← Κύπρος

ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΙΣΤΟΥ ν. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΤΔ, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 4501/2012, 6/10/2017

ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΙΣΤΟΥ ν. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΤΔ, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 4501/2012, 6/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 4501/2012 ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΙΣΤΟΥ Ενάγουσας και ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 6.10.2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Χρίστος Δημητριάδης, για Κώστα Π. Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κ. Κορομίας, για Δράκος & Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή. Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει απλώς και μόνο αποζημιώσεις για τις ειδικές ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KQN228 που οδηγούσε η ίδια σαν αποτέλεσμα της σύγκρουσης με το φορτηγό με αρ. εγγραφής ΚΕΗ673 που οδηγούσε ο Lucian Daschievici (στο εξής «ο Lucian») και το οποίο ήταν ασφαλισμένο από τους Εναγομένους. Η σύγκρουση είναι παραδεκτό ότι έγινε στις 19.9.2011 επί της οδού Άργους στο Κίτι της Επαρχίας Λάρνακας, με ενεχόμενα τα προαναφερθέντα δύο οχήμαματα που οδηγούσαν οι προαναφερθέντες δύο οδηγοί. Το ύψος των αποζημιώσεων που θα επιδικάσει το Δικαστήριο για τις ειδικές ζημιές, εάν ήθελε καταλήξει σε εύρημα πλήρους ευθύνης του οδηγού του ασφαλισμένου από τους Εναγομένους οχήματος έχει συμφωνηθεί και δηλωθεί από τους συνηγόρους των δύο πλευρών κατά τη δικάσιμο ημερ. 13.9.2017 ότι ανέρχεται σε €414. Ασφαλώς οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι ο ασφαλισμένος τους οδηγός είχε οποιαδήποτε ευθύνη. Συνεπακόλουθα, ό,τι απομένει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο είναι ποιος οδηγός είχε την ευθύνη πρόκλησης της σύγκρουσης των δύο οχημάτων και σε ποιο ποσοστό ευθύνεται. Οι μάρτυρες Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει κατά την ενώπιον του ακροαματική διαδικασία αμφότερους τους ενεχόμενους οδηγούς. Η Ενάγουσα ήταν η μοναδική μάρτυρας για την υπόθεσή της, όπως ομοίως ο Lucian ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την Υπεράσπιση. Το βάρος της απόδειξης. Η μαρτυρία τους θα αξιολογηθεί, για να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, έτσι ώστε να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται, ήτοι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι δηλαδή η εκδοχή του είναι πιο πιθανόν να είναι αληθής παρά να μην είναι. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ

(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Κριτήρια αξιολόγησης της μαρτυρίας Ωστόσο, διευκρινίζεται ότι η αξιοπιστία καθενός μάρτυρα αξιολογείται ανεξαρτήτως βάρους απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Aποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Όπως λέχθηκε στην Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Κατά γενικό κανόνα, σε μια υπόθεση που αφορά τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της αμέλειας από τον εναγόμενο, το βάρος απόδειξης του εν λόγω αστικού αδικήματος είναι στους ώμους του ενάγοντος. Απεναντίας το βάρος απόδειξης τυχόν συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντος είναι στους ώμους του εναγόμενου (Βλ. Owen v. Brimmell [1977] 1 Q.B. 859). Οι δικογραφηθείσες εκδοχές Αρχίζω, λοιπόν, εκθέτοντας τις δύο αντιμαχόμενες δικογραφηθείσες εκδοχές꞉ Η εκδοχή της Ενάγουσας ως η Έκθεση Απαίτησης. Ήταν η εκδοχή της Ενάγουσας ότι αυτή στάθμευσε και/ή ανέμενε και/ή ακινητοποίησε το όχημά της στην αριστερή πλευρά ως η πορεία της στην οδό Άργους στο Κίτι παρά το Δημοτικό σχολείο Κιτίου, με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου της να βλέπει προς το Δημοτικό Σχολείο. Ο Lucian οδηγούσε το φορτηγό κατά μήκος του ιδίου δρόμου προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς το Δημοτικό σχολείο, αντικριστά («μούτρα - μούτρα») με το αυτοκίνητο της Ενάγουσας. Σε κάποιο σημείο της οδού Άργους, ο Lucian σταμάτησε και προσπάθησε να διέλθει ανάμεσα από τα οχήματα που ήταν σταθμευμένα στη δεξιά και αριστερή πλευρά της οδού. Στη συνέχεια παρέλειψε να αντιληφθεί και/ή αδιαφόρησε για την παρουσία του σταθμευμένου και/ή ακινητοποιημένου οχήματος της Ενάγουσας και επιχείρησε να κινηθεί με μπροστινή ταχύτητα με κλίση αριστερά και το πίσω μέρος και/ή η καρότσα του εν λόγω φορτηγού βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και παρέσυρε και/ή κτύπησε το αυτοκίνητο της Ενάγουσας, η οποία ήταν σταθμευμένη στη δεξιά πλευρά του δρόμου ως η πορεία του Lucian. Γι' αυτό η Ενάγουσα θεωρεί ως αποκλειστικά υπεύθυνο τον Lucian για την πρόκληση της σύγκρουσης λόγω της αμελούς οδήγησής του, η οποία συνίσταται, μεταξύ άλλων, στις εξής λεπτομέρειες꞉ (α) Παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα και/ή καθόλου το σταθμευμένο και/ή ακινητοποιημένο όχημα της Ενάγουσας. (β) Παρέλειψε να ελέγξει και/ή να βεβαιωθεί ότι ο δρόμος ήταν καθαρός προτού επιχειρήσει να κινηθεί με μπροστινή ταχύτητα και κλίση αριστερά. (γ) Ενώ οδηγούσε μεγάλο φορτηγό και γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τις δυσκολίες και/ή ιδιαιτερότητες κατά την οδήγηση του και/ή ότι η καρότσα στο πίσω μέρος του διαγράφει κατά τη στροφή του συγκεκριμένη πορεία και/ή κίνηση, εντούτοις παρέλειψε να σταματήσει και/ή κινήθηκε με κλίση αριστερά με τέτοιο τρόπο που συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του οχήματος της Ενάγουσας. Η εκδοχή των Εναγομένων ως η Έκθεση Υπεράσπισης. Ήταν η εκδοχή των Εναγομένων ότι το δυστύχημα προήλθε από την αποκλειστική και/ή διαζευκτικώς την συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας και/ή από την εκ μέρους της παράβαση των από το νόμο και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της, λόγω των εξής λεπτομερειών꞉ (α) Δεν παρακολουθούσε την κίνηση στο δρόμο μπροστά της και ήταν απρόσεκτη. (β) Δεν κρατούσε την αριστερή πλευρά του δρόμου. (γ) Στάθμευσε σε σημείο που ανάγκασε τον άλλο οδηγό να χρησιμοποιήσει το πεζοδρόμιο της πορείας του για να διέλθει. (δ) Οδήγησε το αυτοκίνητό της με την όπισθεν και συγκρούστηκε με το εξ αντιθέτου όχημα του άλλου οδηγού. (ε) Αποπειράθηκε να σταθμεύσει μεταξύ οχημάτων και κτύπησε στο αυτοκίνητο του άλλου οδηγού. (στ) Δεν έλαβε υπόψη τους άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Σπεύδω να αναλύσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης προτού προβώ σε παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίσθηκε εκατέρωθεν προς υποστήριξη της πιο πάνω δικογραφηθείσας εκδοχής. Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Εξετάζεται σε κάθε περίπτωση η γενεσιουργός αιτία και ότι πραγματικά επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436). Όταν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ ενός οχήματος που κινείται και ενός σταματημένου οχήματος το οποίο είναι εύλογα ορατό, το βάρος είναι στους ώμους του οδηγού του οχήματος που βρίσκεται εν κινήσει να αποδείξει ότι επέδειξε εύλογη επιμέλεια (Randall v Tarrant [1955] 1 All ER 600, [1955] 1 WLR 255, Bingham's Motor Claims Cases, Eighth ed., London, Butterworths, 1980, σελ. 56). Η αμέλεια συναρτάται με την παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος επιμέλειας προς άλλους, ενώ η συντρέχουσα αμέλεια συναρτάται με την παράλειψη του ενάγοντα να λάβει προβλεπτές προφυλάξεις για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του. Ένας ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια εάν όφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος. Ο καταμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες꞉ το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς η οποία προκύπτει (causative potency). Υπάρχει πλούσια νομολογία εφαρμογής των πιο πάνω αρχών (Βλ. Αλεξάνδρου κ.ά. ν. Λεβέντης κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, 426 (απόφαση Πική, Π.), Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, Χαραλάμπους ν. Στυλιανού
(1991)1 Α.Α.Δ. 284, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, Γεωργίου ν. Παναγιωτίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 80, Bullows v. Νεοφύτου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 41 και Νικολάου κ.ά. ν. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 938, 945). Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά, αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη (Βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, 183-184, Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polycarpou v. Adamou
(1989)1 C.L.R. 727). Η μαρτυρία της Ενάγουσας. Προσερχόμενη στο Δικαστήριο ως μάρτυρας η Ενάγουσα υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που κατατέθηκε ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Α». Αντεξετάσθηκε επί της δήλωσης αυτής. Συνοψίζω τη μαρτυρία της ως εξής: Τα παιδιά σχολάνουν από το δημοτικό η ώρα 01:
  1. Το δυστύχημα έγινε περί τις 01:
  2. Η ίδια είχε ήδη σχολάσει το δικό της παιδί και τα δύο μωρά της γειτόνισσας της που δούλευε τέτοια ώρα. Η οδός Άργους, όπου έγινε το δυστύχημα, δεν είναι η οδός επί της οποίας βρίσκεται το δημοτικό σχολείο. Ενόσω οδηγά κανείς έχοντας το σχολείο στα αριστερά του, προχωρά και βγαίνει προς την οδό Άργους. Δηλαδή το δυστύχημα δεν έγινε μέσα στην οδό που εφάπτεται του σχολείου, αλλά σε άλλη οδό, στην οδό Άργους. Τη συγκεκριμένη οδό και διαδρομή η Ενάγουσα τη χρησιμοποιούσε καθημερινά για 6 χρόνια. Η οδός Άργους είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με κανονικές λωρίδες, που περιβάλλονται από πεζοδρόμιο η κάθε πλευρά. Δεν υπάρχει χώρος στάθμευσης στα πλαϊνά των δύο λωρίδων. Κατά την ώρα του δυστυχήματος, η επίδικη οδός ήταν γεμάτη από αυτοκίνητα γονέων που προχωρούσαν για να πάρουν τα παιδιά τους σπίτι. Στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ως η πορεία της Ενάγουσας, υπήρχαν αυτοκίνητα σταματημένα, όχι σταθμευμένα. Σταθμευμένα δεν υπήρχαν ούτε δεξιά ούτε αριστερά του δρόμου. Στη δική της πλευρά, δηλαδή στα αριστερά ως η πορεία της, τα αυτοκίνητα ήταν ξεκινημένα σε κίνηση, αλλά περίμεναν για να προχωρήσουν να πάνε ευθεία για να πάνε σπίτι τους. Ο δρόμος πάνω στον οποίο είναι το σχολείο είναι μονόδρομος. Δηλαδή, ως η πορεία του Lucian, αν πήγαινε ευθεία και έμπαινε στο δρόμο του σχολείου, θα έμπαινε σε μονόδρομο. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε η Ενάγουσα «Αν προχωρούσε προς την κατεύθυνση που ήρθε και μου την έδωσε θα έμπαινε σε μονόδρομο αν δεν σταματούσε πάνω μου.» Περιγράφοντας την απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης μέχρι την έναρξη του μονοδρόμου, η Ενάγουσα υπέδειξε ότι ήταν απόσταση όση από το εδώλιο του μάρτυρα μέχρι το παράθυρο της δικαστικής αίθουσας. Επέμεινε η Ενάγουσα ότι, ως η δική της λωρίδα, δεν υπήρχαν σταματημένα αυτοκίνητα ως η πορεία της, ενώ στη λωρίδα του Lucian υπήρχε ένα αυτοκίνητο, για το οποίο δεν ήταν βέβαιη η ίδια αν εκινήτο ή αν ήταν σταματημένο ή αν ήταν σταθμευμένο. Αυτό που θυμόταν ήταν ότι ο Lucian από τα νεύρα του, επειδή ήθελε να φύγει, προσπέρασε το αυτοκίνητο εκείνο και έδωσε πάνω της. Κατά την έκφρασή της, «ήθελε να φύγει και τράβησε το αυτοκίνητο μου». Θυμόταν την έκφρασή του ότι την είδε με θυμό και την ύβρισε. Ο συνήγορος Υπεράσπισης έδειξε στην Ενάγουσα ένα χάρτη της περιοχής του σχολείου, την οποία η ίδια αναγνώρισε και υπέδειξε ποια είναι η οδός Άργους και ποιο το σχολείο. Κατατέθηκε ο χάρτης αυτός ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β». Έδειξε επίσης η μάρτυς από πού αρχίζει ο μονόδρομος (με κόκκινο κύκλο) και την πορεία του Lucian (με μικρά βέλη με μπλε χρώμα). Αριστερά, ως η πορεία του Lucian, ήταν ο μονόδρομος, δεξιά υπήρχε δρόμος για να προχωρήσει. Ήταν η θέση της Ενάγουσας ότι πριν το μονόδρομο υπήρχε και ένας άλλος δρόμος, ένας στενός παράδρομος, σε απόσταση 2 μέτρα από το σημείο που έγινε το δυστύχημα. Το δυστύχημα έγινε πριν τον παράδρομο και πριν τον μονόδρομο. Όσον αφορά τον παράδρομο, η ίδια η Ενάγουσα δεν περνούσε ποτέ από εκεί. Όπως έπαιρνε τα παιδιά από το σχολείο πήγαινε προς την Άργους, που ήταν η μόνη διέξοδος για όσους έφευγαν από το δρόμο του σχολείου. Δεν θυμόταν η Ενάγουσα να πει αν ο Lucian χρησιμοποίησε το πεζοδρόμιο επί της οδούς Άργους, αν δηλαδή εκείνος βγήκε πάνω στο πεζοδρόμιο. Θυμόταν απλώς ότι τον είδε που κατευθυνόταν πάνω της. Η ίδια είχε την προσοχή της στο τιμόνι της, δεδομένου ότι είχε τρία παιδιά μέσα στο όχημά της. Συμφώνησε η Ενάγουσα ότι τη μέρα του δυστυχήματος κάλεσαν ο καθένας οδηγός την ασφαλιστική του εταιρεία και συμπλήρωσαν κάποια έντυπα, τα οποία υπέγραψαν εκείνη την μέρα. Είδε και αναγνώρισε η Ενάγουσα το έντυπο με τίτλο «Φιλική Δήλωση Τροχαίου Ατυχήματος», το οποίο ετοιμάστηκε από τους Εναγόμενους και το οποίο είχε υπογράψει και η ίδια. Κατατέθηκε ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Γ». Θυμόταν επίσης η Ενάγουσα ότι είχε ετοιμαστεί κάποιο σχέδιο της σκηνής από τον ασφαλιστή που προσήλθε στο μέρος εκείνη τη μέρα του δυστυχήματος. Υπεδείχθη στην Ενάγουσα από το συνήγορο Υπεράσπισης το σχέδιο της σκηνής που ετοίμασε ο ασφαλιστής των Εναγομένων Η Ενάγουσα δήλωσε ότι αναγνωρίζει το σχέδιο (αν και επανεξεταζόμενη επί τούτου διευκρίνισε ότι δεν το είχε ξαναδεί προηγουμένως), πλην όμως διαφώνησε με τον τρόπο που απεικόνιζε τη σκηνή, διότι, όπως ανέφερε, πρώτον, η ίδια δεν γνωρίζει αν το φορτηγό είχε βγει πάνω στο πεζοδρόμιο και, δεύτερον, η ίδια θυμόταν ότι υπήρχε αυτοκίνητο μπροστά από το φορτηγό του Lucian, ενώ στο σχέδιο της σκηνής δεν φαίνεται εκείνο το αυτοκίνητο. Το εν λόγω σχέδιο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Δ». Το μόνο σημείο επί του οποίου αμφισβητήθηκε κατ' ουσίαν η εκδοχή της Ενάγουσας αφορούσε στο ότι η Υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι στο σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, δεν υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα ως η πορεία του Lucian. Απεναντίας, η Ενάγουσα απαντώντας στη σχετική υποβολή, ήταν σταθερή στη μαρτυρία της ότι υπήρχε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο που ανέφερε ότι υπήρχε, μπροστά απ' εκείνο του Lucian, αν και δεν ήξερε αν ήταν σταθμευμένο ή αν ήταν ξεκινημένο και προχωρούσε, αλλά ήταν βέβαιη ότι ο Lucian πέρασε με φόρα το αυτοκίνητο που ήταν στην πλευρά του και πήγε και έδωσε πάνω της. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε περιθώριο στο δρόμο, για να προσπερνούσε ο Lucian το μπροστινό του όχημα, αφού υπήρχαν αυτοκίνητα στη δεξιά πλευρά του δρόμου ως η πορεία του, δηλαδή στην πλευρά της Ενάγουσας. Διευκρίνισε η Ενάγουσα αντεξεταζόμενη ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο που προσπέρασε ο Lucian δεν βρισκόταν παράλληλα με το δικό της. Δηλαδή, δεν ήταν στο ίδιο ύψος του δρόμου τα δύο οχήματα όταν προσπάθησε ο Lucian να το προσπεράσει. Υπήρχε απόσταση ανάμεσα σ' εκείνο το όχημα και το όχημα της Ενάγουσας. Την ώρα που ο Lucian προσπερνούσε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, προπορεύονταν της Ενάγουσας άλλα αυτοκινήτα ως η δική της πορεία, αλλά σε μεγάλη απόσταση, διότι η ίδια ήταν σχεδόν η τελευταία που είχε να φύγει από εκείνο το δρόμο, δηλαδή από την οδό Άργους. Δεν αρνήθηκε η Ενάγουσα την υποβληθείσα από το συνήγορο Υπεράσπισης θέση ότι την ώρα του δυστυχήματος η τροχαία κίνηση επί της οδού Άργους ήταν πολύ πυκνή και τα αυτοκίνητα είχαν απόσταση μεταξύ τους πολύ περιορισμένη, η οποία δεν ξεπερνούσε τα 1 - 2 μέτρα. Παρά το ότι ενωρίτερα η ίδια μίλησε για μεταξύ τους απόσταση περί τα 10 μέτρα, επεξήγησε ότι τούτο το ανέφερε επειδή η ίδια ήταν σχεδόν η τελευταία στη σειρά επί της οδού Άργους. Στην αρχή η τροχαία κίνηση είναι πυκνή, αλλά μετά φεύγουν τα αυτοκίνητα. Αρνήθηκε η Ενάγουσα τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι στα αριστερά του δρόμου, ως η πορεία της υπήρχαν αυτοκίνητα σταθμευμένα τα οποία ανέμεναν να παραλάβουν τα παιδιά τους, αφού όπως η ίδια εξήγησε δεν είναι μέσα στην οδό Άργους που παραλαμβάνουν τα παιδιά, αλλά μέσα στο μονόδρομο που εφάπττεται του σχολείου, εκεί σταματούν, παίρνουν τα μωρά και φεύγουν προς την οδό Άργους. Αρνήθηκε επίσης η Ενάγουσα τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η ίδια οδηγούσε κρατώντας μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του Lucian. Απάντησε λέγοντας ότι, ενόσω η ίδια είχε τρία μωρά μέσα στο αυτοκίνητο, ήταν υπεύθυνη των μωρών, ένα δικό της και δύο ξένα, δεν μπορούσε να πάρει λάθος λωρίδα. Αρνήθηκε, ομοίως, η Ενάγουσα τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν στην πλευρά του Lucian. Αρνήθηκε, τέλος, τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο Lucian λόγω της πυκνής τροχαίας κίνησης χρησιμοποίησε το πεζοδρόμιο για να μπορέσει να διέλθει της οδού. Η μαρτυρία του ΜΥ
  3. Από την άλλη, προσερχόμενος ως μάρτυρας στο Δικαστήριο ο Lucian δήλωσε τα εξής꞉ Την ώρα του δυστυχήματος, ο ίδιος πήγαινε σε κάποιο πελάτη που το σπίτι του ήταν πίσω από το σχολείο, γι' αυτό έστριψε για να μπορεί να πιάσει το δρόμο να πάει στον πελάτη να παραδώσει κάτι πράγματα. Η λωρίδα του ήταν καθαρή. Μόλις έστριψε είδε ότι είχε λίγη κίνηση μέσα στη δεξιά του λωρίδα, ότι είχε μερικά παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Η κυρία που ερχόταν από μπροστά του (αναφερόταν εδώ στην Ενάγουσα), προσπέρασε τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα στη λωρίδα της και μπήκε στη λωρίδα του. Τότε αυτός σταμάτησε το αυτοκίνητό του και αποφάσισε να πιάσει το πεζοδρόμιο, για να της κάνει χώρο να περάσει. Μόλις βγήκε πάνω στο πεζοδρόμιο, σταμάτησε το αυτοκίνητο του και η κυρία (Ενάγουσα) πήγε να περάσει και του κτύπησε στην πίσω μεριά στο αυτοκίνητο του, ενόσω αυτός ήταν σταματημένος. Είδε ο Lucian κατά την κυρίως εξέτασή του το σχέδιο της σκηνής ως το Έγγραφο Δ. Αν και αρχικά δήλωσε ότι το αναγνωρίζει, εντούτοις στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι για πρώτη φορά το είδε την προηγουμένη της ακροαματικής δικασίμου που θα έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Κοιτάζοντάς το ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Lucian έσπευσε να πει «Ναι, όμως εγώ δεν είχα αυτοκίνητα μπαρκαρισμένα στη λωρίδα μου». Ισχυρίστηκε επίσης ότι το αυτοκίνητο της Ενάγουσας ήταν τέλεια στη λωρίδα του. Παρουσίασε ο συνήγορος Υπεράσπισης μια φωτογραφία στον Lucian, την οποία ο ίδιος αναγνώρισε ότι απεικονίζει το επίδικο φορτηγό, πλην όμως διευκρίνισε ότι η φωτογραφία αυτή τραβήκτηκε από κάποιο εκπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρείας, του οποίου το όνομα δεν θυμόταν, όχι κατά το χρόνο του δυστυχήματος, αλλά πιο μετά. Δηλαδή ο Lucian διευκρίνισε ότι η φωτογραφία δεν έδειχνε το όχημά του στην τελική του θέση όπως ήταν αμέσως μετά το δυστύχημα. Ισχυρίστηκε συγχρόνως ότι μετά που έγινε το δυστύχημα, η Ενάγουσα μετακίνησε το αυτοκίνητό της και το πήρε κατά την λωρίδα της. Ισχυρίστηκε, τέλος, ότι κανείς προηγουμένως δεν του είχε δείξει τη συγκεκριμένη φωτογραφία, αφού εκείνος της ασφαλιστικής που πήγε για να φωτογραφίσει τη σκηνή, έβγαλε τη φωτογραφία και μετά του είπε ότι μπορούσε να φύγει και θα αναλάμβανε η ασφαλιστική τα περαιτέρω. Κατατέθηκε η φωτογραφία ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Ε», υπό τη διευκρίνιση ότι απεικονίζει το επίδικο όχημα του Lucian, στον επίδικο δρόμο αλλά όχι στο σημείο σύγκρουσης και την τελική του θέση. Αρνήθηκε ο Lucian ότι ο δρόμος στη στροφή αριστερά μπροστά του, όπου είναι το σχολείο που φαίνεται στην φωτογραφία ως το Έγγραφο Ε ήταν μονόδρομος ως η πορεία του. Αρνήθηκε επίσης την ύπαρξη οποιουδήποτε παράδρομου ως η πορεία του, αμέσω πριν την στροφή προς το σχολείο. Αντεξεταζόμενος ο Lucian δήλωσε ότι η ασφαλιστική του πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος μετά από 2 - 3 ώρες. Παραδέχθηκε ότι αυτός ερωτήθηκε από τον υπάλληλο της ασφαλιστικής πως έγινε το δυστύχημα και έδωσε την περιγραφή του. Παραδέχθηκε, επίσης, ότι βάσει της δικής του περιγραφής, προχώρησε ο υπάλληλος της ασφαλιστικής και συμπλήρωσε κάποιο έντυπο, το οποίο και υπέγραψε. Υπέδειξε ο συνήγορος της Ενάγουσας προς τον Lucian ότι αυτός δεν ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια για τις συνθήκες του δυστυχήματος και ότι τούτο φαίνεται από το γεγονός ότι άλλα είπε την ημέρα του δυστυχήματος στον υπάλληλο της ασφαλιστικής, άλλα δικογράφησαν οι δικηγόροι των Εναγομένων ως υπεράσπισή του και άλλα είπε ο ίδιος στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Η αντίδραση του Lucian σε αυτή την τοποθέτηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ήταν ότι αυτός θεωρεί ορθό «Ό,τι έγραψε πάνω στην κόλλα ο υπάλληλος της ασφαλιστικής». Πέρασαν πολλά χρόνια και αν ξέχασε κάποια λέξη τώρα που το ξαναέβλεπε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν σημαίνει ότι δεν λέγει την αλήθεια. Ο ίδιος δεν διαβάζει Ελληνικά για να μπορεί να διαβάσει τί έγραψε ο υπάλληλος της ασφαλιστικής στο Έγγραφο Δ. Του ανέγνωσε ο συνήγορος της Ενάγουσας όσα κατέγραψε ο υπάλληλος στο εν λόγω Έγγραφο Δ, δηλαδή ότι το σχεδιάγραμμα έγινε σύμφωνα με τη δήλωση του Lucian ότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα στη δική του πορεία και ότι η ενάγουσα κινήθηκε με την όπισθεν (παράγρ. 2 Έγγραφο Δ). Αρνήθηκε ο Lucian ότι είχε πει οποτεδήποτε στον υπάλληλο της ασφαλιστικής ότι υπήρχαν αυτοκίνητα παρκαρισμένα στη δική του λωρίδα. Αρνήθηκε επίσης ο Lucian ότι αυτός βοήθησε τον υπάλληλο της ασφαλιστικής να ετοιμάσει το σχέδιο της σκηνής ή/και ότι το είδε οποτεδήποτε πριν έρθει στο Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε ότι ο υπάλληλος της ασφαλιστικής δεν έκανε το σχέδιο όταν στη σκηνή, παρά μόνο κατέγραψε τις δηλώσεις του στο έντυπο τότε. Δεν θυμόταν να πει αντεξεταζόμενος πόσα μέτρα πριν από το στρίψιμο για το δρόμο του σχολείου έγινε το δυστύχημα. Θυμόταν όμως ότι η Ενάγουσα είχε μέσα στο αυτοκίνητό της ένα αγόρι περίπου 12 - 14 χρονών, κανέναν άλλο. Όταν του υποδείχθηκε ότι ο ασφαλιστής έγραψε στο Έγγραφο Γ ότι είχε τρία παιδιά μέσα στο αυτοκίνητο, ο Lucian δήλωσε ότι ο ίδιος δεν μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο για να δει, απλώς θυμόταν ότι μόνο η κυρία και ένα παιδί 12 - 13 χρονών βγήκαν από το αυτοκίνητο και άρχισε να του φωνάζει η κυρία. Δεν θυμόταν ο Lucian να πει τί ώρα έγινε το δυστύχημα. Απάντησε στη σχετική ερώτηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ως εξής꞉ «Δεν θυμούμαι, πάντως δεν ήταν πρωί, ήταν μετά τις 10:00 - 10:30 που έγινε, αλλά τώρα αν ήταν 12:00, 11:30 δεν θυμούμαι ώρα ακριβώς.». Δεν είχε προκαθορισμένο ραντεβού με τον πελάτη που θα πήγαινε εκείνη την ώρα να του παραδώσει κάποια πράγματα. Εξακολουθεί ο μάρτυρας να εργάζεται ακόμα στην ίδια δουλειά, από το 2007 και πηγαίνει πάντα στην ώρα του για τις παραδόσεις. Αρνήθηκε την υποβληθείσα σε αυτόν θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι, για να προλάβει να κάνει όλες αυτές τις παραδόσεις, βιαζόταν και δεν ήταν προσεκτικός στο δρόμο. Ο συνήγορος της Ενάγουσας υπέβαλε στον Lucian την εξής εκδοχή꞉ ότι τη συγκεκριμένη ημέρα, εκείνος δεν μπορούσε να περιμένει να περάσουν τα αυτοκίνητα που ήταν μπροστά του και μετά να προχωρήσει, με αποτέλεσμα να προσπαθήσει να τα προσπεράσει από δεξιά, οπόταν εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, βγήκε και πάνω στο πεζοδρόμιο και παράσυρε μαζί του το αυτοκίνητο της Ενάγουσας. Το αρνήθηκε ο Lucian, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι ο λόγος που αυτός βγήκε πάνω στο πεζοδρόμιο ήταν διότι η Ενάγουσα δεν είχε άλλο τρόπο για να βγει επειδή ήταν στην λωρίδα του και σταμάτησε το όχημά του, για να περάσει η Ενάγουσα. Αρνήθηκε ότι έφυγε ο ίδιος οποτεδήποτε από τη λωρίδα του και μπήκε στη λωρίδα της Ενάγουσας. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είδε για πρώτη φορά το όχημα της Ενάγουσας από 10 - 20 μέτρα μακριά, είχε 3 - 4 αυτοκίνητα μπροστά της και προσπέρασε και μπήκε στη λωρίδα του ιδίου. Αναγκάστηκε ο ίδιος και βγήκε στο πεζοδρόμιο για να της κάμει τόπο. Εκτίμηση Δικαστηρίου. Κατά κανόνα, μεγάλη αποδεικτική αξία έχει η πραγματική μαρτυρία της σκηνής του ατυχήματος. Τέτοια μαρτυρία αποτελεί και το σχεδιαγράφηµα της σκηνής του ατυχήµατος, στη βάση του οποίου δύνανται να συγκριθούν και να ελεγχθούν δικαστικά οι λεπτομέρειες της δοθείσας μαρτυρίας για να φανεί το αξιόπιστο αυτής. Έχει λεχθεί νομολογιακά ότι το σχέδιο της σκηνής συνιστά σταθερό οδηγό για τον καθορισµό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του ατυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ηµερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυvοµίας
(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή v. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ηµερ. 19.3.1996). Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, το μοναδικό σχεδιαγράφημα της σκηνής που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο (βλ. το Έγγραφο Δ) δεν ετοιμάστηκε από αστυνομικό ή άλλο ανεξάρτητο πρόσωπο. Ετοιμάστηκε από υπάλληλο των Εναγομένων, ο οποίος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία. Το περιεχόμενο του Εγγράφου Δ (δηλαδή του σχεδίου που αποτυπώνεται σε αυτό και των δηλώσεων που καταγράφονται υπό αυτού), παρέμεινε μέχρι τέλους της δίκης μια εξ ακοής μαρτυρία εισαχθείσα κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας προς υποστήριξη της εκδοχής της Υπεράσπισης, όπου όμως ο συντάκτης των αρχικών δηλώσεων που περιέχονται στο εν λόγω Έγγραφο Δ δεν παρέλασε ενώπιον του Δικαστηρίου είτε για να εξεταστεί είτε για να αντεξεταστεί, έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει την αλήθεια των εν λόγω δηλώσεων (βλ. το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9). Δεν δόθηκε καμία εξήγηση για το αν δεν ήταν εφικτή η κλήτευσή του, κάτι που αποτελεί κριτήριο προς αξιολόγηση της αποδεικτικής αξίας τέτοιας εξ ακοής μαρτυρίας βάσει του άρθρου 27 του Κεφ.
  1. Παρέμεινε, εξάλλου, άγνωστο στο Δικαστήριο ποιος ήταν ο σχεδιαστής του (το όνομά του) και βάσει ποιων προσόντων ή πείρας το ετοίμασε. Πέραν αυτού, όπως ακούστηκε στο πλαίσιο της δοθείσας μαρτυρίας της Ενάγουσας και του ΜΥ1, ουδείς εξ αυτών το προσυπέγραψε ως ορθό, αφού δεν τους είχε υποδειχθεί από τον υπάλληλο των Εναγομένων που το ετοίμασε. Επομένως, εάν ήθελε γίνει αποδεκτό αυτό που αναφέρεται επί του σχεδίου, ότι τούτο ετοιμάστηκε βάσει δηλώσεων που καταγράφονται υπό του σχεδίου και οι οποίες είχαν προέλευση τον ίδιο τον ΜΥ1, επιβάλλεται να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο ΜΥ1 διαφώνησε με την αποτύπωση του σχεδίου, ισχυριζόμενος ότι δεν υπήρχαν σταματημένα ή σταθμευμένα οχήματα στη δική του λωρίδα, όπως εσφαλμένα δείχνει το σχέδιο, και ότι αυτός δεν πέρασε ποτέ μέσα από τη λωρίδα της Ενάγουσας για να προσπεράσει τα εν λόγω οχήματα, όπως επίσης δείχνει το σχέδιο. Την ορθότητα του σχεδίου της σκηνής είχε αμφισβητήσει και η Ενάγουσα. Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν είναι καθόλου ασφαλές για το παρόν Δικαστήριο να στηριχθεί στο Έγγραφο Δ ή/και να αποδεχθεί το περιεχόμενό του ως ορθό και αληθές. Το απορρίπτω. Όσον αφορά τη φωτογραφία, ως το Έγγραφο Ε, η οποία δυνητικά αποτελεί ένα είδος πραγματικής μαρτυρίας, κρίνω πως και πάλιν περιορισμένη αποδεικτική αξία μπορεί να της δοθεί, εφόσον το μόνο στοιχείο που είναι παραδεκτό ότι απεικονίζει όπως ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος είναι το φορτηγό που οδηγούσε ο ΜΥ1, όχι ως προς τη θέση και πορεία του, αλλά ως προς το μέγεθός του, ότι ήταν ένα αρκετά μεγάλο φορτηγό. Αξιοσημείωτο επί τούτου κρίνω το γεγονός ότι ενώ η Ενάγουσα αναφέρθηκε επανειλημμένα στην Έκθεση Απαίτησης και στη ζωντανή μαρτυρία της σε «καρότσα» του φορτηγού, εντούτοις από την εν λόγω φωτογραφία προκύπτει ότι το φορτηγό δεν έσυρε οποιαδήποτε καρότσα, οποιοδήποτε δηλαδή εξωτερικό προσάρτημα. Ήταν ένα ψηλό κλειστό, φορτηγό και αντιλαμβάνομαι πλέον ότι η αναφορά σε καρότσα εννοεί το πίσω μέρος του φορτηγού, όπου τοποθετείται το κλειστό φορτίο του. Ελλείπει ενώπιον μου οποιαδήποτε φωτογραφία που να δείχνει είτε τη ζημιά επί του οχήματος της Ενάγουσας είτε το σημείο επαφής με το φορτηγό του ΜΥ
  2. Η μόνη αναφορά επί τούτου εντοπίζεται στη δικογράφηση της παρα. 5(γ) της Έκθεσης Απαίτησης, ότι δηλαδή ο Lucian παρέλειψε να σταματήσει και/ή κινήθηκε με κλίση αριστερά «με τέτοιο τρόπο ώστε να συγκρουστεί στο πίσω μέρος με το αυτοκίνητο της Ενάγουσας». Επί του συγκεκριμένου σημείου, ότι δηλαδή η σύγκρουση ήταν στο πίσω μέρος, δεν δικογραφήθηκε διαφορετική εκδοχή από τους Εναγόμενους. Σημειώνω παρενθετικά ότι το σχέδιο ως το «Έγγραφο Δ» έδειχνε τη σύγκρουση να έγινε με τη δεξιά πίσω γωνία του οχήματος της Ενάγουσας και τη δεξιά πίσω γωνία του οχήματος του Lucian, κάτι που δεν αμφισβήτησε ο ίδιος ο Lucian όταν είχε την ευκαιρία να δει το εν λόγω σχέδιο στο Δικαστήριο. Αμφισβήτησε το σχέδιο για άλλους λόγους τους οποίους κατέγραψα ανωτέρω. Προχωρώ να συγκρίνω την προφορική μαρτυρία των μαρτύρων με την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία. Κατ' αρχάς, ο Lucian δεν θυμόταν ορθά να πει ούτε καν τί ώρα έγινε το δυστύχημα. Το τοποθέτησε πολύ πιο νωρίς απ' ότι είναι το μεσημέρι που σχολάνε τα παιδιά από το σχολείο. Απεναντίας ο συνήγορος του προώθησε τη θέση ότι υπήρχε πυκνή κίνηση επί της οδού Άργους ακριβώς επειδή σχόλαναν τα παιδιά εκείνη την ώρα. Ο ίδιος ο Lucian αναίρεσε το σχέδιο της σκηνής που ο υπάλληλος των Εναγομένων ετοίμασε στηριζόμενος, όπως κατέγραφε επ' αυτού, στις δηλώσεις του Lucian. Επικαλέστηκε ο Lucian την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος για να πει ότι δεν μπορεί να είναι βέβαιος μετά από τόσο καιρό γι' αυτά που λέει. Γενικά, δεν έπεισε το Δικαστήριο ο Lucian ότι είχε πίστη στα λεγόμενά του. Απεναντίας, η Ενάγουσα διατηρούσε ζωηρές παραστάσεις για το ατύχημα και επεξηγούσε με άνεση το χάρτη της περιοχής. Με εξαίρεση την αμφιβολία που εξέφρασε για το αν το όχημα που προπορευόταν εκείνο του Lucian εντός της οδού Άργους ήταν σταθμευμένο ή σταματημένο ή σε αργή κίνηση, ουδεμία άλλη αμφιβολία δημιούργησε με τη μαρτυρία της. Επέμεινε σταθερά στην ύπαρξη τέτοιου προπορευόμενου οχήματος. Εντοπίζω ότι στο Έγγραφο Γ, στη στήλη με τίτλο «Συνθήκες Ατυχήματος» όπου αναφέρει διάφορες πιθανές αιτίες ατυχήματος, υπάρχει μία μικρή γραμμή δίπλα από την ένδειξη «
  3. Προσπερνούσε» και τούτο μόνο στην πλευρά που αφορά το « Όχημα Α» του οποίου οδηγός ήταν ο Lucian, όχι και στην στήλη που αφορά το «όχημα Β» που οδηγούσε η Ενάγουσα. Θυμίζω ότι πρόκειται για έγγραφο που ετοίμασε στη σκηνή υπάλληλος των Εναγομένων βάσει των δηλώσεων των δύο οδηγών, που προσυπέγραψαν το εν λόγω έγγραφο. Το έγγραφο αυτό εισήχθη στην ακροαματική διαδικασία με αίτημα του συνηγόρου Υπεράσπισης. Επομένως, η προφορική μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Ενάγουσα ότι το δυστύχημα προκάλεσε ο Lucian στην προσπάθειά του να προσπεράσει προπορευόμενο του όχημα συνάδει με τις δηλώσεις στις οποίες προέβηκαν ευθύς μετά το ατύχημα οι δύο οδηγοί και τούτο αποδεικνύει την αξιοπιστία της μαρτυρίας της Ενάγουσας. Αντιθέτως, η εκδοχή που ανέπτυξε στο Δικαστήριο ο Lucian ότι ήταν η Ενάγουσα εκείνη που προσπερνούσε προπορευόμενά της οχήματα καταρρίπτεται ως εκ των υστέρων σκέψη και εκδοχή. Εξάλλου, η δικογραφηθείσα από τους Εναγομένους εκδοχή ότι η Ενάγουσα προκάλεσε τη σύγκρουση επειδή κινήθηκε με την όπισθεν επί της οδού, αφενός δεν συνάδει με την ενέργεια προσπεράσματος άλλων οχημάτων και αφετέρου τέτοια εκδοχή δεν προωθήθηκε περαιτέρω από τον Lucian όταν έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο παρά το ότι ο συνήγορος της Ενάγουσας τον προκάλεσε επ' αυτού του σημείου να δείξει και να πει αν αυτή ήταν η κίνηση της Ενάγουσας. Επομένως, υπήρξε ασυνέπεια στην εκδοχή των Εναγομένων. Το ότι το όχημα του Lucian ήταν μεγάλου όγκου, έτσι ώστε να μην χωρούσε να προσπεράσει ενόσω οδηγούσε ανάμεσα σε οχήματα που βρίσκονταν κανονικά στη λωρίδα τους σε κάθε πλευρά του δρόμου, είτε σταθμευμένα είτε σταματημένα είτε σε αργή κίνηση, είναι κάτι που παραδέχθηκε η ίδια η Ενάγουσα, αλλά έδωσε εξήγηση πειστική για το Δικαστήριο, ως εξής: ότι όταν ο Lucian άρχισε να προσπερνά το προπορευόμενο του όχημα, η ίδια είχε απόσταση περί τα 10 μέτρα από το δικό της προπορευόμενο όχημα. Αυτή της τη δήλωση επιβεβαίωσε ο Lucian στο Δικαστήριο όταν δήλωσε ότι αντιλήφθηκε το όχημα της Ενάγουσας από απόσταση 10 μέτρων τουλάχιστον. Είναι στο χώρο αυτό που επιχείρησε ο Lucian να προσπεράσει το δικό του προπορευόμενο όχημα. Για τούτο και η σύγκρουση με την Ενάγουσα δεν ήταν μετωπική: επήλθε αργότερα όταν αυτός κινήθηκε αριστερά για να ξαναμπεί στη λωρίδα του και το πίσω μέρος της καρότσας του φορτηγού του «τράβηξε» το πίσω μέρος του οχήματος της Ενάγουσας. Η αναφορά της Ενάγουσας ότι ο Lucian κινήθηκε με φόρα, δείχνει ότι αυτή δεν είχε περιθώριο (χρόνο και τόπο) ν' αντιδράσει. Δεν υπάρχει τίποτα ενώπιον μου που να αποκλείει ως αληθοφανή την εκδοχή αυτή της Ενάγουσας, γι' αυτό και την αποδέχομαι ως ειλικρινή, αληθή και αξιόπιστη. Κατάληξη. Με τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα πράγματα ως ανωτέρω περιγράφεται, κρίνω ότι αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση της σύγκρουσης είχε ο Lucian, ο οποίος αντί να αναμένει το προπορευόμενο του όχημα να προχωρήσει, επιχείρησε να το προσπεράσει εισερχόμενος εντός της αριστερής λωρίδας του δρόμου ως η πορεία του και ενώ είχε ήδη δει σε απόσταση 10 μέτρων το όχημα της Ενάγουσας το οποίο ήταν εύλογα ορατό επί της οδού στην εξ αντιθέτου λωρίδα, παρέλειψε να λάβει κάθε δυνατή προφύλαξη ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτό και κατά την επαναφορά του φορτηγού του με κίνηση προς αριστερά εντός της δεξιά λωρίδας, τράβηξε και/ή έσυρε με την πίσω δεξιά γωνιά της καρότσας του το πίσω δεξί μέρος του οχήματος της Ενάγουσας. Δεδομένου του ευρήματος αυτού επιδικάζω το ποσό των €414- υπέρ της Ενάγουσας πλεον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής (27.12.12) πλέον τα δικηγορικά έξοδα, ΦΠΑ (αν υπάρχει) και έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.