ΘΕΜΙΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΑΡΛΙΣΤΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1584/2012, 22/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A131 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1584/2012 Μεταξύ: ΘΕΜΙΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ Ενάγοντα - και - ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΑΡΛΙΣΤΟΥ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 22/09/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κα Αντιγόνη Νικηφόρου για τον κ. Νέστορα Νικηφόρου Για τον Εναγόμενο: κ. Γεώργιος Λουκαϊδης για την Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Η ευθύνη που ένας οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος φέρει, να τηρεί την συνήθη επιμέλεια και επιδεξιότητα έναντι των ατόμων που χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο που λογικά θα μπορούσε να προβλέψει ως πιθανώς επηρεαζόμενα από την οδήγηση του, είναι καλά εδραιωμένη περίπτωση στην οποία επιβάλλεται καθήκον επιμέλειας, κάτω από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (βλ. Καλαθά ν Πουλλίτα
(2006)1 Α.Α.Δ. 480 και Barrett v Enfield London Borough Council [2001] 2 AC 550).
- Ως έχει νομολογηθεί [[i]], το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος, είναι αντικειμενικό. Δεν συναρτάται με τους υποκειμενικούς παράγοντες που προσδιορίζουν τις δυνατότητες του οδηγού για επιμελή οδήγηση, αλλά με την ίδια την οδήγηση και τα εξωτερικά της γνωρίσματα. Επέδειξε ή όχι, ο οδηγός, στον ουσιώδη χρόνο, την επιμέλεια για την ασφάλεια των άλλων, που επέβαλλαν εξ αντικειμένου τα γεγονότα της υπόθεσης [[ii]]; Αυτό είναι το ερώτημα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να απαντάται, βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Συναρτάται, ως εκ τούτου, ο προσδιορισμός της απαιτούμενης επιμέλειας, από τα δεδομένα της τροχαίας και τη φροντίδα που εύλογα αναμένεται από πρόσωπο που βρίσκεται στη θέση του οδηγού, να επιδείξει, για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αριστείδου ν Πολυδώρου, ECLI:CY:AD:2016:A16, Πολιτική Έφεση Αρ. 346/2010, 15/01/2016: «. το κριτήριο για την αμέλεια είναι αντικειμενικό. Ο Εναγόμενος θα πρέπει να έχει συμπεριφερθεί και θα πρέπει να έχει επιδείξει προσοχή και φροντίδα χαμηλότερου επιπέδου, υπό τις περιστάσεις, από το επίπεδο που αναμένεται από έναν λογικό, συνετό, ικανό και έμπειρο οδηγό. Το μέτρο δεν είναι εκείνο του τέλειου οδηγού, αλλά του λογικού, συνετού και ικανού οδηγού.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
- Η υπόθεση αυτή, αφορά τροχαίο ατύχημα στο οποίο ενεχόμενα ήταν δύο οχήματα, οι οδηγοί των οποίων υποστήριξαν προς το Δικαστήριο δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές σε ότι αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του. Ως εκ τούτου, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου η διαπίστωση της αλήθειας, για να καταλήξει ποιος ευθύνεται για το δυστύχημα ή και σε ποιο βαθμό (βλ. Hatton v Cooper [2001] EWCA Civ 623, Cooper v Floor Cleaning Machines [2003] EWCA Civ 1649 και Eyres v Atkinsons Kitchen and Bedrooms Ltd [2007] EWCA Civ 365).
- Κατά την εκδοχή του Ενάγοντος, την 22/08/2011 περί τις 16:15 μ. μ., το όχημα με αριθμούς εγγραφής KMV 444, που βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Εναγομένου, ήταν σταθμευμένο στην οδό Πατρών στην Λάρνακα, παρά την συμβολή της οδού Πατρών με την οδό Βόλου, στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από αυτή της κατεύθυνσης που αντίκριζε (δηλαδή, με μέτωπο προς το κέντρο της πόλης της Λάρνακας). Από την εν λόγω στάση του, ο Εναγόμενος εκκίνησε και οδήγησε το εν λόγω όχημα στην οδό Πατρών με κατεύθυνση το κέντρο της πόλης της Λάρνακας, οπόταν στην συμβολή της με την οδό Βόλου έκανε στροφή αριστερά για να εισέλθει στην τελευταία. Στην εν λόγω προσπάθεια του Εναγομένου να στρίψει το όχημα του αριστερά προς την οδό Βόλου, αμελώς κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, ανέκοψε με αυτό την πορεία της μοτοσυκλέτας με αλλοδαπούς αριθμούς εγγραφής ΙΒΙ 776 που οδηγούσε ο Ενάγοντας, η οποία ερχόταν από τα αριστερά του Εναγομένου και είχε κατεύθυνση από την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού προς το κέντρο της πόλης της Λάρνακας μέσω της οδού Πατρών, επιφέροντας την σύγκρουση των δύο οχημάτων, τον τραυματισμό και την πρόκληση ζημιάς του Ενάγοντος. Ως εκ του περιστατικού αυτού, ο Ενάγοντας αξιώνει από τον Εναγόμενο αποζημιώσεις:
(1)€2.845 ειδικές αποζημιώσεις, που προέκυψαν, από την διόρθωση ζημιών που προκλήθηκαν στην μοτοσυκλέτα ένεκα του δυστυχήματος (€700), από απώλεια εισοδημάτων λόγω ανικανότητας για εργασία ένεκα του δυστυχήματος για περίοδο δύο μηνών (€1.940) και από την εξασφάλιση εκθέσεων (ιατρού: €120 και αστυνομίας: €85) για σκοπούς αυτής της δικαστικής διαδικασίας,
(2)γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες (εκδορές δεξιού αγκώνα και δεξιού γόνατος, εγκαύματα τριβής δεξιού αγκώνα και τραύματα δεξιού άκρου ποδός στο οποίο έγινε συρραφή),
(3)τόκους και
(4)έξοδα της διαδικασίας.
- Ο Εναγόμενος, δεν αποδέχεται ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος ανταποκρίνονται στα όσα πραγματικά επισυνέβησαν. Θέσης του είναι ότι, το όχημα που ήταν στην κατοχή του, ήταν κανονικά σταθμευμένο στην οδό Πατρών. Δηλαδή, δεν ήταν σταθμευμένο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Πατρών, ως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, και είχε μέτωπο, κατ' αντίθεση και πάλι του ισχυρισμού του Ενάγοντα, αντίθετα από το κέντρο της πόλης της Λάρνακας. Αρνείται τον ισχυρισμό του Ενάγοντος, ότι προσπάθησε να κάνει στροφή του οχήματος που οδηγούσε προς την οδό Βόλου ενώ βρισκόταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Πατρών. Υποστηρίζει, ότι, ενώ το εν λόγω όχημα βρισκόταν κανονικά σταθμευμένο στην οδό Πατρών, ξεκινώντας με όπισθεν, το οδήγησε σε σημείο της οδού Πατρών από όπου θα μπορούσε με ασφάλεια να κάνει στροφή δεξιά. Τότε ήταν ακριβώς που ο Ενάγοντας, ο οποίος κατευθυνόταν προς το κέντρο της πόλης της Λάρνακας, αμελώς, επέπεσε με την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε, επί του οχήματος του. Δεν αποδέχεται τις ισχυριζόμενες ή οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες του Ενάγοντος, αρνείται τον ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι λόγω του δυστυχήματος δεν εργάστηκε και απώλεσε μισθούς δύο μηνών από την εργασία του και αρνείται τις ισχυριζόμενες ειδικές ζημιές του Ενάγοντος. Εδώ, αξίζει να σημειωθεί, ότι, ο Εναγόμενος, ανταξίωνε από τον Ενάγοντα, αποζημιώσεις ύψους €600 για την ζημιά που υπέστη το αυτοκίνητο του λόγω του δυστυχήματος, την οποία όμως απέσυρε με δήλωση του δικηγόρου του, αμέσως μετά το κλείσιμο της παρουσίασης της υπόθεσης του Ενάγοντος.
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντος, πέραν της μαρτυρίας του ιδίου, κλήθηκαν και κατέθεσαν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο άλλα δύο πρόσωπα. Οι μάρτυρες αναλυτικά: Θέμις Χαριλάου (Ενάγοντας), Θράσος Ο' Μαχόνη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2») και Αστ. 2548 Χριστάκης Δημητρίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ3»). Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Εναγομένου, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία.
- Οι θέσεις των διαδίκων, σε ότι αφορά τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, ως αυτές προκύπτουν από την δικογραφία που καθορίζει και το τι είναι επίδικο μεταξύ τους και προς κρίση από το Δικαστήριο μετά από ακρόαση της υπόθεσης, έχουν προαναφερθεί. Πρόδηλα, από αυτές, προκύπτει διάστασης μεταξύ των δύο εκδοχών που οι διάδικοι ισχυρίστηκαν στο Δικαστήριο, ως προς τα πραγματικά περιστατικά της. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, παρουσιάστηκε από πλευράς του η μαρτυρία των προσώπων που έχουν προαναφερθεί. Οι θέσεις των ΜΕ2 και ΜΕ3, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Εναγομένου. Το τι ουσιαστικά παρατηρήθηκε, αναφορικά με την αντεξέταση τους από πλευράς Εναγομένου, ήταν, ότι, απλά επιδιώχθηκε η διευκρίνησης της μαρτυρίας τους και η παράθεσης κάποιων περαιτέρω λεπτομερών σε ότι αφορούσε τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσαν, σε ότι αφορά μάλιστα τα οποία, δεν τους υποβλήθηκαν θέσεις αντίθετες ή άλλες διαφορετικές. Ουσιαστικής αμφισβήτησης, έτυχε η μαρτυρία του Ενάγοντος, ειδικότερα σε ότι αφορούσε τις συνθήκες του δυστυχήματος και τα κονδύλια που αξιώνει από τον Εναγόμενο υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, τα οποία αφορούν την ισχυριζόμενη απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του και την διόρθωση ζημιών που κατ' ισχυρισμών του υπέστη, λόγω του δυστυχήματος, η μοτοσυκλέτα του. Σημειώνεται εδώ, ότι, τα γεγονότα που αφορούν τον τραυματισμό του Ενάγοντος και ειδικότερα το είδος αυτού, τις επισκέψεις του σε νοσοκομείο και ιδιώτη ιατρό σε ότι αφορά τον εν λόγω τραυματισμό του και τα έξοδα (Τεκμήριο 6) ετοιμασίας της ιατρικής έκθεσης του Δρ. Χ. Ηλία (Τεκμήριο 5) σχετικά με αυτόν, κατά την εξέλιξη της δίκης, και συγκεκριμένα κατά την συνεδρίαση του Δικαστηρίου της 01/11/2016, έγιναν παραδεκτά από πλευράς Εναγομένου, οπόταν και ο Ενάγοντας δήλωσε το κλείσιμο της υπόθεσης του. Επανέρχομαι σε αυτά στην συνέχεια της απόφασης μου, κατά την αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας.
- Εστιάζω, συνεπώς την προσοχή μου, στην εκτίμηση της μαρτυρίας του Ενάγοντος, η μαρτυρία του οποίου, ως έχει προαναφερθεί, ήταν αυτή που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένου. Πριν όμως προχωρήσω σε αυτό, πρέπει να σημειωθεί το εξής πολύ σημαντικό στοιχείο, που, αν και όχι αποφασιστικά, επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου [και] επί του ζητήματος της αξιοπιστίας των θέσεων του Ενάγοντος. Αυτό, έχει να κάμει με το γεγονός, ότι, ο Ενάγοντας, αν και αντεξετάστηκε από πλευράς Εναγομένου και θέσεις αντίθετες με την μαρτυρία του, του υποβλήθηκαν ως ορθές, παρά την άρνηση του να αποδεχθεί την εκδοχή του Εναγομένου για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, με το κλείσιμο της παρουσίασης της υπόθεσης του, ο Εναγόμενος, ως προαναφέρθηκε, έκλεισε την υπόθεση του χωρίς να παρουσιάσει μαρτυρία. Συνεπώς, από απόψεως γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μόνο η εκδοχή του Ενάγοντα. Σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[iii]]. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014, σε περίπτωση, όπου, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε, συνήθως, αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους, είναι, αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο [[iv]]. Ως εκ των προαναφερομένων, αυτή θα πρέπει να είναι η προσέγγισης του Δικαστηρίου προς την, από πλευράς Ενάγοντα, προσαχθείσα μαρτυρία, στην προκείμενη περίπτωση.
- Σε υποθέσεις που αφορούν τροχαία ατυχήματα, η εκτίμηση της μαρτυρίας και ειδικότερα αυτή των εμπλεκόμενων οδηγών, συνήθως, θα έλεγε κάποιος, σχεδόν κανονικά, γίνεται με αναφορά προς το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, που ετοιμάζεται από τον αστυφύλακα που διερεύνησε τις συνθήκες του δυστυχήματος για την αστυνομία, αμέσως μετά το δυστύχημα, αν αυτό γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι αποτελεί αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113). Και τούτο, επειδή, ως έχει νομολογηθεί, το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, στο οποίο απεικονίζονται στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας που αφορούν την υπόθεση, αποτελεί σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν Δημητρίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388 και Σωτηρίου ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307). 10. Όπως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Κονναρή ν Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, η πραγματική μαρτυρία, όντως, μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, η σημασία της όμως ποικίλλει, ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο [και] στην υπόθεση Ευαγγέλου ν Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην εκτίμηση και αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα. 11. Εντούτοις, η απουσία σχεδίου για την σκηνή του δυστυχήματος, δεν συνιστά κώλυμα για το Δικαστήριο να εξάγει τα συμπεράσματα του, από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Ως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113: «Το σχεδιάγραμμα της σκηνής ενός δυστυχήματος σκοπό έχει να φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου την πραγματική κατάσταση που υπάρχει στη δρόμο και τα ίχνη που τυχόν αφήνει μια σύγκρουση δύο οχημάτων. Η πραγματική αυτή μαρτυρία έχει σκοπό να δοκιμάσει την αξιοπιστία της ζωντανής μαρτυρίας των μαρτύρων οι οποίοι καταθέτουν. Η απουσία σχεδιαγράμματος δεν αποκλείει το Δικαστήριο από την υποχρέωσή του για αξιολόγηση της ζωντανής μαρτυρίας που παρουσιάζεται ενώπιόν του. Το Δικαστήριο είχε υποχρέωση να αξιολογήσει τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και με βάση αυτή να εξάξει τα ευρήματα και συμπεράσματά του, πράγμα που ορθά έπραξε.». 12. Σε κάθε περίπτωση, όπως σχολιάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Siakos v Nicolaou
(1980)1 C.L.R. 333, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της πραγματικής μαρτυρίας και ειδικότερα όταν πρόκειται για σχέδιο σκηνής ενός δυστυχήματος στο οποίο αποτυπώνονται στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό, εάν δεν έχει ακούσει μαρτυρία / γνώμη από πραγματογνώμονα που να βασίζεται επί της πραγματικής μαρτυρίας για τα αίτια του δυστυχήματος, να μην καθιστά τον εαυτό του πραγματογνώμονα προς διαπίστωση τους (βλ. και HjiGeorghiou v. The Police
(1972)2 C.L.R. 86, Constantinou v The Police
(1972)2 C.L.R. 89, Salih v Sofocleous
(1979)1 C.LR. 248 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252). Εντούτοις, όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Shakolas v Agathangelou a. a.
(1983)1 C.L.R. 1007, το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν αποκλείεται από του να εξετάσει, εφαρμόζοντας την κοινή λογική, την πραγματική μαρτυρία ή/και άλλη σχετική μαρτυρία από την οποία αποδεικνύεται το σύνολο των περιστάσεων κάτω από τις οποίες συνέβη το δυστύχημα, για να καταλήξει σε συμπεράσματα και να προβεί σε ευρήματα σε ότι αφορά την ύπαρξη ευθύνης λόγω αμέλειας, χωρίς να τίθεται ζήτημα ότι ενήργησε ως πραγματογνώμονας. Η προσέγγισης όμως αυτή, χρειάζεται προσοχή και ως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χρίστου ν Χρίστου κ. α., ECLI:CY:AD:2015:A483, Πολιτική Έφεση Αρ. 250/10, 07/07/2015, εφαρμόζεται κατ' εξαίρεση: «Δεν διαφωνούμε ότι, γενικώς, είναι επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να αποκλείσει ή επιβεβαιώσει εκδοχή οδηγού ως προς την ταχύτητα του ιδίου ή άλλου οδηγού, να καταφύγει στην απλή κοινή λογική και εμπειρία για να αξιολογήσει την εκδοχή οποιουδήποτε από τους εμπλεκόμενους οδηγούς ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η ταχύτητα ενός εκ των εμπλεκομένων οδηγών ήταν ψηλή ή χαμηλή, ανάλογα με τον ισχυρισμό που τίθεται ενώπιον του. Όμως αυτό αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που δεν επιτρέπει στο (πρωτόδικο) Δικαστήριο να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας και ενόψει τούτου η κατάληξη σε τέτοιο συμπέρασμα προϋποθέτει ότι τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του, ιδιαίτερα η πραγματική μαρτυρία, είναι τέτοια που αφ΄ εαυτών, ως θέμα κοινής λογικής και εμπειρίας, δικαιολογούν τέτοιο συμπέρασμα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 13. Στην προκείμενη περίπτωση, υπάρχει σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο και μπορεί να υποβοηθήσει το έργο του Δικαστηρίου, να εκτιμήσει την μαρτυρία του Ενάγοντος. Το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 2), παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΕ3. Ο ΜΕ3, ήταν ο αστυφύλακας που εξέτασε την σκηνή του δυστυχήματος για την αστυνομία, η οποία εκλήθη στην σκηνή αμέσως μετά. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ3, στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 2, απεικονίζονται τα ευρήματα του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Ως έχει νομολογηθεί, σκοπός της μαρτυρίας του αστυνομικού που ερευνά ένα τροχαίο δυστύχημα, πρέπει να είναι η παράθεσης προς το Δικαστήριο των πραγματικών στοιχείων που παρατήρησε στην σκηνή του δυστυχήματος, ώστε αυτά να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Δεν είναι της αρμοδιότητος του ερευνώντος το δυστύχημα αστυνομικού, να υποδείξει συμπεράσματα από τα πραγματικά στοιχεία που παρατήρησε στην σκηνή του δυστυχήματος, καθότι, μοναδικός κριτής της υπόθεσης πρέπει να είναι το Δικαστήριο (βλ. Ευθυμίου ν Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1280)•, το οποίο, μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία του, εάν ικανοποιηθεί ότι αυτός προέβη σε όλες τις αναγκαίες υπό τις περιστάσεις ενέργειες προς διερεύνηση του και καταγραφής των παρατηρήσεων του (βλ. Κωνσταντινου ν Χ"Αντωνίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 455) και κρίνει την αξιοπιστία του, όπως κάθε άλλου μάρτυρα (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 279).
- Στην προκείμενη περίπτωση, ως προανέφερα, η μαρτυρία του ΜΕ3, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένου. Σε κάθε περίπτωση, ο ΜΕ3, ως μάρτυρας, μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όσα κατέγραψε στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 2, αποτελούν τα πραγματικά του ευρήματα από την έρευνα που διεξήγαγε επί της σκηνής. Δεν υπήρξε άλλωστε εισήγησης από πλευράς Εναγομένου ως προς το αντίθετο, ούτε και έχουν προκύψει από την μαρτυρία του ΜΕ3 και την υπόλοιπη μαρτυρία, στοιχεία που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μη αποδοχή της μαρτυρίας του, ή μη αποδοχή κάποιου μέρους της. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του ΜΕ3 στο σύνολο της και ειδικότερα ότι, στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 2, αποτυπώνεται η πραγματική κατάστασης που υπήρχε στο δρόμο, στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα, κατά την επιτόπια επίσκεψη της από αυτόν. Ως άλλωστε αναφέρθηκε από τον ΜΕ3 και δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς, είτε του Ενάγοντα, είτε του Εναγομένου, με το πρόχειρο σχέδιο του της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε, Τεκμήριο 14, βάσει του οποίου ετοιμάστηκε από τον ίδιο το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 2, συμφώνησαν αμφότεροι οι διάδικοι.
- Από το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 2, ως επεξηγήθηκε και από τον ΜΕ3, αλλά και την υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΕ3, προκύπτει, ότι:
(1)η σύγκρουσης των οχημάτων των διαδίκων, έγινε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας όπου οδηγούσε κανονικά την μοτοσυκλέτα του ο Ενάγοντας,
(2)ότι έγινε σε σημείο του δρόμου, 1,80 μ. περίπου εντός της εν λόγω λωρίδας κυκλοφορίας του Ενάγοντος (βάσει της νοητής γραμμής από το σταθερό σημείο, κάθετα η απόστασης με το πίσω μέρος του οχήματος, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας του ΜΕ3 που δεν αμφισβητήθηκε για το μήκος του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος) και
(3)ότι η σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας με το όχημα του Ενάγοντα ήταν στο μπροστινό αριστερό μέρος («γωνιά») του οχήματος του Ενάγοντα. Επιπρόσθετα, επιβεβαιώνει:
(1)την θέση του Ενάγοντα ως προς την πορεία που είχε ακολουθήσει το όχημα που οδηγείτο από τον Εναγόμενο (βλ. το σημείο Α επί του σχεδίου της σκηνής, Τεκμήριο 2), -δηλαδή, προερχόμενο από στάση από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Πατρών-, καταρρίπτοντας αυτήν της υπεράσπισης του Εναγομένου, ότι, το όχημα του είχε μέτωπο αντίθετα προς το κέντρο της πόλης της Λάρνακας και
(2)επιβεβαιώνει την θέση του Ενάγοντα ότι χτυπήθηκε στο δεξιό μέρος της μοτοσυκλέτας του (οι ζημιές της οποίας, επισημαίνεται, σύμφωνα με τον ΜΕ2, εντοπίζονται στο κέντρο της μοτοσυκλέτας, κάτι που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Ενάγοντος περί αποκοπής της ελεύθερης πορείας του). Αυτά, σε συνδυασμό με το γεγονός, που δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένου, ότι, όταν ο ΜΕ3 κατηγόρησε τον Εναγόμενο για αμελή οδήγηση, ο Εναγόμενος παραδέχτηκε ότι ήταν αμελής (ως φυσικά έκρινε τα γεγονότα ο ίδιος ο Εναγόμενος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι, χωρίς άλλο, τούτο δικαιολογεί εύρημα του Δικαστηρίου περί αμέλειας του, σίγουρα όμως λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο μαρτυρίας προς εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας) και την μαρτυρία του Εναγομένου, που παρέμεινε αναντίλεκτη από πλευράς Εναγομένου, ότι δεν έτρεχε κατά τον ουσιώδη χρόνο με μεγάλη ταχύτητα, εν αντιθέσει με τον Εναγόμενο που αν και δεν προσδιορίστηκε η ταχύτητα του, η μαρτυρία (του Ενάγοντα) είναι ότι κινήθηκε με τέτοια ταχύτητα (επιτάχυνση) στον δρόμο, ώστε να προέβαλε απότομα στην ελεύθερη πορεία της μοτοσυκλέτας του Ενάγοντα αποκόπτοντας την, χωρίς να αφήνει περιθώρια αντίδρασης στον Ενάγοντα προς αποφυγή της σύγκρουσης, με οδηγεί στην κατάληξη, ότι, ο Εναγόμενος, επέδειξε προσοχή και φροντίδα χαμηλότερου επιπέδου, από αυτήν που οι περιστάσεις το επέβαλλαν (λαμβάνοντας κανείς υπόψη, την θέση στην οδό Πατρών που βρισκόταν το όχημα του Εναγομένου, την μορφολογία της οδού Πατρών στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου και την πορεία που ακολούθησε για να κατευθυνθεί στην οδό Βόλου και ότι εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας όπου ελεύθερα κινείτο η μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα χωρίς να την προσέξει, ενώ είχε την ορατότητα), από το επίπεδο που αναμένεται από έναν λογικό, συνετό, ικανό και έμπειρο οδηγό. Στην απουσία μαρτυρίας από πλευράς Εναγομένου σε ότι αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος, αυτός, κρίνεται αποκλειστικά υπεύθυνος για αυτό (βλ. Kardanas Transport Co Ltd v Κωνσταντίνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 267). Σε κάθε περίπτωση, από την υπάρχουσα μαρτυρία, δεν βρίσκω να υπήρχαν ενδείξεις προς τον Ενάγοντα, ότι ο Εναγόμενος θα κινείτο στη πορεία που κινήθηκε επί της οδού Πατρών, με κατεύθυνση την οδό Βόλου, που να του επέβαλλαν καθήκον να λάβει προφυλάξεις έναντι του κινδύνου που τελικά εκδηλώθηκε, δηλαδή, της εισόδου του οχήματος του Εναγομένου στην λωρίδα κυκλοφορίας όπου ελεύθερα κινείτο η μοτοσυκλέτα του Ενάγοντος όταν δεν ήταν ασφαλές να προχωρήσει. Ως άλλωστε έχει νομολογηθεί, οδηγός οχήματος που οδηγεί κατά μήκος κύριου δρόμου, δεν χρειάζεται, εκτός αν υπάρχουν συνθήκες τέτοιες που να προδιαθέτουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να προβλέψει ότι άλλος οδηγός θα μπει από πάροδο ή από αλλού στον κύριο δρόμο, χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει (βλ. Κυριάκου Παύλου ν Ανδρέα Παπακυπριανού
(2000)1 Α.Α.Δ. 974). Ούτε και από την μαρτυρία φαίνεται να υπήρχαν συνθήκες στον δρόμο της οδού Πατρών, από εξ αντιθέτου κινούμενα οχήματα (δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις το όχημα του Εναγομένου μπορεί να θεωρηθεί ότι κινήθηκε εξ αντιθέτου της μοτοσυκλέτας του Ενάγοντος), που θα δικαιολογούσαν, ως εισηγήθηκε η υπεράσπιση του Εναγομένου, ο Ενάγοντας να έπρεπε να διατηρεί το αριστερότερο μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Πατρών επί της οποίας οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του (βλ. Ουλούπη ν Χρίστου κ. α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1508).
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων, δικαιολογείται η απόδοσης στον Ενάγοντα των ακόλουθων θεραπειών:
- Το ποσό των €205 υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Αποδέχομαι τα όσα κονδύλια έχουν δικογραφηθεί και έχουν (στην βάση της δικογράφισης τους) αποδειχθεί αυστηρά. Συγκεκριμένα, αποδίδονται στον Ενάγοντα το κόστος της ιατρικής έκθεσης (€120, βάσει του Τεκμηρίου 6, που έγινε αποδεκτό από την υπεράσπιση) και το κόστος ετοιμασίας αστυνομικής έκθεσης (€85, βάσει του Τεκμηρίου 3) (Βλ. Βασίλειος Μαϊττάς ν Παναγιώτη Γεωργίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1, Κούλλης Κυριακίδης ν Γραγκούδη & Στεφάνου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 247 και St. Marina Sporting Promotions Ltd v Chterio Kirilov Dimitrov
(2004)1 Α.Α.Δ. 1663). Δεν αποδίδονται στον Ενάγοντα, οι υπόλοιπες απαιτήσεις του για ειδική αποζημίωση, καθότι:
(1)για μεν την απαίτηση του για απώλεια ημερομισθίων (€1.940), δεδομένης της κατάστασης των αποδοχών του για το έτος 2011, Τεκμήριο 7, που ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο και της αβεβαιότητας που εξέφρασε όταν ήρθε αντιμέτωπος κατά την αντεξέταση του με τα δεδομένα αυτής, φαίνεται ότι για την περίοδο που ισχυρίζεται ότι απώλεσε ημερομίσθια, ο εργοδότης του δηλώνει ότι του πλήρωσε μισθό. Ενώ, ως παρατηρείται, η βεβαίωσης της εργοδότη του Ενάγοντα, Τεκμήριο 8, που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού του, αν και αναφέρει ότι ο Ενάγοντας απουσίασε από την εργασία του, δεν αναφέρει πουθενά ότι ο Ενάγοντας απώλεσε τους μισθούς του. Σημειώνεται επιπρόσθετα, ότι, από τα ιατρικά πιστοποιητικά, δεν φαίνεται να είχε χορηγηθεί στον Ενάγοντα άδεια ασθενείας για οποιαδήποτε περίοδο. Παρά την αμφισβήτηση της μαρτυρίας του Ενάγοντος επί του συγκεκριμένου ζητήματος, ως παρατηρείται, η εργοδότης του Ενάγοντα δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να προσφέρει θετική μαρτυρία για αυτό του τον ισχυρισμό και ως εκ τούτου, προτιμώ να βασιστώ στην σταθερά που το μητρώο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τεκμήριο 7, προσφέρει, που τεκμαίρεται ότι βασίζεται σε αληθή ως προς τούτο δήλωση της εργοδότη του Ενάγοντα και απορρίπτω το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Ενάγοντα που αφορά αυτή του την αξίωση (βλ. Νικολάου ν Αιμιλίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1339 και Κουρρης ν Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147)•,
(2)για δε την απαίτηση του για επιδιόρθωση της μοτοσυκλέτας (€700), από την στιγμή που ο Ενάγοντας δεν επιδιόρθωσε την μοτοσυκλέτα του, ως ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο, το ποσό αυτό δεν μπορεί να του αποδοθεί [στην βάση ακόμη και της μαρτυρίας του ΜΕ2 (βλ. Τεκμήριο 10)], εφόσον, παρά το γεγονός ότι η μοτοσυκλέτα του υπέστη ζημιά, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου καμία μαρτυρία για την αξία της μοτοσυκλέτας κατά τον χρόνο του δυστυχήματος και αμέσως μετά δεδομένων και των ζημιών της, ώστε συσχετίζοντας τα δύο, να μπορούσε να υπολογιστεί η ζημιά που θα μπορούσε να του επιδικαστεί. Σε κάθε περίπτωση, η αξίωση του Ενάγοντα ήταν για επιδιόρθωση της μοτοσυκλέτας και την δαπάνη αυτή, ως αποδείχθηκε, δεν την υπέστη (βλ. Μιχαήλ ν Ονουφρίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1349). 18. Το ποσό των €3.200 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων στην βάση των εξής γεγονότων και δεδομένων. Ο Ενάγοντας, λόγω του δυστυχήματος, σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Χ. Ηλία, Τεκμήριο 5 (βλ. και το ιατρικό πιστοποιητικό του Γ. Ν. Λάρνακας, Τεκμήριο 4), υπέστη «θλαστικό τραύμα (συρραφέν) στη ραχιαία επιφάνεια του δεξιού ποδός μήκους 7 εκατοστά με σημεία καλής επούλωσης» και «επιφανειακές εκδορές στη δεξιά κνήμη και αντιβράχιο με καλή επούλωση». Τραυματισμοί, οι οποίοι, δύο μήνες μετά, «επουλώθηκαν καλώς», χωρίς εμφανείς ουλές από τις εκδορές στην δεξιά κνήμη και αντιβράχιο, με υπερτροφική όμως εμφανή ουλή από το τραύμα στο δεξί πόδι (βλ. σε ότι αφορά το επιδικασθέν ποσό γενικών αποζημιώσεων, τα ποσά που επιδικάστηκαν στις υποθέσεις Παπαγγελοδήμου κ. α. ν Ηλιάδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 639, Harmsworth κ. α. Salamis Glory
(2003)1 Α.Α.Δ. 1617, Σπύρος Μελή και Ελένη Λτδ κ. α. ν Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590, Λαγοποδίδης ν Αναστασιάδη κ. α., ECLI:CY:AD:2017:A180, Πολιτική Έφεση Αρ. 250/2011, 18/05/2017, Καλογήρου κ. α. ν Αντωνιάδου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1444, Παναγή ν Κακοψιτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 839, Swipe Ltd v Σταυρινού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2375, Αδαμίδης ν Χατζηνικολάου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1108, Ενωτιάδου ν Πόλεου κ. α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1996). 19. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, καταλήγω στην έκδοση απόφασης υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου ως ακολούθως: Α. Για το ποσό των €205, ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο επί του ποσού των €102,5 ετησίως, από την έγερση του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα την 22/08/2011, μέχρι εξοφλήσεως (Βλ. Φοινικαρίδης ν Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Β. Για το ποσό των €3.200, ως γενικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού ετησίως, από την 21/05/2012 (ήτοι από την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας Αγωγής) μέχρι εξοφλήσεως (Βλ. Άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και Καμπούρης ν Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ.
(2005)1 (Β) Α.Δ.Δ. 1246). Γ. Τα έξοδα της παρούσας Αγωγής, πλέον Φ. Π. Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά 25% λόγω μερικής αποτυχίας της απαιτήσεως του Ενάγοντος. 20. Στην βάση της δήλωσης του συνηγόρου του Εναγομένου, η Ανταπαίτησης του Εναγομένου αποσύρθηκε και απορρίπτεται από το Δικαστήριο. Απαίτηση και ανταπαίτηση, μέχρι και το σημείο που η τελευταία αποσύρθηκε, συνεκδικάστηκαν, οπόταν η προαναφερόμενη διαταγή για τα έξοδα, καλύπτει και την κατάληξη αυτής. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παγκος Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300. [ii] Δέστε τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160 και Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51. [iii] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1508. [iv] Αναφέρει το Εφετείο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω). Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο