← Κύπρος

Αναστάσιος Α. Κουμής, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Λάρνακα κ.α. ν. Ζυγός Λαχανα

Αναστάσιος Α. Κουμής, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Λάρνακα κ.α. ν. Ζυγός Λαχαναγορά Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1206/2014, 23/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ- ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1206/2014 Μεταξύ:

  1. Αναστάσιος Α. Κουμής, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Λάρνακα
  2. Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου άλλως Εκκλησία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Εναγόντων και
  3. Ζυγός Λαχαναγορά Λτδ
  4. Κώστας Καλουτσίδης Εναγομένων --------------------------------------------------------------------------------------------------------------- - Αίτηση ημερ. 28/6/17 για αντικατάσταση των Εναγόντων, προσθήκη νέων Εναγομένων και τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 23 Νοεμβρίου, 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες/Αιτητές: Γ. Ζαχαρίου και Γ. Δημητρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθών η Αίτηση: Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής και Φ. Χ΄Νικολή για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με βάση τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες 1 & 2 εκ μέρους του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Λάρνακας με δύο γραπτές Συμφωνίες συμφώνησαν και ενοικίασαν στον Εναγόμενο 1 με την εγγύηση του Εναγόμενου 2 πέντε υπό διαχωρισμό οικόπεδα σε ακίνητο ιδιοκτησίας του Ναού. Προνοείτο δε συγκεκριμένο ενοίκιο ανά χρονική περίοδο. Η αξίωση αφορά ποσό € 122.127,14 για καθυστερημένα ενοίκια για την περίοδο από 1/11/13- 31/10/14 και ποσό € 21.258,21 για την περίοδο από 1/11/14- 1/1/
  5. Αίτηση και Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές επιδιώκουν την τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή με τον τρόπο που εξειδικεύεται στις παραγράφους Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, και Ζ των αιτητικών. Νομική βάση της Αίτησης είναι η Δ.9, θθ.1-13, Δ.25, θθ.1-6 και Δ.48, θθ.1,2,4 & 7-9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Άρθρο 30

(2)του Συντάγματος καθώς και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Μορφή υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων-. Σε αυτή προβάλλονται βασικά οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: · Σε συνάντηση των Εναγόντων με τους νέους Δικηγόρους που χειρίζονται εκ μέρους τους την παρούσα αγωγή η οποία έγινε για σκοπούς προετοιμασίας της υπόθεσης για ακρόαση διεπιστώθη ότι εκ παραδρομής και ένεκα άγνοιας κάποιων δεδομένων δεν τέθηκαν ορθά όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα: i. Στο Κλητήριο χρησιμοποιήθηκε η προηγούμενη ονομασία των Εναγόντων και δεν λήφθηκε υπόψη η πρόνοια για ύπαρξη νομικής προσωπικότητας στην Ενορία. ii. Δεν αναφέρθηκαν και δεν περιελήφθησαν ως Εναγόμενοι στο Κλητήριο όλοι οι εγγυητές όπως αυτοί φαίνονται στην Τροποποιητική Συμφωνία. iii. Δεν αναφέρονται ορθά τα τελικώς ισχύοντα και συμφωνηθέντα ενοίκια και επιπροσθέτως δεν αξιώνονται ενοίκια για την περίοδο από της καταχώρησης της αγωγής μέχρι και την τυχόν έκδοση απόφασης με αποτέλεσμα η επιζητούμενη θεραπεία να μην είναι ορθή. · Όλα τα πιο πάνω διαπιστώθηκαν περί τον Μάιο του 2007 που οι Ενάγοντες είχαν συνάντηση με τους νέους Δικηγόρους τους για προετοιμασία της ακρόασης και μετά από συνάντηση με εκπροσώπους των Εναγομένων όπου διεφάνη ότι δεν υπήρχε δυνατότητα για εξεύρεση συναινετικής λύσης. · Αμέσως μετά από αυτή τη διαπίστωση, καταχωρίστηκε αίτηση τροποποίησης για να διορθωθούν τα πιο πάνω καλόπιστα λάθη και παραλείψεις. Στην αίτηση όμως εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκε στη νομική βάση η Διαταγή 9 που διέπει το θέμα των διαδίκων και τα περί αντικατάστασης και προσθήκης διαδίκων και με Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου η Αίτηση εγκρίθηκε μόνο κατά το μέρος που αφορούσε τις υπόλοιπες τροποποιήσεις σε σχέση με τους υφισταμένους διάδικους ενώ όσον αφορά το μέρος προσθήκης και αντικατάστασης διαδίκων αυτή απερρίφθη για το μόνο λόγο του ότι δεν στηριζόταν στην ορθή δικονομική διάταξη. Η εν λόγω Απόφαση δόθηκε στις 27/6/17 και αμέσως καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση με την ορθή δικονομική διάταξη. · Καμία ζημιά δεν προκαλείται από την έγκριση της Αίτησης που να μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή για τα έξοδα. Αντίθετα, θα είναι όλα τα αναγκαία πρόσωπα ενώπιον του Δικαστηρίου και θα μπορέσει να εκδικασθεί ολόκληρη η επίδικη διαφορά για όλους τους διαδίκους ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο έγερσης άλλης αγωγής με την δημιουργία επιπλέον εξόδων για ένα θέμα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το επίδικο στην παρούσα διαδικασία. Ένσταση και Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.9, θθ. 1-13, Δ.25, θθ. 1-6, Δ.48, θθ. 1, 2,4 7,-9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στ το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στο δίκαιο της επιείκιας. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Η Αίτηση είναι καταχρηστική δεδομένου ότι ήδη στις 27/6/17 εχορηγήθη διάταγμα τροποποίησης το οποίο η πλευρά των Εναγόντων δεν αξιοποίησε. · Δεν είναι δυνατόν εκκρεμούσης της τροποποίησης που χορηγήθηκε από το Δικαστήριο να ζητείται άλλη τροποποίηση. · Ο Ενάγων 2 είναι φανερό ότι είναι ανύπαρκτος και δεν μπορεί να αντικατασταθεί ενώ ο Ενάγων δεν μπορούσε να εναγάγει. Ως εκ τούτου η αγωγή κακώς ηγέρθη εξ υπαρχής και δεν μπορεί να επιτραπεί η τροποποίηση. · Ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Κύπρου δεν είναι δυνατόν να προσδώσει νομική προσωπικότητα και ως εκ τούτου ο αιτούμενος να προστεθεί ενάγων είναι ανύπαρκτος. · Η υπόθεση εναντίον των Εναγομένων 2 μέχρι 5 έχει παραγραφεί. · Δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει ότι οι προτιθέμενοι Ενάγοντες συναινούν στην υποβαλλόμενη αίτηση ή και αγωγή. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Κατερίνας Κονναρή, υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων στην οποία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι Ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό κρίση Αίτηση καθόσον αφορά τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις έχει ως κύρια βάση της την Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties." Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.[3]
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] ΄Ομως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται[5]. Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης[6] (πιο πάνω).
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[7].
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[8] Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[9] Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 Α.Α.Δ. 111. Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στη σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): "The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81)." Όσον αφορά την αντικατάσταση των Εναγόντων που αφορά η επιζητούμενη θεραπεία υπό στοιχείο (Α) της Αίτησης σχετική είναι η Δ.9, θ.2 η οποία διαλαμβάνει τα εξής: "2. Where an action has been commenced in the name of the wrong person as plaintiff, or where it is doubtful whether it has been commenced in the name of the right plaintiff, the Court or a Judge may, if satisfied that it has been so commenced through a bona fide mistake, and that it is necessary for the determination of the real matter in dispute so to do, order that any other person consenting thereto be substituted or added as plaintiff upon such terms as may be just". Σε ό,τι αφορά την επιδιωκόμενη προσθήκη εναγόμενων που αφορά στην επιζητούμενη με την παράγραφο (Β) θεραπεία, το ζήτημα διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.9, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το αίτημα για αντικατάσταση των Εναγόντων και προσθήκη των προτεινόμενων Εναγόμενων 3, 4 & 5 είναι το πρωταρχικό θέμα που χρήζει εξέτασης καθότι η κρίση επ' αυτού θα έχει την ανάλογη επίδραση και στην αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει, βασικά, στους ενάγοντες με το Δικαστήριο να διατηρεί την εξουσία δυνάμει της Δ.9, θ.10[10] η οποία και καθορίζει και τις συνέπειες τέτοιας τροποποίησης[11] να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι προφανές ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι διάδικοι ενώπιον του συναρτάται προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις[12]. Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 θα πρέπει να κριθεί αναγκαίος διάδικος. Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διάδικους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων[13]. Στην Byrne and Another ν. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 o Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου ως εξής: "One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought it should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it." Σε ελληνική μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία[14].» Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για τον εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10 (βλ.) Αmon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Aγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1 (Β) Α.Α.Δ. 772)». Στην υπόθεση Σοφιανού ν. Minas Makris Developments Ltd κ.ά
(2011)1 A.A.Δ. 1668 υποδεικνύεται ότι η προσθήκη εναγομένου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου οποία είναι ευρεία και στοχεύει να καταστεί πλήρης και αποτελεσματική η εκδίκαση όλων των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Edward,
(2013)1 Α.Α.Δ. 2387 επισημάνθηκε πως και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα από μόνο του μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της Δ.9, θ.10 και να διατάξει την προσθήκη συνεναγόμενου στην ενώπιον του διαδικασία. Όπως αναφέρθηκε στην PT Kiani Kertas κ.α. ν. Ιnterorient Navigation Company Ltd. Κ. κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1475, σοβαρός παράγων είναι επίσης το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Στην υπόθεση Covotsos Textiles Ltd. v. Ellerman Lines Ltd et al
(1983)1 C.L.R. 479, αίτημα για τροποποίηση της Αναφοράς εγκρίθηκε κατόπιν πρόσθεσης νέου συνεναγομένου, εφόσον η προσθήκη είχε ήδη γίνει. Ο Σαββίδης Δ., όμως, εξετάζοντας το θέμα της προσθήκης νέου εναγομένου, παρέπεμψε στο Annual Practice, 1982, σ. 210 όπου αναφέρεται: "Leave to add a defendant will not be granted after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant (Lucy v. W.T. Henleys Telegraph Works Co. Ltd. [1970] 1 Q.B. 393). Query, however, whether the court has a wide discretion, which will be rarely exercised, to add a defendant after the expiry of the relevant period of limitation (Marubeni Corporation and Another v. Pearlstone Shipping Corporation, The Times, June 30, 1977 C.A.)." Επίσης στο Σύγγραμμα Bullen & Leake Precedents of Pleadings 12η έκδοση σελ.167 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "On the other hand, leave will not be granted to add a defendant after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant nor where the addition will have the effect of adding a new cause of action." Δικονομικό Ιστορικό της παρούσας υπόθεσης Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. à Στις 13/5/14 κατεχωρήθη το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. à Στις 15/5/14 κατεχωρήθη σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων 1 &
  1. à Στις 28/5/14 κατεχωρήθη η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων. à Στις 27/6/14 κατεχωρήθη η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. à Στις 24/7/14 κατεχωρήθη από τους Εναγόμενους Αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και στις 30/10/14 Ένσταση από μέρους των Εναγόντων. Η εν λόγω Αίτηση απεσύρθη στη συνέχεια στις 17/11/
  2. à Ακολούθησε στις 4/11/14 Αίτηση από τους Ενάγοντες για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και Ένσταση από τους Εναγόμενους στις 7/11/
  3. Η εν λόγω Αίτηση εκδικάστηκε και απερρίφθη με Απόφαση του Δικαστηρίου την 1/12/
  4. à Κατόπιν αίτησης ορισμού από μέρους των Εναγόντων η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 12/2/15 ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκαν Διατάγματα για εκατέρωθεν αποκάλυψη και η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση στις 29/6/
  5. à Στις 29/6/15 η ακρόαση ανεβλήθη λόγω αιτήματος εκ μέρους των Εναγόντων και επαναορίστηκε στις 3/2/
  6. à Στις 19/1/16 έγινε αλλαγή των Δικηγόρων των Εναγόντων. à Στις 3/2/16 η ακρόαση της αγωγής ανεβλήθη κατόπιν κοινού αιτήματος των διαδίκων λόγω της επιθυμίας τους να καταβάλουν προσπάθειες για διευθέτηση και επαναορίστηκε στις 7/6/
  7. à Η ακρόαση της υπόθεσης ανεβλήθη στη συνέχεια από το Δικαστήριο δύο φορές και ορίστηκε στις 27/10/16 και ακολούθως στις 17/5/
  8. à Μεσολάβησε στις 16/5/17 η καταχώρηση της Αίτησης για τροποποίηση του κλητηρίου και της Έκθεσης Απαίτησης («η πρώτη Αίτηση»). à Στις 27/6/17 το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση Απόφαση με την οποία ενέκρινε μερικώς την Αίτηση ενώ απέρριψε το μέρος που αφορούσε τα αιτητικά για αντικατάσταση των Εναγόντων και προσθήκη νέων Εναγομένων λόγω ανυπαρξίας νομικής θεμελίωσης. à Στις 28/6/17 κατεχωρήθη η υπό κρίση Αίτηση(«η δεύτερη Αίτηση»). à Στις 14/7/17 κατεχωρήθη τροποποιημένο κλητήριο στο οποίο ενσωματώθηκαν οι τροποποιήσεις που είχαν εγκριθεί στη βάση της πιο πάνω ενδιάμεσης Απόφασης. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Εξέταση των αιτούμενων θεραπειών καταδεικνύει ότι αυτές μπορούν να ενταχθούν σε δύο κατηγορίες ως ακολούθως: · Η πρώτη κατηγορία αφορά σε αιτήματα τροποποίησης του τίτλου αφενός δια της αντικατάστασης των Εναγόντων και αφετέρου δια της προσθήκης των προτεινόμενων Εναγομένων 2, 3, και 4 και συνακόλουθες τροποποιήσεις [Αιτητικά (Α), (Β),(Γ),(Ε)] και · Η δεύτερη κατηγορία αφορά σε τροποποιήσεις συγκεκριμένων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης [Αιτητικό (ΣΤ)]. Συγκεκριμένα μέσω της παραγράφου (Α) της Αίτησης επιζητείται η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της αντικατάστασης των Εναγόντων και συνεπακόλουθη διαγραφή τόσο της παραγράφου 1 όσο και της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης και αντικατάσταση της με άλλες (Αιτητικά υπό στοιχεία (Α), (Γ) & (Δ). Περαιτέρω μέσω των παραγράφων (Β), (Ε) και (Ζ) επιζητείται η προσθήκη και η άδεια για προσθήκη των προτεινόμενων Εναγομένων 2, 3 και 4 και συνακόλουθη τροποποίηση της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης. Μέσω δε της παραγράφου (ΣΤ) επιζητείται η διαγραφή των παραγράφων Α, Β, Γ και Δ της Αξίωσης (παράγραφος 16) δια της αντικατάστασης του με νέα παράγραφο Α και αντικατάσταση του Γ με το Β. Όπως έχει επισημανθεί ανωτέρω η τροποποίηση του τίτλου μιας αγωγής περιλαμβανόμενης και της προσθήκης και αντικατάστασης διαδίκου διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα εάν η αγωγή καταχωρηθεί στο όνομα λανθασμένου Ενάγοντα το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, σύμφωνα με τη Δ.9, θ.2, εάν κρίνει ότι το λάθος έγινε καλόπιστα, να επιτρέψει την διόρθωση του λάθους και να γίνει αντικατάσταση του λανθασμένου Ενάγοντα με τον σωστό. Βασική είναι επίσης η Δ.9, θ.10 η οποία προνοεί ότι καμία αγωγή δεν απορρίπτεται με μόνο αιτιολογικό ότι σε αυτήν περιλήφθηκαν διάδικοι που δεν έπρεπε ή δεν περιλήφθηκαν άτομα που έπρεπε να περιληφθούν. Το λάθος δύναται να διορθωθεί, με διαγραφή ή προσθήκη διαδίκου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε διαδίκου. Σε ό,τι αφορά το αίτημα για τροποποίηση του τίτλου διά της αντικατάστασης των Εναγόντων οι Αιτητές παρέπεμψαν στις πρόνοιες του Νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας και ειδικότερα στο Άρθρο 45 το οποίο αφορά την ενοριακή οργάνωση των Ναών, όπως και στο Παράρτημα Α αναφορικά με τις ενορίες της πόλεως Λάρνακας που υπάγονται στην Ιερά Μητρόπολη Κιτίου. Πρόκειται για τα Τεκμήρια Α1 και Α2 αντίστοιχα. Η παραπομπή σε αυτά εν προκειμένω έγινε για να καταδείξουν την αλλαγή στην ονομασία και ύπαρξη πλέον ξεχωριστής νομικής προσωπικότητας στην ενορία. Είναι γεγονός ότι οι Ενάγοντες περιγράφονται στην επίδικη σύμβαση μίσθωσης (Τεκμήριο Β) με την ονομασία Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου άλλως Εκκλησία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου ενώ στο Νέο Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου, με βάση τα επισυνημμένα τεκμήρια, διαφαίνεται μέσω της διαλαμβανόμενης σε αυτά ενοριακής οργάνωσης ότι η νέα ονομασία είναι η Ενορία Αγίου Ιωάννη Θεολόγου. Υπό αυτά τα δεδομένα, ως έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ πως τυγχάνει εφαρμογής η πρόνοια της Δ.9, θ.
  9. Όσον αφορά το ζήτημα της προσθήκης των προτεινόμενων Εναγομένων 3, 4 και 5 διαπιστώνεται ότι με βάση το περιεχόμενο της Τροποποιητικής Συμφωνίας Σύμβασης Μισθώσεως (Τεκμήριο Β) ότι τα ονόματα των εν λόγω προσώπων έχουν υπογράψει στην εν λόγω Συμφωνία υπό την ιδιότητα των εγγυητών. Τούτου δοθέντος και με δεδομένο ότι υφίσταται απαίτηση από τους Ενάγοντες για καθυστερημένα και οφειλόμενα ενοίκια με βάση την εν λόγω Σύμβαση, οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι είναι πρόσωπα άμεσα επηρεαζόμενα. Για να το θέσουμε διαφορετικά, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής των Εναγόντων, επηρεάζονται τόσο τα νομικά όσο και τα οικονομικά συμφέροντα των προσώπων αυτών. Μέσω δε της προσθήκης των προτεινόμενων Εναγόμενων θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών και θα μπορεί να εκδικασθεί η επίδικη διαφορά σε σχέση με όλους τους διάδικους συμβάλλοντας τοιουτοτρόπως στην ορθή, γρήγορη και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Ένα άλλο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι η θέση που προβλήθηκε από μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση στους λόγους ένστασης, ότι η αξίωση κατά των προτεινόμενων Εναγομένων έχει παραγραφεί. Η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση επικαλέστηκε προς τούτο τις πρόνοιες του Άρθρου 7
(1)του Ν.66(Ι)/12[15]. Αντίθετη ήταν η θέση της πλευράς των Αιτητών. Το Δικαστήριο φρονεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη και τις διάφορες πρόνοιες που υπάρχουν στο Ν.66(Ι)/12, το ζήτημα της παραγραφής αφορά σε ζήτημα ουσίας ενώ το υπό κρίση αίτημα είναι δικονομικής υφής. Πέραν τούτου δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι η παραγραφή, σύμφωνα με το Άρθρο 21[16] του Νόμου, τηρουμένου του Άρθρου 22[17], συνιστά αυτοτελή υπεράσπιση που εγείρεται στα δικόγραφα με τη μορφή της ειδικής υπεράσπισης. Με αυτά κατά νουν θεωρώ ότι το παρόν στάδιο δεν είναι το κατάλληλο για να εξεταστεί και να αποφασιστεί ένα τέτοιο ζήτημα. Ο λόγος είναι γιατί ενδεχομένως να απαιτείται μαρτυρία ώστε να μπορούν να διακριβωθούν τα πραγματικά γεγονότα και περιστατικά που περιστοιχίζουν την περίπτωση με σκοπό να διαπιστωθεί πότε συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής ώστε να αρχίζει να μετρά ο χρόνος παραγραφής. Υπό αυτά τα δεδομένα η ένσταση επί τούτου δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Όσον αφορά την υπό στοιχείο (ΣΤ) αιτούμενη τροποποίηση διαπιστώνω ότι αποτέλεσε αντικείμενο προηγούμενης Αίτησης που καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της οποίας εγκρίθηκε. Στη συνέχεια δε η πλευρά των Εναγόντων καταχώρησε τροποποιημένο κλητήριο όπου και ενσωματώθηκε η εν λόγω τροποποίηση στην παράγραφο 16. Τούτου δοθέντος δεν υπάρχει πλέον οποιοδήποτε αντικείμενο στο πιο πάνω αιτητικό το οποίο και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης του κλητηρίου και της Έκθεσης Απαίτησης ως οι παραγράφοι (Α), (Β), (Γ), (Δ) (Ε) και (Ζ) της Αίτησης . Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες μετά τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος και Υπεράσπιση στο τροποποιημένο Κλητήριο σε 10 ημέρες μετά την επίδοση του. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ΄ών η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.)................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5] [6] «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378. [7] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [8] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607. [9] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. [10] «
  2. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court of a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants that ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this prescribed Order or in such manner as may be prescribed by any special order and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» [11] Δέστε Ferro Fashions Limited v. Fashio Box S.R.L.
(1999)1 A.Δ.Δ. 1805, 1809. [12] Δέστε Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372. [13] Δέστε Van Gelder, Apsimon & Co. v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch. D. 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co. v. Mcllwraith & Co. [1896] 2 Q.B. 464, C.A. Ideal Films Ltd. ν. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688 [14] Δέστε Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1977)1 Α.Α.Δ. 772. [15] «7.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης αγωγής». [16] «
  1. Στα πλαίσια διαδικασίας αγωγής την παραγραφή μπορεί να προτείνει με δικογράφηση οποιοσδήποτε διάδικος έχει έννομο συμφέρον.» [17] «
  2. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου άρθρου του παρόντος Νόμου το δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τον προβλεπόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. II αίτηση υποβάλλεται με εναρκτήρια κλήση πριν από την έγερση της αγωγής ή με παρεμπίπτουσα αίτηση μετά την δικογράφηση παραγραφής ως το άρθρο 21». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.