείται σήμερα από την ενάγουσα είναι αποτέλεσμα χρεώσεων που η ενάγουσα δικαιούται συμβατικά να χρεώσει και να εισπράξει ενώ παράλληλα ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι παρόλο που οι εναγόμενοι γνώριζαν τις οφειλές τους αυτές (τόσο δια μέσου τηλεφωνικών οχλήσεων του λειτουργού που είχε το χειρισμό του επίδικου δανείου πριν από τον τερματισμό όσο και δια μέσου των επιστολών που τους είχαν σταλεί) εντούτοις ουδέποτε συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις τους. Τέλος, ανέφερε ότι μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου κατατέθηκε την 6.10.2014 στον επίδικο λογαριασμό το ποσό των €4.130,63 και παραμένει μέχρι σήμερα ανεξόφλητο το ποσό των €155.254,40 με τόκο προς 7,7170% ετησίως επί ποσού €154.361,00 από 28.01.2016 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Η μαρτυρία του αυτή επιβεβαιώνεται και από την κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο σε σχέση με το επίδικο δάνειο (Τεκμ. 14), το οποίο κρίνω ότι αποδεικνύει τις δοσοληψίες που είναι καταχωρημένες σε αυτή. Η εν λόγω κατάσταση παρέμεινε αναντίλεκτη αφού οι καταχωρίσεις που περιέχονται σε αυτή δεν αμφισβητήθηκαν ενώ καμία θέση δεν προβλήθηκε ούτε οποιαδήποτε μαρτυρία προσφέρθηκε από την εναγόμενη 4 για να αντικρούσει την ορθότητα της. Ήταν δικογραφημένη θέση της εναγομένης 4 ότι η ενάγουσα είχε προβεί σε παράνομες, ή/και αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων ή/και εξόδων, εντούτοις ο εν λόγω ισχυρισμός παρέμεινε μετέωρος και ατεκμηρίωτος αφού τέτοια θέση καταρρίπτεται από την μαρτυρία του κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1) στο Δικαστήριο την οποία αποδέχομαι. Ο κ. Γιώργος Κωνσταντίνου (Μ.Ε.2), παρουσίασε στο Δικαστήριο το αίτημα της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα για τη χορήγηση του επίδικου δανείου (Τεκμ. 16), στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι εξασφαλίσεις που οι εναγόμενοι προσέφεραν στην ενάγουσα με σκοπό την έγκριση της αιτούμενης δανειοδότησης. Στο στάδιο της αντεξέτασής του διευκρίνισε ότι οι εξασφαλίσεις που αναφέρονται στο τεκμήριο 16, οι οποίες είναι οι ίδιες με εκείνες του Τεκμ. 4, είναι εκείνες που είχαν παραχωρηθεί για σκοπούς εξασφάλισης του επίδικου δανείου και οι οποίες ίσχυαν καθ' όσον χρόνο είχε το χειρισμό του επίδικου δανείου. Παράλληλα, επεσήμανε ότι καμία από τις εν λόγω εξασφαλίσεις δεν είχε «απωλεσθεί» καθ όλη τη διάρκεια που ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για το χειρισμό του εν λόγω επίδικου δανείου. Κατέθεσε στο Δικαστήριο την ενυπόγραφη βεβαίωση της εναγομένης 4 ημερομηνίας 4.08.2008 (Τεκμ. 17) δια της οποίας η ίδια ενυπογράφως διαβεβαιώνει ότι παρέλαβε την απόφαση των εναγόντων να εγκρίνουν τη χορήγηση του επίδικου δανείου με τις εξασφαλίσεις που οι ίδιοι οι εναγόμενοι προσέφεραν (Τεκμ. 4). Κατέθεσε την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 1 ημερομηνίας 1.03.2008 (Τεκμ. 18), αναφέροντας ότι, κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών, η εναγόμενη 4 ήταν μια εκ των μετόχων της εναγόμενης 1 και κατείχε 2.000 μετοχές της. Περαιτέρω, κατέθεσε την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης 1 ημερομηνίας 4.08.2008 (Τεκμ.19), με βάση την οποία η εναγόμενη 1 εξουσιοδοτούσε τον εναγόμενο 2, Χριστόδουλο Λευκαρίτη, να υπογράψει για αυτή κάθε αναγκαίο έγγραφο για την παραχώρηση της επίδικης διευκόλυνσης. Η εμπλοκή του στη σύναψη της επίδικης σύμβασης δανείου και εγγύησης του επέτρεψε να εκφέρει την γνώμη του και να τοποθετηθεί στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγόμενης 4 ότι δήθεν δεν εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 ή ότι η υπογραφή της τέθηκε χωρίς γνώση ή επίγνωση του τι υπέγραφε ή ότι η υπογραφή της εξασφαλίστηκε κατόπιν αθέμιτης επιρροής ή συνεπεία δόλου, απάτης, απόκρυψης ουσιώδους περιστατικού και ψευδών παραστάσεων. Αρνήθηκε τους ισχυρισμούς αυτούς χαρακτηρίζοντας τους ως αναληθείς και αβάσιμους και, προς επίρρωση της θέσης του αυτής, παρέπεμψε στη συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε η εναγόμενη 4 (Τεκμ. 5). Περαιτέρω, προς αντίκρουση των ισχυρισμών αυτών της εναγόμενης 4 ανέφερε ότι αυτή προχώρησε στην υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης με ελεύθερη βούληση και αφού γνώριζε πολύ καλά το σκοπό για τον οποίο θα υπέγραφε τη Συμφωνία Εγγύησης και ότι επρόκειτο να εγγυηθεί το σύνολο των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 που απορρέουν από την Συμφωνία Δανείου. Τόνισε δε ότι προτού η εναγόμενη 4 προχωρήσει στην υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης, την είχε ενημερώσει σχετικά για τη σημασία και τις υποχρεώσεις που θα αναλάμβανε με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, οι οποίες άλλωστε καταγράφονται στο κείμενο της Συμφωνίας Εγγύησης που της είχε δοθεί και για το οποίο της δόθηκε η δυνατότητα να το αναγνώσει και να συμβουλευθεί εάν ήθελε δικηγόρο της επιλογής της προτού προχωρήσει στην υπογραφή της. Παράλληλα σημείωσε ότι η εναγόμενη 4 είχε προηγούμενες συναλλαγές με την ενάγουσα και επομένως είχε πείρα σε συναλλαγές με τραπεζικά ιδρύματα καταθέτοντας προς τούτο σχετική έκθεση (report) στην οποία αναφέρονται προηγούμενες διευκολύνσεις που είχαν χορηγηθεί στην εναγόμενη 4 από την ενάγουσα (Τεκμ. 20). Ο μάρτυς ανέφερε περαιτέρω ότι πέραν των όσων γραπτώς τέθηκαν και υπογράφηκαν από τα μέρη, η ενάγουσα ούτε κατά το χρόνο υπογραφής ούτε σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή προέβηκε σε οποιεσδήποτε παραστάσεις ή διαβεβαιώσεις ή άλλως πως προς την εναγόμενη 4 ή προς τους άλλους εναγομένους. Αυτό όπως ανέφερε, ήταν σε θέση να το γνωρίζει αφού ήταν ο λειτουργός της ενάγουσας που είχε προσωπική επαφή με τους εναγόμενους πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών δανείου και εγγύησης, αξιολόγησε το αίτημα της εναγόμενης 1 για την χορήγηση του επίδικου δανείου και είχε το χειρισμό του επίδικου δανείου μέχρι τον Αύγουστο του 2010 (δηλαδή μέχρι τον τερματισμό του και την μεταφορά του στο τμήμα ανάκτησης χρεών της ενάγουσας). Σε σχέση με τις εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν στην ενάγουσα για την εξασφάλιση του επίδικου δανείου και οι οποίες καταγράφονται στην απόφαση της ενάγουσας που κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη 1 (Τεκμ. 4), ο μάρτυς αρνήθηκε τον ισχυρισμό της εναγόμενης 4 ότι οι εγγυητικές επιστολές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ με αριθμό Ε15/03 και Ε6/04 και η δέσμευση του καταθετικού λογαριασμού του εναγομένου 2 με αριθμό 0577-07-000009, που προσφέρθηκαν από τον εναγόμενο 2 στην ενάγουσα ως περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση του επίδικου δανείου, κάλυπταν πλήρως τις οφειλές της εναγομένης 1 από την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Περαιτέρω, αρνήθηκε τον ισχυρισμό της εναγομένης 1 ότι η ενάγουσα προέβη σε παραστάσεις ή ανέφερε ή υποσχέθηκε προς την εναγόμενη 4 ότι η εγγύηση που δόθηκε από την ίδια ήταν τυπική και ότι δεν θα ευθύνονταν προς την ενάγουσα για την αποπληρωμή του επίδικου δανείου ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες εξασφαλίσεις που προσφέρθηκαν από τον εναγόμενο 2 κάλυπταν το σύνολο της οφειλής της εναγομένης
  5. Χαρακτήρισε δε τους ισχυρισμούς αυτούς ως αναληθείς και αβάσιμους αλλά και αντίθετους με τα όσα ρητώς συμφωνήθηκαν από τα μέρη. Ειδικότερα, ανέφερε ότι: (α) Σε σχέση με την εξασφάλιση της δέσμευσης καταθέσεως του λογαριασμού 0577-07-000009, η κατάθεση αυτή εξαργυρώθηκε στις 26.8.2010 και το ποσό της κατάθεσης αυτής (που ήταν €9.949,71) πιστώθηκε στο χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου 0577-13-004202 είναι επίδικος στην αγωγή 1662/12 του Ε.Δ. Λάρνακας η οποία αφορά τους ίδιους διαδίκους με την παρούσα αγωγή. Προς επιβεβαίωση τούτου κατέθεσε στο Δικαστήριο το έγγραφο κοινοποίησης της συμφωνίας δανείου με αριθμό 0577-13-004202 (Τεκμ. 21), η οποία είναι επίδικη στην αγωγή 1662/12, από το οποίο φαίνεται ότι οι εξασφαλίσεις του εν λόγω δανείου είναι οι ίδιες με τις εξασφαλίσεις που δόθηκαν για το επίδικο στην παρούσα αγωγή δάνειο. Περαιτέρω, κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού του δανείου 0577-13-004202 (Τεκμ. 22) από την οποία επιβεβαιώνεται ότι στις 26.08.2010 πιστώθηκε στον εν λόγω λογαριασμό το συνολικό ποσό των €18.122,31 από το οποίο όπως διευκρίνισε, το ποσό των €9.949,71 αφορούσε την εξαργύρωση της κατάθεσης του λογαριασμού του εναγομένου 2 με αριθμό 0577-07-000009 και το ποσό των €8.172,60 αφορούσε την εξαργύρωση της κατάθεσης του λογαριασμού του εναγομένου 2 με αριθμό 0577-07-
  6. (β) Σε σχέση με τις εγγυητικές επιστολές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ (με αριθμό Ε15/03 ημερομηνίας 22.09.2003 για το ποσό των €34.172 και με αριθμό Ε6/04 ημερομηνίας 11.02.2004 για το ποσό των €6.834) κατά το χρόνο υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας Δανείου εξασφάλιζαν υποχρεώσεις συνολικού ύψους €41.
  7. Οι εν λόγω εγγυητικές επιστολές επρόκειτο ουσιαστικά για υφιστάμενες εξασφαλίσεις που είχαν δοθεί σε προηγούμενο χρόνο από τον εναγόμενο 2 για την εξασφάλιση του τρεχούμενου λογαριασμού της εναγόμενης 1 με αριθμό 0554-11-007250 (ο οποίος κατόπιν συμφωνίας ανοίχθηκε στις 22.09.2003 με αρχικό όριο το ποσό των Λ.Κ.15.000 το οποίο με μεταγενέστερες συμφωνίες αυξήθηκε σε €90.000) και οι οποίες προσφέρθηκαν από τον εναγόμενο 2 για την εξασφάλιση και του επίδικου δανείου. Περαιτέρω, οι εν λόγω εγγυητικές επιστολές είχαν δοθεί και για την εξασφάλιση του δανείου της εναγομένης 1 ύψους €45.000, ημερομηνίας 29.12.2008, με αριθμό λογαριασμού 0577-13-004202, στο οποίο εγγυητής είναι η εναγόμενη 4 στην παρούσα αγωγή και για το οποίο εκκρεμεί εναντίον της η αγωγή 1662/12 του Ε.Δ. Λάρνακας. Ανέφερε ακόμη ότι οι εγγυητικές επιστολές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ κάλυπταν συνολικά τρεις πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν στην εναγόμενη 1 οι οποίες τερματίστηκαν στις 3.08.2010 και οι οποίες έδειχναν κατά το χρόνο τερματισμού ως συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €240.
  8. Πέραν όμως των πιο πάνω διευκρίνισε ότι το σύνολο των εξασφαλίσεων που δόθηκαν για το επίδικο δάνειο (συμπεριλαμβανομένου των ως άνω εγγυητικών επιστολών και της δέσμευσης κατάθεσης του εναγομένου 2), βρίσκονταν σε ισχύ κατά το χρόνο τερματισμού πλην όμως, παρά το ότι η εναγόμενη 4 κλήθηκε με επιστολή της ενάγουσας στις 3.08.2010 να εξοφλήσει άμεσα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού πλέον τόκους, εντούτοις η εναγόμενη 4 ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του χρέους της εναγομένης 1 και ουδέποτε προέβαλε αυτά που για πρώτη φορά αργότερα ισχυρίστηκε στην υπεράσπιση της. Χαρακτήρισε δε τους ισχυρισμούς της εναγόμενης 4 ως όψιμους και ανέφερε ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί προβάλλονται από την εναγόμενη 4 με σκοπό την αποποίηση των συμβατικών της ευθυνών. Τέλος, αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της εναγομένης 4 ότι ουδέποτε παρέλαβε τις επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού (Τεκμ. 8, 9 και 10). Επεσήμανε δε ότι σε σχέση με τις προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμ. 8 και 9) είχε δώσει ο ίδιος οδηγίες στον αρμόδιο λειτουργό της ενάγουσας να τις ετοιμάσει, ακολούθως υπογράφηκαν από τους λειτουργούς της Τράπεζας που ήταν αρμόδιοι να υπογράφουν τέτοιες επιστολές και εν συνεχεία τις παρέδωσε ο ίδιος στο τμήμα αλληλογραφίας της ενάγουσα για να ταχυδρομηθούν στις διευθύνσεις που αναφέρονται στις εν λόγω επιστολές. Ανέφερε περαιτέρω ότι οι εν λόγω προειδοποιητικές επιστολές στάλθηκαν στις διευθύνσεις των εναγομένων και ουδέποτε επεστράφησαν. Σε σχέση με τις επιστολές τερματισμού (Τεκμ.10), ανέφερε ότι αφού υπογράφηκαν από τους λειτουργούς της ενάγουσας που ήταν αρμόδιοι να υπογράφουν τέτοιες επιστολές, στάλθηκαν από τον ίδιο στο τμήμα αλληλογραφίας της ενάγουσας με σκοπό να ταχυδρομηθούν στις διευθύνσεις που αναφέρονται στις εν λόγω επιστολές. Οι εν λόγω επιστολές τερματισμού (Τεκμ. 10) στάλθηκαν στις διευθύνσεις των εναγομένων και ουδέποτε επεστράφησαν ως μη παραληφθείσες. Κατά την αντεξέταση του ο κ. Γ. Κωνσταντίνου (Μ.Ε.2), αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα ενήργησε κατά τρόπο ώστε να βλάψει τα δικαιώματα της εναγομένης 4 και περαιτέρω αρνήθηκε ότι η ενάγουσα παρέβηκε οποιαδήποτε υποχρέωση της για ενημέρωση της εναγομένης 4 σε σχέση με το χειρισμό που θα είχαν οι εξασφαλίσεις. Επιβεβαίωσε ότι ενημέρωσε την εναγόμενη 4 για τον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων (Τεκμ. 3) και μάλιστα, ως ανέφερε, είχε δοθεί η δυνατότητα στους εναγόμενους να μελετήσουν τα έγγραφα προτού προχωρήσουν στην υπογραφή τους. Επιπρόσθετα, διαφώνησε με τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα ουδέποτε τερμάτισε τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού ενώ σε σχετική υποβολή του δικηγόρου της εναγομένης 4 αναφορικά με τις εγγυητικές επιστολές απάντησε ότι δεν γνωρίζει τι έγιναν οι εν λόγω επιστολές όταν μεταφέρθηκαν στα Recoveries, επαναλαμβάνοντας ότι, καθ όσον χρόνο ήταν υπεύθυνος (δηλαδή από τη χορήγηση του επίδικου δανείου μέχρι και την ημερομηνία μεταφοράς του στα Recoveries) οι εξασφαλίσεις του Τεκμ. 4 (συμπεριλαμβανομένων των εγγυητικών επιστολών) βρίσκονταν σε ισχύ. Τέλος, επεσήμανε ότι οι εξασφαλίσεις που είχαν χορηγηθεί σε σχέση με το επίδικο δάνειο ήταν εκείνες που αναγράφονται στο Τεκμ. 4 και απέρριψε τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς στην υπεράσπιση της εναγομένης
  9. Για τη μαρτυρία της κας Λίας Λοϊζίδου (Μ.Ε.3), δεν θα προσθέσω οτιδήποτε άλλο πέραν αυτών που έχω καταγράψει στις σελ. 13 έως και 15 πιο πάνω. Ο κ. Ηλίας Κουσιάππας (Μ.Ε.4), έκανε και αυτός αναφορά στις εξασφαλίσεις του επίδικου δανείου που ίσχυαν κατά το χρόνο τερματισμού και μεταφοράς του επίδικου δανείου στα Recoveries. Επεσήμανε ότι οι εν λόγω εξασφαλίσεις δεν εξασφάλιζαν μόνο το επίδικο δάνειο αλλά εξασφάλιζαν το σύνολο των πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν χορηγηθεί από την ενάγουσα στην εναγόμενη
  10. Ανέφερε ότι περί τα μέσα Αυγούστου 2010 το επίδικο δάνειο καθώς επίσης και όλες οι διευκολύνσεις που είχαν χορηγηθεί μέχρι τότε στην εναγόμενη 1 μεταφέρθηκαν στο τμήμα ανάκτησης χρεών της ενάγουσας για περαιτέρω χειρισμό. Όταν το επίδικο δάνειο μεταφέρθηκε στα Recoveries, έφερε τις ακόλουθες εξασφαλίσεις: (α) Τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3, 4, της Πτωχεύσασας και της εναγόμενης 6 (Τεκμ. 2 και 5). (β) Την υποθήκη Υ.644/08 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Τεκμ. 6). (γ) Το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης (Τεκμ. 7). (δ) Τη δέσμευση καταθέσεως του λογαριασμού 0577-07-000009 στο όνομα του εναγόμενου 2 για το ποσό των €8.
  11. (ε) Τις δυο εγγυητικές επιστολές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ στον όνομα του Εναγομένου 2 προς όφελος της ενάγουσας. Προκύπτει από τα πιο πάνω αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι εξασφαλίσεις του επίδικου δανείου που ίσχυαν όταν το εν λόγω δάνειο τερματίστηκε και μεταφέρθηκε στα Recoveries ήταν οι ίδιες με εκείνες που αναφέρονται στο Τεκμ.
  12. Συνάγεται επομένως ότι, μέχρι τον τερματισμό, ουδεμία μεταβολή υπήρξε στις παρεχόμενες εξασφαλίσεις που εξασφάλιζαν το επίδικο δάνειο, θέση η οποία σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του κ. Η. Κουσιάππα (Μ.Ε.4) δεν αμφισβητήθηκε. Αναφέρθηκε ο μάρτυς στη δέσμευση καταθέσεως του λογαριασμού 0577-07-000009 η οποία είχε δοθεί ως εξασφάλιση του επίδικου δανείου από τον εναγόμενο 2 (συνεγγυητή της εναγόμενης 4). Επιβεβαιώνοντας την ορθότητα των όσων προηγουμένως είχε μαρτυρήσει ο κ. Γ. Κωνσταντίνου (Μ.Ε.2), σε σχέση με την εν λόγω εξασφάλιση, απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση της πλευράς της εναγομένης 4 ότι η δέσμευση κατάθεσης του εναγομένου 2 με αριθμό 0577-07-000009 «απωλέσθηκε». Τέτοιος ισχυρισμός, ως ανέφερε είναι αναληθής, αβάσιμος και προβάλλεται καταχρηστικά και κακόπιστα αφού, η εν λόγω δέσμευση κατάθεσης χρησιμοποιήθηκε για την μείωση του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου με αριθμό 0577-13-004202 στο οποίο εγγυητής είναι και πάλι η εναγόμενη
  13. Αναφέρθηκε στις ανανεώσεις των εγγυητικών επιστολών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ οι οποίες (μεταξύ άλλων διευκολύνσεων) εξασφάλιζαν και το επίδικο δάνειο. Οι ανανεώσεις γίνονταν στην λήξη τους και παρουσίασε προς τούτο τα Τεκμ. 23 -
  14. Τα τεκμήρια αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και δεν αμφισβητήθηκαν ούτε οι ανανεώσεις των εν λόγω εγγυητικών στις οποίες αναφέρθηκε ο κ. Η. Κουσιάππας (Μ.Ε.4). Εκείνο που υποβλήθηκε από την υπεράσπιση σε σχέση με την ανανέωση των εν λόγω εγγυητικών ήταν ότι η ενάγουσα παρέβηκε τις πρόνοιες του άρθρου 99
(1)του Κεφ. 149 αφού δεν ενημέρωσαν την εναγόμενη 4 για τις εν λόγω ανανεώσεις. Ο Μ.Ε.4 αρνήθηκε τη θέση αυτή και απάντησε ότι τέτοιο καθήκον δεν υφίστατο για την ενάγουσα αφού δικαιούχος των εν λόγω επιστολών ήταν η ενάγουσα η οποία είχε τη δυνατότητα να χειρίζεται τις εν λόγω εγγυητικές κατά την κρίση της χωρίς να ήταν απαραίτητο να ενημερώνει τους λοιπούς εγγυητές ή/και να λαμβάνει την προηγούμενη συγκατάθεση των λοιπών εγγυητών. Επεσήμανε περαιτέρω ότι οι εγγυητικές επιστολές του (Ε15/03 και Ε6/04) αποτελούσαν υφιστάμενες εξασφαλίσεις που είχε προσφέρει ο εναγόμενος 2 ως εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων του τρεχούμενου λογαριασμού της εναγόμενης 1 με αριθμό 0554-11-007250 (ο οποίος κατόπιν συμφωνίας ανοίχθηκε στις 22.09.2003 με αρχικό όριο το ποσό των Λ.Κ.15.000 το οποίο με μεταγενέστερες συμφωνίες αυξήθηκε σε €90.000). Ο εν λόγω μάρτυρας σε σχέση με τις εγγυητικές επιστολές ανέφερε ακόμα ότι όταν το σύνολο των διευκολύνσεων που χορηγήθηκαν στην εναγόμενη 1 τερματίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο τμήμα ανάκτησης χρεών της ενάγουσας στα μέσα Αυγούστου του 2010, υπήρχαν σε ισχύ οι ακόλουθες εγγυητικές επιστολές: (α) η εγγυητική επιστολή Ε108/2009 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ για το ποσό των €41.000 με ημερομηνία λήξης την 2.10.2010 η οποία εξασφάλιζε μόνο τον τρεχούμενο λογαριασμό της εναγόμενης 1 εταιρείας (0554-11-007250) και (β) η εγγυητική επιστολή Ε275/2010 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ για το ποσό των €65.000 με ημερομηνία λήξης την 26.03.2011 η οποία εξασφάλιζε τόσο το επίδικο δάνειο όσο και τον τρεχούμενο λογαριασμό της εναγόμενης 1 εταιρείας καθώς και το δάνειο της εναγόμενης 1 εταιρείας με αριθμό 0577-13-004202, στο οποίο εγγυητής είναι επίσης η εναγόμενη 4 στην παρούσα αγωγή και για το οποίο εκκρεμεί εναντίον της η αγωγή 1662/12 του Ε.Δ. Λάρνακας. Περαιτέρω ο μάρτυς ανέφερε ότι περί τον Σεπτέμβριο του 2010 και αφού είχαν ήδη τερματιστεί οι πιστωτικές διευκολύνσεις της εναγόμενης 1, ο εναγόμενος 2 (αιτητής των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών οι οποίες εξασφάλιζαν τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 στην ενάγουσα) επισκέφθηκε τα γραφεία του Τμήματος Ανακτήσεων των Εναγόντων στην Λάρνακα στο οποίο τότε ήταν ο ίδιος διευθυντής και υπέβαλε αίτημα στην ενάγουσα όπως μη ζητηθεί η πληρωμή των ως άνω εγγυητικών επιστολών με αριθμούς Ε108/2009 και Ε275/2010, επικαλούμενος ότι δεν ήθελε να χάσει τις καταθέσεις που διέθετε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο, και όπως ζητηθεί η ανανέωση της πρώτης εγγυητικής (Ε108/2009) μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου 2010, για να του δοθεί χρόνος να προβεί σε ενέργειες για εξασφάλιση χρηματοδότησης από άλλη τράπεζα, με συνεισφορά και των υπολοίπων μετόχων της εναγόμενης 1 εταιρείας είτε υπό μορφή μετρητών είτε εξασφαλίσεων. Στην εν λόγω συνάντηση στην οποία ο μάρτυς ήταν παρών, ο εναγόμενος 2 είχε υποσχεθεί στην ενάγουσα ότι εντός του 2010 θα λάμβανε ενέργειες για την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 στην ενάγουσα. Υποσχέθηκε, επίσης, ότι θα προέβαινε σε σταδιακές καταθέσεις για μείωση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 στην ενάγουσα. Το αίτημα εξετάστηκε και έγινε αποδεχτό και, σε αυτή τη βάση, ο εναγόμενος 2 ζήτησε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο την παράταση της εγγυητικής επιστολής Ε108/2009 μέχρι τις 2.12.
  1. Λόγω τεχνικών αδυναμιών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου σε σχέση με την παράταση εγγυητικών επιστολών, εκδόθηκε η εγγυητική με αριθμό Ε375/2010 (σε αντικατάσταση της εγγυητικής με αριθμό Ε108/2009) για το ποσό των €41.000 και με την λήξη την 2.12.2010 (Τεκμ. 27). Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2010, ο εναγόμενος 2 επισκέφθηκε ξανά τα γραφεία του Τμήματος Ανακτήσεων της ενάγουσας στην Λάρνακα. Κατά την εν λόγω συνάντηση στην οποία και πάλι ο μάρτυς ήταν παρών, ο εναγόμενος 2 ανέφερε ότι δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη τράπεζα, λόγω ισχυριζόμενης αδυναμίας των άλλων μετόχων της εναγόμενης 1 να προσφέρουν πρόσθετες εξασφαλίσεις και υπέβαλε αίτημα όπως η ενάγουσα αποδεχθεί παράταση της λήξης της εγγυητικής με αριθμό Ε375/2010 μέχρι τις 26.03.2011 με ημερομηνία λήξης και της εγγυητικής επιστολής αρ. Ε275/2010, για να συνεχίσει τις προσπάθειες για εξασφάλιση χρηματοδότησης από άλλη τράπεζα. Στο μεσοδιάστημα, θα συνέχιζε να προβαίνει σε αριθμό καταθέσεων έναντι των υποχρεώσεων του. Το αίτημα εγκρίθηκε εκ νέου και εφαρμόστηκε. Περί τα μέσα Μαρτίου 2011, ο εναγόμενος 2 επισκέφθηκε ξανά τα γραφεία του Τμήματος Ανακτήσεων της ενάγουσας στην Λάρνακα. Αυτή τη φορά ζήτησε παράταση της λήξης και των δυο εγγυητικών επιστολών (Ε275/2010 και Ε375/2010), επικαλούμενος ότι τυχόν μη έγκριση του αιτήματός του θα έπληττε το κύρος του κατά τρόπο που θα αποδυνάμωνε την προσπάθειά του να κατέλθει ως υποψήφιος βουλευτής Λάρνακας στις τότε επικείμενες βουλευτικές εκλογές του Μαΐου
  2. Το αίτημα εγκρίθηκε εκ νέου και εφαρμόστηκε και οι εν εγγυητικές επιστολές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου ανανεώθηκαν μέχρι τις 27.06.
  3. Ο μάρτυς εξήγησε ότι λόγω τεχνικών αδυναμιών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου σε σχέση με την παράταση των εγγυητικών επιστολών Ε275/2010 και Ε375/2010, εκδόθηκαν από το Συνεργατικό οι εγγυητικές επιστολές με αριθμούς Ε453/2011 και Ε454/2011 (σε αντικατάσταση των εγγυητικών με αριθμούς Ε275/2010 και Ε375/2010 αντίστοιχα) οι οποίες αφορούσαν τα ίδια ποσά με τις προηγούμενες εγγυητικές επιστολές και με ημερομηνία λήξης στις 27.06.
  4. Τα πρωτότυπα των εγγυητικών με αριθμούς Ε453/2011 και Ε454/2011 κατατέθηκαν ως Τεκμ.
  5. Περί τον Ιούνιο του 2011, ο μάρτυς είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον εναγόμενο 2, ο οποίος ρητά του είχε αναφέρει ότι είχε εξεύρει σχετική χρηματοδότηση και ήταν θέμα ημερών να πληρωθεί το σύνολο των υποχρεώσεων τους. Ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε λόγος περαιτέρω ανανέωσης των εγγυητικών, διότι ακριβώς ήταν θέμα ημερών η πλήρης εξόφληση. Η ενάγουσα βασιζόμενη στις πιο πάνω παραστάσεις του εναγόμενου 2, δεν επέμεινε στην ανανέωση των εγγυητικών και δεν προχώρησε στην εξαργύρωση τους. Μετά το πέρας της καλοκαιρινής περιόδου και ειδικότερα τον Σεπτέμβριο του 2011, επικοινώνησε με τον εναγόμενο 2 και ζήτησε να ενημερωθεί για το πότε θα γίνει πληρωμή. Ο εναγόμενος 2 απολογήθηκε και ανέφερε ότι υπήρξαν κάποιες τεχνικές δυσκολίες, όμως το θέμα θα ξεκαθάριζε με βεβαιότητα προ του τέλους του
  6. Περί τα τέλη Ιανουαρίου 2012 και σε νέα τηλεφωνική επικοινωνία του με τον εναγόμενο 2 ο τελευταίος απολογήθηκε εκ νέου και ανέφερε ότι οι τεχνικές δυσκολίες δεν κατέστη δυνατόν να ξεπεραστούν μέχρι τότε. Ανέφερε ότι αν μέχρι το τέλος Απριλίου δεν ολοκληρωνόταν το θέμα, δεσμευόταν ο ίδιος να επαναφέρει σε ισχύ τις εγγυητικές επιστολές, οι οποίες δεν είχαν ανανεωθεί. Στις 2.05.2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο μάρτυς με τον εναγόμενο 2 και αφού δεν πήρε επαρκείς εξηγήσεις από αυτόν αναφορικά με τους λόγους μη εξόφλησης της ενάγουσας, ζήτησε από τον εναγόμενο 2 να τιμήσει την υπόσχεσή του, δηλαδή να επαναφέρει σε ισχύ τις εγγυητικές επιστολές, οι οποίες δεν είχαν ανανεωθεί περί τα τέλη Ιουνίου 2011, κατόπιν των ρητών παραστάσεων του εναγόμενου 2 ότι η πληρωμή της ενάγουσας ήταν θέμα χρόνου. Ο ίδιος έδειξε θετική στάση και ανέφερε ότι θα το διευθετούσε το ζήτημα μέχρι την 7.05.
  7. Κατά την εν λόγω ημερομηνία σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο μάρτυς με τον εναγόμενο 2, ο τελευταίος του ανέφερε για πρώτη φορά ότι δεν είχε σκοπό να επαναφέρει σε ισχύ τις εγγυητικές επιστολές και ζήτησε να μην το ξαναενοχλήσουν. Σύμφωνα με το πιο πάνω ιστορικό, όπως το παρέθεσε ο κ. Η. Κουσιάππα (Μ.Ε.4), είναι φανερόν ότι η ενάγουσα εμπιστεύτηκε τον εναγόμενο 2 και βασίστηκε στις υποσχέσεις του, εντούτοις, ο εναγόμενος 2 καταχρώμενος την εμπιστοσύνη που η ενάγουσα επέδειξε στο πρόσωπο του την παραπλάνησε και την ξεγέλασε. Ανέφερε ότι ουδεμία αμέλεια υπήρξε από πλευράς της ενάγουσας γι΄αυτό και λήφθηκαν μεταγενέστερα μέτρα εκτέλεσης εναντίον της περιουσίας του εναγόμενου
  8. Τα όσα προβάλλει σήμερα η εναγόμενη 4 αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και επινοήσεις της οι οποίες προβάλλονται με σκοπό να αποποιηθεί τις συμβατικές της ευθύνες. Αντεξεταζόμενος ο κ. Η. Κουσιάππας (Μ.Ε.4), ανέφερε ότι εφόσον το επίδικο δάνειο είχε τερματιστεί καμία υποχρέωση δεν υπήρχε για ενημέρωση της εναγομένης 4 ως προς το διακανονισμό που συζητούσε με τον εναγόμενο
  9. Ως ανέφερε, η ενάγουσα βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις ενός ευυπόληπτου και αξιόχρεου προσώπου, του εναγομένου 2, διευθυντή της εναγόμενης 1, ότι μπορούσε να εξασφαλίσει δανειοδότηση από διαφορετικό πιστωτικό ίδρυμα για την διευθέτηση όχι μόνο του επίδικου δανείου αλλά και του συνόλου των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα. Διαφώνησε με τη θέση ότι η ενάγουσα παραβίασε οποιοδήποτε καθήκον τους προς την εναγόμενη 4 και περαιτέρω αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα έβλαψε καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της εναγόμενης
  10. Αρνήθηκε την υποβολή του δικηγόρου της εναγομένης 4 ότι επειδή το επίδικο δάνειο ήταν τερματισμένο δεν θα έπρεπε να στηριχθεί στις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου
  11. Προς αντίκρουση της θέσης αυτής, επανέλαβε ότι ο εναγόμενος 2 ήταν ένα ευυπόληπτο και αξιόχρεο πρόσωπο, ανώτερος αξιωματικός στην Εθνική Φρουρά, ο οποίος από τον τερματισμό του επίδικου δανείου και μετέπειτα προέβαινε σε συστηματικές καταθέσεις έναντι του χρέους του τρεχούμενου λογαριασμού της εναγόμενης 1 (πράγμα που έδειχνε ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία ξεκίνησε να είναι και πάλι ενεργή και να προωθεί τις εργασίες της και ότι μπορεί να καλύψει τις υποχρεώσεις της σε βάθος χρόνου). Αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι ενήργησε με σκοπό να βοηθήσει τον εναγόμενο 2 και περαιτέρω διαφώνησε με την εκ διαμέτρου αντίθετη θέση που υποβλήθηκε στη συνέχεια από την υπεράσπιση ότι δηλαδή η ενάγουσα εξαπατήθηκε από τον εναγόμενο
  12. Σε σχέση δε με τον ισχυρισμό περί εξαπάτησης της ενάγουσας από τον εναγόμενο 2, ανέφερε ότι ο εναγόμενος 2 πριν από τις 07.05.2012 έδειχνε πάντοτε πολύ καλή θέληση για την εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης του συνόλου των χρεών της εναγόμενης 1 και μάλιστα κατέβαλλε συστηματικά καταθέσεις έναντι του τρεχούμενου λογαριασμού της εναγόμενης
  13. Διευκρίνισε δε ότι μετά την αλλαγή της στάσης του εναγόμενου 2, δηλαδή μετά τις 07.05.2012, η ενάγουσα κινήθηκε άμεσα για την παγοποίηση των καταθέσεων του εναγόμενου 2 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ και απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα ενήργησε αμελώς. Για την υπεράσπιση κατέθεσε ο κ. Γιώργος Γεωργίου (Μ.Υ), ο οποίος είναι Επαρχιακός Ταχυδρομικός Λειτουργός στο Επαρχιακό Ταχυδρομείο Λάρνακας ο οποίος παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο σελίδας από τον οδηγό των ταχυδρομικών κωδίκων που ισχύει από το έτος 2009 και στον οποίο περιέχονται οι ταχυδρομικοί κώδικες για όλη την Κύπρο, σχετική σελίδα του που αφορά την «Θεσσαλονίκης», Λεωφόρος όπως αναγράφεται στον οδηγό κωδίκων του οποίου κατατέθηκε η σχετική σελίδα ως (Τεκμ. 29). Ανέφερε ότι, σύμφωνα με το Τεκμ. 29, στη Λάρνακα υπάρχει μόνο η Λεωφόρος Θεσσαλονίκης με ταχυδρομικό κώδικα
  14. Περαιτέρω, όταν του υποδείχθηκε η επιστολή τερματισμού προς την εναγόμενη 4 (Τεκμ. 10), ανέφερε ότι από την επιστολή είναι ξεκάθαρο ότι αυτή στάλθηκε στην οδό Θεσσαλονίκης στην Αραδίππου. Δεν ήταν όμως σε θέση να τοποθετηθεί θετικά σε σχέση με το κατά πόσο η επιστολή τερματισμού παραλήφθηκε από την εναγόμενη 4 ούτε βεβαίως γνώριζε τη διεύθυνση διαμονής της εναγομένης
  15. Η μαρτυρία του δεν κατέδειξε γνώση σε ποια διεύθυνση διέμενε η εναγόμενη 4 κατά το χρόνο τερματισμού ούτε κατά πόσο η τελευταία παρέλαβε πράγματι την επιστολή τερματισμού (Τεκμ. 10). Η σημασία της μαρτυρίας του θα καταδειχθεί πιο κάτω όταν θα εξεταστεί η νομική πτυχή του τερματισμού της σύμβασης εγγύησης. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Με την υπεράσπιση της η εναγόμενη 4 αρνείται ότι η ενάγουσα είναι τραπεζικός οργανισμός (δηλαδή αρνείται τη νομική υπόσταση των Εναγόντων) και περαιτέρω αρνείται ότι η ενάγουσα έχει συσταθεί και λειτουργεί νόμιμα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό σχετική είναι η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Sun Dance Oceans Ltd κ.α., αρ. Αγωγής 398/2011 Ε.Δ.Λάρνακας ημερομηνίας 18.12.2015 του Έντιμου κ. Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ., όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως (Αρ.8) του 2015, «Τράπεζα» σημαίνει Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα που συστάθηκε (α) δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, Kεφ.113, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή (β) δυνάμει ανάλογης νομοθεσίας τρίτης χώρας και που διατηρεί υποκατάστημα στη Δημοκρατία. Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ιδρυμα σημαίνει ίδρυμα στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, δηλαδή από την Κεντρική Τράπεζα. » Στην υπόθεση K.N.G. Autoparts Ltd v. Μιχάλη Ιωάννου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 689, αναφέρθηκε ότι μαρτυρία ότι οι ενάγοντες λειτουργούσαν ως εταιρεία είναι αρκετή για την έγερση του μαχητού τεκμηρίου κανονικότητας που αν δεν αντικρουστεί αποβαίνει καθοριστικό. Γίνεται αναφορά στην αγγλική απόφαση Queen v. Langton
(1876)2 Q.B.D. 296, επί το ότι μαρτυρία σύμφωνα με την οποία η προβαλλόμενη ως εταιρεία διεξήγαγε εργασίες ως τέτοια ήταν αρκετή προς απόδειξη ύπαρξης της εταιρείας. Στην υπόθεση Lioufis And Co Ltd v. Μιχαλάκη Ανδρονίκου και άλλου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 773, η μειοψηφία ακολουθεί πιστά την K.N.G. Autoparts ενώ η πλειοψηφία, που καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, προχωρεί ακόμη πιο πέρα. Κατ΄ επίκληση της αγγλικής απόφασης Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D; Escompte de Mulhouse
(1925)Α.C. 112 (H.L.) καταλήγει ότι, στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα, ο εναγόμενος υποχρεούται να κινήσει το μηχανισμό για διαγραφή της αγωγής (Δ.27., θ.3). Αναφέρεται ακόμη πως η Δ.2, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σκοπεί στον προσδιορισμό τόσο της οντότητας όσο και της ταυτότητας του ενάγοντα. Η κίνηση του μηχανισμού για την έγερση της αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξή του (βλ. ακόμα Εδαξυς Ξυλουργικές Επιχειρήσεις Λτδ ν. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1337, Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 542 και C.R.C. Holiday Park Ltd v. Αντρέα κ.α.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 900).» Σχετικά επίσης με τα πιο πάνω είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ρέας Ανδρονίνου κ.α. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτώμενους τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολ. Έφεση 168/2010 ημερ. 24.02.2016. Στην παρούσα υπόθεση από όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με το γεγονός της διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών από την ενάγουσα. Περαιτέρω, εάν η εναγόμενη 4 ήθελε να αμφισβητήσει την υπόσταση της ενάγουσας θα έπρεπε να κινήσει τον μηχανισμό της Δ.27
(3), πράγμα που δεν έπραξε ενώ παράλληλα ουδέποτε προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός κατά τη διάρκεια της δίκης. Καθίσταται πρόδηλο από τα πιο πάνω ότι ο δικογραφημένος ισχυρισμός της εναγόμενης 4 που αφορά την αμφισβήτηση της νομικής οντότητας της ενάγουσας δεν έχει κανένα νομικό έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αναπόδεικτος. Προβλήθηκε από την εναγόμενη 4 ισχυρισμός περί μη υπογραφής της Συμφωνίας Εγγύησης. Σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό της εναγομένης 4 σχετική είναι η μαρτυρία του κ. Γ. Κωνσταντίνου ( Μ.Ε. 2) και της κας Λ. Λοϊζίδου (Μ.Ε.3) αλλά προκύπτει και από το ίδιο το περιεχόμενο της Συμφωνίας Εγγύησης σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη 4 συμβλήθηκε με την ενάγουσα υπογράφοντας ως εγγυήτρια του επίδικου δανείου. Το γεγονός αυτό μάλιστα παρέμεινε αναντίλεκτο αφού ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από την πλευρά της εναγόμενης 4 που να υποστηρίζει το αντίθετο. Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της εναγομένης 4 ότι αγνοούσε τι υπέγραφε ή/και ότι αγνοούσε τους όρους του επίδικου δανείου, ή οι ισχυρισμοί της ότι προχώρησε στην υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης κατόπιν ψυχικής πίεσης ή/και απάτης ή/και ψευδών παραστάσεων ή/και δόλου από πλευράς των Εναγόντων ή/και κατόπιν διαβεβαιώσεων των Εναγόντων που της δημιούργησαν την εντύπωση ότι η εγγύηση που έδιδε ήταν τυπική και ότι το επίδικο χρέος καλυπτόταν πλήρως και θα εξοφλείτο από άλλες εξασφαλίσεις του επίδικου δανείου, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν έχουν έρεισμα στην δοθείσα μαρτυρία και απορρίπτονται ως νόμω και ουσία αβάσιμοι και ανεδαφικοί. Στην υπόθεση Μακρή κ.ά. ν. Μέγα Χ" Ευαγγέλου,
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, 209-10, εξετάζεται η υπεράσπιση του non est factum όπου υιοθετείται απόσπασμα από την Saunders v. Anglia Building Society [1970] 3 All E.R. 961, 963, όπου αναφέρεται ότι: "There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But, that could only be in very exceptional circumstances; Certainly not where his reason for not scrutinising his reason for not scrutinising the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted." Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέα Ανδρέου Χρ άλλως Ανδρέα Χρ. Ανδρέου κ.ά., Αρ. Αγωγής 1331/2008 του Ε.Δ. Λάρνακας ημ. 30.10.2014 του Έντιμου κ. Χ. Μαλαχτού Π.Ε.Δ. προβλήθηκε από την Εναγόμενη 2 ο ισχυρισμός ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι υπέγραψε συμφωνία εγγύησης, επικαλείται την υπεράσπιση του non est factum. Σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αξιολογώντας την ενώπιον του μαρτυρία, απέρριψε την υπεράσπιση του non est factum αναφέροντας τα ακόλουθα: «Η Εναγόμενη 2 αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο 5 αλλά διατείνεται ότι υπόγραψε χωρίς καν να διαβάσει τι ήταν. Όμως, αντιλήφθηκε ότι έβαλε εγγύηση για £350.000. Διερωτάται τι εγγυήσεις έβαλε, γνωρίζει όμως ότι σε μια σύμβαση εγγύησης αρκεί να υπογράψεις ότι είσαι υπεύθυνος χωρίς κατ΄ ανάγκη να δεσμεύσεις περιουσία. Γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής 279/2005 και υπόγραψε έντυπο διορισμού δικηγόρου για να την εκπροσωπεί ο δικηγόρος κ. Θ. Θωμά. Γνώριζε επίσης ότι η αγωγή συμβιβάστηκε αλλά δεν γνωρίζει πού βρήκαν τα χρήματα. Ο Εναγόμενος 1 της είπε ότι θα τα κανόνιζε ο ίδιος. Αντιλήφθηκε ακόμα ότι η αγωγή 279/2005 που αφορούσε τότε £365.000 είχε σχέση με το εγγυητήριο που υπόγραψε και ήξερε ότι υπήρχε ακόμη ένα δάνειο £25.000 που εκκρεμούσε. Είναι πρόδηλο και συνιστά εύρημα μου ότι η Εναγόμενη 2 υπογράφοντας την επιστολή εγγύησης είχε πλήρη επίγνωση του τι υπόγραφε, γνώριζε τους σκοπούς του επίδικου δανείου και πως £365.000 από τις £390.000 του δανείου θα χρησιμοποιούνταν προς εξόφληση υποχρέωσης που και η ίδια είχε και για την οποία εκκρεμούσε αγωγή». Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ v Αποστόλου κ.ά, Αρ. Αγωγής: 2345/04, 23.9.2009 ο Δικαστής Οικονόμου, Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, απέρριψε την υπεράσπιση του non est factum σημειώνοντας τα εξής: «Στη συγκεκριμένη υπόθεση η απαίτηση που προώθησαν οι ενάγοντες είναι για δάνειο. Οι εναγόμενοι, ως άνω, δεν επικαλούνται άλλη συναλλαγή από δάνειο. Ο εναγόμενος υπέγραψε τη συμφωνία δανείου, γνωρίζοντας ότι ήταν συμφωνία δανείου, το προϊόν του οποίου κατατέθηκε στη συνέχεια σε δικό του λογαριασμό με τον ίδιο να υπογράφει στο έγγραφο κατάθεσης ως "καταθέτης". Οι ισχυρισμοί του ότι αποδέχθηκε να "βοηθήσει" αφού του είχε εξηγηθεί ότι η υπογραφή του ήταν θέμα καθαρά τυπικό χωρίς να δημιουργούσε δέσμευση του και ότι η εμπλοκή του στο όλο θέμα, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις όλων, ήταν εντελώς τυπική και δεν έχουν νομική υπόσταση. Δεν εμπίπτουν σε κάποια αναγνωρισμένη από το νόμο υπεράσπιση ούτε στην Υπεράσπιση του δικογραφείται ή μπορεί να διαφανεί αναγνωρισμένη υπεράσπιση, όπως το non est factum, ο δόλος, οι ψευδείς παραστάσεις ή η κοινή πλάνη. Οι ισχυρισμοί του το μόνο που θέτουν είναι η εφαρμογή της αρχής ότι το πρόσωπο που υπογράφει ένα έγγραφο, δεσμεύεται από το έγγραφο αυτό.» Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας APAK AGRO INDUSTRIES LTD κ.ά. και Κούντουρου ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως
(2008)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 322 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου απέρριψε τον ισχυρισμό της Ενάγουσας για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών εγγυήσεων και υποθηκών. Ειδικότερα, το Εφετείο της χώρας ανέφερε τα εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά στάθμισε τα ενώπιόν του στοιχεία και ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Κούντουρου είχε γνώση του τι υπέγραφε και ότι υπό τις περιστάσεις δεν ήταν αναγκαίο να της προσφερθεί ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Είναι γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Κούντουρου κατοικούσε στο ίδιο σπίτι με την κόρη της και το γαμπρό της Δημητριάδη. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε, ως αναξιόπιστους, τους ισχυρισμούς της ότι της έγιναν ψευδείς παραστάσεις ή απάτη από τους εφεσίβλητους αναφορικά με τις υποχρεώσεις που θα είχε ως εγγυήτρια της Apak και του Δημητριάδη. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Κούντουρου ήταν μια κυρία, με μόρφωση Μέσης Παιδείας, σύζυγος επιστήμονος και ανθρώπου με πολιτειακό αξίωμα, η οποία είχε υπογράψει και στο παρελθόν εγγυήσεις και επομένως γνώριζε τη φύση και την έννοια τους, και η οποία επιπρόσθετα είχε συμφέρον από την όλη πράξη μεταξύ των εφεσιβλήτων και της Apak και του Δημητριάδη, εφόσον η ίδια ενοικίαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέρος του κτήματος της με σημαντικό ενοίκιο, θεωρούμε πως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε απάτη, ψευδείς παραστάσεις, ψυχική πίεση ή απόκρυψη γεγονότων εις βάρος της Κούντουρου ή ότι οι εγγυήσεις της ήταν ορθό και δίκαιο να ακυρωθούν για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Αυτή υπέγραψε με πλήρη γνώση και επίγνωση του τι υπέγραφε και του τι λάμβανε χώραν.» Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Μάγιας Δημήτροβα Στεφάνου κ.ά., Αρ. Αγωγής: 1747/04, Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 16.6.2009 ο κ. Δ. Κίτσιος Α.Ε.Δ., αναφερόμενος στην υπόθεση Royal Ris Ltd v. Δήμου Λάρνακας
(2005)Α.Α.Δ. 1 (Β) σελ. 1149, επιβεβαίωσε την αρχή πως, όταν υπάρχουν έγγραφες συμφωνίες, η πρόθεση των διαδίκων, ως προς τη δημιουργία εννόμων σχέσεων, συνάγεται μέσα από το περιεχόμενο τους. Δεν επιτρέπεται έτσι οποιαδήποτε μαρτυρία κατά κανόνα για διαπραγματεύσεις των μερών για να αποδειχθούν οι προθέσεις τους αφού αυτές είναι καταγραμμένες στο γραπτό κείμενο. Δεν επιτρέπεται επίσης μαρτυρία η οποία να τροποποιεί ή διαφοροποιεί γραπτούς όρους συμφωνίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή που έχει επικυρωθεί στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society,
(1970)3 All E.R.961, όταν κάποιος που είναι ενήλικας, δεν έχει μειωμένη αντίληψη και δεν είναι αναλφάβητος υπογράψει κάποιο έγγραφο το οποίο είναι εμφανές ότι προορίζεται να έχει νομική ισχύ, χωρίς να το διαβάσει δεν μπορεί αργότερα να αποφύγει τις συνέπειες του ακόμα και αν έχει υπογράψει βασιζόμενος τα όσα κάποιος άλλος του έχει πει σχετικά με το τι προνοεί το έγγραφο. Στην υπόθεση Τσολάκης Τουτζικιάν ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240 υιοθετήθηκαν τα ακόλουθα: «Η πιο πάνω όμως νομική θέση, όπως επεσήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ανατράπηκε από την υπόθεση United Dominions Trust v. Western [1976] 2 W.L.R. 64. Στην απόφαση του το Δικαστήριο επικαλέστηκε και την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στη Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004 παραπέμποντας και στο πιο κάτω απόσπασμα απ΄αυτή: «. . . a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e. to prove that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary." Σε μετάφραση: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο». Καταλήγοντας στην απόφαση αναφέρεται ότι, κάποιος που υπογράφει έγγραφο εν λευκώ, καθιστά το έγγραφο δικό του και αναλαμβάνει την ευθύνη γι΄αυτό, διακινδυνεύοντας τη δόλια συμπλήρωση του, και η υπεράσπιση non est factum δεν μπορεί να επιτύχει και δεν μπορεί αυτός να ισχυρίζεται ότι κάτω απ΄αυτές τις συνθήκες δεν υπήρξε συμφωνία (consensus ad idem). (Δέστε και Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522). Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο και έκρινε το θέμα, συμπεραίνοντας πως δεν είχε εφαρμογή η υπεράσπιση non est factum.» Στην υπόθεση L´Estrange v. F.Graucob Ltd
(1934)All E.R.16 στην οποία υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Parker v. South Eastern Rail και διατυπώθηκε η αρχή που θέλει τον υπογράφοντα μια γραπτή συμφωνία να δεσμεύεται από αυτήν ακόμα και αν δεν την έχει προηγουμένως διαβάσει. Ειδικότερα, στην L´Estrange αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «In an ordinary case, where an action is brought on a written agreement which is signed by the defendant the agreement is proved by proving his signature and in the absence of fraud, it is wholly immaterial that he has not read the agreement and does not know its contents» Στην υπόθεση Κουλλαπής ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A751, Πολιτική Έφεση 141/2010, ημερομηνία 13.11.2015 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Όπως ορθά τόνισε το πρωτόδικο δικαστήριο, εκείνο που έχει καθοριστική σημασία είναι η ξεκάθαρη και σαφής διατύπωση της πρόθεσης των μερών, όπως αυτή διατυπώνεται στους όρους της σύμβασης. Ορθά, κατά την άποψή μας, επισημαίνει το πρωτόδικο δικαστήριο ότι αυτά που πιθανόν να είχε στο μυαλό του ή αντιλήφθηκε ο Εφεσείων, ο οποίος ας σημειωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν τραπεζικός υπάλληλος, δεν του επιτρέπουν να τα προβάλλει ως όρους που διέπουν τη συμφωνία, όταν ο ίδιος, θέτοντας την υπογραφή του στην επίδικη συμφωνία, όχι μόνο αποποιήθηκε τέτοια θέματα, αλλά και αποδέχθηκε εντελώς αντίθετους όρους, όπως για παράδειγμα τον όρο 9 του σχεδίου «Εθνοεπενδυτής» (Τεκμήριο 1), με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι: [.]» Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου,
(2009)1 ΑΑΔ 862 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η λεκτική διατύπωση των όρων της συμφωνίας εγγυήσεως ημερ. 2.2.1998, όπως ορθά, κατά την άποψή μας, ερμηνεύεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών. Να εξασφαλιστούν οι εφεσίβλητοι για τις υπάρχουσες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρήσουν στο μέλλον στον Γ. Γεωργίου. Ταυτοχρόνως η εφεσείουσα, όπως καταγράφεται με σαφήνεια στο συγκεκριμένο έγγραφο, αποδέχτηκε να παράσχει εγγύηση, και στη συνέχεια επεξέτεινε την εγγύηση αυτή, με υποθήκη προς όφελος των εφεσιβλήτων, για να καλύψει τις τραπεζικές διευκολύνσεις προς τον Γ. Γεωργίου. Οι περιβάλλουσες συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας εγγυήσεως και κατ' επέκταση και της υποθήκης όπως περιγράφονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, βασιζόμενο στην αποδεχτή μαρτυρία που πρόσφεραν οι εφεσίβλητοι, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όντως η πρόθεση της εφεσείουσας ήταν να παράσχει συνεχή εγγύηση και υποθήκη για υφιστάμενες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρούσαν οι εφεσίβλητοι προς όφελος του Γ. Γεωργίου. Με γνώμονα τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι η εφεσείουσα απέτυχε να στοιχειοθετήσει και τον πρώτο λόγο έφεσης» Στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας ν. Γερολέμου Καπετάνιου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A8, Πολιτική Έφεση 200/2009, ημερομηνίας 9.01.2014 αναφέρθηκαν περαιτέρω τα εξής πολύ σημαντικά: Οι περιβάλλουσες συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας επέκτασης και τα σχετικά ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα οποία κρίνονται απολύτως δικαιολογημένα, ενισχύουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, τη θέση ότι οι εναγόμενοι εγγυητές υπέγραψαν το έγγραφο εγγύησης και δεσμεύτηκαν από το εν λόγω έγγραφο, του οποίου η λεκτική διατύπωση είναι σαφής και ξεκάθαρη και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών, έτσι ώστε να προκύπτει ότι η εγγύηση που παραχωρήθηκε ήταν συνεχής. Η εφεσείουσα δυνάμει των όρων 16 και 17 της Σύμβασης Εγγύησης είχε το δικαίωμα να αυξάνει το δάνειο του πρωτοφειλέτη χωρίς να επηρεάζεται η ισχύς της εγγύησης, η οποία ήταν μια πρόσθετη εξασφάλιση που δεν επηρεάζει η επηρεαζόταν από μελλοντικές ή υφιστάμενες εξασφαλίσεις που είχε στη διάθεσή της από τον εναγόμενο 5, όρος 16 και 17. [.]Με δεδομένο ότι η συμφωνία εγγυήσεως αναφέρει ρητά ότι οποιαδήποτε πρόσθετη εξασφάλιση δεν επηρέαζε την εγγύηση, με δεδομένο ότι οι σχέσεις μεταξύ εγγυητών και εφεσείουσας καθορίζονταν από τη συμφωνία εγγυήσεως και όχι από τη συμφωνία δέσμευσης, η εφεσείουσα ήταν ελεύθερη να χρησιμοποιήσει το ποσό της δέσμευσης κατά την κρίση της. [.]Ουσιαστικά το πρωτόδικο Δικαστήριο, αγνοώντας τους όρους της εγγύησης, προχώρησε σε αυθαίρετη ερμηνεία των όρων της συμφωνίας δέσμευσης για να καταλήξει σε λανθασμένα συμπεράσματα» Συνάγεται από την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία ότι ο κανόνας του non est factum διέπει τις περιπτώσεις εκείνες που το «αθώο μέρος» υπογράφει μια σύμβαση χωρίς να αντιληφθεί σωστά το χαρακτήρα του εγγράφου και αποτελεί υπεράσπιση προς όφελος του αθώου μέρους. Ο κανόνας όμως δεν επεκτείνεται και στο περιεχόμενο του εγγράφου αλλά ούτε και μπορεί να χρησιμοποιηθεί η υπεράσπιση αυτή όπου υπάρχει αμέλεια. Ως έχει περαιτέρω νομολογιακά καθιερωθεί, ο γενικός κανόνας του non est factum καθορίζει πως ο καθένας θεωρείται πως έχει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου το οποίο υπογράφει και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στο διάδικο που επικαλείται αυτή την υπεράσπιση. Από την μαρτυρία που τέθηκε υπόψη μου στην παρούσα υπόθεση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη προκύπτει ότι: (α) Η εναγόμενη 4 γνώριζε πολύ καλά το χαρακτήρα και τη φύση της συμφωνίας που υπέγραψε ως επίσης και το περιεχόμενο της. Επομένως, είναι πρόδηλο ότι ο ισχυρισμός περί άγνοιας του περιεχομένου της συμφωνίας εγγύησης που υπέγραψε η εναγόμενη 4 ή οι διάφοροι ισχυρισμοί που προβάλλει στην υπεράσπιση της περί δόλου, απάτης, απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος και ψευδών παραστάσεων από πλευράς της ενάγουσας, είναι αναληθείς και παντελώς αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Σε γραπτές συμβάσεις δεν υπάρχουν παραστάσεις/διαβεβαιώσεις διότι στις γραπτές συμβάσεις οι ρητοί όροι εξαντλούνται στο κείμενο των συμφωνιών. Ζήτημα παραστάσεων ανακύπτει σε προφορικές συμβάσεις. Η ίδια η Συμφωνία Εγγύησης (Τεκμ. 5) καταρρίπτει τους ισχυρισμούς της εναγομένης 4 περί «εντυπώσεων» που δήθεν της είχαν δημιουργηθεί κατόπιν δήθεν παραστάσεων ή διαβεβαιώσεων της ενάγουσας. Ειδικότερα, στη Συμφωνία Εγγύησης αναφέρονται ξεκάθαρα οι ακόλουθοι όροι: (α) Στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας: «ΠΡΟΣΟΧΗ Με την παραχώρηση της εγγύησης σας με το έγγραφο αυτό δυνατό να βρεθείτε εξ' ολοκλήρου και μόνος υπεύθυνος για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη κατά το χρόνο υποβολής απαίτησης από την Τράπεζα και τούτο ισχύει είτε είστε ο μοναδικός εγγυητής είτε υπογράφετε μαζί με άλλους εγγυητές.» (β) Στον όρο 2 της Συμφωνίας Εγγύησης: «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν είτε που πιθανόν να καταστούν απαιτητές [.]» (γ) Στον όρο 3 της Συμφωνίας Εγγύησης: «Συμφωνώ ότι η παρούσα εγγύησή μου είναι συνεχής προς την Τράπεζα και δεν θα τερματίζεται παρά μόνο αφού περάσουν επτά ημέρες από την ημέρα που θα λάβει η Τράπεζα στο Κατάστημα B/Centre Μακαρίου Λάρνακα γραπτή ειδοποίηση με ασφαλισμένη επιστολή μου [.]». (δ) Στον όρο 3 της Συμφωνίας Εγγύησης: «Και η παρούσα εγγύηση θα ισχύει για το τελικό υπόλοιπο που δυνατόν να καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα από τον Πρωτοφειλέτη και μέχρις ότου πληρωθεί το εν λόγω υπόλοιπο, η Τράπεζα θα δικαιούται να κρατήσει, να πραγματοποιήσει ή να διαθέσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και κατά την απόλυτη κρίση της οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις έχει σήμερα ή που δυνατόν να έχει στο μέλλον και χωρίς να είναι υπόχρεη να λογίσει προς όφελος μου οποιοδήποτε ανάλογο ποσό των εξασφαλίσεων ή εισπράξεων αυτών μέχρις ότου το τελικό υπόλοιπο θα έχει εξοφληθεί πλήρως [.].» (ε) Στον όρο 13 της Συμφωνίας Εγγύησης: «Η παρούσα εγγύηση θα είναι μια επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση και δεν θα επηρεάζει ή επηρεάζεται από υφιστάμενες ή μελλοντικές εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις που έχει ή θα έχει η Τράπεζα από τον Πρωτοφειλέτη ή από εμένα ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα.» Έχοντας επομένως υπόψη τις ανωτέρω νομολογιακές αρχές που βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και έχοντας περαιτέρω υπόψη τους πιο πάνω όρους της Συμφωνίας Εγγύησης αλλά και τον σκοπό για τον οποίο αυτή υπογράφηκε (δηλαδή προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση του δανείου που θα χορηγείτο στην εναγόμενη 1, στην οποία μέτοχος ήταν και η εναγόμενη 4) δεν μπορούν να ευσταθούν οι εκ των υστέρων προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που η εναγόμενη 4 προβάλλει περί « εντυπώσεων που της είχαν δημιουργηθεί ότι δεν θα κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό ή ότι υπέγραφε μια εγγύηση τυπική ή ότι δεν θα ευθυνόταν για την αποπληρωμή του χρέους». Οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται ως αβάσιμοι και ως αντίθετοι με τα όσα γραπτώς και οικειοθελώς συμφώνησε η εναγόμενη 4 με την ενάγουσα. Στην υπόθεση Μάριος Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 167/2010, ημερομηνίας 21/10/2015 λέχθηκαν τα εξής πολύ σημαντικά: «Η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και δεν συνιστά ούτε μαρτυρία, ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών (Μαυρομιχάλη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 530, 531 και 533). Δεν είναι δυνατόν καν να συζητηθεί ότι ο εφεσείων δεν έλαβε τις ειδοποιήσεις για τις καθυστερήσεις πληρωμής, από τη στιγμή που δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του κατά την ακροαματική διαδικασία, οι οποίοι παρέμειναν μέχρι τέλους παντελώς αστήρικτοι και κενοί περιεχομένου. Συνεπώς, ορθά, όπως υποστηρίζει και η πλευρά των εφεσιβλήτων, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν απασχόλησαν το Δικαστήριο: ουδεμία θετική μαρτυρία δόθηκε ως προς τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς (Ελληνική Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Ε.Τ. AutosparesEnterprisesLtd
(1998)1(B) A.A.Δ. 843). Το αυτό ισχύει και για τον μετέωρο ισχυρισμό του εφεσείοντος: ότι είχε απαλλαγεί της συμφωνίας ως εγγυητής λόγω αλλαγών, τροποποιήσεων και ανανεώσεων επί των συμφωνιών. Και εδώ δεν είναι αρκετή αφ΄ εαυτής η γενική επίκληση του νομοθετήματος ώστε να οδηγήσει σε απαλλαγή. Απαιτείται θεμελίωση του δικαιώματος που παρέχει ο Νόμος ώστε να αποδοθεί και η ανάλογη προστασία στον επικαλούμενο το δικαίωμα και εδώ τον εφεσείοντα, ως εγγυητή. Θα έπρεπε να στοιχειοθετηθεί με μαρτυρία ούτως ώστε να καταδειχθεί ποιοι όροι της σύμβασης ουσιώδεις ή μη παραβλάφθηκαν και ποια δικαιώματα του εφεσείοντος εγγυητή παραβιάστηκαν κατά τρόπο που να θεωρείται ότι απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του, άρθρο 12 του Νόμου. Άλλωστε, όπως σημειώνει το Δικαστήριο, με το τεκμήριο 2, καταδεικνύεται ότι ο εφεσείων δυνάμει δεσμευτικής συμφωνίας εγγυήσεως, συμφώνησε με τους εφεσίβλητους και απεδέχθη ότι οι τελευταίοι δικαιούνταν να δίδουν παρατάσεις στον πρωτοφειλέτη, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση προς τους εγγυητές, οι οποίοι παρέμειναν υπεύθυνοι υπό την εν λόγω ιδιότητα τους, μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Το Δικαστήριο βασιζόμενο σε θετική μαρτυρία όπως προσφέρθηκε από την πλευρά των εφεσιβλήτων που είχαν και το βάρος απόδειξης, ορθά κατέληξε στα ευρήματα του (Α. Μιχαηλίδης ν. Α. Δημοσθένους Κακουλλή κ.α.
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 674) με αποτέλεσμα ως προς το στοιχείο αυτό να μην παρέχεται πεδίο επέμβασης» Ενόψει των ανωτέρω οι σχετικοί ισχυρισμοί της εναγομένης 4 δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτοί και απορρίπτονται στο σύνολο τους. Σε κάθε περίπτωση η εναγόμενη 4 δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε να αποδείξει την υπεράσπιση του non est factum ή τους ισχυρισμούς της περί απάτης, ψευδών παραστάσεων, αμέλειας, απόκρυψης ουσιώδους περιστατικού ή άλλως πώς. Αντίθετα, ως προαναφέρθηκε, ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από την υπεράσπιση και, κατ' επέκταση, οι σχετικοί ισχυρισμοί της απορρίπτονται ως ανεδαφικοί. Ισχυρίζεται η εναγόμενη 4 ότι η εγγύηση είναι ανεφάρμοστη ή/και άκυρη ή/και ακυρώσιμη ενόψει τροποποίησης ή/και μεταβολής ή/και απόσυρσης των εξασφαλίσεων ή/και ενόψει της μη ενημέρωσης ή/και τη λήψη συγκατάθεσης από την εναγόμενη 4 και ότι έγινε σε συνεννόηση με τον εναγόμενο
  1. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης 4 παραπέμπει στις εγγυητικές επιστολές που είχαν δοθεί από τον εναγόμενο 2 (συνεγγυητή της) για την περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση του επίδικου δανείου. Οιαδήποτε άλλη συσχέτιση του ισχυρισμού αυτού με οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις που είχαν δοθεί σε σχέση με το επίδικο δάνειο είναι αβάσιμος και ανεδαφικός. Εξίσου ως αβάσιμος και ανεδαφικός θα πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός ότι είχαν δοθεί περαιτέρω εξασφαλίσεις από εκείνες που αναφέρονται στην Κοινοποίηση των όρων της συμφωνίας δανείου (Τεκμ. 4). Ο πιο πάνω ισχυρισμός της Εναγομένης 4 φαίνεται να στηρίζεται στα άρθρα 91, 97 και 99 του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149).Ειδικότερα: Στο άρθρο 91 του Κεφ. 149 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Απαλλαγή εγγυητή με τη μεταβολή των όρων της σύμβασης.
  2. Κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής.» Στο άρθρο 97 του Κεφ. 149 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Απαλλαγή εγγυητή λόγω πράξης ή παράλειψης του πιστωτή η οποία παραβλάπτει τελική ικανοποίηση του εγγυητή.
  3. Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται.» Στο άρθρο 99 του Κεφ. 149 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Δικαίωμα εγγυητή να επωφεληθεί των υπέρ του πιστωτή ασφαλειών. Επιφύλαξη. 99.-
(1)Ο εγγυητής δικαιούται το όφελος κάθε ασφάλειας την οποία ο πιστωτής είχε έναντι του πρωτοφειλέτη κατά τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης, είτε ο εγγυητής γνώριζε την ύπαρξη της ασφάλειας αυτής είτε όχι~ και αν ο πιστωτής χάσει ή, χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, αποξενωθεί από αυτή, ο εγγυητής απαλλάσσεται κατά την έκταση της αξίας της ασφάλειας.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ή του προηγούμενου άρθρου δεν επηρεάζουν τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού.» Κατά την παράθεση της μαρτυρίας και ειδικότερα στην αξιολόγηση αυτής του κ. Η. Κουσιάππα (Μ.Ε.4) κατέγραψα τα όσα συνέβησαν σε σχέση με τις εγγυητικές επιστολές. Σημειώνω ότι σε σχέση με τις εγγυητικές επιστολές: (α) αυτές αποτελούσαν υφιστάμενες εξασφαλίσεις που εξασφάλιζαν και άλλες (προηγούμενες) διευκολύνσεις που είχαν χορηγηθεί από την ενάγουσα στην εναγόμενη 1 και που κατά τη μεταφορά τους στα Recoveries έδειχναν υπόλοιπο το ποσό των €240.
  1. (β) Η αξία των εγγυητικών επιστολών που είχαν δοθεί κατά το χρόνο υπογραφής του επίδικου δανείου ήταν για ποσό €41.006 και είχαν ημερομηνία λήξης την 17.09.2008 (βλ.Τεκμ. 24). (γ) Οι ως άνω εγγυητικές επιστολές είχαν δοθεί από τον εναγόμενο 2 (συνεγγυητή της εναγόμενης 4) και όχι από τον πρωτοφειλέτη του δανείου. (γ) Μετά την υπογραφή του επίδικου δανείου η ενάγουσα προέβαινε σε διάφορες ανανεώσεις των εν λόγω εγγυητικών. Οι ανανεώσεις που ακολούθησαν αύξησαν το ποσό της εγγυητικής που εξασφάλιζε το επίδικο δάνειο από €41.006 σε €65.000 (βλ. Τεκμ. 24, 25, 26 και στην πρώτη σελίδα του Τεκμ. 28). (δ) Η εγγυητική επιστολή που εξασφάλιζε το επίδικο δάνειο βρισκόταν σε ισχύ μετά τον τερματισμό του δανείου (πρόκειται για την εγγυητική Ε275/2010 για το ποσό των €65.000 με ημερομηνία λήξης 26.03.2011) Η τελευταία εγγυητική που εξασφάλιζε το επίδικο δάνειο ήταν η εγγυητική Ε453/2011 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ για το ποσό των €65.000 με ημερομηνία λήξης 27.06.2011 (σχετική είναι η πρώτη σελίδα του Τεκμ. 28). Επομένως, η εγγυητική που δόθηκε ως εξασφάλιση του επίδικου δανείου βρίσκονταν σε ισχύ κατά το χρόνο που τερματίστηκε το επίδικο δάνειο. Εντούτοις, παρόλο που η εναγόμενη 4 γνώριζε για την απαίτηση της ενάγουσας σε σχέση με το επίδικο δάνειο, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την τύχη της εν λόγω εξασφάλισης. Πέραν των πιο πάνω υπάρχουν και σχετικές πρόνοιες στην επίδικη Συμφωνία Εγγύησης που δεσμεύουν την εναγόμενη 4 πέραν των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών και ανεξάρτητα από αυτές. Ειδικότερα: Στον όρο 5 της Συμφωνίας Εγγύησης αναφέρεται ότι: «Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από εμένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης: [.] (δ) Να συναλλάσσεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέσει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή άλλες εγγυήσεις ή δικαιώματα που η Τράπεζα έχει τώρα ή δυνατόν να έχει στο μέλλον από τον Πρωτοφειλέτη ή εναντίον του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.» Στον όρο 13 της Συμφωνίας Εγγύησης: «Η παρούσα εγγύηση θα είναι μια επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση και δεν θα επηρεάζει ή επηρεάζεται από υφιστάμενες ή μελλοντικές εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις που έχει ή θα έχει η Τράπεζα από τον Πρωτοφειλέτη ή από εμένα ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα». Προκύπτει από τα πιο πάνω η σαφής και ξεκάθαρη πρόθεση των μερών να μην επηρεάζεται η ευθύνη της εναγομένης 4 (ως εγγυήτριας των υποχρεώσεων της εναγομένης 1) από την ακύρωση, τροποποίηση ή αποχή της ενάγουσας από του να τελειοποιούν ή να θέτουν σε εφαρμογή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή άλλες εγγυήσεις ή δικαιώματα που είχαν εναντίον της εναγομένης 1 ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου) και καμία αμφιβολία δεν υπάρχει ως προς την πρόθεση αυτή των μερών. Επομένως, το δικαίωμα της ενάγουσας να χειρίζεται κατά την κρίση της τις εξασφαλίσεις του επίδικου δανείου προκύπτει αναντίλεκτα από τις πρόνοιες της επίδικης Συμφωνίας Εγγύησης, όπως αναντίλεκτα προκύπτει και ότι η ευθύνη της εναγομένης 4 δεν θα επηρεάζονταν καθ' οιονδήποτε τρόπο από την τύχη των λοιπών εξασφαλίσεων. Κατ' επέκταση, οι ενδοτικού δικαίου πρόνοιες των άρθρων 91, 97 και 99 του Κεφ. 149 δεν βρίσκουν κανένα έρεισμα στην υπό κρίση περίπτωση αφού ο τρόπος με τον οποίο η ενάγουσα χειρίστηκε τις εγγυητικές επιστολές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου ενέπιπτε στα όσα ρητά συμφωνήθηκαν από τα μέρη. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας ν. Γερολέμου Καπετάνιου κ.α., (πιο πάνω) όπου παρέθεσα σχετικό απόσπασμα και όπου κατά ανάλογο τρόπο έτυχαν αντιμετώπισης από το Ανώτατο Δικαστήριο αντίστοιχες υπερασπίσεις που προβλήθηκαν από τον εγγυητή σε σχέση με την εφαρμογή των άρθρων του Περί Συμβάσεων Νόμου που αφορούν τους εγγυητές. Την ίδια προσέγγιση με τα πιο πάνω τήρησε το Ανώτατο Δικαστήριο και σε αντίστοιχους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στην υπόθεση M.I.T. Global Data solutions Limited κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A815, Πολιτική Έφεση 21/2011, ημερομηνίας 04.12.
  2. Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω), επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση υπέρ της Εφεσίβλητης κατά την οποία κρίθηκε ότι «η εγγύηση που εδόθη το 1991 ήταν συνεχής και κάλυπτε την επανέγκριση και αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού που δόθηκε το
  3. Επίσης, στην υπόθεση Archbold Investments Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084, λέχθηκαν τα εξής: «Στη βασική συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης εταιρείας, τεκμήριο 1, αναφέρεται στον όρο 2 ότι το ποσό και ο τύπος των χορηγουμένων πιστωτικών διευκολύνσεων θα υπόκειντο στην απόλυτη κρίση των εναγόντων. Ο όρος αυτός έγινε ρητά αποδεκτός και στην υπεράσπιση των εναγόμενων. Είναι δε φανερό ότι παρείχε τη δυνατότητα στους ενάγοντες να αυξήσουν το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού που είχε ανοιχθεί δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας προς όφελος της εναγόμενης εταιρείας, πράγμα το οποίο είχε γίνει σε τρεις περιπτώσεις χωρίς αυτό, βεβαίως, να συνιστά μεταβολή οποιουδήποτε όρου της συμφωνίας αυτής αλλά αντίθετα πιστή εφαρμογή του. Επίσης, επισύρεται η προσοχή και στον όρο 18 της συμφωνίας εγγύησης, τεκμήριο 2, με τον οποίο οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν δεσμευτεί ότι η ευθύνη τους με βάση την εγγύηση αυτή θα ήταν απεριόριστη.» Καθοδηγητικά σε σχέση με τον υπό εξέταση ισχυρισμό της εναγόμενης 4 είναι και τα όσα αναφέρθηκαν από την Έντιμη Ελ. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Νίκου Λοφίτη κ.α., αρ. αγωγής 721/07 Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 27.05.2013, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασικό επιχείρημα των εναγομένων ήταν ότι τόσο με την πρακτική είσπραξης των χρεών από την εταιρεία όσο και με την αύξηση του ορίου του λογαριασμού της εταιρείας, χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση των εγγυητών, υπάρχει αλλοίωση των όρων της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων και, με βάση τα άρθρα 91, 92, 93 και 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, οι εγγυητές έχουν απαλλαγεί των υποχρεώσεων τους δυνάμει των Συμφωνιών Εγγύησης. Χρήσιμη ανάλυση αυτού του θέματος γίνεται στο σύγγραμμα Σύμβαση Εγγύησης του κ. Χριστάκη Λουκά, στις σελ. 232-262. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι εγγυητές υπέγραψαν τις Συμφωνίες Εγγύησης, στις οποίες προνοείται η δυνατότητα μεταβολής των όρων της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων και ακόμα της ύπαρξης οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σε αυτή, δηλαδή τη Φάκτορς και την εταιρεία, και μεταβολής αυτής, ακόμα και αν αυτή η μεταβολή αυξήσει την ευθύνη των εγγυητών έναντι στη Φάκτορς, και ειδικότερα ότι αυτοί υπέχουν ευθύνη ως πρωτοφειλέτες. Από τη στιγμή που οι εναγόμενοι 1 και 2, ως εγγυητές, υπέγραψαν και αποδέχθηκαν αυτές τις πρόνοιες, αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα τροποποίησης των όρων της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων έστω και αν αυτή αυξάνει την ευθύνη τους ως εγγυητές, και αναγνωρίζοντας την ευθύνη τους ως πρωτοφειλέτες, τότε αυτοί δεν μπορούν να επικαλούνται τις προαναφερόμενες πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου και δεν απαλλάσσονται της ευθύνης τους δυνάμει των Συμφωνιών Εγγύησης. Αυτοί οι όροι αποτελούν ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Φάκτορς έναντι των εγγυητών και έτσι αυτοί δεν απαλλάσσονται της ευθύνης τους. Σχετικά παραπέμπω στο προαναφερόμενο σύγγραμμα, στις σελ. 233, 239 και 245, στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 18, σελ. 502, παρ. 922 και στην υποσημείωση (r), και στις υποθέσεις British Motor Trust Co. v. Hyams
(1934)50 T.L.R. 230, Greenwood v. Francis
(1899)1 Q.B. 312, C.A., Perry v. National Provincial Bank of England
(1910)1 Ch. 464, C.A., Yates v. Evans
(1892)61 L.J. Q.B. 446, και Cowper v. Smith
(1838)4 M & W 519». Περαιτέρω, σε ότι αφορά την εφαρμογή του άρθρου 99
(1)του Κεφ. 149, θα πρέπει να πω, υιοθετώντας την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας, ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση αφού, πέραν των ως άνω αναφερομένων, δεν συντρέχουν τα κριτήρια που προϋποθέτουν την εφαρμογή του. Ειδικότερα: (α) Το άρθρο 99
(1)προβλέπει ότι «Ο εγγυητής δικαιούται το όφελος κάθε ασφάλειας την οποία ο πιστωτής είχε έναντι του πρωτοφειλέτη κατά τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης [.]». Επομένως, για να τύχει εφαρμογής το εν λόγω άρθρο θα πρέπει η ασφάλεια που είχε ο πιστωτής να ήταν έναντι του πρωτοφειλέτη δηλαδή να είχε δοθεί από τον πρωτοφειλέτη. Τούτο είναι λογικό και συνάδει πλήρως με το πνεύμα και τον σκοπό των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 149 που αφορούν τους εγγυητές. Συνεπώς, στα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, το εν λόγω άρθρο δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι οι εγγυητικές επιστολές δεν εδόθησαν στην ενάγουσα από τον πρωτοφειλέτη (την εναγόμενη 1), δεν ήταν δηλαδή έναντι του πρωτοφειλέτη αλλά έναντι άλλου συνεγγητή της εναγομένης 4. Οιαδήποτε άλλη ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 99
(1)θα απέληγε σε ατραπούς πραγματικά και νομικά ανεπιθύμητους καταστρατηγώντας το σκοπό για τον οποίο υπάρχουν οι εν λόγω πρόνοιες στο Κεφ. 149. (β) Καμία μαρτυρία δεν προωθήθηκε από την εναγόμενη 4 ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει τη θέση ότι η ενάγουσα έχασε ή αποξένωσες οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις του επίδικου δανείου. Σε σχέση δε με το ποσό των χρημάτων που αφορούσαν οι εγγυητικές επιστολές, η εναγόμενη 4 δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο (ως όφειλε) οποιαδήποτε μαρτυρία που να προωθεί τον ισχυρισμό της ότι τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στο Συνεργατικό για λογαριασμό του εναγόμενου 2 χάθηκαν ή αποξενώθηκαν, μέχρι ποιου βαθμού και πότε έγινε αυτό. Επομένως, η εναγόμενη 4 δεν έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο ικανή μαρτυρία που να υποστηρίζει τα όσα προϋποθέτει το άρθρο 99
(1)ότι δηλαδή: (α) υπήρχε όφελος από τις εν λόγω εγγυητικές επιστολές του Συνεργατικού, (β) ότι το όφελος αυτό υπήρχε κατά το χρόνο σύναψης της Συμφωνίας Εγγύησης, (γ) ότι οι εγγυητικές «χάθηκαν» ή «αποξενώθηκαν», (δ) εάν «χάθηκαν» ή «αποξενώθηκαν», σε ποιο βαθμό έγινε αυτό και σε ποια έκταση μπορεί να απαλλαγεί (λαμβανομένου υπόψη ότι οι εν λόγω εγγυητικές εξασφάλιζαν και άλλες διευκολύνσεις, προγενέστερες της επίδικης που έδειχναν υπόλοιπο κατά πολύ μεγαλύτερο της αξίας των εγγυητικών που δόθηκαν). Σε κάθε περίπτωση, η πλευρά της εναγόμενης 4 δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τους ως άνω ισχυρισμούς της. Κατ' επέκταση, οι ισχυρισμοί που προβάλλει στην υπεράσπιση της περί δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, συνεννόησης της ενάγουσας με τον εναγόμενο 2, βλάβη των συμφερόντων της ενόψει της μη ενημέρωσης της ή άλλως πώς, αποτελούν ισχυρισμούς που σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και οι οποίοι θα πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω προκύπτει από τη μαρτυρία ότι: (α) Η εναγόμενη 4 γνώριζε πολύ καλά το συμβατικό πλαίσιο της επίδικης διευκόλυνσης και ήταν πολύ καλά πληροφορημένη για το είδος των εξασφαλίσεων που θα προσφέρονταν. Τούτο υποδηλώνει ότι γνώριζε για τις εγγυητικές και ότι αυτές δόθηκαν ως εξασφάλιση του επίδικου δανείου (τούτο άλλωστε προκύπτει και από την υπεράσπιση της) και γνώριζε βεβαίως ότι οι εν λόγω εγγυητικές επιστολές έφεραν ημερομηνία λήξης. Επομένως, η κατά παράδοξο τρόπο θέση που φαίνεται να προβάλλει η εναγόμενη 4 είναι ότι είχε την «εντύπωση» (ως ισχυρίζεται) ότι οι εν λόγω εγγυητικές κάλυπταν πλήρως το χρέος, εντούτοις, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για το επίδικο χρέος και ουδέποτε προέβαλε τα όσα σήμερα προβάλλει, παρόλο που οχλήθηκε επανειλημμένα από την ενάγουσα για την αποπληρωμή του επίδικου χρέους. (β) η εναγόμενη 4 είχε προηγούμενες συναλλαγές με την ενάγουσα και αποτελεί πρόσωπο που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχε πείρα στις συναλλαγές με πιστωτικά ιδρύματα. Παρά ταύτα, προβάλλει στην υπεράσπιση της ότι υπέγραφε εγγύηση έχοντας την εντύπωση και βασιζόμενη στο ότι δεν θα κληθεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό (ενόψει των εγγυητικών επιστολών και της δέσμευσης κατάθεσης του εναγόμενου 2) τη στιγμή μάλιστα που από το περιεχόμενο του Τεκμ. 4 (απόφαση της ενάγουσας με αριθμό 1820) προκύπτει αναντίλεκτα ότι το επίδικο δάνειο δόθηκε για ποσό €120.000 ενώ οι εγγυητικές επιστολές του Συνεργατικού (Ε15/03, Ε6/2004) και η δέσμευση κατάθεσης του λογαριασμού 0577-07-000009 επρόκειτο για υφιστάμενες εξασφαλίσεις (δηλαδή για εξασφαλίσεις που κάλυπταν προηγούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν στην εναγόμενη 1) συνολικής αξίας πολύ μικρότερης του δανείου που επρόκειτο να χορηγηθεί. (γ) Η εναγόμενη 4 ήταν μέτοχος στην εναγόμενη 1. Επομένως, είχε κάθε όφελος στην εταιρεία και, ως είναι λογικό, επιθυμούσε η εταιρεία της να παρουσιάζει κέρδη/έσοδα κλπ. Τα όσα σήμερα προβάλλει περί εντυπώσεων ή απάτης ή δόλου ή άλλως πώς δεν είναι ούτε λογικά αλλά ούτε και αληθινά αλλά αντίθετα αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις χωρίς κανένα περιεχόμενο και ουσία. Τα ως άνω αναφερόμενα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εναγόμενη 4 δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία στο Δικαστήριο για την προώθηση των εν λόγω ισχυρισμών της, οδηγούν στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί της αυτοί παρέμειναν μετέωροι, χωρίς κανένα περιεχόμενο και χωρίς να υποδειχθεί η όποια βασιμότητας τους. Στην παρούσα εφαρμόζονται πλήρως τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Μάριος Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πιο πάνω) όπου παρατίθεται και σχετικό απόσπασμα. στ Προβλήθηκε ότι η Συμφωνία Εγγύησης περιέχει παράνομους ή/και καταχρηστικούς ή/και αντισυμβατικούς όρους. Το ζήτημα της εγγύησης, ρυθμίζεται από το Άρθρο 84 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 αναφέρει ότι: «Σύμβαση εγγύησης είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο, το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται ΄εγγυητής΄, το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται ΄πρωτοφειλέτης΄ και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής".» Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, 27η έκδοση, σελ.1305 παρά.42-001: «..... A contract of suretyship is in essence a contract by which one person (the surety) agrees to answer for some liability of another (the principal debtor) to a third person (the creditor).» Είναι ξεκάθαρο ότι με την σύμβαση εγγύησης κάποιο τρίτο πρόσωπο (ο εγγυητής) αναλαμβάνει έναντι του πιστωτή την εκπλήρωση της υποχρέωσης ή υπόσχεσης του πρωτοφειλέτη. Ενώ η σύμβαση εγγύησης αποτελεί αυτόνομη σύμβαση είναι ταυτόχρονα και το παρεπόμενο αποτέλεσμα μιας άλλης σύμβασης, της κυρίας σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη για την οποία συνάπτεται η σύμβαση εγγύησης. Ως προς το ζήτημα της αντιπαροχής (consideration) το Άρθρο 85 του Κεφ.149 προνοεί ότι: «Κάθε πράξη ή υπόσχεση προς όφελος του πρωτοφειλέτη δύναται να αποτελεί επαρκή αντιπαροχή για τον εγγυητή για παροχή της εγγύησης». Το άρθρο αυτό θεωρεί επαρκή αντιπαροχή την πράξη ή υπόσχεση που δίνεται στον πρωτοφειλέτη από τον πιστωτή. Ο πιστωτής είναι αυτός που παρέχει την αντιπαροχή. Ο εγγυητής δεν έχει ουσιαστικά συμφέρον δίνοντας μια εγγύηση αλλά αντίθετα, αναλαμβάνει μια πρόσθετη, στις τυχόν άλλες που πιθανόν να υπάρχουν, προσωπικές υποχρεώσεις του. Το αντάλλαγμα το επωφελείται βασικά ο πρωτοφειλέτης τον οποίο εγγυήθηκε ο εγγυητής. Στην υπόθεση Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Νίκου Λοφίτη κ.α. (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «[.]θέση των εναγομένων ότι οι Συμφωνίες Εγγύησης περιέχουν παράνομους και καταχρηστικούς όρους είναι αβάσιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω. Οι εν λόγω Συμφωνίες είναι καθ΄ όλα νόμιμες και περιέχουν τους συνήθεις όρους της τραπεζικής πρακτικής, όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Σύμβαση Εγγύησης του κ. Χριστάκη Λουκά, στις σελ. 239 και 254». Προβλήθηκε κατά την ακρόαση ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα παραβίασε τις νομικές της υποχρεώσεις επειδή (κατ' ισχυρισμόν) δεν ενημέρωσε εγκαίρως την εναγόμενη 4 για τις καθυστερήσεις που παρατηρούντο στην αποπληρωμή του επίδικου δανείου. Ειδικότερα, υποβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα παραβίασε τις πρόνοιες του άρθρου 12
(1)του Ν.197(Ι)/2003. Σε σχέση με τον ισχυρισμό παραθέτω τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλειου Μαρκόνη κ.α., αρ. αγωγής 6070/2010 του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 25/1/2016 της αδελφής Δικαστού κας Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου η οποία αναφέρει: «Το άρθρο 12
(1)του Ν.197(Ι)/2003 όπως έχει παρατεθεί πιο πάνω αναφέρει επίσης για υποχρέωση ειδοποίησης όταν υπάρχει καθυστέρηση καταβολής 3 τουλάχιστον δόσεων (δική μου υπογράμμιση) άρα ο ίδιος ο Νόμος θέτει το ελάχιστο, δηλαδή δεν μπορεί να οχληθεί ο εγγυητής αν υπήρξε καθυστέρηση λιγότερων δόσεων αλλά είναι στη διακριτική ευχέρεια του πιστωτή σε ποιο αριθμό καθυστερημένων δόσεων θα τον ειδοποιήσει. Το θέμα αφορά καθαρά γεγονότα που αλλάζουν ανάλογα με την κάθε υπόθεση και τα δικά της δεδομένα, υπενθυμίζω ότι εδώ μιλούμε για αξίωση του 2009-2010 όταν τα πράγματα στο τραπεζικό σύστημα ήταν πολύ διαφορετικά απ ότι σήμερα. Με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ1 αλλά και το Τεκμήριο 9 η τελευταία ημερομηνία σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε τη δόση του στο δάνειο, ήταν 28.3.2009. Από τον Απρίλιο του 2009 και μετά δεν πλήρωσε τη δόση του. Οι επίδικες επιστολές στάληκαν κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2010 διάστημα το οποίο δεν θεωρώ με βάση τα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης ότι είναι μακρύ, υπερβολικό ή μεγάλο. Σημειώνω εν πάση περιπτώσει ότι η υπεράσπιση του Εναγομένου 2 που είναι ότι αν ειδοποιείτο εγκαίρως θα είχε τρόπο να εξασφαλίσει την αποπληρωμή του δανείου έχει ήδη απορριφθεί.» Ενόψει των ανωτέρω ο ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 12
(1)του Ν.197(Ι)/2003 δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και απορρίπτεται ως νόμω και ουσία αβάσιμος. Από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, προκύπτει ότι η ενάγουσα επανειλημμένα είχαν οχλήσει τους εναγόμενους, σχετικές δε προς τούτου είναι οι επιστολές που κατατέθηκαν ως Τεκμ. 8, 9 και 10 όπως και προφορικά διά τηλεφώνου. Περαιτέρω, από τα περιστατικά της υπόθεσης, πρόδηλα προκύπτει ότι η εναγόμενη 4 προχώρησε στην υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης με σκοπό να χορηγηθεί το επίδικο δάνειο, αφού τούτο εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Εταιρείας στην οποία ήταν μέτοχος (και κατ' επέκταση και τα δικά της συμφέροντα). Επομένως, ο σκοπός για τον οποίο υπέγραψε τη Συμφωνία Εγγύησης δεν ήταν άσχετος με την άσκηση της επιχείρησης του. Σε κάθε περίπτωση οι περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμοι του 1996 μέχρι 2016 δεν δικογραφούνται στην υπεράσπιση της εναγομένης 4 και επομένως η πιθανότητα εφαρμογής τους δεν μπορεί να εξεταστεί. Πέραν τούτου, κανένα πραγματικό γεγονός δεν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδεικνύει (έστω για σκοπούς συζήτησης) ότι η εναγόμενη 4 δύναται να θεωρηθεί καταναλωτής ούτως ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμου. Ενόψει των ανωτέρω οι διάφοροι ισχυρισμοί της εναγομένης 4 περί ακυρότητας ή παρανομίας ή αντισυμβατικότητας των όρων της Συμφωνίας Εγγύησης απορρίπτονται ως νόμω και ουσία αβάσιμοι και ανεδαφικοί. Σε κάθε περίπτωση, τέτοιοι ισχυρισμοί δεν προωθήθηκαν με μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση δεν μπορούν να εξεταστούν (βλ. Μάριος Δημητρίου ανωτέρω). Περαιτέρω η επίδικη Συμφωνία Εγγύησης έχει καταρτιστεί δεόντως και νομοτύπως και είναι καθ' όλα έγκυρη, νόμιμη, ισχυρή και εκτελεστή και παράγει πλήρη έννομα αποτελέσματα. Προβλήθηκε ισχυρισμός περί παράνομου τερματισμού ή/και μη παραλαβή της επιστολής τερματισμού. Η εναγόμενη 4 ισχυρίζεται στην υπεράσπιση της ότι δεν παρέλαβε τις επιστολές της ενάγουσας (Τεκμ. 8, 9 και 10) και ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας Δανείου είναι παράνομος. Στον όρο 2 της Συμφωνίας Δανείου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εκτός εάν η Τράπεζα ζητήσει άμεση εξόφληση το δάνειο να αποπληρωθεί σε περίοδο 70 μηνών με 70 μηνιαίες δόσεις εκ €2.108,87 η κάθε μια με έναρξη 31/08/2008 μέχρι τελικής εξόφλησης την 31/05.2014. [...] «Νοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του προαναφερόμενου δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου αυτού, οπότε το προαναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτού καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό.» Επίσης, στον όρο 5 της Συμφωνίας Δανείου αναφέρεται ότι: «Μόλις το προαναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος τούτου ήθελε απαιτηθεί από την Τράπεζα θα εξοφλείται και ο Πελάτης οφείλει να πληρώσει προς την Τράπεζα κάθε οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του πελάτη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης.» Επιπρόσθετα, στον όρο 9 της Συμφωνίας Δανείου προβλέπεται ότι: «Οποιαδήποτε ειδοποίηση βάση της παρούσας συμφωνίας μπορεί να δοθεί στον Πελάτη γραπτώς με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή με το χέρι στη διεύθυνση που δηλώνεται στην παρούσα συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δώσει ο Πελάτης προς την Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση.» Περαιτέρω, στον όρο 10 της Συμφωνίας Εγγύησης αναφέρεται ότι: «Οποιαδήποτε ειδοποίηση βάσει της παρούσας συμφωνίας μπορεί να δοθεί σε μένα ιδιοχείρως ή με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στην παρούσα συμφωνία ή εις οποιαδήποτε νέα διεύθυνση δώσω στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή μου διεύθυνση.» Στην αγωγή Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Sun Dance Oceans Ltd κ.α.,(ανωτέρω) εξετάστηκαν ισχυρισμοί παρόμοιοι με αυτούς που προβάλλει η εναγόμενη 4 στην παρούσα αγωγή σε σχέση με τον τερματισμό. Παρατηρείται περαιτέρω ότι τα δεδομένα της υπόθεσης Sun Dance Oceans Ltd (ανωτέρω) προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με αυτά που εντοπί

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.