← Κύπρος

IAN ALMOND κ.α. ν. MEDGOLF PROPERTIES LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης 02 /2016, 7/2016, 17/11/2017

IAN ALMOND κ.α. ν. MEDGOLF PROPERTIES LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης 02 /2016, 7/2016, 17/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ. Αίτησης 02 /2016 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και Αναφορικά με την απόφαση του High Court of Justice, Queen's Bench Division του Ηνωμένου Βασιλείου, υπ' αριθμό CL-2014-000441, πρώην 2014 FOLIO 828, ημερομηνίας 19.5.2015 και 19.6.2015 Μεταξύ: IAN ALMOND και άλλοι ως ο επισυνημμένος Κατάλογος 1 Εναγόντων και MEDGOLF PROPERTIES LIMITED και άλλοι ως ο επισυνημμένος Κατάλογος 2 Εναγομένων Hμερ.: 17/11/2017 Αρ. Αίτησης 02 /2016

(1)Αίτηση ημερ. 4/11/2016
(2)Αίτηση ημερ. 4/11/2016 Για Αιτητές στην Αίτηση
(1)/Εναγόμενους 18 - 22 (ως ο επισυνημμένος κατάλογος 2 στην Κυρίως Αίτηση): κ. Α. Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ. Για Αιτητές στην Αίτηση
(2)/Εναγόμενους 10 - 13 (ως ο επισυνημμένος κατάλογος 2 στην Κυρίως Αίτηση): κ. Α. Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για την Alpha Bank: κα Γ. Μαλέκου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Λουκά για Αιμιλιανίδης, Κατσαρός και Συνεργάτες ΔΕΠΕ. ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ. Αίτησης 07 /2016 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, Καν.2, 3, 4, 5, 6, 7, 22, 34, 35, 41 και 43 και Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων Νόμο (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Σύμβασης) Νόμος του 2000 Ν. 121/2000, Άρθρα 1-6 και Αναφορικά με την απόφαση του High Court of Justice, Queen's Bench Division του Ηνωμένου Βασιλείου, υπ' αριθμό CL-2014-000441, πρώην 2014 FOLIO 828, ημερομηνίας 19.5.2015 και 19.6.2015 και Αναφορικά με την Απόφαση του Ε.Δ. Λάρνακας στην Αίτηση με αριθμό 2/2016 ημερομηνίας 6/6/2016 και Αναφορικά με την Αίτηση/Εφεση/Αμφισβήτηση της Εκτελεστότητας της Απόφασης του High Court of Justice, Queen's Bench Division του Ηνωμένου Βασιλείου, υπ' αριθμό CL- 2014-000441, πρώην 2014 FOLIO 828, ημερομηνίας 19.5.2015 και 19.6.
  1. Μεταξύ:
  2. Γιώργος Χασάπης,
  3. Φλώρος Βωνιάτης,
  4. Hassapis Holdings Ltd,
  5. Γ.Ν. Hassapis Brothers Ltd,
  6. G. Hassapis & Sons Ltd,
  7. G. Hassapis Estates Ltd Αιτητών και IAN ALMOND και άλλοι ως ο επισυνημμένος Κατάλογος 1 Hμερ.: 17/11/2017 Γεν. Αιτ. 7/2016 Αίτηση Παραμερισμού ημερ. 10/11/2016 Για Αιτητές: κα Γ. Δημητρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Λουκά για Αιμιλιανίδης, Κατσαρός και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ. Αίτησης 180/2016 Μεταξύ:
  8. MRI - Paschalis Company Limited
  9. A.S.P. & K. Paschali Developers Limited
  10. Paschali Holdings Limited
  11. Panayiotis Paschalis Αιτητών και IAN ALMOND και άλλοι ως ο επισυνημμένος Κατάλογος 1 Hμερ.: 17/11/2017 Γεν. Αιτ. 180/2016 Αίτηση Παραμερισμού ημερ. 4/11/2016 Για Αιτητές: κ. Α. Λάντος. Για την Alpha Bank: κα Γ. Μαλέκου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Λουκά για Αιμιλιανίδης, Κατσαρός και Συνεργάτες ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27/5/16 καταχωρήθηκε η Γενική Αίτηση 2/16 και οι Αιτητές εξασφάλισαν στις 6/6/16 Διάταγμα Εγγραφής και/ή Αναγνώρισης με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας η Απόφαση του High Court of Justice, Queen's Bench Division του Ηνωμένου Βασιλείου υπ. αρ. CL-2014-000441 πρώην 2014 FOLIO 828 ημερ.19/5/15 και 19/6/
  12. Ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμούν συνολικά τέσσερεις Αιτήσεις. Συγκεκριμένα καταχωρήθηκαν δύο Αιτήσεις ημερ. 4/11/16 στο πλαίσιο της κυρίως Αίτησης 2/16 με τις οποίες τόσο οι Εναγόμενοι 10-13 (ως ο επισυνημμένος κατάλογος 2 στην Κυρίως Αίτηση) όσο και οι Εναγόμενοι 18-22 (ως ο επισυνημμένος κατάλογος 2 στην Κυρίως Αίτηση) επιζητούν τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης του Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 6/6/16 (Απόφαση Αναγνώρισης και Εκτέλεσης) δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε και κηρύχθηκε ως εκτελεστή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας η Απόφαση του High Court of Justice, Queen's Bench Division του Ηνωμένου Βασιλείου υπ. αρ. CL-2014-000441 πρώην 2014 FOLIO 828 ημερ.19/5/15 και 19/6/15 (Απόφαση Ηνωμένου Βασιλείου). Περαιτέρω καταχωρήθηκαν δύο άλλες Γενικές Αιτήσεις υπ. 7/16 και 180/16 με τις οποίες επιδιώκεται επίσης ο παραμερισμός και/ή ακύρωση της Απόφασης Αναγνώρισης και Εκτέλεσης. Κατόπιν Αίτησης ημερ. 16/2/17 και οι τέσσερεις Αιτήσεις συνενώθηκαν για σκοπούς εκδίκασης με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 8/5/
  13. Τις δύο Αιτήσεις ημερ. 4/11/16 οι οποίες καταχωρήθηκαν στο πλαίσιο της κυρίως Αίτησης 2/16 όπως και την Γενική Αίτηση 180/16 υποστήριξε υπό την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου προσώπου η Τράπεζα Alpha Bank. H σχετική δήλωση που έγινε εκ μέρους της εν λόγω Τράπεζας στις 22/11/16 έχει ως ακολούθως: «Η Alpha Bank θα υποστηρίξει την Αίτηση. Θεωρούμε ότι πρέπει να παραμερισθούν οι αποφάσεις διότι επηρεάζονται αρνητικά τα δικαιώματα της Τράπεζας τα οποία θα παραμείνουν ανεξασφάλιστα. Έχουν εκχωρηθεί προς όφελος της Τράπεζας τα πωλητήρια έγγραφα των αγοραστών (Καθ΄ων η Αίτηση). Στις πλείστες περιπτώσεις αυτή είναι και η μόνη εξασφάλιση της Τράπεζας και με τυχόν παραμονή της απόφασης εγγεγραμμένης ακυρώνονται αυτόματα οι εκχωρήσεις προς όφελος της Τράπεζας χωρίς να μπορεί η Τράπεζα να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα. Παρουσιάζω σχετικό πίνακα με τις εξασφαλίσεις που ακυρώνονται.»[1] Η Αίτηση για αναγνώριση και εγγραφή της Απόφασης Ηνωμένου Βασιλείου βασίστηκε στις πρόνοιες του Ε.Κ. 44/01 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και ειδικότερα στο Κεφάλαιο ΙΙΙ του Κανονισμού όπως επίσης και στον Ε.Κ. 1215/12 της 12ης Δεκεμβρίου
  14. Ο Κοινοτικός αυτός Κανονισμός είναι γνωστός ως Brussels I Regulation και αντικατέστησε τη Συνθήκη των Βρυξελλών του
  15. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 έχει με τη σειρά του καταργηθεί και αντικατασταθεί σε εφαρμογή από τις 10/1/2015 από τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L351/1, 20.12.2012)[2] . Ο σκοπός και η εμβέλεια εφαρμογής του Ε.Κ. 44/01 αναπτύχθηκε στην υπόθεση Aναφορικά με την Αίτηση Stepan Investments Limited
(2013)1Β Α.Α.Δ. 1614 όπου, μεταξύ άλλων, επισημάνθηκαν και τα ακόλουθα: «Η παρούσα αίτηση εδράζεται στον Καν. 44/2001. Θεωρώ απαραίτητο στο σημείο αυτό να παραθέσω τον σκοπό ύπαρξης και την εμβέλεια της εφαρμογής του, που στόχευε να καλύψει η θέσπιση του. Στην αιτιολογική σκέψη
(1)τίθεται η ανάγκη διατήρησης και ανάπτυξης ενός χώρου δικαιοσύνης με μέτρα δικαστικής συνεργασίας ώστε να επιτευχθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Για την ελεύθερη κυκλοφορία αποφάσεων είναι αναγκαία η θέσπιση κανόνων αναγνώρισης και εκτέλεσης. (Σκέψη 6). Η αμοιβαία εμπιστοσύνη δικαιολογεί την αυτόματη αναγνώριση, εκτός σε περιπτώσεις αμφισβήτησης (Σκέψη 16). Η διαδικασία κηρύσσεται κατά τρόπο οιονεί αυτόματο με απλό τυπικό έλεγχο των υποβληθέντων εγγράφων (Σκέψη 17). Τα δικαιώματα της υπεράσπισης αναγνωρίζονται με τη δυνατότητα άσκησης ενδίκου μέσου, κατά της κήρυξης της εκτελεστότητας με προσδιοριστέους λόγους (Σκέψη 18)». Όπως συναφώς τονίσθηκε στην υπόθεση POWERTOOLS ELECTRO SRL ν.BLACK & DECKER (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.,
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2182: «Ο Κανονισμός 44/2001 σχετίζεται με την ανάγκη διευκόλυνσης διασυνοριακών διαδικασιών έτσι ώστε να εξασφαλίζονται οι βασικές αρχές της ελευθερίας διακίνησης ατόμων και προϊόντων, και να μην παρεμβάλλονται διαδικαστικές διαδικασίες, ιδιαίτερα τυπικής φύσης ή δυσκολίες στην αναγνώριση και εφαρμογή αποφάσεων που εκδίδονται σε άλλη χώρα από τη χώρα στην οποία επιζητείται η εκτέλεσή τους, στοχεύει κυρίως, στην απλοποίηση των διαδικασιών για σκοπούς αναγνώρισης και στη γρήγορη εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης μέσω μιας απλής και ενιαίας διαδικασίας». Όπως επίσης επισημάνθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση VALENORA CO. LIMITED
(2013)1Β Α.Α.Δ 1432: «Το πνεύμα και το γράμμα του Κανονισμού αντανακλάται στις διατάξεις του Άρθρου 41, το οποίο και αποσκοπεί να δώσει σ' ένα αιτητή τη δυνατότητα να αναγνωριστεί η απόφαση το ταχύτερο δυνατό, δυνατότητα που προσφέρεται από το μονομερή χαρακτήρα του μέτρου κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης. Ρητώς και επιτακτικώς προνοεί το Άρθρο 41 πως, «ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν δύναται σε αυτό το στάδιο να καταθέσει προτάσεις». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ο Κανονισμός 44/2001 άρχισε να ισχύει κατά τρόπο άμεσα δεσμευτικό για κάθε κράτος μέλος της Ε.Ε. από την 1/3/2002, πριν την προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας την 1/5/
  1. Η Κυπριακή Δημοκρατία όμως, όπως κάθε νέο μέλος, δεσμεύθηκε με την προσχώρηση της από το σύνολο της νομοθεσίας ("acquis conmmunautaire") της Ε.Ε. Άρα ο Κανονισμός έχει εφαρμογή με αυξημένη ισχύ από της προσχώρησης της Κ.Δ. στην Ε.Ε. την 1/5/
  2. Όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω ο παρών Κανονισμός αντικαταστάθηκε με τον Κανονισμό 1215/
  3. Εξακολουθεί, ωστόσο, να εφαρμόζεται σε νομικές διαδικασίες που κινήθηκαν πριν από τη θέση σε εφαρμογή του Κανονισμού 1215/2012 στις 10 Ιανουαρίου 2015[3] όπως είναι και η υπό εξέταση περίπτωση η οποία αφορά σε διαδικασία η οποία είχε αρχίσει πριν την πιο πάνω ημερομηνία (εντός του 2014). Η επισήμανση αυτή απαντά και τη θέση που προβλήθηκε στην αγόρευση των Αιτητών στην Γενική Αίτηση 7/
  4. Έπεται πως και η συνακόλουθη θέση ότι το εκδοθέν Διάταγμα εξεδόθη «επί λανθασμένης και δη καταργημένης νομικής βάσης» δεν ευσταθεί. Η εισήγηση των συνηγόρων των Αιτητών στην Γενική Αίτηση 7/2016 ότι ο περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000, Νόμος 121(Ι)/2000 τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση δεν είναι βάσιμη εφόσον αυτή διέπεται από τις διατάξεις του Ε.Κ. 44/
  5. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση IRONHOLD ESTATES LTD, T/A HENIPA HOTEL v. TRAVELWORLD VACATION LTD
(2010)1Α Α.Α.Δ. 452 (στη σελ.457): «Ο ευπαίδευτος Πρόεδρος ενώπιον του οποίου ήχθη η αίτηση εξέτασε κατά πρώτο τη βασική εισήγηση της Εφεσείουσας ότι, καθ' όσον η αγωγή κατεχωρήθη πριν από την είσοδο της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εφαρμογή είχε το Κεφάλαιο 10 και ο Ν. 121(Ι)/2000, και όχι ο Κανονισμός 44/2001. Η εισήγηση απερρίφθη καθ' όσον, όπως υπεδείχθη, ο Κανονισμός, ως νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχε εφαρμογή, και μάλιστα με αυξημένη ισχύ, στη Δημοκρατία από την προσχώρηση της την 1.5.2004 ώστε να εφαρμόζετο σε διαδικασία εφαρμογής του η οποία έπετο της ημερομηνίας εκείνης». Στη σελ. 459 της πιο πάνω υπόθεσης τονίστηκαν επίσης και τα εξής σχετικά: «Εφ' όσον λοιπόν ο Κανονισμός 44/2001 είχε αυξημένη ισχύ στη Δημοκρατία έναντι της υφιστάμενης ημεδαπής νομοθεσίας από την 1.5.2004, ήταν αυτός και όχι το Κεφάλαιο 10 και ο Ν. 121(Ι)/2000που ίσχυε όταν εζητήθη η άδεια για εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης». Δυνάμει του Άρθρου 33
(1)του Ε.Κ.44/01 απόφαση που εκδίδεται σε κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία. Με βάση το Άρθρο 38
(1)αποφάσεις που εκδόθηκαν και είναι εκτελεστές σε κράτος μέλος εκτελούνται σε άλλο κράτος μέλος αφού κηρυχθούν εκεί εκτελεστές με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου. Η αίτηση υποβάλλεται στο αρμόδιο Δικαστήριο το οποίο, με βάση το Παράρτημα ΙΙ, καθόσον αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο[4]. Στην Αίτηση πρέπει να επισυνάπτονται τα έγγραφα που αναφέρονται στο Άρθρο 53[5] του Κανονισμού, ήτοι αντίγραφο της απόφασης το οποίο συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας και τη βεβαίωση που προβλέπεται στο Άρθρο 54. Η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο Άρθρο 53 χωρίς έλεγχο των λόγων μη εκτέλεσης που αναφέρονται στα Άρθρα 34 και 35. Ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δε δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας να καταθέσει προτάσεις. Συμφώνως του Άρθρου 42
(2)η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στο διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση μαζί με την απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί εν συνεχεία να ασκηθεί ένδικο μέσο και από τους δύο διαδίκους, ανάλογα με το αποτέλεσμα της αρχικής αίτησης. Το ένδικο μέσο ασκείται, δυνάμει του Άρθρου 43
(2)ενώπιον του Δικαστηρίου που αναφέρεται στο Παράρτημα III, το οποίο για την Κυπριακή Δημοκρατία είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Το ένδικο μέσο εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας[6]. Το ένδικο μέσο κατά της κήρυξης εκτελεστότητας ασκείται εντός μηνός από την επίδοση ή την κοινοποίησή της[7]. Σύμφωνα με το Άρθρο 45 το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο δυνάμει του Άρθρου 43 δύναται να απορρίψει ή να ανακαλέσει την κήρυξη της εκτελεστότητας μόνον εφόσον συντρέχει λόγος από τους οριζόμενους στα Άρθρα 34 και 35[8]. Αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως[9]. Σύμφωνα με το Άρθρο 45
(1)το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει ή/και ακυρώσει ή/και ανακαλέσει την Απόφαση Αναγνώρισης και Εκτέλεσης για οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στα Άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού. Στο Άρθρο 34 του Κανονισμού αναφέρεται ότι: "Α judgment shall not be recognized: 1.if such recognition is manifestly contrary to public policy in the Member State in which recognition is sought; 2.where it was given in default of appearance, if the defendant was not served with the document which instituted the proceedings or with an equivalent document in sufficient time and in such a way as to enable him to arrange for his defence, unless the defendant failed to commence proceedings to challenge the judgment when it was possible for him to do so; 3.if it is irreconcilable with a judgment given in a dispute between the same parties in the Member State in which recognition is sought; 4.if it is irreconcilable with an earlier judgment given in another Member State or in a third State involving the same cause of action and between the same parties, provided that the earlier judgment fulfils the conditions necessary for its recognition in the Member State addressed." Στο Άρθρο 35 του Κανονισμού αναφέρεται ότι: "
  1. Moreover, a judgment shall not be recognised if it conflicts with Sections 3, 4 or 6 of Chapter II, or in a case provided for in Article
  2. In its examination of the grounds of jurisdiction referred to in the foregoing paragraph, the court or authority applied to shall be bound by the findings of fact on which the court of the Member State of origin based its jurisdiction.
  3. Subject to the paragraph 1, the jurisdiction of the court of the Member State of origin may not be reviewed. The test of public policy referred to in point 1 of
  4. Article 34 may not be applied to the rules relating to jurisdiction." Με βάση λοιπόν το Άρθρο 34 του ΕΚ 44/01 απόφαση δεν αναγνωρίζεται: · αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως · αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώ μπορούσε να το πράξει · αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως · αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος αναγνωρίσεως. Αποτέλεσε θέση των Αιτητών στην Γενική Αίτηση 7/2016 ότι με δεδομένο ότι η Αγγλική απόφαση αναφέρετο σε συμβάσεις οι οποίες αφορούσαν δικαιώματα και υποχρεώσεις σε σχέση με ακίνητη περιουσία για τα οποία ο Κανονισμός δίδει αποκλειστική δικαιοδοσία στα Δικαστήρια της Κύπρου, αυτό συνιστά λόγο μη αναγνώρισης της δικαστικής απόφασης. Το Άρθρο 35
(1)του Κανονισμού, προνοεί τα ακόλουθα:
  1. Απόφαση δεν αναγνωρίζεται, επίσης, αν έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των τμημάτων 3, 4 και 6 του κεφαλαίου II, καθώς και στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο
  2. Στο Τμήμα 6 του Κανονισμού προβλέπεται η αποκλειστική δικαιοδοσία που έχουν τα δικαστήρια κράτους μέλους όπου βρίσκεται το ακίνητο. Δηλαδή, σε υποθέσεις που αφορούν ή επηρεάζουν εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητα, ο Κανονισμός δίδει αποκλειστική δικαιοδοσία στα Δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. Ειδικότερα, στο Άρθρο 22 του Κανονισμού, αναφέρεται ότι: «Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν:
  3. σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.» Όπως έχει αναλυθεί σε σχετική νομολογία του ΔΕΕ (σχετική τόσο με το Άρθρο 22 του ΕΚ 44/2001 όσο και το Άρθρο 16 της Συνθήκης των Βρυξελλών του 1968) η αποκλειστική δικαιοδοσία σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων των Δικαστηρίων του Κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων συνεπάγονται συχνά εξακριβώσεις καθώς και διεξαγωγή αποδείξεων και πραγματογνωμοσύνης που πρέπει να διενεργούνται επί τόπου[10]. Λέω σε συμφωνία με τα όσα σχετικά ανέπτυξε η πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση ότι η Αγγλική απόφαση δεν αφορούσε σε ζητήματα εμπράγματων δικαιωμάτων αλλά σε σχέσεις και/ή διαφορές συμβατικού δικαίου με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα επηρεασμού εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων που βρίσκονται εντός της Κυπριακής επικράτειας κατά τρόπο που να υφίσταται αποκλειστική δωσιδικία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η υπόθεση Andrew Barclay-Watt a.o v. Alpha Panareti Public Ltd a.o υπ. HQ11X02379 του High Court ημερ. 20/7/12 στην οποία παρέπεμψαν οι συνήγοροι των Καθ΄ων η Αίτηση είναι ιδιαίτερα κατατοπιστική. Σε αυτή γίνεται παραπομπή και σε σχετική επί του θέματος νομολογία του ΔΕΕ. Στην Watt Άγγλοι αγοραστές ακίνητης ιδιοκτησίας κίνησαν αγωγή εναντίον εταιρείας ανάπτυξης γης ισχυριζόμενοι ότι ήταν θύματα ψευδών παραστάσεων σε σχέση με την αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο. Σκοπός των αγοραστών ήταν η ακύρωση της συμφωνίας αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας εξαιτίας ψευδών παραστάσεων κατά την σύναψη της συμφωνίας. Το Αγγλικό Δικαστήριο ανέφερε ότι η διαδικασία στρεφόταν κατά προσώπων και όχι εναντίον περιουσίας. Το αποτέλεσμα της απόφασης θα ήταν ακύρωση της συμφωνίας και διεκδίκηση δικαιωμάτων κατά προσώπων. Όμως αυτή η διαφορά δεν ήταν διεκδίκηση in rem αλλά in personam. Όπως συγκεκριμένα τέθηκε στην υπόθεση Andrew Barclay-Watt (ανωτέρω): " (iii) The claims are not based on rights directly relating to the property which are enforceable against the whole world. (iv) This is an action for orders for rescission of a contract for the sale of land and consequential damages. It is therefore wholly inappropriate to describe the object of the proceedings as rights in rem in immovable property." Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Reicher v. Dresdner Bank AG Case C-115/88
(1990)ECR 1-27 η εφαρμογή του Άρθρου 22.1 του ΕΚ 44/2001 καλύπτει τις περιπτώσεις που ζητείται να αποφασιστεί και καθοριστεί, η έκταση, το περιεχόμενο, η ιδιοκτησία ή η κατοχή ιδιοκτησίας ή η έκταση άλλων δικαιωμάτων "in rem" και η παροχή στους δικαιούχους προστασίας των δικαιωμάτων τους. Η παρα.11 της πιο πάνω απόφασης έχει ως ακολούθως: "11.In those circumstances Article 16
(1)must be interpreted as meaning that the exclusive jurisdiction of the Contracting State in which the property is situated does not encompass all actions concerning rights in rem in immovable property but only those which come within the scope of the Brussels Convention and are actions which seek to determine the extent, content, ownership or possession of immovable property or the existence of other rights in rem therein and to provide the holders of those rights with the protection of the powers which attach to their interest." (my emphasis) Στην υπόθεση C - 294/92 Webb ν. Webb [1994] ECR 1-1717 Άγγλος πατέρας είχε μεταβιβάσει γη στον γιο του στη Γαλλία. Στην πορεία του χρόνου οι σχέσεις τους διασαλεύτηκαν και ο πατέρας σε Αγγλικό Δικαστήριο επιχείρησε την επιστροφή και εκ νέου εγγραφή της γης επ' ονόματί του. Ο γιος αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου και το θέμα έφτασε μέχρι το ΔΕΕ. Το ΔΕΕ, αποδίδοντας δικαιοδοσία στο Αγγλικό Δικαστήριο επισήμανε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα στην παράγραφο 20.- "14 Article 16 confers exclusive jurisdiction in the matter of rights in rem in immovable property on the courts of the Contracting State in which the property is situated. In the light of the Court' s judgment in Case C-115/88 Reichert and Kockler [1990] ECR I-27, where the Court had to rule on the question whether the exclusive jurisdiction prescribed by that article applied in respect of an action by a creditor to have a disposition of immovable property declared ineffective as against him on the ground that it was made in fraud of his rights by his debtor, it follows that it is not sufficient, for Article 16
(1)to apply, that a right in rem in immovable property be involved in the action or that the action have a link with immovable property: the action must be based on a right in rem and not on a right in personam, save in the case of the exception concerning tenancies of immovable property. The aim of the proceedings before the national court is to obtain a declaration that the son holds the flat for the exclusive benefit of the father and that in that capacity he is under a duty to execute the documents necessary to convey ownership of the flat to the father. The father does not claim that he already enjoys rights directly relating to the property which are enforceable against the whole world, but seeks only to assert rights as against the son. Consequently, his action is not an action in rem within the meaning of Article 16
(1)of the Convention but an action in personam." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με άλλα λόγια δεν αρκεί προκειμένου να τύχει εφαρμογής το Άρθρο 16
(1)η αγωγή να αφορά εμπράγματο δικαίωμα ή να έχει σχέση με ακίνητο. Η αγωγή πρέπει να στηρίζεται σε εμπράγματο και όχι ενοχικό δικαίωμα. Για να το θέσω διαφορετικά η αποκλειστική δικαιοδοτική βάση με αναφορά στην τοποθεσία του ακινήτου καλύπτει μόνον τις αγωγές με τις οποίες επιδιώκεται ο καθορισμός της εκτάσεως, της υφής, της κυριότητας και της νομής ακινήτων ή της υπάρξεως άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων επ' αυτών, καθώς και η εξασφάλιση στους δικαιούχους της προστασίας των προνομίων που συνδέονται με τον τίτλο τους. Αποτέλεσε εισήγηση των Αιτητών στις Αιτήσεις ημερ. 4/11/16, οι οποίες καταχωρήθηκαν στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 2/16, ότι η Απόφαση Ηνωμένου Βασιλείου εκδόθηκε στο πλαίσιο αγωγής που καταχωρήθηκε από πρόσωπα που δεν νομιμοποιούντο εξ αρχής (δεν είχαν locus standi) να την καταχωρίσουν. Συγκεκριμένα προεβλήθη η θέση ότι, όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 1, 3, 4 και 5 των Αιτήσεων, η αγωγή και η απόφαση που εξεδόθη στο Ηνωμένο Βασίλειο αφορά πωλητήρια έγγραφα δυνάμει των οποίων Βρετανοί υπήκοοι αγόρασαν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο (στην Επαρχία Λάρνακας) με δανειοδότηση από πιστωτικό ίδρυμα της Κύπρου και τα δικαιώματα τους εκχωρήθηκαν εγγράφως στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα προς εξασφάλιση της δανειοδότησης που τους χορηγήθηκε[11]. Το πιστωτικό ίδρυμα προς όφελος του οποίου εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα από τα πωλητήρια έγγραφα δεν ήταν διάδικος στην αγωγή που ήγειραν οι Βρετανοί υπήκοοι στο Ηνωμένο Βασίλειο και επομένως ουδέποτε τοποθετήθηκε ή του δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθεί στην αξίωση των Εναγόντων στην αγωγή του Ηνωμένου Βασιλείου για ανάκληση και/ή ακύρωση των Πωλητηρίων Εγγράφων. Προβλήθηκε δε η θέση ότι η Απόφαση Ηνωμένου Βασιλείου είναι αντίθετη με τις νομικές συνέπειες που επιφέρουν οι Συμφωνίες Εκχώρησης και ότι αντίκειται και στους ίδιους τους όρους που τα μέρη συμφώνησαν κατά το χρόνο κατάρτισής τους[12]. Όπως όντως προέκυψε Ενάγοντες στις αγωγές που καταχωρήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι αποκλειστικά και μόνο οι αγοραστές ακίνητης ιδιοκτησίας. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Γ.Ε. ν. Φεραίου Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479 ο εκδοχέας (assignee) νομιμοποιείται να καταχωρήσει την αγωγή στο όνομά του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα του από την εκχώρηση χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή (assignor). Στην αγγλική υπόθεση Weddell v. J.A. Pearce & Major
(1987)3 All E.R. 624 αποφασίστηκε ότι ο εκδοχέας (assignee) έχει locus standi ως Ενάγοντας[13] και ότι η μη συνένωση του εκχωρητή (assignor) δεν καθιστούσε την αγωγή άκυρη[14]. Παρόλο δε ότι η συνένωση του εκχωρητή (assignor) είναι επιθυμητή, η μη συνένωση του δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία μπορεί να συνενωθεί με βάση τη Δ.9, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέας Λουκά ν. Eurolife Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 1524 ο Εφεσείων είχε εκχωρήσει απόλυτα τα ωφελήματα του ασφαλιστικού του συμβολαίου σε Τράπεζα που είχε παραχωρήσει σ' αυτόν στεγαστικό δάνειο. Μετά την έκδοση του ασφαλιστηρίου εγγράφου και εκκρεμούσας της οφειλής του Εφεσείοντα για αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου αυτός υπέστη ατύχημα ως αποτέλεσμα του οποίου έχασε το ένα του μάτι. Υπήρξε διαφωνία κατά πόσο η ανικανότητα που προέκυψε καλυπτόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο και οι Εφεσίβλητοι/ Εναγόμενοι αρνήθηκαν την πληρωμή οποιουδήποτε ωφελήματος. Ο Εφεσείων εκχωρητής (assignor) ενήγαγε προσωπικά χωρίς να έχει συνενώσει και τον εκδοχέα (assignee) ως διάδικο. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας το θέμα κατά πόσο ο εκχωρητής (assignor) είχε δικαίωμα από μόνος του να καταχωρήσει αγωγή προσωπικά κατέληξε ότι τέτοιο δικαίωμα δεν είχε εκτός αν εκχωρητής (assignor) συνένωνε και τον εκδοχέα (assignee) ως διάδικο που, φυσιολογικά και νομικά είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω της εκχώρησης ή αν ο εκχωρητής (assignor) ενεργούσε κατ' εντολή του εκδοχέα (assignee). Έχοντας δε διαπιστώσει το Ανώτατο Δικαστήριο ότι πουθενά δεν φαινόταν να είχε ο εκδοχέας (assignee) εξουσιοδοτήσει τον εκχωρητή (assignor) Ενάγοντα να τον εκπροσωπεί ως εμπιστευματοδόχος του απέρριψε την αγωγή γι' αυτό το λόγο. Στην πιο πάνω απόφαση το Ανωτάτου Δικαστηρίου έγινε αναφορά με επιδοκιμασία στην αγγλική υπόθεση Three Rivers District Council and others v. Bank of England
(1995)4 All E.R. 312 όπου εξετάστηκε το θέμα σε περίπτωση όπου ο εκχωρητής (assignor) ήγειρε αγωγή χωρίς συνένωση σε αυτή και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εκδοχέα (assignee) και συγκεκριμένα του πιο κάτω αποσπάσματος: "Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor wished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity . . ." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει με βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις, όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα ...». Σε σχέση με τον πιο πάνω λόγο η πλευρά των Εναγόντων αντιτείνει ότι το ποιοι έχουν συμπεριληφθεί ως διάδικοι ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων και το κατά πόσο οι Ενάγοντες νομιμοποιούνταν ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων στην καταχώρηση αγωγής είναι θέμα ουσίας που εξετάζεται μόνο από τα Αγγλικά Δικαστήρια και δεν μπορεί να τύχει εξέτασης από το κράτος μέλος εκτέλεσης. Δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω τοποθέτηση. Το ζήτημα της νομιμοποίησης ενός διαδίκου να απευθυνθεί προς το Δικαστήριο θεωρώ ότι αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης που αφορά στην κανονικότητα ενός ενδίκου διαβήματος και ως τέτοιο εξετάζεται από το Δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο επιζητείται η εκτέλεση μιας απόφασης. Όπως προσφάτως υπομνήσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ v. Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της περιουσίας της D.K. Intercity Buses LARNARCAS Ltd κ.ά ECLI:CY:AD:2017:A256, Πολ.Έφ. Αρ.388/2011, ημερ. 7/7/2017: «Θέματα που ανάγονται στην τήρηση της δημόσιας τάξης, όπως αυτό της νομιμοποίησης των εφεσειόντων να καταχωρίσουν και να προωθήσουν την υπό αναφορά αίτηση, εξετάζονται και πρέπει να εξετάζονται από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα (ex proprio motu)». Επανερχόμενη δε στο υπό κρίση ζήτημα και καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνταν να εγείρουν την Αγωγή Ηνωμένου Βασιλείου από μόνοι τους και χωρίς τη συμμετοχή των εκδοχέων. Κατά συνέπεια η αναγνώριση και η εκτέλεση στην Κυπριακή έννομη τάξη της Απόφασης του Ηνωμένου Βασιλείου για την οποία ουδεμία νομιμοποίηση δεν είχαν θεωρώ ότι αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως, ήτοι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Zητήματα εκχώρησης δικαιωμάτων που απορρέουν από τα αγοραπωλητήρια έγγραφα από τους αγοραστές προς πιστωτικό ίδρυμα από το οποίο εξασφάλισαν δανειοδότηση προκύπτουν και από ορισμένες από τις αγωγές τις οποίες επικαλείται ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει τη Γενική Αίτηση υπ΄ αρ. 180/
  1. Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις των αγωγών 1682/2014, Τεκμ.1 (που κατεχωρήθη στις 30/4/2012 εναντίον του Ενάγοντα αρ. 25), 1692/2012, Τεκμ.2, (που κατεχωρήθη στις 30/4/2012 εναντίον της Ενάγουσας αρ.24) και 1703/2014, Τεκμ.8 (που κατεχωρήθη στις 30/4/2012 εναντίον των Εναγόντων 6 και 7). Δεν κρίνεται σκόπιμο να εξεταστούν περαιτέρω λόγοι οι οποίοι έχουν προβληθεί στις δύο Αιτήσεις ημερ. 4/11/2016 στο πλαίσιο της κυρίως Αίτησης 2/2016 και στη Γενική Αίτηση 180/2016, αφού στη βάση των πιο πάνω θεωρώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 34 του Ε.Κ. 44/01 για την ακύρωση και/ή παραμερισμό της Απόφασης του Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 6/6/16 (Απόφαση Αναγνώρισης και Εκτέλεσης) δυνάμει της οποίας η Απόφαση του High Court of Justice, Queen's Bench Division του Ηνωμένου Βασιλείου υπ. αρ. CL-2014-000441 πρώην 2014 FOLIO 828 ημερ.19/5/15 και 19/6/15 (Απόφαση Ηνωμένου Βασιλείου) αναγνωρίστηκε και κηρύχθηκε ως εκτελεστή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όσον αφορά την Γενική Αίτηση 7/16 η κατάληξη είναι διαφορετική. Έχοντας εξετάσει τους λόγους που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω Γενικής Αίτησης διαπιστώνω ότι ουδείς από αυτούς ευσταθεί για τους λόγους που πιο πάνω αναλύθηκαν. Ενώ δεν προκύπτουν και ούτε εγέρθηκαν ζητήματα εκχώρησης δικαιωμάτων όπως ήταν η περίπτωση των άλλων Αιτήσεων. Ως εκ των ανωτέρω οι τέσσερεις Αιτήσεις αποσυνενώνονται. Οι δύο Αιτήσεις των Εναγομένων 10 - 13 και 18 - 22 ημερ. 4/11/16 που καταχωρήθηκαν στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 2/2016 επιτυγχάνουν και η επίδικη Απόφαση Αναγνώρισης και Εκτέλεσης παραμερίζεται. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος τους όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ίδια κατάληξη ισχύει και στην Γενική Αίτηση 180/16 όπου η Αίτηση επιτυγχάνει και η επίδικη Απόφαση Αναγνώρισης και Εκτέλεσης παραμερίζεται με έξοδα προς όφελος των Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Γενική Αίτηση 7/16 αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Σχετικός Πίνακας κατατέθηκε ως Τεκμήριο (Ι) στη Γεν. Αίτηση 2/2016 και ως Τεκμήριο (Ι) στη Γεν. Αίτηση 180/
  2. [2] Δέστε συναφώς τα άρθρα 80 («Κατάργηση») και 81 («Έναρξη ισχύος») του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/
  3. [3] Δέστε Άρθρο 66 του Κανονισμού 1215/2012:
  4. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 80, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, τα δημόσια έγγραφα που εκδόθηκαν ή καταγράφηκαν και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίθηκαν ή συνήφθησαν πριν από την 10η Ιανουάριου 2015 και που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού. [4] Δέστε Άρθρο 39
(1). [5] Δέστε Άρθρο 53:
  1. Ο διάδικος που επικαλείται την αναγνώριση ή ζητεί την κήρυξη της εκτελεστότητας οφείλει να προσκομίσει αντίγραφο της αποφάσεως, το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας.
  2. Ο διάδικος που ζητεί την κήρυξη της εκτελεστότητας οφείλει επίσης να προσκομίσει τη βεβαίωση που προβλέπεται στο άρθρο 54, υπό την επιφύλαξη του άρθρου
  3. [6] Δέστε Άρθρο 43
(3). [7] Δέστε Άρθρο 43
(5). [8] Δέστε Άρθρο 45
(1). [9] Δέστε Άρθρο 45
(2)και Άρθρο
  1. [10] Δέστε υπόθεση C - 294/92 Webb ν. Webb [1994] ECR 1-1717: "As the Court has held, the conferring of exclusive jurisdiction in the matter of rights in rem in immovable property on the courts of the State in which the property is situated is justified because actions concerning rights in rem in immovable property often involve disputes frequently necessitating checks, inquiries and expert assessments which much be carried out on the spot (see the judgment in Case 73/77 Sanders v. Van der Putte [1977] ECR 2383, at paragraph 13)". [11] Δέστε Τεκμήρια 10Β, 11Β, 12Β στην Αίτηση των Εναγομένων 10-13 και Τεκμήρια 10Β και 11Β στην Αίτηση των Εναγομένων 18-
  2. [12]
  3. "The Assignor for better and further security of the obligations of the principal Debtor, by this document assigns for the benefit of the Bank all his rights which derive from the Contract of Sale... 3."The Assignor by this contract declares: (a) That the Contract of Sale is and shall be valid and that he will not commit any act in any way or omission to render it null and void or voidable or to take any action which aims at preventing the Bank from exercising its rights according to this Assignment Contract." [13] Όπως λέχθηκε στη σελίδα 634: «.. an equitable assignee of a chose in action has locus standi to sue on the chose in action.» [14] Δέστε σελίδα 636 όπου λέχθηκε από το Δικαστή Scott J.: «In my judgment, therefore, it is clearly established that an action commenced by an equitable assignee without joining the assignor is not a nullity. It may be liable to be stayed until the proper parties have been joined, but it is not a nullity» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.