BAHAA BADAWI ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2692/2011, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A85 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2692/2011 Μεταξύ: BAHAA BADAWI Ενάγοντος και ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑ ΛΤΔ Εναγόμενης Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/ Αιτητή: Ο κ. Δ. Θωμά για Θέμης Θωμά & Συνεργάτες Για Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: Η κα Δ. Μιχαήλ για Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως με ημερ. 23.05.2017) (Μετά από σύντομο διάλειμμα με σκοπό τη μελέτη των γραπτών αγορεύσεων) Η απόφαση μου αυτή αφορά αίτηση του Ενάγοντος/ Αιτητή (στη συνέχεια «o Αιτητής») για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως του για την οποία καταχωρήθηκε ένσταση από την πλευρά της Εναγόμενης/ Καθ' ης η Αίτηση (στη συνέχεια «η Καθ' ης η Αίτηση»). Είχα την ευκαιρία σε προηγούμενο στάδιο να διεξέλθω το περιεχόμενο της αίτησης όπως και αυτό της ένστασης με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν. Έχω διεξέλθει τις γραπτές αγορεύσεις τις οποίες μου παρέδωσαν προηγουμένως σήμερα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Είχα δώσει, ενόψει και των λοιπών υποχρεώσεων μου κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, συνοπτικά την απόφαση μου, το πλήρες κείμενο της οποίας και ετοιμάστηκε αργότερα το οποίο και παραδίδεται στους συνηγόρους των δύο πλευρών. Ο Αιτητής με την αίτηση του αιτείται όπως του επιτραπεί να προσθέσει τα ακόλουθα στην Έκθεση Απαιτήσεως του: (α) παρ. 9 Α: Ο ενάγοντας κατόπιν οδηγιών των ιατρών και/ ή των συστάσεων του, ήτοι προέβηκε σε φυσικοθεραπείες τόσο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, όσο και στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και/ή αλλού. Συγκεκριμένα άρχισε τις φυσιοθεραπείες από κατά και/ή περί τις 20.09.2011 μέχρι και τις 18.02.2013 και/ή προγενέστερα και/ή μεταγενέστερα αυτών. (Ο ενάγοντας επιφυλάσσει παν νόμιμο δικαίωμα του για περαιτέρω λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο.) (β) Άδεια και/ή διαταγή που να επιτρέπει την τροποποίηση της παραγράφου 11 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης του που είναι το παρακλητικό της, αναπροσαρμόζοντας ανάλογα τις αξιώσεις του. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25, Θ. 1-6, Δ.48 Θ.1,2,5,8,9, Δ.64 Θ. 1-2 και επί των Γενικών Αρχών του Δικαίου της Επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο ίδιος ο ενάγων. Παρατηρώ ενόψει του σχετικού λόγου ένστασης ότι αυτή είναι συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση για γνώση του ενόρκως δηλούντος αυτής της γλώσσας και κατανόησης του κειμένου της. Σε αυτή, πλην της ιδιότητας του και της αναφοράς ότι έχει μελετήσει το περιεχόμενο της αίτησης με την οποία δηλώνει ότι συμφωνεί, ουσιαστικά ο ενάγων δίδει τον λόγο για τον οποίο δεν είχε συμπεριλάβει στην Έκθεση Απαιτήσεως του την υποβολή του σε θεραπείες φυσικοθεραπείας «με περισσότερες λεπτομέρειες» όπως αναφέρει, ο λόγος δε που παραλήφθηκαν αποδίδεται σε απώλεια του ιατρικού φακέλου του. Αναφέρει πότε προέκυψε η ανάγκη εισαγωγής αυτών των ισχυρισμών του και δικαιολόγηση ως εκ τούτου του χρόνου κατά τον οποίο υποβλήθηκε η Αίτηση. Σε λεπτομέρειες των αναφορών του αυτών θα γίνει στη συνέχεια στο κατάλληλο σημείο της απόφασης μου. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση για 23 λόγους, όπως αυτοί απαριθμούνται στην Ειδοποίηση της. Δεν θα αναφερθώ σε αυτούς με λεπτομέρεια εφόσον θα εξετασθούν κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Συνοπτικά αυτοί εστιάζονται στην καθυστέρηση με την οποία υποβλήθηκε το αίτημα για για εισαγωγή γεγονότων ή ισχυρισμών τα οποία γνώριζε ή με εύλογη επιμέλεια θα έπρεπε, εάν επιθυμούσε, να είχε εισαγάγει εξ αρχής και/ή πολύ νωρίτερα στο δικόγραφο του κατά τρόπο που να μη παραβλάπτει τα συμφέροντα της άλλης πλευράς και έτσι να καθίσταται καταχρηστική και από την άλλη ότι η αίτηση είναι χωρίς υποστήριξη λόγω της γλώσσας στην οποία συντάχθηκε η ένορκη δήλωση από τον Αιτητή, σε γλώσσα δηλαδή την οποία ο ίδιος είχε δηλώσει κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν γνωρίζει. Την ένσταση υποστηρίζει ο κ. Γεώργιος Λεωνίδα ο οποίος δηλώνει Γενικός Διευθυντής της εναγόμενης και ότι έχει διαβάσει την ένορκη δήλωση του Αιτητή με την οποία εκφράζει τη διαφωνία του. Υποστηρίζει ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση του παρόντος αιτήματος κατά τρόπο που η περαιτέρω καθυστέρηση παραβλάπτει τα δικαιώματα του προκαλώντας αδικία στην Καθ' ης η Αίτηση με τη μη εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα μας. Χαρακτηρίζει την αίτηση ως καταχρηστική εφόσον επιδιώκονται με αυτή αλλότριοι σκοποί καθώς ο Αιτητής προσπαθεί να προσθέσει γεγονότα τα οποία δεν τέθηκαν εξ υπαρχής προσπαθώντας να ανατρέψει την πορεία της διαδικασίας. Τα γεγονότα που επιδιώκει να εισαγάγει ο Αιτητής ήταν σε γνώση του και όφειλε να τα είχε δικογραφήσει έγκαιρα. Με την προτεινόμενη τροποποίηση επιδιώκεται η τροποποίηση των αιτούμενων θεραπειών και εισάγεται νέα θεώρηση της υπόθεσης με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να εκτροχιαστεί η διαδικασία. Ελλοχεύει ο κίνδυνος επανακλήτευσης μαρτύρων για προσκόμιση νέας μαρτυρίας με όλες τις σχετικές συνέπειες. Η οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα δεν μπορεί να αποζημιώσει την ζημιά που θα προκληθεί στην πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση. Δεν έχει αποσείσει το βάρος που είχε να δικαιολογήσει γιατί αποτείνεται σε αυτό το στάδιο για την εισαγωγή αυτών των ισχυρισμών. Ήταν σε γνώση του Αιτητή οι ισχυρισμοί που προσπαθεί να εισαγάγει και/ή με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να είχε εντοπίσει έγκαιρα τα έγγραφα που του δίδουν έρεισμα για την προβολή τους. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, εισηγείται ότι η αίτηση είναι παράτυπη καθώς η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι γραμμένη σε γλώσσα, ήτοι την ελληνική την οποία και δεν ομιλεί ο ενόρκως δηλών. Επομένως εξ αυτού του λόγου η αίτηση ουσιαστικά παρέμεινε χωρίς υποστήριξη με αποτέλεσμα να καθίσταται αντικανονική σε βαθμό που να την οδηγήσει σε ακυρότητα. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.19, Δ.21, Δ.25 Θ.1-6, Δ.39, Δ.48,Θ.1-4,5,8,9 όπως τροποποιήθηκε από το (Άρ.3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του αντίστοιχου άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην νομολογία και στις αρχές της επιείκειας. Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, τις οποίες είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτώς και το κείμενο των οποίων μου παρέδωσαν σήμερα. Σε αυτές κάνουν αναφορά στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και στη νομική πτυχή της αίτησης με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Σε σημεία από αυτές, όπου χρειαστεί, θα γίνει αναφορά σε κατάλληλο σημείο της απόφασης μου. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΠΟΥ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ: Θα με απασχολήσει εν πρώτοις η προδικαστική ένσταση που έχει εγερθεί από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση και άπτεται της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης της Αίτησης. Υποστηρίζεται από την Καθ' ης η Αίτηση ότι η Αίτηση στερείται πραγματικού υποβάθρου γιατί ο τρόπος καταχώρισης της ενόρκου δηλώσεως που την υποστηρίζει πάσχει, σε βαθμό που οδηγεί σε ακυρότητα. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η ένορκη δήλωση έπρεπε να γίνει στη μητρική γλώσσα του ατόμου που ορκίζεται και να υπάρχει μετάφραση, κάτι τέτοιο δεν έγινε. Υπάρχει μόνο μια ένορκη δήλωση στην ελληνική γλώσσα, που όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο ενόρκως δηλών στην μαρτυρία του δεν γνωρίζει ούτε την ομιλεί. Ανατρέχοντας στα πρακτικά της κατάθεσης του Αιτητή ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνεται ότι αυτός κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με τη βοήθεια διερμηνέα από τα αραβικά που είναι η μητρική του γλώσσα στα ελληνικά και αντίστροφα. Σημειώνω περαιτέρω ότι η Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Α), κατατέθηκε στο δικαστήριο στην αραβική γλώσσα μεταφρασμένη από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω, στο στάδιο της αντεξέτασης του σε ερώτηση κατά πόσο ομιλεί την ελληνική γλώσσα αυτός απάντησε πως ούτε την ομιλεί ούτε την διαβάζει. Η παρούσα Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της οποίας το κείμενο - καθώς είναι στην ελληνική γλώσσα - είναι φανερόν ότι δεν ήταν κατανοητή από αυτόν, πάσχει από αντικανονικότητα σε βαθμό που οδηγεί σε ακυρότητα την ίδια την αίτηση. Σημειώνω περαιτέρω ότι ενώ τέθηκε με σχετικούς λόγους ένστασης (Αρ. 3 και 4) το όλο ζήτημα, δεν έγινε από μέρους του Αιτητή προσπάθεια διόρθωσης της παρατυπίας στη βάσει της Διαταγής 64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Τουναντίον στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του δικαιολογεί αυτή τη παρατυπία και εισηγείται τα ακόλουθα: «Όσον αφορά τον τρίτο και τέταρτο λόγο ένστασης των Εναγομένων, επίσης θα πρέπει να απορριφθούν καθότι ο Ενάγοντας, όπως δήλωσε και σε προφορική του μαρτυρία, κατανοεί σε κάποιο βαθμό την ελληνική γλώσσα. Στην προκειμένη περίπτωση, έχει εξηγηθεί ακριβώς στον Ενάγοντα το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης και εφόσον ήταν απόλυτα σύμφωνος με αυτό, το υπέγραψε και ορκίστηκε δεόντως ενώπιον πρωτοκολλητή για την αλήθεια του περιεχομένου του.» Υπάρχουν πολλά σημεία τα οποία μπορούν να σχολιαστούν σε σχέση με την πιο πάνω τοποθέτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου. Πρώτον, πότε ο Ενάγων είχε δηλώσει σε προφορική του μαρτυρία ότι κατανοεί σε κάποιο βαθμό την ελληνική γλώσσα. Τουναντίον στην αντεξέταση του δήλωσε το αντίθετο, όπως αναφέρεται πιο πάνω, γι' αυτό και κατάθεσε με τη βοήθεια διερμηνέα. Δεύτερον, ποιος είναι αυτός ο βαθμός κατανόησης «σε κάποιο βαθμό» της ελληνικής από τη στιγμή που ο ίδιος δήλωσε ότι ούτε ομιλεί ούτε και διαβάζει την ελληνική; Τρίτον, πότε, που και από ποιόν εξηγήθηκε το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης σε αυτόν; Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος δεν αναφέρει κάτι τέτοιο στην Ένορκη Δήλωση του, Τέταρτον, πως ορκίστηκε «δεόντως» υπό αυτές τις συνθήκες ενώπιον Πρωτοκολλητή; Πέμπτον, όταν ορκίζεται κάποιος ασφαλώς και δηλώνει με αυτόν τον τρόπο την αλήθεια των ισχυρισμών του και δεν δίδει εγκυρότητα αυτό στην αντικανονικότητα που διέπει την δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Η ύπαρξη πραγματικού υποβάθρου είναι βασικό προαπαιτούμενο για την προώθηση της Αίτησης. Σχετικά δε μπορούν να θεωρηθούν και όσα λέχθηκαν στην Αναθεωρητική Έφεση Υποθ. 1405/09, Valentina Stoeva v Της Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 10.11.2009 όπου είχε καταχωρηθεί ένορκη δήλωση στα ελληνικά και όπου έγινε μετάφραση της στην παρουσία του Πρωτοκολλητή και όπου δεν κρίθηκε ως ικανοποιητική καθώς όπως λέχθηκε από τον κ. Παπαλλή, Δ.: «Στην προκείμενη περίπτωση η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα. Είναι υπογραμμένη από την αιτήτρια. Υπάρχει πιστοποίηση της υπογραφής της από την πρωτοκολλητή. Ταυτοχρόνως υπάρχει χειρόγραφη σημείωση ότι η ένορκη δήλωση έχει μεταφραστεί από κάποια Dani Προκοπίου στη βουλγαρική γλώσσα. Αυτό υποστήριξε η συνήγορος της αιτήτριας είναι αρκετό, γιατί καταδεικνύει ότι η ένορκη δήλωση μεταφράστηκε στην αιτήτρια στη μητρική της γλώσσα, και μετά απ' αυτό υπέγραψε τη σχετική ένορκη δήλωση και έθεσε και η πρωτοκολλητής τη σχετική πιστοποίηση. Τέτοια εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία η οποία θα μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς αντίκρισης της αίτησης. Συνακόλουθα η προδικαστική ένσταση γίνεται δεκτή και βρίσκω ότι δεν υπάρχει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που θα μπορούσε να επιτρέψει στο Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω την ουσία της αίτησης.» Σύμφωνα με τον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο του 1988 (Ν.67/88), η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου γίνεται στην ελληνική γλώσσα. Με την τροποποίηση όμως του άρθρου 5 του Νόμου, που έγινε με το Νόμο Ν.154/90 «σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα» μεταξύ άλλων αναφέρεται και η «ένορκη δήλωση». (Atkinson ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως) 2001(Β) Α.Α.Δ. 1671. Στην προκείμενη περίπτωση, παρόλη την απουσία σχετικής πρόνοιας στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, η πρακτική που ακολουθείται και προδιαγράφεται στους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς (βλ. Annual Practice 1955, σελ.683 όπου δίδεται κατεύθυνση προς τη σωστή διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί. Η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά, από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τη γλώσσα δεν συνιστά μαρτυρία και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη για σκοπούς εξέτασης της αίτησης. (βλ. Φωτίου 2003
(1)Β Α.Α.Δ. 783). Στην υπόθεση Nazar v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 772 στην οποία η ένορκη δήλωση του αιτητή, ο οποίος ήταν Πακιστανός και μιλούσε τη διάλεκτο Urdu, είχε γίνει στην ελληνική γλώσσα. Κάτω από τη βεβαίωση του Πρωτοκολλητή ότι ο αιτητής είχε ορκιστεί και υπογράψει την ένορκη δήλωση στην αραβική γλώσσα ενώπιον του, είχε προστεθεί η σημείωση ότι το περιεχόμενο της μεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα ενώπιον του Πρωτοκολλητή από το μεταφραστή Wagas Bhatti στα Urdu. Το Δικαστήριο αποδοκίμασε την πιο πάνω διαδικασία. Ο Φ. Νικολαϊδης, Δ. ανέφερε συγκεκριμένα: «Θεωρώ τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ως μη ικανοποιητική. Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4ηέκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ' αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση (Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314). Η σημείωση του Πρωτοκολλητή δεν μπορεί να έχει οποιανδήποτε αξία, αφού, απλώς, στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα από κάποιο πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τη γλώσσα του.» Στην αίτηση με αρ.30/2001,GENINGCONSULT (CYPRUS) LTD ν MCR RESOURCE MANAGEMENT LTD, ημερ 30.03.2001 o Κραμβής, Δ. ανέφερε τα ακόλουθα: «Προκειμένου να διακριβωθεί ο τρόπος με τον οποίο αλλοδαποί που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα μπορούν να κάμουν ένορκη δήλωση, ο δικαστής αναφέρθηκε στους σχετικούς κανονισμούς που εφαρμόζονταν στην Αγγλία (Annual Practice 1958, σελ. 927) και κατέληξε στο πιο κάτω συμπέρασμα καθόσον αφορά, κατ' αναλογία, τον τρόπο που πρέπει να γίνονται τέτοιες ένορκες δηλώσεις. Όταν καθίσταται αναγκαίο να καταχωρηθεί ένορκος δήλωση σε ξένη γλώσσα η συνήθης διαδικασία είναι να γίνεται μετάφραση της ένορκης δήλωσης από προσοντούχο μεταφραστή και να επισυνάπτεται η ένορκη δήλωση στη ξένη γλώσσα και η μετάφραση σαν τεκμήριο σε ένορκη δήλωση του μεταφραστή ο οποίος να επιβεβαιώνει τη μετάφραση και γίνεται καταχώρηση και των τριών εγγράφων μαζί.» Το τελικό συμπέρασμα που προδιάγραψε και την κατάληξη της απόφασης για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος και ακύρωση της αίτησης εμπεριέχεται στην πιο κάτω περικοπή της ενδιάμεσης απόφασης: "Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο. Η αίτηση των εναγόντων συνοδεύεται από μια ένορκη δήλωση την οποία έκαμε πρόσωπο που δεν γνωρίζει την Ελληνική. Επομένως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα στα οποία κατέθετε και να τα βεβαιώσει στο Δικαστήριο. Είναι στην πραγματικότητα ως να μην υπάρχει ένορκος δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου και επομένως είναι σαν να μην υπάρχουν γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου πάνω στα οποία η αίτηση μπορεί να στηριχθεί. Είναι κάτι που αντιβαίνει με τον Καν. 48, θ.1. Καθίσταται επιτακτικό με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού αυτού όπως κάθε αίτηση γίνεται γραπτώς και υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση εφόσον τα γεγονότα στα οποία βασίζεται δεν φαίνονται στα βιβλία ή τα πρακτικά του Δικαστηρίου. Γι΄ αυτό το λόγο και το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την αίτηση των εναγόντων γιατί δεν υποστηρίζεται από γεγονότα." Από την άλλη, σύμφωνα με τη νομολογία μας, η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury΄s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ΄ αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση». Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω είναι η άποψη μου ότι δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία κατά την υπογραφή της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντος αλλά ούτε και έγινε προσπάθεια, παρά τον λόγο ένστασης, διόρθωσης της αντικανονικότητας στη βάση της Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ως αποτέλεσμα αυτού, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο το οποίο να υποστηρίζει την Αίτηση και ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω να εξετάσω την Αίτηση και στην ουσία της. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ: Η έγκριση αιτήματος τροποποίησης εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα βάση της Διάταξης 25 θεσμός 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών προβλέπεται ότι: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπεράτωσης των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Κατά τα πιο πάνω φαίνεται ότι παρέχεται η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Παρόλα αυτά όμως υπάρχουν κάποιες βασικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται και έχουν δημιουργηθεί μέσα από τη Νομολογία. Στα πλαίσια αυτών των αρχών το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια μέχρις ότου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων. Οι προϋποθέσεις τις οποίες λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας για να επιτρέψει ένα αίτημα για τροποποίηση, έχουν αναφερθεί στην απόφαση του Ναυτοδικείου, Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε), 33, στη σελ. 37, ο Πικής, Δ. όπως ήταν τότε τις συνοψίζει ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο μπορεί να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Προκύπτει επίσης από τα πιο πάνω ότι η σύγχρονη τάση είναι ότι, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση στις κατάλληλες υποθέσεις νοουμένου ότι αυτό δεν θα προκαλέσει αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα και δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. την υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου v. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ.394.) Βασική προϋπόθεση στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των Δικαστηρίων είναι ότι αυτή, πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να επιτρέπει τη δίκαιη εκδίκαση των επίδικων θεμάτων και εφόσον αυτή είναι απαραίτητη. Επιπρόσθετα όσο αφορά τις βασικές αρχές και κριτήρια που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφου, σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Παπαχρυσοστόμου v. 1. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι,
(2012)1 ΑΑΔ 817 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωση τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Σύμφωνα με τις γνωστές υποθέσεις Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε), 33 στην οποία αναφερθήκαμε και προηγουμένως και την υπόθεση Γραμμές Στρίντζη v. Eπίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε υποθέσεις που αφορούν την τροποποίηση δικογράφων, το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των Θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι η υπόθεση βρίσκεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής της διαδικασίας με τη δήλωση κοινά παραδεκτών γεγονότων και την κατάθεση εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους διαφόρων τεκμηρίων αλλά και την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ίδιου του ενάγοντος και ακόμα τεσσάρων μαρτύρων του. Νομίζω είναι το κατάλληλο σημείο να παραθέσω το ιστορικό της υπόθεσης. Η αγωγή σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (O.2,r.6), καταχωρήθηκε την 16.09.
- Σημείωμα Εμφάνισης καταχωρήθηκε την 24.01.2012 και αυτό οδήγησε στην απόρριψη αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. Ακολούθησαν δύο αιτήσεις για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης η οποία καταχωρήθηκε την 12.06.
- Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες για πρώτη φορά την 12.11.
- Ακολούθως και αφού καταχωρήθηκαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων και από τις δύο πλευρές και από τον ενάγοντα μια δεύτερη ένορκη δήλωση με τον ίδιο σκοπό, η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένα τόσο για οδηγίες όσο και για ακρόαση η οποία αναβαλλόταν κάθε φορά για διάφορους λόγους και αυτό μέχρι και την 14.01.2016 οπότε και άρχισε η ακροαματική διαδικασία της με τον ενάγοντα να καταθέτει ως πρώτος μάρτυρας. Η μαρτυρία του δε δεν έμελλε να ολοκληρωθεί ομαλά καθώς όταν την 10.03.2016 ήταν προγραμματισμένη η συνέχιση της ακρόασης της υπόθεσης για την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του, εκείνη την ημερομηνία καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση (η 1η Αίτηση), στην οποία επιζητήθηκε η τροποποίηση της παρ. 8 Α της Έκθεσης Απαιτήσεως του με τη διαγραφή και την προσθήκη ως νέας παραγράφου 8 Α όπως αιτήθηκε με την προσθήκη σε αυτή ουσιαστικά περαιτέρω λεπτομερειών ειδικών ζημιών του ενάγοντος. Επίσης την τροποποίηση της παρ. 8 Γ που αφορά τα σωματικά τραύματα του ενάγοντος και την προσθήκη νέας παραγράφου με την οποία προβαλλόταν ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων είχε προσφύγει με διοικητική προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της απόφασης του Ιατρικού Συμβουλίου με την οποία είχε αποφανθεί ότι η κλινική εικόνα του δεν τον καθιστούσε ανίκανο για την άσκηση του επαγγέλματος του και ότι η εν λόγω απόφαση εν τέλει ανακλήθηκε και έτσι αποσύρθηκε και η διοικητική προσφυγή και απορρίφθηκε. Η εν λόγω αίτηση εγκρίθηκε με την προσθήκη των πιο πάνω με την συγκατάθεση της πλευράς του εναγόμενου. Η πιο πάνω αίτηση είχε ως συνέπεια την καθυστέρηση επί 2 ½ μήνες της συνέχισης της ακρόασης μέχρις ότου συμπληρωθούν εκ νέου τα τροποποιημένα δικόγραφα. Κατά τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας συμπληρώθηκε η μαρτυρία του ενάγοντος. Ακολούθησε η μαρτυρία της ιατρού Δρος Αγάθης Αγαθοκλέους (Μ.Ε. 2), του ιατρού Δρος Σπύρου Συμεωνίδη (Μ.Ε.3), του ιατρού Δρος Κωνσταντίνου Βιολάρη (Μ.Ε. 4) και της φυσιοθεραπεύτριας Άντρης Γεωργίου (Μ.Ε. 5). Η υπόθεση προγραμματίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 26.05.2017 οπότε στο μεταξύ, την 23.05.2017, καταχωρήθηκε η υπό εκδίκαση αίτηση η οποία οδηγήθηκε σε ακρόαση σήμερα μετά την καταχώρηση ένστασης από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση. Η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει ότι η αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείτε να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του Αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα και πως η γραμμή αυτή συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Θα συμφωνήσω με τη πιο πάνω θέση ότι ο Αιτητής παρέλειψε να προσκομίσει οποιαδήποτε υποστηρικτικά στοιχεία ή να δώσει κάποιες λεπτομέρειες οι οποίες να εμπεριέχουν και κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα δικαιολογούσαν την υπέρμετρη καθυστέρηση εκ μέρους του να προβεί στα δέοντα μέτρα για να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση τροποποίησης. Κρίνω ότι υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης, καθότι το ζήτημα με τις φυσικοθεραπείες που επιθυμεί η πλευρά του Αιτητή να εισαγάγει, δεν προέκυψε κατά την τελευταία δικάσιμο με το να μην επιτραπεί η κατάθεση εκ μέρους της κας Άντρης Γεωργίου (Μ.Ε.5) ως μη δικογραφημένων ισχυρισμών, της υποβολής σε φυσικοθεραπείες του ενάγοντος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου εργαζόταν η μάρτυρας. Κατά την αντεξέταση του ίδιου του ενάγοντος που προηγήθηκε αρκετούς μήνες είχε αμφισβητηθεί έντονα από πλευράς εναγομένης, όταν ο ενάγων αναφερόταν σε φυσιοθεραπείες που υποβλήθηκε σε Κρατικό Νοσοκομείο. Δεν χρειάζεται να κάνω ειδικότερη αναφορά στα πλαίσια της παρούσας απόφασης μου σε αυτή τη μαρτυρία αλλά αυτά αναδύονται από μελέτη της μαρτυρίας που προέκυψε από την αντεξέταση του ενάγοντος. Επομένως, για τους πιο πάνω λόγους βρίσκω ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και σε περίπτωση που δοθεί η αιτούμενη τροποποίηση τότε είναι επόμενο ότι θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση εφόσον ήδη έχουν παρελάσει από το εδώλιο του μάρτυρος ο ίδιος ο ενάγων αλλά και ιατροί των οποίων ενδεχομένως θα ήταν καθοριστική η μαρτυρία σε σχέση με αυτό το ειδικότερο ζήτημα για το οποίο δεν αντεξετάστηκαν. Το ενδεχόμενο, σε περίπτωση που ήθελε εγκριθεί η Αίτηση, επανακλήτευσης μαρτύρων, οι οποίοι ήδη έχουν περάσει από το εδώλιο του μάρτυρος, είναι ορατό και με αυτό τον τρόπο σίγουρα θα παραταθεί η δίκη προκαλώντας αδικία στην πλευρά του εναγόμενου και αυτή θα ξεφύγει πλέον του Συνταγματικού πλαισίου της εντός εύλογου χρόνου εκδίκασης, όπως έχει ερμηνευθεί το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, καθώς επίσης και το αντίστοιχο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αίτηση είναι κατά την κρίση μου και καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου αφού γίνεται για αλλότριους σκοπούς καθ' ότι είναι φανερή η προσπάθεια του Αιτητή να προσθέσει γεγονότα τα οποία δεν έθεσε εξ υπαρχής και προσπάθεια του τώρα είναι σίγουρο ότι θα ανατρέψει την πορεία της διαδικασίας, όπως δίκαια επισημαίνει η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση. Περαιτέρω, βρίσκω ότι δεν δικαιολογείται επαρκώς με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για ποιο λόγο δεν είχαν συμπεριληφθεί σε προηγούμενο στάδιο όπως όταν προέκυψε το ζήτημα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης τού ενάγοντος. Η δήθεν απώλεια του ιατρικού του φακέλου - ο οποίος βρέθηκε στη συνέχεια- δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να αποτελεί μια αδόκιμη προσπάθεια παροχής κάποιας δικαιολογίας. Με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται νέες βάσεις αγωγής και αξιώσεις και θεραπείες με βάση γεγονότα που ήταν εις γνώση του Αιτητή εξ' υπαρχής και οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως τις αιτούμενες θεραπείες και εισάγουν μία νέα θεώρηση της υπόθεσης τόσο στο νομικό όσο και στο πραγματικό πλαίσιο που ενέχει τον κίνδυνο εκτροχιασμού της όλης διαδικασίας. Εάν επιτραπεί η αίτηση τροποποίησης θα χρειαστεί να επανακλητευτούν οι μάρτυρες για προσκόμιση νέας μαρτυρίας και να προβεί η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση σε εκ νέου αντεξέταση τους. Μια τέτοια πορεία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα, δεν μπορεί να αποζημιώσει την ζημιά που θα προκληθεί στην Καθ' ης η Αίτηση, αφού η ακρόαση της υπόθεσης έχει αρχίσει και έχει ήδη δοθεί μαρτυρία με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Αιτητή και σε αυτά τα πλαίσια διεξήχθη και η αντεξέταση τους, τους οποίους τώρα επιθυμεί να διαφοροποιήσει ο ενάγων σε αυτό το ζήτημα της υποβολής του σε φυσιοθεραπείες πέραν κάποιας σε ιδιώτη την οποία αποκάλυψε με αναφορά του σε απόδειξη πληρωμής του στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης του. Η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση έχει ήδη αντεξετάσει όλους τους μάρτυρες του Αιτητή με βάση του υφιστάμενους ισχυρισμούς και εάν επιτραπεί η τροποποίηση τότε ενδεχόμενα θα χρειαστεί να αντεξεταστούν εκ νέου. Ο Αιτητής όφειλε να δικαιολογήσει με επάρκεια την παράλειψη του να αποταθεί στο Δικαστήριο ενωρίτερα. Είναι δε εκείνος που έχει στους ώμους του αυτό το βάρος και συνάμα και το καθήκον να δείξει την καλοπιστία του, τόσο για το τι έγινε μέχρι τώρα όσο και για να δικαιολογήσει την αδράνεια του. Κανένας προσδιορισμός εκείνων των στοιχείων που με βάση τους ισχυρισμούς της πλευράς του Αιτητή επιβάλλουν την τροποποίηση, ούτε εξειδίκευση τους γίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ούτως ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο και να αποτελέσει εκείνο το αναγκαίο υπόβαθρο προς υποστύλωση του αιτήματος. Προβάλλει ο Αιτητής ότι η μη αναγραφή στην Έκθεση Απαιτήσεως περισσότερων λεπτομερειών αναφορικά με τις φυσικοθεραπείες στις οποίες προέβηκε τόσο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όσο και στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας οφείλεται στο ότι είχε απολεσθεί ο ιατρικός φάκελος του και δεν μπορούσε να ανευρεθεί έτσι ώστε να αναγραφούν στο κλητήριο ένταλμα επακριβώς οι ημερομηνίες στις οποίες προέβηκε στις ως άνω αναφερόμενες ημερομηνίες και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να συμπεριληφθούν όλα τα στοιχεία και/ή ακριβείς ημερομηνίες και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να συμπεριληφθούν όλα τα στοιχεία και/ή ακριβείς ημερομηνίες των φυσικοθεραπειών που υποβλήθηκε στο εν λόγω κλητήριο ένταλμα, ούτως ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει και/ή διακανονίσει αποτελεσματικά και/ή ολοκληρωτικά αναφορικά με όλα τα γεγονότα που προκύπτουν στην εν λόγω υπόθεση. Από την κατάθεση της Δρος Αγάθης Αγαθοκλέους την οποία επικαλείται η πλευρά του Αιτητή για να δικαιολογήσει αυτόν τον ισχυρισμό του δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Διεξήλθα την μαρτυρία της και εκείνο το οποίο αναδύεται από αυτήν είναι ότι ο ιατρικός φάκελος του Αιτητή δεν είχε βρεθεί με σκοπό να προσκομιστεί στο Δικαστήριο όταν τον αναζήτησε η ίδια. Αυτό για κανένα λόγο δεν υποδηλώνει ότι ο φάκελος απωλέσθηκε και δεν θα μπορούσε να ανευρεθεί και μάλιστα έγκαιρα έτσι που να δικογραφείτο οποιαδήποτε θεραπεία ενδεχόμενα παρασχέθηκε στον ενάγοντα. Ο φάκελος όπως τελικά γίνεται παραδοχή από μέρους του Αιτητή βρέθηκε. Όμως αυτός ο ισχυρισμός του Αιτητή δεν έχει σημασία για τους σκοπούς της εξέτασης της αίτησης, εφόσον, όπως προανέφερα, ο ιατρικός του φάκελος και ποιος τελικά είναι αυτός; Δεν διευκρινίζεται αν είναι του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας ή του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, θα έπρεπε να είχε αναζητηθεί από τον Αιτητή όταν καταχωρούσε την Έκθεση Απαίτησης του ή και σε μεταγενέστερο στάδιο εάν συνέχιζε τις φυσικοθεραπείες όταν είχε αποφασίσει να προβεί στην 1η αίτηση τροποποίησης οπότε και είχε την ευκαιρία του, όπου του είχε επιτραπεί, με τη συγκατάθεση της πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση, να προβεί στην τροποποίηση εκείνη. Κάτι τέτοιο θα έπρεπε να είχε διαπιστωθεί από τον Αιτητή ή τους δικηγόρους του με εύλογη προσπάθεια. Σε κάθε περίπτωση δεν υπέβαλε αίτηση με την πρώτη ευκαιρία, όταν δηλαδή αντεξεταζόταν από την συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση ο ίδιος ο ενάγων και όταν προέκυψε για πρώτη φορά το ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση η επίκληση της απώλειας του ιατρικού φακέλου, ενόψει της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου γι' αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να τύχη της αναγκαίας σύγκλησης. Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ vs Compass Insurance Co Ltd
(1990)A.A.Δ. 24 αναφέρεται στην σελίδα 26 πως: «Τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Με την παρούσα αίτηση του ο Αιτητής κρίνω ότι θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση καθ' ότι η εισαγωγή των νέων θεμάτων και η έγερση των νέων ισχυρισμών που επιζητούνται με την παρούσα αίτηση δεν δικαιολογούνται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας και τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα έχει χρονοβόρες συνέπειες και θα περιπλέξει τα εγειρόμενα επίδικα θέματα. Στην υπόθεση Παπόρη v. Maskinfabriken "SIO"A/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037 στις σελ.1040-1041 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθιά ριζωμένη στους Θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτήδειων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του Δικαστηρίου όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All ER 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. Συγκεκριμένα: ..this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must be surely unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the Kinds of circumstances in which the Court has a duty( I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Στην υπόθεση Χρίστου v Αζά
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα εξής: «..ότι η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής.» Εάν ήθελαν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα ανατρέψουν την όλη διαδικασία και θα υπάρξει εκτροχιασμός του πλαισίου εκδίκασης της υπόθεσης και ειδικότερα επηρεασμός όσο αφορά τις διαφορές των μερών με αποτέλεσμα οποιαδήποτε διαταγή εξόδων να μην είναι ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 11, στην οποία απερρίφθη αίτηση για τροποποίηση, το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στην σελ 15 της απόφασης του ανέφερε τα εξής: «Τα γεγονότα της υπόθεσης αποκαλύπτουν κατά την γνώμη μας, πρόθεση της εφεσείουσας για κωλυσιεργία η οποία δεόντως έπρεπε να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο. Συνακόλουθα, κρίνεται ως ορθό και εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το συμπέρασμα ότι η αίτηση εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων έγκρισης της λόγω της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή της κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις.» Λαμβάνοντας υπόψη την δυνατότητα συμπερίληψης σε προγενέστερο στάδιο των ισχυρισμών που θέλει να συμπεριλάβει ο Αιτητής στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης του, εφόσον ο ίδιος ήταν πάντα γνώστης των γεγονότων, την παράλειψη του να πράξει τούτο, το πολύ καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υπέβαλε την αίτησή του και όχι με την πρώτη ευκαιρία εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι έχει δοθεί μαρτυρία και έχουν ήδη αντεξεταστεί οι μάρτυρες, την μη επαρκή επεξήγηση για την καθυστέρηση, το εμφανές ότι όντως η όλη διαδικασία θα εκτροχιαστεί γιατί θα χρειαστεί να επανακλητευτούν οι ίδιοι μάρτυρες για προσκόμιση μαρτυρίας και αντεξέτασης τους και επίσης το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη, σε βαθμό που επιφέρει ακυρότητα της αίτησης, καταλήγω να απορρίψω την αίτηση. Ο Αιτητής εξασφάλισε σε επίσης προχωρημένο στάδιο άδεια για τροποποίηση του δικογράφου του (η 1η αίτηση). Η τυχόν έγκριση και της παρούσας Αίτησης θα φαινόταν ότι επιτρέπεται, όποτε ένας διάδικος θέλει να εισαγάγει ένα ισχυρισμό, ο οποίος ούτως ή άλλος ήταν σε γνώση του και δεν τον συμπεριέλαβε στο δικόγραφο του και αντιμετωπίζει την ένσταση της άλλης πλευράς κατά τη παράθεση της μαρτυρίας ως μη δικογραφημένου ισχυρισμού, να οδηγεί σε ατέρμονες δικαστικές διαδικασίες με ανυπολόγιστες συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω η διακριτική μου ευχέρεια δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. Αυτή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπογρ.) ................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο