← Κύπρος

Hellenic Bank Public Company Ltd ν. A.E. Πατρόκλου Εργολάβοι Οικοδομών Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 196/2014, 6/2/2017

Hellenic Bank Public Company Ltd ν. A.E. Πατρόκλου Εργολάβοι Οικοδομών Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 196/2014, 6/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 196/2014 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Ltd Ενάγουσας -και-

  1. A.E. Πατρόκλου Εργολάβοι Οικοδομών Λίμιτεδ
  2. Ευάγγελος Πατρόκλου
  3. Ανδρέας Πατρόκλου Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης ημερ. 1.9.16 6 Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους 1, 2 και 3 - αιτητές: κ.Σ. Γεωργίου Για ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση: κα Γ. Καραμαλλή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  4. Η ενάγουσα αξιώνει από όλους τους εναγόμενους αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά διάφορα ποσά πλέον τόκους δυνάμει συμφωνιών δανείου ή/και τραπεζιτικών διευκολύνσεων ως επίσης και διάταγμα εκποίησης των υποθηκών που παραχώρησε η εναγόμενη
  5. 2.Οι εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους πέραν από το γεγονός ότι υπέγραψαν τα έγγραφα που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της ενάγουσας και μεταξύ άλλων προβάλλουν ότι η ενάγουσα διαβεβαίωσε τους εναγόμενους ότι η λήψη δανείου σε ελβετικά φράγκα ήταν προς όφελος τους καθότι το επιτόκιο θα ήταν μόνο 1% ετησίως και ότι ο μόνος κίνδυνος ήταν η αλλαγή της ισοτιμίας του ευρώ με το ελβετικό φράγκο κάτι το οποίο ήταν αναληθές. Περαιτέρω δε, ισχυρίζονται ότι η συμφωνία δανείου σε ελβετικά φράγκα είχε ετοιμαστεί σε γλώσσα που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ως επίσης δεν τους επεξηγήθηκαν οι υποχρεώσεις που αναλάμβαναν με βάση τη συμφωνία δανείου. Περαιτέρω προβάλλουν ότι τα δάνεια χρεώθηκαν με τόκους, έξοδα και άλλα ποσά κατά παράβαση των επίδικων συμφωνιών αλλά και των συναλλακτικών, εμπορικών και τραπεζικών ηθών.
  6. Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι - αιτητές επιζητούν την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη, μεταξύ άλλων, ισχυρισμών ότι: (α) το δάνειο που χορηγήθηκε σε ελβετικό φράγκο είναι προϊόν επενδυτικού χαρτοφυλακίου συνδεδεμένο με την αγορά συναλλάγματος και ότι ο υπάλληλος της ενάγουσας δεν διέθετε πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και δεν ήταν σε θέση να παρέχει εξειδικευμένες πληροφορίες σχετικά με την αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου που αναλάμβαναν οι εναγόμενοι και έτσι η συμφωνία δανείου είναι παράνομη και/ή άκυρη. (β) η ενάγουσα προώθησε το δάνειο με παραπλανητικό τίτλο αποκρύπτοντας τη φύση του. (γ) οι εναγόμενοι συνήψαν τη σύμβαση δανείου στη βάση εσφαλμένων και/ή παραπλανητικών παραστάσεων αφού η ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδεις πληροφορίες αναγκαίες ώστε οι εναγόμενοι να λάβουν απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά δεν θα λάμβαναν. (δ) με τη σύμβαση δανείου σε ελβετικά φράγκα υπάρχει δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής με αποτέλεσμα η ενάγουσα να κερδοσκοπεί έναντι των εναγομένων και να εξασφαλίζει αθέμιτα κέρδη κατά παράβαση των Νόμων, Κανονισμών της τραπεζιτικής δεοντολογίας και του Ευρωπαϊκού δικαίου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η εν λόγω σύμβαση δανείου σε ελβετικά φράγκα παραβιάζει το Ενωσιακό δίκαιο και/ή είναι αντίθετη με τις οδηγίες και κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου είναι άκυρη και στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος. (ε) η εν λόγω συμφωνία σε ξένο νόμισμα είναι άκυρη ή/και ακυρώσιμη λόγω απάτης, δόλιας συμπεριφοράς, αθέμιτης επιρροής και συμπεριφοράς και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγομένων και παρατίθενται στην αίτηση τα γεγονότα που κατά την εισήγηση των εναγομένων συνιστούν τις πιο πάνω πράξεις.
  7. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.25 θ.1-5 και Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου αρ. 3 ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι πρόσφατα τέθηκαν υπόψη του συνηγόρου τους εξελίξεις και νομικά θέματα που ενισχύουν και επιρρώνουν τις θέσεις ότι εξαπατήθηκαν από τους ενάγοντες και ότι η σύμβαση στην οποία στηρίζονται είναι άκυρη και/ή ανεφάρμοστη.
  8. Η ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση έχει ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση και οι λόγοι ένστασης ως αυτοί περιορίστηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων εστιάζονται στο ότι η αίτηση υποβάλλεται με καθυστέρηση, είναι κακόπιστη καθότι τα έγγραφα δόθηκαν στην άλλη πλευρά ως επίσης με την αιτούμενη τροποποίηση μεταβάλλεται ριζικά η Έκθεση Υπεράσπισης και δεν παρέχεται επαρκής αιτιολογία.
  9. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων έχουν συνοψιστεί από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Πική στην υπόθεση Φοινιώτης v. Green Navigation

(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)«Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη και τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D.361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». (Βλ. και Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607).
  1. Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέπει τροποποίηση. (Βλ. Icos Cif Ltd ν.
  2. Μartin Coward κ.α. Πολ. Εφέσεις αρ. 137/2013 και 138/2013 ημερ. 20.3.2014).
  3. Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα κι όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής: "I start with the principle, well settled, than an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Και σε μετάφραση στα ελληνικά: «Ξεκινώ με την αρχή, που είναι καλά καθιερωμένη, ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν ζητείται αργά, αν είναι αναγκαία, για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, καθόσον οποιαδήποτε δυσχέρεια θα ήθελε προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αυτή η αρχή ισχύει εδώ». Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ανωτέρω η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω κι αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1ΑΑΔ 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Επίσης έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για την διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2ΑΑΔ 203, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84, Λυσιώτη v. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515/22.3.2000 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989), Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλας Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 αντίστοιχα ημερ. 24/10/
  1. Στην υπόθεση Astor Manufacturing ανωτέρω εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώρηση της Αγωγής καθότι υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της Έκθεσης Απαίτησης γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα ως επίσης στην υπόθεση Χριστοδούλου ανωτέρω εγκρίθηκε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες. 10.1 Στην προκείμενη περίπτωση λίγα λόγια για το ιστορικό της υπόθεσης είναι χρήσιμα. Στις 17.1.14 καταχωρήθηκε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο και στις 12.2.14 καταχωρήθηκε εμφάνιση από μέρους όλων των εναγομένων. Η δε Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 20.2.14 και η Απάντηση στην Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 11.3.
  2. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες για πρώτη φορά στις 19.5.14 και κατ΄εκείνη την ημέρα εκδόθηκαν εκατέρωθεν διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων. Στις 3.7.14 η ενάγουσα με ένορκη δήλωση αποκάλυψε τα έγγραφα ως επίσης και οι εναγόμενοι στις 22.5.
  3. Η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 16.12.15 ως επίσης ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 31.1.
  4. Στο μεταξύ και ειδικότερα την 1.9.16 καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση τροποποίησης. 10.2 Στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 3 που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι πρόσφατα τέθηκαν υπόψη του δικηγόρου τους εξελίξεις και νομικά ζητήματα που ενισχύουν τις θέσεις τους ότι εξαπατήθηκαν από τους ενάγοντες. Δεν καθορίζει με ακρίβεια το πιο πάνω χρονικό πλαίσιο. Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει. Όπως έχει νομολογηθεί εάν το συμφέρον της δικαιοσύνης το απαιτεί, τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση από διάδικο (βλ. Icos Cif Ltd ν.
  5. Μartin Coward κ.α.). Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης αλλά θα πρέπει να συναρτάται και με άλλους παράγοντες όπως ανυπαρξία καλής πίστης. Στην προκείμενη περίπτωση λαμβανομένων υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει, το ιστορικό της υπόθεσης όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω και των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σε σχέση με το χρόνο που διαπιστώθηκε η αναγκαιότητα τροποποίησης, κρίνω ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν είναι τέτοια που να οδηγεί από μόνη της προς την κατεύθυνση της απόρριψης λαμβανομένου υπόψη ότι δεν διαπιστώνεται η ανυπαρξία καλής πίστης από μέρους των εναγομένων - αιτητών. Περαιτέρω στην περίπτωση που το αίτημα εγκριθεί, αδυνατώ να αντιληφθώ πώς θα επηρεαστεί δυσμενώς η ενάγουσα και δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να επιφέρει αδικία σ΄ αυτή λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να υπάρξει αποζημίωση με την επιδίκαση εξόδων. Δεν έχει καταδειχθεί κατάχρηση ή και κακοπιστία ή και οτιδήποτε άλλο που να οδηγεί προς την κατεύθυνση της απόρριψης της αίτησης.
  6. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος νοουμένου ότι αυτό θα ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα και στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Αναφορικά με τα έξοδα, τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και όλα τα σπαταληθέντα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) ................................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.