Βικτώρια Δημητρίου ν. Κυριάκος Κακουλλής κ.α., Αρ. Αγωγής: 2394/2010, 27/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2394/2010 Μεταξύ: Βικτώρια Δημητρίου Ενάγουσας και
- Κυριάκος Κακουλλής
- Commercial General Insurance Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Ο κ. Κυριάκος Μούσκος & κα Πωλίν Νικόλ Μούσκου για Κυριάκος Χρ. Μούσκος Δ.Ε.Π.Ε., η κα Π. Μούσκου στην εκφώνηση της απόφασης η κα Ν. Μούσκου. Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Αντώνης Παπαλλής για Αντώνης Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., η κα Λαζαρίδου στην εκφώνηση της απόφασης η κα Μ. Κουσιάπα. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΣΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Η ενάγουσα αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλη συναφή ζημιά που υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβη την 06.09.
- H ενάγουσα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαιτήσεως της ότι ενώ οδηγούσε το σαλούν αυτοκίνητο της επί της διασταύρωσης των Λεωφόρων Ακροπόλεως με Υβίκου - Σταδίου στην Αραδίππου Λάρνακας, λόγω αμέλειας ή/και παραβάσεως των θέσμιων καθηκόντων του εναγόμενου 1 κατά την οδήγηση από αυτόν του οχήματος μάρκας ISUZU, ελαφρύ φορτηγό, τα οχήματα τους συγκρούστηκαν με αποτέλεσμα να υποστούν αυτά ζημιές και η ίδια σωματικές βλάβες. Στην Έκθεση Απαιτήσεως της ενάγουσας καταγράφονται τόσο οι προσωπικές της συνθήκες κατά τους ουσιώδεις χρόνους όσο και τα γεγονότα της υπόθεσης. Ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο του δυστυχήματος ήταν 40 ετών, ήταν υγιής, παντρεμένη και μητέρα τριών ανήλικων παιδιών. Εργαζόταν ως διαχειρίστρια περιπτέρου της εταιρείας So Easy Stores Ltd. Γυμναζόταν και παρακολουθούσε μαθήματα χορού. Εκθέτει την εκδοχή της αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα. Παραθέτει λεπτομέρειες της αμέλειας ή/και παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του εναγόμενου 1 όπως επίσης και λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών και της ταλαιπωρίας που υπέστη όπως και των ειδικών ζημιών τις οποίες υπέστη. Στην κοινή Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι, όπου η εναγόμενη 2 είναι η ασφαλιστική εταιρεία που κάλυπτε τον εναγόμενο 1, απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, παραδέχονται όμως ότι συνέβη το εν λόγω δυστύχημα με ενεχόμενους οδηγούς την ενάγουσα και τον εναγόμενο 1 που οδηγούσαν τα πιο πάνω οχήματα. Αρνούνται ότι το δυστύχημα προκλήθηκε συνεπεία αμέλειας του εναγόμενου 1 και ισχυρίζονται ότι ήταν η ενάγουσα που ευθυνόταν αποκλειστικά για το δυστύχημα ή υπέχει σε μεγάλο βαθμό σε συντρέχουσα αμέλεια, λεπτομέρειες της οποίας παραθέτουν στη συνέχεια της Υπεράσπισης τους. Οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν τις σωματικές βλάβες της Ενάγουσας σαν μη ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα, υπερβολικές και διογκωμένες, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι οι επεμβάσεις που έγιναν στις 18.01.2010 και 18.04.2011 δεν σχετίζονται άμεσα με τον τραυματισμό της, ισχυριζόμενοι περαιτέρω ότι οι επεμβάσεις έγιναν ένεκα λανθασμένης ή αμελούς διάγνωσης. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση πλην των αρνήσεων των ισχυρισμών που προβάλλονται στην Υπεράσπιση, η ενάγουσα επαναλαμβάνει κατ' ουσία τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαιτήσεως της. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους ανέλυσαν τη δοθείσα μαρτυρία όσο και τη νομική πτυχή της υπόθεσης με παραπομπή σε σχετική νομολογία αλλά και πρωτόδικες αποφάσεις, υποστηρίζοντας ασφαλώς ο καθένας τις θέσεις της πλευράς που εκπροσωπεί με συναφείς εισηγήσεις ως προς την αποδοχή ή απόρριψη μαρτυρίας και υιοθέτηση από το Δικαστήριο των δικών τους θέσεων και εισηγήσεων. Τις μελέτησα με προσοχή και λαμβάνω υπόψη σοβαρά το περιεχόμενο τους. Όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές για ειδικότερα θέματα που απασχόλησαν. ΓENIKA ΠΕΡΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Παρακολούθησα με προσοχή τόσο την ενάγουσα όσο και τους μάρτυρες της όσο και τον εναγόμενο 1 και τους μάρτυρες που παρουσίασε η πλευρά της Υπεράσπισης να καταθέτουν ενώπιον μου και με την ίδια προσοχή μελέτησα και το υπόλοιπο έγγραφο και άλλο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου σε συσχετισμό με τις έγγραφες προτάσεις, όπως και τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία δηλώθηκαν κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας. Είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τόσο κατά την κυρίως εξέταση τους όσο και κατά την αντεξέταση, το καλό μνημονικό τους και την γενικότερη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρος (βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 ΑΑΔ 1273, 1280 - 1281). Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Με γνώμονα τις αρχές, όπως διαχρονικά έχουν αναλυθεί από την νομολογία μας, σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, μεταξύ άλλων (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 και Αντωνίου v. Χρυσάνθου
(2003)1 (B) AAΔ 789), θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα για κάθε μια από τις πτυχές που απασχόλησαν, έχοντας περαιτέρω υπόψη αρχές σε σχέση με τη σύνταξη απόφασης όπως είναι ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να επαναλάβει το σύνολο της μαρτυρίας ή να αναφερθεί σε κάθε πτυχή της, όπως αναλύθηκαν μεταξύ άλλων και στην υπόθεση C. Ζ. Constructions Ltd v. Phoenix Constructions Ltd
(1998)AAΔ 923 και πως εκείνο που απαιτείται είναι ο ορθός προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, η σύνοψη του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο συσχετισμός της με τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα, καθώς και η συνάρτηση της απόφασης με τα επίδικα θέματα και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. επίσης Καννάουρου κ.ά. v. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 35,39, Ioannidou v. Charilaos Dikeos
(1969)1 CLR 235 και Pioner Candy Ltd v. Tryfon & Sons
(1981)1 CLR 540). Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη εκ μέρους των μαρτύρων προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα ουσιώδη γεγονότα ή να διαπιστώσουν ζητήματα όπως οι συνθήκες του δυστυχήματος ή τα τραύματα και τις συνέπειες τους στην ενάγουσα όπως και τα συμπεράσματα μαρτύρων - ιατρών που την έχουν εξετάσει ή της παρείχαν θεραπείες από το δυστύχημα και μετέπειτα, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατάθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447, Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη,
(1997)1 ΑΑΔ 614 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους,
(1997)1 ΑΑΔ 1199). Στη διεργασία διάπλασης ευρημάτων γεγονότων, έλαβα υπόψη μου την ύπαρξη ή παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας με γνώμονα το γενικό κανόνα ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρος είτε σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του είτε σε σχέση με ισχυρισμούς που εκπηγάζουν από τη δικογραφία, ισοδυναμεί κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις με αποδοχή τους (βλ. Aloupou and another v. Hajigeorgiou and Another and the Attorney General of the Republic
(1984)CLR 475). Δεν θα πρέπει επίσης να διαφεύγει της προσοχής, ότι η απουσία αντεξέτασης δυνατό να μην αποσείσει, αφ' εαυτής, το όποιο βάρος απόδειξης που έχει η κάθε πλευρά να αποσείσε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα (βλ. Πιττάλη κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 814). Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΑΜΕΛΕΙΑΣ - ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ KAI ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ: Το αστικό αδίκημα της αμέλειας από τροχαίο ατύχημα εμπεριέχεται στο άρθρο 51 εδάφιο 1 του Κεφ. 148 το οποίο έχει ως ακολούθως: «Αμέλεια συνίσταται- (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή για αμέλεια είναι τα ακόλουθα τρία:
(1)αμελής πράξη ή παράλειψη,
(2)υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και
(3)πρόκληση ζημιάς. Ο εναγόμενος για να υπέχει ευθύνη πληρωμής αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα της αμέλειας πρέπει να αποδειχθεί ότι: (α) απέτυχε να επιδείξει επιμέλεια, (β) υπείχε υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και (γ) η αποτυχία του να επιδείξει επιμέλεια ήταν η αιτία που προκάλεσε τη ζημιά. Η οδική αμέλεια συντελείται ουσιαστικά από την παράλειψη της εκπλήρωσης του καθήκοντος της μέριμνας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο (βλ. Σωκράτους ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Η αμέλεια είναι η παράλειψη ενός οδηγού να τηρήσει το καθήκον εύλογης επιμέλειας υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και σε κάθε περίπτωση το ερώτημα που τίθεται κατά πόσο ένα άτομο είναι αμελής, μπορεί να απαντηθεί μόνο με βάση τα πραγματικά γεγονότα της κάθε περίπτωσης (βλ. Panayiotou v. Mavrou,
(1970)1 C.L.R. 215). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και τις υπόλοιπες συνθήκες που οδήγησαν στη σύγκρουση (βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης,
(1963)2 Α.Α.Δ. 78). Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και ιδίως στην σελ. 4 λέχθηκε για την αμελή οδήγηση ότι: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care), οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson,
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Ό,τι διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Το απρόσωπο προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατόν να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσον ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Στην υπόθεση Charalambous v. Police,
(1982)2 Α.Α.Δ. 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Στην υπόθεση Constantinou v. Katsouris and another,
(1975)1 C.L.R. 188, 192 λέχθηκε ότι η υποχρέωση τήρησης δέουσας παρατηρητικότητας βαρύνει τους οδηγούς πάντοτε και υπό όλας τας περιστάσεις. Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους (βλ. Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη κ.α.,
(1996)1 Α.Α.Δ., σελ. 420). Στην ίδια δε υπόθεση λέχθηκαν και τα πιο κάτω: «Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Ειπώθηκαν δε και τα εξής: «Ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες: Το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας η οποία προκύπτει (causative potency). Δυνητικά, η αμέλεια του οδηγού αυτοκινήτου έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις από την αμέλεια του πεζού ή του ποδηλατιστή. Ενώ η ευθύνη του οδηγού αυτοκινήτου και του πεζού μπορεί να είναι ίση σε έκταση, η δυνατότητα πρόκλησης ζημιάς είναι πολύ μεγαλύτερη στην περίπτωση του αυτοκινητιστή.» Η έννοια του καθήκοντος για επιμέλεια ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, δηλαδή ότι η ενεργούμενη πράξη, παρά το καθήκον επιμέλειας, μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (βλ. Στρατμάρκο ΛΤΔ ν. Μιχαήλ,
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 453). Αν δε η δυνατότητα εμφάνισης του κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Αν όμως η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι απλή δυνατότητα, η οποία δεν θα ερχόταν στο μυαλό ενός λογικού ανθρώπου, τότε δεν υπάρχει αμέλεια επειδή δεν πάρθηκαν έκτακτες προφυλάξεις. «Όταν ένας οδηγός οδηγεί σε κάποιο δρόμο όπου δεν κινούνται άλλα οχήματα μπορεί να κάνει χρήση οιουδήποτε μέρους του δρόμου χωρίς κανένα περιορισμό. Η υποχρέωση επιμέλειας κατά την οδήγηση υφίσταται έναντι άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου,
(1989)1 Α.Α.Δ. 178 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis,
(1988)1 Α.Α.Δ. 25 και Polycarpou v. Adamou,
(1988)1 Α.Α.Δ. 727).» Τέλος, σύμφωνα με τη νομολογία μας η ευθύνη αποφασίζεται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει παρουσιασθεί στο Δικαστήριο (βλ. Fabrery and Another v. Demetriou,
(1976)1 C.L.R.1). Επομένως η μαρτυρία ως η άνω νομολογία δεν αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά κρίνεται μέσα στο συνολικό της πλαίσιο. Η αμέλεια συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής, κάτω από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και αντικειμενικά (βλ. Φοινικαρίδης κ.α. v. Γεωργίου κ.α.,
(1991)1 ΑΑΔ, 475). Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος του εναγόμενου 1. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζεται με βάση το άρθρο 57 αν η ενάγουσα έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ τους και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας της ενάγουσας. Στον καταμερισμό ευθύνης μεταξύ δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (βλ. Χαραλάμπους ν. Στυλιανού,
(1991)1 Α.Α.Δ. 284). Η ενάγουσα για απόδειξη των αξιώσεων της κατάθεσε η ίδια και κάλεσε ως μάρτυρες τον Αστ. Στέλιο Κουσιάππα (Μ.Ε.1), το Δρα Λοΐζο Χριστοδούλου (Μ.Ε.3), τον σύζυγο της κ. Θεόδουλο Δημητρίου (Μ.Ε.4) και τον κ. Σέργιου Πίττα (Μ.Ε.5). Για την Υπεράσπιση κατέθεσαν ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1), ο κ. Κωνσταντίνος Χαραλάμπους (Μ.Υ.2), ο Δρ Christofer Constant (Μ.Υ.3) και ο κ. Κυριάκος Λοϊζίδης (Μ.Υ.4). Θα επικεντρωθώ αμέσως στη συνέχεια στη μαρτυρία που αφορά το ζήτημα της ευθύνης από την οποία θα εξαγάγω το σχετικό συμπέρασμα μου έχοντας υπόψη μου τη νομολογία σε σχέση με το ζήτημα. Ο Αστ. Στέλιος Κουσιάππας (Μ.Ε.1), ήταν ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Κατάθεσε ως Τεκμ. 1 το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής που ήταν διασταύρωση ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας και ως Τεκμ. 2 το συμμετρικό σχέδιο. Αναφέρθηκε με αναφορά στα Τεκμ. 1 και 2 στα ευρήματα του στη σκηνή που αφορούσαν τις πορείες των οχημάτων όπως του ανέφεραν οι οδηγοί, την τελική θέση των οχημάτων, το σημείο συγκρούσεως με το οποίο συμφώνησαν οι οδηγοί των ενεχομένων οχημάτων και προς τούτο υπέγραψαν το πρόχειρο σχεδιαγράφημα και στις διάφορες μετρήσεις που διενήργησε προσδιορίζοντας διάφορες αποστάσεις και στις καταθέσεις που έλαβε από τους οδηγούς των ενεχομένων οχημάτων και τον κ. Γεώργιο Κακουλλή συνοδηγό του οχήματος που οδηγούσε ο θείος του εναγόμενος 1 (Τεκμ. 3,4 και 5). Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε το οποίο να παρεμπόδιζε την ορατότητα των οδηγών των ενεχομένων οχημάτων. Το σημείο συγκρούσεως βρισκόταν στα 20.70μ. από τη γραμμή του ALT ως προς την πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 και σε απόσταση 14.30μ. από τη γραμμή ALT ως προς την πορεία του οχήματος της ενάγουσας. Το όχημα του εναγόμενου 1 πριν τη διασταύρωση οδηγείτο στη μεσαία λωρίδα. Ο εναγόμενος 1 του είχε αναφέρει ότι όταν αντιλήφθηκε το όχημα της ενάγουσας να εισέρχεται στην διασταύρωση έκανε ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση. Το σχεδιαγράφημα της σκηνής ενός δυστυχήματος που περιλαμβάνει τις διάφορες μετρήσεις στη σκηνή, όπως τα κατέγραψε και ανέφερε ο Αστ. Στέλιος Κουσιάππας (Μ.Ε.1) ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι στην προκείμενη υπόθεση τα Τεκμήρια 1 και 2, αποτελούν κατά τη νομολογία μας πραγματική μαρτυρία (βλ. Γιαννάκης Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 218). Εξαίρεση αποτελούν οι υποτιθέμενες πορείες των οδηγών των εμπλεκομένων οχημάτων οι οποίες υποδεικνύονται από τους οδηγούς όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, όπως και το σημείο συγκρούσεως στο οποίο συμφώνησαν και οι δύο εμπλεκόμενοι οδηγοί (βλ. Κυριακίδου κ. ά. ν. Νικολάου,
(1993)1 ΑΑΔ 45). Πραγματική μαρτυρία είναι η μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο αντικειμενικό εύρημα ενέχει αποδεικτική δυναμική όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτό των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενές αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων (Σιάτης ν. Δημοκρατίας,
(1991)2 ΑΑΔ 551, Κακόψητος ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 200, Knell v. Αστυνομίας,
(1994)2 ΑΑΔ 51). Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας,
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1 ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου ΛΤΔ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1 ΑΑΔ 1388, Ιωαννίδου κ.α. ν. Singh κ.α.,
(2001)1ΑΑΔ 1805). Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Αστ. Σ. Κουσιάππα (Μ.Ε.1), ως αντικειμενική και ανεξάρτητη. Εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε από οποιανδήποτε πλευρά. Ό,τι ζητήθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των δύο πλευρών από αυτόν ήταν διευκρίνιση κάποιων ζητημάτων. Βρίσκω ότι ενήργησε με επαγγελματισμό όταν κλήθηκε για να διερευνήσει το δυστύχημα προβαίνοντας σε αναγκαίες παρατηρήσεις και μετρήσεις τις οποίες κατέγραψε αρχικά στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκμ. 1) που ετοίμασε στη σκηνή με το οποίο συμφώνησαν οι εναγόμενοι οδηγοί και το υπέγραψαν και στη συνέχεια ετοιμάζοντας το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμ. 2). Τα όσα ανέφερε ο μάρτυς θα τύχουν ασφαλώς αξιολόγησης σε συσχετισμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος για την εξαγωγή του αναγκαίου συμπεράσματος σε σχέση με την ευθύνη ενός εκάστου των οδηγών. Παρεμβάλλω ότι η ενάγουσα ζήτησε και εξασφάλισε την αστυνομική έκθεση για το δυστύχημα για την οποία κατά το Τεκμ. 100 κατέβαλε το ποσό των €85.
- Η ενάγουσα κα Β. Δημητρίου (Μ.Ε.2), είχε ετοιμάσει γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Για ό,τι ενδιαφέρει το υπό εξέταση ζήτημα, αυτό δηλαδή της ευθύνης για το δυστύχημα, κατάθεσε ότι στις 6.09.2008 οδηγώντας το όχημα της μάρκας ΤΟΥΟΤΑ με αριθμό εγγραφής ΗΖΕ 008 και προσπαθώντας να διασταυρώσει την Λεωφόρο Ακροπόλεως από την οδό Σταδίου και ενώ βρισκόταν σχεδόν στη μέση της πορείας της, της κτύπησε στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της και στο ύψος της πόρτας του οδηγού ένα αυτοκίνητο που είχε πορεία από τον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς προς την Λάρνακα. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν το αυτοκίνητο της να καταστραφεί και η ίδια να τραυματισθεί. Το αυτοκίνητο της μετά τη σύγκρουση περιστράφηκε χωρίς να θυμάται πόσες φορές και κατέληξε να κτυπήσει στα προστατευτικά κάγκελα του πεζοδρομίου της Λεωφ. Ακροπόλεως και της οδού Σταδίου. Ανέφερε ότι ήταν σταματημένη στα φώτα τροχαίας της οδού Σταδίου με κόκκινο το σηματοδότη των φώτων τροχαίας και όταν ο σηματοδότης των φώτων έγινε πράσινος, τότε ξεκίνησε για να διασταυρώσει την Λεωφ. Ακροπόλεως με κατεύθυνση τη οδό Ιβύκου όπου βρισκόταν το περίπτερο που διαχειριζόταν. Ισχυρίστηκε ότι απέναντι της στα φώτα τροχαίας της οδού Ιβύκου ήταν σταματημένο αυτοκίνητο το οποίο ξεκίνησε ταυτόχρονα μαζί της όταν άναψε ο πράσινος σηματοδότης των φώτων τροχαίας. Όταν δέχθηκε το κτύπημα, ο σηματοδότης των φώτων τροχαίας προς και από την Λάρνακα στην Λεωφ. Ακροπόλεως ήταν κόκκινου χρώματος. Δεν της δόθηκε χρόνος λόγω της ταχύτητας του άλλου οχήματος να αντιδράσει προς αποφυγή του δυστυχήματος. Φορούσε τη ζώνη ασφαλείας της. Πληροφορήθηκε από την Τροχαία Λάρνακας όταν πήγε για να δώσει κατάθεση για τον τύπο και τον αριθμό εγγραφής του άλλου οχήματος και το όνομα του οδηγού του. Τα δύο οχήματα ήταν ασφαλισμένα στην ίδια ασφαλιστική εταιρεία, την εναγόμενη
- Ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1), αναφέρθηκε και αυτός στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), στις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα. Ανέφερε ότι στα φώτα τροχαίας ως προς την πορεία του ήταν αναμμένο το πράσινο φως και όταν πλησίασε στα 20 - 30 μέτρα (στην κατάθεση του στην αστυνομία ανέφερε 30 μέτρα), άλλαξε το φανάρι σε πορτοκαλί, και επειδή ήταν φορτωμένο το όχημα του με γυψοσανίδες, υπολόγισε ότι δεν θα προλάβαινε να σταματήσει πριν τη γραμμή του ALT και συνέχισε την πορεία του. Όταν περνούσε την γραμμή των φώτων, το φως ήταν ακόμα πορτοκαλί. Στη διασταύρωση υπήρχε αρκετή ορατότητα από όλες τις πλευρές. Το αυτοκίνητο της ενάγουσας ήρθε από τα αριστερά του και ενώ βρισκόταν στο μέσο της διασταύρωσης, χωρίς να πάρει οποιαδήποτε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης, τον κτύπησε με το μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος της στο αριστερό μπροστινό μέρος του δικού του οχήματος. Όταν αντιλήφθηκε να έρχεται πάνω του έκαμε μια μικρή κίνηση προς τα δεξιά αλλά η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε. Εκφράζει την πίστη ότι η ενάγουσα δεν περίμενε να ανάψει πράσινο στην πορεία της για να εκκινήσει αλλά ξεκίνησε πιο γρήγορα, ίσως βλέποντας το πορτοκαλί στην πορεία τη δική του και από την αντίθετη κατεύθυνση. Σημαντική είναι η τοποθέτηση του κατά την αντεξέταση του όπου έθεσε το ζήτημα ως ακολούθως: «Πιστεύω αν εχτυπούσα εγώ την κυρία Βικτώρια ήταν να χτυπήσω με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου μου. Όχι με την πλάγια πλευρά του αυτοκινήτου.» Οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί - ενάγουσα και εναγόμενος 1 - μου προκάλεσαν την εντύπωση ότι προσπάθησαν να επιρρίψουν ο ένας στον άλλο την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Η ενάγουσα βρίσκω ότι δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής καθότι στην Γραπτή της Δήλωση (Έγγραφο Α), σε κανένα σημείο δεν αναφέρθηκε στα όσα ανέφερε στην κατάθεση της στην Αστυνομία, ότι δηλαδή ξεκίνησε από το ALT χωρίς να κοιτάξει ούτε αριστερά ούτε δεξιά της. Από την άλλη τοποθετεί στο απέναντι της σημείο σταματημένο ένα άλλο όχημα που ανέμενε επίσης την εναλλαγή των φώτων για να εκκινήσει και ότι πράγματι είχε και αυτό εκκινήσει ταυτόχρονα μαζί της να διασταυρώσει, κάτι για το οποίο στην κατάθεση της στην αστυνομία δεν ήταν σίγουρη, τέσσερις ημέρες μετά το δυστύχημα, εφόσον χρησιμοποίησε γι' αυτή την περιγραφή της την λέξη «νομίζω». Αν πράγματι συνέβαινε κάτι τέτοιο, είναι λογικό ότι θα είχαμε και δεύτερη σύγκρουση με το όχημα του εναγομένου 1 με αυτό το άγνωστο από απέναντι όχημα. Κάτι τέτοιο δεν αναφέρθηκε ούτε από τον εναγόμενο 1 ούτε τον συνεπιβάτη του στη δική του κατάθεση. Εξάλλου, εάν πράγματι συνέβαινε κάτι τέτοιο λογικό θα ήταν το όχημα του εναγόμενου 1 να συγκρουόταν πρώτα με εκείνο το όχημα που βρισκόταν στα δεξιά του και πιο κοντά του, οπότε θα είχαμε ενδεχομένως διαδοχική σύγκρουση οχημάτων. Κάτι τέτοιο ευτυχώς δεν συνέβη. Απλά η ενάγουσα αναφέρθηκε σε αυτό το όχημα με σκοπό να δικαιολογήσει τη δική της αμέλεια να ελέγξει πριν αποφασίσει να εισέλθει στη διασταύρωση την τροχαία κίνηση από αριστερά και δεξιά της. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η μαρτυρία του εναγόμενου 1 συνάδει με τα λοιπά ευρήματα στη σκηνή και τη μαρτυρία του εξεταστή του δυστυχήματος Αστ. Σ. Κουσιάππα (Μ.Ε. 1) και έτσι την αποδέχομαι. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας στην αγόρευση του ότι για πρώτη φορά διαφοροποιήθηκε ο εναγόμενος 1 στη γραπτή του δήλωση ότι τάχα ήταν η ενάγουσα που επέπεσε επί του οχήματος του και όχι το αντίθετο. Διεξήλθα την γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία (Τεκμ. 3) και δεν διαπίστωσα διαφορετική θέση. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από αυτή στο οποίο δεν γίνεται μια τέτοια παραδοχή: «Μόλις μπήκα στο τετράγωνο το όχημα το οποίο ήταν σταματημένο στα φώτα στην αριστερή πλευρά του τετραγώνου σύμφωνα με την πορεία μου εκκίνησε και μπήκε στο δρόμο (τετράγωνο) για να κατευθυνθεί ευθεία σύμφωνα με τη δική της πορεία . έκανα μια μικρή κλήση προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία μου για να απέφευγα την σύγκρουση, αλλά ο προφυλακτήρας αριστερά μπροστά του οχήματος μου, συγκρούστηκε με το δεξιό φτερό του αυτοκινήτου της.» Σε συνδυασμό με τα κτυπήματα που δέχθηκαν τα οχήματα, αβίαστα βγαίνει το συμπέρασμα ότι ήταν και τα δύο οχήματα που επέπεσαν το ένα πάνω στο άλλο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποδέχομαι ταυτόχρονα και τη θέση που εκφράζει στο τέλος της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Β) καταθέτοντας ότι: «Πιστεύω ότι ο οδηγός του ΗΖΕ 008 δεν περίμενε να ανάψει πράσινο στην πορεία της να εκκινήσει αλλά ξεκίνησε γρήγορα, ίσως βλέποντας πορτοκαλί στην πορεία τη δική μου και από την αντίθετη κατεύθυνση» απαλλάσσοντας τον από το δικό του μερίδιο ευθύνης που ήταν και το μεγαλύτερο όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και με όσα αντικειμενικά σημειώθηκαν στο σχεδιαγράφημα της σκηνής με το οποίο συμφώνησαν και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί και κυρίως σε σχέση με το σημείο συγκρούσεως και τις ζημιές που προκλήθηκαν επί των ενεχομένων οχημάτων, ως είναι παραδεκτές, ότι δηλαδή το μπροστινό δεξιό φτερό του οχήματος της ενάγουσας κτύπησε στο αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος του εναγομένου 1, με οδηγούν στο εύρημα ότι υπήρξε αμέλεια και από τους δύο οδηγούς των ενεχομένων οχημάτων οι οποίοι ουσιαστικά απέκοψαν ο ένας την πορεία του άλλου για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ο εναγόμενος 1, παρόλο ότι το όχημα που οδηγούσε ήταν φορτωμένο με γυψοσανίδες και επομένως η ακινητοποίηση του οχήματος του σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να γινόταν ομαλά για να μην υπάρχει κίνδυνος εκσφενδόνισης τους - όπως ανέφερε στην κατάθεση του ο συνεπιβάτης του (Τεκμ. 4) - ή έστω δυσκολία ακινητοποίησης του οχήματος του στα φώτα τροχαίας «ήταν φορτωμένο και δεν μπορούσα να σταματήσω απότομα και πέρασα» αναφέρει ο ίδιος ο εναγόμενος 1 στο έντυπο Φιλική Δήλωση Τροχαίου Ατυχήματος (Τεκμ. 110), καθόλου δεν ελάττωσε ταχύτητα πλησιάζοντας τα φώτα έτσι ώστε να μπορέσει να το ακινητοποιήσει έγκαιρα σε περίπτωση κινδύνου ούτε και εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του καθώς ούτε ίχνη τροχοπέδησης εντοπίστηκαν αλλά ούτε και ο ίδιος ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Ανέφερε δε στην κατάθεση του στην Αστυνομία ότι οδηγούσε με ταχύτητα 50 - 60 ΧΑΩ. Είχε αντιληφθεί στα 30 μέτρα πίσω από το ΑLT να ανάβει από πράσινο σε πορτοκαλί το φανάρι και εντούτοις, παραγνωρίζοντας αυτήν την προειδοποίηση και ενώ είχε αντιληφθεί το όχημα της ενάγουσας όταν ο ίδιος βρισκόταν «αρκετά πίσω από τα φώτα τροχαίας» να είναι σταματημένο στη διασταύρωση αναμένοντας το πράσινο φανάρι για να εκκινήσει, συνέχισε την πορεία του παραγνωρίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την υπόλοιπη τροχαία κίνηση. Τα πιο πάνω προκύπτουν τόσο από τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και από την κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμ. 3), λίγη ώρα μετά το δυστύχημα, όσο και του ανιψιού του και συνεπιβάτη στο όχημα του (Τεκμ. 4), ο οποίος αν και δεν κλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να δώσει μαρτυρία εντούτοις η κατάθεση του έγινε τεκμήριο και δεν κλήθηκε από πλευράς ενάγουσας για να αντεξετασθεί επί του περιεχομένου της ενώ αντίθετα η πλευρά των εναγομένων την επικαλείται στην αγόρευση της. (β) Η μαρτυρία της ενάγουσας υπήρξε αντιφατική και ως εκ τούτου ελέγχεται για αυτή την αντιφατικότητα της για τις ακόλουθες θέσεις της: Προσθέτει στο τέλος της κατάθεσης της στην αστυνομία: «Το αυτοκίνητο το οποίο με κτύπησε δεν το είδα καθόλου» Η δήλωση της αυτή έρχεται σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει στη Φιλική Δήλωση Τροχαίου Ατυχήματος (Τεκμ. 110), όπου είχε δηλώσει «Δεν υπολόγισα ότι δεν θα σταματούσε το όχημα WV 252». Η ενάγουσα ενώ βρισκόταν σε στάση αναμονής στα φώτα τροχαίας, όταν αντιλήφθηκε ότι άναψε το πράσινο φανάρι, ξεκίνησε για να διασταυρώσει χωρίς να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά, όπως η ίδια ανέφερε στην κατάθεση της στην αστυνομία (Τεκμ. 5) τέσσερις ημέρες μετά το δυστύχημα: «Όταν το φανάρι απέναντι μου άναψε πράσινο, και νομίζω ότι υπήρχε όχημα απέναντι μου το οποίο και αυτό εκκίνησε, τότε εγώ χωρίς να κοιτάξω δεξιά ή αριστερά εκκίνησα σιγά σιγά για να σταυρώσω το τετράγωνο των φώτων.» Η απόσταση των 20.70μ. που οδήγησε ο εναγόμενος εντός της διασταύρωσης ενώ υπήρχε εναλλαγή φώτων από πράσινο σε πορτοκαλί και ακολούθως κόκκινο ήταν αρκετά μεγάλη για να τον είχε προσέξει η ενάγουσα έγκαιρα κάτι που δεν έκανε εφόσον δεν κοίταξε ούτε αριστερά ούτε δεξιά και ενώ δεν υπήρχε εμπόδιο στην ορατότητα και εποπτεία της διασταύρωσης από όλες τις πλευρές της. Ξεκίνησε το όχημα της και επιχείρησε να διασταυρώσει διανύοντας η ίδια 14.30 μέτρα από το ALT της πορείας της με το όχημα του εναγόμενου 1 να ελαύνει επί της διασταύρωσης. Ήταν δε η ίδια με το όχημα της που επέπεσε στο όχημα του εναγόμενου 1 προκαλώντας του ζημιές στο μπροστινό αριστερό φτερό του οχήματος του αλλά και όπως επισημαίνει στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της και στην πίσω αριστερή πόρτα, όπως φαίνονται στις φωτογραφίες που επισυνάφθηκαν στο έντυπο Φιλική Δήλωση Τροχαίου Ατυχήματος (Τεκμ. 110), το οποίο κατατέθηκε από τον κ. Κωνσταντίνο Χαραλάμπους (Μ.Υ.2) του οποίου τη μαρτυρία και αποδέχομαι σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείται από την εταιρεία του η οποία σε συνεργασία με ασφαλιστικές εταιρείες προσφέρει μεταξύ άλλων και «φροντίδα ατυχήματος». Ειδικότερα αποδέχομαι ότι η δήλωση που φέρεται ότι έκανε η Ενάγουσα στον τότε συνεργάτη - υπάλληλο της εταιρείας του κ. Παρασκευά Αθανασίου προήλθε από αυτή και δεν υπήρχε κανένας λόγος να της αποδοθεί κάτι το οποίο δεν είπε. Τα δε στοιχεία που παρουσίασε στο Δικαστήριο προέρχονταν από το αρχείο που τηρεί και ελέγχει ο ίδιος στην εταιρεία του χωρίς καμιά αλλοίωση τους. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ούτε η ενάγουσα επέδειξε την απαραίτητη εποπτεία του δρόμου και της διασταύρωσης όπως και της πορείας της. Το όχημα της συγκρούστηκε με το μπροστινό δεξιό του μέρος στο αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος του εναγομένου
- Εφόσον εκκινώντας η ίδια από σημείο ALT είχε χαμηλή ταχύτητα θα έπρεπε να είχε την απαραίτητη εποπτεία του δρόμου - της διασταύρωσης - και τα απαραίτητα αντανακλαστικά ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση όταν αντιλήφθηκε το όχημα του εναγόμενου 1 εντός της διασταύρωσης. Επομένως γι' αυτόν τον λόγο καταλήγω ότι και η ενάγουσα φέρει ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Έχοντας υπόψη μου και νομολογία που αφορά δυστυχήματα που επισυνέβησαν σε φώτα τροχαίας υπό παρόμοιες συνθήκες μεταξύ άλλων και τις αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους: (α) Μαχάττου κ.ά. v. Σταματίδη
(2011)1ΑΑΔ 1265 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το καθήκον του οδηγού σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας - Κριτήριο όχι η πραγματική συνειδητοποίηση του κινδύνου αλλά η ευλόγως αναμενόμενη αντίληψη του. Οι πραγματικές περιστάσεις του δρόμου δικαιολογούσαν την απόδοση συντρέχουσας αμέλειας που καθορίστηκε σε 20%. Σύγκρουση μοτοσυκλέτας με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εφεσίβλητος σε διασταύρωση ελεγχόμενη με φώτα τροχαίας - Απόδοση κατ' έφεση συντρέχουσας αμέλειας 20% στον οδηγό του αυτοκινήτου - Παρά το ότι ο εφεσίβλητος περνώντας με πράσινο, εδικαιούτο να θεωρήσει ότι ο θανών δεν θα περνούσε με κόκκινο, οι πραγματικές περιστάσεις του δρόμου, όπως παρατέθηκαν και όπως αυτές συνιστούσαν το υπόβαθρο της κρίσης της αμέλειας ως γεγονότος, δικαιολογούσαν την απόδοση συντρέχουσας αμέλειας 20% - Υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε λογικά να αναμενόταν να έβλεπε τη μοτοσυκλέτα και να αντιδρούσε αναλόγως.» (β) Φοινικαρίδης κ.ά. v. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 475 όπου αποφασίστηκε ότι: «Εφ' όσο ο Μιχαήλ Φοινικαρίδης είχε δει τον Γεώργιο Γεωργίου, μπαίνοντας στη διασταύρωση, να αδημονεί να ξεκινήσει και εφ' όσο το πράσινο είχε αλλάξει σε κίτρινο αμέσως μετά, πράγμα που ο Μιχαήλ Φοινικαρίδης μπορούσε να διαπιστώσει βλέποντας τα φώτα της απέναντι πλευράς, ο Μιχαήλ Φοινικαρίδης όφειλε να είχε στρέψει ξανά την προσοχή του στο μοτοσυκλεττιστή, πράγμα που αν έκανε πιθανό να μπορούσε να λάμβανε μέτρα αποφυγής του δυστυχήματος. Γι' αυτό ορθά ένοχος συντρέχουσας αμέλειας κατά 25%.» (γ) Μαυρίδης v. RIMA J. DHARAGHJI κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 1013 στην οποία το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος 2 ευθυνόταν αποκλειστικά για την σύγκρουση. Με βάση τα ίδια ευρήματα το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ευθύνη 20% έφερε ο εναγόμενος 1, γιατί είχε ορατότητα και έβλεπε την επέλευση του αυτοκινήτου των εναγόντων και δεν κατέλαβε προσπάθεια να αποφύγει την σύγκρουση ή να μειώσει την σφοδρότητα της. (δ) Καζάκου v. Αβρααμίδου,
(2000)1 ΑΑΔ 1626 αποφασίστηκε ότι: «Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κριτήρια και μέσα στα πλαίσια του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων άρχισε να εισέρχεται μέσα στη διασταύρωση όταν το χρώμα των φώτων στη δική του πλευρά ήταν κίτρινο, έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο καταμερισμός της ευθύνης σε 70% - 30%, είναι ορθός.» Καταλήγω να αποδώσω στους οδηγούς των δύο ενεχομένων οχημάτων συντρέχουσα αμέλεια την οποία επιμερίζω στον μεν εναγόμενο 1 σε ποσοστό 70% στην δε ενάγουσα σε ποσοστό 30%. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ - Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣH ΤΗΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ ΤΟΥΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: (Α) ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ: Ως προς το ζήτημα των σωματικών βλαβών της ενάγουσας σχετική είναι η μαρτυρία της ίδιας της ενάγουσας (Μ.Ε.2), του Δρος Λοΐζου Χριστοδούλου (Μ.Ε.3), του κ. Θεόδουλου Δημητρίου (Μ.Ε.4) και του κ. Σέργιου Πίττα (Μ.Ε.5). Για την πλευρά των Εναγομένων κατέθεσε ο κ. Κωνσταντίνος Χαραλάμπους (Μ.Υ.2) στην μαρτυρία του οποίου ήδη αναφέρθηκα πιο πάνω, ο Δρ Christopher Robert Constant (Μ.Υ.3) και ο κ. Κυριάκος Λοϊζίδης (Μ.Υ.4). Ο τραυματισμός της ενάγουσας συνεπεία του ως άνω τροχαίου δυστυχήματος παρέμεινε αναμφισβήτητος. Σε καμιά περίπτωση δεν υποβλήθηκε στην ενάγουσα ότι δεν είχε τραυματιστεί. Ο τραυματισμός της γίνεται δεκτός και στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων. Ό,τι αμφισβητείται όπως τέθηκε το ζήτημα από την Υπεράσπιση είναι το εύρος και η αναγκαιότητα των εγχειρήσεων και θεραπειών στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα και οι συνεπαγόμενες γι' αυτές δαπάνες μετά την αφαίρεση της βίδας που τοποθετήθηκε κατά την πρώτη εγχείρηση που διενήργησε ο Δρ Λοίζος Χριστοδούλου. Η πιο πάνω θέση των εναγομένων υποστηρίχθηκε από σχετική ιατρική μαρτυρία του Δρος Christopher Constant (M.Y.3), με γνωμάτευση εκ μέρους του ότι οι ιατρικές εξετάσεις, χειρουργικές επεμβάσεις και διαφόρων μορφών θεραπείες και κατ' επέκταση και τα έξοδα και δαπάνες και ταλαιπωρία τα οποία διεκδικεί η Ενάγουσα υπό μορφή ειδικών ζημιών αλλά και με συνεπαγόμενη ανάλογη αύξηση των γενικών αποζημιώσεων δεν οφείλονταν και δεν είχαν γενεσιουργό αιτία ή αιτιώδη συνάφεια τον τραυματισμό της συνεπεία του δυστυχήματος. Αφορούσαν κατά τον ως άνω ιατρό προϋπάρχουσες καταστάσεις προερχόμενες από εκφυλιστικές αλλοιώσεις για τις οποίες και πάλιν οι εγχειρήσεις δεν ήσαν αναγκαίες. Εν πάση περιπτώσει, κατά την Υπεράσπιση ο πόνος που αισθανόταν η Ενάγουσα και που ήταν ο λόγος που οι θεράποντες ιατροί της τής πρότειναν και διενήργησαν τις επεμβάσεις, δεν προερχόταν ούτε από τις εκφυλιστικές αλλοιώσεις που έδειξαν τα διάφορα MRI, αλλά οφειλόταν στην ανάπτυξη αλγοδυστροφίας που δεν έγινε αντιληπτή από τον θεράποντα ιατρό της. Εκτενής όμως αναφορά και ανάπτυξη της θέσης αυτής θα γίνει πιο κάτω κατά την ανάλυση της μαρτυρίας των ιατρών Δρος Λοΐζου Χριστοδούλου (Μ.Ε.3) και του Δρος Christopher Constant (M.Y.3). Η ενάγουσα, 39 ετών στις 6.09.2008 που συνέβη το επίδικο δυστύχημα, υγιής και δεξιόχειρας, μητέρα 3 ανήλικων παιδιών τότε και επιχειρηματίας στη διαχείριση ενός «μεγάλου» περιπτέρου, όπως το χαρακτήρισε, έκανε εκτενή αναφορά στη Γραπτή της Κατάθεση (Έγγραφο Α1), την οποία διάβασε και υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου, στον τραυματισμό της, τις θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε και τις συνέπειες που είχε στην υγεία και στην καθημερινότητα της. Αναφορά έκανε και στα τεκμήρια τα οποία κατάθεσε ως Τεκμ. 6 - 101, η κατάθεση των οποίων έγινε χωρίς την αποδοχή του περιεχομένου τους και με την επιφύλαξη της πλευράς των εναγομένων, όπως δηλώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο τους, να αντεξετάσουν για το περιεχόμενο τους τόσο την ίδια όσο και αυτούς που τα συνέταξαν ή εξέδωσαν. Ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα έχασε προσωρινά - για κάποια δευτερόλεπτα όπως εξήγησε στην αντεξέταση της - τις αισθήσεις της και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο με «φρικτούς πόνους» όπως τους χαρακτήρισε, σε διάφορα μέρη του σώματος της στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Εκεί της έγινε συρραφή τραύματος στο δεξί της αυτί, παραπέμφθηκε σε ορθοπεδικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και της έγινε ακτινολογικός έλεγχος και διαπιστώθηκε υποψία κατάγματος στην περιοχή του δεξιού της βραχιονίου και της έθεσαν το δεξί της χέρι σε ανάρτηση και της δόθηκε άδεια απουσίας από την εργασία της μέχρι την 30.09.2008 (σχετικά είναι τα Τεκμ. 6 - 9). Λόγω μη βελτίωσης, των συνεχών πόνων, τον περιορισμό στις κινήσεις του δεξιού της ώμου επισκέφθηκε τον Δρα Ιωάννη Καλούδη στις 9.09.2008, ο οποίος της εισηγήθηκε, όπως ισχυρίστηκε, για την αναγκαιότητα χειρουργικής επέμβασης στον ώμο της. Κατάθεσε ως Τεκμ. 10 το πιστοποιητικό του Δρος Ι. Καλούδη. Της παρέσχε άδεια απουσίας από την εργασία της από 26.09.2008 μέχρι την 26.10.2008. Κατέβαλε σε αυτόν το συνολικό ποσό των €110,00 (Τεκμ. 11 και 12). Αποτάθηκε στις 7.10.2008 στον Δρα Λοΐζο Χριστοδούλου στο Αρεταίειο Νοσοκομείο στη Λευκωσία, όπου μετά από ιατρικές και ακτινολογικές εξετάσεις και μαγνητική τομογραφία τη χειρούργησε στο δεξί ώμο στις 26.10.2008, και στις 26.11.2008 ένα μήνα αργότερα της αφαίρεσε τη βίδα που τοποθετήθηκε στην αρχική εγχείρηση. Μετά την αφαίρεση της βίδας, συστήθηκε σε αυτή εντατική φυσιοθεραπεία-κινησιοθεραπεία την οποία πάντα με βάση τις οδηγίες του Δρα Λοΐζου Χριστοδούλου έκαμε στο φυσιοθεραπευτήριο του Χριστάκη Τουμαζή στην Αραδίππου. Σχετικά με τις πιο πάνω εξετάσεις, διαγνώσεις, εγχειρήσεις, θεραπείες και ιατρικά πιστοποιητικά και το κόστος για κάθε μια είναι τα Τεκμ. 7,8,9 13
(1)και
(2)μέχρι 34,38 και 100 τα οποία και αποδέχομαι. Τα έξοδα που κατέβαλε μέχρι τότε σύμφωνα με τα ως άνω τεκμήρια ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €7.073,80,σ. Λόγω των συνεχιζόμενων προβλημάτων της, τις ενδείξεις και αποτέλεσμα νέας μαγνητικής τομογραφίας που έκανε της έγινε νέα χειρουργική επέμβαση από τον Δρα Λοΐζο Χριστοδούλου στις 18.01.2010 και επακολούθησε φυσιοθεραπεία στο φυσιοθεραπευτήριο Physio For U στη Λάρνακα. Σε σχέση με τις πιο πάνω θεραπείες, εξετάσεις, χειρουργική επέμβαση και φυσιοθεραπεία και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε κατάθεσε τα Τεκμ. 39 -
- Τα προβλήματα της όμως συνεχίστηκαν με πόνους κατά την κίνηση του δεξιού της ώμου και τον περιορισμό των κινήσεων του δεξιού της χεριού με αδυναμία να σηκώσει οποιοδήποτε βάρος με το δεξί της χέρι κάτι που την δυσκόλευε στην καθημερινότητα της. Ακόμα και στο ντύσιμο της χρειαζόταν όπως και κατά το χρόνο που κατάθεσε στο Δικαστήριο (12.05.2015), όπως ισχυρίστηκε, τη βοήθεια του συζύγου της ή των παιδιών της. Λόγω των συνεχιζόμενων προβλημάτων της, των πόνων, της δυσφορίας και της δυσκαμψίας του δεξιού της χεριού συνέχισε τις ιατρικές εξετάσεις τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό καθώς πέραν των εξετάσεων και θεραπειών που εδέχθη από τον Δρα Λοϊζο Χριστοδούλου, επισκέφθηκε και έλαβε γνωματεύσεις από τον Δρα Roger Hackly στο Leeds της Αγγλίας και από το Δρα Χρήστο Συνωπίδη στη Θεσσαλονίκη (σχετικά τα Τεκμ. 55 - 61). Στις 18.04.2011 η ενάγουσα υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση από τους ιατρούς Δρα Χρήστο Συνωπίδη και Δρα Λοΐζο Χριστοδούλου. Τόσο για τις εξετάσεις, χειρουργική επέμβαση και άλλα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε εκ νέου σχετικά είναι τα Τεκμ. 62 -
- Στις 21.06.2011 εξετάστηκε από πλαστικό χειρούργο τον Δρα Νίκο Μαντά για αποκατάσταση των ουλών λόγω των τραυμάτων της από το ατύχημα και τις εγχειρίσεις στις οποίες υποβλήθηκε, ο οποίος υπολόγισε το κόστος θεραπείας στο ποσό των €2.000,00 και για την εξέταση και την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού πλήρωσε το ποσό των €200,00 (Τεκμ. 74). Η ενάγουσα στις 10.10.2011 εξετάστηκε στο Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο στη Λευκωσία από το Δρα Christofer Constant ιατρό της εναγόμενης
- Ο πιο πάνω ιατρός κλήθηκε αργότερα και κατάθεσε για την Υπεράσπιση. Ισχυρίστηκε ότι ακόμα και μετά την τελευταία επέμβαση που έκανε στις 18.04.2011 και μέχρι την ημέρα που κατάθεσε στο Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει τεράστια προβλήματα στις κινήσεις του δεξιού της χεριού από τον αγκώνα και πάνω και στον δεξιό της ώμο. Έχει πόνους και εξακολουθεί να είναι εντελώς ανίκανη να σηκώσει αντικείμενα όπως κύλινδρο γκαζιού, κασόνια με αναψυκτικά και μπύρες, κιβώτια ή κατσαρόλες με φαγητό. Καθ' όλο το διάστημα που υποβαλλόταν σε εγχειρήσεις αδυνατούσε να εργαστεί, κουραζόταν εύκολα και πήρε βοηθό στη διαχείριση του περιπτέρου αλλά και στο νοικοκυριό της χρειάζεται βοήθεια. Ισχυρίστηκε ότι έχει χάσει την άνεση της και εξαρτάται συνεχώς από άλλα πρόσωπα. Λόγω των πιο πάνω προβλημάτων της εξακολουθεί να αποτείνεται σε διάφορους ιατρούς και της συνεστήθη από τον Δρα Λοΐζο Χριστοδούλου νέα χειρουργική επέμβαση (αρθροσκοπική επέμβαση στον δεξιό ώμο) το κόστος της οποίας ήταν για την ίδια αποτρεπτικό και έτσι αποτάθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο στη Λευκωσία και όταν κατάθεσε στο Δικαστήριο στις 24.03.2015 ανέμενε τον προγραμματισμό της (σχετικά είναι τα Τεκμ. 75 - 79). Κατάθεσε διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά για άδειες ασθενείας που έλαβε ως Τεκμ. 80 -
- Η ενάγουσα εξήγησε στην κατάθεση της τη συμφωνία διαχείρισης του περιπτέρου και τα εισοδήματα που είχε υπολογίζοντας τα στο ποσό των €1.700,00 μηνιαίως (σχετικά είναι τα Τεκμ. 93 - 96). Μετά το δυστύχημα επειδή το περίπτερο ήταν χρεωμένο στην ίδια λόγω της συμφωνίας της με την So Easy Kiosks Ltd διευθέτησε μαζί της όπως προσλάβει η ίδια αντικαταστάτη και έτσι έκανε προσλαμβάνοντας συγγενικό της πρόσωπο τον κ. Σέργιο Πίττα και ανέλαβε να πληρώνει από τις δικές της αποδοχές σε αυτόν το ποσό των €1.000,00 μηνιαίως. Ισχυρίστηκε απώλειες απολαβών που θα είχε καθ' όλο αυτό το διάστημα αναγάγοντας τις στο ποσό των €34.000,
- Αυτό διήρκεσε μέχρι την 31.07.2011 που έληξε η μέχρι τότε συμφωνία της. Συνέχισε την λειτουργία του περιπτέρου αργότερα μέσω οικογενειακής εταιρείας. Λόγω ακριβώς των προβλημάτων υγείας συνεπεία του δυστυχήματος αναγκάστηκε να προσλάβει οικιακή βοηθό καταβάλλοντα της €500,00 μηνιαίως από τον Σεπτέμβριο του
- Η ενάγουσα ανάφερε ότι έλαβε διάφορα επιδόματα σωματικής βλάβης από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμ. 97 - 99). Πλήρωσε για την Αστυνομική Έκθεση €85,00 (Τεκμ. 100). Αξιώνει επίσης την αξία του αυτοκινήτου της το οποίο καταστράφηκε πλήρως και εκτιμήθηκε όπως ισχυρίστηκε στο ποσό των €5.500,00 από την εναγόμενη 2 . Κατάθεσε ως Τεκμ. 101 ακτινογραφία την οποία της είχε λάβει ο Δρ. Ι. Καλούδης. Το πιστοποιητικό του Δρος Ελ. Σταματάκη με το οποίο της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια από 8.09.2008 - 20.09.2008 κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Σε σχέση με τον τραυματισμό της και τα κατάλοιπα αυτού, χωρίς να παραγνωρίζω το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε γι' αυτά τα ζητήματα θα επικεντρωθώ σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της τα οποία κρίνω σημαντικά ως προς την αξιοπιστία της. Παραθέτω ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά τα ακόλουθα: Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση της ότι η ακτινογραφία που της έβγαλαν στο Νοσοκομείο δεν έδειξε ότι είχε οποιονδήποτε κάταγμα, επέμεινε ότι έδειξε. Σε επιμονή του δικηγόρου αν ήταν σίγουρη ότι έδειξε κάταγμα, ανέφερε επί λέξη: «Αυτήν την ώρα στο νοσοκομείο που τους πόνους τους πολλούς ήμουν εκτός. θυμάμαι ότι έκαμα ακτινογραφίες και έφυγα με τους πόνους.» Σε σχέση με την επίσκεψη της στον ιατρό Καλούδη και σε ερώτηση αν της είχε συστήσει εγχείρηση, ανέφερε ότι «ήταν πολύς ο πόνος μου είπε να φύγει ο πόνος και μετά» Παρόλο ότι ο Δρ Ι. Καλούδης της είχε συστήσει συντηρητική θεραπεία και πιθανώς χειρουργική επέμβαση. Ακολούθως ζήτησε δεύτερη συμβουλή, όπως ανέφερε, από τον Δρα Λοΐζο Χριστοδούλου ο οποίος την υπέβαλε σε χειρουργική επέμβαση. Σημαντική είναι επίσης η μαρτυρία που προέκυψε κατά την αντεξέταση της στις 16.09.2015 όπου της υποβλήθηκε η ακόλουθη ερώτηση σε σχέση με το MRI (Τεκμ. 36) : «Αυτό το MRI κα Δημητρίου, που έγινε στις 7.04.2009, λέει στο συμπέρασμα του ότι (διαβάζει από το Τεκμ. 37) υπήρξε σημαντική βελτίωση στον ώμο σας, υπήρχε βελτίωση και στην άρθρωση, στην κλείδα και στη γύρω περιοχή και στην ακρομιοκλειδική άρθρωση σε σύγκριση με το προηγούμενο MRI. Υπάρχει επίσης λέει απόδειξη για σημαντική βελτίωση και στον τένοντα που υπάρχει στην περιοχή, βέβαια δεν είστε γιατρός για να μου πείτε αλλά αυτή η εξέταση δείχνει ότι η κατάσταση βελτιώθηκε και θα σας πω ότι δεν χρειάζετουν να γίνει επέμβαση. Αν θέλετε απαντάτε. Ενάγουσα: Δεν απαντώ.» Ούτε και στη συνέχεια θέλησε να απαντήσει σε υποβολή ότι οι γιατροί της έκαναν την μια μετά την άλλη εγχειρήσεις χωρίς να υπάρχει αναγκαιότητα να τις κάνει. Και όταν της εξηγήθηκε ότι είναι υποβολή ανάφερε: «Αυτά είναι ιατρικά θέματα, άμα θέλω βοήθεια και μου συστήσει ο γιατρός που είναι ο γιατρός μου.» Στη συνέχεια στη βάση παρόμοιων ερωτήσεων με τη προσθήκη του στοιχείου ότι δύο τομογραφίες (Τεκμ. 44 και 45) δεν διαπίστωναν κάτι σημαντικό στα ευρήματα τους και πάλι ο ιατρός της προχώρησε σε εγχειρήσεις απάντησε: «ρωτήστε τον ίδιο». Της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση της ότι είχε γίνει αντιληπτή να σηκώνει μεταλλικό τραπεζάκι και με τα δύο της χέρια και ακολούθως καρέκλες επίσης χρησιμοποιώντας και τα δύο της χέρια. Η δικαιολογία που έδωσε ότι ήταν μόνο για μια φορά που το έκανε και ο τρόπος που σήκωσε τα πιο πάνω αντικείμενα καθόλου δεν συνάδουν με ό,τι παρουσίασε η Υπεράσπιση μετά από παρακολούθηση της και βιντεογράφηση της περί το τέλος Ιουλίου
- Είναι φανερόν ότι η ενάγουσα δεν είπε την αλήθεια εφόσον περιγράφει τον τρόπο που παίρνει το τραπεζάκι και τις καρέκλες κατά τρόπο που δεν συνάδει με περιγραφή των κινήσεων της και την εμφάνιση της στον ψηφιακό δίσκο που κατάθεσε αργότερα ο κ. Κ. Λοϊζίδης (Μ.Υ.4) (Τεκμ. 118 και 119) έτσι που να δείχνει ότι έχει πρόβλημα κάτι που δεν φαίνεται στις κινήσεις της στις προβολές του εν λόγω ψηφιακού δίσκου (DVD-R). Το Δικαστήριο εξετάζει μια μαρτυρία στην ολότητα της για να καταλήξει σε κρίση επί της αξιοπιστίας ενός μάρτυρος. Η μαρτυρία της ενάγουσας κατά την άποψη μου σε σχέση με το ζήτημα τόσο των καταλοίπων συνεπεία του τραυματισμού της όσο και των οικονομικών συνεπειών που είχε σε αυτήν ο τραυματισμός της έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα και διαπιστώνεται μεγάλη δόση υπερβολής, μη στοιχειοθέτηση αξιώσεων, κενά στην μαρτυρία της και στην απόδειξη αξιώσεων της όπως και ασάφειες. Σύμφωνα με τον κ. Κ. Λοϊζίδη (Μ.Υ.4) και τα Τεκμ. 118 και 119 οι κινήσεις της ενάγουσας δεν φανερώνουν σοβαρό κινητικό πρόβλημα του δεξιού της χεριού. Αυτή τη μαρτυρία είχε την ευκαιρία το ίδιο το Δικαστήριο να διαπιστώσει με τη προβολή του ψηφιακού δίσκου κατά τη παράθεση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρος αλλά και αργότερα. Η προβολή δείχνει μια δραστήρια γυναίκα η οποία ενώ συνομιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο ακουμπισμένο στον ώμο της, ταυτόχρονα και με τα δύο της χέρια σήκωνε αντικείμενα (τραπέζι και καρέκλες). Η παρακολούθηση της σημειώνω ότι έγινε για αρκετές ημέρες από 12 - 25.07.2013 από τον ως άνω μάρτυρα ο οποίος προσωπικά διαπίστωσε βλέποντας την ότι δεν παρουσίαζε κινητικό πρόβλημα στο δεξί της χέρι. Στα πιο πάνω συνηγορούν και τα ακόλουθα: (α) Στην παράγραφο 10 της Γραπτής της Δήλωσης η ενάγουσα αναφέρει ότι στο Ορθοπεδικό Τμήμα του Νοσοκομείου της έγινε ακτινολογικός έλεγχος με υποψία κατάγματος στην περιοχή του δεξιού βραχιονίου και παραλείπει να πει ότι της έγινε επανέλεγχος ακτινολογικά χωρίς διαπίστωση οστικής βλάβης του δεξιού βραχιονίου. (σχετικό είναι το ιατρικό πιστοποιητικό του Νοσοκομείου (Τεκμ. 7). Στο Ιατρικό Πιστοποιητικό του Νοσοκομείου το οποίο υπογράφει ο Δρ Ελ. Σταματάκης αναφέρεται ότι στις 6.09.2008 στον ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώνεται υποψία ρογμώδους κατάγματος στην περιοχή της κεφαλής του βραχιονίου και ότι στο επανέλεγχο στις 30.09.2008 έγινε πράγματι νέος ακτινολογικός έλεγχος όπου δεν διαπιστώνεται οστική βλάβη στην περιοχή της κεφαλής του βραχιονίου. (β) Ενώ θέλησε να διεκτραγωδήσει την κατάσταση στην οποία περιήλθε μετά το δυστύχημα εντούτοις φάνηκε και δέχτηκε κατά την αντεξέταση της ότι δεν έπαυσε να παίρνει το μισθό της και μετά από το ατύχημα. Μάλιστα η SO EASY KIOSK LTD εργοδοτούσε και άλλους 3 υπαλλήλους για τις δουλειές του Περιπτέρου. Ο δικός της ρόλος ήταν όπως είπε η διαχείριση, δηλαδή αυτό που έκανε όπως ανέφερε και ο ανιψιός της κ. Σέργιος Πίττας (Μ.Ε. 5) ήταν να ελέγχει το ταμείο και τις κάμερες και γενικά να έχει τον έλεγχο και να προσέχει το περίπτερο. Όμως για να αποφύγει τη διάψευση των όσων ανέφερε προηγουμένως για την δυσκολία της στο να σηκώνει βάρη από μποτίλια υγραερίου μέχρι και την κατσαρόλα μαγειρέματος πρόσθεσε ότι στο περίπτερο έκανε πέραν της διαχείρισης του και όλες τις άλλες δουλειές. Δεν δέχομαι τη μαρτυρία της ούτε και ως προς αυτούς τους ισχυρισμούς της. (γ) Για τον αντικαταστάτη της δήλωσε ότι αναλάμβανε να τον πληρώνει από τις δικές της αποδοχές, δεν είχε όμως στοιχεία να το αποδείξει. Είπε ότι έδινε στον Σέργιο Πίττα, ανεψιό της, €1.000,00 Ευρώ το μήνα και όταν ρωτήθηκε αν έχει κάτι να δείξει ότι πλήρωνε το ποσό αυτό απάντησε με τη φράση: «Όπως ερχόταν η επιταγή του την έδινα». Δεν είχε όμως οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία να παρουσιάσει Ούτε καν ο κ. Σέργιος Πίττας ανέφερε κάτι τέτοιο, τουναντίον ήταν σαφής ότι λάμβανε μισθό €1.000,00 μηνιαίως. . Όταν της ελέχθη ότι η επιταγή ήταν €1.700,00 η απάντηση της ήταν: «Οι ώρες ήταν υπερβολικές» εννοώντας ότι έδιδε στον Σέργιο Πίττα όλο το ποσό της επιταγής δηλαδή €1.700,
- (δ) Η παραδοχή της ότι δεν του έβαζε Κοινωνικές Ασφαλίσεις ούτε και δηλωνόταν το εισόδημα του κ. Σέργιου Πίττα είναι ακόμη ένα στοιχείο που συνηγορεί στο ότι η ενάγουσα δεν απώλεσε οποιοδήποτε εισόδημα. Δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η εργοδότηση έστω του ανιψιού της κ. Σέργιου Πίττα οφειλόταν στη δική της αδυναμία να εκτελέσει τα καθήκοντα της. Κρίνω ότι η σχετική μαρτυρία που παρουσίασε ως προς αυτό το ζήτημα αποσκοπούσε στο να διεκδικήσει αποζημιώσεις τις οποίες όμως δεν δικαιούται. (ε) Παραδέχτηκε ότι μετά την 1.08.2011 λειτούργησε δική της επιχείρηση και όταν της υποβλήθηκε ότι έκτοτε δεν έχασε εισοδήματα απάντησε: «Γιατί δεν έχασα; Όσες φορές έκαμνα εγχείριση δεν μπορούσα να εργαστώ τις ώρες μου και έπρεπε να πληρώνω υπαλλήλους να εργαστούν για μένα». Απέτυχε όμως να παρουσιάσει πειστική μαρτυρία για απώλεια εισοδημάτων. Οι Ειδικές Αποζημιώσεις πρέπει να δικογραφούνται ειδικά και λεπτομερώς και να αποδεικνύονται αυστηρά, καθήκον που η ενάγουσα απέτυχε να εκπληρώσει. (στ) Πέραν των πιο πάνω ενδεικτική της αναξιοπιστίας της ενάγουσας υπήρξε και η απάντηση που έδωσε όταν ερωτήθηκε αν θέλει να διακοπεί η αντεξέταση της προκειμένου να προσκομίσει τις Δηλώσεις που είπε ότι έκαμνε στον Φόρο Εισοδήματος και απάντησε: «ΟΧΙ». Ούτε και με άλλη μαρτυρία φρόντισε να καλύψει αυτό το κενό αποδεικνύοντας τις αξιώσεις της. (ζ) Η αναφορά επίσης της ενάγουσας ότι πλήρωνε οικιακή βοηθό δεν είναι δικογραφημένη αλλά ούτε και ο ισχυρισμός αυτός έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο αποδειχθεί. (η) Ακόμα και τη ζημιά που προκλήθηκε στο όχημα της δεν παρουσίασε σχετική μαρτυρία προς απόδειξη της ως ειδικής ζημιάς. (θ) Σε σχέση με τον τραυματισμό της η ενάγουσα δέχτηκε ότι ο γιατρός Δρ Ι. Καλούδης διέγνωσε εξάρθρημα της ακρομυοκλειδικής άρθρωσης και της σύστησε συντηρητική θεραπεία και πιθανώς χειρουργική επέμβαση, όμως δεν τον ξαναεπισκεύθηκε. Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι από την αρχή ο Δρ Ι. Καλούδης της είπε ότι χρειάζεται εγχείριση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία της ενάγουσας χαρακτηριζόταν από υπερβολή σε όλα τα επιμέρους ζητήματα που αφορούσαν τα κατάλοιπα στην υγεία της και τις συνέπειες που είχε σε αυτή το δυστύχημα. Δεν προσκόμισε δε ίχνος μαρτυρίας προς απόδειξη τους. Γι' αυτό και δεν την αποδέχομαι. Δεν αμφιβάλλω ότι πράγματι υποβλήθηκε σε διάφορες θεραπείες και χειρουργικές επεμβάσεις μετά που αποφάσισε να αναζητήσει συμβουλές και βοήθεια από άλλους ιατρούς ως είχε δικαίωμα να κάνει, εφόσον αποφάσισε να μην ακολουθήσει την συμβουλή του αρχικού ιδιώτη ιατρού στον οποίο προσέφυγε, του Δρα Ι. Καλούδη. Είναι επάναγκες για να καταλήξω ως προς την αληθινή μετατραυματική εικόνα της ενάγουσας όπως αντιπαραβάλω τη μαρτυρία του βασικού θεράποντος ιατρού της Δρος Λοΐζου Χριστοδούλου (Μ.Ε.3) με αυτή του Δρος Chr. Constant (M.Y.3). Ο Δρ Λοΐζος Χριστοδούλου είναι γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων, ο οποίος ομολογουμένως με επαγγελματισμό αλλά και ψύχραιμο και κόσμιο τρόπο υπέβαλλε σε αυτόν ερωτήσεις αλλά και τις θέσεις της Υπεράσπισης, δεν επεδείκνυε πάντοτε ψυχραιμία με αποτέλεσμα να επιτίθεται στον συνήγορο Υπεράσπισης, χωρίς να υπάρχει αποχρών λόγος. Αυτά ήταν διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης τα οποία ενδεχομένως μπορεί να μην αναδεικνύονται σε όλο τους το εύρος από το ψυχρό κείμενο των πρακτικών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων σταχυολόγησε κάποια από αυτά στην αγόρευση του τα οποία όμως δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω στην απόφαση μου εφόσον η αξιολόγηση της μαρτυρίας του και η αξιοπιστία του θα πρέπει να τεθούν κάτω από το μικροσκόπιο της επιστημοσύνης του με κριτήριο τη θεραπευτική αγωγή που παρέσχε στην ενάγουσα. Σίγουρα η απαξιωτική στάση του απέναντι στον συνήγορο Υπεράσπισης αλλά και σχετικές απαξιωτικές αναφορές του για συναδέλφους του, δεν αρμόζουν σε ιατρό που καταθέτει την εμπειρογνωμοσύνη του ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να το βοηθήσει να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Από τα ιατρικά πιστοποιητικά που εξέδωσε για την ενάγουσα ο Δρ Λ. Χριστοδούλου αλλά και από σχετικές αναφορές του στο εδώλιο του μάρτυρος προκάλεσε την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο όχι για να παρουσιάσει αντικειμενικά και με επιστημονικά κριτήρια τις ιατρικές του γνωματεύσεις και θεραπείες και επεμβάσεις για να φανερωθεί η αληθινή εικόνα της υγείας της ενάγουσας. Χρησιμοποιούσε χαρακτηρισμούς σε σχέση με τον τραυματισμό της αλλά και τα κατάλοιπα του που δεν συνάδουν, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια, με ό,τι είχε πράγματι υποστεί η ενάγουσα. Χαρακτήρισε τον τραυματισμό της στο πιστοποιητικό του ως «σοβαρό» (Τεκμ. 20). Καταγράφει στο ίδιο πιο πάνω πιστοποιητικό του διαπιστώσεις που δεν θα μπορούσαν να ήταν δικά του ευρήματα όπως για το πως συνέβη το δυστύχημα «κτυπήθηκε από αυτοκίνητο στο πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου της» ή ότι « η ασθενής είναι δεξιόχειρας και ο πιο πάνω τραυματισμός της επηρέασε τον τρόπο ζωής της λόγω της μειωμένης χρήσης του δεξιού άνω άκρου». Το πιο πάνω συνηγορεί και με τη θέση του ίδιου του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας όταν αντεξέταζε τον κ. Κυριάκο Λοϊζίδη (Μ.Υ.4) και του υπέβαλε για τα συμπεράσματα του όπως τα κατέγραψε στη Δήλωση του, θέση την οποία δεν αποδέχομαι στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον ο μάρτυρας εκεί είχε παρατηρήσει ο ίδιος ό,τι κατέγραψε, επρόκειτο για πρωτότυπη και άμεση μαρτυρία, υποβάλλοντας του ότι δεν μπορούσε να έχει άποψη καθότι όπως το έθεσε στη σελ. 9 του πρακτικού: «Τα συμπεράσματα σας ποια είναι κύριε για να πείτε αυτήν την δήλωση, η οποία πιστεύω ότι και γιατρός δεν θα μπορούσε να την πει σ' αυτό το Δικαστήριο.» Διέκρινα στον λόγο του Μ.Ε.3 προσπάθεια δικαιολόγησης των επανειλημμένων επεμβάσεων που διενήργησε στην ενάγουσα και ότι η κατάσταση ή η εξέλιξη της υγείας της ήταν απόρροια αποκλειστικά του τραυματισμού της στο δυστύχημα. Περιαυτολόγησε αδικαιολόγητα για να καταδείξει την εξειδίκευση του ως μοναδική και υπέρτερη άλλων ειδικών ιατρών που εξέτασαν την ενάγουσα κάτι που αντικρούστηκε από τον Δρα Chr. Constant (M.Y.3) στη δική του μαρτυρία χωρίς πάντοτε να τον μειώνει ότι υπάρχουν και άλλοι ιατροί ακόμα και στην Κύπρο που προβαίνουν σε αυτού του είδους τις εγχειρίσεις. Σύγκριση της πιο πάνω στάσης του Δρος Λ. Χριστοδούλου απέχει παρασάγγας με αυτή του Δρος Chr. Constant o οποίος με πραότητα και χωρίς ένταση, πάντοτε με ψυχραιμία, με σαφήνεια και τεκμηρίωση ανέπτυξε τις θέσεις του και τα επιχειρήματα του επεξηγώντας τα και διατύπωσε με στοιχεία και ανάλυση όπου απαιτείτο γιατί διαφωνούσε ότι η εν γένει θεραπευτική αγωγή που παρασχέθηκε στην ενάγουσα με τη σύσταση βασικά του Δρος Λ. Χριστοδούλου δεν είχε αιτιολογία τον τραυματισμό της στο επίδικο δυστύχημα. Τα προσόντα και των δύο πιο πάνω ιατρών παρέμειναν αδιαμφισβήτητα και δεν απαιτείτο να παρουσιάσει ο Δρ Chr. Constant τα ίδια τα πτυχία του για σκοπούς απόδειξης της ιδιότητας του ως ιατρού που θα μπορούσε να ασκήσει την ιατρική στη Κύπρο στην ειδικότητα της ορθοπεδικής αρκούν τα Τεκμ. 113 που αφορά την εγγραφή του ως ιατρού στην Κύπρο από 26.06.2008 και του Τεκμ. 114 με το οποίο του αναγνωρίστηκε από τις 26.06.2008 από το Ιατρικό Συμβούλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι είχε αποκτήσει την ειδικότητα της ορθοπεδικής. Αυτό ήταν το αρμόδιο σώμα να κρίνει τα προσόντα του και να του επιτρέψει να ασκεί την ιατρική στην Κύπρο. Όπως δε μαρτυρεί το βιογραφικό του σημείωμα είναι ιατρός με πολύχρονη πείρα με πολλά επιστημονικά προσόντα, με διεθνή αναγνώριση και συμβολή του σε ιατρικά συγγράμματα και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά (Τεκμ. 111 και 112). Τα πιο πάνω όπως και η εν γένει κατάθεση και παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου με τον εμπεριστατωμένο και επιστημονικό του λόγο δεν αφήνουν περιθώρια μη αποδοχής της εμπειρογνωμοσύνης του για τραυματισμό στον ώμο. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, εξήγησε, τα εξαρθρήματα της ακρομυοκλειδικής άρθρωσης τύπου 1, 2 και 3 μπορούν να αντιμετωπιστούν και συντηρητικά όπως ήταν και η εισήγηση των ορθοπεδικών γιατρών κ.κ. Σταματάκη και Καλούδη (Τεκμ. 7 και 10), εν τούτοις ο Δρ Λ. Χριστοδούλου προχώρησε σε χειρουργική επέμβαση. Ο Δρ Λ. Χριστοδούλου επέμενε ότι η μερική ρήξη του υποκάνθιου και υπερακάνθιου τένοντα όπως και το σύνδρομο πρόσκρουσης στον ώμο ήταν απότοκα του τραυματισμού της ενάγουσας κατά το δυστύχημα. Υπεβλήθη στον Δρα Λ. Χριστοδούλου ότι ο μηχανισμός του ατυχήματος δεν μπορούσε να προκαλέσει τα πιο πάνω ευρήματα του MRI (Τεκμ. 18) και ότι αυτά προϋπήρχαν του τραυματισμού από το ατύχημα. Ήταν δε παραδοχή του κατά την αντεξέταση του ότι για να αποτελούσαν τα πιο πάνω ευρήματα απότοκο του ατυχήματος θα έπρεπε η ενάγουσα να είχε το χέρι της ανυψωμένο κατά το χρόνο της σύγκρουσης, γεγονός που δεν συνάδει με τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες του ατυχήματος. Ο Δρ Λ. Χριστοδούλου κρίνω ότι προέβηκε σε εικασίες προσπαθώντας να δικαιολογήσει τη θέση του, λέγοντας και υποθέτοντας ότι όταν κτυπήσεις έχει αντανακλαστικά και κάνεις ουσιαστικές κινήσεις απότομες και βίαιες σε κλάσματα δευτερολέπτων, καθιστώντας έτσι τον εαυτό του ως ειδικό επί των δυστυχημάτων. Πέραν του πιο πάνω υπήρξαν ευρήματα, όπως μικρή κύστης στην κεφαλή του βραχιονίου και γωνίωση του ακρομύου που υποδηλούν προϋπάρχουσες καταστάσεις. Το MRI δεν έδειξε ότι τα ευρήματα ήταν πρόσφατα. Ούτε κατά την Κλινική εξέταση της διαπιστώθηκαν τέτοια ευρήματα. Οι Δρ Σταματάκης του Γενικού Νοσοκομείου και ο Δρ Ι. Καλούδης που εξέτασαν την ενάγουσα πριν τον Δρα Λ. Χριστοδούλου που την είδε ένα μήνα μετά, δεν αναφέρουν «σοβαρό» τραυματισμό και τις κακώσεις των μαλακών μορίων της περιοχής του ώμου όπως αναφέρει ο Δρ Λ. Χριστοδούλου. Ούτε και στις ιατρικές εκθέσεις που ετοίμασε ο ίδιος ούτε στα δικόγραφα υπάρχουν κλινικά στοιχεία που συνηγορούν με την θέση του Δρος Λ. Χρισοδούλου όπως καθ' υπερβολή, κατά την άποψη μου, προσπάθησε να παρουσιάσει κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημαντικό στοιχείο στην όλη υπόθεση είναι το γεγονός ότι ο Δρ Λ. Χριστοδούλου ανέφερε ότι αφαίρεσε την βίδα πρόωρα λόγω του πόνου που είχε η ενάγουσα. Μετά την αφαίρεση της βίδας ο πόνος δεν βελτιώθηκε. Του υπεβλήθη ότι έπρεπε να υποψιαστεί ότι κάτι άλλο συνέβαινε, όπως η αλγοδυστροφία ή πάγωμα του ώμου αλλά απέκλεισε το ενδεχόμενο να έπαθε αλγοδυστροφία η ενάγουσα και παρουσίασε φωτογραφίες για να δείξει τα συμπτώματα της αλγοδυστροφίας. Όταν του υπεβλήθη ότι δεν παρουσιάζονται πάντα αυτά τα συμπτώματα, δέχτηκε ότι μπορεί να περάσει χωρίς τα συμπτώματα. Του υπεβλήθη ότι το MRΙ (Τεκμ. 37) έδειξε βελτίωση της κατάστασης της ενάγουσας και ότι δεν έπρεπε να χειρουργηθεί μετά την αφαίρεση της βίδας. Η απάντηση του ήταν η ακόλουθη: «Έχετε εντελώς μεγάλο λάθος, δεν μιλάτε σωστά και πιαστήκατε από ένα report. Προχώρησα στην εγχείριση λόγω συνεχιζόμενου πόνου και δυσκαμψίας που είχε η ασθενής. Τα συμπτώματα παραμένουν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Το είπα 6 φορές». Σε υποβολή ότι η αποκατάσταση της κλείδας είναι μια απλή επέμβαση απάντησε «Δεν ξέρετε τι λέτε. Να μου παρουσιάσετε 2 γιατρούς που είναι ικανοί να κάνουν την ίδια επέμβαση, ηρωική επέμβαση για το 2008, από το 2014 ξεκίνησαν να γίνονται. Θέλει γνώσεις και εξειδίκευση να το κάνεις». Σε παρατήρηση ότι πουθενά δεν αναφερόταν ότι υπήρχε αστάθεια απέφυγε να απαντήσει λέγοντας: «Λόγω του σοβαρού τραυματισμού είναι αναπόφευκτη η μετατραυματική δυσκαμψία και άρχισε να εξηγά τί είναι το frozen shoulder και ο επίμονος πόνος». Σε παρατήρηση δε ότι η δυσκαμψία και ο πόνος οφειλόταν στο frozen shoulder και ότι αυτό θέλει 14 με 18 μήνες για να αποθεραπευτεί και αποθεραπεύεται πλήρως και ότι δεν έδωσε χρόνο απάντησε: «όχι έδωσα χρόνο». Ο χρόνος όμως κατά τον οποίο διενήργησε την χειρουργική επέμβαση δεν συνάδει με την πιο πάνω απάντηση του όπως είναι το εύρημα μου. Εκ των πραγμάτων όμως φάνηκε ότι δεν έδωσε χρόνο. Κατά την αντεξέταση του Δρος Λ. Χριστοδούλου του υποβλήθηκαν διάφορες θέσεις του Δρος Chr. Constant σε αντιπαραβολή των όσων ο Δρ Λ. Χριστοδούλου υποστήριξε ή αρνήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Του υποβλήθηκε συγκεκριμένα ότι ο πόνος και η δυσκαμψία που παρουσίαζε η ενάγουσα ήταν αποτέλεσμα αλγοδυστροφίας και frozen shoulder τα οποία δεν αντελήφθη και προχώρησε σε επεμβάσεις αχρείαστες μετά την αφαίρεση της βίδας. Περαιτέρω του υποβλήθηκε ότι λόγω των πολλαπλών επεμβάσεων αυτές προκάλεσαν συμφύσεις στην ενάγουσα. Του υπεβλήθη ότι δεν επηρεάστηκε η αρθρική επιφάνεια της κεφαλής του βραχιονίου οστού και ότι δεν υπήρχε περίπτωση ανάπτυξης οστεοαρθρίτιδας από τον τραυματισμό της ενάγουσας. Του υπεβλήθη τέλος ότι ο μηχανισμός του ατυχήματος και του τραυματισμού της ενάγουσας δεν συνάδει με την ρήξη του επιχείλιου χόνδρου κα του στροφικού πετάλου τα οποία προϋπήρχαν του ατυχήματος. Ανάγνωση του βιογραφικού του Δρος Chr. Constant (Τεκμ.111) και λαμβάνοντας υπόψη την πολύχρονη πείρα του και τα όσα πέτυχε ή και πρόσφερε στην Ιατρική επιστήμη και τη καταξίωση που τυγχάνει στην Ιατρική κοινότητα, εμπνέει ασφαλώς σεβασμό αλλά αυτόματα να κερδίζει και την εμπιστοσύνη για τις θέσεις και τοποθετήσεις του πάνω σε θέματα της ειδικότητας του. Μελέτη του με θέμα την λειτουργία του ώμου (Τεκμ. 112), έλαβε την 1ην θέση παγκοσμίως, σε διεθνή αναγνωρισμένα και εξειδικευμένα περιοδικά. Είναι γεγονός ότι σε αντίθεση με τον Δρα Λ. Χριστοδούλου, παρουσίασε τις θέσεις του σε σχέση με τον τραυματισμό της ενάγουσας με ταπεινότητα, πραότητα και σεβασμό προς την άλλη άποψη χωρίς αφορισμούς και εγωιστικές τοποθετήσεις, με τεκμηρίωση και πειστικότητα και με επαγγελματισμό για όσα υποστήριξε και τα οποία σε κανένα σημείο τους κατά την αντεξέταση του δεν διαφάνηκε ότι θα μπορούσε να κλονιστεί. Ο Δρ Chr. Constant (Μ.Υ.3), αναφερόμενος στο Ιατρικό Πιστοποιητικό που ετοίμασε σε σχέση με την ενάγουσα, είπε ότι είναι βασισμένο στο ιστορικό και την εξέταση. Άρα αυτό το κάνει να είναι ακριβές. Οποιεσδήποτε επιπρόσθετες πληροφορίες δεν θα του άλλαζαν την γνώμη, όπως ανέφερε, αλλά θα του έδιναν την δυνατότητα να δώσει περισσότερες πληροφορίες, που ενδεχομένως να μην ήταν σχετικές. Διαπίστωση του από την εξέταση των ιατρικών πιστοποιητικών της ενάγουσας ήταν ότι το αποτέλεσμα από το χτύπημα που υπέστη κατά το δυστύχημα ήταν το μωλόπισμα πάνω στα μαλακά σημεία και αναλόγως της σοβαρότητας της κατάστασης θα υπήρχε σπάσιμο ή εξάρθρωση της κλείδας. Όσο χειρότερο είναι το χτύπημα, τόσο περισσότερους τραυματισμούς έχει, όπως σπάσιμο κλείδας, σπάσιμο βραχιονίου τα οποία όμως δεν είχε η ενάγουσα. Σε ερώτηση που υπεβλήθη στον Δρα Chr. Constant αν θα μπορούσε συνεπεία του κτυπήματος να της δημιουργηθεί πρόβλημα SLAP και BANKART ο μάρτυς το απέκλεισε και εξήγησε ότι η βλάβη SLAP και BANKART προκαλούνται μέσω των δυνάμεων της έλξεως και αυτές οι έλξεις είναι πάντοτε έμμεσες και έτσι υπάρχουν διαφορετικοί μηχανισμοί τραυματισμών. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη από το ιστορικό για έμμεσες δυνάμεις έλξεως. Η μηχανική του τραυματισμού εξηγεί το τι συνέβη. Ο μάρτυς, επίτιμος καθηγητής αποκλείει να προήλθε SLAP από το ατύχημα (άμεσο κτύπημα). Εξήγησε την εμφάνιση SLAP και BANKART στα MRI. Εξήγησε περαιτέρω την απουσία πόνου σε μερική ρήξη αντίθετα από ότι παρουσίαζε η ενάγουσα. Το ιστορικό του ατυχήματος ισχυρίστηκε συνάδει με την εξάρθρωση της ακρομυοκλειδικής άρθρωσης αλλά δεν συνάδει με ρήξη SLAP και με εκφυλιστικές αλλοιώσεις του πετάλου, οι οποίες προϋπήρχαν αφού δεν δημιουργήθηκαν από το ατύχημα. Ανέφερε ότι δεν είναι ασυνήθιστο να παρουσιάζονται εκφυλιστικές αλλοιώσεις στην ηλικία της ενάγουσας και το MRI δεν έδειξε κανένα στοιχείο ευρήματος που να ταιριάζει με οξύ τραυματισμό του τένοντα. Κατ' ακρίβεια το MRI εισηγείτο ότι ήταν πιθανό να προϋπήρχε. Ο μάρτυς ανάλυσε με διαγράμματα το είδος του τραυματισμού του ώμου μετά από κτύπημα ανέφερε ότι υπάρχουν 6 βαθμοί τραυματισμού. Η ενάγουσα ήταν στον 3ον. Δεν θέλησε να αδικήσει το Δρα Λ. Χριστοδούλου ο οποίος υπέδειξε την εγχείριση ένα μήνα μετά την συντηρητική αγωγή, επειδή η ενάγουσα είχε επίμονους πόνους αν και πολλοί θα περιμένουν ακόμη 6 μήνες, όπως ανέφερε. Ανάφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Εγώ επειδή δεν είχα τα αρχεία για το ποια ήταν τα χαρακτηριστικά του πόνου εκείνη την ώρα, με βάση το ιστορικό αυτός ο πόνος έπρεπε να σταματήσει πολύ γρήγορα μετά την εγχείριση αλλά ένα μήνα μετά είχε επίμονο πόνο μέρα - νύχτα χωρίς βελτίωση, και έτσι εγώ θα σκεφτόμουν ότι υπήρχε κάτι άλλο». Όταν του υποβλήθηκε ότι ο Δρ Λ. Χριστοδούλου σκέφτηκε ότι ήταν η βίδα που προκαλούσε τον πόνο και αν ήταν λογικό να την αφαιρέσει ο Δρ Chr. Constant ανέφερε τα ακόλουθα: «Δείξτε μου τις σημειώσεις του. Αν λένε για πόνο με πίεση πάνω στην κορυφή του ώμου όταν γίνεται κίνηση, την νύκτα όταν ξαπλώνει, τότε θα υποστηρίξει ότι η βίδα ήταν η αιτία του πόνου. Όμως μετά την αφαίρεση της βίδας γιατί χειροτερεύει ο πόνος. Και αυτό είναι που η ίδια μου είπε.» Σε ερώτηση αν γι' αυτό έπρεπε να σκεφθεί την αλγοδυστροφία, απάντησε ως εξής: «Υπάρχουν 3 κύριες αιτίες για την συνέχιση αυτού του επίμονου πόνου 1η καρκίνος. Δεν είχε. 2η φλεγμονή. Δεν έχω λόγο να πιστεύω ότι υπήρξε εκτός αν τα στοιχεία του γιατρού δείχνουν αλλιώς. 3η Αλγοδυστροφία: Έτσι η αλγοδυστροφία ήταν η πιο πιθανή αιτία.» Πέραν όμως των πιο πάνω η ενάγουσα του είχε πει ότι μαζί με τον πόνο είχε αλλαγές χρωματισμού και πρήξιμο στο χέρι και περιορισμένες κινήσεις του ώμου και του άκρου. Αυτή η επιβεβαίωση είπε ο μάρτυς είναι αλγοδυστροφία. Ανέφερε συγκεκριμένα: «Είναι στα πρώτα στάδια και δύσκολο να την αναγνωρίσεις και αν δεν έχει κάποιος αυτή την εμπειρία δεν θα μπορέσει να κάνει αυτή την διάγνωση. Στην περίπτωση της Ενάγουσας τόσο η αφαίρεση της βίδας όσο και άλλες εγχειρίσεις που έγιναν μετά, έγιναν για άσχετα θέματα προς το ατύχημα. Το άλλο χαρακτηριστικό της αλγοδυστροφίας είναι ότι γίνεται χειρότερο μετά την εγχείριση. Αυτός είναι και ο λόγος που κοιτάζοντας αυτό το διάγραμμα χρόνου που μου επέδειξε η ασθενής πιστεύω ότι είχε αυτή την αλγοδυστροφία.» Ανέφερε ότι έχει εξετάσει ασθενείς με αλγοδυστροφία για 30 χρόνια σε ένα φάσμα από ελαφρύ μέχρι πολύ σοβαρό και επομένως έχει τεράστια εμπειρία. Στην συνέχεια αναφέρθηκε στους τρόπους αντιμετώπισης της αλγοδυστροφίας και είπε για την ενάγουσα ότι είχε παγωμένο ώμο (frozen shoulder) κι αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της αλγοδυστροφίας. Τη διάγνωση αυτή θα μπορούσε ο ίδιος να την είχε κάμει λόγω της εμπειρίας του. Όταν ρωτήθηκε αν διέγνωσε αυτό που ο Δρ Λ. Χριστοδούλου ονόμασε κυτταρικό τραυματισμό, δηλαδή καταστροφή κυττάρων και των μαλακών μορίων της περιοχής του ώμου απάντησε πως αν υπήρχε θα ανέμενε να δει ουλές, συρρίκνωση, περιορισμό στις κινήσεις γιατί οι μύες πεθαίνουν και είχε εγχείριση 6 εβδομάδες μετά. Δηλαδή ίσως δεν θα είχε αίμα, θα ήταν νεκρό, θα υπήρχε ουλή, και δεν υπήρχαν τέτοια ίχνη όταν την εξέτασε. Σχολίασε τις φωτογραφίες που κατέθεσε ο Δρ Λ. Χριστοδούλου που αφορούσαν την εγχείριση αποκατάστασης της κλείδας, 6 εβδομάδες από το ατύχημα αναφέροντας ότι φαίνεται λίπος, ενδεικτικό αιμορραγίας, το οστό δεν είναι το χιονισμένο άσπρο και είναι μια συνήθης χειρουργική προσέγγιση. Αν υπήρχε ο τραυματισμός που εισηγείται ο Δρ Λ. Χριστοδούλου οι ιστοί δεν θα ήταν φυσιολογικοί, ούτε το λίπος και το δέρμα. Αν υπήρχε σημαντική ζημιά σους μύες αυτοί θα συρρικνώνονταν, και δεν θα συσπώνταν λόγω των ουλών. Αυτό θα παρουσιαζόταν ως εύρημα και στην μαγνητική τομογραφία. Σε σχέση με την ανάπτυξη από την ενάγουσα οστεοαρθρίτιδας ο μάρτυς Δρ Chr. Constant αντέκρουσε τον ισχυρισμό του Δρος Λ. Χριστοδούλου, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Μιλάμε για δύο αρθρώσεις. Την ακρομυοκλειδική και την άρθρωση του ώμου. Η ακρωμυοκλειδική έχει αφαιρεθεί και αφού δεν υπάρχει δεν κάνεις αρθρίτιδα. Η άλλη άρθρωση δεν υπάρχει λόγος να αναπτύξει αρθρίτιδα λόγω του τραυματισμού. Όμως αν σταθεροποιήσεις ένα ώμο, όπως της είχε γίνει, τότε υπάρχει πιθανότητα να αναπτύξει, αλλά λόγω του ότι έχει καλή κίνηση, 5 χρόνια μετά τον τραυματισμό και 3 χρόνια μετά την εγχείριση η πιθανότητα να αναπτύξει αρθρίτιδα είναι πολύ χαμηλή.» Σύμφωνα δε με τον Δρ Chr. Constant (Μ.Υ.3), η σταθεροποιητική επέμβαση που έγινε στον ώμο και η ακρομυοπλασιτκή δεν ήταν αποτέλεσμα του τραυματισμού που είχε η ενάγουσα κατά το ατύχημα. Ο Δρ Chr. Constant δεν παρέλειψε όταν ρωτήθηκε επί τούτου να σχολιάσει και τη διεκδίκηση από τον Δρα Λ. Χριστοδούλου για τον εαυτό του, της ιδιότητας του ειδικού για τον ώμο. Ανέφερε ότι πρέπει να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ ενός χειρουργού που η εξειδικευμένη ειδίκευση του για 30 χρόνια ήταν και είναι ο ώμος, με τον Δρα Λ. Χριστοδούλου ο οποίος είναι γενικός ορθοπεδικός χειρούργος που έχει ενδιαφέρον για τον ώμο, και ότι ο καθένας πρέπει να κρίνεται από την εμπειρία του. Ακόμα και για τη θέση του Δρος Λ. Χριστοδούλου ότι η επέμβαση που έκαμε για την αποκατάσταση της κλείδας ήταν πολύ προχωρημένη για τα δεδομένα της Κύπρου, η γνώμη του μάρτυρος Δρος Chr. Constant ήταν ότι η αποκατάσταση της ακρομυοκλειδικής άρθρωσης γίνεται για πολλές δεκαετίες σε οποιαδήποτε μορφή, με βίδες, συνδέσμους, συνδετικούς συνδέσμους, συνδετήρες, μοσχεύματα και ότι θα ήταν έκπληκτος αν είχε μόνο ένα χειρουργό που κάνει εγχειρίσεις σε τέτοιου συνηθισμένου τύπου τραυματισμούς και ότι γνωρίζει όντως κι' άλλους χειρουργούς που έχουν κάνει αυτή την εγχείριση. Κατά την αντεξέταση του Δρος Chr. Constant καθόλου δεν κλονίστηκαν οι επιστημονικές και τεκμηριωμένες θέσεις του. Αντίθετα θεμελίωσε περαιτέρω την γνώμη του ότι οι επεμβάσεις που διενήργησε ο Δρ Λ. Χριστοδούλου μετά την αφαίρεση της βίδας δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τον τραυματισμό της ενάγουσας από το δυστύχημα. Οι μερικές ρήξεις των τενόντων προϋπήρχαν του ατυχήματος και ήταν αποτέλεσμα εκφυλιστικών αλλοιώσεων. Και ότι ο Δρ Λ. Χριστοδούλου λανθασμένα εξέλαβε αυτές ως αιτία του συνεχιζόμενου επίμονου πόνου που ένοιωσε η ενάγουσα και μετά τις επεμβάσεις και επιχειρούσε με νέες επεμβάσεις να θεραπεύσει τον πόνο. Στην ουσία ο Δρ Λ. Χριστοδούλου απέτυχε να διαγνώσει την αλγοδυστροφία από την οποία υπέφερε η ενάγουσα και για την θεραπεία της οποίας δεν ενδείκνυται η χειρουργική επέμβαση. Είναι πάγια η νομολογία ότι το Δικαστήριο δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι υπό αξιολόγηση μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις. Τα όσα κατέγραψα πιο πάνω ως τις θέσεις του Δρος Chr. Constant (M.Y.3) χωρίς την αναγκαιότητα επανάληψης τους καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα μου. Στη βάση των ανωτέρω μεταξύ των δύο αντίθετων επιστημονικών/ ιατρικών απόψεων αναφορικά με τον τραυματισμό της ενάγουσας, τις συνέπειες του, τις προϋπάρχουσες καταστάσεις και την αναγκαιότητα ή όχι την διενεργηθεισών εγχειρήσεων προκρίνω αυτή του Δρος Chr. Constant (M.Y.3) και απορρίπτω αυτή του Δρος Λ. Χριστοδούλου (Μ.Ε.3). Ειδικότερα για την αξιολόγηση ιατρικής μαρτυρίας και αξιοπιστίας ιατρών σχετική είναι η υπόθεση Φανάρας v. Κυπριανίδη, ECLI:CY:AD:2015:A287, Πολιτική Έφεση 136/2010 ημερ. 24.04.2015, που συμπωματικά ο ίδιος γιατρός Δρ Λ. Χριστοδούλου ευρέθη αναξιόπιστος. Η μαρτυρία του κ. Θεόδουλου Δημητρίου (Μ.Ε. 4), συζύγου της ενάγουσας, βρίσκω ότι αποσκοπούσε στην ενίσχυση της μαρτυρίας της τελευταίας κυρίως ως προς τις συνέπειες που είχε σε αυτή ο τραυματισμός της. Πέραν των όσων ανέφερε σε σχέση με την οικογενειακή τους κατάσταση και τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, αποδίδοντας στην ενάγουσα και δραστηριοποίηση και στον δικό του επαγγελματικό τομέα, του εκθεσιακού χώρου του εργοστασίου επίπλων όταν αυτή σχόλανε από τα σχολικά κιλικία τα οποία διαχειριζόταν και την Καντίνα όπου δραστηριοποιείτο, προβαίνοντας και σε επίδειξη της δουλειάς του ακόμα και σε σπίτια. Εργαζόταν όπως ανέφερε από το ξημέρωμα μέχρι και το βράδυ. Πέραν όμως των πιο πάνω αναφέρθηκε και στην προσωπική, κοινωνική και οικογενειακή τους ζωή η οποία άλλαξε μετά το δυστύχημα. Ταξίδευαν στο εξωτερικό επισκέπτονταν εκθέσεις, ασχολούνταν με το χορό, κολύμπι και περπάτημα στο βουνό ενώ έκανε και το νοικοκυριό από μόνη της. Μετά το δυστύχημα η ζωή τους «έγειρε τούμπα» ανέφερε χαρακτηριστικά. Έκανε και αυτός αναφορά στη περίθαλψη που έτυχε η ενάγουσα στο νοσοκομείο και ακολούθως στους ιδιώτες ιατρούς. Η ενάγουσα, όπως ανέφερε, από ένα δραστήριο άτομο τόσο επαγγελματικά όσο και κοινωνικά δεν μπορούσε πλέον ούτε το περίπτερο να διαχειριστεί και γι' αυτό ανέθεσε στον ανιψιό της τη διαχείριση του, σταμάτησε τα hoppies της και μέχρι που κατάθεσε ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου στις 27.01.2016 είχε πρόβλημα με τον ώμο της. Αρνήθηκε κατά την αντεξέταση του σειρά υποβολών ότι υπερέβαλλαν ως προς τις συνέπειες που είχε στην ενάγουσα ο τραυματισμός της κάτι που επηρέαζε την οικογένεια τους αλλά και τα οικονομικά τους. Επέμεινε ότι ο τραυματισμός ήταν σοβαρός όπως ακριβώς τον παρουσίαζαν. Ανάφερε ότι αν δεν είχε αυτές τις συνέπειες και την εργασία της θα έκαμνε στο περίπτερο και στο σπίτι δεν θα χρειάζονταν οικιακή βοηθό. Κρίνω ότι στην ίδια γραμμή και ασφαλώς σε συνεννόηση με την ενάγουσα η προσπάθεια του Μ.Ε. 4 ήταν να ωραιοποιήσει τη ζωή τους προ του δυστυχήματος χωρίς να παρουσιάσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για τα εισοδήματα που είχε η ενάγουσα πριν από αυτό και ποια ήταν μετά και να διεκτραγωδήσει την κατάσταση της μετά το δυστύχημα. Κρίνω ότι ήταν υπερβολικός στις περιγραφές και εκτιμήσεις που έκανε και αυτό καταδεικνύεται από την υπόλοιπη μαρτυρία την οποία όπως ανέφερα πιο πάνω θεωρώ ως αξιόπιστη και την αποδέχθηκα. Ο κ. Σέργιος Πίττας (Μ.Ε.5), ανιψιός της ενάγουσας ήρθε στη Κύπρο από την Αγγλία όπου μεγάλωσε το 2007 στα 17 του χρόνια. Τέλειωσε ηλεκτρολόγος σε Τεχνική Σχολή και εργάστηκε ως υπάλληλος της ενάγουσας στο περίπτερο της στην Αραδίππου. Ανέφερε ότι πήγαινε σχολείο ταυτόχρονα το απόγευμα και το βράδυ εργαζόμενος παράλληλα και στο περίπτερο της Ενάγουσας. Ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα που είχε η ενάγουσα του πρότεινε να αναλάβει τη διαχείριση του περιπτέρου και τον πλήρωνε προς τούτο €1.000,00 το μήνα. Στο περίπτερο εργάζονταν ακόμα δύο κοπέλες οι οποίες επίσης πληρώνονταν από την ενάγουσα. Παρέμεινε στη διαχείριση του περιπτέρου μέχρι την 31.07.2011 οπότε και η ενάγουσα επέστρεψε στο περίπτερο. Στην αντεξέταση του αποκάλυψε ότι κατά τη διάρκεια της πιο πάνω εργοδότησης του από την ενάγουσα στο περίπτερο υπηρέτησε και την εξάμηνη θητεία του στην Εθνική Φρουρά από όπου όμως είχε διευκολύνσεις και έτσι μπορούσε ταυτόχρονα να διαχειρίζεται και το περίπτερο. Τελικά ανέφερε ότι ήταν το 2011 που ανέλαβε τη διαχείριση του περιπτέρου. Στη συνέχεια ανέφερε ότι όταν κτύπησε η Ενάγουσα ανέλαβε αυτός το περίπτερο το άνοιγε στις 05:30 ακολούθως πήγαινε στο σχολείο και όταν επέστρεφε προέβαινε σε έλεγχο του ταμείου και τις κάμερες. Ο ίδιος δεν ήταν υπάλληλος της So Easy, εκτελούσε όμως τα καθήκοντα της ενάγουσας στο περίπτερο. Επέμεινε ότι η ενάγουσα για δύο χρόνια δεν πήγαινε στο περίπτερο και τότε αυτός ενεργούσε ως η κεφαλή του περιπτέρου. Δηλαδή έλεγχε τις κάμερες, έκανε παραγγελίες εμπορευμάτων τοποθετούσε προϊόντα και τα ήλεγχε όπως και το ταμείο. Χωρίς να ερωτηθεί επί τούτου στο τέλος της αντεξέτασης του ανέφερε ότι η ενάγουσα από το δυστύχημα και μετά δεν έχει αποθεραπευτεί. Η εντύπωση που μου προκάλεσε ο μάρτυς είναι ότι προσήλθε στο Δικαστήριο μελετημένος και καθοδηγημένος για να διεκτραγωδήσει και αυτός την κατάσταση στην οποία περιήλθε η ενάγουσα μετά το δυστύχημα. Κρίνω ότι δεν ήταν αντικειμενικός μάρτυρας και η μαρτυρία του αποσκοπούσε στο να βοηθήσει την ενάγουσα θεία του. Οι προσπάθεια του ήταν εμφανής και τούτο συμπεραίνεται και από την κατάληξη του όπως την καταγράφω στην πιο πάνω παράγραφο. Παρόλα αυτά η μαρτυρία του δεν ήταν αρκούντως βοηθητική για την ενάγουσα και εξηγούμαι: Τα καθήκοντα που περιέγραψε ότι ανέλαβε στο περίπτερο δεν ήταν τέτοιας φύσης που να ήταν αποτρεπτικά για την ενάγουσα να συνεχίσει να τα εκτελεί η ίδια πέραν της περιόδου της αναρρωτικής της άδειας. Δεν επρόκειτο για βαριά χειρονακτική εργασία. Ο τραυματισμός της δεν ήταν τέτοιας έκτασης που κατά την αντίληψη μου θα την απέτρεπε να ελέγχει το ταμείο ή τις κάμερες του περιπτέρου ή να προβαίνει σε παραγγελίες εμπορευμάτων ως «η κεφαλή» του, όπως χαρακτηριστικά ανάφερε ο μάρτυς. Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα όπως και τον μισθό που κατ' ισχυρισμό του λάμβανε των €1.000,00 δεν ήταν συμβατά με όσα ανέφερε η ίδια η ενάγουσα. Η μαρτυρία του κατέστη κατ' αυτόν τον τρόπο αντιφατική σε σχέση με αυτή της ενάγουσας. Η κα Αναστασία Συμεού (Μ.Ε.6), μέλος του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου κλήθηκε για να απαντήσει κατά πόσο ο Δρ Christopher Constant ήταν εγγεγραμμένο μέλος του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου. Η μαρτυρία της δεν επιτράπηκε στο στάδιο που επιχειρήθηκε να κατατεθεί ως πρωθύστερη εφόσον δεν είχε καταθέσει ακόμα ο πιο πάνω ιατρός. Τέλος, σε σχέση με τη μαρτυρία του κ. Κυριάκου Λοϊζίδη (Μ.Υ.4), ιδιωτικού ερευνητή, κρίνω ότι αυτός ήταν ειλικρινής και όσα είχε να αναφέρει και παρουσιάσει σε σχέση με την ενάγουσα προήλθαν μετά από παρακολούθηση της που διενήργησε ο ίδιος μεταξύ της 12.07.2013 και 25.07.2013 και τα κατέγραψε στην έκθεση του (Τεκμ. 118) την οποία υιοθέτησε ενόρκως και τα αποτύπωσε σε βίντεο που έλαβε της ενάγουσας έξω από το περίπτερο της. Την αντιλήφθηκε εν ολίγοις να σηκώνει και με τα δύο της χέρια ταυτόχρονα αντικείμενα (Τεκμ. 119). Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Σε σχέση με τον τραυματισμό της ενάγουσας βρίσκω ότι αυτή υπέστη συνεπεία του δυστυχήματος εξάρθρημα της δεξιάς ακρομυοκλειδικής άρθρωσης. Οι ρήξεις τενόντων που αναφέρει ο Δρ Λ. Χριστοδούλου προϋπήρχαν όπως τεκμηριωμένα κατέθεσε ο Δρ Chr. Constant (M.Y.3). Επομένως ανεξάρτητα αν ήταν αναγκαίες ή όχι οι επεμβάσεις που έγιναν για αποκατάσταση των τενόντων βρίσκω ότι αυτές δεν σχετίζονται με το ατύχημα και συνεπώς δεν τίθεται θέμα αποζημίωσης όπως ούτε και των εξόδων που συνεπάγονται αυτές. Η ενάγουσα δικαιούται όμως να αποζημιωθεί στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου στο ποσοστό που ο εναγόμενος 1 βρέθηκε υπαίτιος αμέλειας για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη μέχρι και την δεύτερη εγχείριση - επέμβαση που της έγινε για την αφαίρεση της βίδας και ακολούθως για τις φυσιοθεραπείες που της συστήθηκαν. Αποτελεί αξίωμα του δικαίου των αστικών αδικημάτων, ότι το θύμα του αδικήματος εκλαμβάνεται στην κατάσταση που βρίσκεται και βάσει αυτού του δεδομένου, αποτιμάται η ζημιά την οποία υφίσταται. Δεν είναι ο νοητός μέσος άνθρωπος αλλά το συγκεκριμένο θύμα του αστικού αδικήματος που αποτελεί το υποκείμενο της αποζημίωσης. Προσμετρούν, κατά συνέπεια, οι ιδιαιτερότητες του θύματος στον καθορισμό των επιπτώσεων του τραυματισμού του και κατ' επέκταση της αποζημίωσης την οποία δικαιούται. (βλ. Κωμιάτη ν. Πολίτσου κ.α.,
(2001)1 ΑΑΔ 226). Το Δικαστήριο που είναι επιφορτισμένο να επιδικάσει γενικές αποζημιώσεις υπέρ του θύματος πρέπει να έχει κατά νουν ότι αυτές πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi,
(1982)1 CLR 789). Οι γενικές αποζημιώσεις πρέπει να αντανακλούν την ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου (βλ. Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, Παναγή ν. Θεοδώρου,
(1992)1 ΑΑΔ 1303, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου,
(1993)1 ΑΑΔ και Μαυροπετρή ν. Γεώργιου Λουκά,
(1995)1 ΑΑΔ 66 σελ. 74 -75). Σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος, η οποία αφού δεν μπορεί να επέλθει με αντικατάσταση των απολεσθέντων στην θέση την οποία λογικά θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν εάν δεν τραυματιζόταν, διά μέσου της χρηματικής αποτίμησης. Αυτή είναι η βασική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στα αστικά αδικήματα με την προϋπόθεση ότι η ζημιά η οποία αποδίδεται είναι εύλογη μεταξύ των διαδίκων (βλ. Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Συκοπετρίτης Λτδ κ.α.,
(2000)1 ΑΑΔ 1049 και Ιακώβου ν. Παπαδάκη κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 2079.) Για τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων οι προηγούμενες αποφάσεις για παρόμοια τραύματα δεν αποτελούν κατ' ανάγκη δεσμευτικό χαρακτήρα αλλά καθοδηγητικό (βλ. G & L.. Calibers Ltd v. Λεμεσιανού,
(2003)1 ΑΑΔ 948). Η επί μέρους νομολογία όμως είναι σημαντική ώστε να υπάρχει συνέπεια και βεβαιότητα (βλ. Σπύρος Μελής και Ελένη Λτδ κ.α. v. Πολίτη,
(2003)1 ΑΑΔ 590). Στην υπόθεση Ιακώβου v. Παπαδάκη (πιο πάνω), αναφέρθηκε ότι η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Δεν πρέπει όμως οι αποζημιώσεις να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεκτού ή να αφήνεται η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (βλ. Μαυροπετρή v. Γεωργίου πιο πάνω) και A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους,
(2004)1 ΑΑΔ 416). Η απόδοση όμως αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (βλ. Ταμπούρα v. Κολάνη
(2008)1 Α ΑΑΔ 384 και Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 ΑΑΔ 1128). Οι αρχές που διέπουν την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για σωματικές βλάβες, ως ελέχθη, συναρτώνται άμεσα με τη σοβαρότητα των τραυμάτων, τον πόνο, την οδύνη, τη δυσχέρεια που προκαλούν τα τραύματα, τη διάρκεια των τραυμάτων και τα κατάλοιπα από τους τραυματισμούς με την όποια μορφή αυτά παίρνουν. Δεν υπάρχει μέτρο, ούτε ζυγαριά, με τα οποία θα μπορούσαμε να μετρήσουμε και να ζυγίσουμε αυτό τούτο τον τραυματισμό και τα όσα πιθανόν να έπονται απ' αυτό. Τοιουτοτρόπως προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της στοιχεία [βλ. Ανδρέου ν. Junguirth,
(1995)1 AAΔ 431,Σπύρου ν. Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 298]. Στην υπόθεση Νησιώτη v. Σωτηρίου
(1994), 1 ΑΑΔ 114, για κάταγμα λεκάνης, κάκωση της σπονδυλικής στήλης, εγκεφαλική διάσειση, εξάρθρωση του αριστερού ώμου, μεταδιασειστικό σύνδρομο και διάφορες άλλες σωματικές κακώσεις εδόθη το ποσό των Λ.Κ.3.500,00 σαν γενικές αποζημιώσεις το οποίο το Εφετείο δεν έκρινε υπερβολικό. Στην υπόθεση Συκοπετρίτης Λτδ v. Αθηνάκη
(2005)1 ΑΑΔ 844, ο Ενάγων 62 ετών είχε υποστεί σοβαρότερους τραυματισμούς ήτοι συντριπτικό κάταγμα μεσότητας δεξιάς κλείδας και αιμάτωμα, διάστρεμμα αριστερού ώμου, είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε πλάκα και βίδες και οστικό μόσχευμα από τη λεκάνη, το κάταγμα της κλείδας επουλώθηκε μετά πάροδο 4 μηνών περίπου όμως λόγω των έντονων ενοχλημάτων, της αδυναμίας και του πόνου κατά τις κινήσεις του αριστερού ώμου υπεβλήθη σε αποσυμπίεση η οποία έγινε κάτω από γενική νάρκωση, είχε μόνιμα κατάλοιπα ενοχλήματα και πόνο περιοδικά στην περιοχή τόσο του δεξιού όσο και του αριστερού ώμου ο οποίος επιτείνετο μετά από κινήσεις και χειρωνακτική εργασία και είχε πιθανότητα για ανάπτυξη μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας. Επιδικάστηκαν γενικές αποζημιώσεις Λ.Κ. 15.000. Στην υπόθεση Νικολάου v. Επίσημου Παραλήπτη,
(2009)1 (Β) ΑΑΔ 1339, για σοβαρότερο επίσης τραυματισμό ήτοι για κάταγμα του αριστερού ώμου και θλάση αυχενικής μοίρας, δημιουργία δυσκαμψίας, ελάττωση της κινητικότητας της αριστερής κατ' ώμου άρθρωσης και οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις στην αριστερή άρθρωση με τα ενοχλήματα αυτά να θεωρούνται μόνιμα, με αναμενόμενη επιβάρυνση μετά από κλιματικές αλλαγές ή μετά από χειρονακτική εργασία, επιδικάστηκαν γενικές αποζημιώσεις Λ.Κ.10.000,00 οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων με παρέπεμψε και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις ως ενδεικτικές του μέτρου των αποζημιώσεων που θα πρέπει να επιδικαστούν στην Ενάγουσα εάν ήθελε βρεθεί ευθύνη του Εναγόμενου 1, τις ακόλουθες: (α) Στην Αγωγή αρ. 251/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας του υποφαινόμενου ημερομηνίας 30.11.2006 αποδόθηκαν γενικές αποζημιώσεις Λ.Κ.12.000,00 για εξάρθρημα δεξιού ώμου το οποίο όμως επαναλαμβανόταν. (β) Στην Αγωγή αρ. 91/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου του αδελφού Ε.Δ. κ. Κ. Κωνσταντίνου Ημερομηνίας 27.07.2015 δόθηκαν €7.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις για εξάρθρημα ακρομυοκλειδικής άρθρωσης. Όπως έχει νομολογηθεί, προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο αλλά παρέχουν καθοδήγηση γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (βλ. Σπύρου ν. Χ" Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 298 και G & L Calibers Ltd ν. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948). Περαιτέρω, στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του τραυματισθέντα χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα (βλ. Ανδρέου ν. Θεμιστοκλέους
(2004)1 Α.Α.Δ. 355). Επιπροσθέτως, έχει τονιστεί ότι ο υπολογισμός των αποζημιώσεων καθίσταται περισσότερο άσκηση διακριτικής ευχέρειας παρά συνηθισμένη πράξη λήψης απόφασης (Ανδρέου v. Οικονομίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1501). Έχοντας υπόψη σχετική νομολογία σε σχέση με τραυματισμούς και συνέπειες όπως στην παρούσα υπόθεση μεταξύ των οποίων τις υποθέσεις Αζόφ v. Προδρόμου κ.α.
(2006)1 Α ΑΑΔ 331 και Ευαγγέλου v. Δημητρίου
(2008)1 ΑΑΔ
- Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τον τραυματισμό που υπέστη η ενάγουσα, την έκταση και τη φύση και τις συνέπειες της, τον πόνο, την ταλαιπωρία που αυτή υπέστη όπως περιγράφηκαν πιο πάνω και τις έκανα αποδεκτές, κρίνω ότι η επιδίκαση του ποσού των €30.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις θα ήταν ικανοποιητική αποζημίωση επί πλήρους ευθύνης. (Β) ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ: Σύμφωνα με την Νομολογία οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά. Νοείται ότι αυτές πρέπει να δικογραφούνται και μάλιστα ειδικώς και λεπτομερώς. Τηρουμένων των πιο πάνω αρχών το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιδικάσει οποιεσδήποτε ειδικές αποζημιώσεις που σχετίζονται με έξοδα και δαπάνες που αναφέρονται και/ή είναι απόρροια των επεμβάσεων και θεραπειών που έγιναν στην ενάγουσα και δεν ήταν απότοκες του δυστυχήματος. Όλα τα έξοδα που έγιναν μετά την επέμβαση για αφαίρεση της βίδας πλην των αναγκαίων φυσιοθεραπειών στην ακρομυοκλειδική άρθρωση είναι άσχετα με τον τραυματισμό λόγω του ατυχήματος και δεν θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς επιδίκασης ειδικών αποζημιώσεων. Τα πλείστα επομένως έξοδα της ενάγουσας έγιναν λόγω ανεπαρκούς διάγνωσης ή/και λόγω προϋπαρχουσών καταστάσεων όπως ήταν η απόφαση μου πιο πάνω στο σχετικό κεφάλαιο. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε και προς τούτο παρουσίασε ιατρική γνωμάτευση για μελλοντική διενέργεια πλαστικής εγχείρησης για αποκατάσταση των ουλών στον ώμο της συνεπεία του τραύματος και της εγχείρισης που υπέστη. Κρίνω ότι δικαιολογημένα επιζήτησε αυτή τη συμβουλή και προς τούτο κατέβαλε €200,00 ποσό το οποίο κρίνω ότι δικαιούται. Δεν παρουσίασε όμως ως μάρτυρα τον ιατρό που της παρέσχε τη γνωμοδότηση του για να δικαιολογήσει το κόστος μιας τέτοιας επέμβασης και έτσι κρίνω ότι το ποσό των €2.000,00 που την κοστολόγησε δεν έχει αποδειχθεί. Από την άλλη μέχρι τουλάχιστον της κατάθεσης της στο Δικαστήριο (24.03.2015) δεν ανέφερε ότι υποβλήθηκε σε μια τέτοια επέμβαση αν και είχε εξασφαλίσει αυτή τη γνωμάτευση σύμφωνα με το Τεκμ. 74 από 22.06.
- Αποδέχομαι επομένως ως αναγκαία έξοδα τα οποία αποδείχθηκαν με σχετική μαρτυρία μέχρι και την αφαίρεση της βίδας που που είχε τοποθετηθεί κατά την πρώτη εγχείρηση της 26.10.2008 και 26.11.2008 (Τεκμ. 7 & 8,9, 11 - 34, 38, 74 και 100) συνολικό ποσό €7.678,
- Με βάση την αξιόπιστη ιατρική μαρτυρία ο τραυματισμός της ενάγουσας από το ατύχημα δεν ήταν τόσο σοβαρός. Η ενάγουσα για λόγους που δεν αφορούσαν τον τραυματισμό της συνεπεία του δυστυχήματος, όπως ήταν η ιατρική μαρτυρία την οποία αποδέχθηκα, η οποία προήλθε από τον Δρ Chr. Constant (M.Y.3), αναζήτησε ιατρικές συμβουλές, υποβλήθηκε σε εξετάσεις και επεμβάσεις και θεραπείες στην Κύπρο και στο εξωτερικό τα έξοδα των οποίων όμως κρίνω ότι δεν δικαιούται. Η ενάγουσα περαιτέρω, δεν απέδειξε απώλεια εισοδημάτων. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από οποιανδήποτε αρμόδια αρχή για δήλωση εισοδημάτων, εργοδότηση του ανιψιού της κ.λπ. Πέραν αυτών και σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που αποδέχθηκα είναι εύρημα μου ότι η ενάγουσα δεν υπέστη τέτοιας έκτασης τραυματισμό ο οποίος θα ήταν αποτρεπτικός γι' αυτήν από του να εκτελεί τα καθήκοντα της στο περίπτερο αλλά και τις δουλειές της στο σπίτι χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Επομένως ούτε η εργοδότηση του ανιψιού της στο περίπτερο ήταν αναγκαία προς αντικατάσταση της ούτε και οικιακής βοηθού για να εκτελεί εργασίες που η ίδια αδυνατούσε να εκτελέσει. Σε κάθε περίπτωση δεν προσκόμισε οποιαδήποτε αναμφισβήτητα αποδεικτικά στοιχεία προς απόδειξη των πιο πάνω ισχυριζόμενων ζημιών τις οποίες υπέστη. Ως εκ τούτου οι σχετικές αξιώσεις της απορρίπτονται. Σε σχέση με την αξία του οχήματος της εφόσον αυτό κρίθηκε ότι καταστράφηκε πλήρως αν και δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία από εκτιμητή ζημιών αυτοκινήτων εντούτοις φαίνεται ότι ενόψει του ότι και τα δύο ενεχόμενα οχήματα κάλυπτε η ίδια ασφαλιστική εταιρεία η εναγόμενη 2 δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία σε αυτή τη ζημιά. Εντούτοις η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι είχε εκτιμηθεί η αξία του από εκτιμητή της ασφαλιστικής εταιρείας στο ποσό των €5.500,00, ενώ στην έκθεση Απαιτήσεως της αξιώνει €6.000,00 για την απώλεια του οχήματος της, χωρίς όμως να είναι και πάλι σίγουρη γι' αυτό όπως φάνηκε κατά την αντεξέταση της εφόσον το ζήτημα αυτό το χειριζόταν ο σύζυγος της « Γι΄αυτό να μιλήσετε με τον σύζυγο μου, εγώ δεν ξέρω» απάντησε σε σχετική ερώτηση, ο οποίος όμως στην μαρτυρία του ανέφερε ότι του είχε προτείνει η ασφάλεια €3.500,00 για αποζημίωση του αυτοκινήτου. Παρόλα αυτά θεωρώ δίκαιο όπως αποδεχθώ ως αξία του οχήματος που οδηγούσε η ενάγουσα το ποσό των €3.421,00, ποσό που της υποβλήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης ότι ήταν η αξία του οχήματος της όπως εκτιμήθηκε από την εναγόμενη
- Έχει αναφερθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο ενάγων έχει υποχρέωση να αποδεικνύει τη ζημιά του με θετική μαρτυρία (βλ. Demetrios Emmanuel & Another v. Andronicos Nicolaou & Another,
(1977)1 CLR 15, Aloupou & Another v. Hadjhigeorghiou & Another,
(1984)1 CLR 475, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου,
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά,
(1992)1 ΑΑΔ 498 και Παπαδοπούλου ν. Νικολάου,
(1998)1 ΑΑΔ 1147, 1152, 153). Οι δύο πλευρές την 2.02.2015, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δήλωσαν και καταγράφηκε στο πρακτικό ότι συμφώνησαν και είναι αποδεκτές οι αποζημιώσεις που αξιώνονται ως ειδικές ζημιές και καταγράφονται στην παράγραφο 11
(1),
(2)και
(3)της έκθεσης απαιτήσεως που αφορούσαν τα έξοδα εξασφάλισης της αστυνομικής έκθεσης €85.00, την πληρωμή του Ιατρικού Πιστοποιητικού του Νοσοκομείου €47.84σ. και για τα Ιατρικά Πιστοποιητικά του Δρος Ι. Καλούδη €110.00. (Γ) Ο ΤΟΚΟΣ: Ο χρόνος από τον οποίο πρέπει να αρχίζουν οι τόκοι των ποσών που επιδικάστηκαν ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις κατά τη νομολογία μας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο λαμβάνει υπόψη ασφαλώς διάφορους παράγοντες όπως τον τρόπο με τον οποίο προωθήθηκε η αγωγή (βλ. Καμπούρης v. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1246). Στην υπόθεση Φοινικαρίδη v. Γεωργίου,
(1991)1 ΑΑΔ 475, δίδονται οι κατευθυντήριες γραμμές για την επιδίκαση των τόκων που θα φέρουν τα διάφορα ποσά για τα οποία αποδίδονται αποζημιώσεις (βλ. επίσης την Ζαχαρία κ.ά. v. Καραολή,
(2004)1 ΑΑΔ 72). Αντιλαμβάνομαι ότι η καθυστέρηση που υπήρξε στην καταχώρηση της αγωγής και ακολούθως για ένα χρόνο της έκθεσης απαιτήσεως οφειλόταν στην αναμονή της εξέλιξης της υγείας της ενάγουσας, στις διάφορες εξετάσεις στις οποίες υποβαλλόταν όπως και την έκδοση των σχετικών ιατρικών πιστοποιητικών, οι ημερομηνίες των οποίων όπως και οι ημερομηνίες κατά τις οποίες υποβλήθηκε στις διάφορες θεραπείες είναι ενδεικτικές. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις θα ήταν δίκαιο όπως τόσο το ποσό των γενικών αποζημιώσεων όσο και αυτό των ειδικών αποζημιώσεων φέρουν νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής την 6.09.
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω να εκδώσω απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων ομού και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: (α) το ποσό των €30.000,00 ως γενικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης και μειωμένο στο ποσοστό του 70% ήτοι ποσό €21.000,00 με νόμιμο τόκο από 6.09.2010 μέχρι εξοφλήσεως. (β) το ποσό των €11.099,80σ. (λέγε €11.100,00) ως ειδικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης και μειωμένο στο ποσοστό του 70% ήτοι ποσό €7.770,00 με νόμιμο τόκο από 6.09.2010 μέχρι εξοφλήσεως. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Στις 14.11.2016 οι εναγόμενοι πλήρωσαν στο Δικαστήριο το ποσό των €50.000 με βάση την Διάταξη 22 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δηλώνοντας ότι αυτό είναι αρκετό για να ικανοποιήσει την απαίτηση της Ενάγουσας για Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις, τόκους και τυχόν έξοδα. Η πληρωμή έγινε χωρίς παραδοχή πλήρους ευθύνης για το ατύχημα. Γνωστοποίηση της πληρωμής στο Δικαστήριο εδόθη την ίδια μέρα στον δικηγόρο της ενάγουσας. Αντίγραφα των Τύπων 14 και 15 και απόδειξη πληρωμής καθώς και ένορκη δήλωση επίδοσης στον δικηγόρο της ενάγουσας επισυνάφθηκαν στην τελική αγόρευση της Υπεράσπισης. Η ενάγουσα ή/και ο δικηγόρος της δεν επέδειξαν ενδιαφέρον για την εν λόγω πληρωμή και συνέχισαν την ακροαματική διαδικασία. Στην άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας αναφορικά με τα έξοδα λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι η ως άνω πληρωμή στο Δικαστήριο έγινε όταν σχεδόν είχε ολοκληρωθεί και η μαρτυρία της Υπεράσπισης, κρίνω ότι η δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα θα ήταν όπως αυτά υπολογιστούν στην κλίμακα των επιδικασθεισών αποζημιώσεων δηλαδή €10.000,00 - €50.000,
- Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων ομού και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και όπως αυτά θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην πιο πάνω κλίμακα δικηγορικών εξόδων. . (Υπ.) .................................................. Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο