← Κύπρος

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ν. ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΜΑΠΠΟΥΡΑ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 982/2012, 29/9/2017

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ν. ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΜΑΠΠΟΥΡΑ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 982/2012, 29/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 982/2012 Μεταξύ: ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ Ενάγοντα - και - ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΜΑΠΠΟΥΡΑ ΛΑΒΡΕΝΤΙΕΦ ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΚΡΟΜΑΑΛΛΗ ΧΡΙΣΤΟΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 29/09/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Χρήστος Γκούντρας για την Αργυρού & Δημοσθένους Δ. Ε. Π. Ε. Για την Εναγομένη 1: κ. Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης για την Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Στην υπόθεση αυτή, υπό εξέταση είναι οι διατάξεις του Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, που αφορούν το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Ως αναφέρθηκε [και] από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Sam v Atkins [2005] EWCA Civ 1452, η αμέλεια είναι μια σύνθετη έννοια, που αναγκαστικά συνδυάζει τα στοιχεία: (α) της ύπαρξης καθήκοντος επιμέλειας, (β) της παραβίασης αυτού, (γ) της αιτιώδους συνάφειας και (δ) της ζημιάς•, τα οποία στοιχεία καλό είναι να μην εξετάζονται κατ' απομόνωση. Το ζήτημα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να απαντάται σε υποθέσεις όπου υπάρχει ισχυρισμός για την διάπραξη του αστικού αδικήματος της αμέλειας, είναι κατά πόσο η σχέση μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου είναι τέτοια, που επιβάλλει στον τελευταίο την υποχρέωση να μεριμνά για την αποφυγή ή την αποτροπή της ζημίας που ο πρώτος έχει πράγματι υποστεί. Στο ερώτημα αυτό, σημειώνεται, υπάγεται και το ερώτημα, κατά πόσο οι πράξεις ή οι παραλείψεις του εναγομένου προκάλεσαν τη ζημία που ο ενάγων επικαλείται. Αν όχι, τότε δεν τίθεται ζήτημα αμέλειας.
  2. Η υπόθεση αυτή, αφορά τροχαίο ατύχημα, στο οποίο ενεχόμενοι ήταν το μηχανοκίνητο όχημα που οδηγούσε η Εναγομένη 1 και ο Ενάγοντας που ήταν πεζός. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η αμέλεια της Εναγομένης 1, κατά την οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος της, προκάλεσε το δυστύχημα τους και την ζημιά του. Αρχικά, η Αγωγή του Ενάγοντα στρεφόταν και εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4, εντούτοις, δεν προωθήθηκε και η υπόθεσης τελικά οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο ότι αφορά την Εναγομένη
  3. Η ευθύνη που ένας οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος φέρει να τηρεί την συνήθη επιμέλεια και επιδεξιότητα έναντι των ατόμων που χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο που λογικά θα μπορούσε να προβλέψει ως πιθανώς επηρεαζόμενα από την οδήγηση του, είναι καλά εδραιωμένη περίπτωση στην οποία επιβάλλεται καθήκον επιμέλειας κάτω από το Άρθρο 51 του Κεφ. 148 (βλ. Καλαθά ν Πουλλίτα

(2006)1 Α.Α.Δ. 480, Barrett v Enfield London Borough Council [2001] 2 AC 550 και Sam v Atkins [2005] EWCA Civ 1452).
  1. Ως έχει νομολογηθεί [[i]], το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος, είναι αντικειμενικό. Δεν συναρτάται με τους υποκειμενικούς παράγοντες που προσδιορίζουν τις δυνατότητες του οδηγού για επιμελή οδήγηση, αλλά με την ίδια την οδήγηση και τα εξωτερικά της γνωρίσματα. Επέδειξε ή όχι, ο οδηγός, στον ουσιώδη χρόνο, την επιμέλεια για την ασφάλεια των άλλων, που επέβαλλαν εξ αντικειμένου τα γεγονότα της υπόθεσης [[ii]]; Αυτό είναι το ερώτημα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να απαντάται, βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Συναρτάται, ως εκ τούτου, ο προσδιορισμός της απαιτούμενης επιμέλειας, από τα δεδομένα της τροχαίας και τη φροντίδα που εύλογα αναμένεται από πρόσωπο που βρίσκεται στη θέση του οδηγού, να επιδείξει, για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αριστείδου ν Πολυδώρου, ECLI:CY:AD:2016:A16, Πολιτική Έφεση Αρ. 346/2010, 15/01/2016: «. το κριτήριο για την αμέλεια είναι αντικειμενικό. Ο Εναγόμενος θα πρέπει να έχει συμπεριφερθεί και θα πρέπει να έχει επιδείξει προσοχή και φροντίδα χαμηλότερου επιπέδου, υπό τις περιστάσεις, από το επίπεδο που αναμένεται από έναν λογικό, συνετό, ικανό και έμπειρο οδηγό. Το μέτρο δεν είναι εκείνο του τέλειου οδηγού, αλλά του λογικού, συνετού και ικανού οδηγού.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
  2. Η υπόθεση αυτή, ως προαναφέρθηκε, αφορά τροχαίο ατύχημα στο οποίο ενεχόμενοι ήταν μηχανοκίνητο όχημα [δια του οδηγού του] και πεζός. Το πραγματικό ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά να αποφασίσει σε αυτή την υπόθεση, είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας, στο σημείο του δρόμου που βρισκόταν [πεζός] κατά τον χρόνο της σύγκρουσης, ήταν ορατός στην Εναγομένη 1 [οδηγό του οχήματος] και για αρκετό χρόνο, [αρκετό] ώστε η Εναγομένη 1 να έχει αποτύχει στο καθήκον της [ως οδηγός] να φροντίζει να προσέχει και να παρατηρεί τους πεζούς, ούτως ώστε, εγκαίρως, να λαμβάνει μέτρα αποφυγής τους, δια φρεναρίσματος ή αλλαγής πορείας (δηλαδή, αποτροπής ή αποφυγής σύγκρουσης με αυτούς), αν αυτό ήταν κάτι που μπορούσε υπό τις περιστάσεις να επιτευχτεί (βλ. Sam v Atkins [2005] EWCA Civ 1452, Quamili v Holt a. a. [2008] EWCA Civ 1625 και Turner v Arriva North East Ltd [2006] EWCA Civ 410).
  3. Οι διάδικοι, αν και για τα περισσότερα από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης συμφωνούν, ή σε κάθε περίπτωση, προκύπτει ότι συμφωνούν ένεκα μη αμφισβήτησης τους, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο κυρίαρχο και επίδικο για την υπόθεση ζήτημα, υποστήριξαν προς το Δικαστήριο δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές σε ότι αφορά τα γεγονότα που το αφορούν. Οι θέσεις τους, κατ' αρχήν, διίστανται σε ότι αφορά το σημείο της σύγκρουσης τους, που είναι το βασικότερο γεγονός επί του οποίου αμφότεροι οικοδόμησαν την υπόθεση τους και επί του οποίου τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου θα βασιστούν για την τελική του κατάληξη ως προς το ζήτημα της ευθύνης. Ως εκ τούτου, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου η διαπίστωση της αλήθειας, για να καταλήξει ποιος ευθύνεται για το δυστύχημα ή και σε ποιο βαθμό (βλ. Hatton v Cooper [2001] EWCA Civ 623, Cooper v Floor Cleaning Machines [2003] EWCA Civ 1649 και Eyres v Atkinsons Kitchen and Bedrooms Ltd [2007] EWCA Civ 365).
  4. Κατά την εκδοχή του Ενάγοντος, την 22/09/2006, περί τις 13:15 μ. μ., πεζός επιχείρησε την διασταύρωση της οδού Ινδού Ποταμού στη Λάρνακα. Κατ' εκείνο τον χρόνο, η Εναγομένη 1, οδηγούσε επί της εν λόγω οδού, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KBN 008 με κατεύθυνση προς την οδό Χαρ. Πατσίδη. Κατά την μετάβαση του στο δρόμο, στην προσπάθεια του, ως έχει προαναφερθεί, να διασταυρώσει την εν λόγω οδό, στο σημείο της που βρίσκεται παρά το κέντρο εστίασης «Ασιώτη», κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο που οδηγείτο από την Ενάγουσα αμελώς, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του και συνακόλουθα και την ζημιά του. Κατά τους ισχυρισμούς του, λόγω του δυστυχήματος, υπέστη «αστάθεια δεξιού έσω πλάγιου συνδέσμου [στην περιοχή του γονάτου], λόγω μερικής ρήξεως του και διάστρεμμα αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης», που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά, το μεν γόνατο, δια της ακινητοποίησης του σε γύψινο επίδεσμο για περίοδο 6 εβδομάδων, ο δε αυχένας, δια εφαρμογής κολάρου αυχένα για περίοδο 1 μηνός. Για σκοπούς αποθεραπείας του, υπεβλήθη και σε φυσιοθεραπεία. Ενώ, λόγω των τραυματισμών του, παρέμεινε εκτός εργασίας για περίοδο [από το δυστύχημα] μέχρι και την 15/12/
  5. Στην βάση αυτού του υπόβαθρου γεγονότων, αξιώνει από την Ενάγουσα γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.
  6. Η Εναγομένη 1, δεν αποδέχεται ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος ανταποκρίνονται πλήρως στα όσα πραγματικά επισυνέβησαν. Θέσης της είναι ότι, κατά την διάρκεια που αυτή οδηγούσε το εν λόγω όχημα της στην οδό Ινδού Ποταμού στην Λάρνακα, συγκρούστηκε με τον Ενάγοντα, ο οποίος διασταύρωνε αυτήν από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία της, πίσω όμως από σταθμευμένο όχημα. Αρνείται ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο της αμελώς και υποστηρίζει ότι το δυστύχημα επισυνέβη αποκλειστικά λόγω της αμέλειας, [ή εν πάση περιπτώσει, και της αμέλειας], του Ενάγοντα. Αν και κατά την δίκη, οι σωματικές βλάβες που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη, έγιναν παραδεκτές [καθότι, το τι ουσιαστικά αμφισβητείται, προκύπτει να είναι η ευθύνη για το δυστύχημα], σημειώνεται ότι, με την έκθεση υπεράσπισης της, η Εναγομένη 1, αρχικά αρνείτο, τόσο αυτές [και το δικαίωμα του Ενάγοντα σε σχετική θεραπεία], όσο και τις ειδικές ζημιές που ο Ενάγοντας υποστηρίζει ότι υπέστη συνεπεία του δυστυχήματος.
  7. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντος, πέραν της μαρτυρίας του ιδίου, κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο και ο Αστ. 1429, Σ. Γερασίμου, που ήταν ο εξεταστής της σκηνής του δυστυχήματος για την αστυνομία, που κλήθηκε στην σκηνή. Οι μάρτυρες για την υπόθεση του Ενάγοντα αναλυτικά: Στέφανος Θρασυβούλου (Ενάγοντας) και Αστ. 1429, Σ. Γερασίμου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2»).
  8. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Εναγομένης, μαρτυρία παρουσιάστηκε μόνον από την ίδια.
  9. Οι θέσεις των διαδίκων, σε ότι αφορά τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, ως αυτές προκύπτουν από την δικογραφία που καθορίζει και το τι είναι επίδικο μεταξύ τους και προς κρίση από το Δικαστήριο μετά από ακρόαση της υπόθεσης, έχουν προαναφερθεί. Πρόδηλα, από αυτές, προκύπτει διάστασης μεταξύ των δύο εκδοχών που οι διάδικοι ισχυρίστηκαν στο Δικαστήριο, ως προς τα πραγματικά περιστατικά της. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, παρουσιάστηκε από πλευράς του η μαρτυρία και του ΜΕ
  10. Οι θέσεις του ΜΕ2, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Εναγομένης
  11. Το τι ουσιαστικά παρατηρήθηκε, αναφορικά με την αντεξέταση του, ήταν, ότι, απλά επιδιώχθηκε η διευκρίνησης της μαρτυρίας του και η παράθεσης κάποιων περαιτέρω λεπτομερών σε ότι αφορούσε τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσε, σε ότι αφορά μάλιστα τα οποία, δεν του υποβλήθηκαν θέσεις αντίθετες ή άλλες διαφορετικές. Ουσιαστικής αμφισβήτησης, έτυχε η μαρτυρία του Ενάγοντος, ειδικότερα σε ότι αφορούσε τις συνθήκες του δυστυχήματος και τα κονδύλια που αξιώνει από την Εναγομένη 1 υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, τα οποία αφορούν κυρίως την ισχυριζόμενη απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του. Σημειώνεται εδώ, ότι, τα γεγονότα που αφορούν τον τραυματισμό του Ενάγοντος και συγκεκριμένα το είδος αυτού και τις επισκέψεις του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας σε ότι αφορά τον εν λόγω τραυματισμό του (για σκοπούς θεραπείας και αποθεραπείας) και τα έξοδα ετοιμασίας της ιατρικής έκθεσης του Δρ. Γ. Παπαγιάννη σχετικά με αυτόν, κατά την εξέλιξη της δίκης, και συγκεκριμένα κατά την συνεδρίαση του Δικαστηρίου της 22/04/2016, έγιναν παραδεκτά από πλευράς Εναγομένης 1 δια του συνηγόρου της.
  12. Εστιάζω, συνεπώς την προσοχή μου, στην εκτίμηση της μαρτυρίας του Ενάγοντος, η μαρτυρία του οποίου, ως έχει προαναφερθεί, ήταν αυτή που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένης
  13. Σε υποθέσεις που αφορούν τροχαία ατυχήματα, η εκτίμηση της μαρτυρίας και ειδικότερα αυτή των εμπλεκόμενων οδηγών, συνήθως, θα έλεγε κάποιος, σχεδόν κανονικά, γίνεται με αναφορά προς το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, που ετοιμάζεται από τον αστυφύλακα που διερεύνησε τις συνθήκες του δυστυχήματος για την αστυνομία αμέσως μετά το δυστύχημα, αν αυτό γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι αποτελεί αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113). Και τούτο, επειδή, ως έχει νομολογηθεί, το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, στο οποίο απεικονίζονται στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας που αφορούν την υπόθεση, αποτελεί σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν Δημητρίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388 και Σωτηρίου ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307). 14. Όπως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Κονναρή ν Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, η πραγματική μαρτυρία, όντως, μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, η σημασία της όμως ποικίλλει, ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο [και] στην υπόθεση Ευαγγέλου ν Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην εκτίμηση και αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα. 15. Εντούτοις, η απουσία σχεδίου για την σκηνή του δυστυχήματος, δεν συνιστά κώλυμα για το Δικαστήριο να εξάγει τα συμπεράσματα του, από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Ως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113: «Το σχεδιάγραμμα της σκηνής ενός δυστυχήματος σκοπό έχει να φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου την πραγματική κατάσταση που υπάρχει στη δρόμο και τα ίχνη που τυχόν αφήνει μια σύγκρουση δύο οχημάτων. Η πραγματική αυτή μαρτυρία έχει σκοπό να δοκιμάσει την αξιοπιστία της ζωντανής μαρτυρίας των μαρτύρων οι οποίοι καταθέτουν. Η απουσία σχεδιαγράμματος δεν αποκλείει το Δικαστήριο από την υποχρέωσή του για αξιολόγηση της ζωντανής μαρτυρίας που παρουσιάζεται ενώπιόν του. Το Δικαστήριο είχε υποχρέωση να αξιολογήσει τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και με βάση αυτή να εξάξει τα ευρήματα και συμπεράσματά του, πράγμα που ορθά έπραξε.». 16. Σε κάθε περίπτωση, όπως σχολιάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Siakos v Nicolaou
(1980)1 C.L.R. 333, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της πραγματικής μαρτυρίας και ειδικότερα όταν πρόκειται για σχέδιο σκηνής ενός δυστυχήματος στο οποίο αποτυπώνονται στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό, εάν δεν έχει ακούσει μαρτυρία / γνώμη από πραγματογνώμονα που να βασίζεται επί της πραγματικής μαρτυρίας για τα αίτια του δυστυχήματος, να μην καθιστά τον εαυτό του πραγματογνώμονα προς διαπίστωση τους (βλ. και HjiGeorghiou v. The Police
(1972)2 C.L.R. 86, Constantinou v The Police
(1972)2 C.L.R. 89, Salih v Sofocleous
(1979)1 C.LR. 248 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252). Εντούτοις, όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Shakolas v Agathangelou a. a.
(1983)1 C.L.R. 1007, το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν αποκλείεται από του να εξετάσει, εφαρμόζοντας την κοινή λογική, την πραγματική μαρτυρία ή/και άλλη σχετική μαρτυρία από την οποία αποδεικνύεται το σύνολο των περιστάσεων κάτω από τις οποίες συνέβη το δυστύχημα, για να καταλήξει σε συμπεράσματα και να προβεί σε ευρήματα σε ότι αφορά την ύπαρξη ευθύνης λόγω αμέλειας, χωρίς να τίθεται ζήτημα ότι ενήργησε ως πραγματογνώμονας. Η προσέγγισης όμως αυτή, χρειάζεται προσοχή και ως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χρίστου ν Χρίστου κ. α., ECLI:CY:AD:2015:A483, Πολιτική Έφεση Αρ. 250/10, 07/07/2015, εφαρμόζεται κατ' εξαίρεση: «Δεν διαφωνούμε ότι, γενικώς, είναι επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να αποκλείσει ή επιβεβαιώσει εκδοχή οδηγού ως προς την ταχύτητα του ιδίου ή άλλου οδηγού, να καταφύγει στην απλή κοινή λογική και εμπειρία για να αξιολογήσει την εκδοχή οποιουδήποτε από τους εμπλεκόμενους οδηγούς ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η ταχύτητα ενός εκ των εμπλεκομένων οδηγών ήταν ψηλή ή χαμηλή, ανάλογα με τον ισχυρισμό που τίθεται ενώπιον του. Όμως αυτό αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που δεν επιτρέπει στο (πρωτόδικο) Δικαστήριο να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας και ενόψει τούτου η κατάληξη σε τέτοιο συμπέρασμα προϋποθέτει ότι τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του, ιδιαίτερα η πραγματική μαρτυρία, είναι τέτοια που αφ΄ εαυτών, ως θέμα κοινής λογικής και εμπειρίας, δικαιολογούν τέτοιο συμπέρασμα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 17. Στην προκείμενη περίπτωση, υπάρχει σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο και μπορεί να υποβοηθήσει το έργο του Δικαστηρίου, να εκτιμήσει την μαρτυρία του Ενάγοντος. Το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1), παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον Ενάγοντα και αναγνωρίστηκε στην συνέχεια από τον ΜΕ2 ως τον δημιουργό του. Ο ΜΕ2, ως προαναφέρθηκε, ήταν ο αστυφύλακας που εξέτασε την σκηνή του δυστυχήματος για την αστυνομία, η οποία εκλήθη στην σκηνή σύντομα μετά από αυτό. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ2, στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 1, απεικονίζονται τα ευρήματα του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Ως έχει νομολογηθεί, σκοπός της μαρτυρίας του αστυνομικού που ερευνά ένα τροχαίο δυστύχημα, πρέπει να είναι η παράθεσης προς το Δικαστήριο των πραγματικών στοιχείων που παρατήρησε στην σκηνή του δυστυχήματος, ώστε αυτά να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Δεν είναι της αρμοδιότητος του ερευνώντος το δυστύχημα αστυνομικού, να υποδείξει συμπεράσματα από τα πραγματικά στοιχεία που παρατήρησε στην σκηνή του δυστυχήματος, καθότι, μοναδικός κριτής της υπόθεσης πρέπει να είναι το Δικαστήριο (βλ. Ευθυμίου ν Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1280)•, το οποίο, μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία του, εάν ικανοποιηθεί ότι αυτός προέβη σε όλες τις αναγκαίες υπό τις περιστάσεις ενέργειες προς διερεύνηση του και καταγραφής των παρατηρήσεων του (βλ. Κωνσταντινου ν Χ"Αντωνίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 455) και κρίνει την αξιοπιστία του, όπως κάθε άλλου μάρτυρα (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 279).
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, ως προανέφερα, η μαρτυρία του ΜΕ2, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένης
  2. Τουναντίον, προκύπτει ότι και η Εναγομένη 1 βασίστηκε σε αυτήν προς υποστήριξη της υπόθεσης της. Σε κάθε περίπτωση, ο ΜΕ2, ως μάρτυρας, μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όσα κατέγραψε στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 1, αλλά και στην έκθεση του, αποτελούν τα πραγματικά του ευρήματα και παρατηρήσεις από την έρευνα που διεξήγαγε επί της σκηνής και κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Δεν υπήρξε άλλωστε εισήγησης από πλευράς Εναγομένης 1 ως προς το αντίθετο ή «εχθρική» αντιμετώπισης της μαρτυρίας του από πλευράς Ενάγοντα, ούτε και έχουν προκύψει από την μαρτυρία του ΜΕ2 και την υπόλοιπη μαρτυρία, στοιχεία που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μη αποδοχή της μαρτυρίας του, ή μη αποδοχή κάποιου μέρους της. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του ΜΕ2 στο σύνολο της και ειδικότερα ότι, στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 1, αποτυπώνεται η πραγματική κατάστασης που υπήρχε στο δρόμο, στο μέρος όπου έγινε το δυστύχημα, κατά την επιτόπια επίσκεψη της από αυτόν. Ως άλλωστε αναφέρθηκε από τον ΜΕ2 και δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς, είτε του Ενάγοντα, είτε της Εναγομένης 1, με το σχέδιο του της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε, Τεκμήριο 1, συμφώνησαν αμφότεροι οι διάδικοι, οι οποίοι όμως υπέδειξαν σε αυτόν διαφορετικά σημεία, όπου κατά τον ισχυρισμό τους έγινε η σύγκρουσης.
  3. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ2, -η μνήμη του οποίου, σε ότι αφορά τα γεγονότα που μαρτύρησε στο Δικαστήριο, σε κάποιο βαθμό ανανεώθηκε, ως παρατηρήθηκε, από το περιεχόμενο της αστυνομικής έκθεσης, Τεκμήριο 1-: (α) το δυστύχημα, -γεγονός άλλωστε παραδεκτό από αμφότερους τους διαδίκους-, έγινε η ώρα 13:15 υπό το φώς της ημέρας και υπό συνθήκες αίθριου καιρού και καλής ορατότητας•, (β) η οδός Ινδού Ποταμού διέρχεται κατοικημένης περιοχής και ως εκ τούτου, επειδή δεν θυμόταν αν υπήρχε κάποια άλλη σχετική ένδειξη, το όριο ταχύτητας ήταν 50 χλμ ανά ώρα•, (γ) η οδός Ινδού Ποταμού, είναι πολυσύχναστη οδός, δεν χαρακτηρίζεται όμως από πυκνή τροχαία κίνηση•, (δ) στο σημείο της οδού Ινδού Ποταμού όπου επισυνέβη το δυστύχημα, δεν υπάρχει διάβασης πεζών, ως επίσης δεν υπάρχει διάβασης πεζών σε κάποιο άλλο σημείο της, κοντινό προς την σκηνή του δυστυχήματος•, (ε) επί του σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος, με το γράμμα Γ, σημείωσε τρία οχήματα που ήταν σταθμευμένα παράνομα στον δρόμο όταν επισκέφτηκε την σκηνή του δυστυχήματος•, (στ) επίσης, επί του σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος, με το γράμμα Δ, σημείωσε το σημείο όπου σύμφωνα με την μαρτυρία που εξασφάλισε κατόπιν διερεύνησης, στεκόταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος που παρευρισκόταν εντός του κέντρου εστίασης «Ασιώτη». Σύμφωνα με τον ΜΕ3, ο αυτόπτης μάρτυρας, δεν είχε σχέση με τα σταθμευμένα οχήματα, σημειωμένα με το γράμμα Γ ως έχει προαναφερθεί•, (ζ) ο αυτόπτης μάρτυρας, υπέδειξε ως κατεύθυνση του πεζού κατά την προσπέλαση του επί της οδού Ινδού Ποταμού, αυτή που υποδεικνύεται από το τόξο που σημειώνεται με το γράμμα Β στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και ως σημείο της σύγκρουσης του οχήματος της Εναγομένης 1 με τον Ενάγοντα, το σημείο Χ, υποδείξεις που συνάδουν, ως ανέφερε, με τις υποδείξεις στις οποίες προέβη προς αυτόν και η Εναγομένη 1•, (η) καταθέσεις ελήφθησαν κατά την διερεύνηση της σκηνής του δυστυχήματος και αστυνομικός φάκελος σχηματίστηκε, εντούτοις, λόγω πολλών ετών από την ημερομηνία του δυστυχήματος, αυτός καταστράφηκε βάσει της ισχύουσας πρακτικής που η αστυνομία ακολουθεί σε ότι αφορά το αρχείο της.
  4. Η προαναφερόμενη μαρτυρία του ΜΕ2, συνάδει και από αυτή την άποψη υποστηρίζει τα όσα η Εναγομένη 1 ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, σε ότι αφορά την πορεία που ακολούθησε ο Ενάγοντας για να διασταυρώσει την οδό Ινδού Ποταμού και το σημείο σύγκρουσης του οχήματος της Εναγομένης 1 με τον Ενάγοντα, τα οποία, ως υποστήριξε ο ΜΕ2, του υποδείχθηκαν, ως προαναφέρθηκε, και από πρόσωπο παρευρισκόμενο πλησίον της σκηνής του δυστυχήματος, την μαρτυρία του οποίου εξασφάλισε κατόπιν διερεύνησης. Παράλληλα, η μαρτυρία αυτή του ΜΕ2, καταρρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, την μαρτυρία του οποίου για τους λόγους που επεξηγώ με περισσότερη λεπτομέρεια στην συνέχεια, δεν μπορώ να αποδεχθώ, καθότι, εκτιμώ ότι δεν παρέχει ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Σε ότι αφορά την υπόθεση του Ενάγοντα, εκτός της προαναφερόμενης ανεξάρτητης μαρτυρίας που αντικρούει την δική του μαρτυρία και θέση σε ότι αφορά την πορεία που ακολούθησε για να εισέλθει στην οδό Ινδού Ποταμού και το σημείο της σύγκρουσης, εντοπίζεται μία αστάθεια θέσεων που δημιουργεί σοβαρή αμφιβολία ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών του. Θα περιοριστώ να αναφερθώ σε δύο σημεία, ουσιαστικά για την διαμόρφωση της προαναφερόμενης κρίσης μου. Το πρώτο και πιο κύριο, είναι το γεγονός, ότι, ο Ενάγοντας, αν και παρουσίασε στο Δικαστήριο την έκθεση της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 1 (στο οποίο περιλαμβάνεται και το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος), όπου στην παράγραφο 9, στο μέρος που επιγράφεται «συνοπτική έκθεση των γεγονότων», αναφέρεται ότι αυτός είχε διασταυρώσει τον δρόμο πίσω από σταθμευμένο όχημα, επέλεξε να μην σχολιάσει καθόλου το γεγονός, ότι, ως καταγράφεται στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος υπέδειξε πορεία και σημείο σύγκρουσης διαφορετικά από αυτά που ο ίδιος ισχυρίστηκε που επιβεβαιώνουν ότι όντως φαίνεται να διασταύρωσε την οδό προερχόμενος πίσω από σταθμευμένα οχήματα. Υπάρχει όμως και συνέχεια. Εκτός του ότι, ως προαναφέρθηκε, ο Ενάγοντας, δεν έδωσε μαρτυρία κατά την κυρίως εξέταση του για το εν λόγω γεγονός, αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Εναγομένης 1 σχετικά, επίσης δεν προσέφερε καμία απολύτως δικαιολογία, ή εξήγηση, πως ήταν δυνατό να υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας που να αμφισβητεί την θέση του ως προς τα γεγονότα. Περιορίστηκε απλά στο να αναφέρει ότι ήταν σίγουρος για το σημείο από όπου διασταύρωσε την οδό Ινδού Ποταμού. Εντούτοις, κατά την αντεξέταση της Εναγομένης 1, -και χωρίς να είχε ούτε ο ΜΕ2 ευθέως ερωτηθεί από τον συνήγορο του Ενάγοντος σε ότι αφορούσε τα όσα μαρτύρησε ο αυτόπτης μάρτυρας-, ο συνήγορος του Ενάγοντα της υπέβαλε διάφορες θέσεις, σε μία προσπάθεια να καταδείξει, σχέση φιλική (γειτονίας) του αυτόπτη μάρτυρα με την Εναγομένη 1, δηλαδή, μεροληπτική προς αυτήν (διερωτώμαι πως εξασφαλίστηκε αυτή η γνώσης και γιατί δεν είχε ενωρίτερα παρουσιαστεί από πλευράς Ενάγοντα ένας τέτοιος ισχυρισμός). Είχε μάλιστα προσπαθήσει να υποστηρίξει την θέση, ότι, ο αυτόπτης μάρτυρας, ήταν ο οδηγός του παράνομα σταθμευμένου, επί της οδού Ινδού Ποταμού στην σκηνή του δυστυχήματος, οχήματος, με αριθμούς εγγραφής ΚΑΝ 715 (βλ. σημείο Γ επί του σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 1), κάτι που είχε ενωρίτερα ακροθιγώς (ίσως και παραπλανητικά) ερωτηθεί κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ2 και δεν απαντήθηκε, αλλά καταρρίφτηκε από την μαρτυρία του (του ΜΕ2) κατά την αντεξέταση του, όταν είχε ευθέως ερωτηθεί επ' αυτού. Το δεύτερο ζήτημα που παρατηρώ, που με οδηγεί σε αρνητική αποτίμηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, είναι, ότι, ενώ η θέσης του ήταν ότι το σημείο της σύγκρουσης ήταν στο σημείο Χ1 και όχι στο σημείο Χ, κατά την αντεξέταση της Εναγομένης 1, ο συνήγορος του, ελάμβανε ως δεδομένο σημείο σύγκρουσης το υποδειχθέν από την Ενάγουσα, για να υποστηρίξει ότι η απόστασης των 13,6 μ. που διένυσε μετά την σύγκρουση μέχρι να έρθει σε στάση, υποδηλώνει ότι έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα.
  5. Αποδεχόμενος συνεπώς την μαρτυρία της Εναγομένης 1 και του ΜΕ2, βρίσκω ότι: (α) ο Ενάγοντας, είχε διασταυρώσει την οδό Ινδού Ποταμού έχοντας την κατεύθυνση που υποδεικνύεται στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος με τόξο και σημειώνεται με το γράμμα Β•, (β) ότι η σύγκρουσης του οχήματος της Εναγομένης 1 με τον Ενάγοντα, έγινε στο σημείο της οδού Ινδού Ποταμού που σημειώνεται με το σημείο Χ επί της σκηνής του δυστυχήματος•, (γ) ότι η Ενάγουσα είχε την κατεύθυνση που υποδεικνύεται στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος με τόξο και σημειώνεται με το γράμμα Α•, (δ) ότι ο Ενάγοντας, για να διασταυρώσει την οδό Ινδού Ποταμού έχοντας την κατεύθυνση που ως προαναφέρθηκε υποδεικνύεται στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος με τόξο και σημειώνεται με το γράμμα Β, πέρασε πίσω από το σταθμευμένο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΑΝ 715 (που ακολουθούσε σε σειρά άλλα δύο σταθμευμένα προς την κατεύθυνση από όπου ερχόταν το όχημα της Εναγομένης 1 οχήματα), τύπου βαν (κάτι που υποδηλώνει τύπο οχήματος με αποθηκευτικό χώρο στην καρότσα του, κλειστού τύπου - ύψους 2 μ. και μήκους 4,80 μ. και πλάτους 1.70 μ., ως καταγράφεται στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος Τεκμήριο 1), και (ε) ότι 70 εκ μετά που έγινε ορατός από το σημείο κατεύθυνσης του οχήματος της Εναγομένης 1, χτυπήθηκε από το όχημα της στο σημείο Χ, χωρίς να υπήρχε χρόνος για την όποια αντίδραση της Εναγομένης 1 προς αποφυγή του. Συνεπώς, δεν βρίσκω την Εναγομένη 1 υπεύθυνη για την ζημιά που ο Ενάγοντας υπέστη.
  6. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η Αγωγή του Ενάγοντα αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αγωγής, πλέον Φ. Π. Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 1 και εναντίον του Ενάγοντα. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παγκος Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300. [ii] Δέστε τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160 και Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.