REIN HAUS (NICOSIA) LTD ν. ΦΥΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3392/2011, 8/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3392/2011 Μεταξύ: REIN HAUS (NICOSIA) LTD Ενάγουσας - και - ΦΥΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 08/09/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Ορφανίδης Α. Κυριάκος, για την Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Εναγόμενο: κα Κλαϊδη Ανδριάνα, για την κα Χειμωνίδου Εγγλέζου Μαρία --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση και η Ανταπαίτηση
- Η Ενάγουσα, με την Αγωγή της αυτή, αξιώνει από τον Εναγόμενο: (α) Το ποσό των €11.000, στη βάση ισχυριζόμενης οφειλής από εργασίες εγκατάστασης ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης, που, κατόπιν συμφωνίας τους, εκτέλεσε για λογαριασμό του σε υπό ανέγερση πολυκατοικία της ιδιοκτησίας του Εναγομένου στην Λάρνακα. (β) Το ποσό των €5.000, το οποίο, κατ' ισχυρισμό της, ο Εναγόμενος το πληρώθηκε αδίκως, από τραπεζιτική εγγυητική επιστολή που κατ' εντολήν της είχε εκδοθεί προς όφελος του, υποκείμενη της οποίας ήταν η προαναφερόμενη συμφωνία. (γ) Νόμιμο τόκο επί των προαναφερόμενων ποσών. (δ) Τα έξοδα της διαδικασίας αυτής της Αγωγής και το επιβαλλόμενο επί αυτών ποσό Φ. Π. Α.
- Ο Εναγόμενος, πρόβαλε υπεράσπιση στις προαναφερόμενες απαιτήσεις της Ενάγουσας και παράλληλα, ανταξίωσε από την Ενάγουσα: (α) Το ποσό των €787,75, το οποίο, κατ' ισχυρισμό του, άδικα το πλήρωσε στην Ενάγουσα, αφού η τελευταία δεν εκτέλεσε καμία εργασία σε σχέση με την οποία μπορούσε να του το χρεώσει. Η εργασία, που, κατ' ισχυρισμό της Ενάγουσας, αντιστοιχεί στην εν λόγω εργασία, της επιδιόρθωσης αποχετευτικών, εκτελέστηκε από κάποια άλλη εταιρεία, την Α/φοι Α & Λ Κουνές Λτδ, από την οποία το χρεώθηκε επίσης. (β) Το συνολικό ποσό των €20.332,68 ως αποζημίωση, για τα διάφορα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε, συνακόλουθα της από πλευράς της Ενάγουσας παράβασης των συμφωνηθέντων τους. (γ) Νόμιμο τόκο επί των προαναφερόμενων ποσών. (δ) Γενικές αποζημιώσεις για την όλη ταλαιπωρία στην οποία υπεβλήθη από την Ενάγουσα. (ε) Τα έξοδα της διαδικασίας αυτής της Αγωγής και το επιβαλλόμενο επί αυτών ποσό Φ. Π. Α. Η υπόθεσης των διαδίκων
- Προς υποστήριξη της προαναφερόμενης αξίωσης της, η Ενάγουσα, υποστήριξε στο Δικαστήριο την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Ως νομικό πρόσωπο, στους σκοπούς της, είναι η αποκόμιση εισοδήματος από την εκτέλεση εργασιών σωληνώσεως, υδραυλικών και εγκαταστάσεως κεντρικών θερμάνσεων. ii. Με τον Εναγόμενο, που της είχε παρουσιαστεί ως ιδιοκτήτης υπό ανέγερση πολυκατοικίας στην Λάρνακα, είχε προσέλθει σε συμφωνία για την εκτέλεση εργασιών σωληνώσεως (επιστροφής ζεστού νερού) και υδραυλικών, στα τέσσερα από τα διαμερίσματα της εν λόγω πολυκατοικίας. Τιμολόγησε τον Εναγόμενο (τιμολόγιο υπ' αρ. 09652, ημερομηνίας 16/07/2008), με το συνολικό ποσό των €7.595,75, στο οποίο περιλαμβανόταν και χρέωση Φ. Π. Α. iii. Περαιτέρω, είχε προσέλθει σε συμφωνία με τον Εναγόμενο για την εκτέλεση εργασιών εγκατάστασης ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης σε ολόκληρη την πολυκατοικία, που είχε σαν βάση της, την προσφορά που είχε υποβάλει στον Εναγόμενο σχετικά (προσφορά υπ' αρ. 561/08, ημερομηνίας 05/062008). iv. Περί την 14/07/2008, έδωσε εντολή στην Ελληνική Τράπεζα για την έκδοση τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής προς όφελος του Εναγομένου, ύψους €5.000 (τραπεζιτική εγγυητική επιστολή υπ' αρ. LGU/037116/018), υποκείμενη της οποίας ήταν η προαναφερόμενη συμφωνία, προς διασφάλιση της πιστής εκτέλεσης των όρων της. v. Ο Εναγόμενος, της κατέβαλε, συνολικά, το ποσό των €12.595,
- Της πλήρωσε το ποσό των €7.595,75, προς εξόφληση της προς αυτήν οφειλής του βάσει του τιμολογίου υπ' αρ. 09652 ημερομηνίας 16/07/
- Και της προκατέβαλε, σε ότι αφορούσε την συμφωνία για την εκτέλεση εργασιών εγκατάστασης ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης σε ολόκληρη την πολυκατοικία, το ποσό των €5.
- vi. Εκτέλεσε, στην πολυκατοικία, σε ότι αφορά τις εργασίες εγκατάστασης ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης που είχαν συμφωνηθεί, αριθμό εργασιών και εξέδωσε σχετικά με αυτές και παρέδωσε στον Εναγόμενο, τιμολόγιο ημερομηνίας 23/09/2008 για το ποσό χρέωσης του, €11.000, στο οποίο περιλαμβανόταν και χρέωση Φ. Π. Α. vii. Την 03/10/2008, ο Εναγόμενος της απαγόρευσε την είσοδο στην πολυκατοικία και την συνέχιση των εργασιών. Επανειλημμένα του ζήτησε να συναντηθούν για την επίλυση τυχόν διαφορών, πλην όμως, ο Εναγόμενος αρνήθηκε. viii. Αρχές του Δεκεμβρίου του έτους 2008, ενημερώθηκε από την Ελληνική Τράπεζα, ότι, ο Εναγόμενος, ζήτησε την πληρωμή του ποσού των €5.000 βάσει της προαναφερθείσας τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής. Με επιστολή ημερομηνίας 02/12/2008, που απέστειλε στον Εναγόμενο ο δικηγόρος της, κάλεσε τον Εναγόμενο να μην προχωρήσει με την προαναφερθείσα απαίτηση του και να προσέλθει σε συνάντηση με όλους τους εμπλεκομένους στο έργο ανέγερσης της πολυκατοικίας για επίλυση τυχόν διαφορών. Αντίγραφο της επιστολής αυτής εστάλη, στον επιμετρητή ποσοτήτων, στον αρχιτέκτονα, στον εργολάβο, στην Ελληνική Τράπεζα και στο Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (Ε. Τ. Ε. Κ.). ix. Πάραυτα, ο Εναγόμενος, προχώρησε με την απαίτηση του βάσει της προαναφερθείσας τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής και πληρώθηκε από την Ελληνική Τράπεζα το ποσό των €5.000, γεγονός που αυτή το πληροφορήθηκε από την Ελληνική Τράπεζα την 03/12/2008, η οποία, ταυτόχρονα με την πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού, χρέωσε με το εν λόγω ποσό και τον λογαριασμό της. x. Η επιστολή ημερομηνίας 02/12/2008, που απέστειλε ο δικηγόρος της, απαντήθηκε από τον δικηγόρο του Εναγομένου, με επιστολή του τελευταίου ημερομηνίας 11/12/2008, το περιεχόμενο της οποίας απορρίφθηκε. xi. Απαίτησε από τον Εναγόμενο να της εξοφλήσει το προαναφερόμενο χρέος του των €11.000 από τις εργασίες που εκτέλεσε στην πολυκατοικία για την εγκατάσταση της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης, ή σε κάθε περίπτωση, να της καταβάλει το εν λόγω ποσό ως εύλογη αμοιβή για τις εν λόγω εργασίες της, καθώς επίσης και του απαίτησε να της επιστρέψει και το ποσό των €5.000 που αδίκως απαίτησε και πληρώθηκε βάσει της προαναφερθείσας τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής, πλην όμως, ο Εναγόμενος, αμελεί και/ή παραλείπει και/ή αρνείται να το πράξει.
- Προς υπεράσπιση του, αλλά και για υποστήριξη της ανταξίωσης του, ο Εναγόμενος, αρνούμενος την προαναφερόμενη εκδοχή της Ενάγουσας για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, υποστήριξε στο Δικαστήριο την ακόλουθη δική του εκδοχή: i. Αγνοεί κατά πόσο η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο και ποιοι είναι οι σκοποί της και από αυτή την άποψη δεν αποδέχεται οποιοδήποτε σχετικό ισχυρισμό της. ii. Αποδέχεται, ότι, είχε παρουσιαστεί στην Ενάγουσα ως ιδιοκτήτης υπό ανέγερση πολυκατοικίας στην Λάρνακα, και ότι είχε προσέλθει με αυτήν σε συμφωνία για την εκτέλεση εργασιών σωληνώσεως (επιστροφής ζεστού νερού) και υδραυλικών στα τέσσερα από τα διαμερίσματα της εν λόγω πολυκατοικίας. Εν προκειμένω, σημειώνει περαιτέρω ότι, την 24/06/2008, η Ενάγουσα, με έγγραφη προσφορά της που επιγραφόταν «προσφορά υδραυλικής εγκατάστασης στην Λάρνακα», του προσέφερε την εγκατάσταση 22 σημείων υδραυλικής εγκατάστασης στα οποία περιλαμβάνονταν και τα εξής: (α) κεντρικές αποχετεύσεις, μετακίνηση, διόρθωση, (β) διασωλήνωση με σωλήνα τύπου pipe in pipe Γερμανίας, (γ) τοποθέτηση ειδών υγιεινής, (δ) accessory, (ε) διασωλήνωση τριών βρυσών στις βεράντες, (στ) διασωλήνωση πόσιμου νερού στις κουζίνες και στο ντεπόζιτο οροφής, (ζ) μελλοντική πρόνοια παροχής λάστιχου από ντεπόζιτο ισογείου προς ντεπόζιτο οροφής, (η) ένωσης ηλιακού με τις κεντρικές γραμμές για ζεστό και κρύο νερό στα διαμερίσματα, και (θ) βρύσες στην αυλή (2 pcs) με λάστιχο τύπου pipe in pipe. Αποδέχτηκε την προσφορά της Ενάγουσας την 09/06/
- iii. Παραδέχεται ότι τιμολογήθηκε από την Ενάγουσα (τιμολόγιο υπ' αρ. 09652, ημερομηνίας 16/07/2008), το συνολικό ποσό των €7.595,75, στο οποίο περιλαμβανόταν και χρέωση Φ. Π. Α. και σημειώνει, ότι, το εν λόγω ποσό της το εξόφλησε την 16/07/2008, με τραπεζική επιταγή του της Τράπεζας Κύπρου (τραπεζική επιταγή υπ' αρ. 76649311). Εντούτοις, σε ότι αφορά το ποσό των €787,75, μέρος του προαναφερόμενου συνολικού ποσού χρέωσης, το οποίο η Ενάγουσα πληρώθηκε για την επιδιόρθωση αποχετεύσεων, αυτό, το χρεώθηκε και από την εταιρεία Α/φοι Α & Λ Κουνές Λτδ που πράγματι εκτέλεσε την εργασία αυτή. Και επιπρόσθετα, από τις προαναφερόμενες συμφωνηθείσες εργασίες για τις οποίες χρεώθηκε, η Ενάγουσα δεν εκτέλεσε τις εξής: (α) τοποθέτηση ειδών υγιεινής, (β) accessory, (γ) διασωλήνωση τριών βρυσών στις βεράντες, (δ) διασωλήνωση πόσιμου νερού στις κουζίνες και στο ντεπόζιτο οροφής, (ε) μελλοντική πρόνοια παροχής λάστιχου από ντεπόζιτο ισογείου προς ντεπόζιτο οροφής, (στ) ένωσης ηλιακού με τις κεντρικές γραμμές για ζεστό και κρύο νερό στα διαμερίσματα, και (ζ) βρύσες στην αυλή (2 pcs) με λάστιχο τύπου pipe in pipe. Αυτές, παρά το γεγονός ότι του χρεώθηκαν από την Ενάγουσα και τις πλήρωσε, πραγματικά, εκτελέστηκαν από τον υδραυλικό Ορθόδοξο Παναγή. iv. Παραδέχεται, ότι, είχε περαιτέρω προσέλθει σε συμφωνία με την Ενάγουσα για την εκτέλεση από την Ενάγουσα εργασιών εγκατάστασης ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης σε ολόκληρη την πολυκατοικία του, και, ότι, η εν λόγω συμφωνία τους, είχε σαν βάση της την προσφορά που η Ενάγουσα είχε υποβάλει στον Εναγόμενο σχετικά (προσφορά υπ' αρ. 561/08, ημερομηνίας 05/062008). Εν προκειμένων, υποστηρίζει επιπρόσθετα, ότι, η προσφορά της Ενάγουσας, ήταν για το συνολικό ποσό των €20.000 πλέον Φ. Π. Α. και, ότι, αυτός την αποδέχθηκε, την 09/06/
- Στο προαναφερόμενο ποσό προσφοράς, υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονταν και 4 λέβητες (boilers), τα εξαρτήματα σύνδεσης τους και τα εργατικά. Μεταξύ των όρων της προσφοράς που αποδέχθηκε, ήταν, υποστηρίζει, και οι εξής: (α) το κτίριο θα χωριζόταν σε τέσσερεις διαφορετικές λειτουργίες χρήσεως για τον κάθε ένα όροφο που θα μπορούσε να λειτουργεί ξεχωριστά και (β) θα υπήρχε τριφασικό ρεύμα στον χώρο όπου οι Ενάγοντες θα εγκαθιστούσαν τους ηλεκτρικούς λέβητες (boilers) του κάθε ορόφου. v. Παραδέχεται, ότι, περί την 14/07/2008, η Ενάγουσα έδωσε εντολή στην Ελληνική Τράπεζα για την έκδοση τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής προς όφελος του, ύψους €5.000 (τραπεζιτική εγγυητική επιστολή υπ' αρ. LGU/037116/018), υποκείμενη της οποίας ήταν η προαναφερόμενη συμφωνία, προς διασφάλιση της πιστής εκτέλεσης των όρων της. Όρος, της εν λόγω τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής, προσθέτει, ήταν, ότι, το εν λόγω ποσό, θα του πληρωνόταν αμέσως με την λήψη γραπτής απαίτησης του, στην οποία θα αναφερόταν, ότι, η Ενάγουσα, αρνήθηκε να εκπληρώσει, ή δεν εκπλήρωσε την συμφωνία τους. vi. Παραδέχεται ότι κατέβαλε στην Ενάγουσα, συνολικά, το ποσό των €12.595,
- Ότι, δηλαδή, της πλήρωσε το ποσό των €7.595,75, προς εξόφληση της οφειλής του προς αυτήν βάσει του τιμολογίου υπ' αρ. 09652 ημερομηνίας 16/07/
- Και ότι, της προκατέβαλε, σε ότι αφορούσε την συμφωνία για την εκτέλεση των εργασιών εγκατάστασης ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης σε ολόκληρη την πολυκατοικία, το ποσό των €5.
- Θέσης του, είναι, ότι, η προκαταβολή του ποσού των €5.000, κάλυψε και/ή έχει καλύψει την αξία των εργασιών που εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα και ως εκ τούτου, υπό τις περιστάσεις, δεν της οφείλει κανένα ποσό. vii. Αγνοεί και από την άποψη αυτή αρνείται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι, εκτέλεσε στην πολυκατοικία εργασίες εγκατάστασης ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης και ότι, εξέδωσε σχετικά με αυτές και του παρέδωσε, τιμολόγιο ημερομηνίας 23/09/2008 για το ποσό χρέωσης του, €11.000, στο οποίο περιλαμβανόταν και χρέωση Φ. Π. Α. viii. Παραδέχεται, ότι, την 03/10/2008 απαγόρευσε στην Ενάγουσα την είσοδο στην πολυκατοικία και την συνέχιση των εργασιών. Καθώς, επίσης παραδέχεται, ότι, η Ενάγουσα του ζήτησε επανειλημμένα να συναντηθούν για την επίλυση τυχόν διαφορών και ότι αυτός αρνήθηκε. Εν προκειμένω, υποστηρίζει επιπρόσθετα τα εξής. Την 03/10/2008, είχε ενημερώσει την Ενάγουσα με επιστολή του, ότι είχαν καταστρέψει ένα χώρο στάθμευσης στην πολυκατοικία, απολύτως απαραίτητο, μεταξύ άλλων, για σκοπούς νομιμότητας της οικοδομής. Ζήτησε εισηγήσεις από την Ενάγουσα για να αρθεί ή αποζημιωθεί η ζημιά, η Ενάγουσα όμως τον αγνόησε ή αρνήθηκε να υποβάλει οποιαδήποτε συγκεκριμένη πρόταση για λύση του προβλήματος. Για αυτό τον λόγο, της απαγόρευσε την, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του, είσοδο στο εργοτάξιο. Περαιτέρω, η Ενάγουσα κατέστρεψε την χρήση μίας πολύ μεγάλης βεράντας στον τρίτο όροφο του κτηρίου με την αυθαίρετη και χωρίς την συγκατάθεση του τοποθέτηση εκεί της θέρμανσης του 3ου ορόφου. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν να αναγκαστεί να αγοράσει από την Windoors Ltd, κάλυμμα και/ή ερμάρι υλικού pvc για την προστασία των μηχανημάτων της θέρμανσης. Την 10/10/2008, η Ενάγουσα είχε απαντήσει στην προαναφερόμενη επιστολή του ημερομηνίας 03/10/2008, προς ενημέρωση του, απλώς, ως προς το ότι θα επανέρχονταν για να διευθετηθεί συνάντηση διευθέτησης του θέματος. Ακολούθησαν περαιτέρω επιστολές μεταξύ τους, χωρίς καμία συγκεκριμένη εισήγηση από πλευράς Ενάγουσας και ως εκ τούτου, την 25/11/2008, αποτάθηκε στην Ελληνική Τράπεζα με απαίτηση όπως πληρωθεί το ποσό των €5.000 βάσει της τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής. ix. Δεν αποδέχεται ότι αρνήθηκε συνάντηση με αντιπροσώπους της Ενάγουσας. Ο ίδιος ήταν που ζητούσε επανειλημμένως να διορθωθούν οι ατέλειες και/ή κακοτεχνίες και/ή παραλείψεις και/ή λάθη της Ενάγουσας, χωρίς αυτή να ανταποκριθεί. Η Ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι ζητούσε να συναντηθούν, δεν εισηγείτο κάποια λύση του προβλήματος, ή περίγραμμα διευθέτησης του θέματος που προέκυψε και για αυτό τον λόγο δεν έγινε ποτέ συνάντησης. x. Αγνοεί και από αυτή την άποψη δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, ότι, αρχές του Δεκεμβρίου του έτους 2008, ενημερώθηκε από την Ελληνική Τράπεζα ότι αυτός ζήτησε την πληρωμή του ποσού των €5.000 βάσει της προαναφερθείσας τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής. Εντούτοις, σημειώνει, ότι, με επιστολή του ημερομηνίας 25/11/2008, αποτάθηκε στην Ελληνική Τράπεζα με απαίτηση να του πληρωθεί το ποσό των €5.000 βάσει της προαναφερθείσας τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής. xi. Παραδέχεται ότι έλαβε επιστολή από τον δικηγόρο της Ενάγουσας ημερομηνίας 02/12/2008, στο περιεχόμενο της οποίας, σημειώνει, απάντησε ο δικός του δικηγόρος. Δεν αποδέχεται όμως ότι, με επιστολή ημερομηνίας 02/12/2008 που του απέστειλε ο δικηγόρος της Ενάγουσας, καλείτο να μην προχωρήσει με την προαναφερθείσα απαίτηση του και να προσέλθει σε συνάντηση με όλους τους εμπλεκομένους στο έργο ανέγερσης της πολυκατοικίας για επίλυση τυχόν διαφορών. Απορρίπτει επίσης και τον ισχυρισμό ότι, αντίγραφο της εν λόγω επιστολής του δικηγόρου της Ενάγουσας, εστάλη στον επιμετρητή ποσοτήτων, στον αρχιτέκτονα, στον εργολάβο, στην Ελληνική Τράπεζα και στο Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (Ε. Τ. Ε. Κ.). Με την εν λόγω επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, ημερομηνίας 02/12/2008, δεν του ζητείτο να μην προχωρήσει με την απαίτηση του προς την Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή του ποσού των €5.000 βάσει της προαναφερθείσας τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής, αλλά του κοινοποιείτο η θέση της Ενάγουσας ότι η απαίτησης του ήταν παράνομη και έπρεπε αμέσως να ανακαλέσει το σχετικό αίτημα του. xii. Αγνοεί και από αυτή την άποψη δεν παραδέχεται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι, για το γεγονός ότι αυτός προχώρησε με την απαίτηση του βάσει της προαναφερθείσας τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής και πληρωμής του από την Ελληνική Τράπεζα του ποσού των €5.000, η Ενάγουσα το πληροφορήθηκε από την Ελληνική Τράπεζα την 03/12/2008, η οποία, ταυτόχρονα με την πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού, χρέωσε με το εν λόγω ποσό και τον λογαριασμό του. xiii. Παραδέχεται, ότι, ο δικηγόρος του, απέστειλε στον δικηγόρο της Ενάγουσας, επιστολή ημερομηνίας 11/12/
- xiv. Αρνείται, ότι, η Ενάγουσα, του απαίτησε να της εξοφλήσει το ισχυριζόμενο χρέος του των €11.000 από τις εργασίες που εκτέλεσε στην πολυκατοικία για την εγκατάσταση της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης, ή σε κάθε περίπτωση, ότι του απαίτησε να της καταβάλει το εν λόγω ποσό ως εύλογη αμοιβή για τις εν λόγω, κατ' ισχυρισμό εκτελεσθείσες από αυτήν εργασίες, καθώς επίσης αρνείται ότι η Ενάγουσα απαίτησε από αυτόν να της επιστρέψει και το ποσό των €5.000 που αυτή ισχυρίζεται ότι αδίκως αυτός το απαίτησε και πληρώθηκε βάσει της προαναφερθείσας τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής.
- Προς υποστήριξη της ανταξίωσης του από την Ενάγουσα, επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος υποστηρίζει και τα εξής: i. Λόγω των κακοτεχνιών, λαθών, παραλείψεων και καθυστερήσεων της Ενάγουσας, στην πολυκατοικία του εξακολουθούν να υπάρχουν τα ακόλουθα προβλήματα, μερικά εκ των οποίων δεν μπορούν να διορθωθούν, εκτός και αν κατεδαφιστεί ολόκληρο το κτήριο: (α) Για να εγκατασταθεί το σύστημα ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης, η Ενάγουσα χρησιμοποίησε, 40 cm ύψος, αντί 20 cm, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί και όπως είναι καθιερωμένο. Αυτό, έχει ως αποτέλεσμα να αισθάνεται κανείς ασφυκτικά και δυσφορία εντός των διαφόρων ορόφων. (β) Τα ταβάνια των ορόφων, δεν είναι σε ευθείες γραμμές, λόγω του υπερβολικού πάχους που χρησιμοποιήθηκε για την ενδοδαπέδια κεντρική θέρμανση. (γ) Παρά την συμφωνία τους ότι θα προμηθευόταν και θα εγκαθίστατο σύστημα «circulating pumps», αυτό δεν έγινε ποτέ, και χρειάζεται κανείς περίπου 5 λεπτά για να τρέξει ζεστό νερό από τη βρύση, λόγω καθυστέρησης στη μετάβαση του από τα ντεπόζιτα του νερού στην οροφή του κτιρίου. (δ) Οι Ενάγοντες τρύπησαν, χωρίς την άδεια του, τον τοίχο του δωματίου του μπάνιου στον 2ο όροφο και δημιούργησε ζημιές οι οποίες διορθώθηκαν από τρίτα άτομα. (ε) Η Ενάγουσα, ζήτησε από την Α. Η. Κ., 20Α λιγότερο από ότι χρειαζόταν για κάθε όροφο, για να ανάβει η ενδοδαπέδια κεντρική θέρμανση σε όλο το κτίριο και να είναι όλα τα διαμερίσματα λειτουργικά το καθένα ξεχωριστά, µε αποτέλεσμα οι ένοικοι των διαφόρων ορόφων να πρέπει να συνεννοούνται μεταξύ τους κάθε φορά που θα ανάβει ή σβήνει ένας ένοικος την θέρμανση στον όροφό του. (στ) Η Ενάγουσα, εγκατέστησε μηχανήματα σε χώρο στάθμευσης του κτιρίου, αντί σε κλειστό δωμάτιο. ii. Εκτός από τη γενική ταλαιπωρία που υπέστη λόγω όλων των προαναφερομένων κακοτεχνιών, λαθών και παραλείψεων της Ενάγουσας, υπήρξε, ένεκα αυτών, γενική καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των έργων στην πολυκατοικία. iii. Η Ενάγουσα, τον χρέωσε και αυτός της πλήρωσε, το ποσό των €787,75 και/ή €7.595,75 και/ή μέρους αυτού του ποσού, για εργασίες που εκτελέσθηκαν από τρίτα πρόσωπα και ως εκ τούτου, έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος του. iv. Υποχρεώθηκε να αγοράσει κάλυμμα και/ή ερμάρι υλικού pvc για την προστασία των μηχανημάτων της κεντρικής θέρμανσης του 3ου ορόφου της πολυκατοικίας, έναντι του ποσού των €1.
- v. Εφόσον η Ενάγουσα εγκατέλειψε τις εργασίες, αυτός, χρειάστηκε να αποταθεί σε τρίτα πρόσωπα για να εκτελεσθούν οι εργασίες που είχαν παραμείνει και για τις οποίες χρεώθηκε από τα τρίτα πρόσωπα ως εξής: (α) Στην εταιρεία Hydrotherm Company Ltd για την αγορά και παράδοση των λεβήτων (boίlers), και όλων των άλλων μηχανημάτων που ήταν απαραίτητα για να λειτουργήσει η ενδοδαπέδια κεντρική θέρμανση, από την οποία χρεώθηκε το ποσό των €11.032,
- (β) Στον υδραυλικό Ορθόδοξο Παναγή και στον ειδικό για ενδοδαπέδιες κεντρικές θερμάνσεις, ηλεκτρολόγο, Ανδρέα Γιαππαρά, για την συναρμολόγηση σε ότι αφορούσε τους τρεις ορόφους της πολυκατοικίας, των μηχανημάτων της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης που είχε αγοράσει, ως προαναφέρθηκε, από την Hydrotherm Company Ltd, από την οποία χρεώθηκε το ποσό των €5.
- (γ) στον ειδικό για ενδοδαπέδιες κεντρικές θερμάνσεις, υδραυλικό, Πανικο Χριστοφόρου, για την τελειοποίηση, σε ότι αφορούσε τους τρεις ορόφους της πολυκατοικίας, των θερμάνσεων, από τον οποίο χρεώθηκε το ποσό των €2.
- Σε απάντηση των ισχυρισμών της υπεράσπισης του Εναγομένου και προς υπεράσπιση της στην ανταξίωση του, η Ενάγουσα, αρνούμενη την εκδοχή του Εναγομένου για τα γεγονότα επί των οποίων βασίζει την υπόθεση του αυτή, υποστήριξε στο Δικαστήριο την ακόλουθη δική της εκδοχή: i. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, το ποσό των €787,75, μέρος του συνολικού ποσού χρέωσης του των €7.595,75 βάσει του τιμολογίου υπ' αρ. 09652 ημερομηνίας 16/07/2008, που αυτή το πληρώθηκε από αυτόν για την επιδιόρθωση αποχετεύσεων, ότι τον χρέωσε και η εταιρεία Α/φοι Α & Λ Κουνές Λτδ που πράγματι εκτέλεσε την εργασία αυτή, απαντά, ότι, αυτή χρέωνε και τιμολογούσε τον Εναγόμενο, μόνο για εργασίες που του εκτελούσε. Σε ότι δε αφορά τις εργασίες: (α) τοποθέτησης ειδών υγιεινής, (β) accessory, (γ) ένωσης ηλιακού με τις κεντρικές γραμμές για ζεστό και κρύο νερό στα διαμερίσματα, και (δ) βρύσες στην αυλή (2 pcs) με λάστιχο τύπου pipe in pipe, που ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αδίκως τον χρέωσε, απαντά ότι αυτές δεν του χρεώθηκαν και δεν τιμολογήθηκε για αυτές, επειδή δεν τις εκτέλεσε. ii. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, όρος της προσφοράς της προς αυτόν (προσφορά υπ' αρ. 561/08, ημερομηνίας 05/062008), που αυτός αποδέχθηκε και αποτέλεσε την βάση για την συμφωνία στην οποία προσήλθαν για να του εγκαταστήσει την ενδοδαπέδια κεντρική θέρμανση σε ολόκληρη την πολυκατοικία, ήταν ότι θα υπήρχε τριφασικό ρεύμα στον χώρο όπου αυτή θα εγκαθιστούσε τους ηλεκτρικούς λέβητες (boilers) του κάθε ορόφου, απαντά ότι ήταν προϋπόθεση για να λειτουργήσει το σύστημα της ενδοδαπέδιας θέρμανσης η ύπαρξης τριφασικού ρεύματος στον χώρο που θα εγκαθίσταντο οι ηλεκτρικοί λέβητες (boilers) και ότι αυτή ήταν μία υποχρέωση που βάρυνε τον Εναγόμενο. iii. Αρνείται, ότι, λόγω κακοτεχνιών, λαθών, παραλείψεων και καθυστερήσεων της, στην πολυκατοικία του Εναγομένου εξακολουθούν να υπάρχουν τα προβλήματα που ισχυρίζεται και ότι μερικά από αυτά δεν μπορούν να διορθωθούν εκτός και εάν κατεδαφιστεί ολόκληρο το κτήριο. Από πλευράς της, υποστηρίζει, είχε επανειλημμένα ζητηθεί από τον Εναγόμενο συνάντηση, μαζί και με όλα τα άλλα εμπλεκόμενα μέρη στην οικοδομή, δηλαδή εργολάβους, επιµετρητές ποσοτήτων και άλλους, µε τους οποίους ο Εναγόμενος δημιούργησε διαφορές ενεργώντας κακόπιστα και µε προσπάθεια να αποφύγει την πληρωμή εργασιών, για την επίλυση οποιονδήποτε προβλημάτων ανέκυψαν μεταξύ τους, χωρίς ανταπόκριση. iv. Αρνείται τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, για να του εγκαταστήσει στην πολυκατοικία το σύστημα ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης, κακότεχνα, λανθασμένα και κατά παράβαση του τι είχαν αρχικά συμφωνήσει, χρησιμοποίησε 40 cm ύψος αντί 20 cm. Για την κατασκευή της ενδοδαπέδιας θέρμανσης, υποστηρίζει, χρησιμοποιείται υλικό συμπυκνωμένης πολυστερίνης, η οποία έχει ύψος 4 cm με 5 cm. Χρησιμοποιείται για ροή νερού στο δάπεδο για να ζεσταίνεται το δάπεδο και δεν ξεπερνά το ύψος της πολυστερίνης. Το εάν εντός των διαφόρων ορόφων της πολυκατοικίας του Εναγομένου, αισθάνεται κανείς ασφυκτικά και δυσφορία λόγω του ύψους των ταβανιών, αυτό είναι κάτι που δεν την αφορά. v. Αρνείται τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, αυτή ευθύνεται στην περίπτωση που τα ταβάνια των ορόφων του Εναγομένου δεν είναι σε ευθείες γραμμές λόγω του υπερβολικού πάχους που χρησιμοποιήθηκε για την ενδοδαπέδια κεντρική θέρμανση. Η ίδια, δεν εκτελεί εργασίες χτισίματος ή μπογιαντίσματος. vi. Αρνείται τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, παρά την συμφωνία τους ότι θα προμηθευόταν και θα εγκαθίστατο σύστημα «circulating pumps», αυτό δεν έγινε ποτέ, και χρειάζεται κανείς περίπου 5 λεπτά για να τρέξει ζεστό νερό από τη βρύση λόγω καθυστέρησης στη μετάβαση του από τα ντεπόζιτα του νερού στην οροφή του κτιρίου. Η πρόνοια για το σύστημα «circulating pumps», έγινε, πλην όμως, δεν τοποθετήθηκε η αντλία για επιστροφή ζεστού νερού, η οποία και δεν χρεώθηκε στον Εναγόμενο. vii. Αγνοεί και ως εκ τούτου δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, χωρίς την άδεια του, τρυπήθηκε ο τοίχος του δωματίου του μπάνιου στον 2ο όροφο και δημιουργήθηκαν ζημιές που διορθώθηκαν από τρίτα πρόσωπα. viii. Αρνείται τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, ήταν αυτή που ζήτησε από την Α. Η. Κ., 20Α λιγότερο από ότι χρειαζόταν για κάθε όροφο για να ανάβει η ενδοδαπέδια κεντρική θέρμανση σε όλο το κτίριο και να είναι όλα τα διαμερίσματα λειτουργικά το καθένα ξεχωριστά, µε αποτέλεσμα οι ένοικοι των διαφόρων ορόφων να πρέπει να συνεννοούνται μεταξύ τους κάθε φορά που θα ανάβει ή σβήνει ένας ένοικος την θέρμανση στον όροφό του. Ήταν ρητή πρόνοια στην προσφορά της, ότι, για να λειτουργούσε το σύστημα της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης σε όλο το κτίριο, θα έπρεπε να υπάρχει τριφασικό ρεύμα. ix. Αρνείται τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, εγκατέστησε την παροχή για την τοποθέτηση ηλεκτρικού λέβητα (boiler) της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης, σε χώρο στάθμευσης του κτιρίου αντί σε κλειστό δωμάτιο. Αυτή, εγκαταστάθηκε σε χώρο που της υποδείχθηκε από τον Εναγόμενο στο ισόγειο της πολυκατοικίας και κατόπιν δικής του ρητής εντολής. x. Αρνείται τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, ταλαιπωρήθηκε από κακοτεχνίες, λάθη και παραλείψεις της, καθώς επίσης και τον ισχυρισμό του ότι υπήρξε, ένεκα τέτοιων, γενική καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των έργων στην πολυκατοικία. xi. Αρνείται επίσης τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, τον χρέωσε και ότι αυτός της πλήρωσε το ποσό των €787,75 και/ή €7.595,75 και/ή μέρους αυτού του ποσού, για εργασίες που εκτελέσθηκαν από τρίτα πρόσωπα. xii. Αρνείται περαιτέρω τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, υποχρεώθηκε να αγοράσει κάλυμμα και/ή ερμάρι υλικού pvc για την προστασία των μηχανημάτων της κεντρικής θέρμανσης του 3ου ορόφου της πολυκατοικίας, έναντι του ποσού των €1.
- xiii. Αρνείται τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, επειδή αυτή εγκατέλειψε τις εργασίες που συμφωνήθηκαν, αυτός χρειάστηκε να αποταθεί: (α) Στην εταιρεία Hydrotherm Company Ltd για την αγορά και παράδοση των λεβήτων (boίlers), και όλων των άλλων μηχανημάτων που ήταν απαραίτητα για να λειτουργήσει η ενδοδαπέδια κεντρική θέρμανση, από την οποία χρεώθηκε το ποσό των €11.032,
- (β) Στον υδραυλικό Ορθόδοξο Παναγή και στον ειδικό για ενδοδαπέδιες κεντρικές θερμάνσεις, ηλεκτρολόγο, Ανδρέα Γιαππαρά, για την συναρμολόγηση σε ότι αφορούσε τους τρεις ορόφους της πολυκατοικίας, των μηχανημάτων της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης που είχε αγοράσει, ως ισχυρίζεται, από την Hydrotherm Company Ltd, από τους οποίους χρεώθηκε το ποσό των €5.
- (γ) Στον ειδικό για ενδοδαπέδιες κεντρικές θερμάνσεις, υδραυλικό, Πανικο Χριστοφόρου, για την τελειοποίηση, σε ότι αφορούσε τους τρεις ορόφους της πολυκατοικίας, των θερμάνσεων, από τον οποίο χρεώθηκε το ποσό των €2.500, για να εκτελεσθούν οι εργασίες που είχαν παραμείνει. Από την στιγμή που ο Εναγόμενος της απαγόρευσε να εισέρχεται στην οικοδομή, µε ποιους αυτός συμφώνησε ή/και τι ποσά κατέβαλε σε τρίτα πρόσωπα, δεν την αφορά. Η προσαχθείσα μαρτυρία
- Η υπόθεση της Ενάγουσας, παρουσιάστηκε μέσα από την μαρτυρία τριων μαρτύρων: Τάσος Κασάπης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ1»), Ανδρέας Δημητρίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2») και Γεωργία Ροτσάκη (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ3»).
- Η υπόθεση του Εναγομένου, παρουσιάστηκε μέσα από την μαρτυρία τεσσάρων μαρτύρων: του ιδίου του Εναγομένου, Άρης Πολυκάρπου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»), Ανδρέας Αντωνιάδης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ3»), και Μηνάς Παπαχαραλάμπους (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ4»). Η νομική πτυχή της υπόθεσης Η βάση της απαίτησης και η βάση της ανταπαίτησης
- Στις περιπτώσεις όπου μία σύμβασης προνοεί για την πληρωμή ενός ποσού ως αντιπαροχή για την παράδοση αγαθών ή την εκτέλεση υπηρεσιών από πλευράς ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, τότε, το μέρος αυτό, με την εκπλήρωση της υποχρέωσης του, έχει δικαίωμα να πληρωθεί το ποσό που έχει κερδίσει. Η αποκατάσταση του σε περίπτωση αθέτησης, δεν είναι αγωγή για αποζημιώσεις βάσει παράβασης σύμβασης, αλλά αγωγή για την ανάκτηση του ποσού της σύμβασης, ως χρέους ([1]). Οπόταν, ως ενάγοντας, δεν φέρει το βάρος απόδειξης απώλειας ή ζημιάς, αλλά απλώς, έχει το βάρος να αποδείξει μία ρητή ή εξυπακουόμενη συμφωνία / όρο για την πληρωμή του ποσού αυτού της σύμβασης σε περίπτωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, έτσι ώστε, κανόνες του δικαίου των συμβάσεων που έχουν να κάνουν με το ζήτημα της αποζημίωσης για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης, όπως αυτοί της απομεμακρυσμένης ζημιάς ή αυτών που έχουν να κάμουν με το μέτρο καθορισμού της, δεν εισέρχονται προς εξέταση, ούτε και η απαίτησης του ενάγοντος μπορεί να επηρεαστεί από θέματα όπως είναι για παράδειγμα το καθήκον μετριασμού της ζημιάς. Χρέος, θεωρείται ότι υπάρχει, όπου ο ενάγοντας έχει εκπληρώσει όλες τις πράξεις τις οποίες, βάσει των όρων της σύμβασης, του δίδουν το δικαίωμα να πληρωθεί. Στην περίπτωση όπου η εκπλήρωσης, ως έχει προαναφερθεί, από πλευράς ενάγοντος, εμποδίζεται από κάποια αθέμιτη ή παράνομη πράξη του εναγομένου, ο ενάγοντας δεν μπορεί να εγείρει αγωγή βασιζόμενος σε χρέος, αλλά μπορεί με αγωγή να αξιώσει αποζημιώσεις [[i]]. Όπου οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι διαιρετές, από την άποψη ότι η σύμβασης του δίδει το δικαίωμα τμηματικής πληρωμής για κάθε στάδιο εκτέλεσης, μπορεί να εγείρει αγωγή για κάθε μέρος του συμβατικού τιμήματος καθώς ολοκληρώνεται η εργασία που αφορά το μέρος αυτό. Στην περίπτωση όμως που οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι αδιαίρετες, δηλαδή, η σύμβασης είναι αδιαίρετη («entire agreement»), ο ενάγοντας δεν μπορεί να ανακτήσει τίποτα προτού ουσιαστικά ολοκληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να πληρωθεί, κατά το ήμισυ το συμβατικό τίμημα, όταν έχει κατά το ήμισυ εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, καθότι, ρητά με την σύμβαση, ή ως έμμεσα προκύπτει από αυτήν, έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα του πληρωθεί τίποτα προτού εκπληρώσει πλήρως όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με αυτήν [[ii]]. Εντούτοις, στο προαναφερόμενο κανόνα, έχουν αναγνωριστεί εξαιρέσεις. Όταν, για παράδειγμα, η σύμβασης αφορά την εκτέλεση εργασιών έναντι χρηματικού ανταλλάγματος και οι εργασίες που δεν έχουν εκτελεστεί, ή οι κακοτεχνίες, δεν είναι πολλές, το Δικαστήριο, στην βάση του κανόνα της ουσιαστικής ολοκλήρωσης («substantial performance»), μπορεί να επιδικάσει στον ενάγοντα το συμβατικό τίμημα, απομειώνοντας το όμως στο βαθμό που στο επιδικασθέν ποσό θα αντανακλάται το γεγονός της μη εκτελεσθείσας εργασίας ή κακοτεχνιών [[iii]]. Πρόκειται για εξαίρεση στο προαναφερόμενο κανόνα, που είναι γνωστός και ως ο κανόνας της τέλειας προσφοράς («perfect tender»), η εφαρμογή της οποίας [εξαίρεσης] εκτοπίζεται, εάν από τους όρους της σύμβασης προκύπτει απαίτηση για αυστηρή και πλήρη απόδοση των συμφωνηθέντων. Η αρχή, δηλαδή, είναι ότι, ο κανόνας της ουσιαστικής ολοκλήρωσης, εκτός και αν διαφορετικά συμφωνηθεί, εκτοπίζεται από τον κανόνα της τέλειας προσφοράς. Όμως, εκεί που ο εναγόμενος οικειοθελώς αποδέχεται το όφελος της μερικής εκτέλεσης από πλευράς του ενάγοντος, ο τελευταίος δικαιούται να πληρωθεί την αξία της εργασίας που εκτέλεσε ή των αγαθών που προμήθευσε [[iv]].Η θέση, είναι διαφορετική, αν ο εναγόμενος δεν είχε άλλη επιλογή από του να αποδεχθεί το όφελος της μερικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων του ενάγοντος κάτω από την σύμβαση, όπως για παράδειγμα είναι η περίπτωση εκτέλεσης εργασίας σε ιδιοκτησία του εναγομένου, ή η ενσωμάτωσης υλικών σε περιουσία του εναγομένου [[v]].
- Σχετικά με τα προαναφερόμενα, είναι και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1272 και 1273, στο μέρος που επιγράφεται, «Claim for Agreed Sum» [[vi]]: «Α debt is a definite sum of money fixed by the agreement of the parties as payable by one party in return for the performance of a specified obligation by the other party or upon the occurrence of some specified event or condition; a claim for repayment of debt or deposit, a claim under a guarantee, a policy of insurance, price of goods sold, an employee's remuneration, an indemnity, arrears of instalments under a hire purchase agreement, a claim of refund of value of shares, a claim for crediting adjustment in account, a claim for recovery of money due under the terms of the contract, - etc. Where money is unlawfully withheld, the remedy of the claimant is a decree for the recovery of money, and not for damages. Α claim for an agreed sum or for payment of debt differs from a claim of damages for breach of contract, though its damages may be awarded in addition to a claim for debt, for the consequential loss arising out of failure to pay the debt. It is a claim for specific enforcement of the promisor's primary obligation. However, unlike the relief of specific performance, it is available as of right and is not subject to judicial discretion. Α party, claiming payment of debt, need and must prove only his performance, or that the event dependent on which, or the condition subject to which payment was due, has occurred. He cannot sue for the agreed sum, even if he has been prevented from performing his duties under the contract; in that case, he can sue for damages."You cannot claim remuneration under a contract if you have not earned it; if you are prevented from earning it, your only remedy is in damages". It is not necessary to prove any loss resulting from the defendant's failure to pay, unless he claims damages in addition to the repayment of debt. The rules of duty of mitigation or remoteness do not apply. Moreover, the plaintiff may take the benefit of summary proceedings for recovery. However, an action for recovery of such amount cannot arise, unless the duty to pay has arisen; which depends upon the terms of the contract. Thus, under the terms of the contract, the right to recover the amount may not arise, unless a certain performance has been rendered. Further, if the contract has been repudiated, and the party accepts the repudiation, and elects to terminate, he cannot sue for any sum which, according to the terms of the contract was to accrue to him after the date of termination; his proper remedy is to claim damages. If he elects to reject the repudiation and continue with the contract, he may recover the agreed sum if he has performed all that was required to be performed under the contract.». Παράβαση σύμβασης και τερματισμός
- Παράβαση σύμβασης, ενέχει, σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, σειρά συνεπειών. Μπορεί να δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να επιδιώξει, μέσω του Δικαστηρίου, διαταγή για ειδική εκτέλεση της σύμβασης ή/και να επιβεβαιώσει («affirm») την σύμβαση και να απαιτήσει αποζημιώσεις, εάν, από την παράβαση, έχει υποστεί ζημιά [[vii]], ή να τερματίσει την σύμβαση και να απατήσει αποζημιώσεις, εάν, και πάλι, από την παράβαση της έχει υποστεί ζημιά.
- Αποτελεί αρχή του δικαίου των συμβάσεων, ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, επιφέρει την απαλλαγή των μερών από τις μελλοντικές τους, βάσει αυτής, υποχρεώσεις και καταδεικνύει, συνήθως, την πρόθεση του αναίτιου μέρους να απαιτήσει αποζημιώσεις για τυχόν απώλεια του λόγω της παράβασης της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του (Βλ. Photo Productions v Securicor [1980] AC 827).
- Τι τύπου παραβιάσεις της σύμβασης δίδουν, ως έχει προαναφερθεί, το δικαίωμα θεώρησης της σύμβασης ως παραβιασθείσας και δίδουσες το δικαίωμα τερματισμού της ή επιβεβαίωσης της και αξίωσης τυχόν αποζημιώσεων ένεκα της παράβασης, είναι ζήτημα που εναπόκειται στα μέρη σε κάθε σύμβαση να καθορίσουν ρητά. Σε κάθε όμως περίπτωση, το ζήτημα της κατηγοριοποίησης των όρων μίας σύμβασης, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, μπορεί να εξαρτηθεί από την ορθή ερμηνεία της σύμβασης στο σύνολο της - ως προς την σχετική πρόθεση των μερών κατά την σύναψη της - (Βλ. Bettini v Gye [1876] 1 QBD 183 και Shuler AG v Wickman Tools Sales Ltd [1974] AC 235), ή ακόμη, και από την επίδραση που η παράβασης της σύμβασης πραγματικά έχει, όταν από ερμηνεία των προνοιών της συνολικά, δεν μπορεί να εξακριβωθεί η εξ υπαρχής πρόθεσης των μερών ως προς το προαναφερόμενο ζητούμενο (Βλ. Hong Kong Fir Shipping Co v Kawasaki Kisen Kaisha [1962] 2 QB 26). Είναι όμως και σύνηθες, το ζήτημα του τι συνιστά παραβίαση της σύμβασης που δίδει δικαίωμα τερματισμού της, να καθορίζεται και από νόμο (όπως είναι π. χ. ο περί Πώλησης Αγαθών Νόμος του 1994, Νόμος 10(I)/1994, ο οποίος προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ όρων ουσιωδών και εγγυητικών διαβεβαιώσεων, παραβίασης των οποίων ενέχει διαφορετικά έννομα, σε σχέση με την συμβατική σχέση των μερών, αποτελέσματα. Και συγκεκριμένα, μόνον η παραβίασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, δίδει το δικαίωμα σε τερματισμό της).
- Σε ότι αφορά όλες τις περιπτώσεις όπου, ως έχει προαναφερθεί, παρέχεται το δικαίωμα τερματισμού μιας σύμβασης και το αναίτιο μέρος επιλέγει τον τερματισμό της, η απόφασης του αυτή, κανονικά, είναι αποτελεσματική, εάν γνωστοποιηθεί στον αντισυμβαλλόμενο. Ο δε τερματισμός, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρος («clear and unequivocal»). Εν προκειμένω, στην υπόθεση Vitol SA v Norelf Ltd, The Santa Clara [1996] AC 800, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου Αγγλίας και Βορείου Ιρλανδίας (ως ήταν τότε η επωνυμία της), ανέφερε ότι, η πράξη της γνωστοποίησης του τερματισμού της σύμβασης, μπορεί να προσλάβει κάθε δυνατό τύπο. Ανατρέποντας σε ότι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα το Αγγλικό Εφετείο [[2]], η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου Αγγλίας και Βορείου Ιρλανδίας, αποφάσισε ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, δεν είναι απαραίτητο να είναι καθοδηγούμενος από ρητή τοποθέτηση του αναίτιου μέρους που επιλέγει τον τερματισμό της ως προς αυτό («does not have to be couched in the language of acceptance [of the repudiation]»). Είναι αρκετό, ελέχθη, η γνωστοποίησης από πλευράς του αναίτιου μέρους, ή ακόμη και η διαγωγή του αναίτιου μέρους, να μεταφέρει ξεκάθαρα στο υπαίτιο για την παράβαση της σύμβασης μέρος, ότι, αυτός - το θιγόμενο, δηλαδή, μέρος -, θεωρεί ότι η σύμβαση έχει τερματιστεί. Μάλιστα, ως ετέθη το ζήτημα από τον Λόρδο Steyn στην εν λόγω υπόθεση, το θέμα που η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων είχε κληθεί να αποφασίσει, ήταν, κατά πόσο, «non-performance of an obligation is ever as a matter of law capable of constituting acceptance [of the repudiation as opposed to affirmation]», στο οποίο και απεφάνθη, καταφατικά, καταλήγοντας, ότι, το κατά πόσο, σε κάθε περίπτωση, υπάρχει τερματισμός λόγω παράβασης σύμβασης («repudiatory breach»), «all depends on the particular contractual relationship and the particular circumstances of the case». Εκρίθη, επί αυτής της βάσης, στην εν λόγω υπόθεση, ότι, η αδράνεια του αναίτιου μέρους, σε ότι αφορούσε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που η σύμβασης έθετε σε αυτό, αποτελούσε διαγωγή, δια της οποίας, είχε γνωστοποιηθεί στο υπαίτιο για την παράβαση της σύμβασης μέρος, ότι, η σύμβασης τους είχε τερματιστεί. Στην Κύπρο, έχει νομολογηθεί, ότι, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής που βασίζεται σε παράβαση σύμβασης, συνιστά (εκ της συμπεριφοράς του θιγόμενου στην σύμβαση μέρους), υπό προϋποθέσεις [[viii]], επαρκή τερματισμό της συμφωνίας και απαίτηση βάσει αυτής, ή και απαίτηση για θεραπεία για την ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη ένεκα της παράβασης της [[ix]]. Αποζημίωση
- Σύμφωνα με το Άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που επιγράφεται «Αποζημίωση για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης»: «
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.».
- Αποζημίωση, συνεπώς, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 73 του Κεφ. 149, για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης σύμβασης, αποσκοπεί στο να αποδώσει στον ενάγοντα, όσο το δυνατόν περισσότερο (και στο βαθμό που τούτο μπορεί να εκφραστεί σε χρήμα), αυτό που θα ελάμβανε εάν ο αντισυμβαλλόμενος του εκτελούσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Με άλλα λόγια, ο σκοπός της αποζημίωσης, είναι να αποδώσει στον ενάγοντα την αξία της προσδοκίας που είχε από την σύμβαση που ματαιώνεται, και έτσι, να τον αποζημιώσει, όχι μόνο για την απώλεια που υπέστη λόγω της παράβασης των συμφωνηθέντων, αλλά και για τα κέρδη που η συγκεκριμένη παράβασης αποτρέπει [[x]]. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, από την στιγμή που η επιδίκαση αποζημίωσης βάσει παράβασης σύμβασης αφορά ζημιά ή απώλεια του ενάγοντα, εάν ο ενάγοντας δεν υπέστη τέτοια ζημιά ή απώλεια, σε αγωγή του για παράβαση σύμβασης δεν δικαιούται να του επιδικαστεί οτιδήποτε περισσότερο από ονομαστική αποζημίωση, ακόμη και στην περίπτωση όπου ο εναγόμενος κερδίζει από την παράβαση του των συμφωνηθέντων [[xi]]. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, τα πραγματικά ευρήματα, η αξιολόγησης τους και τελικά συμπεράσματα
- Αρκετά από τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, ουσιαστικά για να αποφασιστεί η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας και ανταξίωση του Εναγομένου, είναι παραδεκτά. Το τι ουσιαστικά αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης μεταξύ των διαδίκων, ήταν (α) αν αδίκως η Ενάγουσα χρέωσε τον Εναγόμενο και πληρώθηκε από αυτόν, συγκεκριμένες εργασίες, η εκτέλεσης των οποίων είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, η πραγματική εκτέλεσης των οποίων αμφισβητείται από τον Εναγόμενο, και (β) κατά πόσο ο Εναγόμενος τερμάτισε την σύμβαση στην οποία είχαν προσέλθει με την Ενάγουσα για την εκτέλεση από την Ενάγουσα εργασιών εγκατάστασης ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης σε ολόκληρη την πολυκατοικία του Εναγομένου, αν ναι, πότε, και εάν αν δικαιωματικά ο Εναγόμενος έπραξε κατά τον τρόπο αυτό. Ή, αν, ήταν ο Εναγόμενος που παραβίασε τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και η Ενάγουσα ορθά τερμάτισε ή θεώρησε την σύμβαση τους ως τερματισθείσα.
- Ως εκ του αντικρουόμενου των ισχυρισμών των διαδίκων για αυτά τα ουσιαστικά για την υπόθεση αυτή γεγονότα, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015), βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης (και σε σχέση με τι), το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212). Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού (βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974). Όπως επίσης έχει αναγνωριστεί ως επιτρεπτό, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο αυτό, που ως έχει προαναφερθεί εκτιμά την μαρτυρία για να διαπιστώσει την αλήθεια ώστε εν συνεχεία να αξιολογήσει αυτήν που θα κάνει αποδεκτή για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, οποιαδήποτε μαρτυρία παρουσιάστηκε κατά την διάρκειά της δίκης, ακόμα και χωρίς ένσταση του αντιδίκου, που δεν είχε κατά το στάδιο της προσαγωγής της αποκλειστεί από το Δικαστήριο, η οποία εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων, να μην την λάβει υπόψη (βλ. Κάτζιη ν Φουκαρίδης & Σια Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοψρωματιστές, ECLI:CY:AD:2017:A258, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2011, 11/07/2017, Βοσκού κ. α. ν Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695 και Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). 19. Η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του. Έτσι και ο Δικαστής του Εφετείου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, R. A. Posner, στο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, γράφει στην σελίδα 123: «No legal catchphrase is more often repeated than that determinations by a trial judge whether to believe or disbelieve a witness can be overturned on appeal in only extraordinary circumstances. The reason is said to be the inestimable value, in assessing credibility, of seeing and hearing the witness rather than reading a transcript of his testimony, since the transcript eliminates clues to veracity that are supplied by tone of voice, hesitation, body language, and other non-verbal expressions.». (η έμφασης είναι δική μου) 20. Αυτή ήταν και η γραμμή αντιμετώπισης στην υπόθεση Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, μία σχετικά πρόσφατη απόφαση του Pricy Council, στην οποία ο Λόρδος Δικαστής Hodge παρέπεμψε, σχετικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά στην υπόθεση Housen v Nikolaisen [2002] 2 SCR 235, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «The trial judge has sat through the entire case and his ultimate judgment reflects this total familiarity with the evidence. The insight gained by the trial judge who has lived with the case for several days, weeks or even months may be far deeper than that of the Court of Appeal whose view of the case is much more limited and narrow, often being shaped and distorted by the various orders and rulings being challenged.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) 21. Στην ίδια απόφαση παρατέθηκε και η γνωστή ρήση του Δικαστή, ως ήταν τότε, Hoffmann, στην υπόθεση Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1: «The need for appellate caution in reversing the trial judge's evaluation of the facts is based upon much more solid grounds than professional courtesy. It is because specific findings of fact, even by the most meticulous judge, are inherently an incomplete statement of the impression which was made upon him by the primary evidence. His expressed findings are always surrounded by a penumbra of imprecision as to emphasis, relative weight, minor qualification and nuance . of which time and language do not permit exact expression, but which may play an important part in the judge's overall evaluation.». (η υπογράμμισης και έμφασης είναι δική μου) 22. Επιπρόσθετα, στην προαναφερόμενη απόφαση Beacon Insurance Company Ltd, αναφέρθηκε και ο ακόλουθος σχολιασμός του ζητήματος αυτού από τον Λόρδο Neuberger του Abbotsbury, στην υπόθεση in Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911: «This is traditionally and rightly explained by reference to good sense, namely that the trial judge has the benefit of assessing the witnesses and actually hearing and considering their evidence as it emerges. Consequently, where a trial judge has reached a conclusion on the primary facts, it is only in a rare case, such as where that conclusion was one (
- i)which there was no evidence to support, (
- ii)which was based on a misunderstanding of the evidence, or (iii) which no reasonable judge could have reached, that an appellate tribunal will interfere with it. This can also be justified on grounds of policy (parties should put forward their best case on the facts at trial and not regard the potential to appeal as a second chance), cost (appeals can be expensive), delay (appeals on fact often take a long time to get on), and practicality (in many cases, it is very hard to ascertain the facts with confidence, so a second, different, opinion is no more likely to be right than the first).». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) 23. Είναι για τους προαναφερόμενους λόγους, που, αυτό το χαρακτηριστικό, της αξιοπιστίας, που συναρτάται [και] με την γενικότερη εντύπωση που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία κατά την διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο, λόγοι που έχουν υιοθετηθεί από καιρό τώρα και από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας στην νομολογία του (βλ. αποφάσεις ανωτέρω). 24. Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι, ως προαναφέρθηκαν, «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123. 25. Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα. Αξίζει πιστεύω, στο σημείο αυτό, να αναφερθεί απόσπασμα από το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), το οποίο, πολύ εύστοχα, αλλά και συνοπτικά, αναδεικνύει το εύλογο και βάσιμο της προαναφερόμενης επιφύλαξης: «I do not believe that the legal system has sufficiently absorbed the lessons of a century of psychological research into the nature of memory and the unreliability of eyewitness testimony. One of the most important lessons of such research is that in everyday life we are not aware of the extent to which our own and other people's memories are unreliable and believe our memories to be more faithful than they are. Two common (and related) errors are to suppose:
(1)that the stronger and more vivid is our feeling or experience of recollection, the more likely the recollection is to be accurate; and
(2)that the more confident another person is in their recollection, the more likely their recollection is to be accurate. Underlying both these errors is a faulty model of memory as a mental record which is fixed at the time of experience of an event and then fades (more or less slowly) over time. In fact, psychological research has demonstrated that memories are fluid and malleable, being constantly rewritten whenever they are retrieved. This is true even of so-called 'flashbulb' memories, that is memories of experiencing or learning of a particularly shocking or traumatic event. (The very description 'flashbulb' memory is in fact misleading, reflecting as it does the misconception that memory operates like a camera or other device that makes a fixed record of an experience.) External information can intrude into a witness's memory, as can his or her own thoughts and beliefs, and both can cause dramatic changes in recollection. Events can come to be recalled as memories which did not happen at all or which happened to someone else (referred to in the literature as a failure of source memory). Memory is especially unreliable when it comes to recalling past beliefs. Our memories of past beliefs are revised to make them more consistent with our present beliefs. Studies have also shown that memory is particularly vulnerable to interference and alteration when a person is presented with new information or suggestions about an event in circumstances where his or her memory of it is already weak due to the passage of time. The process of civil litigation itself subjects the memories of witnesses to powerful biases. The nature of litigation is such that witnesses often have a stake in a particular version of events. This is obvious where the witness is a party or has a tie of loyalty (such as an employment relationship) to a party to the proceedings. Other, more subtle influences include allegiances created by the process of preparing a witness statement and of coming to court to give evidence for one side in the dispute. A desire to assist, or at least not to prejudice, the party who has called the witness or that party's lawyers, as well as a natural desire to give a good impression in a public forum, can be significant motivating forces. Considerable interference with memory is also introduced in civil litigation by the procedure of preparing for trial. A witness is asked to make a statement, often (as in the present case) when a long time has already elapsed since the relevant events. The statement is usually drafted for the witness by a lawyer who is inevitably conscious of the significance for the issues in the case of what the witness does nor does not say. The statement is made after the witness's memory has been "refreshed" by reading documents. The documents considered often include statements of case and other argumentative material as well as documents which the witness did not see at the time or which came into existence after the events which he or she is being asked to recall. The statement may go through several iterations before it is finalised. Then, usually months later, the witness will be asked to re-read his or her statement and review documents again before giving evidence in court. The effect of this process is to establish in the mind of the witness the matters recorded in his or her own statement and other written material, whether they be true or false, and to cause the witness's memory of events to be based increasingly on this material and later interpretations of it rather than on the original experience of the events. It is not uncommon (and the present case was no exception) for witnesses to be asked in cross-examination if they understand the difference between recollection and reconstruction or whether their evidence is a genuine recollection or a reconstruction of events. Such questions are misguided in at least two ways. First, they erroneously presuppose that there is a clear distinction between recollection and reconstruction, when all remembering of distant events involves reconstructive processes. Second, such questions disregard the fact that such processes are largely unconscious and that the strength, vividness and apparent authenticity of memories is not a reliable measure of their truth.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Ως πιο λακωνικά ετέθη η ίδια αυτή άποψης από τον Λόρδο Δικαστή Browne σε μία εξωδικαστική ομιλία του αναφορά της οποίας εντοπίζεται σε σχετικές επί του ζητήματος αυτού εκθέσεις του Λόρδου Δικαστή Bingham: «The human capacity for honestly believing something which bears no relation to what actually happened is unlimited.». Και αυτό, πολύ απλά, γιατί, δεν είναι δυνατόν κάθε δεδομένο ενός περιστατικού να είναι στην ανάμνηση μας. Το περιστατικό, ως γεγονός, μπορεί ολόκληρο να ήταν στην ανάμνηση μας αμέσως μετά που επισυνέβη, κάποια όμως χρόνια μετά, κάποια γεγονότα που το συναποτελούν, φυσιολογικό είναι, λησμονούνται. Και επειδή η διήγησης του περιστατικού, και μάλιστα μέσα από εξέταση στο πλαίσιο μίας δικαστικής διαδικασίας, απαιτεί την «συναρμολόγηση» και «αποσυναρμολόγηση» γεγονότων, είναι αυξημένη η πιθανότητα, η, ως εκλαμβάνεται, ανάμνησης μας, να αστοχήσει, χωρίς κατ' ανάγκη αυτό να γίνεται ηθελημένα, στοχευόμενα και ανέντιμα.
- Ο, καθόλα τα άλλα, εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα, ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
- Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
- Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους. Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Pearce στην απόφαση της Ανώτατης Δικαστικής Επιτροπής στην Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL: «'Credibility' involves wider problems than mere 'demeanour' which is mostly concerned with whether the witness appears to be telling the truth as he now believes it to be. Credibility covers the following problems. First, is the witness a truthful or untruthful person? Secondly, is he, though a truthful person, telling something less than the truth on this issue, or, though an untruthful person, telling the truth on this issue? Thirdly, though he is a truthful person telling the truth as he sees it, did he register the intentions of the conversation correctly and, if so, has his memory correctly retained them? Also, has his recollection been subsequently altered by unconscious bias or wishful thinking or by over-much discussion of it with others? Witnesses, especially those who are emotional, who think that they are morally in the right, tend very easily and unconsciously to conjure up a legal right that did not exist. It is a truism, often used in accident cases, that with every day that passes the memory becomes fainter and the imagination becomes more active. For that reason a witness, however honest, rarely persuades a Judge that his present recollection is preferable to that which was taken down in writing immediately after the accident occurred. Therefore, contemporary documents are always of the utmost importance. And lastly, although the honest witness believes he heard or saw this or that, it is so improbable that it is on balance more likely that he was mistaken? On this point it is essential that the balance of probability is put correctly into the scales in weighing the credibility of a witness. And motive is one aspect of probability. All these problems compendiously are entailed when a Judge assesses the credibility of a witness; they are all part of one judicial process. And in the process contemporary documents and admitted or incontrovertible facts and probabilities must play their proper part.».
- Ίδιο ήταν το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην προαναφερόμενη υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), στην οποία ανέφερε: «In the light of these considerations, the best approach for a judge to adopt in the trial of a commercial case is, in my view, to place little if any reliance at all on witnesses' recollections of what was said in meetings and conversations, and to base factual findings on inferences drawn from the documentary evidence and known or probable facts. This does not mean that oral testimony serves no useful purpose - though its utility is often disproportionate to its length. But its value lies largely, as I see it, in the opportunity which cross-examination affords to subject the documentary record to critical scrutiny and to gauge the personality, motivations and working practices of a witness, rather than in testimony of what the witness recalls of particular conversations and events. Above all, it is important to avoid the fallacy of supposing that, because a witness has confidence in his or her recollection and is honest, evidence based on that recollection provides any reliable guide to the truth.».
- Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
- Η εξέταση μου, έχει ως άξονα της την μαρτυρία του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος, αποδέχεται ότι προσήλθε σε συμφωνία με την Ενάγουσα για να του εγκαταστήσει ενδοδαπέδια κεντρική θέρμανση σε ολόκληρη την πολυκατοικία του. Αποδέχεται επίσης, ότι, η συμφωνία του αυτή με την Ενάγουσα, είχε ως βάση της, την υπ' αρ. 561/08 προσφορά της Ενάγουσας προς αυτόν, ημερομηνίας 05/06/2008, Τεκμήριο ΤΚ2, η οποία είχε, ως είναι παραδεκτό από αμφότερους τους διαδίκους, τροποποιηθεί, ως φαίνεται από το Τεκμήριο ΤΚ23, χειρόγραφα, την 09/06/2008 που ο Εναγόμενος την αποδέχθηκε και σύναψαν την σύμβαση, για να επιμαρτυρεί τους όρους που είχαν συμφωνηθεί.
- Το μέρος της εν λόγω προσφοράς, που επιγράφεται, «Όροι Πληρωμής», τροποποιήθηκε χειρόγραφα ώστε να επιμαρτυρεί την συμφωνία των μερών ως προς το εν λόγω ζήτημα, -δηλαδή, τους όρους πληρωμής-, ως εξής: «Όροι Πληρωμής: 70% [με την] αποπεράτωση των σωλήνων. 30% [με την] παράδοση [του] έργου.».
- Πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι, στο έγγραφο της προσφοράς, Τεκμήριο ΤΚ23, προηγείται μία αναλυτική κατάσταση υλικών και εργασιών, χωρίς επεξήγηση, σε ότι αφορά το κάθε ένα / μια από αυτά, του χρηματικού ανταλλάγματος, το οποίο, για το σύνολο της εργασίας, φαίνεται ότι συμφωνήθηκε να είναι €20.000, πλέον Φ. Π. Α. Εξ ου και η συμφωνία των μερών για πληρωμή ποσοστού επί του συνόλου της αξίας της σύμβασης, με την αποπεράτωση μέχρις και των συγκεκριμένων σημείων που αφορούσε την εκτέλεση της. Συνεπώς, για την εκτέλεση της εργασίας που αφορούσε την σωλήνωση των «τεσσάρων διαφορετικών λειτουργιών χρήσεως», δηλαδή: «α) Ισόγειον, β) 1ον Όροφον, γ) 2ον Όροφον, δ) 3ον Όροφον», για σκοπούς εγκατάστασης στην πολυκατοικία του Εναγομένου της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης (στο εξής καλούμενη «η Σωλήνωσης»), ο Εναγόμενος συμφώνησε όπως, με την αποπεράτωση της, πληρώσει στην Ενάγουσα το 70% του συνόλου της αξίας της σύμβασης, δηλαδή, το 70% των €20.000, πλέον Φ. Π. Α.
- Από τα προαναφερόμενα παραδεκτά γεγονότα, προκύπτει, ότι, οι συμβατικές υποχρεώσεις της Ενάγουσας ήταν διαιρετές, από την άποψη, ότι, η επίδικη σύμβασης, έδιδε στην Ενάγουσα το δικαίωμα τμηματικής πληρωμής για κάθε ένα από τα δύο στάδια εκτέλεσης της συνολικής εργασίας που προαναφέρθηκαν. Συνεπώς, η Ενάγουσα, μπορούσε, για το προαναφερόμενο μέρος του συμβατικού τιμήματος των €14.000, πλέον Φ. Π. Α., που αφορούσε την εκτέλεση της εργασίας που αφορούσε την Σωλήνωση, καθώς ολοκληρωνόταν, να εγείρει αγωγή εναντίον του Εναγομένου για ανάκτηση του ως χρέους, σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης εξόφλησης του.
- Ο Εναγόμενος, παρά το γεγονός ότι, αποδέχεται ότι η Ενάγουσα εκτέλεσε την προαναφερόμενη εργασία της Σωλήνωσης -επανέρχομαι στο γεγονός αυτό στην συνέχεια- και παραδέχεται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, ότι, την 03/10/2008, της απαγόρευσε την είσοδο στην πολυκατοικία και «την συνέχιση των εργασιών», ισχυρίζεται, ότι, αυτή ήταν η αντίδραση του στο γεγονός ότι, η Ενάγουσα, είχε καταστρέψει ένα χώρο στάθμευσης στην πολυκατοικία, απολύτως απαραίτητο, μεταξύ άλλων, «για σκοπούς νομιμότητας της οικοδομής». Ως μάλιστα υποστήριξε στην έκθεση ανταπαίτησης του, η Ενάγουσα, εγκατέστησε «μηχανήματα» σε χώρο στάθμευσης του κτιρίου, «αντί σε κλειστό δωμάτιο». Ζήτησε, υποστήριξε, εισηγήσεις από την Ενάγουσα, για το πως «να αρθεί ή αποζημιωθεί η ζημιά», η Ενάγουσα όμως τον αγνόησε ή αρνήθηκε να υποβάλει οποιαδήποτε συγκεκριμένη πρόταση για λύση του προβλήματος. Για αυτό τον λόγο, της απαγόρευσε είσοδο στο εργοτάξιο, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του. Η Ενάγουσα, από πλευράς της, υποστήριξε, ότι, ήταν ο Εναγόμενος που της υπέδειξε να εγκαταστήσει την παροχή για την τοποθέτηση ηλεκτρικού λέβητα (boiler) της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης σε χώρο στάθμευσης του κτιρίου αντί σε κλειστό δωμάτιο.
- Η προαναφερόμενη εκδοχή του Εναγομένου κρίνεται ως αναξιόπιστη, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Τα εξής, είναι ενδεικτικά γιατί αυτή εκτιμάται ως αναξιόπιστη. Ο Εναγόμενος, προσπάθησε να υποστηρίξει ότι, η Ενάγουσα, ενήργησε χωρίς τις εντολές του ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Εντούτοις, ως ο ίδιος υποστήριξε και η Ενάγουσα το αποδέχθηκε κατά την δίκη, αυτός ήταν που έδιδε εντολές για την εκτέλεση των εργασιών κατά την εξέλιξη τους, επειδή, ζητήματα όπως αυτό, δεν είχαν εξ υπαρχής συμφωνηθεί και επειδή, στο εργοτάξιο, δεν υπήρχε υπεύθυνος επιβλέπων μηχανικός ή αρχιτέκτονας για την λήψη σχετικών αποφάσεων. Ο Εναγόμενος, μάλιστα, για να υποστηρίξει την ικανότητα του να καθορήσει και επιβλέψει τις εργασίες που γενικά εκτελούνταν στην πολυκατοικία, έκανε μία εκτενή αναφορά στην πολυετή εμπειρία του ως «Turnkey contractor», ως υπάλληλος μεγάλης εταιρείας στο Αμβούργο, Γερμανίας, που ζούσε προηγουμένως. Θέση αντίθετη, όπως παρατήρησα, από αυτήν που υποβλήθηκε στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του από την συνήγορο του Εναγομένου, ότι, η Ενάγουσα ήταν αυτή που καθοδήγησε τον Εναγόμενο λόγω της πολυετούς εμπειρίας της στο συγκεκριμένο τομέα, σε ότι αφορούσε το που θα εγκαθιστούσε στην πολυκατοικία τους λέβητες (boilers) της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης. Ανεξάρτητα όμως από αυτή την ανακολουθία στην συγκεκριμένη θέση του Εναγομένου κατά την εξέλιξη της δίκης, λόγω της έμφασης που έδωσε κατά την αντεξέταση του, ακριβώς σε ότι αφορά το τι έχει προαναφερθεί, -ότι, δηλαδή, «είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τα logistics και να έχει τεχνική αντίληψη των πραγμάτων»-, μου είναι δύσκολο να αποδεχθώ, ότι, υπήρχε κλειστό δωμάτιο όπου θα γινόταν η σχετική εγκατάστασης, ή άλλος κλειστός χώρος όπου αυτή θα μπορούσε να γίνει, και η Ενάγουσα, χωρίς να λάβει εντολή από τον Εναγόμενο για το ζήτημα αυτό, και ειδικότερα, χωρίς ο ίδιος ο Εναγόμενος να της δώσει εκ των προτέρων σχετικές οδηγίες (αφού, ως υποστήριξε «πήγαινε καθημερινά εκεί [στην πολυκατοικία] και παρακολουθούσε και έδινε οδηγίες»), να προχώρησε στην εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας, με αποτέλεσμα την καταστροφή του συγκεκριμένου χώρου στάθμευσης. Δεν είναι, κατά την κρίση μου, λογικό, αυτό το ζήτημα, να μην είχε εκ των προτέρων συζητηθεί και αποφασιστεί (δηλαδή, πριν την εκτέλεση των εργασιών), όπως άλλωστε υποστήριξαν αντεξεταζόμενοι, τόσο ο ΜΕ1, όσο και ο ΜΕ2, την μαρτυρία των οποίων αποδέχομαι. Ας σημειωθεί εδώ περαιτέρω, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, και η θέση του Εναγομένου που υποβλήθηκε στον ΜΕ2 κατά την αντεξέταση του, ότι, ο Εναγόμενος «επανειλημμένως ανέφερε προφορικώς και γραπτώς στην εταιρεία [Ενάγουσα] ότι δεν επιθυμούσε την τοποθέτηση σωλήνων στις βεράντες και στον χώρο στάθμευσης», η οποία παρέμεινε εντελώς ατεκμηρίωτη παρά την άρνηση της θέσης αυτής από τους ΜΕ1 και ΜΕ2, αφού ο Εναγόμενος, που παρουσίασε σωρεία εγγράφων στο Δικαστήριο προς τεκμηρίωση της υπόθεσης του, δεν παρουσίασε τελικά, ότν μαρτύρησε, κανένα έγγραφο με το οποίο να δήλωνε γραπτώς στην Ενάγουσα μια τέτοια θέση. Παράλογο, επίσης, είναι ο Εναγόμενος, την 03/10/2008, να ισχυριζόταν, ότι, η Ενάγουσα είχε, «με τις αυθαίρετες ενέργειες της, και λόγω της αμέλειας της, . καταστρέψει, ., ένα parking space, το οποίο είναι απολύτως απαραίτητον, μεταξύ άλλων, για σκοπούς νομιμοποιήσεως», και απαγόρευε, για αυτό τον λόγο, την συνέχιση των εργασιών που η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να εκτελέσει προς ολοκλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση του (βλ. Τεκμήρια ΤΚ10 και ΦΠ16), όμως, αμέσως μετά, αντί να ζητά άρση της όποιας παρανομίας «για σκοπούς νομιμοποιήσεως», να ζητά με επιστολή της προς την Ενάγουσα, ημερομηνίας 20/10/2008 (βλ. Τεκμήρια ΤΚ12 και ΦΠ17), η τελευταία να επωμισθεί το κόστος, €800, περίπου, πλέον Φ. Π. Α., που η εργοληπτική εταιρεία «Κουνές» είχε αναφέρει στον Εναγόμενο ότι θα κόστιζε «να επιστρωθεί το parking space με τσιμέντο», «για να αρθεί η ζημιά». Υπενθυμίζοντας, εδώ, ότι, το ζήτημα που αρχικά έθετε η Ενάγουσα, αφορούσε την τοποθέτηση στον συγκεκριμένο χώρο, της πρόνοιας για να τοποθετείτο μεταγενέστερα ο λέβητας (boiler) για την λειτουργία της κεντρικής θέρμανσης στο ισόγειο, και όχι η επίστρωσης της Σωλήνωσης με τσιμέντο. Στο ισόγειο, που δεν διαφεύγει της προσοχής μου, ότι, ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ2, βρίσκεται μόνο η πυλωτή της πολυκατοικίας και ότι, ως επίσης ισχυρίστηκε ο ΜΕ2, ο Εναγόμενος είχε υποδείξει στην Ενάγουσα να τοποθετήσει στο συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας την πρόνοια για την εγκατάσταση του μηχανοστασίου για ενδοδαπέδια κεντρική θέρμανση, γιατί ο Εναγόμενος τους ανέφερε ότι πρόθεσης του ήταν η μετατροπή του σε γραφείο. Θέση, σε ότι αφορά τα γεγονότα, που συνάδει, πρέπει να αναφερθεί, με την μαρτυρία και του ΜΕ1, ο οποίος, σε γενικές γραμμές, ισχυρίστηκε το ίδιο πράγμα. Ο Εναγόμενος, φυσικά, πολύ γενικά, αρκέστηκε στο να υποστηρίξει ότι υπήρχε κάποιος χώρος στο ισόγειο της πολυκατοικίας («στο πίσω μέρος», ως γενικά αναφέρθηκε), που ήθελε να υπήρχε πρόνοια για ενδοδαπέδια κεντρική θέρμανση σε περίπτωση που θα τον μετέτρεπε σε αρχείο. Παρουσίασε την φωτογραφία, Τεκμήριο ΦΠ18, χωρίς αναφορά στο πότε αυτή ελήφθη, παρά μόνο ότι δεν απεικονίζει την σημερινή κατάσταση και δεν με έπεισε από τις τοποθετήσεις του, ότι, ο συγκεκριμένος χώρος στάθμευσης, δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε μετατροπή, ως αυτή που ισχυρίστηκε ο ΜΕ
- Δεν έχω άλλωστε ικανοποιηθεί, από την τοποθέτηση του Εναγομένου, στην ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας, εάν δικαιολογείτο η δαπάνη της τάξης των €3.546,43 (βάσει της προσφοράς της Hydrotherm Co Ltd, Τεκμήριο ΦΠ1), για να υπάρχει ενδοδαπέδια κεντρική θέρμανση, απλά και μόνο για ένα χώρο που υπάρχει κάπου στην πυλωτή της πολυκατοικίας, που θα μπορούσε χρησιμοποιείτο ως αρχείο, ότι, αυτό, ήταν κάτι που αφορά αποκλειστικά τον ίδιο, χωρίς να υπάρχει ανάγκη δικαιολόγησης του. Σημειώνοντας επιπρόσθετα, ότι, όπως προκύπτει από την μαρτυρία, ο Εναγόμενος, δεν τοποθέτησε ερμάρι στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας, όπως έκανε στην βεράντα του 3ου ορόφου της πολυκατοικίας, που, ως ισχυρίστηκε σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, ήταν μέρος του προβλήματος που δημιουργήθηκε με τον χώρο στάθμευσης, αφού, αυτό, λόγω των διαστάσεων του, θα ελάμβανε χώρο που δεν θα επέτρεπε την στάθμευση οχήματος, έστω και κάποιου μικρών διαστάσεων.
- Αυτά, ως προς το μέρος της μαρτυρίας του Εναγομένου, που αποτέλεσε το έναυσμα για αυτή την αντιδικία. Γενικότερα, ο Εναγόμενος, κατά την ενώπιον μου παρουσία του στο ειδώλιο του μάρτυρα, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Εκτιμώ ότι δεν μαρτύρησε την αλήθεια, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω λαμβάνοντας υπόψη και τον τρόπο που παρουσιάστηκε η όλη υπόθεση του. Τα ακόλουθα, είναι ενδεικτικά της προαναφερόμενης κατάληξης μου: i. Ως έχει προαναφερθεί, ο Εναγόμενος, όταν αντεξέταστηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας, αποδέχθηκε ότι η Ενάγουσα εκτέλεσε την προαναφερόμενη εργασία της Σωλήνωσης. Η συνήγορος του όμως, όταν αντεξέταζε τον ΜΕ1, είχε υποβάλει προς αυτόν ως θέση του Εναγομένου για την υπόθεση του, μία εντελώς αντίθετη θέση από την προαναφερόμενη. Ότι, δηλαδή, η Ενάγουσα, δεν είχε εκτελέσει την προαναφερόμενη εργασία της Σωλήνωσης. Συγκεκριμένα, η συνήγορος του Εναγομένου, υπέβαλε στον ΜΕ1, ότι, «η Hydrotherm θα μαρτυρήσει ότι, 24/02/2009 που πήγε εκεί, δεν υπήρχε διασωλήνωση και το γνωρίζεις.». Η θέσης αυτή, σημειώνεται, υποβλήθηκε και στον ΜΕ2: «Σας υποβάλλω ότι ουδέποτε εκτελέσετε τις εργασίες βάσει της προσφοράς». Όπως προανέφερα, ο Εναγόμενος, μετέβαλε αυτή του την θέση όταν μαρτύρησε στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας, ότι, έγινε μεν η Σωλήνωσης, εντούτοις «δεν μπορεί κανένας να διαπιστώσει τι ποιότητας χρησιμοποίησαν . [η Ενάγουσα] διότι είναι χωσμένη». Θέση, που, σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, δεδομένης της μαρτυρίας των ΜΥ2 και ΜΥ
- Ο ΜΥ2, μαρτύρησε για την προσφορά που η εταιρεία ThermoFast Ltd έδωσε στον Εναγόμενο για να ολοκληρώσει τις εργασίες, ξεκαθαρίζοντας, ότι, η Σωλήνωσης και τα μάνιφολτς, ήταν υφιστάμενα (βλ. την εν λόγω προσφορά ημερομηνίας 31/12/2008, Τεκμήριο ΦΠ22, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά). Και ο ΜΥ3, της εταιρείας Hydrotherm Co Ltd, μαρτύρησε, ότι, ο Εναγόμενος, προμηθεύτηκε από την εν λόγω εταιρεία, «εξοπλισμό μηχανοστασίου που αφορά το εξωτερικό κομμάτι μίας εγκατάστασης» και ότι, ο Εναγόμενος, δεν είχε αγοράσει από την εν λόγω εταιρεία, οποιαδήποτε εξαρτήματα [ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης] που τοποθετούνται εντός του εδάφους (βλ. το Τεκμήριο ΑΑ2 στο οποίο στηρίχθηκε ο ΜΥ3 για την μαρτυρία του). Τόσο ο ΜΥ
- όσο και ο ΜΥ3, μου έκαναν γενικά καλή εντύπωση και αποδέχομαι ότι παρουσίασαν στο Δικαστήριο, απομεμακρυσμένοι από την αντιδικία των διαδίκων, αναλλοίωτα τα γεγονότα, όπως πραγματικά τα γνωρίζουν και ως εκ τούτου, αποδέχομαι την μαρτυρία τους στο σύνολο της. ii. Ο Εναγόμενος, όταν η Ενάγουσα παρουσίαζε την μαρτυρία της, υποστήριξε την θέση, ότι, η αξία της σύμβασης, ήταν €20.000, συμπεριλαμβανομένου Φ. Π. Α., την οποία θέση η συνήγορος του υπέβαλε στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του. Εντούτοις, αυτό, είναι ένα γεγονός, που, εκτός του ότι, ως ορθά υπέδειξε ο συνήγορος της Ενάγουσας στην τελική του αγόρευση, ήταν παραδεκτό με βάση το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης του Εναγομένου, καταρρίφθηκε στην συνέχεια και από τον ίδιο τον Εναγόμενο, από πλευράς του οποίου παρουσιάστηκε στον ΜΕ1 και ζητήθηκε η κατάθεσης, κατόπιν αναγνώρισης του από τον μάρτυρα, του εγγράφου της υπ' αρ. 561/08 προσφοράς Ενάγουσας ημερομηνίας 05/06/2008, Τεκμήριο ΤΚ23, στο οποίο φαίνεται, ότι, η υποχρέωση του Εναγομένου να καταβάλει το Φ. Π. Α. παρέμεινε αναλλοίωτη, παρά τις τροποποιήσεις στην προσφορά της Ενάγουσας, Τεκμήριο ΤΚ2, που ως προαναφέρθηκε έγιναν για να επιμαρτυρεί τα όσα συμφωνήθηκαν την 09/06/
- Ο δε Εναγόμενος, όταν με την σειρά του μαρτύρησε στο Δικαστήριο, αναφερόμενος στις αλλαγές που έγιναν στην προσφορά της Ενάγουσας, Τεκμήριο ΤΚ2, με αναφορά στο Τεκμήριο ΤΚ23, δεν υποστήριξε τελικά την προαναφερόμενη θέση. iii. Ο Εναγόμενος, προς υπεράσπιση του, κατά τον ίδιο τρόπο που ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα ενήργησε χωρίς την έγκριση του και εγκατέστησε την παροχή για την τοποθέτηση ηλεκτρικού λέβητα (boiler) της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης σε χώρο στάθμευσης του κτιρίου αντί σε κλειστό δωμάτιο, ισχυρίστηκε και ότι η Ενάγουσα ενήργησε σε σχέση με την εγκατάσταση παρόμοιας παροχής στην βεράντα του 3ου ορόφου της πολυκατοικίας. Για τους ίδιους λόγους που προανέφερα, σε ότι αφορά το γιατί θεωρώ αναξιόπιστο τον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι η Ενάγουσα εγκατέστησε παροχή στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας χωρίς τις οδηγίες του, απορρίπτω και αυτό τον ισχυρισμό του Εναγομένου. Προσθέτω όμως και τα εξής. Ο Εναγόμενος, με αφορμή το γεγονός της εγκατάστασης από την Ενάγουσα της παροχής στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας, απέστειλε στην Ενάγουσα, την επιστολή ημερομηνίας 03/10/2008 (βλ. Τεκμήρια ΤΚ10 και ΦΠ16) δια της οποίας, ως έχει προαναφερθεί, σημείωνε την εν λόγω αυθαίρετη, κατά αυτόν, ενέργεια της Ενάγουσας και της απαγόρευε την είσοδο και συνέχιση των εργασιών χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση του. Καμία αναφορά όμως δεν έκανε ο Εναγόμενος με αυτήν, σε ότι αφορούσε την εγκατάσταση της παροχής στον 3ο όροφο της πολυκατοικίας, που, αν όντως είχε τοποθετηθεί χωρίς τις οδηγίες και συγκατάθεση του, λογικό είναι ότι θα αναφερόταν και αυτό το γεγονός στην εν λόγω επιστολή του. Όχι μόνο κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, αλλά δεν αναφέρεται ούτε και στις επιστολές που επακολούθησαν αυτής, ημερομηνίας 20/10/2008, Τεκμήρια ΤΚ12 και ΤΚ13, ημερομηνίας 27/10/2008, Τεκμήριο ΤΚ14, ημερομηνίας 29/10/2008, Τεκμήρια ΤΚ16 και ΤΚ17 και ημερομηνίας 11/12/2008, Τεκμήριο ΤΚ20, και πρωτοεμφανίζεται, όταν πλέον ο Εναγόμενος καταχωρεί στο Δικαστήριο την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του σε αυτή την Αγωγή της Ενάγουσας. Αξιοσημείωτα, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες επιστολές του Εναγομένου, είναι τα εξής. Ότι, με την επιστολή του ημερομηνίας 20/10/2008, Τεκμήριο ΤΚ13, ο Εναγόμενος καλούσε επιτακτικά την Ενάγουσα να αποκαταστήσει «κακοτεχνίες και ατέλειες» που απέτρεπαν την εταιρεία «Α/φοι Κουνές Λτδ» να προχωρήσει με την αποπεράτωση του έργου (η οποία εταιρεία, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, εργοδοτήθηκε μόνο για να εκτελέσει τις εργασίες για την κατασκευή της τοιχοποιίας της πολυκατοικίας), μέχρι 21/10/2008, διαφορετικά «θα θεωρούσε την συμφωνία τους τερματισμένη», χωρίς καμία αναφορά στο θέμα του 3ου ορόφου. Και, ότι, η επιστολή ημερομηνίας 20/10/2008, Τεκμήριο ΤΚ20, είναι επιστολή του δικηγόρου του Εναγομένου, που απαντά σε επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, στην οποία θα ανέμενε κάποιος ειδική αναφορά και στο προαναφεόμενο ισχυριζόμενο γεγονός, όπως έγινε και για την ισχυριζόμενη αυθαίρετη εγκατάσταση της παροχής στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας. Ενώ, ερωτηματικά, έχοντας κάποιος κατά νου τα προαναφερόμενα αρνητικά για την υπόθεση του Εναγομένου σημεία, εγείρει και η θέση που υποβλήθηκε στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του από την συνήγορο της Ενάγουσας, ότι, ο ΜΕ1 είχε πει στον Εναγόμενο «ότι δεν θα χρειαζόταν ειδικό σπιτάκι για την εγκατάσταση των ηλεκτρολογικών» της κεντρικής θέρμανσης. Συζήτησης, που, ως προκύπτει από την τοποθέτηση του ΜΕ1 έγινε και καταδεικνύει, ότι, τα σημεία που θα τοποθετούνταν οι παροχές για την εγκατάσταση των λεβήτων (boilers), είχαν όντως συζητηθεί και υποδειχθεί από προηγουμένως, ως είναι η θέση της Ενάγουσας και ειδικότερα, το κατά πόσο θα τοποθετούνταν σε εξωτερικό χώρο. Είναι παράλογο κατά την άποψη μου, ο Εναγόμενος, σε ότι αφορούσε την εγκατάσταση της παροχής στους άλλους δύο ορόφους της πολυκατοικίας (1ο και 2ο όροφο), να είχε φροντίσει να γίνει στο εσωτερικό της πολυκατοικίας και το μηχανοστάσιο της κεντρικής θέρμανσης να είχε τοποθετηθεί σε ειδικό ξύλινο ερμάρι, να είχε πρόθεση να το πράξει και σε ότι αφορούσε τον 3ο όροφο, να είχε δώσει ρητές οδηγίες στην Ενάγουσα ότι θα γινόταν το ίδιο σε ότι αφορούσε και τον 3ο όροφο, αλλά η Ενάγουσα να επέλεξε να πράξει κάτι το εντελώς ασυμβίβαστο. Ποιος ο λόγος υπήρχε; Τι θα κέρδιζε η Ενάγουσα; Αυτά, είναι ερωτήματα που δεν απαντιόνται λογικά από την μαρτυρία του Εναγομένου δια της οποίας προωθήθηκε η προαναφερόμενη θέσης. iv. Ο Εναγόμενος, για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του για τις κακότεχνες, ως υποστηρίζει, εργασίες της Ενάγουσας, επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων και τον ΜΥ2, ότι του είχε αναφέρει για την κακή φήμη του ΜΕ1 και της Ενάγουσας, σε ότι αφορούσε την ποιότητα των υλικών που χρησιμοποιούσε και πωλούσε και την εκτέλεση των εργασιών που αναλάμβανε, όταν αυτός είχε κληθεί από τον Εναγόμενο να δώσει προσφορά για την συνέχιση και αποπεράτωση της εγκατάστασης της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης. Ως ο Εναγόμενος χαρακτηριστικά ανέφερε, «Ο κ. Άρης Πολυκάρπου [ΜΥ2], όταν πληροφορήθηκε το κόστος που είχε ζητήσει ο κ. Κασάπης, εκφράστηκε πολύ αποδοκιμαστικά και είπε ότι τον γνωρίζει και δεν είναι σε θέση [ο ΜΕ1] να κάμνει αυτού του είδους τις εργασίες». Και λίγο αργότερα: ««Ο Άρης Πολυκάρπου [ΜΥ2] μου είπε γνωρίζει ότι ο κ. Κασάπης συνήθως υπόσχεται να εγκαταστήσει 1ης ποιότητας γερμανικά προϊόντα, pipe in pipe, το οποίο δε κάμνει». Εντούτοις, κληθείς στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει, αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ2, ανέφερε ότι δεν του είχε καν λεχθεί από τον Εναγόμενο ή συζητηθεί μεταξύ τους, ποιος είχε προηγουμένως εκτελέσει τις εργασίες που ήταν υφιστάμενες, πόσο μάλλον να είχε αναφερθεί για το πρόσωπο του ΜΕ1 ή και για την Ενάγουσα, με τον τρόπο που ο Εναγόμενος υποστήριξε. Αποσκοπώντας και πάλι να υποστηρίξει ότι η Ενάγουσα εκτέλεσε κακότεχνα τις εργασίες που είχαν συμφωνηθεί, ο Εναγόμενος υποστήριξε, ότι, εκτός της εγκατάστασης των λεβήτων (boilers), -που και η Ενάγουσα αποδέχτηκε ότι δεν τοποθετήθηκαν, επειδή όμως εμποδίστηκε από τον Εναγόμενο να εκτελέσει την σχετική εργασία-, ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι είχαν εντοπιστεί και άλλα προβλήματα, που προξένησε η Ενάγουσα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Εναγόμενος κατά την κυρίως εξέταση του, «υπήρξαν άλλα προβλήματα εξ όσων θυμάμαι που είχε προξενήσει η Ενάγουσα εταιρεία και δεν μπορούσε να υλοποιηθεί [η εγκατάσταση του λέβητα (boiler) στο χώρο στάθμευσης] τα οποία μου αποκάλυψε αργότερα η εταιρεία Hydrotherm Ltd του Φάνου Επιφανείου». Ως υποστήριξε ο Εναγόμενος, η εν λόγω εταιρεία, σύμφωνα με τα όσα έκρινε «αν . αποφάσιζε ένας να εγκαταστήσει την υποδαπέδια θέρμανση στον χώρο στάθμευσης» αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί, μόνο με το να «φύγει ολόκληρος ο χώρος του πάρκινγκ». Αυτή, όμως, είναι μία θέσης που ανατράπηκε από τον ΜΥ3, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο που η επίδικη διαφορά αφορά, εργαζόταν ως διευθυντής στην εν λόγω εταιρεία Hydrotherm Co Ltd, ο οποίος, ήταν ρητός ως προς το ότι, η εν λόγω εταιρεία, μόνο πώλησε στον Εναγόμενο εξοπλισμό μηχανοστασίου («λέβητες ζεστού νερού και κάποια άλλα σχετικά εξαρτήματα»), ότι πιθανόν να είχαν συστήσει τον τεχνικό, Ανδρέα Γιαπανά, ως πρόσωπο που θα μπορούσε να συμβουλεύσει τον υδραυλικό που είχε αναλάβει την εργασία για την συνδεσμολογία του συστήματος της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης, και τίποτα περισσότερο. Συνεπώς, η θέση του Εναγομένου, την οποία εξέφρασε με δεδομένη και την αναφορά του στο Τεκμήριο ΦΠ23 προς την Hydrotherm Co Ltd, ότι, ο υδραυλικός Ορθόδοξος Παναγή «ουδέν ενδιαφέρον έχει επιδείξει . για άρση των σφαλμάτων και κακοτεχνιών», έγινε επειδή Hydrotherm Co Ltd «ήταν υπεύθυνη για την υποδαπέδια θέρμανση . και έπρεπε να λάβει τις ευθύνες της», είναι αντιφατική και ενδεικτική τουλάχιστον της αναξιοπιστίας της μαρτυρίας του Εναγομένου. Πέραν όμως τούτου, δεν διαφεύγει της προσοχής μου και το γεγονός, ότι, ο Εναγόμενος δεν ήταν ούτε ο ίδιος συνεπής με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του, αφού σε κάποιο άλλο στάδιο της κυρίως εξέτασης του, υποστήριξε, ότι, το γεγονός ότι η Ενάγουσα «τα έβαλε όλα αξανόστραφα», του το ανέφεραν τα πρόσωπα που εργάστηκαν για να συμπληρωθούν και διορθωθούν οι εργασίες για την ενδοδαπέδια κεντρική θέρμανση στην πολυκατοικία, ήτοι, ο υδραυλικός Ορθόδοξος Παναγή (ο οποίος τελικά, όπως προέκυψε από την αντεξέταση του Εναγομένου σχετικά με το προαναφερόμενο Τεκμήριο ΦΠ23, δεν εργάστηκε καθόλου σε ότι αφορά την συμπλήρωση των εργασιών της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης, παρά τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης του Εναγομένου και της μαρτυρία του σε άλλο μέρος της) και οι τεχνικοί Ανδρέας Γιαπανάς και Πανίκος Χριστοφόρου. Τα οποία πρόσωπα, πρέπει να σημειωθεί, παρά την αντίθετη θέση που παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα ως προς το γεγονός της καλής εγκατάστασης που υφίστατο (μέχρις και του σημείου που της επετράπη από τον Εναγόμενο να ολοκληρώσει τις εργασίες), δεν κλητεύθηκαν στο Δικαστήριο για να υποστηρίξουν τους εν προκειμένω ισχυρισμούς του Εναγομένου, που χαρακτηρίζονται από γενικότητα και δεν επιτρέπουν ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. v. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι υπήρξε καθυστέρησης από πλευράς της Ενάγουσας να εκτελέσει τις εργασίες που είχε αναλάβει. Αυτός, πρέπει εξ αρχής να σημειωθεί, ότι, όχι μόνο δεν καταγράφεται πουθενά στην προαναφερθείσα αλληλογραφία που αντάλλαξαν οι διάδικοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ως ισχυρισμός, δεν δικογραφείται καν από πλευράς του Εναγομένου ότι αποτελεί υπόβαθρο της υπόθεσης του. Πρέπει συνεπώς, απλά να αγνοηθεί. Στην περίπτωση όμως που το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Εναγομένου θα έπρεπε να λαμβανόταν υπόψη, απλά σημειώνω ότι, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν υποβοηθά την υπόθεση του και καταδεικνύει περισσότερο το αναξιόπιστο των θέσεων του. Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε, ότι, η εργασία που η Ενάγουσα ανέλαβε να του εκτελέσει, το περισσότερο σε 1 μήνα θα έπρεπε να είχε εκτελεστεί. Τουναντίον και παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος βιαζόταν, γιατί ήθελε την ολοκλήρωση της πολυκατοικίας στην οποία θα στεγαζόταν το δικηγορικό του γραφείο το συντομότερο δυνατόν, γεγονός γνωστό στην Ενάγουσα, η Ενάγουσα μετά πάροδο 6 μηνών δεν είχε ακόμη εκτελέσει τις εργασίες. Αίσθηση όμως προκαλεί το γεγονός, ότι, παρά το γεγονός, ότι, κατά τον ισχυρισμό του Εναγομένου, επειγόταν, από τον Οκτώβριο του έτους 2008 που ξεκίνησαν οι πρώτες «αντιδράσεις» του (βλ. Τεκμήριο ΤΚ10), ή ακόμη και από τις 25/11/2008 (βλ. Τεκμήριο ΦΠ12) που απαίτησε να πληρωθεί το ποσό των €5.000 βάσει της τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής, ο Εναγόμενος, μόλις 20/01/2009 έλαβε, κατόπιν παρακλήσεως, τις προτάσεις της Hydrotherm Co Ltd για τα εξαρτήματα που ήταν αναγκαία για ολοκλήρωση των εργασιών, στη βάσει των οποίων ο ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος, τελικά ολοκληρώθηκαν (βλ. Τεκμήρια ΦΠ1, ΦΠ4 και ΦΠ5), έχοντας στο μεταξύ εξασφαλίσει, την 31/12/2008, την προσφορά της ThermoFast Ltd, Τεκμήριο ΦΠ22, που δεν την έκανε αποδεκτή. Ενώ, σύμφωνα με το Τεκμήριο ΦΠ23 και την μαρτυρία που ο Εναγόμενος έδωσε σχετικά με αυτό (της αντιφατικής ως έχει προαναφερθεί), σε ότι αφορούσε την εμπλοκή του υδραυλικού Ορθόδοξου Παναγή στις εργασίες αποπεράτωσης της ενδοδαπέδιας κεντρικής θέρμανσης στην πολυκατοικία, μέχρι και τις 16/04/2009 φαίνεται ότι αυτές δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί. Τελικά, όπως διαφάνηκε μέσα από την αντεξέταση του Εναγομένου, ο ισχυρισμός του ότι οι εργασίες της Ενάγουσας θα εκτελούνταν, το μέγιστο σε 1 μήνα (διάστημα, που, σε κάποιο άλλο μέρος της μαρτυρίας του, επέκτεινε στους 2 μήνες, ενώ σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας του, πάλι αντιφατικά, υποστηρίζει ότι ο ΜΕ2, του είχε υποσχεθεί ολοκλήρωση της εργασίας εντός 2 μηνών), από την ημερομηνία που προσήλθαν στην σύμβαση, ήταν απλά πεποίθησης του, που του δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι η επωνυμία της Ενάγουσας, παραπέμπει σε θυγατρική εταιρεία γερμανικής εταιρείας, που συνήθως, λόγω της εξειδίκευσης τους, μπορούν, σύμφωνα με τον Εναγόμενο και ανταποκρίνονται στον χρόνο αυτό.
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, η μαρτυρία του Εναγομένου δεν γίνεται αποδεκτή ως αναξιόπιστη και απορρίπτεται στο σύνολο της. Σε ότι αφορά τους υπόλοιπους μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για αυτή την υπόθεση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας που αφορούν και αυτούς, περιορίζομαι απλά να αναφέρω ότι αποδέχομαι την μαρτυρία τους στο σύνολο της. Η πλευρά του Εναγομένου, στην τελική του τοποθέτηση, δεν μου υπέδειξε οποιαδήποτε σημεία από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από πλευράς της Ενάγουσας, που θα δικαιολογούσε αρνητική εκτίμηση της. Το δε Δικαστήριο, εξετάζοντας την μαρτυρία, δεν έχει εντοπίσει στοιχεία στα οποία θα μπορούσε να αποδώσει τέτοια βαρύτητα ώστε να απορρίψει την εκδοχή για τα γεγονότα που κάποιος από τους μάρτυρες αυτούς προσέφερε στο Δικαστήριο.
- Ως έχει προαναφερθεί, στην περίπτωση όπου η εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του ενάγοντος που απορρέουν από την σύμβαση, εμποδίζεται από κάποια αθέμιτη ή παράνομη πράξη του εναγομένου, ο ενάγοντας δεν μπορεί να εγείρει αγωγή βασιζόμενος σε χρέος, αλλά μπορεί με αγωγή να αξιώσει αποζημιώσεις. Στην υπόθεση Telephone Rentals Plc v Burger Salmon & Company [1987] CCLR 419, το Αγγλικό Εφετείο, σε μία απόφαση του ακριβώς επί του ζητήματος αυτού, ανέφερε τα εξής: «Lord Justice Dillon: ... In the present case, the further performance of the contract requires co-operation between the Plaintiffs and the Defendants, in that (i) the Plaintiffs have contracted to hire the equipment to the Defendants for the term of the contract and they cannot do so any more when the Defendants refuse to accept the equipment (ii) the hire payments are to an quantified extent to reimburse the Plaintiffs for repairing the equipment when called on by the Defendants to do so and (iii) as third parties are now in possession of the Marsh Street premises, nothing more can now be done under the contract until the Defendants nominate other premises for the equipment to be installed in. In my judgment the starting point is, as put by Lord Justice Salmon in Decro-Wall [βλ. Decro-Wall International S.A. v. Practitioners in Marketing Ltd.
(1971)1 WLR 361] that a party cannot claim money under a contract if he has not earned it under the contract i.e. if he has not peformed his part of the contract. If the other party commits a repudiatory breach of the contract and the innocent party elects to treat the contract as terminated, the innocent party is absolved from further performance of his part of the contract, and can consequently claim compensation for his loss, namely, damages for breach of the contract but not payments under the contract. The innocent party is not obliged to treat the contract as terminated by the repudiatory breach, and in that event the contract will remain on foot, but, if the contract remains on foot, the innocent party is not absolved from further performance of his part of the contract; if he is prevented from performing his part of the contract by the conduct of the party in breach, he the innocent party, will be unable to earn the payments under the contract and so will in law have no remedy but to treat the contract as at an end and claim damages. If in the present case what the Defendants had done had been to throw the equipment on to a rubbish tip so that it was destroyed, when the Defendants left the Marsh Street premises, and to write to the Plaintiffs repudiating the contract, it would have been impossible for the Plaintiffs to earn further hire under the contract, because they could not have continued to perform their obligation of hiring to the Defendants equipment which no longer existed. The same result would, in my judgment, have followed if the Defendants, on leaving their Marsh Street premises and writing a repudiatory letter, had, instead of throwing the equipment on to a rubbish tip, dumped it in the Plaintiffs' depot. The Plaintiffs could not have continued to perform their obligation under the contract of hiring to the Defendants equipment which the Defendants were not prepared to accept back. What has actually happened is not distinguishable in principle from the scenario of the Defendants having returned the equipment to the Plaintiffs on repudiating the contract and the result should be the same. In National Cash Register Co. Ltd. v. Stanley where a hirer had contracted to hire a cash register from the manufacturers, with an option of purchase (i.e. a hire-purchase agreement) but the hirer had repudiated the contract before the machine had been delivered to him, it was held that the manufacturers could only claim damages for breach of contract, and not the instalments of hire under the contract. I am not aware that the decision has ever been doubted. I cannot see why in principle a different result should be reached, so far as future instalments of hire are concerned, if the equipment comes back to the manufacturer when the contract is repudiated and the hirer refuses to allow it to be reinstalled in his premises. The conclusion, therefore, that I reach in this case is that the Plaintiffs cannot simply sit back and claim payment of the quarterly instalments of hire rental as and when they fall due until the end of 1993. The only remedy available to them (on Lord Justice Sach's words) is the alternative remedy of claiming damages for the repudiation of the contract, whether under Clause 11 or at large. ... Lord Justice Nicholls: I add that I do not find the conclusion, that in the circumstances the plaintiffs' claim is not in debt for the contract sums but is for damages, surprising or repugnant. In principle, and subject to the two particular points mentioned above, the plaintiffs will be entitled to recover as damages from the defendants that sum of money which will put them now financially into the same position as if the defendants had fulfilled their obligations under the agreement. That seems to me to be both just and to accord with the practicalities of the present position, where self-evidently the hiring is at an end.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 41. Στην υπόθεση αυτή, η περαιτέρω εκτέλεση της σύμβασης από πλευράς της Ενάγουσας, απαιτούσε την συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου, στο ότι, η Ενάγουσα, είχε συμβληθεί με τον Εναγόμενο για να του εκτελέσει εργασίες σε ακίνητη ιδιοκτησία του, τις οποίες δεν μπόρεσε να εκτελέσει πλήρως, από την στιγμή που ο Εναγόμενος της απαγόρευσε την είσοδο σε αυτήν, θέτοντας, παράλληλα, την συνέχιση των εργασιών από την Ενάγουσα, υπό την αίρεση αδικαιολόγητων και εκτός της σύμβασης τους, απαιτήσεων. H ελεύθερη πρόσβαση της Ενάγουσας στην πολυκατοικία προς τον σκοπό εκτέλεσης των εργασιών που είχε αναλάβει κάτω από την σύμβαση, στην απουσία μαρτυρίας ότι συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των διαδίκων ως όρος της σύμβασης, κρίνεται ότι αποτελεί σιωπηρή υπόσχεση από πλευράς του Εναγόμενου και εξυπακουόμενη θεμελιακή συμβατική υποχρέωση του, της οποίας η συμπερίληψη στην σύμβαση, ως όρο της, κρίνεται αναγκαία, εφόσον βρίσκω ότι αποτελεί κάτι που οι διάδικοι αναντίλεκτα το είχαν κατά νουν όταν προσέρχονταν στην σύμβαση ως αναγκαίο προς εκτέλεση των συμφωνηθέντων (βλ. Ludwing Bauer v Διογένης Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Κυπριακή Δημοκρατία ν Αντωνία Τάκη Μουξουρη κ. α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 134, Αγησίλαου Τσιαλή ν Δώρας Κ. Χατζηανδρέου (Τσιαλή)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1250 και Ergo Constructions Ltd v Tanielo Holding Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 539). Ο Εναγόμενος, δεν είχε το δικαίωμα να τερματίσει, ως έπραξε, την σύμβαση, με ισχύ από την 21/10/2008 (βλ. Τεκμήριο ΤΚ13), επειδή η Ενάγουσα δεν είχε συμμορφωθεί με τις προαναφερόμενες αδικαιολόγητες και εκτός της σύμβασης απαιτήσεις του. Η δε ενέργεια του να απαγορεύσει στην Ενάγουσα την είσοδο στην πολυκατοικία, θέτοντας της ως όρο την εξασφάλιση της συγκατάθεσης του, που ως έχει προαναφερθεί, εξαρτάτο από αδικαιολόγητες απαιτήσεις που δεν καλύπτονταν από την σύμβαση, συνιστά παράβαση από πλευράς του, ουσιώδους όρου της σύμβασης του με την Ενάγουσα (βλ. Κώστας Γρηγοριάδη ν Κούλλης Μαραθοβουνιώτης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 779 και Ludwing Bauer v Διογένης Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325). Εντούτοις, η Ενάγουσα, αφής στιγμής δεν επέμεινε, αν και ήταν αρχικά πρόθυμη, έτοιμη και ικανή για να το πράξει, σε περαιτέρω εκτέλεση της σύμβασης, βρίσκω ότι αποδέχθηκε το τερματισμό της (βλ. Vitol SA v Norelf Ltd, The Santa Clara [1996] AC 800), δεν είχε υποχρέωση περαιτέρω εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της κάτω από αυτήν (βλ. Κωστάκης Αναστασίου ν Southfields Industries Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1766, Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών
(1996)1 Α.Α.Δ. 1261 και Μιχαήλ Μουρτζινος ν Του Πλοίου «Galaxias» κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 80) και δικαιούται να αποζημιωθεί για την ζημιά της που προέκυψε από την παράβαση της (βλ. Telephone Rentals Plc v Burger Salmon & Company [1987] CCLR 419 ανωτέρω). Η δε ανταπαίτησης του Εναγομένου, δεν μπορεί να επιτύχει, εφόσον κρίνεται αποκλειστικά υπεύθυνος για θεμελιώδη παράβαση της σύμβασης και ακολουθεί διαταγή απόρριψης της (βλ. Mindoras Estates Ltd v Απόστολου Ποταμού
(2012)1 Α.Α.Δ. 1729 και Κίκης Κυριάκου ν Μαρίας Φιλή
(2004)1 Α.Α.Δ. 1811). Ας σημειωθεί εδώ, ότι, έχοντας κρίνει αναξιόπιστη την μαρτυρία του Εναγομένου και απορρίψει αυτήν στο σύνολο της, δεν θα μπορούσε να επιτύχει η απαίτηση του εναντίον της Ενάγουσας για ποσά που ισχυρίστηκε ότι άδικα της κατέβαλε. 42. Στην προκείμενη περίπτωση, η Ενάγουσα, δεν αξιώνει τίποτα περισσότερο από την αξία της εργασίας που εκτέλεσε σύμφωνα με την σύμβαση (βλ. Χαράλαμπος Χαραλάμπους ν Decostone Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 747, Εταιρεία Πέππης Λτδ ν Andreas Demetriades Consulting Services Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 100 και Αχιλλέας Σταύρου ν G Roditis & Partners
(2008)1 Α.Α.Δ. 477). Δηλαδή, δεν αξιώνει, αν και θα μπορούσε, αποζημιώσεις για το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής (βλ. Manda Navigation Co Ltd v Του πλοίου «Veerhaven»
(1999)1 Α.Α.Δ. 1246, Telephone Rentals Plc v Burger Salmon & Company [1987] CCLR 419 ανωτέρω και Acre 1127 Limited ν De Montfort Fine Art Limited [2011] EWCA Civ 87). Όπως προαναφέρθηκε, από την αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει, ότι, οι συμβατικές υποχρεώσεις της Ενάγουσας ήταν διαιρετές, από την άποψη, ότι, η επίδικη σύμβασης, έδιδε στην Ενάγουσα το δικαίωμα τμηματικής πληρωμής για κάθε ένα από τα δύο στάδια εκτέλεσης της συνολικής εργασίας που προαναφέρθηκαν. Συνεπώς, η Ενάγουσα, δικαιούται, για το μέρος του συμβατικού τιμήματος των €14.000, πλέον Φ. Π. Α. που αφορούσε την εκτέλεση της εργασίας που αφορούσε την Σωλήνωση, να το ανακτήσει ως χρέος από την Ενάγουσα, από την στιγμή που εκτέλεσε την εργασία, αφαιρουμένου του ποσού της προκαταβολής που πληρώθηκε από τον Εναγόμενο των €5.000. Δηλαδή, €9.000, πλέον 15% Φ. Π. Α. ([3]). Από την αποδεκτή μαρτυρία, δεν έχει αποδειχθεί, γιατί η Ενάγουσα, για την εργασία που αφορούσε μόνο την Σωλήνωση, που σύμφωνα με την σύμβαση δικαιούτο το 70% του συνόλου της αξίας της σύμβασης (βλ. Τεκμήριο ΤΚ23), διεκδικεί, αντί το προαναφερόμενο ποσό, το ποσό των €9.565, 22, πλέον 15% Φ. Π. Α. και για αυτό τον λόγο, το εν λόγο επιπρόσθετο ποσό των €565,22 δεν της επιδικάζεται. Περαιτέρω, η Ενάγουσα, δικαιούται επιστροφή του ποσού των €5.000, το οποίο ο Εναγόμενος το πληρώθηκε αδίκως από την τραπεζιτική εγγυητική επιστολή, Τεκμήριο ΤΚ3, που κατ' εντολήν της είχε εκδοθεί προς όφελος του, υποκείμενη της οποίας ήταν η προαναφερόμενη σύμβασης, της οποίας η Ενάγουσα δεν έχει κριθεί υπόλογη παράβασης. Η τραπεζιτική εγγυητική επιστολή, Τεκμήριο ΤΚ3, εδόθη υπό τον όρο ότι δεν θα υποβαλλόταν από πλευράς Εναγομένου, απαίτηση για την είσπραξη της, εκτός αν η Ενάγουσα αρνιόταν να εκπληρώσει ή δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της κάτω από την σύμβαση στην οποία οι διάδικοι είχαν προσέλθει. Στην προκείμενη περίπτωση, εκρίθη, ότι, υπαίτιος παράβασης της σύμβασης, ήταν ο Εναγόμενος, ο οποίος, μετά την παράβαση της και τον παράνομο τερματισμό της, δεν μπορούσε να απαιτήσει την πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού των €5.000 (βλ. Γεώργιος Χρυσοστόμου & Υιός Λτδ ν Long Life Construction Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1944 και Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν S. G. Massif Wooden Doors & Windows Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 794, κατ' αναλογία). Κατάληξη
- Η Ανταπαίτηση του Εναγομένου αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
- Η Αγωγή της Ενάγουσας επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται υπέρ της και εναντίον του Εναγομένου απόφαση για το ποσό των €15.350, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημερομηνία καταχώρησης αυτής της Αγωγής την 22/11/2011 μέχρι εξόφλησης.
- Υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου επιδικάζονται και τα έξοδα αυτής της Αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ. Π. Α. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στην περίπτωση όπου η αντιπαροχή δεν έχει ποσοτικά καθοριστεί, τότε η αγωγή αποσκοπεί στην ανάκτηση ενός λογικού ποσού (quantum meruit, σε ότι αφορά υπηρεσίες και quantum valebat, σε ότι αφορά αγαθά). [2] Στην απόφαση του οποίου είχε αναφερθεί το εξής: «A choice, however resolute, which gains no expression outside the bosom of the chooser cannot be clear and unequivocal in the sense that the law requires. Silence and inaction, being in the generality of cases equally consistent with an affirmation of the contract, cannot constitute an acceptance of a repudiation.». Βλ. Vitol SA v Norelf Ltd, The Santa Clara [1996] QB 108,
- [3] Ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, βλ. Τεκμήριο ΤΚ
- [i] Βλ. Colley v Overseas Exporters [1921] 3 KB 302 και Telephone Rentals Plc v Burger Salmon & Company [1987] CCLR
- [ii] Βλ. Cutter v Powell
(1795)[1795] EWHC KB J
- [iii] Βλ. H. Dakin & Co Ltd v Lee [1916] 1 KB 566, Hoenig v Isaacs [1952] 2 AllER 176 και Bolton v Mahadeva [1972] 2 AllER
- [iv] Βλ. Sumpter v Hedges [1898] 1 QB
- [v] Βλ. Forman & Co Pty v Liddesdale [1900] AC
- [vi] Βλ. περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1228 και
- [vii] Σε ότι αφορά την έγερση κωλύματος στην αξίωση για εκτέλεση σύμβασης σύμφωνα με τους αρχικούς της όρους όταν ένα μέρος σε αυτή, με τη συμπεριφορά του, δείχνει ότι δεν επιμένει σε εκτέλεση του συμβολαίου όπως ορίζουν οι αρχικοί του όροι, βλέπε την υπόθεση Cybarco Ltd v Gillian Guest κ. α
(2010)1 Α.Α.Δ. 2071. [viii] Βλ. Harrow Trading Ltd κ. α. ν ADM Investor Services International Ltd
(2004)1Α Α.Α.Δ. 161, Lombard Natwest Ltd v Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465. [ix] Βλ. Χριστίνα Κυριάκου ν Μάρθας Ανδρέα Χρυσοστόμου
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 2029, Κώστας Καταφυγιώτης κ. α. ν Χρυσόστομου Χρυσοστομή
(1997)1 Α.Α.Δ .1746 και Papa Paulo Ioannou v Mollah Hasni Hassan (V3) 1 C.L.R.
- [x] Βλ. Hadley v Baxendale [1854] 9 Ex.
- [xi] Βλ. County Council of Surrey a. a. v Bredero Homes Ltd [1993] EWCA Civ
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο