← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΓΥΛΕΩΝ ΕΡΓΟΛΥΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αίτηση Αρ.: 125/2015, 22/9/2017

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΓΥΛΕΩΝ ΕΡΓΟΛΥΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αίτηση Αρ.: 125/2015, 22/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Αρ.: 125/2015 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΓΥΛΕΩΝ ΕΡΓΟΛΥΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 113 ------------------- Ημερομηνία: 22/09/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Χαραλάμπους Β. Σπυρούλα για την Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ. Ε. Π. Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση: κα Στέλλα Ευριπίδου για την Ρ. Ερωτοκρίτου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. ------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Το Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία προς τον σκοπό εξέτασης της υπόθεσης αυτής, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 209 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και του Άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 [[i]]. Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται ισχυρισμός από πλευράς Αιτήτριας, ότι, το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση βρίσκεται στους Αγίους Βαβατσινιάς Λάρνακα. Προβάλλεται, επίσης, ισχυρισμός, ότι, το εκδομένο μετοχικό κεφάλαιο της Καθ' ης η Αίτηση είναι €8.543,
  2. Οι ισχυρισμοί αυτοί της Αιτήτριας, δικαιολογούν σύμφωνα με τις προαναφερόμενες πρόνοιες της νομοθεσίας, την ανάληψη δικαιοδοσίας για εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης από αυτό το Δικαστήριο.
  3. Η Αιτήτρια, με την υπό κρίση Αίτηση, αιτείται από το Δικαστήριο, την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση, στην οποία Αίτηση, η τελευταία, υπέβαλε ένσταση.
  4. Η Τα Άρθρα 211(ε) και 212[(α) και (γ)] Κεφ. 113, οι πρόνοιες των οποίων αποτελούν ουσιαστικά την κεντρική βάση του νομικού υπόβαθρου της υπό κρίση Αίτησης, έχουν ως ακολούθως: «
  5. Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- ... (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της· ...
  6. Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ..................................................................................». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  7. Για μια πλήρη ανάλυση της νομικής πτυχής και εφαρμογής των προνοιών των προαναφερόμενων άρθρων του Κεφ. 113, παραπέμπω στην απόφαση της έντιμης Π. Ε. Δ. κας Λ. Δημητριάδου, στην Αίτηση Εκκαθάρισης Αρ. 654/11 του Ε. Δ. Λευκωσίας, Αναφορικά με την Εταιρεία Truckoman Ltd, ημερομηνίας 16/09/2013 [[ii]], την ανάλυση και σκεπτικό της οποίας υιοθετώ πλήρως. Παραθέτω αυτούσια σχετική περικοπή από τα αναφερόμενα της έντιμης Προέδρου στην εν λόγω απόφαση της: «Πιστωτής εταιρείας του οποίου το χρέος κατέστη πληρωτέο και δεν μπορεί να εξασφαλίσει πληρωμή δικαιούται να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας. Η οφειλή προς τον πιστωτή θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη[iii]. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Palmer's «Company Precedents», Part 2 Winding Up 17n Έκδοση, σελ. 39: «Α creditor of the company for a sum of money presently and unconditionally due and payable is unquestionably a creditor who can present a petition for winding up.» To Άρθρο 211 του ΚΕΦ.113 προνοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει ένα διάταγμα διάλυσης μιας εταιρείας που δεν έχει τη δυνατότητα να πληρώσει τα χρέη της. Ειδικά κριτήρια ανικανότητας καθορίζονται στο Άρθρο 212 του Νόμου όπου τεκμαίρεται, μεταξύ άλλων, αφερεγγυότητα στην περίπτωση που η εταιρεία παραλείψει να πληρώσει το χρέος της με την παρέλευση τριών εβδομάδων από την ιδιόχειρη αξίωση πληρωμής προς αυτή από τον πιστωτή, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (α) του εν λόγω Άρθρου. Στην υπόθεση GIP Construction Ltd ν. Δ/τη Κοινωνικών Ασφαλίσεων

(1991)1 ΑΑΔ 11 λέχθηκε ότι η αδυναμία πληρωμής χρεών δεν εξαντλείται στις περιπτώσεις του Άρθρου 212 το οποίο δεν περιορίζει τη γενικότητα του Άρθρου 211(ε). Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη μαρτυρία και να εκδώσει διάταγμα διάλυσης αν πιστοποιήσει αφερεγγυότητα της εταιρείας δυνάμει του Άρθρου 211 (ε) και χωρίς να συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του Άρθρου
  1. Με άλλα λόγια η γενικότητα του Άρθρου 211(ε) δεν επηρεάζεται από τα ειδικά τεκμήρια φερεγγυότητας της εταιρείας που ορίζονται στο Άρθρο
  2. Παραθέτω σχετική περικοπή από την υπόθεση GIP Construction Ltd ν. Δ/τη Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 ΑΑΔ 11[iv] στις σελίδες 18 και 19: «Τα άρθρα 211 και 212 του δικού μας Νόμου είναι αντιγραφή του αντίστοιχου αγγλικού. Στην Αγγλία η έννοια των διατάξεων αυτών έχει φωτισθεί από νομολογία. Σύμφωνα με την αγγλική προσέγγιση, n εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει την γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών της από μια εταιρεία. Δηλαδή, οι εξειδικευμένοι λόγοι συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που θα μπορούσε να κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα. Στην αγγλική νομολογία βρίσκει κανείς και τα εξής παραδείγματα. Απόδειξη από τον πιστωτή ότι το χρέος που του οφείλεται δεν έχει πληρωθεί από την εταιρεία εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυος: Re Globe New Patent Iron and Steel Co. [1875] L.R. 20 Eg.
  1. To ίδιο είναι το αποτέλεσμα και όταν υπάρχει παραδοχή από την εταιρεία ότι δεν έχει περιουσία επί της οποίας θα μπορούσε να γίνει εκτέλεση: Re Flagstaff Silver Mining Co. of Utah [1875] LR. 20 Eg.
  2. Σε αυτές τις περιπτώσεις όμως, η εταιρεία μπορεί να αποκρούσει την εκ πρώτης όψεως μαρτυρία με απόδειξη ότι δύναται στην πραγματικότητα να πληρώσει τα χρέη της: Re Bradford Tramways Co. [1876] 4 Ch.O. 18,
  3. Στην υπόθεση Re Capital Annuities Ltd. [1978] 3 All ER. 704, στην σελ. 718, την εκφρασθείσα από το Δικαστήριο άποψη, ότι μαρτυρία που δείχνει ότι μια εταιρεία δεν έχει για την ώρα αρκετή ρευστότητα να πληρώσει όλα τα παρόντα χρέη της είτε έχουν είτε δεν έχουν ζητηθεί δεν σημαίνει από μόνη της και αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, πρέπει να την δει κανείς σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης και αφού περιπλέον επισημανθεί πως εν πάση περιπτώσει εκείνο που ο Δικαστής είχε υπόψη του ήταν πως εκεί επρόκειτο για εντελώς προσωρινή δυσκολία που θα μπορούσε να αρθεί μέσα σε λίγες ημέρες. Θεωρούμε πως και στα δικά μας άρθρα 211 και 212 πρέπει να δοθεί η ιδία ερμηνεία. Το ότι στο περιθώριο του άρθρου 212 του δικού μας νόμου υπάρχει σημείωση που εμφανίζει το περιεχόμενο του ως ορισμό της έννοιας της "αδυναμίας πληρωμής χρεών" της αναφερομένης στο άρθρο 211, δεν είναι λόγος για διάφορη ερμηνεία. Η έννοια των άρθρων 211 και 212 είναι σαφής. Και επομένως η σημείωση στο περιθώριο στο άρθρο 212 δεν αποτελεί παρά μια ατυχή περιγραφή που δεν έχει σημασία.» Όπως τονίστηκε στην πιο πάνω απόφαση η διαφορά μεταξύ της γενικότερης εξέτασης του θέματος και των εξειδικευμένων περιπτώσεων του Άρθρου 212 (α) και του 212(β) είναι ότι στις εξειδικευμένες περιπτώσεις η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που τίθεται οδηγούν από μόνες τους και στην κατάληξη. Εγείρεται, δηλαδή, το νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής χρεών. Αντίθετα, στην περίπτωση της γενικότερης εξέτασης του θέματος το θέμα κρίνεται ανάλογα με το πώς θα αξιολογηθούν τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων και εκείνων στην άλλη πλευρά της πλάστιγγας που θα ήθελε προβάλει η εταιρεία. Επανερχόμενη στη νομική βάση της υπό εξέταση Αίτησης που υπενθυμίζω είναι το Άρθρο 211 (ε) και το Άρθρο 212 (α) επισημαίνω ότι, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι επιδόθηκε προς την εταιρεία απαίτηση πληρωμής και έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τριών εβδομάδων και το χρέος δεν έχει εξοφληθεί, τότε τεκμαίρεται ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης της. Τέτοια απαίτηση πληρωμής θα πρέπει να επιδίδεται στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας[v]. Επίσης στην υπόθεση Pan-Aman Limited ν. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1 ΑΑΔ 1796 αποφασίστηκε ότι το Άρθρο 212 δεν είναι αυτοτελές αλλά εξειδικεύει το Άρθρο 211(ε) και δεν παρέχει «άλλους τρεις» λόγους για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Το Άρθρο 212(
  1. a)εντάσσεται στα πλαίσια του γενικότερου Άρθρου 211(ε) ως προς την ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της και ορίζει μια συγκεκριμένη περίπτωση όπου, σύμφωνα με το Νόμο η εταιρεία λογίζεται ότι αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της. Με βάση το Άρθρο 211 παρέχονται επτά ξεχωριστές βάσεις σε κάθε μια από τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης. Το Άρθρο 212 εξειδικεύει το Άρθρο 211(ε). Το Άρθρο 212 (α) καθορίζει ρητά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η επίδοση της απαίτησης πληρωμής. Και αυτό είναι με την παράδοση της απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Στην υπόθεση Phasarias (Automotive Center) Ltd (ανωτέρω) θεωρήθηκε ότι η επίδοση σε Διευθυντή χωρίς να αναφέρεται ότι αυτή έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η δέουσα και η προβλεπόμενη από το Άρθρο 212(
  2. a)του ΚΕΦ.113. Κατά πόσο οι Αιτητές μπορούν να θεωρηθούν «πιστωτές» Στην παρούσα υπόθεση ένα από τα ζητήματα που εγείρονται προς εξέταση είναι κατά πόσο οι Αιτητές συνιστούν πιστωτές εντός της έννοιας του σχετικού Νόμου. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του Άρθρου 212 του ΚΕΦ.113 η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία θα πρέπει να προέρχεται από «πιστωτή». Παρομοίως στο Άρθρο 213
(1)του ιδίου Νόμου το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας προβλέπεται ότι τέτοια αίτηση υποβάλλεται, μεταξύ άλλων, από οποιονδήποτε πιστωτή. Στην υπόθεση Σπανού ν. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 315 το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας την έννοια του «πιστωτή» στο Άρθρο 213
(1)επεσήμανε ότι οι πρόνοιες του εν λόγω Άρθρου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του s.224
(1)του Αγγλικού Νόμου Companies Act 1948. Ανέφερε δε τα ακόλουθα σχετικά στη σελ. 321 της απόφασης: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golstein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.LR. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ. 1127, παρ.85-14 Ηalsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, δηλαδή, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)." Στην πιο πάνω υπόθεση τονίστηκε περαιτέρω από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ακόμη και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός στερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Στην αγγλική υπόθεση Mann and Another v. Goldstein and Another
(1968)2 All E.R. 769 στο πλαίσιο εξέτασης και ερμηνείας του όρου «πιστωτής» με βάση το σχετικό Άρθρο της αγγλικής νομοθεσίας επισημάνθηκε ότι σ΄ αυτό τον όρο δεν εμπίπτει πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και εκεί όπου η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση από τις σελ. 774-775: "It might be suggested that this court should, where the company is insolvent, intervene on the ground that it would be to the detriment of future possible creditors to countenance the continuation of a company unable to pay its debts as they fall due. The companies court, however, in accordance with the practice which I have mentioned, does dismiss a petition founded on a substantially disputed debt whose validity it cannot conveniently decide even though the company be insolvent............. For my part, I would prefer to rest the jurisdiction directly on the comparatively simple propositions that a creditor's petition can only be presented by a creditor, that the winding-up jurisdiction is not for the purpose of deciding a disputed debt (that is, disputed on substantial and not insubstantial grounds)' since, until a creditor is established as a creditor he is not entitled to present the petition and has no locus standi in the companies court; and that, therefore, to invoke the winding-up jurisdiction when the debt is disputed (that is, on substantial grounds) or after it has become clear that it is so disputed is an abuse of the process of the court." (δικές μου υπογραμμίσεις για σκοπούς έμφασης) Για το υπό εξέταση ζήτημα χρήσιμη είναι η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Palmer's Company Law 24η έκδοση στις σελ. 1366-1367 η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Aντρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 991: «Bona Fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. "Sub­stantial" here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not consti­tute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Sub­stantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding. In considering the matter the court will take into account the following factors: (i) the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based; and
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained by fraud. However, none of these factors is conclusive.» (δικές μου οι υπογραμμίσεις για σκοπούς έμφασης) Όπως έχει τονιστεί στην αγγλική υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green
(1894)70 LT 271, η οποία αναφέρθηκε και αυτή με επιδοκιμασία στην υπόθεση Χατζηγιάννης (ανωτέρω), η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους και όχι, απλώς, του ύψους του τότε δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Στην υπόθεση Χατζηγιάννης (ανωτέρω) τονίσθηκε, επίσης, ότι δεν είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει[vi]. H παράλειψη μιας εταιρείας να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση του Άρθρου 212(α) του ΚΕΦ.113 δεν συνιστά «αμέλεια» εντός της έννοιας της εν λόγω παραγράφου εάν υπάρχει εύλογη αιτία για την παράλειψη. Τέτοια εύλογη αιτία αποτελεί η καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης [[vii]]. Σκοπός όλων των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών είναι να οδηγείται σε εκκαθάριση μία εταιρεία η οποία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Επομένως όταν υφίσταται αμφισβητούμενη οφειλή, τότε αίτηση για εκκαθάριση στη βάση τέτοιων προνοιών δεν συνιστά ενδεδειγμένο μέτρο και ούτε, βεβαίως, θα πρέπει μια τέτοια αίτηση να καταχωρείται καταχρηστικά ως μοχλός πίεσης σε μία εταιρεία για να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Πρέπει να επισημάνουμε ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης μιας αίτησης για εκκαθάριση δεν πρέπει και ούτε αναμένεται να υπεισέλθει στην ουσία ("merits") της υπεράσπισης που προβάλλεται από μέρους της εταιρείας. Σε μια τέτοια περίπτωση, εκεί δηλαδή όπου προβάλλεται μία καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης, το Δικαστήριο θα απορρίψει την αίτηση ως καταχρηστική και τίθεται θέμα καταχώρησης και εξέτασης νέας αίτησης μόνο μετά από επιτυχή έκβαση της σχετικής αγωγής εναντίον της εταιρείας [[viii]]. Κατά συνέπεια εάν ένας «πιστωτής» έχει λόγους να αναμένει ότι η εταιρεία θα εγείρει πειστική και/ή αληθοφανή (plausible) υπεράσπιση στην απαίτηση του, είναι καλύτερα να καταχωρήσει πρώτα αγωγή και, μετά την εξασφάλιση απόφασης υπέρ του, να καταχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης. Σε τέτοια περίπτωση η εταιρεία θα κωλύεται, ως αποτέλεσμα της απόφασης, να αμφισβητήσει πλέον την απαίτηση επί της ουσίας. Σχετική είναι η πιο κάτω περικοπή από το Σύγγραμμα Pennigton's Company Law, 4η έκδοση, όπου στη σελ. 679 αναφέρονται τα εξής: "...if a creditor has reason to expect that the company will raise a plausible defence to his claim, his best course is to sue the company by action and to present a winding up petition when he has obtained judgment against it. The company will then be estopped by the judgment from disputing the petitioner's claim on its merits..." Ομοίως στο Σύγγραμμα Company Law, J.H. Farrar
(1985)στη σελ. 561 τονίζονται τα εξής σχετικά: "If the company satisfies the court that there is a dispute whether it is liable to pay the debt or whether it is then due, the court will not accept that the debt is then due and the creditor will be compelled to obtain a judgment against the company[ix]." Βεβαίως, πρέπει να επισημανθεί ότι η προσχηματική αμφισβήτηση ενός χρέους δεν είναι αρκετή. Δεν προσφέρεται προστασία σε εταιρεία η οποία αρνείται να αποπληρώσει το χρέος της με το πρόσχημα της αμφισβήτησης. Για να δικαιούται μια εταιρεία σχετικής προστασίας, θα πρέπει αυτή να καταδείξει, εκ πρώτης όψεως, ότι αμφισβητεί το ισχυριζόμενο χρέος καλόπιστα και κατά τρόπο ουσιαστικό. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Χατζηγιάννης (ανωτέρω), αν το Δικαστήριο εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει, απλώς, να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε, ασφαλώς, δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης. Όπως επισημαίνεται στο Σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η έκδοση στη σελ. 679 δεν απορρίπτεται μια αίτηση εκκαθάρισης για το λόγο και μόνο ότι η εταιρεία ισχυρίζεται ότι έχει υπεράσπιση στην απαίτηση του πιστωτή εκτός εάν αποδείξει ότι η υπεράσπιση είναι πιθανό να επιτύχει νομικά και προσαγάγει τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως απόδειξη των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η υπεράσπιση. Στο εν λόγω Σύγγραμμα το ζήτημα τίθεται ως εξής: "But the court will not dismiss a petition merely because the company alleges that it has a defence to the creditor's claim, unless it also shows that the defence is likely to succeed in point of law, and adduces at least prima facie proof of the facts on which the defence depends." Όπως επισημαίνεται στο Σύγγραμμα Palmer's Company Precedents, 17η έκδοση, Μέρος 2 στη σελ. 28: "The court may determine the dispute at once if it depends upon the construction of a document before it or if the company's contention is clearly wrong, or may determine on the evidence before it whether the dispute is bona fide."».
  1. Σε σύνοψη και καταληκτικά, βάσει των προαναφερομένων, το τι μπορεί να λεχθεί είναι το εξής. Αναφορικά με χρέη που είναι αμφισβητούμενα, η πρακτική του Δικαστηρίου είναι να μην επιτρέψει η αναφορά εταιρείας, που αφορά το καθεστώς αφερεγγυότητας της, να χρησιμοποιηθεί ως μέθοδος είσπραξης, όπου, σε σχέση με ένα συγκεκριμένο χρέος υπάρχει και προβάλλεται μία καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση. Όπου υπάρχει μια τέτοια αμφισβήτηση, η συνήθης κατάληξη, είναι η απόρριψη της αίτησης. Το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκδίκασης εταιρικών αναφορών, συνήθως, δεν θα προχωρήσει στην επίλυση της διαφοράς, ή εν πάση περιπτώσει, δεν θα εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης της υπό αναφορά εταιρείας, στην απουσία απόφασης επίλυσης της.
  2. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις Αγγλικές αποφάσεις Re Claybridge Shipping Co SA [1997] 1 BCLC 572 (CA) και Alipour v Ary [1997] 1 WLR 534, η προαναφερόμενη προσέγγιση, ήτοι, της άρνησης του καθ' ύλην αρμόδιου, σε θέματα εταιρικών αναφορών, Δικαστηρίου, να επιλύσει μία διαφορά στα πλαίσια της αναφοράς, είναι απλά ένας κανόνας πρακτικής και όχι νομοθετική πρόνοια. Σ' αυτές τις υποθέσεις, κρίθηκε, ότι το Δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει κατά πόσο ο αιτητής, είχε το αναγκαίο locus standi σε ότι αφορούσε την υπό συζήτηση εκεί απαίτηση. Είναι ως εκ τούτου, ανοικτό, για το Δικαστήριο αυτής της δικαιοδοσίας, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιλύσει την διαφορά που προκύπτει από την ενώπιον του προσκομισθείσα μαρτυρία, χωρίς να αναγκάζει τα μέρη να προσφύγουν σε άλλο Δικαστήριο για να αποφασιστεί κατά πόσο το ισχυριζόμενο χρέος πραγματικά οφείλεται.
  3. Οι, επί του προκείμενου όμως, αρχές της νομολογίας, έχουν προχωρήσει πέραν αυτής της απλής διαπίστωσης. Έχουν καθορίσει ότι, σε περιορισμένες περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης της υπό αναφοράς εταιρείας, ακόμη και στην περίπτωση ενός αμφισβητούμενου χρέους.
  4. Παράδειγμα αποτελεί η απόφαση στην, επίσης αγγλική, υπόθεση Re Russian and English Bank [1932] 1 Ch 663, όπου αποφασίστηκε ότι, - παρά τον γενικό κανόνα (ως προαναφέρθηκε) -, στην περίπτωση μίας αλλοδαπής εταιρείας, - οι κατ' ισχυρισμών πιστωτές της οποίας θα παρέμεναν χωρίς θεραπεία, εκτός και εάν τους παρείχετο η δυνατότητα να προχωρήσουν μέσω της αιτήσεως για εκκαθάριση της υπό αναφορά εταιρείας -, το Δικαστήριο μπορούσε να εκκαθαρίσει την εταιρεία, στην βάση του ότι, θα ήταν καθήκον του εκκαθαριστή της να εξετάσει τις απαιτήσεις των προσφευγόντων, εις αυτόν, πιστωτών της. Περαιτέρω, στην επίσης αγγλική απόφαση του Privy Council στην υπόθεση Brinds Ltd v Offshore Oil NL [1986] 2 BCC 98, ο Λόρδος Brightman, ανακοινώνοντας την απόφαση του Δικαστηρίου, ανέφερε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «It is a matter for the discretion of the judge whether a winding-up order should be made on a disputed debt, and it is also a matter of discretion whether he decides the substantive question of debt or no debt.».
  5. Και όπως ετέθη το ζήτημα από τον Λόρδο Hoffmann στην επίσης αγγλική υπόθεση, Parmalat Capital Finance Ltd v Food Holdings Ltd [2008] UKPC 21: «.If a petitioner's debt is bona fide disputed on substantial grounds, the normal practice is for the court to dismiss the petition and leave the creditor first to establish his claim in an action. The main reason for this practice is the danger of abuse of the winding-up procedure. A party to a dispute should not be allowed to use the threat of a winding-up petition as a means of forcing the company to pay a bona fide disputed debt. This is a result of practice rather than law and there is no doubt that the court retains a discretion to make a winding-up order even though there is a dispute: see, for example, [ Brinds ]. But the board does not find it necessary to examine the limits of the discretion because they consider that there is no substantial dispute.».
  6. Το τι προκύπτει από τα νομολογηθέντα, ως αρχή δικαίου, σήμερα, την οποία θεωρώ ξεκάθαρη κατά την άποψη μου, είναι ότι δεν υπάρχει κανένα απολύτως δικαιοδοτικό κώλυμα μία αίτηση εκκαθάρισης να επιτραπεί να προχωρήσει, ή ακόμη και να εκδοθεί στα πλαίσια και βάσει αυτής, διάταγμα εκκαθάρισης της υπό αναφορά σ' αυτήν εταιρείας, όπου το χρέος επί του οποίου η αίτηση βασίζεται, αμφισβητείται, καλόπιστα και ουσιαστικά. Τούτο όμως για να γίνει, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Στην υπόθεση Parmalat (ανωτέρω) (ως φαίνεται και από την σχετική περικοπή από την απόφαση του Privy Council που παρέθεσα πιο πάνω), αρνήθηκε να δώσει την όποια καθοδήγηση στα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Κάποια όμως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από δύο άλλες αποφάσεις. Η πρώτη, είναι η απόφαση στην υπόθεση Claybridge (ανωτέρω), όπου απόκλιση από τον γενικό κανόνα ελέχθη ότι είναι δικαιολογημένη, στην περίπτωση όπου, η υπό αναφορά εταιρεία, είναι αλλοδαπή εταιρεία και ο αιτητής θα αφηνόταν, σε διαφορετική περίπτωση, χωρίς θεραπεία, ή άλλως πως, η κατάληξη θα ήταν άδικη στο πρόσωπο του αιτητή αν δεν υπήρχε απόκλιση από τον γενικό κανόνα, ή όπου για κάποιο άλλο, καλό και επαρκή λόγο, η εκκαθάριση της εταιρείας θα έπρεπε να προχωρήσει. Σε αυτή την υπόθεση, ο Λόρδος Denning, παρομοίασε την περίπτωση, με την περίπτωση ενός απαγορευτικού διατάγματος, τύπου Mareva. Στην ίδια υπόθεση, ελέχθη περαιτέρω, ότι, παρόμοια θα μπορούσε να είναι η προσέγγιση και στην περίπτωση αναφοράς μίας αγγλικής εταιρείας. Όπως το έθεσε ο Λόρδος Oliver: «The court must, I think, reserve to itself the right to determine disputes - even perhaps in some cases substantial disputes - where this can be done without undue inconvenience and where the position of the company, whether it be an English company or a foreign company, is such that the likely result in effect of striking out the petition would be that the creditor if he established his debt, would lose his remedy altogether». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  7. Αν και τα προαναφερόμενα στην υπόθεση αυτή, ελέχθησαν στο πλαίσιο εξέτασης ζητήματος απόρριψης (striking out) της αναφοράς σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, το τι ουσιαστικά φαίνεται ότι απασχόλησε το Δικαστήριο, ήταν, κατά πόσο, το καθ' ύλην αρμόδιο, προς επίλυση της αναφοράς εταιρείας, Δικαστήριο (έναντι οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου), θα έπρεπε να επιλύσει την διαφορά που αφορούσε την απαίτηση (ισχυριζόμενο χρέος), αντικείμενο της εκεί αναφοράς.
  8. Η δεύτερη υπόθεση από την οποία μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση, είναι η υπόθεση Alipour (ανωτέρω). Σε αυτή την υπόθεση, η εταιρεία ήταν αλλοδαπή. Ο απαιτητής, αρχικά ισχυρίστηκε ότι ήταν ο εγγεγραμμένος κάτοχος δέκα μετοχών σε μία αλλοδαπή εταιρεία και ακολούθως, αντ' αυτού, ισχυρίστηκε ότι ήταν ο αρχικός παραχωρητής (allottee) των μετοχών, αποδεχόμενος ότι ο ισχυρισμός του ότι ήταν ο εγγεγραμμένος μέτοχος τους δεν ευσταθούσε. Το Δικαστήριο, συνόψισε το υπό συζήτηση ζήτημα, ως ακολούθως: «The position as we see it, in the light of the authorities as affected by the current procedures of the Companies Court, is this.
(1)A creditor's petition based on a disputed debt will normally be dismissed.
(2)It will not be dismissed if the petitioning creditor has a good arguable case that he is a creditor and the effect of dismissal would be to deprive the petitioner of a remedy or otherwise injustice would result or for some other sufficient reason the petition should proceed.
(3)On a contributory's petition where the locus standi of the petitioner is disputed, the court will consider all the circumstances, including the likelihood of damage to the company if the petition is not dismissed, in determining whether to require the petitioner to seek the determination of the dispute outside the petition».
  1. Και αυτή η υπόθεση, όπως και η υπόθεση Claybridge (ανωτέρω), αφορούσε το κατά πόσο η διαφορά που είχε προκύψει θα έπρεπε να επιλυθεί «εκτός» της αναφοράς, ή εάν αυτή μπορούσε να επιλυθεί από Δικαστήριο «στα πλαίσια» και κατόπιν ακρόασης της αναφοράς.
  2. Κατ' αρχήν, σημειώνεται, ότι, με δεδομένη την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης την 30/10/2015, η διαδικασία εναντίον του Καθ' ης η Αίτηση για την εκκαθάριση της, ξεκίνησε στην βάση, της, κατά τον χρόνο αυτό, ισχύουσας νομικής κατάστασης και έτσι θα πρέπει να συνεχίσει. Δηλαδή, ζητήματα που αφορούν την ουσία του υποβληθέντος αιτήματος (και όχι απλώς διαδικαστικά) θα κριθούν, στην βάση των προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ως αυτός είχε κατά την 30/10/2015 (βλ. κατ' αναλογία του σκεπτικού του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δώρος Γεωργιάδης ν Sigma Radio Television Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A159, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 342/2009 και 349/2009, 06/03/2015).
  3. Το μοναδικό ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση στην υπόθεση αυτή, είναι κατά πόσο η Αιτήτρια είναι πιστωτής της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, κατά την έννοια του προαναφερόμενου Άρθρου 212(α) του Κεφ.
  4. Προτού όμως προχωρήσω στην εξέταση του ζητήματος αυτού, καταγράφω από τα γεγονότα της υπόθεσης που δεν αμφισβητούνται, τις ακόλουθες διαπιστώσεις μου, που, ευρηματικά, θα αποκτήσουν σημασία, αναλόγως της κατάληξης μου στο προαναφερόμενο επίδικο θέμα. i. Το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας βρίσκεται εντός της Επαρχίας της δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου: ήτοι Άγιοι Βαβατσινιάς 7711, Επαρχία Λάρνακας (βλ. παράγραφο 2 της Αιτήσεως και παράγραφο 2-Τεκμήριο Β- της ένορκης δήλωσης του κ. Μιχάλη Μιχαήλ). ii. Την 12/06/2015, η Αιτήτρια, επέδωσε στον διοικητικό σύμβουλο της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, κ. Αργύρη Χαραλάμπους, στην διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, απαίτηση της, υπογεγραμμένη από τον διοικητικό σύμβουλο της, κ. Μιχάλη Α. Μιχαήλ, για κατ' ισχυρισμό χρέος της Καθ' ης η Αίτηση, που υπερβαίνει τις €5.000 (ήτοι, €48.455,91). Απαίτηση της Αιτήτριας που δεν ικανοποιήθηκε, ή εξασφαλίστηκε, ή διευθετήθηκε, εντός της προθεσμίας των τριών εβδομάδων που τίθενται από το Άρθρο 212(α) του Κεφ. 113 (βλ. τις παραγράφους από 5 έως 10 της Αιτήσεως και τις παραγράφους από 4 έως 8 και Τεκμήρια από Γ έως Ζ στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Α. Μιχαήλ).
  5. Βασικός ισχυρισμός της Αιτήτριας, είναι ότι η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία, της χρωστά χρήματα από υπηρεσίες υπεργολαβίας που της παρείχε για την κατασκευή αποχετευτικού έργου στην πόλη της Λεμεσού του οποίου η Καθ' ης η Αίτηση ήταν η κύρια εργολάβος. Βάσει κατάστασης λογαριασμού που τηρεί στο όνομα της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας και αφορά τις υπηρεσίες της προς αυτήν προς εκτέλεση του εν λόγω έργου, η Καθ' ης η Αίτηση της οφείλει το συνολικό ποσό των €101.642,
  6. Η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία, με επιστολή της ημερομηνίας 07/11/2014, παραδέχθηκε ότι της οφείλει το ποσό των €48.452,
  7. Στην βάση αυτής της παραδοχής της Καθ' ης η Αίτηση, η Αιτήτρια βάσισε την προαναφερόμενη απαίτηση της κάτω από τις διατάξεις του Άρθρου 212(α) του Κεφ.
  8. Η Καθ' ης η Αίτηση, δεν αποδέχεται ότι οφείλει στην Αιτήτρια. Αποδέχεται ότι είχε προσέλθει σε σύμβαση με την Αιτήτρια, αντικείμενο της οποίας ήταν η συγκεκριμένη υπεργολαβία, -το κείμενο της οποίας μάλιστα, εν αντιθέσει με την Αιτήτρια, το παρουσίασε στο Δικαστήριο-. Εντούτοις, υποστηρίζει ότι, όρος αυτής της συμφωνίας ήταν, ότι, για κάλυψη τυχόν ζημιάς που η ίδια θα υφίστατο από τυχόν αποζημιώσεις που θα καλείτο να καταβάλει σε τρίτους, λόγω ζημιών ή κακοτεχνιών που θα προκαλούντο από την Αιτήτρια, η Καθ' ης η Αίτηση είχε το δικαίωμα να αποκόπτει από τις πληρωμές που θα έπρεπε να προβεί στην Αιτήτρια. Τέτοιες κακοτεχνίες, υποστηρίζει, υπήρξαν από πλευράς της Αιτήτριας, η οποία, όχι μόνο παραβίασε ουσιωδώς την μεταξύ τους συμφωνία, εγκατέλειψε τις εργασίες που της είχαν ανατεθεί στο έργο, απροειδοποίητα, και ενόσω η σύμβασης τους ήταν σε ισχύ. Ένεκα τούτου, η Καθ' ης η Αίτηση, πέραν των προβλημάτων που αντιμετώπισε στο έργο, υπέστη περαιτέρω ζημιά. Σχετική είναι η επιστολή της προς την Αιτήτρια ημερομηνίας 15/07/2014, Τεκμήριο Β, που παρουσιάστηκε με την ένσταση της στο Δικαστήριο. Πέραν των επισημάνσεων της Καθ' ης η Αίτηση, προς την Αιτήτρια με την εν λόγω επιστολή της ημερομηνίας 15/07/2014, Τεκμήριο Β για τα γεγονότα που προαναφέρθηκαν, που αφορούσαν τις κακοτεχνίες στο έργο από πλευράς της Αιτήτριας, την ζημιά της Καθ' ης η Αίτηση ένεκα αυτών και τις αποκοπές που έπρεπε να γίνουν στην πρώτη από το τίμημα των εργασιών της, η Καθ' ης η Αίτηση στις 07/11/2014, απέστειλε στην Αιτήτρια την επιστολή, Τεκμήριο Γ (στην ένορκη δήλωση της ενστάσεως), δια της οποία αναλύονταν οι αποκοπές που θα της γίνονταν. Εντούτοις, η Καθ' ης η Αίτηση συνέχισε να υφίσταται ζημιές εξ υπαιτιότητας της Αιτήτριας, γεγονός το οποίο ειδοποιήθηκε η Αιτήτρια δια της επιστολής της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 11/05/2017 (βλ. Τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση της ενστάσεως). Αυτή, επισημαίνεται, είναι η επιστολή επί της οποίας η Αιτήτρια βάσισε την απαίτηση της για πληρωμή, επί της οποίας τώρα και για σκοπούς της διαδικασίας αυτής, στηρίζει τον ισχυρισμό της ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα και πρέπει να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της.
  9. Από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, προκύπτει, ότι, υπάρχει αμφισβήτηση της απαίτησης της Αιτήτριας από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση, που δεν διαφαίνεται να είναι, είτε κατασκευασμένη, είτε κακόπιστη, είτε παράλογη. Έχει, ως προκύπτει, το υπόβαθρο της, σε γεγονότα που αφορούν την συμβατική τους σχέση, αν δηλαδή η μεταξύ τους σύμβαση παραβιάστηκε και πότε, εάν τερματίστηκε και πότε, και κατά πόσο η Καθ' ης η Αίτηση υπέστη συνεπεία τούτου την οποιαδήποτε ζημιά που δικαιούται να ανταξιώσει. Αυτή η διαφορά, εμπλέκει, σε μεγάλο και ουσιαστικό βαθμό, αμφισβητούμενα γεγονότα που απαιτούν την εξέταση προφορικής μαρτυρίας, διεργασία στην οποία δεν υπεισέρχεται το εταιρικό Δικαστήριο. Ως εκ των όσων έχουν προαναφερθεί, καταλήγω ότι η Αιτήτρια δεν είναι πιστωτής της Καθ' ης η Αίτηση, ως ορίζεται από το Άρθρο 212(α) του Κεφ. 113 και συνεπώς η Αίτηση της για εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει.
  10. Κατ' ακολουθία, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
  11. Τα έξοδα της διαδικασίας, πλέον Φ. Π. Α., πλέον πραγματικά έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην Κλίμακα τελών €2.000 - €10.000 [[x]] και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το εν λόγω Άρθρο 209 του Κεφ. 113 προνοεί ως εξής: «209.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο εταιρείας έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης οποιασδήποτε εταιρείας εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία: Νοείται ότι για τον καθορισμό του κατά πόσο διαδικασία εμπίπτει στην αρμοδιότητα Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, θα λαμβάνεται υπόψη το ποσό του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε ότι καταβλήθηκε: Νοείται περαιτέρω ότι οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, τηρουμένου του περί Δικαστηρίων Νόμου, δύναται να εκδοθεί από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ή Επαρχιακό Δικαστή, ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία δε θα ήταν της αρμοδιότητας Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος εδαφίου.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η έκφραση "εγγεγραμμένο γραφείο" σημαίνει τον τόπο που ήταν τον περισσότερο καιρό το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας κατά τους έξι μήνες που προηγήθηκαν αμέσως από την υποβολή της αίτησης για εκκαθάριση.». Σχετικές εν προκειμένω είναι και οι αποφάσεις της έντιμης Δ. Α. Δ. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου στην Αίτηση Αρ. 42/16, Αναφορικά με την Πρινος Λαχαναγορά Λτδ, ημερομηνίας 30/03/2016, του έντιμου Δ. Α. Δ. Ναθαναήλ, στην Αίτηση Αρ. 153/2013, Αναφορικά με την εταιρεία Christifi Bros Trading Ltd, ημερομηνίας 09/08/2013 και του έντιμού Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Π. Καλλή στην υπόθεση Re Ατελιε Επίπλων "La Qualite" Κώστας Άσπρος Λτδ (Aρ. 2)
(1997)1 Α.Α.Δ.
  1. Αξιοσημείωτη είναι η τροποποίηση που επήλθε στο εν λόγω Άρθρο 209 του Κεφ. 113 την 02/07/99 με τον Περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) Νόμο του 1999, Νόμο 82(Ι)/
  2. [ii] Παραπέμπω περαιτέρω και στην απόφαση της έντιμης Π. Ε. Δ. κας Λ. Δημητριάδου, στην Αγωγή Αρ. 6394/05 του Ε. Δ. Λευκωσίας, Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της Εμπορικής Εταιρείας Deme-Dairy Ltd κ. α., ημερομηνίας 02/08/
  3. [iii] Δέστε Αναφορικά μe την εταιρεία Loukos Manufacturers Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 2226 και Re James Millward & Co Ltd
(1940)Ch. 333. [iv] Δέστε, επίσης, και την πιο πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου C. Phasarias (Automotive (enter) Ltd v. Εταιρεία Σκυροποιίας «ΛΕΩΝΙΚ» Ατδ
(2009)1 ΑΑΔ 1457. [v] Δέστε C. Phasarias (Automotive Center) Ltd ν. Εταιρεία Σκυροποιίας «ΛΕΟΝΙΚ» Ατδ
(2009)ΑΑΔ 1457. [vi] Δέστε Re a Company
(1992)2 All E.R 797. [vii] Δέστε Palmer's Company Precεdents, 17η έκδοση, Μέρος 2, σελ. 27: «The mere omission of a company to comply with a notice requiring payment of a debt, served pursuant to the above para, (a), is not " neglect " within the meaning of that paragraph if there is reasonable cause for the omission, and the fact that the debt in question is bona fide disputed is a reasonable cause». [viii] Δέστε Pennington's Company Law, 4η έκδοση, σελ. 678: «Defences to the creditor's claim. On the hearing of a creditor's petition the court is reluctant to go into the merits of any defence which the company has to his claim, and if the defence is a substantial one and is put forward in good faith, the court will dismiss the petition, and entertain a fresh petition only when the creditor has successfully sued the company by action». [ix] Δέστε Re Bryant Investment Co Ltd
(1974)2 All E.R. 683. [x] Βλ. Παράγραφο 1 της απόφασης μου ανωτέρω σε ότι αφορά το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.