← Κύπρος

M.A HOUSE OF COTTON LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3226/2011, 29/8/2017

M.A HOUSE OF COTTON LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3226/2011, 29/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3226/2011 Μεταξύ: M.A HOUSE OF COTTON LTD Ενάγουσας - και - ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 29/08/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Αντώνης Α. Παπαλλής για την Αντώνης Α. Παπαλλής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Εναγόμενο: κα Δήμητρα Παπαστεφάνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της Ενάγουσας

  1. Η Ενάγουσα, με την Αγωγή της αυτή, αξιώνει από την Δημοκρατία αποζημιώσεις ύψους €54.362,50, στη βάση ισχυριζόμενης παράνομης κατακράτησης και/ή κατάσχεσης εμπορευμάτων της από αντιπροσώπους της, ή εναλλακτικά, στη βάση του ότι η Ενάγουσα υπέστη ζημιές λόγω αμελούς και/ή λανθασμένου χειρισμού που έτυχαν τα εμπορεύματα της από αντιπροσώπους της Δημοκρατίας. Η υπόθεση των διαδίκων
  2. Προς υποστήριξη της προαναφερόμενης αξίωσης της, η Ενάγουσα, υποστήριξε στο Δικαστήριο την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Η Ενάγουσα, είναι εταιρεία με έδρα της την Λάρνακα, όπου διατηρεί και εμπορικό κατάστημα, στους σκοπούς της οποίας είναι η εμπορία διαφόρων αγαθών, κατά βάση υφασμάτων, τα οποία εισαγάγει κυρίως από την Αραβική Δημοκρατία της Αιγύπτου. ii. Την 15/04/2010, το Τμήμα Τελωνείων της Δημοκρατίας, κατόπιν ελέγχου που διεξήγαγε σε υποστατικά της Ενάγουσας, απέσπασε από την Ενάγουσα και κατακράτησε, μεγάλο μέρος εμπορευμάτων που η Ενάγουσα είχε εισαγάγει, με σκοπό την διερεύνηση εάν αυτά παραβίαζαν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, της αποσπάσθηκαν από το Τμήμα Τελωνείων της Δημοκρατίας και κατακρατήθηκαν, 54 νάιλον σακούλες και 95 χάρτινα κιβώτια που περιείχαν εμπορεύματα της, που κατά τους ισχυρισμούς λειτουργών του Τμήματος Τελωνείων, περιείχαν εμπορεύματα που έφεραν τα εμπορικά σήματα: Ben Ten, Tweety, Taz, Scooby Doo, Strawberry, Forever Friends, Cars, Pirates of the Caribbean, Mickey & Minnie, Snow White, Nemo, Princess, Winnie the Pooh, Hannah Montana, Dora και Bob the Sponge. Παρόμοια εμπορεύματα, η Ενάγουσα, είχε εισαγάγει αρκετές φορές και στο παρελθόν και τα οποία είχαν ελεγχθεί από το Τμήμα Τελωνείων χωρίς να προκύψει ζήτημα παραβίασης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. iii. Την 05/05/2010, η Ενάγουσα, δια των δικηγόρων της, με επιστολή της, ζήτησε όπως πληροφορηθεί από το Τμήμα Τελωνείων για το πόρισμα από τη διερεύνηση του. iv. Την 19/05/2010, το Τμήμα Τελωνείων απάντησε στους δικηγόρους της Ενάγουσας, πληροφορώντας την Ενάγουσα ότι τα εμπορεύματα που της είχαν αποσπαστεί και κατακρατηθεί και τα οποία έφεραν τα προαναφερόμενα εμπορικά σήματα: Ben Ten, Tweety, Taz, Scooby Doo, Strawberry, Forever Friends, Cars, Pirates of the Caribbean, Mickey & Minnie, Snow White, Nemo, Princess, Winnie the Pooh, Hannah Montana, Dora και Bob the Sponge, παραβίαζαν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, όπως αυτά ορίζονται από τον περί Ελέγχου της Διακίνησης Εμπορευμάτων που Παραβιάζουν Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας Νόμο του 2006, Νόμος 133(I)/2006, βάση των Άρθρων 10, 11 και 12 αυτού. Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα, πληροφορείτο ότι, τα εν λόγω εμπορεύματα, θα κατάσχονταν από το Τμήμα Τελωνείων ως υποκείμενα εις δήμευση, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 103 και 104 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, Νόμος 94(I)/
  3. Περαιτέρω, η Ενάγουσα, πληροφορείτο ότι, τα εμπορεύματα που της είχαν αποσπαστεί και κατακρατηθεί και τα οποία έφεραν τα εμπορικά σήματα: Spiderman, Always Friends και Barbie, θα της αποδεσμεύονταν. v. Την 24/05/2010, μέσω των δικηγόρων της, η Ενάγουσα, αμφισβήτησε την απόφαση του Τμήματος Τελωνείων να δημεύσει τα εμπορεύματα της, υποβάλλοντας εγγράφως την αμφισβήτηση της και την θέση της ότι το Τμήμα Τελωνείων όφειλε να της τα αποδεσμεύσει. Σημειώνοντας και το γεγονός, ότι, τα εμπορεύματα αυτά, ήταν των ιδίων χαρακτηριστικών με άλλα που είχε προγενέστερα εισαγάγει και εκτελωνίσει κατόπιν σχετικού ελέγχου του Τμήματος Τελωνείων, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Ως λόγοι αμφισβήτησης της απόφασης του Τμήματος Τελωνείων από πλευράς Ενάγουσας, προβλήθηκαν οι εξής:

(1)Δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προνοιών των Άρθρων 103 και 104 του Νόμου 94(I)/2004, αφής στιγμής η Ενάγουσα αμφισβητούσε ότι τα εν λόγω εμπορεύματα παραβίαζαν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και δεν είχε αποδειχθεί και/ή δεν είχε αρχίσει ακόμη διαδικασία διακρίβωσης της ισχυριζόμενης παράβασης.
(2)Βάση των προνοιών του Άρθρου 1[1((α) και (β))] του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1383/2003 του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2003 για την παρέμβαση των τελωνειακών αρχών έναντι εμπορευμάτων που είναι ύποπτα ότι παραβιάζουν ορισμένα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και για τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται έναντι των εμπορευμάτων που διαπιστώνεται ότι παραβιάζουν παρόμοια δικαιώματα, ο εν λόγω ΕΚ 1383/2003 δεν ετύγχανε εφαρμογής σε ότι αφορούσε τα κατακρατημένα και/ή κατασχεθέντα εμπορεύματα.
(3)Αν αποφασιζόταν ότι ο εν λόγω ΕΚ 1383/2003 ετύγχανε εφαρμογής, δεν είχαν τηρηθεί οι προθεσμίες που προνοούνται από το Άρθρο 13 του εν λόγω ΕΚ 1383/2003, και/ή δεν ενημερώθηκε το Τμήμα Τελωνείων εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, ότι είχε κινηθεί διαδικασία με στόχο να προσδιοριζόταν κατά πόσο υπήρξε παραβίαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ή δεν είχε λάβει την σύμφωνη γνώμη του δικαιούχου που προβλέπεται στο Άρθρο 11
(1)του εν λόγω ΕΚ 1383/2003 και/ή δεν είχε εξασφαλιστεί σχετικό συντηρητικό διάταγμα βάση του Άρθρου 14 του εν λόγω ΕΚ 1383/2003.
(4)Δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Νόμου 133(I)/2006, καθότι, i. δεν είχε γίνει αίτηση παρέμβασης συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 4 του Νόμου 133(I)/2006, και εάν είχε γίνει αίτηση παρέμβασης, αυτή δεν είχε γίνει από κάτοχο δικαιώματος ως ορίζει ο Νόμος 133(I)/2006, ii. δεν είχε αποδειχθεί στο Τμήμα Τελωνείων ότι ο αιτητής είχε προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο, ή ότι είχε εξασφαλίσει την έκδοση συντηρητικού διατάγματος από το Δικαστήριο, για να προσδιοριζόταν κατά πόσο υπήρξε παραβίασης δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας. vi. Η προαναφερόμενη έγγραφη αμφισβήτηση της Ενάγουσας, απαντήθηκε από το Τμήμα Τελωνείων την 11/06/2010, με επιστολή που εστάλη στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Σύμφωνα με αυτήν, τα εμπορεύματα που της είχαν αποσπαστεί και κατακρατηθεί από το Τμήμα Τελωνείων και τα οποία έφεραν τα προαναφερόμενα εμπορικά σήματα: Ben Ten, Tweety, Taz, Scooby Doo, Strawberry, Forever Friends, Cars, Pirates of the Caribbean, Mickey & Minnie, Snow White, Nemo, Princess, Winnie the Pooh, Hannah Montana, Dora και Bob the Sponge, θα κατάσχονταν από το Τμήμα Τελωνείων, ως υποκείμενα σε δήμευση, σύμφωνα με τις πρόνοιες των προαναφερόμενων Άρθρων 103 και 104 του Νόμου 94(I)/2004 και περαιτέρω, ότι, θα ενεργοποιείτο η προβλεπόμενη στο Παράρτημα του Νόμου 94(I)/2004 διαδικασία, για να διακηρυχτεί δικαστικά η δήμευσης τους. vii. Μετά παρέλευση 7 περίπου μηνών από την λήψη της προαναφερόμενης πληροφόρησης από την Ενάγουσα, την 28/02/2011, μέσω των δικηγόρων της, η Ενάγουσα, με επιστολή της προς το Τμήμα Τελωνείων, σημείωσε ότι δεν είχε μέχρι τότε ενεργοποιηθεί η διαδικασία διακήρυξης της δήμευσης των εμπορευμάτων από το Δικαστήριο, ότι είχε παρέλθει σημαντικός χρόνος από την κατακράτηση τους, ότι ο χρόνος που είχε παρέλθει ήταν πέραν του ευλόγως αποδεχτού για την ενεργοποίηση της εν λόγω διαδικασίας και κάλεσε το Τμήμα Τελωνείων να της αποδεσμεύσει τα εμπορεύματα. viii. Την 29/03/2011, το Τμήμα Τελωνείων, απάντησε στην προαναφερόμενη επιστολή της Ενάγουσας, με επιστολή που απέστειλε στους δικηγόρους της, αναφέροντας ότι, με το πέρας της διαδικασίας διερεύνησης της υπόθεσης, θα προχωρούσε με την διαδικασία διακήρυξης της δήμευσης των εμπορευμάτων από το Δικαστήριο, που έφεραν τα εμπορικά σήματα: Strawberry, Forever Friends, Cars, Pirates of the Caribbean, Mickey & Minnie, Snow White, Nemo, Princess, Winnie the Pooh, Hannah Montana, Dora και Bob the Sponge, και ότι, σε ότι αφορούσε τα εμπορεύματα που έφεραν τα εμπορικά σήματα: Ben Ten, Tweety, Taz και Scooby Doo, αυτά θα αποδεσμεύονταν και θα της επιστρέφονταν. ix. Πέρασαν 5 μήνες από την προαναφερόμενη τοποθέτηση του Τμήματος Τελωνείων, όταν η Ενάγουσα και πάλι μέσω των δικηγόρων της, με επιστολή των τελευταίων προς το Τμήμα Τελωνείων ημερομηνίας 29/08/2011, σημείωσε ότι δεν είχε μέχρι και τότε ενεργοποιηθεί η διαδικασία διακήρυξης της δήμευσης των εμπορευμάτων από το Δικαστήριο και, ότι, σε ότι αφορούσε τα εμπορεύματα που είχε κληθεί να παραλάβει, επιφύλασσε πλήρως τα δικαιώματα της, επειδή, μετά που αυτά είχαν αποδεσμευτεί, είχε διαπιστωθεί ότι αυτά ήταν πλήρως κατεστραμμένα και/ή μη εμπορεύσιμα. Σημείωνε, περαιτέρω, ότι, θα προχωρούσε με την λήψη δικαστικών μέτρων ώστε να αποζημιωθεί από την Δημοκρατία για ολόκληρη τη ζημιά που υπέστη λόγω των λανθασμένων ενεργειών του Τμήματος Τελωνείων και εισηγείτο όπως, προς αποφυγή τούτου, τα μέρη προσέρχονταν σε εξώδικη διευθέτηση. x. Η απάντηση του Τμήματος Τελωνείων, στην προαναφερόμενη τοποθέτηση της Ενάγουσας, εδόθη προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας, την 26/09/2011, σύμφωνα με την οποία, το Τμήμα Τελωνείων είχε ήδη διαβιβάσει τα όσα αφορούσαν την υπόθεση αυτή στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με σκοπό να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη στο Παράρτημα του Νόμου 94(I)/2004 διαδικασία, για να διακηρυχτεί δικαστικά η δήμευσης τους. Επιπλέον, ανέφεραν στην Ενάγουσα ότι περίμεναν να τους αποστείλει κατάσταση με τα εμπορεύματα που κατ' ισχυρισμό της Ενάγουσας είχαν υποστεί φθορά ώστε να εξεταζόταν ο εν λόγω ισχυρισμός της και αίτημα για εξώδικο διακανονισμό. xi. Ακολούθησε νέα επιστολή του Τμήματος Τελωνείων προς την Ενάγουσα, ημερομηνίας 11/10/2011 και θέμα «Δηλοποίηση Κατάσχεσης», δια της οποίας, η Ενάγουσα, ενημερωνόταν, ότι, 3227 τεμάχια από τα εμπορεύματα που της είχαν αποσπαστεί και κατακρατηθεί από το Τμήμα Τελωνείων με τα τελωνιακά έντυπα υπ' αρ. Τελ. 71Α, Β054487 και Β054488, παραβίαζαν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας βάση των διατάξεων των Άρθρων 10 και 12 του Νόμου 133(I)/2006 και ως εκ τούτου, κατάσχονταν ως υποκείμενα σε δήμευση σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 103 και 104 του Νόμου 94(I)/2004. xii. Η τοποθέτησης αυτή του Τμήματος Τελωνείων, δεν έγινε αποδεκτή από την Εναγομένη, η οποία, μέσω των δικηγόρων της, την 19/10/2011 απέστειλε επιστολή προς το Τμήμα Τελωνείων, σημειώνοντας ότι, το Τμήμα Τελωνείων, είχε από 19/05/2010 αποφασίσει την ενεργοποίηση της διαδικασίας για να διακηρυχτεί δικαστικά η δήμευσης των εμπορευμάτων της και ότι, ακολούθως αυτού του γεγονότος, υπήρξε η έγγραφος αμφισβήτησης από πλευράς της με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 24/04/2010. Επιπλέον, αναφορά από πλευράς της Ενάγουσας, έγινε και στην επιστολή του Τμήματος Τελωνείων ημερομηνίας 11/06/2010, δια της οποίας το Τμήμα Τελωνείων έκανε λόγο για ενεργοποίηση της προβλεπόμενης στο Παράρτημα του Νόμου 94(I)/2004 διαδικασίας για να διακηρυχτεί δικαστικά η δήμευσης των εμπορευμάτων της, κάτι, που, ως σημείωσε η Ενάγουσα στην εν λόγω επιστολή της, δεν έγινε από πλευράς του Τμήματος Τελωνείων, με αποτέλεσμα, η Ενάγουσα, δεδομένων των επιστολών των δικηγόρων της ημερομηνίας 28/02/2011 και 29/08/2011, να θεωρούσε ότι το δικαίωμα που ο Νόμος 94(I)/2004 παρέχει στο Τμήμα Τελωνείων, είχε, από πλευράς του, εγκαταλειφτεί. Τέλος, θέση της Ενάγουσας, που εκφράστηκε στην εν λόγω επιστολή της, ήταν ότι το Τμήμα Τελωνείων, με την προαναφερόμενη επιστολή του ημερομηνίας 11/10/2011, κατά τρόπο απαράδεκτο, επιχειρούσε να θεραπεύσει την για 18 μήνες αδράνεια του να ενεργήσει προς ενεργοποίηση της διαδικασίας για να διακηρυχτεί δικαστικά η δήμευσης των εμπορευμάτων της, και ότι, ως εκ τούτου, κωλυόταν από του να το πράξει. xiii. Τα εμπορεύματα, που είχαν αποσπαστεί από την Ενάγουσα και παράνομα κατακρατηθεί από το Τμήμα Τελωνείων για 18 και πλέον μήνες, ένεκα της εν λόγω καθυστέρησης, σε συνδυασμό με την φύση των εμπορευμάτων και τον τρόπο φύλαξης τους από το Τμήμα Τελωνείων, αχρηστεύτηκαν και είναι μη εμπορεύσιμα. Η Ενάγουσα, από την πώληση των εμπορευμάτων αυτών που καταστράφηκαν ή που δεν είναι πλέον εμπορεύσιμα, θα ελάμβανε €54.362,50 και ως εκ τούτου, ζημίωσε με το εν λόγω ποσό ένεκα των ενεργειών του Τμήματος Τελωνείων. xiv. Σε κάθε περίπτωση, θέση της Ενάγουσας, είναι, ότι, υπέστη την προαναφερόμενη ζημιά, ως αποτέλεσμα των πράξεων ή παραλείψεων αμέλειας του Τμήματος Τελωνείων και παράβασης των νομίμων καθηκόντων του, εξ υπαρχής και κατά την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν αυτή την υπόθεση, ή ένεκα των παραστάσεων ή/και συμπεριφοράς των λειτουργών του προς την Ενάγουσα σε ότι αφορούσε προηγούμενες εισαγωγές εμπορευμάτων από πλευράς της, που αν και ελέγχονταν από το Τμήμα Τελωνείων, εκτελωνίζονταν χωρίς την οποιαδήποτε παρατήρηση. Συγκεκριμένα, κατά την Ενάγουσα, το Τμήμα Τελωνείων, αμελώς και/ή κατά παράβαση των καθηκόντων που του εναποθέτει ο νόμος:
(1)Παρέστησε και/ή άφησε να νοηθεί στην Ενάγουσα, ότι νόμιμα εισήγαγε τα εμπορεύματα που είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά.
(2)Γενικά, με την συμπεριφορά του, το Τμήμα Τελωνείων επέτρεψε και/ή δεν εμπόδισε την Ενάγουσα από του να εισαγάγει στο παρελθόν παρόμοια και/ή πανομοιότυπα εμπορεύματα, ως αποτέλεσμα της οποίας ήταν η Ενάγουσα να συνεχίσει με την εισαγωγή τους.
(3)Λειτουργοί του Τμήματος Τελωνείων επισκέπτονταν το κατάστημα της Ενάγουσας και αγόραζαν από την Ενάγουσα παρόμοια και/ή πανομοιότυπα εμπορεύματα, πιστοποιώντας έτσι, και/ή επιβεβαιώνοντας με την εν λόγω συμπεριφορά τους, την νομιμότητα των εισαγωγών της Ενάγουσας.
(4)Ενεργώντας αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων τους, έδωσαν στην Ενάγουσα την λανθασμένη εντύπωση για το πώς έπρεπε να δράσει και/ή να συμπεριφερθεί επιχειρηματικά.
  1. Προς υπεράσπιση της, η Δημοκρατία, υποστήριξε στο Δικαστήριο, την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Παραδέχεται ότι την 15/04/2010 το Τμήμα Τελωνείων διενήργησε έρευνα στα υποστατικά της Ενάγουσας με σκοπό την διερεύνηση κατά πόσο εμπορεύματα της παραβίαζαν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Εντούτοις, διαφωνεί με πλείστους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης. ii. Στο πλαίσιο της έρευνας του Τμήματος Τελωνείων που πραγματοποιήθηκε κατά την εν λόγω ημερομηνία στο κατάστημα της Ενάγουσας, αλλά και σε αποθήκη της Ενάγουσας, στη Λάρνακα, εντοπίστηκαν και κατακρατήθηκαν, ορθά και νόμιμα, και ειδικότερα, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 103 και 104 του Νόμου 94(I)/2004, με τα έντυπα Τελ. 71Α αρ. Β054487 και Τελ. 71Α αρ. Β054488, συνολικά 4167 τεμάχια και σετ προίκας, που έφεραν διάφορα εμπορικά σήματα, για τα οποία δημιουργήθηκε η υποψία ότι παραβίαζαν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, βάση του Νόμου 133(I)/
  2. iii. Ακολούθως, το Τμήμα Τελωνείων, απέστειλε δείγματα από τα κατακρατημένα εμπορεύματα, στους αντιπροσώπους των κατόχων τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, για να τοποθετηθούν σχετικά με την αυθεντικότητα των εμπορευμάτων και εάν υπήρξε σχετική παράβασης. Καταφατική απάντηση, εδόθη προς το Τμήμα Τελωνείων, από τους αντιπροσώπους των εταιρειών Disney Enterprises Inc., American Greeting (εμπορικό σήμα Strawberry Shortcake), Vicom και Hallmark Cards Plc (Incorporated), οι οποίες δήλωσαν ότι θα υποστήριζαν με μαρτυρία ενδεχόμενη υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου. Σε ότι αφορούσε μέρος των εμπορευμάτων, σε σχέση με το οποίο οι εν λόγω εταιρείες δεν μπορούσαν να επιβεβαιώσουν ότι επρόκειτο όντως για απομίμηση των δικαιωμάτων τους διανοητικής ιδιοκτησίας, μέσω των αντιπροσώπων τους, δήλωσαν ότι δεν είχαν ένσταση αυτό να αποδεσμευτεί στην Ενάγουσα. Ως αποτέλεσμα αυτών των τοποθετήσεων, την 06/05/2011 και 17/06/2011, λειτουργός του Τμήματος Τελωνείων, παρέδωσε προς την κα Μαρία Αγγελίδου, διευθύντρια της Ενάγουσας, τα εμπορεύματα σε σχέση με τα οποία δεν υπήρχε ένστασης να αποδεσμευτούν. Παρέμειναν, ως εκ τούτου, στην κατοχή και φύλαξη του Τμήματος Τελωνείων, 3227 τεμάχια εμπορεύματος που είχε κατακρατηθεί και/ή κατασχεθεί από το Τμήμα Τελωνείων, επειδή παραβίαζαν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. iv. Η Δημοκρατία, παραδέχεται, ότι, το Τμήμα Τελωνείων, απέσπασε από την Ενάγουσα και της κατακράτησε 54 νάιλον σακούλες και 95 χάρτινα κιβώτια που περιείχαν εμπορεύματα της, που κατά τους ισχυρισμούς των λειτουργών του, περιείχαν εμπορεύματα που έφεραν τα εμπορικά σήματα: Ben Ten, Tweety, Taz, Scooby Doo, Strawberry, Forever Friends, Cars, Pirates of the Caribbean, Mickey & Minnie, Snow White, Nemo, Princess, Winnie the Pooh, Hannah Montana, Dora και Bob the Sponge. Σημειώνοντας εν προκειμένω, ότι, οι 28 από τις 54 νάιλον σακούλες, κατακρατήθηκαν από το Τμήμα Τελωνείων από έρευνα του που έγινε στο κατάστημα της Ενάγουσας στην Λάρνακα και ότι, οι υπόλοιπες 26, από έρευνα του που έγινε στην αποθήκη της Ενάγουσας στην Λάρνακα. v. Αρνείται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, ότι, παρόμοια εμπορεύματα, η Ενάγουσα τα είχε εισαγάγει αρκετές φορές και στο παρελθόν και ότι αυτά είχαν ελεγχθεί από το Τμήμα Τελωνείων χωρίς να προκύψει ζήτημα παραβίασης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι η θέσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ότι, το αξιόποινο της πράξεως της Ενάγουσας, δεν αίρεται ή ελαφρύνεται από το γεγονός προηγούμενων ενεργειών του Τμήματος Τελωνείων. Θέσης της Δημοκρατίας, είναι, ότι, η κατακράτησης των εμπορευμάτων της Ενάγουσας, έγινε σύννομα και νομότυπα. vi. Η Δημοκρατία αγνοεί και για αυτό τον λόγο δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, ότι, την 05/05/2010, η Ενάγουσα, δια των δικηγόρων της, με επιστολή της, ζήτησε όπως πληροφορηθεί από το Τμήμα Τελωνείων για το πόρισμα από τη διερεύνηση του. Παραδέχεται, ότι, το Τμήμα Τελωνείων απέστειλε προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας επιστολή ημερομηνίας 19/05/
  3. Όπως επίσης παραδέχεται, ότι, έλαβε επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 24/05/
  4. Εντούτοις, θέσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας είναι ότι, η δήμευσης των εμπορευμάτων, έγινε μετά την 24/05/
  5. Την 24/05/2010, που η Ενάγουσα αμφισβητούσε την δήμευση των εμπορευμάτων, τα εμπορεύματα τελούσαν ακόμη υπό καθεστώς κατακράτησης και όχι υπό καθεστώς κατάσχεσης και/ή δήμευσης. Η Δημοκρατία, παραδέχεται περαιτέρω, ότι, το Τμήμα Τελωνείων, απέστειλε προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας επιστολή ημερομηνίας 11/06/
  6. Σε ότι αφορά την ισχυριζόμενη από πλευράς της Ενάγουσας, αποστολή προς το Τμήμα Τελωνείων από τους δικηγόρους της, της επιστολής ημερομηνίας 28/02/2011, την αγνοεί και για αυτό τον λόγο δεν την παραδέχεται. Σε κάθε περίπτωση, αρνείται ότι εγκατέλειψε την προσπάθεια ενεργοποίησης της διαδικασίας για να διακηρυχτεί δικαστικά η δήμευσης των εμπορευμάτων που είχαν κατακρατηθεί από την Ενάγουσα. Αγνοεί επίσης και την επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 29/03/
  7. vii. Την 20/07/2011, πραγματοποιήθηκε συνάντηση στο Αρχιτελωνείο, αρμόδιων λειτουργών του Τμήματος Τελωνείων με διευθυντικά στελέχη της Ενάγουσας. Είχε τότε αναφερθεί από πλευράς Ενάγουσας, ότι, μέρος των εμπορευμάτων που της είχαν αποδεσμευθεί και τα οποία παρέλαβε, είχαν φθαρεί. Από πλευράς του Τμήματος Τελωνείων, είχε τότε ζητηθεί από την Ενάγουσα, έγγραφη κατάστασης των εμπορευμάτων αυτών, που κατά τους ισχυρισμούς της είχαν φθαρεί. Η Ενάγουσα δεσμεύτηκε όπως το πράξει. Εντούτοις, δεν το έπραξε και κανένα σχετικό στοιχείο δεν παρουσίασε προς το Τμήμα Τελωνείων. Είναι, ως εκ τούτου, η θέσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ότι, λόγω αυτής της συμπεριφοράς της, η Ενάγουσα, εμποδίζεται από του να υποβάλλει την οποιαδήποτε σχετική απαίτηση εναντίον της Δημοκρατίας. viii. Η Δημοκρατία, αποδέχεται ότι εστάλη από πλευράς της Ενάγουσας, προς το Τμήμα Τελωνείων, η επιστολή ημερομηνίας 29/08/
  8. Επίσης, αποδέχεται, ότι, το Τμήμα Τελωνείων, απέστειλε στην Ενάγουσα επιστολή που φέρει ημερομηνία 26/09/
  9. Με αυτήν, σημειώνει, καλούσε εκ νέου την Ενάγουσα να της προσκομίσει κατάσταση για την αξία των εμπορευμάτων που κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας είχαν φθαρεί. Περαιτέρω, η Δημοκρατία, αποδέχεται την ύπαρξη και ανταλλαγή μεταξύ Τμήματος Τελωνείων και Ενάγουσας, επιστολών που φέρουν ημερομηνία 11/10/2011 και 19/10/
  10. Συμφωνεί ότι μέχρι και την καταχώρηση της Αγωγής αυτής, δεν είχε καταχωρηθεί διαδικασία στο Δικαστήριο για να διακηρυχτεί δικαστικά η δήμευσης των εμπορευμάτων της Ενάγουσας. Πρόθεσης όμως της Δημοκρατίας, είναι, όπως, πολύ σύντομα, καταχωρηθεί σχετική διαδικασία στο Δικαστήριο. ix. Η Δημοκρατία, αρνείται ότι τα εμπορεύματα που είχαν αποσπαστεί από την Ενάγουσα είχαν παράνομα κατακρατηθεί από το Τμήμα Τελωνείων για 18 και πλέον μήνες, καθώς επίσης αρνείται και τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι, ένεκα της εν λόγω ισχυριζόμενης καθυστέρησης, σε συνδυασμό με την φύση των εμπορευμάτων και τον τρόπο φύλαξης τους από το Τμήμα Τελωνείων, αυτά αχρηστεύτηκαν ή/και ότι κατέστησαν μη εμπορεύσιμα. Θέσης της είναι ότι το Τμήμα Τελωνείων ορθά και σύννομα κατακράτησε τα εμπορεύματα της Ενάγουσας, από την στιγμή που υπήρχε εύλογη υποψία, η οποία διερευνήθηκε και επιβεβαιώθηκε, ότι τα εν λόγω εμπορεύματα παραβίαζαν ή/και παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή/και τον τελωνιακό κώδικα. x. Η Ενάγουσα, πρόωρα αποτάθηκε στο Δικαστήριο, καθότι, δεν είχε ποτέ πριν από την καταχώρηση αυτής της Αγωγής, ενημερώσει το Τμήμα Τελωνείων για την αξία των ειδών που κατά τον ισχυρισμό της είχαν υποστεί ζημιά. xi. Η Δημοκρατία, αρνείται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, ότι, από την πώληση των εμπορευμάτων που κατά τους ισχυρισμούς της καταστράφηκαν ή που δεν είναι πλέον εμπορεύσιμα, θα ελάμβανε €54.362,50 και ότι, ως εκ τούτου, ζημίωσε με το εν λόγω ποσό ένεκα των ενεργειών του Τμήματος Τελωνείων. Όπως επίσης αρνείται και τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι, αυτή, σε κάθε περίπτωση, υπέστη την προαναφερόμενη ζημιά, ως αποτέλεσμα των ισχυριζόμενων πράξεων ή παραλείψεων αμέλειας του Τμήματος Τελωνείων και παράβασης των νομίμων καθηκόντων του, εξ υπαρχής και κατά την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν αυτή την υπόθεση, ή ένεκα των παραστάσεων ή/και συμπεριφοράς των λειτουργών του προς την Ενάγουσα σε ότι αφορούσε προηγούμενες εισαγωγές εμπορευμάτων από πλευράς της, που αν και ελέγχονταν από το Τμήμα Τελωνείων, εκτελωνίζονταν χωρίς την οποιαδήποτε παρατήρηση. Θέση της Δημοκρατίας, είναι, ότι, το Τμήμα Τελωνείων, από την στιγμή που υπάρχει μαρτυρία ότι η Ενάγουσα παραβίασε ή/και παραβιάζει δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, έδρασε ορθά και σύννομα, στη βάση της εφαρμοστέας νομοθεσίας. Τα εν λόγω εμπορεύματα, νόμιμα κατασχέθηκαν. Μάλιστα, στις περιπτώσεις όπου οι εκπρόσωποι των εταιρειών, στην ιδιοκτησία των οποίων βρίσκονται τα υπό αναφορά εμπορικά σήματα, ενημέρωσαν με επιστολή το Τμήμα Τελωνείων ότι δεν ήταν δυνατόν να επιβεβαιωθεί ότι υπήρχε παραβίασης των δικαιωμάτων των αντιπροσωπευόμενων τους και συνακόλουθα ότι δεν έφεραν ένσταση στην αποδέσμευση των εμπορευμάτων προς την Ενάγουσα, το Τμήμα Τελωνείων επέστρεψε τα εν λόγω εμπορεύματα προς την Ενάγουσα. Συνεπώς, η Ενάγουσα, δεν υπέστη καμία ζημιά συνεπεία παράνομης πράξης ή/και αμελούς συμπεριφοράς λειτουργών της Δημοκρατίας. Ειδικότερα, σε ότι αφορά την θέση της Ενάγουσας ότι, η προηγούμενη δράση του Τμήματος Τελωνείων και οι παραστάσεις και η συμπεριφορά των λειτουργών του προς την Ενάγουσα, ήταν αυτά που σε κάθε περίπτωση προκάλεσαν την ζημιά της, αν και αρνείται τους σχετικούς ισχυρισμούς της, σημειώνει επιπρόσθετα και το ότι, τέτοιες περιστάσεις, δεν αίρουν το αξιόποινο και/ή αξιόμεμπτο της παράνομης συμπεριφοράς της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα, είχε, σε κάθε περίπτωση, υποχρέωση συμμόρφωσης με τον νόμο.
  11. Επί των όσων η Δημοκρατία πρόβαλε προς υπεράσπιση της, η Ενάγουσα, επέμεινε στην εκδοχή της ως προς τα γεγονότα για την απαίτηση της, αρνούμενη γενικά το πραγματικό υπόβαθρο της υπεράσπισης της Δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ειδικά σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς της Δημοκρατίας και τα εξής: i. Αγνοεί και από αυτή την άποψη αρνείται τους ισχυρισμούς της Δημοκρατίας, ότι, ακολούθως της κατακράτησης των εμπορευμάτων της Ενάγουσας από το Τμήμα Τελωνείων, το Τμήμα Τελωνείων απέστειλε δείγματα από τα κατακρατημένα εμπορεύματα στους αντιπροσώπους των κατόχων τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας για να τοποθετηθούν σχετικά με την αυθεντικότητα των εμπορευμάτων και εάν υπήρξε σχετική παράβασης. Όπως επίσης αγνοεί και για τον λόγο αυτό αρνείται, τα όσα αφορούν τον ισχυρισμό της Δημοκρατίας ότι, οι αντιπρόσωποι των εταιρειών Disney Enterprises Inc., American Greeting (εμπορικό σήμα Strawberry Shortcake), Vicom και Hallmark Cards Plc (Incorporated), δήλωσαν ότι όντως υπήρχε σχετική παράβασης. ii. Παραδέχεται, ότι, την 06/05/2011 και 17/06/2011, λειτουργός του Τμήματος Τελωνείων, παρέδωσε προς την κα Μαρία Αγγελίδου, διευθύντρια της, τα εμπορεύματα σε σχέση με τα οποία δεν υπήρχε ένστασης να αποδεσμευτούν. Ισχυρίζεται όμως, επιπροσθέτως, ότι, όσα εμπορεύματα της επιστράφηκαν, ήταν καταστραμμένα και/ή μη εμπορεύσιμα και ότι, το Τμήμα Τελωνείων, είχε ενημερωθεί σχετικά. iii. Αρνείται ότι, η δήμευσης των εμπορευμάτων, χρονικά, έγινε μετά τις 24/05/
  12. Θέση της, είναι ότι δεν έγινε ποτέ δήμευσης, και/ή κανονική και/ή νομότυπη δήμευσης των εμπορευμάτων. Η αμφισβήτηση της δήμευσης και/ή του δικαιώματος δήμευσης και/ή της κατάσχεσης των εμπορευμάτων, έγινε από πλευράς της νομότυπα και έγκαιρα, ώστε, αμέσως μετά, το Τμήμα Τελωνείων θα έπρεπε να ακολουθήσει την διαδικασία που ορίζει ο νόμος για να διακηρυχτεί δικαστικά η δήμευσης των εμπορευμάτων, κάτι που δεν έγινε και δεν μπορεί πλέον να γίνει. Η μαρτυρία και η εκτίμηση της
  13. Η υπόθεση της Ενάγουσας, παρουσιάστηκε μέσα από την μαρτυρία δύο μαρτύρων: της Μαρίας Αγγελίδου (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ1») και του Φειδία Αγγελίδη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2»).
  14. Η υπόθεση της Δημοκρατίας, παρουσιάστηκε μέσα από την μαρτυρία τεσσάρων μαρτύρων: της Ιωάννας Βροντή (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ1»), του Σωτήρη Καϊττάνη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ1»), της Μαίρης Χαραλάμπους Κληριώτου (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ3») και της Ευανθίας Καμένου (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ4»).
  15. Σύμφωνα με την νομολογία, όταν από την μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, προκύπτει, ότι, υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα [[i]], βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται [[ii]]. Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού [[iii]].
  16. Στην προκείμενη περίπτωση, δικογραφικά, οι διάδικοι, σε κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, παρουσίασαν ως προς αυτά, ο κάθε ένας, μία διαφορετική εκδοχή. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η κάθε πλευρά, παρουσίασε την μαρτυρία των προσώπων που έχουν προαναφερθεί. Τα πρόσωπα αυτά, αντεξετάστηκαν από την αντίδικη πλευρά, και, ως προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, κάποιες θέσεις, αντίθετες με την μαρτυρία τους, τους υποβλήθηκαν ως ορθές, χωρίς όμως αυτές να γίνουν αποδεκτές. Συνεπώς, από απόψεως γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές ως προς τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, που, καθιστούν αναγκαία την εκτίμηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο. Εντούτοις, για λόγους που επεξηγούνται στην συνέχεια της απόφασης μου, που αφορούν την Αγωγή του Ε. Δ. Λάρνακας υπ' αρ. 1230/2012 που βρίσκεται σε εκκρεμότητα μεταξύ των ιδίων διαδίκων, μέρος μόνον της μαρτυρίας, σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς των διαδίκων, εκτιμάται στην συνέχεια της απόφασης μου. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου
  17. Πριν οτιδήποτε άλλο, ελέγχω την δικαιοδοσία μου. Βρίσκω, έχοντας υπόψη μου τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου [ειδικότερα] στις υποθέσεις Ανδρέας Αριστοτέλους κ. α. ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Οικονομικών κ. α.
(1995)3 Α.Α.Δ. 279 (πλήρους Ολομέλειας) και Χριστάκης Λεοντίου ν Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, μέσω του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας
(1995)1 Α.Α.Δ. 688 [[iv]], και [σε συνδυασμό] βάση των Άρθρων 21
(1)(α) και 22
(3)(α) του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960 και του Άρθρου 9 του Παραρτήματος του Νόμου 94(I)/2004 -χωρίς σε αυτό το στάδιο να εξετάζω εάν αυτή η Αγωγή της Ενάγουσας μπορεί να λογισθεί ως διαδικασία κήρυξης των εμπορευμάτων σε δήμευση-, ότι, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έχει αρμοδιότητα (τόσο κατά τόπον, όσο και καθ' ύλην) για την εξέταση αυτής της Αγωγής. Εν προκειμένω, προκύπτει ως παραδεκτό από αμφότερους τους διάδικους, ότι, η Ενάγουσα, έχει την έδρα της στην Λάρνακα και ότι, τα εμπορεύματα, που αποτελούν την πραγματική βάση αυτής της διαφοράς, αρχικά κατακρατήθηκαν και εν συνεχεία κατασχέθηκαν από το Τμήμα Τελωνείων στην Λάρνακα. Η νομική πτυχή
  1. Ως εκ τούτου, προχωρώ στην εξέταση των τοποθετήσεων που κάθε πλευρά προώθησε προς υποστήριξη της ουσίας της υπόθεσης της.
  2. Αμφότερα τα μέρη σε αυτή την δικαστική διαδικασία, βάσισαν μέρος της επιχειρηματολογίας τους για την υπόθεση τους, στις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1383/2003 του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2003 για την παρέμβαση των τελωνειακών αρχών έναντι εμπορευμάτων που είναι ύποπτα ότι παραβιάζουν ορισμένα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και για τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται έναντι των εμπορευμάτων που διαπιστώνεται ότι παραβιάζουν παρόμοια δικαιώματα (στο εξής καλούμενος «ο ΕΚ 1383/2003»). Αυτός, σημειώνεται, συμπληρώνεται από τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1891/2004 της Επιτροπής της 21ης Οκτωβρίου 2004 για τη θέσπιση διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1383/2003 του Συμβουλίου για την παρέμβαση των τελωνειακών αρχών έναντι εμπορευμάτων που είναι ύποπτα ότι παραβιάζουν ορισμένα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και για τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται έναντι των εμπορευμάτων που διαπιστώνεται ότι παραβιάζουν παρόμοια δικαιώματα (στο εξής καλούμενος «ο ΕΚ 1891/2004») και ως εκ τούτου, στο βαθμό που επιβάλλεται για σκοπούς ανάλυσης του σκεπτικού μου ακολουθεί για την κατάληξη μου στην Αγωγή αυτή, αναφορά γίνεται και σε αυτόν. Επιπρόσθετα, επιχειρηματολογία από πλευράς των συνηγόρων των διαδίκων, αναπτύχθηκε και επί των διατάξεων του περί Ελέγχου της Διακίνησης Εμπορευμάτων που Παραβιάζουν Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας Νόμου του 2006, Νόμος 133(I)/2006 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 133(I)/2006»), ο οποίος, ως αναφέρεται και στο προοίμιο του, θεσπίστηκε για σκοπούς εφαρμογής των προαναφερόμενων ΕΚ 1383/2003 και ΕΚ 1891/
  3. Όπως επίσης, εισηγήσεις, από πλευράς των διαδίκων, τελικώς έγιναν, με βάση τις διατάξεις του προαναφερόμενου περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, Νόμος 94(I)/2004 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 94(I)/2004»).
  4. Σύμφωνα με την πάγια αρχή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που έχει πλέον ενσωματωθεί στο Άρθρο 1Α του Συντάγματος, το κοινοτικό δίκαιο υπερέχει έναντι του ημεδαπού (βλ. Tlais Enterprises Ltd v Her Majesty's Revenue & Customs, ECLI:CY:AD:2015:A188, Πολιτική Έφεση Αρ. 109/2009, 18/03/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 169.3 του Συντάγματος, διεθνείς συνθήκες (αναφέρομαι σχετικά στην συνέχεια) στις οποίες προσέρχεται η Δημοκρατία, έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οποιασδήποτε άλλης ημεδαπής νομοθεσίας (βλ. εν προκειμένω το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Aladin Fathi El-Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736 [[v]], Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1993)1 ΑΑΔ 54, Re Vladmir Petrov
(1996)1 ΑΑΔ 856 και Re Serde Efimov
(2009)1 Α.Α.Δ. 326). Η ισχύς τους όμως, δεν υπερτερεί του ευρωπαϊκού δικαίου. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Enterprises Ltd v Her Majesty's Revenue & Customs, ECLI:CY:AD:2015:A188, Πολιτική Έφεση Αρ. 109/2009, 18/03/2015: «. η ιεράρχηση δικαίου δίδει προβάδισμα στον Κανονισμό ., εφόσον αποτελεί Ευρωπαϊκή νομοθεσία η οποία υπερτερεί του ημεδαπού δικαίου δυνάμει του Άρθρου 1Α του Συντάγματος. Η Σύμβαση αποτελεί υποδεέστερο τώρα κανόνα δικαίου εφόσον αποτελεί δυνάμει του Άρθρου 169.3 του Συντάγματος μια διεθνή συμφωνία αυξημένης ισχύος έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού νόμου, όχι όμως υπέρτερης ισχύος έναντι του Ευρωπαϊκού Δικαίου.».
  1. Προτού ενασχοληθώ με τις ουσιαστικές για την υπόθεση αυτή διατάξεις του προαναφερόμενου ΕΚ 1383/2003, -στις οποίες, με βάση το προαναφερόμενο σκεπτικό, δίδεται και περισσότερη έμφασης-, πρέπει, έστω και παρενθετικά και σε συντομία, να αναφερθεί, ότι, ο ΕΚ 1383/2003, έχει ακυρωθεί από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την τελωνειακή επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1383/2003 του Συμβουλίου ([1]), ο οποίος όμως, ξεκάθαρα, βάση και των προνοιών των Άρθρων 38 έως 40 αυτού, δεν έχει αναδρομική ισχύ ή τυγχάνει εφαρμογής στα της υπόθεσης αυτής ([2]).
  2. Η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας, σημειώνεται, καταχωρήθηκε την 04/11/
  3. Τότε, σε ισχύ, ήταν ο προαναφερόμενος ΕΚ 1383/2003, ως είχε πριν την κατάργηση του από τον ΕΕ 608/2013, οι πρόνοιες του οποίου, δεδομένου ότι αυτός ετέθη σε ισχύ την 01/01/2014, ως έχει προαναφερθεί, δυνάμει και των διατάξεων των Άρθρων 38 έως 40 αυτού, δεν δύναται αναδρομικά να έχουν ισχύ και να τύχουν εφαρμογής στα της υπόθεσης αυτής.
  4. Ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Σάντης ν Interfund Investments Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1670 [[vi]] για το ζήτημα αυτό: «Η γενική αρχή είναι ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή εάν αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό τεκμαίρεται, γενικά, σε κάθε περίπτωση και εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε μια νομοθετική πρόνοια που δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει να το πει ρητά .. Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια ...». 16. Περαιτέρω, σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ισχύον δίκαιο, προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος, εκτός και αν, μεταγενέστερο νομοθέτημα, που επιδρά επί δικαιώματος διαδίκου στην εν λόγω διαδικασία, ξεκάθαρα ήταν ο σκοπός του να περιοριστεί [η άλλως πως αντιμετωπιστεί] (βλ. Ανδρέας Δημητρίου ν Αικατερίνη Δημητρίου
(2012)1 Α.Α.Δ. 834 [[vii]], Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636 [[viii]], Argus Stockbrokers Ltd v Ανδρέα Χατζηθεοδοσίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1514 και The Ship "Ntama" a. a. v Th. D. Georghiades S.A.
(1980)1 C.L.R. 386).
  1. Αρχές, που είναι σημαντικό να αναφερθεί, είναι σε πλήρη ευθυγράμμιση με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρκεί, για σκοπούς της εδώ ανάλυσης, παραπομπή στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση T‑357/02, Freistaat Sachsen ν Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ημερομηνίας 03/05/2007, όπου αυτές συνοψίζονται: «
  2. Κατά πάγια νομολογία, ενώ οι κανόνες διαδικασίας εφαρμόζονται γενικώς επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους (απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Salumi κ.λπ., Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 9, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 28ης Ιανουαρίου 2004, T‑142/01 και T‑283/01, OPTUC κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑329, σκέψη 60), δεν συμβαίνει το ίδιο με τους ουσιαστικούς κανόνες. Πράγματι, κατά επίσης πάγια νομολογία, οι κοινοτικοί κανόνες ουσιαστικού δικαίου πρέπει να ερμηνεύονται, προς εξασφάλιση της τηρήσεως των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ως μη διέποντες τις διαμορφωθείσες προ της ενάρξεως της ισχύος τους καταστάσεις, εκτός αν από τη διατύπωσή τους, από τον επιδιωκόμενο σκοπό ή την οικονομία τους προκύπτει σαφώς ότι πρέπει να τους προσδοθεί τέτοιο αποτέλεσμα (προμνησθείσα απόφαση Salumi κ.λπ., σκέψη 9· αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Φεβρουαρίου 1982, 21/81, Bout, Συλλογή 1982, σ. 381, σκέψη 13· της 15ης Ιουλίου 1993, C‑34/92, GruSa Fleisch, Συλλογή 1993, σ. I‑4147, σκέψη 22, και της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑74/00 P και C‑75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑7869, σκέψη 119· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 19ης Φεβρουαρίου 1998, T‑42/96, Eyckeler & Malt κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑401, σκέψη 55, και της 28ης Ιανουαρίου 2004, T‑180/01, Euroagri κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑369, σκέψη 36).
  3. Ακολουθώντας την προσέγγιση αυτή, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, μολονότι, κατά κανόνα, η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν επιτρέπει να ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της ισχύος κοινοτικής πράξεως ημερομηνία προγενέστερη της δημοσιεύσεώς της, μπορεί, κατ' εξαίρεση, να συμβαίνει το αντίθετο, οσάκις το απαιτεί ο επιδιωκόμενος σκοπός και γίνεται δεόντως σεβαστή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Racke, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 55, σκέψη 20, και προμνησθείσα στη σκέψη 94 απόφαση Salumi κ.λπ., σκέψη 10). Αυτή η νομολογία, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο, ισχύει και στην περίπτωση που η αναδρομικότητα δεν προβλέπεται ρητώς από την ίδια την πράξη, αλλά προκύπτει από το περιεχόμενό της (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1991, C‑368/89, Crispoltoni, Συλλογή 1991, σ. I‑3695, σκέψη 17· της 29ης Απριλίου 2004, C‑487/01 και C‑7/02, Gemeente Leusden και Holin Groep, Συλλογή 2004, σ. I‑5337, σκέψη 59, και της 26ης Απριλίου 2005, C‑376/02, Goed Wonen, Συλλογή 2005, σ. I‑3445, σκέψη 33).
  4. Η Επιτροπή υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η νομολογία αυτή δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι η άμεση εφαρμογή ενός ουσιαστικού κανόνα στα μελλοντικά αποτελέσματα μιας καταστάσεως γεννηθείσας υπό το κράτος του παλαιότερου κανόνα αποτελεί αρχή του κοινοτικού δικαίου ισχύουσα απεριορίστως.
  5. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, ο νέος κανόνας εφαρμόζεται αμέσως στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεως γεννηθείσας υπό το κράτος του παλαιότερου κανόνα (προμνησθείσα στη σκέψη 84 απόφαση Licata κατά ΟΚΕ, σκέψη 31, προμνησθείσα στη σκέψη 84 απόφαση Saldanha και MTS, σκέψη 14, και προμνησθείσα στη σκέψη 73 απόφαση Pokrzeptowicz-Meyer, σκέψη 50). Ως προς το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο διευκρίνισε, εξάλλου, ότι το πεδίο εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να επεκταθεί τόσο ώστε να παρακωλύει, κατά γενικό τρόπο, την εφαρμογή του νέου κανόνα (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 19· της 29ης Ιουνίου 1999, C‑60/98, Butterfly Music, Συλλογή 1999, σ. I‑3939, σκέψη 25, και προμνησθείσα στη σκέψη 73 απόφαση Pokrzeptowicz-Meyer, σκέψη 55).
  6. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι από την προμνησθείσα νομολογία προκύπτει, αφενός, ότι οι κοινοτικές διατάξεις δεν έχουν αναδρομικό αποτέλεσμα πλην της εξαιρετικής περιπτώσεως όπου, κατ' εξαίρεση, προκύπτει σαφώς από το γράμμα τους ή την οικονομία τους ότι αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη, ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός το απαιτεί, γίνεται δε δεόντως σεβαστή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων (βλ. την παρατιθέμενη ανωτέρω στις σκέψεις 94 και 95 νομολογία). Στην περίπτωση αυτή, η εξαίρεση συνίσταται στην αναδρομική εφαρμογή της νέας ρυθμίσεως. Αφετέρου, η κοινοτική νομοθεσία εφαρμόζεται συνήθως στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων που έχουν γεννηθεί υπό το κράτος του παλαιότερου νόμου, εκτός εάν η άμεση εφαρμογή μιας συγκεκριμένης διατάξεως αντίκειται στην προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων (βλ. τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω στη σκέψη 97). Στην περίπτωση αυτή, η εξαίρεση συνίσταται στη μη εφαρμογή της νέας ρυθμίσεως σε ενεστώσα έννομη σχέση. Η νομολογία που αφορά τη δεύτερη αυτή περίπτωση ουδόλως συνεπάγεται αναδρομική εφαρμογή του νόμου, δεδομένου ότι η νέα ρύθμιση περί της οποίας πρόκειται εφαρμόζεται από την έναρξη της ισχύος της στο συνεχιζόμενο ακόμα τμήμα της συμβάσεως (προμνησθείσα στη σκέψη 84 απόφαση Saldanha και MTS, σκέψη 52), της θητείας (προμνησθείσα στη σκέψη 84 απόφαση Licata κατά ΟΚΕ, σκέψη 31), ή άλλης έννομης σχέσεως (προμνησθείσα στη σκέψη 97 απόφαση Butterfly Music), η οποία εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά της, συνεπώς, μόνο για το μέλλον.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  7. Σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Νόμου 133(Ι)/2006: «Το Τµήµα Τελωνείων είναι αρµόδιο για την εφαρµογή του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1383/2003, του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1891/2004 και του παρόντος Νόµου [δηλαδή, του Νόμου 133(Ι)/2006]» ([3]). (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  8. Σύμφωνα με το Άρθρο 19.2 του ΕΚ 1383/2003: «Η άσκηση από τελωνείο ή άλλη εξουσιοδοτημένη προς τούτο αρχή των αρμοδιοτήτων που τους ανατίθενται για την καταπολέμηση της διακίνησης εμπορευμάτων που παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν γεννά ευθύνη τους έναντι των προσώπων που εμπλέκονται στις καταστάσεις του άρθρου 1 παράγραφος 1, ή έναντι των προσώπων που θίγονται από τα κατά το άρθρο 4 μέτρα, για ζημία που υφίστανται λόγω της παρέμβασης των αρχών αυτών, εκτός εάν αυτό προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση ή, όταν η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4, η νομοθεσία του κράτους μέλους εντός του οποίου σημειώθηκε η ζημία.». (η έμφασης είναι δική μου)
  9. Ενώ, σύμφωνα με το Άρθρο 15
(2)του Νόμου 133(Ι)/2006: «Η ορθή άσκηση, από το Τµήµα Τελωνείων, των αρµοδιοτήτων, που του ανατίθενται δυνάµει του παρόντος Νόµου, δε δηµιουργεί οποιαδήποτε ευθύνη του έναντι των προσώπων, τα οποία αφορούν οι ενέργειές του, σε περίπτωση, που τα πρόσωπα αυτά υποστούν οποιαδήποτε ζηµιά ή απώλεια.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  1. Δεδομένων και των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων, έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, ζήτημα ευθύνης της Δημοκρατίας να αποζημιώσει την Ενάγουσα για την ισχυριζόμενη ζημιά της, τίθεται μόνον εάν διαπιστωθεί από τα παραδεκτά γεγονότα και τα γεγονότα που θα γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο μετά από εκτίμηση της μαρτυρίας, ότι, το Τμήμα Τελωνείων, δεν άσκησε ορθά τις αρμοδιότητες που κέκτηται βάση του ΕΚ 1383/2008 και του Νόμου 133(Ι)/2006, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα.
  2. Με τα προαναφερόμενα κατά νου, προχωρώ στην εξέταση της νομικής πτυχής αυτής της υπόθεσης, ως αυτή ορίζεται από τα επίδικα ζητήματα.
  3. Η Δημοκρατία, είναι μέλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής καλούμενος «ο ΠΟΕ») ([4]), από 30/07/1995 και της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου ([5]), από 15/07/1963 και κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από 01/05/2004 και ως εκ τούτου, δεσμεύεται από την Συμφωνία για τα Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου ([6]), που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα 1Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ, η οποία υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15/04/1994 και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22/12/1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ' όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της ([7]), (στο εξής καλούμενη «η TRIPS»).
  4. Η σύμβαση TRIPS, επιβάλλει στα κράτη μέλη του ΠΟΕ, να προβλέψουν αποτελεσματικά μέτρα στα σύνορα τους για να αποτρέψουν την εισαγωγή παραποιημένων προϊόντων («counterfeited goods»). Αξιοσημείωτα είναι τα Άρθρα 41(1 έως 4), 42, 49, 51, 54 και 55 που περιλαμβάνονται στο Μέρος ΙΙΙ της σύμβασης TRIPS, που επιγράφεται: «Επιβολή των Δικαιωμάτων Πνευματικής Ιδιοκτησίας». Αυτά έχουν ως εξής: «
  5. Τα μέλη μεριμνούν ώστε η νομοθεσία τους να προβλέπει τις διαδικασίες επιβολής που ορίζονται στο παρόν μέρος, προκειμένου να είναι δυνατή η αποτελεσματική λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση κάθε πράξης παραβίασης των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας που κατοχυρώνονται από την παρούσα συμφωνία· στα μέτρα αυτά συμπεριλαμβάνονται κατασταλτικά μέτρα τα οποία είναι δυνατό να εφαρμόζονται γρήγορα για να αποτραπούν τυχόν παραβιάσεις, καθώς και κατασταλτικά μέτρα με τα οποία αποθαρρύνεται η διάπραξη περαιτέρω παραβιάσεων. Οι εν λόγω διαδικασίες εφαρμόζονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να αποφεύγεται η ανόρθωση εμποδίων για το νόμιμο εμπόριο και να καθιερώνονται μηχανισμοί για την εξασφάλιση της μη καταχρηστικής προσφυγής σε αυτές.
  6. Οι διαδικασίες για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας πρέπει να είναι εύλογες και δίκαιες. Επίσης δεν πρέπει να είναι υπερβολικά περίπλοκες, ούτε υπερβολικά δαπανηρές και να μη συνεπάγονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Ακόμη, οι προθεσμίες που τάσσονται για την εφαρμογή τους πρέπει να είναι εύλογες.
  7. Οι αποφάσεις που εκδίδονται επί της ουσίας κάθε υπόθεσης πρέπει, εφόσον είναι δυνατό, να είναι γραπτές και αιτιολογημένες και να κοινοποιούνται τουλάχιστον στους διαδίκους χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Οι αποφάσεις που εκδίδονται επί της ουσίας κάθε υπόθεσης πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε εκείνα τα αποδεικτικά στοιχεία και μόνο, επί των οποίων είχαν τη δυνατότητα να εκφρασθούν οι διάδικοι.
  8. Στα μέρη που μετέχουν σε μια διαδικασία παραχωρείται η δυνατότητα να ζητήσουν την εξέταση της ορθότητας των οριστικών αποφάσεων της Διοίκησης από δικαστικό όργανο, καθώς και των νομικών, τουλάχιστον, πτυχών των αρχικών δικαστικών αποφάσεων επί της ουσίας της υπόθεσης, με την επιφύλαξη τυχόν δικονομικών διατάξεων της νομοθεσίας του οικείου μέλους σχετικά με τη σπουδαιότητα των υποθέσεων. .
  9. Τα μέλη καθιερώνουν και θέτουν στη διάθεση των προσώπων στα οποία ανήκουν τα διάφορα δικαιώματα δικαιοδοτικές διαδικασίες του αστικού δικαίου για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας που κατοχυρώνονται από την παρούσα συμφωνία. .
  10. Στο μέτρο που είναι δυνατό να διαταχθεί οποιοδήποτε μέτρο αποκατάστασης του αστικού δικαίου στο πλαίσιο της εφαρμογής διοικητικών διαδικασιών και μετά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, οι εν λόγω διαδικασίες πρέπει να διέπονται από αρχές ανάλογες κατ' ουσίαν προς αυτές που ορίζονται στο παρόν τμήμα.
  11. Τα μέλη, τηρώντας τις διατάξεις που ακολουθούν, θεσπίζουν τις κατάλληλες διαδικασίες, ώστε το πρόσωπο στο οποίο ανήκει ένα δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας, το οποίο έχει βάσιμους λόγους να υποψιάζεται ότι είναι πιθανή η εισαγωγή προϊόντων που φέρουν εμπορικά σήματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο παραποίησης ή απομίμησης ή συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση κάποιου δικαιώματος δημιουργού, να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει σχετική γραπτή αίτηση προς τις αρμόδιες αρχές, διοικητικές ή δικαστικές, με αντικείμενο την αναστολή εκ μέρους των τελωνειακών αρχών της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία των επίμαχων προϊόντων. .
  12. Ο εισαγωγέας και ο ενάγων ενημερώνονται πάραυτα σχετικά με την αναστολή της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κατ' εφαρμογήν του άρθρου
  13. Εάν, εντός χρονικού διαστήματος που δεν είναι δυνατό να υπερβαίνει τις 10 εργάσιμες ημέρες από τη γνωστοποίηση της αναστολής στον ενάγοντα, οι τελωνειακές αρχές δεν έχουν ειδοποιηθεί ότι έχουν κινηθεί εκ μέρους κάποιου άλλου μέρους πλην του εναγομένου οι διαδικασίες που απαιτούνται για την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης ή ότι η προς τούτο αρμόδια αρχή έχει λάβει προσωρινά μέτρα για την παράταση της αναστολής της θέσης των οικείων εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία, τότε τα εν λόγω εμπορεύματα τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν τηρηθεί όλες οι λοιπές προϋποθέσεις που τάσσονται για την εισαγωγή ή την εξαγωγή· όταν κρίνεται αναγκαίο, η ανωτέρω προθεσμία είναι δυνατό να παρατείνεται κατά 10 εργάσιμες ημέρες επιπλέον. .».
  14. Προφανώς, οι λειτουργοί του Τμήματος Τελωνείων, έχουν στην διάθεση τους και άλλα μέσα τα οποία δεν απορρέουν από την σύμβαση TRIPS, για να κατακρατήσουν ορισμένα προϊόντα, ανάλογα με την φύση της παράβασης που σχετίζεται με αυτά. Βάση, π. χ., νομοθετημάτων που ρυθμίζουν ζητήματα δασμολόγησης, υγείας ή/και περιβάλλοντος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, κατ' αντίθεση των μέτρων που λαμβάνονται βάση της σύμβασης TRIPS, το Τμήμα Τελωνείων, μπορεί, μέσα πάντοτε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο, να ενεργήσει ex officio και η δράση του δεν απορρέει (βάση της σύμβασης TRIPS) από τα δικαιώματα του δικαιούχου δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.
  15. Το δικαίωμα σε διάταγμα κατακράτησης παραποιημένων προϊόντων βάση της σύμβασης TRIPS, υπόκειται σε αριθμό επιφυλάξεων που καθορίζονται από την ίδια την σύμβαση TRIPS. Συνοπτικά, αυτές αφορούν:
(1)Ο δικαιούχος δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας που ξεκινά μια τέτοια διαδικασία, είναι απαραίτητο να προσκομίσει επαρκή μαρτυρία για να ικανοποιήσει την αρμόδια αρχή (που είναι συνήθως το τελωνείο), ότι, σύμφωνα με τους νόμους της χώρας εισαγωγής, υπάρχει εκ πρώτης όψεως παραβίασης του δικαιώματος του διανοητικής ιδιοκτησίας.
(2)Ο αιτητής, πρέπει να παράσχει εγγύηση ή ισοδύναμη διασφάλιση, που επαρκεί για την προστασία του κατ' ισχυρισμό παραβάτη και της αρμόδιας αρχής, η οποία, εκτός του προαναφερόμενου σκοπού, πρέπει να επενεργεί και ως αποτρεπτική κατάχρησης της διαδικασίας.
(3)Ο εισαγωγέας και ο αιτητής πρέπει να ειδοποιειούνται εγκαίρως σε ότι αφορά την αναστολή της αποδέσμευσης των εμπορευμάτων.
(4)Υπάρχει χρονικός περιορισμός σε ότι αφορά την διαδικασία.
(5)Ο αιτητής μπορεί να υποχρεωθεί να πληρώσει τον εισαγωγέα, τον παραλήπτη και ιδιοκτήτη των εμπορευμάτων, κατάλληλη αποζημίωση για όποια ζημιά ήθελε αυτοί υποστούν ένεκα παράνομης κατακράτησης των εμπορευμάτων.
  1. Παράδειγμα μέτρου που αποσκοπεί στην αποτροπή εισαγωγής παραποιημένων προϊόντων και υιοθετεί τις προαναφερόμενες επιφυλάξεις, είναι, σε ότι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο προαναφερόμενος ΕΚ 1383/2003 και ειδικά σε ότι αφορά την Δημοκρατία [επιπρόσθετα, και] ο Νόμος 133(Ι)/
  2. Αξιοσημείωτες, για σκοπούς εισαγωγής στα των προνόων του ΕΚ 1383/2003, είναι οι αιτιολογικές για αυτόν σκέψεις 2, 5, 8 και 10 (στο προοίμιο του): «
(2)[Εκτιμώντας ότι η] εμπορία εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης και πειρατικών εμπορευμάτων και, σε γενικές γραμμές, η εμπορία όλων των εμπορευμάτων που παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας ζημιώνει σημαντικά τους νομοταγείς κατασκευαστές και εμπόρους, καθώς και τους δικαιούχους των δικαιωμάτων και εξαπατά τους καταναλωτές εμπλέκοντάς τους ορισμένες φορές ακόμη και σε κινδύνους για την υγεία τους και την ασφάλειά τους. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να παρεμποδίζεται, με κάθε μέσο, η διάθεση στην αγορά τέτοιων εμπορευμάτων και να ληφθούν μέτρα αποτελεσματικής αντιμετώπισης της παράνομης αυτής δραστηριότητας, χωρίς ωστόσο να παρακωλύεται η ελευθερία του νόμιμου εμπορίου. .
(5)[Εκτιμώντας ότι] κατά το διάστημα που απαιτείται για να διαπιστωθεί εάν τα ύποπτα εμπορεύματα είναι πράγματι εμπορεύματα παραποίησης/απομίμησης ή πειρατικά εμπορεύματα ή εμπορεύματα που παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, η παρέμβαση των τελωνειακών αρχών συνίσταται είτε στην αναστολή χορήγησης της άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων με σκοπό την ελεύθερη κυκλοφορία . τους, είτε στη δέσμευση των εμπορευμάτων αυτών, όταν αυτά τελούν υπό καθεστώς αναστολής ..
(8)[Εκτιμώντας ότι] η διαδικασία η οποία κινείται προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πράγματι υπήρξε παραβίαση δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις, διεξάγεται με βάση τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για να καθοριστεί εάν εμπορεύματα που παράγονται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις διατάξεις των κρατών μελών περί αρμοδιότητας των δικαστηρίων και περί δικαστικών διαδικασιών.
(10)[Εκτιμώντας ότι] πρέπει να καθοριστούν τα μέτρα στα οποία θα υπόκεινται τα συγκεκριμένα εμπορεύματα όταν αποδειχθεί ότι είναι εμπορεύματα παραποίησης/απομίμησης, πειρατικά εμπορεύματα ή, γενικότερα, εμπορεύματα που παραβιάζουν ορισμένα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. .».
  1. Το αντικείμενο και το πεδίο εφαρμογής του ΕΚ 1383/2003, ορίζονται από το Κεφάλαιο Ι αυτού. Αξιοσημείωτα, εν προκειμένω, είναι τα Άρθρα 1 και 2 του Κεφαλαίου Ι του ΕΚ 1383/
  2. Σύμφωνα με το Άρθρο 1 του ΕΚ 1383/2003: «
  3. O παρών κανονισμός καθορίζει τους όρους παρέμβασης των τελωνειακών αρχών όσον αφορά εμπορεύματα που θεωρούνται ύποπτα ότι παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) όταν υποβάλλεται διασάφηση για διάθεσή τους σε ελεύθερη κυκλοφορία .· β) όταν ανακαλύπτονται κατά τον έλεγχο που διενεργείται επί εμπορευμάτων που εισάγονται ή εξέρχονται από το τελωνειακό έδαφος της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] ..
  4. Ο κανονισμός αυτός καθορίζει επίσης τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όταν τα εμπορεύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αποδεικνύεται ότι παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.».
  5. Με απλά λόγια, τα εμπορεύματα μπορούν, αφενός, να εισαχθούν για να διατεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία ή, αφετέρου, να εξαχθούν ή να επανεξαχθούν. Εναλλακτικά, και όπου δεν έχουν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο δηλωθεί, μπορούν να υπαχθούν σε κάποια μορφή διαδικασίας αναστολής μέχρις ότου ο κάτοχος των εμπορευμάτων προβεί σε τέτοια εκλογή. Ο ΕΚ 1383/2003, αφορά αυτές τις περιπτώσεις που προηγούνται του σταδίου του τελωνισμού των εμπορευμάτων. Δηλαδή, υπό ποιους όρους, σε αυτές τις περιπτώσεις, το Τμήμα Τελωνείων, παρεμβαίνει, όσον αφορά εμπορεύματα που δεν έχουν τελωνιστεί και τα οποία θεωρούνται ύποπτα ότι παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.
  6. Το Άρθρο 2 του ΕΚ 1383/2003, ορίζει ποια ακριβώς εμπορεύματα εννοούνται ότι παραβιάζουν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας: «
  7. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως "εμπορεύματα που παραβιάζουν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας": α) τα "εμπορεύματα παραποίησης/απομίμησης", ήτοι: i) τα εμπορεύματα, συμπεριλαμβανομένης της συσκευασίας τους, τα οποία φέρουν χωρίς άδεια βιομηχανικό ή εμπορικό σήμα ίδιο με βιομηχανικό ή εμπορικό σήμα που έχει εγκύρως καταχωρηθεί για τους ίδιους τύπους εμπορευμάτων, ή που δεν δύναται να διακριθεί ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά από το εν λόγω βιομηχανικό ή εμπορικό σήμα και το οποίο, ως εκ τούτου, παραβιάζει δικαιώματα του δικαιούχου του εν λόγω σήματος, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα
(5)ή σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στου οποίου τις τελωνειακές αρχές υποβάλλεται η αίτηση παρέμβασης· ii) κάθε στοιχείο σήματος (μεταξύ άλλων λογότυπος, ετικέτα, αυτοκόλλητο, ενημερωτικό δελτίο, οδηγίες χρήσεως, έγγραφο εγγύησης που φέρει αυτό το στοιχείο), ακόμη και αν παρουσιάζεται χωριστά, υπό τους ιδίους όρους με εκείνους που ισχύουν για τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο σημείο i)· iii) οι συσκευασίες που φέρουν σήματα εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης και παρουσιάζονται χωριστά, υπό τους ίδιους όρους με τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο σημείο i)· β) τα "πειρατικά εμπορεύματα", ήτοι τα εμπορεύματα τα οποία είναι ή περιέχουν αντίγραφα κατασκευασμένα χωρίς τη συγκατάθεση είτε του δικαιούχου δικαιώματος δημιουργού ή συγγενικού δικαιώματος ή δικαιώματος επί σχεδίου ή υποδείγματος, ανεξαρτήτως του εάν έχει καταχωρηθεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, είτε προσώπου στο οποίο έχει δοθεί η άδεια από τον δικαιούχο στη χώρα παραγωγής, εφόσον η κατασκευή των εν λόγω αντιγράφων θα προσέβαλε το δικαίωμα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα
(6), ή σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στου οποίου τις τελωνειακές αρχές υποβάλλεται η αίτηση παρέμβασης· γ) τα εμπορεύματα τα οποία, στο κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση παρέμβασης των τελωνειακών αρχών, παραβιάζουν:
  1. i)δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους·
  2. ii)συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1768/92 του Συμβουλίου
(7)ή στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1610/96 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
(8)· iii) εθνικό τίτλο προστασίας των φυτικών ποικιλιών σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους ή κοινοτικό τίτλο όπως προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου
(9)· iv) ονομασίες προελεύσεως, γεωγραφικές ενδείξεις σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, ή σύμφωνα με τους κανονισμούς του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 2081/92
(10)και (ΕΚ) αριθ. 1493/1999
(11), v) γεωγραφικές ονομασίες σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1576/89 του Συμβουλίου
(12).
  1. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ως "δικαιούχος" νοείται: α) ο δικαιούχος σήματος, δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικού δικαιώματος, σχεδίου ή υποδείγματος, διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας, δικαιώματος δημιουργού νέας φυτικής ποικιλίας, προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως, προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης και, γενικότερα, οποιουδήποτε από τα δικαιώματα που αναγράφονται στην παράγραφο 1, ή β) κάθε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε από τα δικαιώματα που αναφέρονται στο στοιχείο α), ή ο αντιπρόσωπος του δικαιούχου ή εξουσιοδοτημένος χρήστης.
  2. Εξομοιώνεται με εμπορεύματα που παραβιάζουν δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, κάθε καλούπι ή μήτρα που προορίζεται ή έχει προσαρμοστεί ειδικά για την κατασκευή τέτοιων εμπορευμάτων, εφόσον η χρησιμοποίηση των εν λόγω καλουπιών ή μητρών παραβιάζει δικαιώματα του κατόχου του δικαιώματος, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία ή με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο έχει υποβληθεί αίτηση παρέμβασης των τελωνειακών αρχών. .».
  3. Στο Κεφάλαιο II του ίδιου ΕΚ 1383/2003, το οποίο επιγράφεται «Αίτηση παρέμβασης των τελωνειακών αρχών», το Άρθρο 4.1, το οποίο περιλαμβάνεται στο Τμήμα 1 του εν λόγω Κεφαλαίου ΙΙ σχετικά με τα μέτρα που μπορούν να λαμβάνουν οι αρχές αυτές πριν την υποβολή αιτήσεως παρεμβάσεως, ορίζει τα εξής: «Εάν οι τελωνειακές αρχές κατά τη διάρκεια παρέμβασης σε μια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, και πριν κατατεθεί ή εγκριθεί αίτηση του δικαιούχου, έχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τα συγκεκριμένα εμπορεύματα παραβιάζουν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας, δύνανται να αναστείλουν τη χορήγηση άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων ή να προβούν στη δέσμευσή τους για διάστημα τριών εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης από τον δικαιούχο και από τον διασαφηστή ή τον κάτοχο των εμπορευμάτων, εφόσον οι τελευταίοι αυτοί είναι γνωστοί, προκειμένου να δοθεί στον δικαιούχο η δυνατότητα να υποβάλει αίτηση παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 5.».
  4. Το αναφερόμενο στο προαναφερόμενο Άρθρο 4.1 του ΕΚ 1383/2003, Άρθρο 5.(1 και 2) του ΕΚ 1383/2003, το οποίο περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο II, Τμήμα 2 που φέρει τον τίτλο «Κατάθεση και διεκπεραίωση της αίτησης παρέμβασης των τελωνειακών αρχών», ορίζει τα εξής: «
  5. Σε κάθε κράτος μέλος, ο δικαιούχος δύναται να υποβάλει στην αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία γραπτή αίτηση παρέμβασης των τελωνειακών αρχών, εφόσον τα εμπορεύματα εμπίπτουν σε μια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1 (αίτηση παρέμβασης).
  6. Τα κράτη μέλη ορίζουν την τελωνειακή υπηρεσία που είναι αρμόδια να παραλαμβάνει και να εξετάζει τις αιτήσεις παρέμβασης εκ μέρους των δικαιούχων.».
  7. Περαιτέρω, το Άρθρο
  8. 2 του ΕΚ 1383/2003, προβλέπει ότι: «H απόφαση αποδοχής της αίτησης παρέμβασης που υπέβαλε ο δικαιούχος ανακοινώνεται αμέσως στα τελωνεία του κράτους μέλους ή των κρατών μελών που ενδέχεται να ενδιαφέρονται για τα συγκεκριμένα εμπορεύματα για τα οποία εκφράζονται υποψίες ότι παραβιάζουν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας.».
  9. Επιπρόσθετα, το Άρθρο 9 του ΕΚ 1383/2003, που εντάσσεται στο Κεφάλαιο IV αυτού, που επιγράφεται «Προϋποθέσεις παρέμβασης των τελωνειακών αρχών και της αρχής που είναι αρμόδια να αποφασίσει ως προς την ουσία», προνοεί, ότι: «
  10. Όταν ένα τελωνείο στο οποίο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, έχει διαβιβαστεί η απόφαση έγκρισης της αίτησης του δικαιούχου διαπιστώσει, αφού ενδεχομένως συνεννοηθεί με τον αιτούντα, ότι εμπορεύματα που εμπίπτουν σε μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 1, παράγραφος 1, είναι εμπορεύματα ύποπτα ότι παραβιάζουν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας που καλύπτεται από την εν λόγω απόφαση, αναστέλλει τη χορήγηση άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων ή προβαίνει στη δέσμευσή τους. .
  11. Η αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία ή το τελωνείο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ενημερώνει τον δικαιούχο καθώς και τον διασαφηστή ή τον κάτοχο των εμπορευμάτων . και εξουσιοδοτείται να τους ανακοινώσει την πραγματική ή εικαζόμενη ποσότητα και φύση των εμπορευμάτων των οποίων αναστέλλεται η παραλαβή ή τα οποία δεσμεύονται, χωρίς ωστόσο η ανακοίνωση των πληροφοριών αυτών να τους υποχρεώνει να απευθυνθούν στην αρμόδια αρχή ζητώντας της να αποφανθεί επί της ουσίας.
  12. Για να αποδειχθεί εάν πράγματι υπήρξε παραβίαση δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ., το τελωνείο ή η υπηρεσία που διεκπεραίωσε την αίτηση ενημερώνει τον δικαιούχο, εφόσον αυτός το ζητήσει, σχετικά με τα ονόματα και τις διευθύνσεις, εφόσον είναι γνωστά, του παραλήπτη και του αποστολέα, του διασαφηστή ή του κατόχου των εμπορευμάτων, καθώς και σχετικά με την καταγωγή και την προέλευση των εμπορευμάτων που είναι ύποπτα ότι παραβιάζουν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας. .».
  13. Το Άρθρο 10 του ιδίου ΕΚ 1383/2003, ορίζει το δίκαιο βάση του οποίου διαπιστώνεται αν πράγματι υπάρχει παραβίασης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, προνοεί, ότι: «Οι διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος στου οποίου την επικράτεια τα εμπορεύματα εμπίπτουν σε μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 1, παράγραφος 1, εφαρμόζονται για να προσδιοριστεί κατά πόσο υπήρξε παραβίαση δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται επίσης για την άμεση ενημέρωση της υπηρεσίας ή του τελωνείου που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, όσον αφορά την κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 13, εκτός κι αν η διαδικασία αυτή έχει διεκπεραιωθεί από την εν λόγω υπηρεσία ή το τελωνείο.».
  14. Το Άρθρο 13.1 του ΕΚ 1383/2003, ορίζει το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου τα προαναφερόμενα διαβήματα πρέπει να λαμβάνονται: «Εάν σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της κοινοποίησης της αναστολής χορήγησης της άδειας παραλαβής ή της δέσμευσης των εμπορευμάτων, το τελωνείο που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δεν έχει ενημερωθεί για το ότι έχει κινηθεί διαδικασία με στόχο να προσδιοριστεί κατά πόσο υπήρξε παραβίαση δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, βάσει του άρθρου 10, ή δεν έχει λάβει τη σύμφωνη γνώμη του δικαιούχου που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, όταν αυτό εφαρμόζεται, χορηγείται άδεια παραλαβής ή, κατά περίπτωση, παύει η δέσμευση, υπό τον όρο ότι έχουν διεκπεραιωθεί όλες οι τελωνειακές διατυπώσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι δυνατή η παράταση της προθεσμίας αυτής για δέκα εργάσιμες ημέρες το πολύ.».
  15. Το Άρθρο 14.1 του ΕΚ 1383/2003, προβλέπει τη δυνατότητα αποδεσμεύσεως, κατόπιν καταθέσεως εγγυήσεως, εμπορευμάτων που είναι ύποπτα ότι θίγουν δικαιώματα επί σχεδίων ή υποδειγμάτων, διπλώματα ευρεσιτεχνίας, συμπληρωματικά πιστοποιητικά προστασίας ή δικαιώματα δημιουργού νέας φυτικής ποικιλίας. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού, ορίζει τα εξής: «Η εγγύηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 πρέπει να είναι επαρκής ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα του δικαιούχου. . Εάν η διαδικασία με στόχο να προσδιοριστεί κατά πόσο υπήρξε παραβίαση δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις έχει κινηθεί με τρόπο άλλο εκτός από πρωτοβουλία του δικαιούχου δικαιώματος επί σχεδίου ή υποδείγματος, διπλώματος ευρεσιτεχνίας, συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας ή δικαιώματος δημιουργού νέας φυτικής ποικιλίας, η εγγύηση αποδεσμεύεται, εάν ο εν λόγω δικαιούχος δεν ασκήσει το δικαίωμά του να προσφύγει στη δικαιοσύνη εντός είκοσι εργάσιμων ημερών από την ημέρα που λαμβάνει κοινοποίηση της αναστολής της χορήγησης άδειας παραλαβής ή της δέσμευσης των εμπορευμάτων. .».
  16. Το Άρθρο 17.1(α) του ίδιου ΕΚ 1383/2003, το οποίο περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο V με τίτλο «Διατάξεις που εφαρμόζονται στα εμπορεύματα που διαπιστώνεται ότι παραβιάζουν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας», ορίζει τα εξής: «Με την επιφύλαξη των άλλων ενδίκων μέσων που έχει στη διάθεσή του ο δικαιούχος, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να είναι σε θέση: α) σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, να καταστρέψουν τα εμπορεύματα που διαπιστώνεται ότι παραβιάζουν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας ή να τα θέσουν εκτός εμπορικής κυκλοφορίας, ώστε να αποφευχθεί ζημία του δικαιούχου, και αυτό χωρίς οιαδήποτε αποζημίωση, εκτός εάν άλλως ορίζει η εθνική νομοθεσία, και χωρίς επιβάρυνση του Δημοσίου. .».
  17. Όπως αναφέρθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση C‑583/12, Sintax Trading OÜ ν Maksu- ja Tolliamet, απόφαση ημερομηνίας 09/04/2014, το προαναφερόμενο Άρθρο 13.1 του ΕΚ 1383/2003, έχει την έννοια ότι, δεν αντιτίθεται στη δυνατότητα των τελωνειακών αρχών να κινούν και να διεξάγουν, χωρίς πρωτοβουλία του δικαιούχου του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, την προβλεπόμενη με το άρθρο αυτό διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποφάσεις τις οποίες λαμβάνουν σχετικώς οι εν λόγω αρχές μπορούν να προσβάλλονται με την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων που διασφαλίζουν την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν τα υποκείμενα δικαίου από το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, από τον ως άνω ΕΚ 1383/
  18. Σημειώνεται, ότι, στην εν λόγω υπόθεση, η Sintax Trading εισήγαγε εντός της Εσθονίας, φιάλες στοματικού διαλύματος που αποστέλλονταν από μια ουκρανική εταιρία. Κατά τον χρόνο της εισαγωγής τους, η Acerra OÜ γνωστοποίησε στην τελωνειακή υπηρεσία ότι οι φιάλες αυτές συνιστούσαν προσβολή των δικαιωμάτων που αντλούσε από σχέδιο καταχωρημένο στο όνομά της. Ως εκ τούτου, η τελωνειακή υπηρεσία ανέστειλε τη χορήγηση άδειας παραλαβής του επίμαχου εμπορεύματος, προκειμένου να διενεργήσει συμπληρωματική εξέταση, κατόπιν της οποίας διαπίστωσε την έντονη ομοιότητα μεταξύ του σχήματος των εισαγόμενων φιαλών και του σχεδίου της Acerra OÜ. Επομένως, η υπηρεσία αυτή, έχοντας υπόνοιες περί προσβολής δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, προέβη σε κατάσχεση του εμπορεύματος και ζήτησε την εκτίμηση της Acerra OÜ. Η τελευταία επιβεβαίωσε τις υπόνοιες αυτές. Στη βάση αυτή, η τελωνειακή υπηρεσία, διαπίστωσε ότι το επίμαχο εμπόρευμα συνιστούσε προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας κατά την έννοια του ΕΚ 1383/2003 και, ως εκ τούτου, στις 11 Φεβρουαρίου 2011, απέρριψε την αίτηση της Sintax Trading για χορήγηση άδειας παραλαβής του εμπορεύματος. Κατά της αποφάσεως της τελωνειακής υπηρεσίας, στην οποία αυτή ενέμεινε με δεύτερη απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2011, η Sintax Trading άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tallinna Halduskohus (διοικητικού δικαστηρίου του Ταλίν). Το δικαστήριο αυτό διαπίστωσε διαδικαστικές πλημμέλειες και διέταξε τη χορήγηση της άδειας παραλαβής του εμπορεύματος. Η εν λόγω δικαστική απόφαση επιβεβαιώθηκε, με διαφορετικό σκεπτικό, στην κατ' έφεση δίκη ενώπιον του Tallinna Ringkonnakohus (εφετείο του Ταλίν), το οποίο αποφάνθηκε ότι το Άρθρο 10 του ΕΚ 1383/2003 δεν παρέχει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να διαπιστώνουν οι ίδιες την ύπαρξη προσβολής δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας. Κατά το δικαστήριο αυτό, ελλείψει διαδικασίας με σκοπό να αποδειχθεί κατά πόσον υπήρξε προσβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας της Acerra OÜ, οι τελωνειακές αρχές δεν μπορούσαν να διατηρούν δεσμευμένα τα εμπορεύματα μετά την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας του Άρθρου 13.1 του ΕΚ 1383/
  19. Το Riigikohus (Ανώτατο Δικαστήριο), ενώπιον του οποίου η τελωνειακή υπηρεσία άσκησε έφεση, εξέφρασε αμφιβολία ως προς τη βασιμότητα της προαναφερόμενης ερμηνείας, δεδομένου ότι το εσθονικό δίκαιο επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές να κινούν αυτεπαγγέλτως διαδικασία εκατέρωθεν ακροάσεως προκειμένου να λαμβάνουν απόφαση επί της ουσίας ως προς το αν υφίσταται προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας. Εξ ου και παράπεμψε προδικαστικά ερωτήματα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με τα οποία, κατ' ουσίαν, ζητούσε να διευκρινιστεί αν το Άρθρο 13.1 του ΕΚ 1383/2003 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στη δυνατότητα των τελωνειακών αρχών να κινούν και να διεξάγουν, χωρίς πρωτοβουλία του δικαιούχου του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, την προβλεπόμενη με τη διάταξη αυτή διαδικασία.
  20. Αξιοσημείωτο είναι το σκεπτικό του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την προαναφερόμενη κατάληξη του: «
  21. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, ο κανονισμός 1383/2003 καθορίζει όχι μόνο τις προϋποθέσεις παρεμβάσεως των τελωνειακών αρχών όταν υπάρχουν υπόνοιες ότι τα εμπορεύματα ενδέχεται να θίγουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, αλλά επίσης τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όταν αποδεικνύεται ότι τα εμπορεύματα αυτά συνιστούν προσβολή των εν λόγω δικαιωμάτων.
  22. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις παρεμβάσεως των τελωνειακών αρχών, όταν υπάρχουν υπόνοιες ότι τα εμπορεύματα θίγουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, ο κανονισμός 1383/2003 ορίζει, στα άρθρα 5 έως 7, ότι η παρέμβαση αυτή λαμβάνει χώρα κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερόμενου δικαιούχου ή αυτεπαγγέλτως, όπως προκύπτει από το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού, υπό συνθήκες όμως που πρέπει να παρέχουν στον δικαιούχο τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 αυτού.
  23. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 25 των προτάσεών του, τα μέτρα που μπορούν να λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές για την αναστολή χορηγήσεως της άδειας παραλαβής ή για τη δέσμευση των εμπορευμάτων ως προς τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι θίγουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας είναι προσωρινά.
  24. Αφενός, τα μέτρα αυτά, όταν λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως, έχουν απλώς ως σκοπό να παράσχουν στον δικαιούχο τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση παρεμβάσεως των τελωνειακών αρχών τηρώντας τον τύπο και τις προϋποθέσεις που ορίζονται με τα άρθρα 5 επ. του κανονισμού 1383/
  25. Αφετέρου, όταν τα μέτρα αυτά λαμβάνονται μετά την υποβολή της προαναφερθείσας αιτήσεως, έχουν απλώς ως σκοπό να παράσχουν στον δικαιούχο τη δυνατότητα να αναφέρει ότι κίνησε τη διαδικασία με στόχο να προσδιοριστεί κατά πόσον υπήρξε προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
  26. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 10 του κανονισμού 1383/2003, οι διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου τα εμπορεύματα εμπίπτουν σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 1, παράγραφος 1, εφαρμόζονται για να προσδιοριστεί κατά πόσον υπήρξε προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
  27. Υπενθυμίζεται επίσης ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, αν σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της κοινοποιήσεως της αναστολής χορηγήσεως της άδειας παραλαβής ή της δεσμεύσεως των εμπορευμάτων το τελωνείο δεν έχει ενημερωθεί για την κίνηση διαδικασίας διαπιστώσεως τυχόν προσβολής δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία βάσει του άρθρου 10 του εν λόγω κανονισμού, χορηγείται άδεια παραλαβής ή, κατά περίπτωση, παύει η δέσμευση, υπό τον όρο ότι έχουν διεκπεραιωθεί όλες οι τελωνειακές διατυπώσεις.
  28. Οι ως άνω διατάξεις προσδιορίζουν τα μέτρα που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές συνεπεία της απουσίας ενεργειών εκ μέρους του δικαιούχου του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας το οποίο ενδεχομένως θίγεται από εμπόρευμα για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι προσβάλλει τέτοιο δικαίωμα. Αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν αυτές καθαυτές τη δυνατότητα των τελωνειακών αρχών να κινούν με δική τους πρωτοβουλία διαδικασία διαπιστώσεως τυχόν προσβολής δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ελλείψει πρωτοβουλίας του δικαιούχου του επίμαχου δικαιώματος.
  29. Κατά τα λοιπά, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από διάφορες διατάξεις του κανονισμού 1383/
  30. Στις διατάξεις αυτές καταλέγεται το άρθρο 10, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, το οποίο καθορίζει τις προϋποθέσεις για την κοινοποίηση της κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 13, παράγραφος 1, και αφορά την περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία αυτή έχει κινηθεί από υπηρεσία ή από τελωνείο.
  31. Ομοίως, το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 1383/2003 αφορά ρητώς την περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία έχει κινηθεί με τρόπο άλλο εκτός της πρωτοβουλίας του δικαιούχου του επίμαχου δικαιώματος.
  32. Εξάλλου, μολονότι ο δικαιούχος του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας διαδραματίζει ασφαλώς ουσιώδη ρόλο για τη λήψη, προς το δικό του συμφέρον, των αναγκαίων μέτρων προς παρεμπόδιση της διαθέσεως στην αγορά εμπορευμάτων κατά παραποίηση/απομίμηση και πειρατικών εμπορευμάτων (βλ., επ' αυτού, απόφαση Adidas, C‑223/98, EU:C:1999:500, σκέψη 26), εντούτοις η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να εμποδίζει τις τελωνειακές αρχές να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια κατά την έννοια του κανονισμού 1383/2003 χωρίς την πρωτοβουλία του δικαιούχου.
  33. Επίσης, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών του κανονισμού αυτού οι οποίοι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη του 2, συνίστανται στην παρεμπόδιση της διαθέσεως στην αγορά εμπορευμάτων τα οποία, πέραν του ότι προσβάλλουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, παραπλανούν τους καταναλωτές προκαλώντας ορισμένες φορές κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά τους, και άλλα πρόσωπα, πέραν των δικαιούχων, μπορούν, προκειμένου να εξαλειφθούν οι κίνδυνοι αυτοί, να επικαλούνται συμφέρον για τη διαπίστωση της προσβολής τέτοιων δικαιωμάτων.
  34. Επομένως, ο κανονισμός 1383/2003 αποσκοπεί στην προστασία όχι μόνον ιδιωτικών δικαιωμάτων και συμφερόντων αλλά επίσης και δημοσίων συμφερόντων.
  35. Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1383/2003 δεν αντιτίθεται στη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να κινούν τη διαδικασία διαπιστώσεως τυχόν προσβολής δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
  36. Όσον αφορά το ζήτημα αν οι τελωνειακές αρχές μπορούν να διεξάγουν τη διαδικασία αυτή και να λαμβάνουν απόφαση επί της ουσίας περί διαπιστώσεως τυχόν προσβολής δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 10 του κανονισμού 1383/2003, για τη διαπίστωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου βρίσκονται τα εμπορεύματα.
  37. Συναφώς, ούτε από το άρθρο 13, παράγραφος 1, ούτε από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του κανονισμού 1383/2003 προκύπτει βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να αναθέσουν την αρμοδιότητα λήψεως αποφάσεων επί της ουσίας αποκλειστικά σε συγκεκριμένες αρχές.
  38. Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης, καθόσον αρκέστηκε να προβλέψει ότι για να διαπιστωθεί τυχόν προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν στο προαναφερθέν κράτος μέλος, καταρχήν δεν απέκλεισε τη δυνατότητα να οριστεί ως αρμόδια αρχή για τη λήψη αποφάσεως επί της ουσίας όχι το δικαστήριο, αλλά μια διαφορετική αρχή. Επίσης, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η ως άνω αρμοδιότητα μπορεί να ανατίθεται σε άλλη αρχή πλην των δικαστηρίων (βλ., επ' αυτού, απόφαση Philips, C‑446/09 και C‑495/09, EU:C:2011:796, σκέψη 69).
  39. Επισημαίνεται συναφώς ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις της Συμφωνίας TRIPs, οι οποίες, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της έννομης τάξεως της Ένωσης (βλ., επ' αυτού, απόφαση Bericap, C‑180/11, EU:C:2012:717, σκέψη 67), και ιδίως από τις διατάξεις του άρθρου 49 αυτής, η προστασία δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας μπορεί να διασφαλίζεται στο πλαίσιο διοικητικών διαδικασιών που αφορούν την ουσία της υποθέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι οι διαδικασίες αυτές συνάδουν προς τις εγγυήσεις τις οποίες επιβάλλει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 41 της ίδιας συμφωνίας.
  40. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο κανονισμός 1383/2003 δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι καταρχήν αντιτίθεται σε εθνική διάταξη αναθέτουσα σε διοικητική αρχή το καθήκον να διαπιστώνει τυχόν προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας. Ομοίως, από καμία διάταξη του κανονισμού αυτού δεν προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να αναθέσουν τη σχετική αρμοδιότητα στις τελωνειακές αρχές.
  41. Επομένως, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ορίζει, δυνάμει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας, τους κανόνες σχετικά με την άσκηση της ως άνω αρμοδιότητας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν παρόμοιες περιπτώσεις κατά το εσωτερικό δίκαιο και δεν καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης, και ιδίως ο κανονισμός 1383/2003, στους δικαιούχους δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και στους διασαφηστές, κατόχους ή κυρίους των επίμαχων εμπορευμάτων (βλ., επ' αυτού, απόφαση Pohl, C‑429/12, EU:C:2014:12, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
  42. Ειδικότερα, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 41, παράγραφος 4, της Συμφωνίας TRIPs, να παρέχει στους μετέχοντες σε διαδικασία τη δυνατότητα να ζητούν τον έλεγχο των τελικών διοικητικών αποφάσεων από δικαιοδοτικό όργανο.
  43. Εφόσον, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία αναθέτει στην τελωνειακή αρχή το καθήκον να διαπιστώνει τυχόν προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει αν οι αποφάσεις που λαμβάνει σχετικώς η αρχή αυτή μπορούν να προσβληθούν με την άσκηση ενδίκου βοηθήματος διασφαλίζοντος την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν τα υποκείμενα δικαίου από το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα από τον κανονισμό 1383/2003.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  44. Ο Νόμος 133(Ι)/2006, ως έχει προαναφερθεί, θεσπίστηκε για σκοπούς εφαρμογής [και] του ΕΚ 1383/
  45. Εντούτοις, συμφώνως του σκοπού και προνοιών της σύμβασης TRIPS, επιπρόσθετα, ο Νόμος 133(Ι)/2006, δια του Άρθρου 11 αυτού, παρέχει στο Τμήμα Τελωνείων, προς τον σκοπό προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, την δυνατότητα και εξουσία, να κινεί με δική του πρωτοβουλία, διαδικασία διαπιστώσεως τυχόν προσβολής δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, σύμφωνα με την εθνική μας νομοθεσία, εκτός του πλαισίου που ρυθμίζει ο ΕΚ 1383/2003, ελλείψει ακόμη και πρωτοβουλίας του δικαιούχου του επίμαχου δικαιώματος, σε ότι αφορά εμπορεύματα τα οποία έχουν τελωνιστεί. Κάτι, που, ως προαναφέρθηκε, με παραπομπή στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση C‑583/12, Sintax Trading OÜ ν Maksu- ja Tolliamet, απόφαση ημερομηνίας 09/04/2014, δεν αντιβαίνει τις διατάξεις του ΕΚ 1383/2003 (και σε ότι αφορά τον Νόμο 133(Ι)/2006 τις όσες διατάξεις προηγούνται του Άρθρου 11 αυτού, που σκοπό έχουν την εφαρμογή των διατάξεων του ΕΚ 1383/2003).
  46. Σύμφωνα με το Άρθρο 11 του Νόμου 133(Ι)/2006: «Στην περίπτωση εμπορευμάτων που ενδέχεται να παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και για τα οποία έχει χορηγηθεί άδεια παραλαβής, εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις των άρθρων 75 έως 87, του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  47. Τα προαναφερόμενα στο Άρθρο 11 του Νόμου 133(Ι)/2006, Άρθρα 75 έως 87 του Νόμου 94(I)/2004, συναποτελούν (μαζί και με το Άρθρο 88) το Μέρος XVIII αυτού, που επιγράφεται «Γενικές Εξουσίες Παρέμβασης [του διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων]». Το τι ουσιαστικά επιτυγχάνεται δια του εν λόγω Άρθρου 11 του Νόμου 133(Ι)/2006, είναι η επέκτασης των αρμοδιοτήτων του Τμήματος Τελωνείων και των γενικών εξουσιών παρέμβασης του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων ([8]), [που κέκτηνται] βάση του Νόμου 94(I)/2004, [ειδικά] προς εφαρμογή του ΕΚ 1383/2003, της σύμβασης TRIPS και του Νόμου 133(Ι)/2006, προς τον σκοπό προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Εξουσία, που, ας σημειωθεί, εναποτίθεται γενικά στον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, από το Άρθρο 4
(2)του Νόμου 94(Ι)/2004 [[ix]]. Βλ. επίσης και το Άρθρο 104[(α) και (ια)] του Νόμου 94(I)/
  1. Βάση λοιπόν του Άρθρου 75 του Νόμου 94(Ι)/2004, εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί του Τμήματος Τελωνείων, δύνανται να εισέρχονται και επισκέπτονται κάθε χώρο («πάσης φύσεως εγκαταστάσεις») υποκείμενο σε τελωνειακή επιτήρηση, για επιθεώρηση και έλεγχο των ευρισκόμενων σε αυτές εμπορευμάτων και για τη διενέργεια ελέγχων των αρχείων, βιβλίων, εγγράφων ή στοιχείων, έστω και αν αυτά τηρούνται σε μηχανογραφημένη μορφή, οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου.
  2. Σημειώνεται, ότι, η φράση, «τελωνειακή επιτήρηση», ορίζεται από το Άρθρο 2 του Νόμου 94(Ι)/2004, ότι σημαίνει: «τις ενέργειες στις οποίες προβαίνει γενικά το τελωνείο ώστε να εξασφαλίζει την τήρηση των διατάξεων της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας (στην προκείμενη περίπτωση, του ΕΚ 1383/2003 και του Νόμου 133(Ι)/2006) που ισχύουν για τα εμπορεύματα που βρίσκονται υπό τελωνειακή επιτήρηση». Καλύπτει, συνεπώς, και εμπορεύματα που έχουν τελωνιστεί.
  3. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 76 του Νόμου 94(Ι)/2004, οι εξουσιοδοτημένοι, από τον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, λειτουργοί, για να διαπιστώσουν ή εξασφαλίσουν την τήρηση της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας (στην προκείμενη περίπτωση, ως έχει προαναφερθεί, του ΕΚ 1383/2003 και του Νόμου 133(Ι)/2006), δύνανται «να διενεργούν ελέγχους επί όλων των εμπορευμάτων που σχετίζονται τόσο με την είσοδο ή εισαγωγή, έξοδο ή εξαγωγή, ή διακίνηση ή εναπόθεση σε χώρους επιχειρηματικής δραστηριότητας» και «επί οποιωνδήποτε αρχείων, βιβλίων, εγγράφων ή στοιχείων, έστω και αν τηρούνται σε μηχανογραφημένη μορφή, οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου». Με εξουσία, μάλιστα, να ζητούν («απαιτούν»), βάση [και] του Άρθρου 78 του Νόμου 94(Ι)/2004, κάθε πληροφορία που έχει σχέση με τους ελέγχους αυτούς.
  4. Η εξουσία για είσοδο και έρευνα οικημάτων [[x]], προς τον σκοπό που έχει προαναφερθεί, από εξουσιοδοτημένους από τον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων λειτουργούς, καθορίζεται ειδικότερα από τα Άρθρα 79 και 80 του Νόμου 94(Ι)/2004, βάση του Άρθρου 79
(5)(α) του οποίου, παρέχεται και εξουσία «κατακράτησης, κατάσχεσης ως υποκείμενων εις δήμευση, ή μετακίνησης οποιοδήποτε εμπορευμάτων ., τα οποία βρέθηκαν στο οίκημα και για τα οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι δυνατό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά στοιχεία για τους σκοπούς οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας» (η έμφαση είναι δική μου). Περαιτέρω εξουσίες έρευνας και εξέτασης (ανάλογα της περίπτωσης) οχημάτων, σκαφών και προσώπων, διαδίδονται από τα Άρθρα 82, 83 και 85 του Νόμου 94(Ι)/2004. 51. Οι διατάξεις σχετικά με την δήμευση των εμπορευμάτων, περιλαμβάνονται στο Μέρος ΧΧ του Νόμου 94(Ι)/2004. Σύμφωνα με το Άρθρο 103
(1)του Νόμου 94(Ι)/2004, «οποιοδήποτε εμπόρευμα υπόκειται εις δήμευση δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, είναι δυνατό να κατασχεθεί ως υποκείμενο εις δήμευση ή κατακρατηθεί από το Διευθυντή ή τον εξουσιοδοτημένο λειτουργό. .». Βάση του Άρθρου 103
(5)του Νόμου 94(Ι)/2004, η διαδικασία για την κατάσχεση και δήμευση εμπορευμάτων, καθορίζεται στο Παράρτημα του Νόμου 94(Ι)/
  1. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ανδρέας Αριστοτέλους κ. α. ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Οικονομικών κ. α.
(1995)3 Α.Α.Δ. 279: «Η κατάσχεση προς δήμευση, διενεργούμενη κατά τις διατάξεις του άρθρου 170 του Νόμου, άγει σε περίπτωση αμφισβήτησης σε δικαστική διαδικασία προς έκδοση δικαστικής απόφασης "επί του θέματος της δημεύσεως". Η διαδικασία, την οποία το άρθρο 176 χαρακτηρίζει ως "τελωνειακή δίωξη", ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Δευτέρου Παραρτήματος του Νόμου. Ορίζεται ως αστική και διεξάγεται ενώπιον του αρμόδιου, κατά τα κριτήρια που τίθενται, Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αkak Marine Company Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(1994)1 Α.Α.Δ. 644, έγινε δεκτή η θέση της Δημοκρατίας πως ακόμα και στην περίπτωση διαδικασίας προς δήμευση πλοίου, αρμόδιο δικαστήριο είναι, κατά το Νόμο, το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι το Ανώτατο Δικαστήριο ως Ναυτοδικείο. Το αντικείμενο της διαδικασίας είναι καθορισμένο. Κηρύσσεται δικαστικώς η δήμευση, "εάν το Δικαστήριο εξεύρη ότι τούτο, ότε κατεσχέθη τω όντι υπέκειτο εις δήμευσιν". Ιδιαίτερες πρόνοιες του ιδίου Παραρτήματος αλλά και του άρθρου 177 καθορίζουν αρχές ως προς την απόδειξη ορισμένων ζητημάτων. . Ο Νόμος εισάγει μηχανισμό αδιαίρετο. Η κατάσχεση δεν αποτελεί την ενέργεια που αφ' εαυτής, κατά το Νόμο, επιφέρει τη δήμευση και δεν επάγεται συνέπειες ως προς το δικαίωμα της κυριότητας επί του εμπορεύματος που κατάσχεται. Το εμπόρευμα περιέρχεται ή δεν περιέρχεται στην κυριότητα της Δημοκρατίας ανάλογα με την αντίδραση του κυρίου του ή την κατάληξη της τελωνειακής δίωξης. H πρόταση των καθ' ων η αίτηση και των αιτητών που την υιοθετούν, παραγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα. Αποτελεί όρο του Νόμου να διενεργείται η κατάσχεση όχι για να επέλθουν εξ αυτής της ίδιας όποια έννομα αποτελέσματα, εννοείται άλλα από όσα συνδέονται προς την προσωρινή κατοχή του εμπορεύματος στα οποία θα επανέλθουμε, αλλά για να ακολουθήσουν όσα προνοούνται ως συνέχεια κατά το νόμο. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 53. Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει, ότι, ο Νόμος 94(I)/2004, προβλέπει τον τρόπο αντίδρασης σε δήμευση (ήτοι, ένεκα της κατάσχεσης εμπορευμάτων προς δήμευση από το Τμήμα Τελωνείων) και το Δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα, -ήτοι, ως έχει αναγνωριστεί, το Επαρχιακό Δικαστήριο, βλ. Άρθρο 8 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004, βλ. Χριστάκης Λεοντίου ν Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, μέσω του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας
(1995)1 Α.Α.Δ. 688-, μέσα από μία αστικής φύσεως διαδικασία. Σε ότι αφορά οτιδήποτε κατάσχεται ως υποκείμενο σε δήμευση, ως έχει προαναφερθεί, το Άρθρο 103
(5)του Νόμου 94(Ι)/2004 προνοεί, ότι, εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/
  1. Εξετάζοντας κάποιος τις πρόνοιες του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004, εύκολα εντοπίζει, ότι, παρόμοιες διατάξεις ισχύουν και στην Αγγλία και Ουαλία, βάση της νομοθετικής πράξης, Customs and Excise Management Act 1979, (βλ. Schedule 3, Provisions Relating to Forfeiture), οπόταν, καθοδήγησης, μπορεί να αντληθεί και από νομολογία των Δικαστηρίων της Αγγλίας και Ουαλίας που έχουν εξετάσει και ερμηνεύσει τις πρόνοιες του προαναφερόμενου νομοθετήματος.
  2. Βάση του Άρθρου 1 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004, ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων πρέπει να επιδώσει ειδοποίηση / δηλοποίηση, «για κάθε κατάσχεση εμπορεύματος ως υποκειμένου εις δήμευση σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ήταν ή εύλογα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο κάτοχος του εμπορεύματος κατά το χρόνο της κατάσχεσης, γνωστοποιώντας γραπτώς τους λόγους στους οποίους εδράζεται η κατάσχεση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος». Σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004, «αν οποιοδήποτε πρόσωπο διεκδικεί οποιοδήποτε εμπόρευμα το οποίο κατασχέθηκε ως υποκείμενο εις δήμευση, πρέπει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της δηλοποίησης της κατάσχεσης ή, εφόσον δεν του επιδόθηκε τέτοια δηλοποίηση εντός ενός μηνός από την κατάσχεση, να υποβάλει έγγραφη αμφισβήτηση σε οποιοδήποτε τελωνείο. Σε περίπτωση που λογίζεται η δηλοποίηση προσηκόντως επιδοθείσα με τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, τότε η πιο πάνω ημερομηνία αρχίζει από την ημερομηνία της δημοσίευσης». Δυνάμει του Άρθρου 5 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004 «στην περίπτωση που παρέλθει η νόμιμη προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 3 [Άρθρο 3 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004 ανωτέρω], και δεν επιδοθεί έγγραφη αμφισβήτηση ή σε περίπτωση που επιδόθηκε τέτοια αμφισβήτηση αλλά δεν τηρηθεί οποιαδήποτε από τις διατάξεις της παραγράφου 4, το εμπόρευμα που κατασχέθηκε λογίζεται ως κηρυχθέν εις δήμευση.» (βλ. European Brand Trading Ltd v The Commissioners of Her Majesty's Revenue and Customs [2016] EWCA Civ 90 και The Commissioners of Her Majesty's Revenue and Customs ν Lawrence Jones a. a. [2011] EWCA Civ 824, αμφότερες Εφετείου Αγγλίας και Ουαλίας). Εφόσον έγγραφη αμφισβήτηση δοθεί σύμφωνα με τα προαναφερόμενα Άρθρα 3 και 5 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004, το Άρθρο 6 του ιδίου προνοεί ότι «ο Διευθυντής [του Τμήματος Τελωνείων] οφείλει να ενεργήσει σε εύλογο χρόνο για έκδοση δικαστικής απόφασης για το θέμα της δήμευσης του εμπορεύματος αυτού και αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι κατά το χρόνο της κατάσχεσης το εμπόρευμα υπόκειτο πράγματι εις δήμευση, κηρύσσεται δικαστικά η δήμευσή του.». Ως έχει προαναφερθεί, η διαδικασία δήμευσης εμπορευμάτων, είναι αστική (πραγματοπαγής / in rem) και εγείρεται σε αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο (βλ. Άρθρο 8 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004). Ο Νόμος 94(Ι)/2004, καθορίζει στην διαδικασία και ζητήματα απόδειξης εφόσον, σε ότι αφορά το γεγονός της κατάσχεσης, τον τύπο και τρόπο διενέργειάς της, σύμφωνα με το Άρθρο 12 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004), προνοεί, ότι, αυτά, «λογίζονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έχουν διενεργηθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο [Νόμο 94(Ι)/2004] χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω απόδειξη». Δήμευσης των εμπορευμάτων, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, μεταφέρει την κυριότητα των εμπορευμάτων στην Δημοκρατία (βλ. Ανδρέας Αριστοτέλους κ. α. ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Οικονομικών κ. α.
(1995)3 Α.Α.Δ. 279) και The Commissioners of Her Majesty's Revenue and Customs ν Lawrence Jones a. a. [2011] EWCA Civ 824). Εκτίμηση και αξιολόγηση της μαρτυρίας, ευρήματα και τελικά συμπεράσματα 55. Έχοντας εξετάσει το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η υπό εξέταση διαφορά των διαδίκων, καταλήγω στα εξής συμπεράσματα: i. Για να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η Ενάγουσα έχει υποστεί την οποιαδήποτε ζημιά από ενέργειες του Τμήματος Τελωνείων, για την οποία μπορεί και πρέπει να αποζημιωθεί από την Δημοκρατία (νοουμένου ότι γίνει αποδεκτό ότι τέτοια ζημιά έχει στον απαιτούμενο βαθμό αποδειχθεί) βάση του προαναφερόμενου Άρθρου 15
(2)του Νόμου 133(Ι)/2006, πρέπει να εξετάσει κατά πόσο το Τμήμα Τελωνείων ορθά άσκησε τις αρμοδιότητες που του ανατίθενται από την σύμβαση TRIPS και τον Νόμο 133(Ι)/2006. Στην προκείμενη περίπτωση, σημειώνεται, οι πρόνοιες του ΕΚ 1383/2003 και του ΕΚ 1891/2004 (σε συνδυασμό), δεν εφαρμόζονται, καθότι, ως είναι παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων, τα εμπορεύματα, που αρχικά κατακρατήθηκαν από την Ενάγουσα και εν συνεχεία κατασχέθηκαν από αυτήν από το Τμήμα Τελωνείων ως υποκείμενα σε δήμευση, αν και είναι εμπορεύματα που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τελούσαν υπό τελωνιακή επιτήρηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 75 του Νόμου 94(Ι)/2004, αυτά είχαν ήδη τελωνιστεί, και ως εκ τούτου, το Τμήμα Τελωνείων, αρμοδίως μπορούσε να εφαρμόσει, σε σχέση με αυτά, τις πρόνοιες του Άρθρου 11 του Νόμου 133(Ι)/2006 και κατ' επέκταση τις πρόνοιες του Μέρος XVIII του Νόμου 94(Ι)/2004 σε σχέση με το οποίο εφαρμογής τυγχάνουν και οι πρόνοιες του Άρθρου 103[
(1)και
(5)] του Νόμου 94(Ι)/2004 ([9]). ii. Η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας, δεν αποσκοπεί στην δικαστική κήρυξη σε δήμευση των εμπορευμάτων που κατασχέθηκαν από το Τμήμα Τελωνείων ως υποκείμενων σε δήμευση, -αρμοδιότητα και καθήκον, που, βάση του Άρθρου 6 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004, ανήκει στον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων-, αλλά, επιδιώκει την [χρηματική] αποζημίωση της Ενάγουσας για ζημιά της, λόγω «παράνομης κατακράτησης και/ή κατάσχεσης» των εμπορευμάτων αυτών από το Τμήμα Τελωνείων, ως αποτέλεσμα της οποίας αυτά καταστράφηκαν ή κατέστησαν μη εμπορεύσιμα, ή λόγω «αμέλειας και/ή λανθασμένου χειρισμού» των εμπορευμάτων αυτών από το Τμήμα Τελωνείων, ως αποτέλεσμα του οποίου αυτά καταστράφηκαν ή κατέστησαν μη εμπορεύσιμα. iii. Αγωγή και απαίτηση της Ενάγουσας, που, αφενός, δεν μπορεί να λογισθεί ως «διαδικασία επικύρωσης της δήμευσης» (βλ. Ανδρέας Αριστοτέλους κ. α. ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Οικονομικών κ. α.
(1995)3 Α.Α.Δ. 279 ανωτέρω), και, που, αφετέρου, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να εξεταστεί, από την στιγμή, που, για να γεννηθεί αγώγιμο δικαίωμα στην βάση επί της οποίας η Ενάγουσα θέτει με αυτή της την Αγωγή την απαίτηση της, θα πρέπει η διαδικασία για κήρυξη των επίδικων εμπορευμάτων που κατασχέθηκαν σε δήμευση, που είναι παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων ότι εκκρεμεί προς εκδίκαση (Αγωγή Ε. Δικαστηρίου Λάρνακας υπ' αρ. 1230/2012, καταχωρηθείσα μεταγενέστερα της παρούσας, την 11/04/2012), να τελεσιδικήσει, αφού είναι στα πλαίσια εκείνης της Αγωγής που η νομιμότητα και ορθότητα των ενεργειών του Τμήματος Τελωνείων θα αποφασιστεί, ζήτημα που άμεσα συναρτάται με τις εδώ αιτιάσεις και απαιτήσεις της Ενάγουσας. Κατ' αναλογίαν, θα μπορούσε να λεχθεί, της διατυπώσεως του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, «παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά το παρόν άρθρο δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη» και του σκεπτικού αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έχει ερμηνεύσει αυτήν (βλ. ενδεικτικά, Χαραλάμπους Νικόλας ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 983). Ως εκ των προαναφερομένων, καταλήγω, ότι, η Ενάγουσα, δεν απέκτησε, ούτε και είχε αγώγιμο δικαίωμα για την έγερση αυτής της Αγωγής. iv. Ο συνήγορος της Ενάγουσας, αγορεύοντας τελικώς προς το Δικαστήριο, έδωσε βαρύτητα στον χρόνο που διέρρευσε μεταξύ της ημερομηνίας της δηλοποίησης της κατάσχεσης των εμπορευμάτων και της καταχώρησης αυτής της Αγωγής, που, ως έχει προαναφερθεί, προηγήθηκε χρονικά της αγωγής που καταχωρήθηκε για το θέμα της δήμευσης των εμπορευμάτων, για υποστηρίξει την θέση της Ενάγουσας, ότι, η τελευταία, δεν καταχωρήθηκε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ως προνοείται από το Άρθρο 6 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004, αφήνοντας έτσι την Ενάγουσα in limbus και αναγκάζοντας την ουσιαστικά να εγείρει αυτή την Αγωγή. Λόγω αυτής της αδράνειας από πλευράς του Τμήματος Τελωνείων και μη έγερσης της προνοούμενης από τον Νόμο διαδικασίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, εισηγήθηκε ο συνήγορος, κωλυόταν ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων, μετά και την καταχώρηση αυτής της Αγωγής, να ξεκινήσει διαδικασία για την δήμευση των εμπορευμάτων. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή την εισήγηση, -για την βάση της οποίας δεν παραπέμφθηκα σε οποιαδήποτε νομολογία προς υποστήριξη-, για τον εξής λόγο. Η έγερση αγωγής από πλευράς του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων βάση του Άρθρου 6 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004, αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, νοουμένου ότι έχει προηγηθεί δηλοποίηση κατάσχεσης των εμπορευμάτων ως υποκείμενων σε δήμευση και αμφισβήτησης ότι αυτά υπόκεινται σε δήμευση από διεκδικητή τους. Αυτό (η δηλοποίηση της κατάσχεσης των εμπορευμάτων), είναι ένα γεγονός, που, ανεξαρτήτως της διάστασης των διαδίκων ως προς το πότε χρονικά έλαβε χώρα, είναι παραδεκτό ότι έγινε ([10]). Μάλιστα, ως προνοεί το Άρθρο 6 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004, αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι κατά το χρόνο της κατάσχεσης τα εμπορεύματα υπόκειντο πράγματι σε δήμευση, κηρύσσεται δικαστικά η δήμευσή τους. Δηλαδή, το Δικαστήριο, ξεκάθαρα, αν προβεί σε τέτοια διαπίστωση, δεν έχει ευχέρεια να μην διατάξει την δήμευση των εμπορευμάτων. Δεδομένης, λοιπόν, της θεσμικής υποχρέωσης («statutory duty») του Διευθυντή του τμήματος Τελωνείων, να εγείρει αγωγή για την κήρυξη των εμπορευμάτων σε δήμευση, δεν τίθεται ζήτημα κωλύματος του («waiver») να ξεκινήσει την εν λόγω διαδικασία, ακόμη και στην περίπτωση, όπως στην υπόθεση αυτή, που η Ενάγουσα προενέργησε, για τους λόγους που ισχυρίζεται, να καταχωρήσει ενωρίτερα, Αγωγή. Σημειώνεται, εδώ εν προκειμένω, η αρχή δικαίου, σύμφωνα με την οποία, η διοίκηση, μπορεί να αποποιηθεί ή να θεωρηθεί ότι αποποιείται θεσμοθετημένου δικαιώματος («statutory entitlement»), αλλά όχι θεσμικού καθήκοντος («statutory duty»). Στην προκείμενη περίπτωση, ακόμη και εάν μπορούσε να γίνει λόγος περί θεσμοθετημένου δικαιώματος του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων να εγείρει την δικαστική διαδικασία για την δήμευση των κατασχεθέντων εμπορευμάτων, που ξεκάθαρα δεν είναι η περίπτωση, από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία, αλλά και τις επικοινωνίες των διαδίκων και των εκπροσώπων τους, ακόμη και στον βαθμό που αυτές δεν αμφισβητούνται, δεν καταδεικνύεται «κατηγορηματική διαβεβαίωση» προς την Ενάγουσα, από πλευράς του Τμήματος Τελωνείων, ότι δεν θα προχωρούσε με την διαδικασία στο Δικαστήριο για την δήμευση των εμπορευμάτων, στοιχείο απαραίτητο ([11]) για την δικαιολόγηση συμπεράσματος περί αποποίησης θεσμοθετημένου δικαιώματος (βλ. R v Inland Revenue Commissioners, ex parte M.F.K. Underwriting Agents Ltd [1990] 1 WLR 1545, Tamassos Tobacco Suppliers and Co v της Δημοκρατίας
(1992)3 Α.Α.Δ. 60). Τουναντίον, σε κάθε γραπτή επικοινωνία που τα δύο μέρη είχαν για την υπόθεση αυτή, -και δεν έχει υποστηριχτεί από πλευράς Ενάγουσας ότι υπήρξε οποιαδήποτε σχετική αντίθετη προφορική παράστασης προς αυτήν-, η πρόθεσης του Τμήματος Τελωνείων, εξάγεται ότι ήταν η έναρξη διαδικασίας δήμευσης των εμπορευμάτων. Δεν έχω ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το ότι, το Τμήμα Τελωνείων, ενήργησε με κακή πίστη έναντι της Ενάγουσας, σε ότι αφορά την καθυστέρηση που παρουσιάστηκε στην καταχώρηση της αγωγής για την δήμευση των εμπορευμάτων, που πιθανόν, αν και δεν δικογραφείται ένας τέτοιος ισχυρισμός από πλευράς Ενάγουσας, να έθετε τα πράγματα επί διαφορετικής διάστασης, και ως εκ τούτου, αλλά και για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, η προαναφερόμενη εισήγηση της Ενάγουσας δεν μπορεί να επιτύχει. v. Στη βάση του προαναφερόμενου σκεπτικού μου, η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας, δεν μπορεί να επιτύχει και ακολουθεί σχετική διαταγή απόρριψης της. vi. Τώρα, σε ότι αφορά το μέρος των εμπορευμάτων που επιστράφηκε στην Ενάγουσα από το Τμήμα Τελωνείων, το οποίο η Εναγομένη ισχυρίζεται ότι καταστράφηκε ή ότι είναι μη εμπορεύσιμο, -μέρος της απαίτησης της Ενάγουσας που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό ως βιώσιμο, από την στιγμή που το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας σχετικά με αυτό, είναι ανεξάρτητο της διαδικασίας δήμευσης των υπόλοιπων εμπορευμάτων, εφόσον η αποδέσμευσης τους προηγήθηκε ή έγινε παράλληλα της δηλοποίησης κατάσχεσης των υπολοίπων εμπορευμάτων η δήμευσης των οποίων επιδιώκεται-, σημειώνω ότι, ακόμη και να γινόταν αποδεκτή η εκδοχή αυτή της Ενάγουσας, -που δεν γίνεται αποδεκτή, καθότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε ως προς αυτή, από την ΜΕ1, ήταν γενική και ηθελημένα, βρίσκω, αόριστη, σχηματίζοντας μου την εντύπωση ότι δεν έλεγε την αλήθεια για το ζήτημα αυτό-, η Εναγόμενη, δεν έχει αποδείξει με την απαιτούμενη σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία, ως επιβάλλεται από την νομολογία, ποιά είναι η συγκεκριμένη ζημιά της, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκασης οποιουδήποτε σχετικού ποσού προς αποζημίωση της. Ως εκ τούτου, και αποδεκτή να γινόταν η εκδοχή της Ενάγουσας σε ότι αφορά τα γεγονότα αυτά, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, η απαίτηση της αυτή, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Ας σημειωθεί, ότι, η απαίτηση της Ενάγουσας για €54.362,50, αφορά, σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΕ1, το σύνολο των εμπορευμάτων που το τμήμα Τελωνείων είχε αρχικά κατακρατήσει από αυτήν, χωρίς να υπάρξει εξειδίκευσης, ποια ήταν από αυτά, τα εμπορεύματα που της επιστράφηκαν και ποιο το κόστος ή αξία τους, ή συσχέτισης τους με τους πίνακες εμπορευμάτων που η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο για να αποδείξει την ζημιά της (βλ. ειδικότερα Τεκμήριο ΜΑ17), ώστε να μπορούσε να ελεγχθεί έστω το μέρος αυτό της απαίτησης της και να εξεταστεί από το Δικαστήριο αν θεραπεία θα μπορούσε, δεδομένου του επίπεδου απόδειξης σε αστικές υποθέσεις, ως έχει προαναφερθεί, να της αποδοθεί. Σχετική, εν προκειμένω, είναι απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Perestrello é Companhia Limitada v United Paint Company Limited [1969] 1 WLR 570, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «. the question to be decided does not depend on words, but is one of substance' (per Bowen L. J., in Ratcliffe v. Evans [1892] 2 Q.B. 524). The same principle gives rise to the plaintiff's undoubted obligation to plead and particularise any item of damage which represents out-of-pocket expenses and loss of earnings incurred prior to the trial, and which is capable of substantially exact calculation. Such damage is commonly referred to as special damage or special damages but is no more than an example of damage which is 'special' in the sense that fairness to the defendant requires that it be pleaded. The obligation to particularise in this latter case arises not because the nature of the loss is necessarily unusual, but because a plaintiff who has the advantage of being able to base his claim on a precise calculation must give the defendant access to the facts which make such calculation possible. The matter is clearly stated in Mayne and MacGregor on Damages (12th edition, 1961) in paragraph 970 where the learned editors write: 'Special damage consists in all items of loss which must be specified by [the plaintiff] before they may be proved and recovery granted. The basic test of whether damage is general or special is whether particularity is necessary or useful to warn the defendant of the type of claim and evidence or of the specific amount of claim which he will be confronted with at the trial'"». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Κατάληξη 56. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ο ΕΚ 1383/2003, είχε καταργήσει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3295/94 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1994 περί μέτρων απαγόρευσης της ελεύθερης κυκλοφορίας της εξαγωγής, της επανεξαγωγής και της υπαγωγής υπό καθεστώς αναστολής των εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης και των αναπαραχθέντων χωρίς άδεια (πειρατικών), ο οποίος, επίσης, ως προκύπτει από τον τίτλο του, θέσπιζε ένα σύστημα σχετικά με την είσοδο στην Κοινότητα και την εξαγωγή και επανεξαγωγή από την Κοινότητα, εμπορευμάτων που παραβιάζουν ορισμένα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. [2] Ο ΕΚ 1891/2004, έχει επίσης καταργηθεί από 01/01/2014, από τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1352/2013 της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 4ης Δεκεμβρίου 2013 για την κατάρτιση των εντύπων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την τελωνειακή επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. [3] Βλ. επίσης το Άρθρο 5.2 του ΕΚ 1383/2003. [4] World Trade Organisation (WTO). [5] General Agreement on Tariffs and Trade (GATT). [6] Agreement on Trade-Related Aspects of Intellectual Property Rights (TRIPS). [7] Βλ. Επίσημη Εφημερίδα Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: ΕΕ L 336, 37ο έτος, 23/12/1994, σελίδα 1. [8] Βλ. και Άρθρο 4
(1)(ii) του Νόμου 94(I)/
  1. [9] Βλ. [και] C‑583/12, Sintax Trading OÜ ν Maksu- ja Tolliamet, απόφαση ημερομηνίας 09/04/2014 ανωτέρω. [10] Δεν εξετάζω εδώ, -λόγω της κατάληξης μου που ακολουθεί και επειδή βρίσκεται σε εκκρεμότητα ενώπιον του Ε. Δ. Λάρνακας η προαναφερόμενη Αγωγή υπ' αρ. 1230/2012-, αν η Ενάγουσα αμφισβήτησε ή όχι την δήμευση των εμπορευμάτων, συμφώνως των προνοιών των Άρθρων 3 και 4 του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004, ως η τοποθέτηση της Δικηγόρου της Δημοκρατίας (αν και παρενθετικά σχολιάζεται το γεγονός της καταχώρησης της προαναφερόμενης Αγωγής υπ' αρ. 1230/2012 για δήμευση των εμπορευμάτων, ως ένα ζήτημα που θα έπρεπε ή πρέπει να απασχολήσει σε ότι αφορά την θέση αυτή). [11] Ενός από τα απαραίτητα στοιχεία. [i] Βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/
  2. [ii] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212. [iii] Βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ.
  1. [iv] Βλ. επίσης και την απόφαση του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Κραμβή στην υπόθεση D. & E. Natiotis Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, Υπόθεση Αρ. 1028/2005, 26/06/
  2. Σχετικές είναι και οι αποφάσεις Δ. Α. Δ. στις υποθέσεις Ελληνική Τράπεζα Λτδ ω Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Οικονομικών κ. α.
(1996)4 Α.Α.Δ. 3430 [έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Αρτέμη] και Kourtellaris Trade and Tours Ltd v Διευθυντή Τελωνείων Κύπρου
(2001)4 Α.Α.Δ. 357 [μ., Δ. Α. Δ., Νικήτα]. [v] Όπως αναφέρθηκε από τον Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Μ. Κρονίδη στην υπόθεση Re Valery Mechanov
(2003)1 Α.Α.Δ. 217: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι διακρατικές συμβάσεις οι οποίες κυρώνονται διά νόμου αποτελούν εσωτερικό δίκαιο με ισχύ υπέρτερη του νόμου. Οι διεθνείς συμβάσεις υπερτερούν της εσωτερικής νομοθεσίας. Πέραν τούτου και προς άρση κάθε αμφιβολίας η Βουλή το 1990 ψήφισε τροποποιητικό νόμο του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου αρ. 97/90. Με αυτό έχουν τροποποιηθεί τα άρθρα 9 και 13. Ολόκληρη η τροποποίηση έχει ως ακολούθως: . Συνάγεται επομένως, από την παράθεση των πιο πάνω άρθρων, ότι στην παρούσα υπόθεση εφαρμογής τυγχάνει το άρθρο 12
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και όχι το άρθρο 13 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου αρ. 97/1970. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Βλ. και Interfund Investments Ltd v Πανικου Μαλέκου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1677. [vii] Παραθέτω σχετική περικοπή από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση Ανδρέας Δημητρίου ν Αικατερίνη Δημητρίου
(2012)1 Α.Α.Δ. 834: «Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, και επί τούτου συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, στις 2 Ιουνίου 2004, που κατατέθηκε από την εφεσίβλητη η εναρκτήρια αίτηση, ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, βρισκόταν σε ισχύ η πριν την τροποποίηση με το Νόμο 169(Ι)/2006, διατύπωση του Άρθρου 15 του Ν.232/91 που προνοούσε: . Συναφώς, υπάρχει μια αφετηρία διετούς παραγραφής, εδραζόμενη σ' ένα πραγματικό γεγονός, αυτό της ημερομηνίας λύσης του γάμου. Το κρίσιμο ερώτημα της αναδρομικότητας του Άρθρου 15 του Ν.232/91, θα πρέπει να ιδωθεί με το σκεπτικό ότι επηρεάζει ουσιαστικό δικαίωμα του εφεσείοντα να προβάλει παραγραφή της αξίωσης εναντίον του. Με αυτή την προϋπόθεση, αν, ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να περιορίσει αυτό το δικαίωμα, θα έπρεπε να φαίνεται ότι υπήρχε αυτή η πρόθεση ή να εξάγεται με σαφήνεια. Θεωρούμε ότι ούτε το ίδιο το γράμμα αλλά ούτε ο σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου ήταν να δώσει αυτή τη διάσταση και αφαίρεση υφιστάμενου δικαιώματος προβολής παραγραφής, και η εν λόγω τροποποίηση, άφησε το δικαίωμα του εφεσείοντα εν προκειμένω, άθικτο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [viii] Παραθέτω σχετική περικοπή από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636: «Όπως ορθά σημειώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής, εδώ στα οκτώ έτη. Κατά κανόνα, η περίοδος παραγραφής αρχίζει να μετρά από τη στιγμή που προκύπτει η αιτία της αγωγής. Ωστόσο, διαφορετική ρύθμιση του θέματος μπορεί να γίνει διά νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, το κρίσιμο χρονικό σημείο έναρξης της περιόδου παραγραφής είναι, σύμφωνα με το νόμο, η ημέρα που καταρτίστηκε η συναλλαγή και αυτό βεβαίως, σε συνάρτηση με την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ του νόμου παραγραφεί. Αν η διαπίστωση είναι ότι η συγκεκριμένη απαίτηση όντως έχει παραγραφεί τότε σαφώς δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα προς διεκδίκηση της παραγεγραμμένης απαίτησης. Κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η αγωγή βρισκόταν σε ισχύ το Άρθρο 26 του νόμου με το οποίο, καθώς έχει ειπωθεί, τροποποιήθηκε ο χρόνος παραγραφής απαίτησης που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή έτσι ώστε αυτή να παραγράφεται μετά πάροδο οκτώ ετών από τη μέρα που καταρτίστηκε η συναλλαγή. Για να διαπιστωθεί λοιπόν κατά πόσο έχει ή όχι παραγραφεί η συγκεκριμένη απαίτηση ο χρόνος θα πρέπει να υπολογιστεί με αφετηρία τη μέρα κατάρτισης της συναλλαγής και τέρμα το χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Με βάση τα αναντίλεκτα γεγονότα της υπόθεσης που αφορούν στο χρόνο κατάρτισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής, ο κατά τα ανωτέρω υπολογισμός του χρόνου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κρίσιμη χρονική περίοδος είναι μικρότερη των οκτώ ετών και συνεπώς δεν υπήρχε κώλυμα για τους εφεσίβλητους να διεκδικήσουν δι' αγωγής την απαίτηση τους.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ix] Συγκεκριμένα, το Άρθρο 4
(2)του Νόμου 94(Ι)/2004, προνοεί: «Το Τμήμα Τελωνείων είναι επίσης αρμόδιο, δια του Διευθυντή του στα σημεία εισόδου και εξόδου, στους τελωνειακούς περιβόλους και στο εν γένει τελωνειακό έδαφος, για την προάσπιση της δημόσιας υγείας και την προστασία του κοινωνικού συνόλου, να ελέγχει πρόσωπα, αποσκευές, εμπορεύματα και μεταφορικά μέσα, για τον εντοπισμό αφ' ενός παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, ψυχοτρόπων ή τοξικών ουσιών, όπλων, εκρηκτικών, πυρηνικών υλικών, κεφαλαίων προερχόμενων από οικονομικές εγκληματικές δραστηριότητες, πολιτιστικών αγαθών, πειρατικών προϊόντων, προϊόντων παραποίησης ή απομίμησης, ασέμνων ειδών, και αφετέρου τελωνειακών και άλλων παραβάσεων και ποινικών αδικημάτων που αφορούν μεταφορές, αλιεία, προστασία περιβάλλοντος, διακίνηση ειδών πνευματικής ιδιοκτησίας, άγριας πανίδας και χλωρίδας, προδρόμων ουσιών, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων τελωνειακών και άλλων παραβάσεων και ποινικών αδικημάτων που δεν κατονομάζονται στο εδάφιο αυτό και διαπιστώνονται κατά τους ελέγχους, που του έχουν ανατεθεί, με ειδικές διατάξεις της Κοινοτικής και Κυπριακής Νομοθεσίας, Διεθνείς Συνθήκες και Συμφωνίες για την προστασία των συμφερόντων της Δημοκρατίας και των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σημειώνεται, εν προκειμένω, ότι, το Άρθρο 3 του Νόμου 94(Ι)/2004, ορίζει τον όρο «τελωνειακό έδαφος»: «Το τελωνειακό έδαφος περιλαμβάνει το χερσαίο τμήμα, τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο της Δημοκρατίας. Οι ελεύθερες ζώνες και ελεύθερες αποθήκες αποτελούν τμήματα ή χώρους του τελωνειακού εδάφους της Δημοκρατίας, χωρισμένα από το υπόλοιπο τελωνειακό έδαφος.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, ως σχετικές με τα προαναφερόμενα, τις ερμηνείες που δίδονται στους όρους «αρμοδιότητα που παραχωρήθηκε», «έλεγχος από το τελωνείο» και «τελωνειακή επιτήρηση» από το Άρθρο 2 του Νόμου 94(Ι)/2004. [x] Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου 94(Ι)/2004, «οίκημα»: σημαίνει «κάθε τόπο, κτίριο, κτιριακό συγκρότημα, οικοδομή, κατοικία, υποστατικό, υπόστεγο, χώρο ή συνδυασμό τους, περιλαμβανομένων των ανοικτών περιφραγμένων χώρων ως και κάθε έγγεια ιδιοκτησία, αεροσκάφος, πλοίο ή πλωτό μέσο ανεφοδιασμού.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.