← Κύπρος

ANDREAS KAVALLARIS JEWELLERS LTD ν. N.H. VASSILIOU TRADING CO LTD κ.α., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 3010/2010, 24/3/2017

ANDREAS KAVALLARIS JEWELLERS LTD ν. N.H. VASSILIOU TRADING CO LTD κ.α., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 3010/2010, 24/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 3010/2010 ΜΕΤΑΞΥ: ANDREAS KAVALLARIS JEWELLERS LTD Ενάγουσας /Καθ΄ης η Αίτηση και

  1. N.H. VASSILIOU TRADING CO LTD
  2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
  3. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΣΙΗΣ
  4. N.G.D. GREAZIONI LTD Εναγομένων 2,3 και 4 / Αιτητών ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 30.03.2011 ΜΕΤΑΞΥ: ANDREAS KAVALLARIS JEWELLERS LTD Ενάγουσας/ Καθ΄ης η Αίτηση και
  5. N.H. VASSILIOU TRADING CO LTD
  6. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
  7. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΣΙΗΣ
  8. N.G.D. GREAZIONI LTD Εναγομένων 2,3 και 4/ Αιτητών Ημερομηνία: 24 Μαρτίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα /Καθ΄ ης η Αίτηση: Η κα Δημητρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Eναγόμενους 2,3 και 4 / Aιτητές: Ο κ. Κ. Καρατσής με την κα Αργυρού για N. Pirilides & Associates LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης) Αντικείμενο της παρούσας απόφασης μου είναι η αίτηση των Εναγομένων 2,3 και 4/ Αιτητών (στη συνέχεια «οι Αιτητές»), για παροχή σε αυτούς άδειας για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους. Η Ενάγουσα/ Καθ' ης η Αίτηση, καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και ως εκ τούτου η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Οι Αιτητές επιζητούν την τροποποίηση της Υπεράσπισης τους ως ακολούθως: « A. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στους Εναγόμενους όπως τροποποιήσουν την Υπεράσπιση τους στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ως ακολούθως: i. Με την διαγραφή της φράσης «πλην του ότι οι Εναγόμενοι 1 κατά διάφορες ημερομηνίες εξέδωσαν και παρέδωσαν στους Ενάγοντες τις επιταγές που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης» ως επίσης και της λέξης «υπόλοιπους» από την παράγραφο 6 της Υπεράσπισης. ii. Με την προσθήκη νέας παραγράφου 3 ως κατωτέρω και την αναρίθμηση των επομένων παραγράφων της Υπεράσπισης ως παραγράφων 4 έως
  9. «Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες στερούνται αγώγιμου δικαιώματος βάσει των επίδικων επιταγών αφού δεν αναγράφονται επ' αυτών ως δικαιούχοι και/ή οι δικαιούχοι που αναγράφονται είναι άλλα και/ή διαφορετικά νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα και ως εκ τούτου η αγωγή δέον όπως απορριφθεί ελλείψει αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων». B. Διαζευκτικώς της ως άνω παραγράφου Α, άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης εκ μέρους των Εναγομένων. Γ. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει και εκδώσει οιονδήποτε εκ των αιτούμενων διαταγμάτων ως οι παράγραφοι Α ή Β ανωτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία και/ή η συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφασίσει επί του νομικού σημείου που θα εγείρεται με την Υπεράσπιση των Εναγομένων ως προς την απουσία αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων, το οποίο ουσιαστικά θα κρίνει ολόκληρη την αγωγή.» Η αίτηση βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.23 Θ.2, Δ.25 Θ.1 έως 5, Δ.48, Θ.1 έως 3, 7 και 9, Δ.27 Θ.1 έως 3, Δ.59, Δ.64, επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος και επί της συμφυούς εξουσίας, πρακτικής και νομολογίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της κας Νίτσας Χατζηβασιλείου η οποία δηλώνει ότι είναι η μητέρα του εναγόμενου 2, η θυγατέρα του εναγόμενου 3 και η αντικαταστάτης διευθύντρια και εκ των μετόχων στους Εναγόμενους 4 - Αιτητές. Δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Αιτητές να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση στην οποία και προβαίνει από πληροφορίες που έλαβε από αυτούς, από γεγονότα και πληροφορίες που γνωρίζει προσωπικά ως επίσης και από τις νομικές συμβουλές των δικηγόρων των Αιτητών, τις οποίες θεωρεί ως ορθές και αληθείς. Δηλώνει περαιτέρω ότι έχει διαβάσει το περιεχόμενο του σώματος της επίδικης αίτησης των Αιτητών με το οποίο δηλώνει ότι συμφωνεί και το υιοθετεί πλήρως. Εξ όσων έχει ενημερωθεί από τους δικηγόρους των Αιτητών, κατά την τελευταία δικάσιμο, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας την 23.12.2016 και συγκεκριμένα κατά το στάδιο της αντεξέτασης του μάρτυρος που κατέθεσε εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση επί των επίδικων επιταγών, υποβλήθηκε εκ μέρους του δικηγόρου της Κθ΄ης η Αίτηση ένσταση ότι δεν δύναται να συνεχίσει η αντεξέταση αναφορικά με το όνομα που αναγράφεται ως δικαιούχος στις επίδικες επιταγές γιατί υπήρχε έμμεση παραδοχή εκ μέρους των Εναγομένων στην Υπεράσπιση τους με την οποία δεν αμφισβητείτο ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι 1 εξέδωσαν και παρέδωσαν στην Ενάγουσα τις επιταγές που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και ως έχει πληροφορηθεί από τους Αιτητές και ειλικρινά πιστεύει, ο λόγος για τον οποίο δεν αμφισβητήθηκε με την Υπεράσπιση των Αιτητών ο ισχυρισμός περί έκδοσης των επίδικων επιταγών από τους Εναγόμενους 1 προς όφελος της Ενάγουσας είναι γιατί πρωτίστως δεν είχαν δει οι Αιτητές τις εν λόγω επιταγές κατά το στάδιο σύνταξης και καταχώρησης της Υπεράσπισης τους, αφού τούτο προέκυψε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας όπου κατατέθηκαν οι επιταγές ως Τεκμ. 3 και συνεπώς η Υπεράσπιση των Αιτητών είχε επικεντρωθεί στον αποδιδόμενο από την Ενάγουσα ψευδή ισχυρισμό περί συνωμοσίας των Αιτητών προς εξαπάτηση της Ενάγουσας. Μετά την κατάθεση των επίδικων επιταγών στα πλαίσια της ακρόασης, οι δικηγόροι των Αιτητών διαπίστωσαν ότι σε κάποιες εξ αυτών αναγράφεται ως δικαιούχος κάποια άλλη εταιρεία από εκείνη της Ενάγουσας και δη ανύπαρκτη (fictitious), ενώ σε άλλες αναγράφεται κάποιο άλλο φυσικό πρόσωπο. Σε καμία εκ των επιταγών δεν αναγράφεται ως δικαιούχος η Ενάγουσα και συνεπώς, εξ όσων συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών, προέκυψε το αμιγώς νομικό ζήτημα της απουσίας αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας, το οποίο εάν γνώριζαν οι Αιτητές εξ αρχής θα το είχαν εγείρει στην Υπεράσπιση τους. Από τα πιο πάνω προκύπτει ξεκάθαρα ότι η μη αμφισβήτηση της έκδοσης και παράδοσης των επίδικων επιταγών από τους Εναγόμενους 1 προς την Ενάγουσα οφείλεται στην άγνοια που είχαν οι Αιτητές ως προς το πρόσωπο το οποίο αναγράφεται σε αυτές ως δικαιούχος, δεδομένο που αποκαλύφθηκε και ήρθε εις γνώση των Αιτητών και των δικηγόρων τους μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η δε ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά την τελευταία δικάσιμο στις 23.12.2016 ως έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Οι Αιτητές ενεργώντας καλόπιστα, καταχώρησαν την Υπεράσπιση τους αμφισβητούντες κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς και αξιώσεις της Ενάγουσας στη βάση δήθεν συνωμοσίας τους για να την εξαπατήσουν και ένεκα της άγνοιας τους ως προς τον δικαιούχο των εν λόγω επιταγών δεν είχαν κανένα λόγο να αμφισβητήσουν τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, που εκ των υστέρων αποδείχθηκε ψευδής, ως προς την έκδοση και παράδοση των επιταγών προς την Ενάγουσα. Εξ όσων συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών και πιστεύει, η παρούσα αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα, εγκαίρως και αμέσως μετά που προέκυψε η ανάγκη τροποποίησης της Υπεράσπισης ούτως ώστε, αφενός οι Αιτητές να δύνανται να αμφισβητήσουν το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας και αφετέρου να ευθυγραμμίσουν το δικόγραφο της Υπεράσπισης τους με την μαρτυρία που ήδη δόθηκε κατά την δίκη, κάτι το οποίο εξ όσων συμβουλεύεται δεν είναι νομικά επιλήψιμο. Υπό αυτές τις περιστάσεις η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση ουδόλως επηρεάζει τα δικαιώματα ή και προκαλεί ζημιά στην Ενάγουσα άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα αλλά τουναντίον θα εξυπηρετήσει το συμφέρον της δικαιοσύνης το οποίο υπαγορεύει όπως επιτραπεί στους Αιτητές η τροποποίηση της Υπεράσπισης τους ή η παραχώρηση άδειας για καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης στην βάση των ανωτέρω στοιχείων τα οποία ανεφύησαν μετά την καταχώρηση της. Εξ όσων περαιτέρω συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών, σε περίπτωση που το Δικαστήριο εγκρίνει είτε την τροποποίηση της Υπεράσπισης είτε την καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης, τότε θα ήταν βολικό όπως η συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας ανασταλεί μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφασίσει επί του νομικού σημείου ως προς την απουσία αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας αφού η απόφαση επί τούτου θα εξοικονομήσει πολύτιμο δικαστικό χρόνο περιορίζοντας τόσο την μαρτυρία που απαιτείται περαιτέρω και εκατέρωθεν ως επίσης και τα έξοδα. Τα στοιχεία τα οποία θα κρίνουν κατά πόσον η Ενάγουσα έχει αγώγιμο δικαίωμα στη βάση των επίδικων επιταγών εμφαίνονται από απλή και μόνο εξέταση του αναγραφόμενου δικαιούχου στις εν λόγω επιταγές που η ίδια η Ενάγουσα παρουσίασε και συνεπώς δεν μπορεί να τεθεί από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων θέμα αμφισβήτησης του αναγραφόμενου δικαιούχου και έτσι το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί του εν λόγω νομικού σημείου και δη κατά προτεραιότητα, αφού η απόφαση επί τούτου θα επηρεάσει την μετέπειτα πορεία της υπόθεσης. Τέλος, δηλώνει ότι πιστεύει ότι είναι ορθή και δίκαιη η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Ενάγουσα/ Καθ΄ης η Αίτηση (στη συνέχεια «η Καθ' ης η Αίτηση»), καταχώρησε Ειδοποίηση περί της Πρόθεσης Ενστάσεως στην οποία προβάλλει 21 λόγους ένστασης. Αυτοί μπορεί να συνοψιστούν και να καταταχθούν ουσιαστικά στις ακόλουθες 4 κατηγορίες:
  10. Ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική, αδικαιολόγητη και αποσκοπούσα στην περαιτέρω περιπλοκή της αγωγής. Η ένορκη δήλωση είναι επίσης παράτυπη και αντικανονική και περιλαμβάνει διαζεύξεις, είναι αόριστη και περιλαμβάνει άσχετα αιτητικά, περιλαμβάνει αιτητικό αναστολής ενώ δεν επιχειρείται η προσθήκη προδικαστικής ένστασης (λόγοι ένστασης 1,3, 9, 15, 20).
  11. Η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη, αδικαιολόγητη, οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται την αιτούμενη θεραπεία, προβαίνουν σε παραδοχές που ήδη προέβησαν και είναι σε αντίθεση με ήδη δικογραφημένη θέση των Αιτητών, τα γεγονότα στα οποία βασίζεται είναι αναληθή και προβάλλονται με παραπλανητικό τρόπο, είναι αόριστη και δεν ζητείται συγκεκριμένη θεραπεία, περιλαμβάνει άσχετα αιτητικά (λόγοι ένστασης 2,4,5,6,10, 14,18,19).
  12. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις επηρεάζουν δυσμενώς την Καθ΄ης η Αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (λόγος ένστασης 7).
  13. Οι λόγοι αυτής της κατηγορίας άπτονται του ζητήματος της καθυστέρησης όπου προβάλλεται ότι η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα καθώς οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να εισαχθούν ήταν γνωστοί και έπρεπε να είχαν επιδιωχθεί σε πολύ προγενέστερο στάδιο και όχι τώρα που συνεχίζεται η ακροαματική της διαδικασία και μάλιστα όταν η Καθ΄ης η Αίτηση έχει καλέσει τον τελευταίο της μάρτυρα και εκείνο το οποίο παρέμεινε ήταν να δηλωθούν κάποια συμφωνηθέντα γεγονότα, οι Αιτητές είχαν γνώση αναφορικά με τις επιταγές και /ή μπορούσαν να γνωρίζουν πολύ νωρίτερα γι΄αυτές και ότι τέλος η αίτηση καταχωρήθηκε με σκοπό να αναβληθεί η ακρόαση της υπόθεσης (λόγοι ένστασης 8,11,12,13,16,17, 21). Η ένσταση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.21, Δ.23 Θ.2, Δ.25, Δ.27, Δ.39 Δ.48 Θ. 1 - 4, 8 και 9, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον Περί Ερμηνείας Νόμο, στις Αρχές της Νομολογίας, στις Αρχές της Επιείκειας και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ανδρέου ο οποίος δηλώνει ότι είναι διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση, γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά στα πλαίσια των καθηκόντων και της θέσης του και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Καθ' ης η Αίτηση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Δηλώνει ότι για οτιδήποτε αναφέρει για το οποίο δεν έχει προσωπική γνώση, αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης του και για τη νομική πτυχή εκφράζει τη νομική συμβουλή των δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση. Δηλώνει ότι διάβασε τους λόγους που περιλαμβάνονται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης τους οποίους αποδέχεται, υιοθετεί και επαναλαμβάνει. Δηλώνει ότι αγνοεί και συνεπώς αρνείται τις παραγράφους 1 και 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι αυτή είναι παράτυπη και αντικανονική καθότι περιλαμβάνει διαζεύξεις και δεν προωθείται συγκεκριμένο αιτητικό. Παραδέχεται την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγει ότι όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, μέσα από το δικόγραφο της υπεράσπισης των Αιτητών προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι τελευταίοι παραδέχονται την έκδοση και παράδοση των επιταγών στην Καθ' ης η Αίτηση. Αρνείται κατηγορηματικά την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι προβάλλονται στο Δικαστήριο παραπλανητικοί ισχυρισμοί με μοναδικό σκοπό τη δημιουργία λανθασμένων εντυπώσεων. Όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, οι Αιτητές, αν δεν γνώριζαν για τις επίδικες επιταγές από την έκδοση αυτών, γνώριζαν για αυτές από την ύπαρξη σχετικής ποινικής υπόθεσης η οποία έφερε αριθμό 6806/2009, από την αποκάλυψη τόσο των επιταγών στην ποινική υπόθεση στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 13.11.2014 αλλά και από την κατάθεση τους ως Τεκμήριο 3 χωρίς οποιαδήποτε ένσταση κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, οι Αιτητές είχαν γνώση για την ύπαρξη των επιταγών πολύ πριν την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Σε κάθε περίπτωση όμως, και ως τον ενημερώνουν ο δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, οι Αιτητές είχαν την ευκαιρία να ελέγξουν τις επιταγές από το 2014 οπόταν και έγιναν οι σχετικές αποκαλύψεις, μέσω της διαδικασίας επιθεώρησης την οποία και ουδέποτε έκαναν. Περαιτέρω, το 2015, όταν άρχισε η ακροαματική διαδικασία της αγωγής και κατατέθηκαν οι επιταγές ως Τεκμήριο και οι Αιτητές έλαβαν αντίγραφο των επιταγών αυτών, θα μπορούσαν τότε να προέβαιναν σε οποιαδήποτε αίτηση τροποποίησης. Παρόλα αυτά, σε καμία ενέργεια από τις πιο πάνω προέβηκαν μέχρι σήμερα κάτι το οποίο αποκαλύπτει την καταχρηστικότητα και κακοπιστία της αίτησης τους η οποία έχει μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και τη δημιουργία λανθασμένων εντυπώσεων στο Δικαστήριο. Στη βάση των ανωτέρω, είναι η θέση του ότι η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα και η ενόρκως δηλούσα σε καμία περίπτωση αιτιολογεί τη μεγάλη αυτή καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Αρνείται την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και όπως τον ενημερώνουν οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, σε καμία περίπτωση εγείρεται οποιοδήποτε νομικό ζήτημα ενώ επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω λέγει ότι αδικαιολόγητα οι Αιτητές αιτούνται την τροποποίηση στο παρόν στάδιο καθότι θα έπρεπε να γνωρίζουν αν δεν γνώριζαν τα όσα αναφέρουν, σε προγενέστερο στάδιο. Αρνείται την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω λέγει ότι οι Αιτητές παραδέχθηκαν τους ισχυρισμούς αναφορικά με τις επιταγές έχοντας πλήρη επίγνωση του περιεχομένου τους και τα όσα προβάλλουν σε αυτό το στάδιο είναι εκ των υστέρων σκέψεις οι οποίες έχουν μοναδικό σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου δημιουργώντας λανθασμένες εντυπώσεις αλλά και την καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Είναι εμφανής η προσπάθεια από πλευράς των Αιτητών να καθυστερήσουν την εκδίκαση την υπόθεσης με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης σε ένα τόσο προχωρημένο στάδιο καθότι πρόκειται για υπόθεση του 2010 και προέβηκαν στην παρούσα αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, όπως τον ενημερώνουν οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, οι τελευταίοι δικογράφησαν ισχυρισμούς τους οποίους οι Αιτητές είχαν δικαίωμα να αρνηθούν αν αυτοί αμφισβητούνταν. Οποιεσδήποτε αναφορές περί εμπιστοσύνης την οποία έδειξαν και δεν αμφισβήτησαν τους σχετικούς ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση είναι τουλάχιστον αβάσιμοι και ψευδείς. Αρνείται την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και είναι η θέση του ότι η επίδικη αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική καθ' ότι τα όσα επιχειρούν να προσθέσουν οι Αιτητές, ήταν σε γνώση τους πολύ πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και επέλεξαν καταχρηστικά τη δεδομένη στιγμή για την προώθηση της αίτησης με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της υπόθεσης. Όπως επίσης τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, ακόμα και με την έγκριση της τροποποίησης, οι Αιτητές δε δύνανται να αμφισβητήσουν το αγώγιμο δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση ενόψει του γεγονότος ότι δεν υπάρχει σχετική προδικαστική ένσταση η οποία να είναι δυνατό να εξεταστεί προδικαστικά. Περαιτέρω, οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί ανάγκης τροποποίησης με σκοπό την ευθυγράμμιση των όσων περιλαμβάνονται στη δικογραφία με τη μαρτυρία που δόθηκε, δεν ευσταθεί καθότι η πλευρά των Αιτητών δεν παρουσίασε ακόμα μαρτυρία στο δικαστήριο ούτε και υπέβαλε αυτή τη θέση στο Διευθυντή των εναγόντων που ήταν και ο βασικός μάρτυρας. Περαιτέρω, είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση και ως τον ενημερώνουν και οι δικηγόροι τους, τα όσα επιθυμούν οι Αιτητές να εισαγάγουν στο δικόγραφο τους είναι σε αντίθεση με το περιεχόμενο αυτού και πρόκειται να υιοθετήσουν μια διαφορετική γραμμή υπεράσπισης η οποία πρόκειται να περιπλέξει την υπόθεση και να δημιουργήσει πρόβλημα στην Καθ' ης η Αίτηση η οποία με την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του τελευταίου μάρτυρα, ήταν έτοιμη να κλείσει την υπόθεση της. Το γεγονός αυτό, είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση, προβάλλει ολοφάνερα την κακοπιστία της αίτησης αφού μοναδικός σκοπός των Αιτητών είναι η καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης και η περιπλοκή των επίδικων θεμάτων. Αρνείται την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και όπως τον πληροφορούν και οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, έχουν καταθέσει όλοι οι μάρτυρες της με αποτέλεσμα να μην υπάρχει δυνατότητα να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς που πρόκειται να τεθούν από τους Αιτητές. Πρόκειται λοιπόν για ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε έξοδα και θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα στην Καθ' ης η Αίτηση. Με τυχόν έγκριση της αίτησης θα καταστρατηγηθούν τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση για δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου και η Καθ' ης η Αίτηση επιφυλάσσει τα δικαιώματα της να προσφύγει στις πρόνοιες του Συντάγματος και της σχετικής Νομοθεσίας. Αρνείται τις παραγράφους 9 και 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω αλλά και εξ' όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, στο δικόγραφο των Αιτητών δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε προδικαστική ένσταση με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η προδικαστική εκδίκαση της πόσο μάλλον σε μία υπόθεση όπου έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και η Καθ' ης η Αίτηση ήταν έτοιμη να κλείσει την υπόθεση της. Όπως περαιτέρω τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, δεν είναι δυνατό οι Αιτητές να αιτούνται διαζευκτικά τροποποίηση της υπεράσπισης τους και καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Δεν πρόκειται για γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης τους αλλά αυτά προϋπήρχαν με αποτέλεσμα οποιοδήποτε σχετικό αιτητικό να μην είναι δυνατό να επιτύχει και να πρόκειται για μία αίτηση η οποία είναι αόριστη και περιλαμβάνει άσχετα αιτητικά. Αρνείται τις παραγράφους 11 και 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και επαναλαμβάνοντας όλα τα ανωτέρω αλλά και τους λόγους που περιλαμβάνονται στο σώμα της ένστασης αξιώνει απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι δύο πλευρές καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις όπου ανέλυσαν τόσο τα γεγονότα της αίτησης και από πλευράς των Αιτητών την ανάγκη που προκάλεσε αυτό το διάβημα των Αιτητών, σε αυτό το στάδιο, αλλά και τους λόγους στους οποίους στηρίζει την ένσταση της η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση, όσο και τη νομική της πτυχή με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες. Θα γίνει αναφορά στη συνέχεια, κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει και στο κατάλληλο σημείο, σε θέσεις και εισηγήσεις όπως αυτές έχουν συμπεριληφθεί στις εμπεριστατωμένες αυτές εισηγήσεις, αποσπάσματα των οποίων θα παρατεθούν όπου κριθεί αναγκαίο. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ: Η αίτηση βασίζεται στη Διαταγή 25 Θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Στην υπόθεση Νικολάου Ιωάννης ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α. υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Κ. Μιλτιάδους,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.» Οι γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί στην υπόθεση ΦΟΙΝΙΩΤΗΣ ν. 1. GREENMAR NAVIGATION LTD κ.α.
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 33 22/02/1989, Αγωγή Ναυτοδικείου και αναλύονται από τον Πική Δ. όπως ήταν τότε ως ακολούθως: «1) Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. 2) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. 3) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. 4) Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v Case 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην πρόσφατη απόφαση IKOS CIF LTD ν. MARTIN COWARD κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013 ημερ. 20.03.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση των Εφεσειόντων αναφορικά με την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημα τους για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως και όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Με δεδομένο, λοιπόν, το πραγματικό υπόβαθρο, είναι ξεκάθαρο ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιωκόταν η προσθήκη νέας βάσης αγωγής και, ταυτόχρονα, η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, Εφεσιβλήτων 2-13. Υπό αυτές τις συνθήκες, τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος τροποποίησης θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής, κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξολοκλήρου το χαρακτήρα της.» Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το γεγονός ότι υπάρχει δυνατότητα καταβολής αποζημιώσεων προς τον καθ' ου η αίτηση δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων, στην έκταση που τη θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Όταν η αγωγή άχθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τις 6 Δεκεμβρίου 1988, υποβλήθηκε αίτημα για αναβολή προς υποβολή αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο ανέβαλε τότε την υπόθεση, παρά την ένσταση του εφεσίβλητου, για να καταχωρισθεί αίτηση για τροποποίηση εντός δυο μηνών. Δεν υποβλήθηκε τέτοια αίτηση ούτε και ήλθε εκ νέου το θέμα στο προσκήνιο μέχρι της 13ης Δεκεμβρίου 1990 όταν, μετά από σειρά εμφανίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση.» Εξέταση του ζητήματος της καθυστέρησης: Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 αναφέρθηκε ότι όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας και ότι κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Κρίνεται ως αναγκαία η παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης για να εξεταστεί ο παράγοντας αυτός. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 2.11.2010 σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (O.2 r.1) σε αυτό δε επισημαίνω ότι αναγράφονταν αναλυτικά όλες οι επίδικες επιταγές του Τεκμ.
  1. Εμφάνιση για την Εναγόμενη 4 καταχωρήθηκε την 9.11.2011 και για τους Εναγόμενους 2 και 3 την 20.02.2012 η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε την 3.07.2012 και η Υπεράσπιση την 5.11.2013 και τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν με την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση την 3.01.
  2. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε την 14.10.2015, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκαν αντίγραφα των επίδικων επιταγών ως Τεκμ.
  3. Η αποκάλυψη εγγράφων μεταξύ των οποίων και οι επίδικες επιταγές είχε προηγηθεί με την καταχώρηση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης την 13.11.
  4. Έχουν ακουστεί ήδη 5 μάρτυρες από πλευράς της Ενάγουσας και όπως είχε δηλωθεί παρέμεναν κάποια περαιτέρω ζητήματα για τα οποία θα υπήρχε διαβούλευση για τη δήλωση τους ως παραδεκτών γεγονότων. Μεταξύ των μαρτύρων ο κ. Α. Ανδρέου Καβαλλάρης (Μ.Ε.2) μοναδικός διευθυντής της Ενάγουσας και βασικός μάρτυρας της και ο κ. Γ. Καϊμακλιώτης (Μ.Ε.5) λογιστής της ενάγουσας. Δεν μπορεί κάποιος να αντιτείνει ότι δεν παρουσιάζεται στην παρούσα περίπτωση καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης από πλευράς των Αιτητών δόθηκε εξήγηση στην ένορκη δήλωση της ενόρκως δηλούσας κας Νίτσας Χ¨ Βασιλείου η οποία καταγράφηκε πιο πάνω στις σελ. 3 και
  5. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημου Παραλήπτη,
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα μεταξύ άλλων από τον Έντιμο κ. Πική, Δ. όπως ήταν τότε: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας.» Οι Αιτητές στην παρούσα περίπτωση είχαν τη δυνατότητα σε πολύ προγενέστερο χρόνο και έπρεπε να είχαν με εύλογη επιμέλεια αντιληφθεί τα ονόματα που αναγράφηκαν στις επίδικες επιταγές ως τους δικαιούχους τους και αν υπήρχε πρόβλημα, όπως το παρουσιάζουν σήμερα, να το είχαν εγείρει αμέσως. Σημειώνεται ότι εκδότης των εν λόγω επιταγών ήταν η εναγόμενη 1 εναντίον της οποίας έχει ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση. Όπως και στην πιο πάνω υπόθεση Γραμμές Στρίντζη, έτσι και στην παρούσα υπόθεση, τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από τους Αιτητές από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και σίγουρα όχι μετά από έξι και πλέον έτη από της καταχώρησης της αγωγής. Εφόσον ασκείτο εύλογη επιμέλεια, και εδώ δεν τίθεται ζήτημα επίδειξης εμπιστοσύνης προς την άλλη πλευρά, θα διαπιστώνονταν αμέσως αυτά τα οποία μόλις κατά τη διάρκεια της τελευταίας ακροαματικής διαδικασίας αποφάσισε να τα εγείρει. Πράγματι, ο κ. Γεώργιος Καϊμακλιώτης (Μ.Ε.5), που είναι ο τελευταίος μάρτυρας που κατάθεσε πριν προκύψει το ζήτημα, όπως το θέτει η πλευρά των Αιτητών, ρωτήθηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ποιος είναι ο δικαιούχος των επίδικων επιταγών. Για τις επιταγές που του υποδείχθηκαν αρχικά απάντησε ότι δικαιούχος ήταν η ενάγουσα Andreas Kavallaris Jewellers Ltd, και ότι η λέξη «Jewellers» παραλήφθηκε από τον εκδότη της από κεκτημένη ταχύτητα. Στη συνέχεια μετά από σχετική ερώτηση τι εννοεί «κεκτημένη ταχύτητα», εξήγησε ότι στον εμπορικό κόσμο ορισμένοι δεν γράφουν επί λέξει και ορθογραφικώς πολλές φορές το πλήρες όνομα μιας εταιρείας καθ΄ ότι ορισμένες φορές μπορεί να είναι μακρύ ένα όνομα, μπορεί να είναι δύσκολο όνομα και έτσι γράφονται παραλείποντας λέξεις, το όνομα Ανδρέας Καβαλλάρης Ltd εξήγησε παραπέμπει στην ενάγουσα εταιρεία και ότι δεν πρόκειται για προσωπική επιχείρηση. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του επιχειρήθηκε να του υποδειχθούν και να ερωτηθεί ο μάρτυς και για τις υπόλοιπες επιταγές του Τεκμ. 3 όπου ως δικαιούχος αναφέρεται το φυσικό πρόσωπο Ανδρέας Καβαλλάρης οπότε και ηγέρθη ένσταση ότι αυτή η γραμμή αντεξέτασης ξεφεύγει από δικογραφημένους ισχυρισμούς και παραδοχές της Υπεράσπισης η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και στάθηκε το έρεισμα για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Αυτό το ζήτημα αντιμετωπίστηκε - χωρίς βέβαια τα γεγονότα της να προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας - και στην πρόσφατη απόφαση Νίκος Νικολάου v. ΕΚΑ ROCK DESIGNS LTD, Πολ. Έφεση Αρ. 175/2011 ημερ. 22.12.2016 όπου δεν είχε επιτραπεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο η τροποποίηση της Υπεράσπισης όταν είχε ζητηθεί και πάλι σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και προς τούτο υπήρξε ξεχωριστός λόγος έφεσης. Έγινε παραπομπή στο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης σε σχέση με το ζήτημα του ενδεχόμενου να απαιτείται η προσφορά περαιτέρω μαρτυρίας από πλευράς της ενάγουσας όταν αυτή σχεδόν έφτασε στο τέλος της, στην οποία τονίστηκε η περιπλοκή που θα συνεπαγόταν στη διαδικασία και η ανατροπή της πορείας της με περαιτέρω καθυστέρηση και ταλαιπωρία που ακόμα και η επιδίκαση των εξόδων υπέρ των εναγόντων με την έγκριση της θα προκαλούσε ζημιογόνες συνέπειες στην παρουσίαση και απόδειξη της υπόθεσης της πλευράς των εναγόντων, πλήττοντας τη δύναμη της υπόθεσης τους. Έχοντας λοιπόν υπόψη την πιο πάνω νομολογία και τους λόγους που δίδονται για να δικαιολογήσουν το χρόνο που υποβάλλεται τώρα η αίτηση, δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι η αίτηση υποβλήθηκε με την πρώτη ευκαιρία όταν ανέκυψε το ζήτημα ή ότι η τυχόν έγκριση της δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στην Καθ΄ης η Αίτηση. Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση και για αυτό το λόγο θα απέρριπτα την αίτηση. Εξέταση επί της ουσίας της επιδιωκόμενης τροποποίησης: Εξετάζοντας την ουσία της επιδιωκόμενης τροποποίησης, πιστεύω ότι είναι χρήσιμη η παράθεση του περιεχομένου της παραγράφου 6 της Υπεράσπισης, της οποίας επιδιώκεται η τροποποίηση, με την διαγραφή όσων υπογραμμίζονται στο κείμενο της που ακολουθεί: «Οι εναγόμενοι, πλην του ότι οι Εναγόμενοι 1 κατά διάφορες ημερομηνίες εξέδωσαν και παρέδωσαν στους Ενάγοντες τις επιταγές που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, αγνοούν και συνεπώς αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των Εναγόντων οι οποίοι περιέχονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης και επαναλαμβάνουν ότι τις εργασίες και/ή συναλλαγές και/ή δοσοληψίες της Εναγομένης 1 είχε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο αποβιώσας Νίκος Χατζηβασιλείου.» Η παράγραφος 4 της Έκθεσης Απαιτήσεως, στην οποία απαντά η πιο πάνω παράγραφος, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κατά διαφόρους ημερομηνίες ως λεπτομερώς κατωτέρω αναφέρεται οι εναγόμενοι 1 εξέδωσαν και παρέδωσαν στους ενάγοντες για νόμιμο αντάλλαγμα τις ακόλουθες επιταγές πληρωτέες στην διαταγή των εναγόντων στην Λάρνακα.» Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της παρ. 4 της Έκθεσης Απαιτήσεως ήδη προσφέρθηκε μαρτυρία από πλευράς της ενάγουσας και αντίγραφα των επίδικων επιταγών κατατέθηκαν στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας ως Τεκμ. 3 και υποδείχθηκαν τα πρωτότυπα τους που είναι επίσης κατατεθειμένα στο φάκελο του Δικαστηρίου επισυναπτόμενα στην ένορκη δήλωση με την οποία προχώρησε η ενάγουσα σε απόδειξη της υπόθεσης της εναντίον της εναγόμενης
  1. Πράγματι ο εκδότης τους φαίνεται ότι είναι η εναγόμενη 1 και δικαιούχος τους σε πλείστες από αυτές κάποια εταιρεία με το όνομα Ανδρέας Καβαλλάρης Ltd και σε κάποιες το φυσικό πρόσωπο Ανδρέας Καβαλλάρης. Επομένως δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να αμφισβητηθεί η έκδοση και παράδοση των επιταγών στην ενάγουσα, έστω και αν ως δικαιούχα πρόσωπα καταγράφησαν σ΄ αυτές ως πιο πάνω, επιταγές οι οποίες δεν εξαργυρώθηκαν για λόγους που οφείλονταν στην εναγόμενη
  2. Το πως θα αξιολογηθεί η μαρτυρία που προσφέρθηκε ή ενδεχόμενα θα προσφερθεί σε σχέση με τους δικαιούχους των επιταγών και τον λόγο για τον οποίο εκδόθηκαν δεν είναι της παρούσας να αποφασιστεί. Είναι δε σημαντικό, κατά την άποψη μου, εν΄όψει των αιτητικών στην αίτηση, να εξεταστεί αν η βάση της αγωγής εδράζεται στο γεγονός και μόνον της μη τίμησης των επίδικων επιταγών. Ανατρέχοντας στην Έκθεση Απαιτήσεως διαπιστώνεται ότι οι επιταγές δεν είναι η μοναδική βάση της αγωγής, καθώς στην παράγραφο 4 αναφέρεται ότι τις εν λόγω επιταγές οι εναγόμενοι 1 τις εξέδωσαν και παρέδωσαν στην ενάγουσα για νόμιμο αντάλλαγμα. Στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαιτήσεως προβάλλεται ο ακόλουθος ισχυρισμός από μέρους της ενάγουσας, ότι: «Οι εναγόμενοι προέβησαν στις ως άνω ενέργειες - και εννοεί ενέργειες που αποσκοπούσαν στη μη τίμηση των επίδικων επιταγών ή άλλων παραστάσεων όπως ήταν και ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος 2 εναντίον του οποίου εκκρεμούσαν ποινικές κατηγορίες για την μη τίμηση των εν λόγω επιταγών έπασχε από ανίατη ασθένεια αποδίδοντας του ψευδώς πολύ λίγο χρόνο ζωής που οδήγησε την ενάγουσα να αποσύρει τις εν λόγω κατηγορίες - δόλια και/ή με ψευδείς παραστάσεις και/ή για να εξαπατήσουν τους ενάγοντες ως πιστωτές τους και/ή κατόπιν συνομωσίας μεταξύ των εναγόντων για παρεμπόδιση των εναγόντων να εισπράξουν το οφειλόμενο σε αυτούς ποσό.» Στη συνέχεια παρέχονται λεπτομέρειες του δόλου/και ή των ψευδών παραστάσεων και/ή της συνομωσίας και/ή των ψευδών παραστάσεων των εναγόμενων. Στη δε παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαιτήσεως τους ισχυρίζονται: «Ως εκ των ανωτέρω οι ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά και απώλεια ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των €246.364,95σ. ποσόν το οποίο οφείλουν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες δυνάμει των ως άνω επιταγών και/ή ως αξία πωληθέντων και παραδοθέντων στους εναγόμενους 1 εμπορευμάτων για τα οποία οι ενάγοντες εξέδωσαν και σχετικά τιμολόγια και/ή δελτία παραλαβής τα οποία θα παρουσιαστούν κατά την δικάσιμο και τα οποία οι εναγόμενοι 1 δεν πλήρωσαν παρά το ότι οχλήθηκαν επανειλημμένα και λόγω των ως άνω ενεργειών τους παρεμποδίζουν την είσπραξη του από τους ενάγοντες.» Επομένως, όπως και στη συνέχεια καταγράφεται στο αιτητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως, η αξίωση των εναγόντων εδράζεται σε διάφορες βάσεις και ο ισχυρισμός περί μη τίμησης των επίδικων επιταγών είναι μια από αυτές τις βάσεις της αγωγής. Επομένως, η απόδειξη ή όχι της βάσης της αγωγής που αφορά τις επίδικες επιταγές δεν είναι κατ΄ανάγκη ο καταλυτικός παράγοντας για την επιτυχία της αγωγής, έτσι που να καθίσταται η τυχόν αποτυχία απόδειξης αυτής της βάσης άνευ ετέρου λόγος για απόρριψη της αγωγής ελλείψει πλέον αγωγίμου δικαιώματος των Εναγόντων, όπως είναι η εισήγηση των Αιτητών κάτι που συμπαρασύρει και την προσπάθεια των Αιτητών να εισαγάγουν στην Υπεράσπιση τους τους ισχυρισμούς που προτείνονται με την παράγραφο 3 (Αιτητικό Α (ιι) της αίτησης. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημου Παραλήπτη (ανωτέρω) λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Διαπιστώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος, ο οποίος να δικαιολογεί την τροποποίηση. Αντίθετα, αυτή θα επέφερε μεταβολή του πλαισίου της δίκης και θα επέβαλλε την επανακρόαση της υπόθεσης. Έγκριση του αιτήματος θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των εναγόντων, αλλά και της δικαιοσύνης, συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσής της.» Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (πιο πάνω): «.Το αποδει­κτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυ­στέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Στην ίδια πιο πάνω υπόθεση Φοινιώτης, λέχθηκε επίσης ότι σε αιτήσεις τροποποίησης, το Δικαστήριο όταν προσδιορίζει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, θα πρέπει να συνεκτιμήσει τις επιπτώσεις της τροποποίησης στα συμφέροντα και δικαιώματα του αντίδικου καθότι η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Η παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων αποτελεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων και/ή αποζημιώσεων (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, Milouca Motor Trading Ltd. v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λουκαΐδου ν. Γερολέμου,
(2000)1 ΑΑΔ 333 και Παπανικολάου v. Κότσαπα,
(2004)1 ΑΑΔ σελ. 1800). Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδη,
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 έχουν λεχθεί τα εξής από τον Καλλή, Δ.: «Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988).» Στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, αναφέρθηκε ότι αίτηση τροποποίησης δικογράφου θα πρέπει να απορριφθεί όταν η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο. Με όσα παρέθεσα πιο πάνω σε σχέση με το στάδιο που βρίσκεται η ακροαματική διαδικασία με την παράθεση της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρος της ενάγουσας και μοναδικού διευθυντού της κ. Α. Ανδρέου (Μ.Ε.2) και του κ. Γ. Καϊμακλιώτη (Μ.Ε.5) λογιστή της ενάγουσας, είναι αναπόφευκτος ο εκτροχιασμός της υπόθεσης αν ήθελε εγκριθεί το αίτημα, κάτι που αντίκειται στα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της Καθ΄ης η Αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης της εντός εύλογου χρόνου. Η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει βλάβη στην πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τα αιτητικά Α (ι και ιι) της αίτησης απορρίπτονται. Σε σχέση με το αιτητικό Β της αίτησης που αφορά αίτημα να επιτραπεί στους Αιτητές να καταχωρήσουν περαιτέρω υπεράσπιση, πρόκειται για διάβημα που εδράζεται στις πρόνοιες της Δ.23 Θ. 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν οποιοσδήποτε λόγος υπεράσπισης προκύψει μετά που ο Εναγόμενος παράδωσε την υπεράσπιση του ή μετά την εκπνοή του χρόνου παραδόσεως, ο Εναγόμενος μπορεί, .. .. .. εντός δεκαπέντε ημερών μετά την εμφάνιση τέτοιου λόγου υπεράσπισης ή καθ' οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο, με άδεια του Δικαστηρίου ή Δικαστή, να παραδώσει περαιτέρω υπεράσπιση, ανάλογα με την περίπτωση και να παρουσιάσει αυτό το λόγο.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών με παρέπεμψε στις ακόλουθες υποθέσεις στη βάση των οποίων το αίτημα τους εισηγείται όπως εγκριθεί: Στην υπόθεση Famiro Spinning Company Ltd v. Ami Knitting and Clothing Industries Ltd
(1989)1 Α.Α.Δ. 741, και ειδικότερα στις σελίδες 748 - 749 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι πρόνοιες της Δ.23 θ. 2, είναι σαφείς και καθορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε τέτοια περίπτωση. Αν, σύμφωνα με τη διαταγή αυτή, τα γεγονότα αυτά έχουν εγερθεί μέσα σε διάστημα 15 ημερών από την καταχώρηση υπεράσπισης ή της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, ο εναγόμενος στην πρώτη περίπτωση και ο ενάγων στην δεύτερη, μπορούν χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, να καταχωρήσουν συμπληρωματική υπεράσπιση προβάλλοντας τα νέα αυτά γεγονότα. Στην περίπτωση που περάσουν οι 15 μέρες, η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει με άδεια του Δικαστηρίου. Έτσι καμία αίτηση για τροποποίηση δεν χρειάζεται για να προβληθούν τα νέα αυτά γεγονότα.» Και στην υπόθεση Cyper Group Ltd v. Κυριάκος Χαραλαμπίδης κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1852 ως επίσης και τα όσα αναφέρονται στο «The Annual Practice 1955», σελ. 416 και 417, όπου γίνεται αναφορά στην αντίστοιχη με την Δ.23.θ.2 Αγγλική διαταγή, ήτοι την Δ.24.Θ.2. Εκείνο επομένως που θα πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με αυτό το ζήτημα είναι κατά πόσον το νέο στοιχείο υπεράσπισης προέκυψε μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης. Οι Αιτητές στο συγκεκριμένο αιτητικό της αίτησης τους, το Β, δεν προσδιορίζουν επακριβώς τι είναι που θέλουν να τους επιτραπεί να εισαγάγουν ως περαιτέρω Υπεράσπιση, κάτι που θα έπρεπε να είχαν καταγράψει και όχι να αφήσουν το ζήτημα να αιωρείται. Παραμένει αόριστο, και ως τέτοιο δεν μπορεί να εγκριθεί. Αν πάλι ο ισχυρισμός τους θα ήταν ότι δικαιούχοι των εν λόγω επιταγών φαίνονται πρόσωπα άλλα από την ενάγουσα, αυτό έχει αποφασιστεί κατά την εξέταση του Αιτητικού Α και σε κάθε περίπτωση η σημασία αυτού του γεγονότος εναπόκειται στην αξιολόγηση που θα τύχει η σχετική μαρτυρία κατά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας. Η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στη σφαίρα εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης ενόψει του γεγονότος ότι οι επιταγές για τις οποίες γίνεται αναφορά, είχαν εκδοθεί σε στάδιο προγενέστερο της καταχώρησης αγωγής και της υπεράσπισης. Και ως προς τούτο τα γεγονότα της παρούσας διαφέρουν από αυτά της υπόθεσης Cyper Group Ltd v. Κυριάκος Χαραλαμπίδης (πιο πάνω), όπου λανθασμένα όπως κρίθηκε κατ΄έφεση διατάχθηκε η διαγραφή περαιτέρω υπεράσπισης, εφόσον η επιστολή που είχαν αποστείλει οι εφεσίβλητοι μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης τους δημιουργούσε επιπρόσθετα δικαιώματα υπεράσπισης. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έλαβε χώρα οποιοδήποτε γεγονός μετά την έκδοση των επιταγών προκειμένου να είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης και η έγκριση του αιτούμενου διατάγματος για καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Το τι αναγράφουν αυτές οι επιταγές ως τα δικαιούχα πρόσωπα τους, είναι ζήτημα που θα έπρεπε με ποικίλους τρόπους, ενεργοποιώντας ακόμα και δικονομικές διατάξεις, να είχαν πληροφορηθεί οι Αιτητές έγκαιρα και πριν ακόμα την καταχώρηση της Υπεράσπισης τους. Δεν το έκαναν και το κάνουν τώρα με μεγάλη καθυστέρηση και μετά που ποικιλοτρόπως όπως εξηγήθηκε πιο πάνω είχαν τη δυνατότητα να διαπιστώσουν ό,τι τώρα ισχυρίζονται ότι τους δημιουργεί επιπρόσθετα δικαιώματα υπεράσπισης και μάλιστα σε στάδιο που δημιουργεί μεγάλο ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης στα συμφέροντα της Καθ΄ης η Αίτηση, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η πλευρά των Αιτητών. Τα όσα λέχθηκαν πιο πάνω για το ζήτημα της καθυστέρησης σε σχέση με το αιτητικό Α, έχουν άμεση ισχύ και σε σχέση με αυτό το αιτητικό. Για όλους τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω ούτε το αιτητικό Β δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτεται. Η απόρριψη των πιο πάνω αιτητικών θέτει εκποδών και το αιτητικό Γ το οποίο παραμένει πλέον χωρίς έρεισμα. Ενόψει αυτών δεν κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε σε σχέση με το κατά πόσο είναι κατάλληλη ή όχι περίπτωση αναστολής κάθε περαιτέρω διαδικασίας και/ή της συνέχισης της ακροαματικής διαδικασίας, εφόσον με την απόρριψη των αιτητικών Α και Β δεν αναφύεται πλέον οποιοδήποτε νομικό ζήτημα που κατά την άποψη των αιτητών θα πρέπει να εξεταστεί τώρα και το οποίο ουσιαστικά θα έκρινε ολόκληρη την αγωγή. Η πιο πάνω κατάληξη μου καθιστά περιττή την ενασχόληση μου με πλείστους τόσους λόγους ένστασης που προβάλλει η Καθ΄ ης η Αίτηση εφόσον η ανάλυση τους μόνο ακαδημαϊκό πλέον μόνο ενδιαφέρον έχει. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω αναπόφευκτα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αίτηση των Αιτητών υποβλήθηκε καθυστερημένα, δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και η τυχόν έγκριση της θα οδηγούσε σε εκτροχιασμό της ακροαματικής διαδικασίας κατά παράβαση των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια απορρίπτω την αίτηση με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/ Καθ΄ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων/ Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπογρ.).............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.