← Κύπρος

ALTIUS INSURANCE LTD ν. ΔΗΜΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3683/2011, 3/11/2017

ALTIUS INSURANCE LTD ν. ΔΗΜΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3683/2011, 3/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A148 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3683/2011 [ΤΙΤΛΟΣ ΩΣ ΕΧΕΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/10/2015] Μεταξύ: ALTIUS INSURANCE LTD Ενάγοντας - και -

  1. ΔΗΜΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
  2. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 03/11/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κα Αλεξάνδρου Α. Χαρά για την Δημητρίου & Δημητρίου Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Εναγόμενο 1 - σε ομοδικία: κ. Μάριος Σοφοκλέους για την Μάμας Χατζη Χριστοφής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. και κ. Χρίστος Δημητριάδης για την Κώστας Π. Δημητριάδης Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Εναγόμενο 2: κα Δήμητρα Παπαστεφάνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας έχει την «βάση» της στο δικαίωμα του ασφαλιστή να υποκατασταθεί στην θέση του ασφαλισμένου του, του οποίου την ασφαλιζόμενη με αυτόν απώλεια του έχει αποζημιώσει πλήρως βάσει ασφαλιστικής σύμβασης στην οποία προσήλθαν για τον σκοπό («subrogation») (βλ. Castellain v Preston

(1883)11 Q.B.D. 380). Αν και πολύ συχνά αποκαλείται ως δικαίωμα, πρόκειται ουσιαστικά για θεραπεία που απορρέει από το δίκαιο της αποκατάστασης («restitutionary remedy»). Πρόκειται, ως υποστηρίζεται από διάφορους αναλυτές του ασφαλιστικού δικαίου, για αρχή δικαίου (του κοινοδικαίου) που υποστηρίζεται από το δίκαιο της επιείκειας (βλ. Napier v Hunter [1993] 2 W.L.R. 42, Banque Financiere de la Cite v Parc (Battersea) Ltd [1998] 1 All E.R. 737 και Π. Τ. Ασουρανσι Τοκιο Μαριν Ιντονησια ν ΣΗΣΚΟΠ Ναβικεϊσιον Λτδ κ. α. (Αρ. 1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1378), της οποίας η εφαρμογή μπορεί να τροποποιηθεί, αποκλειστεί ή επεκταθεί συμβατικά (βλ. το σύγγραμμα των J. Birds και N. J. Hird, Bird's Modern Insurance Law, 5η έκδοση, στην σελίδα 289), οπόταν οι γενικές αρχές που την ορίζουν, επιστρατεύονται, συνήθως, εάν τίθεται ζήτημα ερμηνείας ενός τέτοιου όρου στην ασφαλιστική σύμβαση (βλ. Lucas v Exports Credit Guarantee Department [1974] 1 W.L.R. 909). 2. Η προαναφερόμενη αρχή της υποκατάστασης, εφαρμόζεται σε όλες τις ασφαλιστικές συμβάσεις που είναι συμβάσεις αποζημίωσης. Όπως είναι π. χ. συμβάσεις ασφάλισης για απώλεια έναντι κινδύνου από φωτιά ή πλημμύρα. Είναι δε δικαίωμα που προκύπτει αυτόματα της αποζημίωσης του ασφαλιζομένου και προς όφελος του ασφαλιστή που έχει καλύψει την ασφαλισμένη απώλεια του συγκεκριμένου ασφαλιζόμενου του (βλ. Π. Τ. Ασουρανσι Τοκιο Μαριν Ιντονησια ν ΣΗΣΚΟΠ Ναβικεϊσιον Λτδ κ. α. (Αρ. 1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1378). Πληρωμές, κάτω από τέτοιου είδους συμβάσεις αποζημίωσης, -από τις οποίες, ως έχει προαναφερθεί, προκύπτει δικαίωμα υποκατάστασης-, μπορεί να αφορούν, είτε ένα σταθερό ποσό που δηλώνεται από τα μέρη στην σύμβαση ή που καθορίζεται βάσει καθορισμένης κλίμακας για συγκεκριμένο είδος απώλειας, είτε αποζημίωση του πραγματικού ποσού απώλειας στην κάθε περίπτωση για το συγκεκριμένο αυτό είδος ζημιάς. 3. Το δόγμα της υποκατάστασης έχει δύο πτυχές (βλ. Castellain v Preston
(1883)11 Q.B.D. 380). Η πρώτη, αφορά το ότι, ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να πραγματοποιήσει κέρδος από την απώλεια του και ότι, οποιοδήποτε τέτοιο κέρδος αποκομίσει, -υπό κάποιες προϋποθέσεις ή εξαιρέσεις-, είναι υπόλογος για αυτό στον ασφαλιστή του•, και η δεύτερη, αφορά το δικαίωμα του ασφαλιστή, που έχει αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο του, να μπει στην θέση του και εις το όνομα του (βλ. King v Victoria Insurance Co Ltd [1986] A.C. 250, Edwards v Motor Union Insurance Co [1922] 2 K.B. 249, Lister v Romford Ice and Cold Storage Ltd [1957] A.C. 555, K. Chellaram and Sons (London) Ltd a. a. v Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699, Caledonia North Sea Ltd v London Bridge Engineering Ltd [2000] Lloyd's Rep. I.R. 249, Nicolas Droushiotis (Import-Export) Ltd v L'Union Des Assurances De Paris (I.A.R.D.) Fire Accident and General Insurance Co Ltd
(1983)1 C.L.R. 19, Banque Financiere de la Cite v Parc (Battersea) Ltd
(1999)
(1)A.C. 221, P.T.Asuransi Tokio Marine Indonesia ν Seascope Navigation Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1142 και Gold Seal Shipping Company Ltd ν Standard Fruit Company (Bermuda) Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1552) ([1]), να επιδιώξει το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα αυτός έχει (και εξακολουθεί να διατηρεί) (βλ. Simpson v Thompson
(1877)3 App. Cas. 279 και Buckland v Palmer [1984] 1 W.L.R. 1109) που μπορεί να μειώσει την ασφαλισμένη ζημιά του. Με την επισήμανση εδώ, ότι, αγωγή που εγείρεται έχοντας τον προαναφερόμενο σκοπό, επειδή αφορά νομικό δικαίωμα του ασφαλισμένου, είναι του ασφαλισμένου, και ότι, ο εναγόμενος σε αυτήν, σε περίπτωση που κριθεί υπεύθυνος από το Δικαστήριο για αποζημίωση του, απαλλάσσεται από της ευθύνης του, μόνο εάν πληρώσει το ποσό της αποζημίωσης στον ασφαλισμένο. Στην οποία όμως αποζημίωση, πρέπει επίσης να σημειωθεί, καταληκτικό δικαίωμα [και δικαίωμα επίσχεσης («lien»)], έχει ο ασφαλιστής (βλ. K. Chellaram and Sons (London) Ltd a. a. v Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699). Καθώς επίσης και ότι, ο ασφαλιστής, υποκατασταθείς στην θέση του ασφαλιζόμενου του προς διεκδίκηση αγώγιμου δικαιώματος του τελευταίου, δεν αποκτά οποιοδήποτε δικαίωμα για θεραπεία, πέραν αυτού που έχει ο ασφαλιζόμενος του (βλ. Peta Company Ltd v Beaulieu Shipping Co Ltd
(1986)1 C.L.R. 354 και P.T.Asuransi Tokio Marine Indonesia ν Seascope Navigation Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1142). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των J. Birds και N. J. Hird, Bird's Modern Insurance Law, 5η έκδοση, στην σελίδα 296: «The insurer's right to bring proceedings in the name of the insured is long established, being referred to as a commonplace as long ago as Mason v Sainsbury. It is important to remember, however, that the action remains the insured's and that the defendant, if he is adjudged liable, gets a good discharge only if he pays the insured. If the insured should refuse to allow his name to be used, the insurer can, as an alternative to compelling it, bring proceedings against the wrongdoer and join the insured as second defendant.». Κατά κανόνα, το δικαίωμα του ασφαλισμένου στο οποίο υποκαθίσταται ο ασφαλιστής, αφορά αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου τρίτου προσώπου, που ευθύνεται να τον αποζημιώσει λόγω διάπραξης σε βάρος του κάποιου αστικού αδικήματος ή αδικοπραξίας, ή ένεκα παράβασης σύμβασης τους, ή βάσει κάποιου άλλου νόμιμου δικαιώματος του ασφαλισμένου ή ευθύνης αποζημίωσης του ασφαλισμένου από το τρίτο αυτό πρόσωπο, η ευθύνη του οποίου θα πρέπει να αφορά σε περίπτωση για την οποία ο ασφαλισμένος έχει αποζημιωθεί από τον ασφαλιστή του. 4. Αυτή η δεύτερη πτυχή του δόγματος της υποκατάστασης, αφορά την υπό κρίση Αγωγή και ως εκ τούτου, οι αρχές της εφαρμογής του σε ότι αφορά το πότε δύναται να γίνει επίκλησης του από πλευράς του ασφαλιστή, κρίνεται απαραίτητο όπως εξεταστούν με περισσότερη λεπτομέρεια. 5. Ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει πλήρως αποζημιωθεί από τον ασφαλιστή, προτού ο τελευταίος αποκτήσει δικαίωμα υποκατάστασης, και αυτό αφορά όλες τις απαιτήσεις που ο ασφαλισμένος του έχει υποβάλει που αφορούν ένα συγκεκριμένο περιστατικό και καλύπτονται από την σύμβαση ασφάλισης (βλ. Page v Scottish Insurance Corporation
(1929)98 L.J.K.B. 308, Napier v Hunter [1993] 2 W.L.R. 42 και Nicolas Droushiotis (Import-Export) Ltd v L'Union Des Assurances De Paris (I.A.R.D.) Fire Accident and General Insurance Co Ltd
(1983)1 C.L.R. 19). Εντούτοις, αυτή, είναι μία γενική αρχή, που, στην πράξη, το ζήτημα που διέπει, καλύπτεται συνήθως από σχετική συμφωνία των μερών, που αποτυπώνεται γραπτώς στην ασφαλιστική σύμβαση δια σχετικής ρήτρας και η οποία ρητά καθορίζει πότε ο ασφαλιστής αποκτά δικαίωμα υποκατάστασης του ασφαλιζόμενου του (βλ. Lucas v Exports Credit Guarantee Department [1974] 1 W.L.R. 909). Πρέπει να σημειωθεί ότι, τέτοιοι όροι, που δίδουν δηλαδή το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταχωρήσει αγωγή εξ ονόματος του ασφαλιζόμενου του, πριν από, ή μετά αφότου, τον αποζημιώσει, ή και που του δίδουν το δικαίωμα να ελέγχει την δικαστική διαδικασία ή να αναλάβει το έλεγχο της, ακόμη και όταν αυτή ηγέρθη από τον ασφαλισμένο, επειδή αρχικά ο ασφαλιστής ήταν αδιάφορος για αυτή, συναντώνται πολύ συχνά σε ασφαλιστικές συμβάσεις. 6. Έπεται από την προαναφερόμενη αρχή, ότι, μέχρις ότου ο ασφαλισμένος έχει πλήρως αποζημιωθεί από τον ασφαλιστή σε ότι αφορά όλες τις απαιτήσεις που του έχει υποβάλει και αφορούν ένα συγκεκριμένο περιστατικό που καλύπτει η ασφαλιστική σύμβαση, ο ασφαλισμένος, στην απουσία οποιασδήποτε περί του αντιθέτου πρόνοιας στην ασφαλιστική σύμβαση [ως έχει προαναφερθεί], έχει το δικαίωμα να ενάγει τον [σε βάρος του] αδικογραγήσαντα και να ελέγχει την δικαστική διαδικασία. Εντούτοις, στις περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο γίνεται υπό περιστάσεις όπου ο ασφαλιστής διατηρεί όφελος από το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας, ο ασφαλιζόμενος έχει υποχρέωση να ενεργεί καλόπιστα σε ότι αφορά το όφελος και του ασφαλιστή και η απαίτησης του πρέπει να υποβάλλεται λαμβανομένου υπόψη και αυτού -δηλαδή, να υποβάλλεται σε ότι αφορά ολόκληρη την ζημιά του, ακόμη και στην περίπτωση που έχει μερικώς αποζημιωθεί για αυτή από τον ασφαλιστή του, που μπορεί και να αρνείται να τον υποκαταστήσει για σκοπούς δικαστικής διαδικασίας- (βλ. Commercial Union Assurance Co v Lister
(1874)L.R. 9 Ch και Hayler v Chapman [1989] 1 Lloyd's Rep. 490). Σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα υποκατάστασης στην βάση των προαναφερόμενων αρχών, ο ασφαλιστής έχει και το δικαίωμα ελέγχου της δικαστικής διαδικασίας, νοουμένου ότι συμφωνήσει όπως αποζημιώσει τον ασφαλισμένο με τα [τυχόν] έξοδα της (βλ. K. Chellaram and Sons (London) Ltd a. a. v Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699 και Π. Τ. Ασουρανσι Τοκιο Μαριν Ιντονησια ν ΣΗΣΚΟΠ Ναβικεϊσιον Λτδ κ. α. (Αρ. 1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1378). Δικαίωμα όμως, που παράλληλα γεννά και υποχρέωση του ασφαλιστή, να ενεργεί καλόπιστα και με γνώμονα τα συμφέροντα και του ασφαλιζόμενου του, ειδικότερα στις περιπτώσεις όπου, δια της δικαστικής διαδικασίας, διεκδικείται από τον ασφαλιζόμενο και θεραπεία για απώλεια του που δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση. 7. Ένας εναγόμενος, δεν μπορεί να επικαλεστεί προς υπεράσπιση του, ότι, στην πραγματικότητα, ο ενάγοντας είναι ο ασφαλιστής και ότι, ο ενάγοντας στην εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία, είναι απλά ονομαστικά διάδικος σε αυτήν, επειδή έχει ήδη πλήρως αποζημιωθεί από τον ασφαλιστή του για την απώλεια που αυτός (ο εναγόμενος δηλαδή) του προκάλεσε (βλ. Brown v Albany Construction Co [1995] N.P.C. 100). Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα έσοδα του ασφαλισμένου από τον ασφαλιστή, στη βάση της μεταξύ τους σύμβασης ασφάλισης, αγνοούνται από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της αποζημίωσης του (βλ. Hant v Severs [1994] A.C. 350). Αρχή, που πρέπει να σημειωθεί, αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που αποκλείει την διπλή ανάκτηση / αποζημίωση (βλ. Edwin Kelly v Σωτήρη Νικολάου
(1992)1 Α.Α.Δ. 463, Bristol and West Building Society v May May & Merrimans [1998] 1 W.L.R. 336 και Arab Bank Plc v John D. Wood Commercial Ltd [2000] Lloyd's Rep. I.R. 471). Με το ίδιο σκεπτικό, ο εναγόμενος, δεν μπορεί να ισχυριστεί προς υπεράσπιση του, ότι, ο ασφαλιστής, ικανοποίησε την απαίτηση του ασφαλιζόμενου του για αποζημίωση, όταν δεν ήταν υποχρεωμένος να το πράξει -όπως είναι π. χ. η περίπτωση όπου ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα κάτω από την ασφαλιστική σύμβαση να μην αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο του, βλ. King v Victoria Insurance Co. [1896] A.C. 250 και National Oilwell (UK) Ltd v Davy Offshore Ltd [1993] Lloyd's Rep. 582-. 8. Οι προαναφερόμενες αρχές, συνοψίζονται στο σύγγραμμα των Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, 1ος τόμος, στην σελίδα 750 -με παραπομπή σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ινδίας στην υπόθεση Economic Transport Irganisation v Charam Spinning Mills (P) Ltd
(2010)4 SCC 114, όπου αυτές έτυχαν εξέτασης-. Παραθέτω αυτούσια την σχετική περικοπή: «(
  1. i)Equitable right of subrogation arises when the insurer settles the claim of the assured, for the entire loss. When there is an equitable subrogation in favour of the insurer, the insurer is allowed to stand in the shoes of the assured and enforce the rights of the assured against the wrong-doer. (
  2. ii)Subrogation does not terminate nor put an end to the right of the assured to sue the wrong-doer and recover the damages for the loss. Subrogation only entitles the insurer to receive back the amount paid to the assured, in terms of the principles of subrogation. (iii) Where the assured executes a Letter of Subrogation, reducing the terms of subrogation, the rights of the insurer vis-a-vis the assured will be governed by the terms of the Letter of Subrogation. (iν) Α subrogation enables the insurer to exercise the rights of the assured against third parties in the name of the assured. Consequently, any plaint, complaint or petition for recovery of compensation can be filed in the name of the assured, or by the assured represented by the insurer as subrogee-cum-attorney, or by the assured and the insurer as co-plaintiffs or co-complainants. (
  3. v)Where the assured [has] executed a subrogation-cum-assignment in favour of the insurer (as contrasted from a subrogation), the assured is left with no right or interest. Consequently, the assured will nο longer be entitled to sue the wrongdoer οn its own account and for its own benefit. But as the instrument is a subrogation-cum-assignment, and not a mere assignment, the insurer has the choice of suing in its own name, or in the name of the assured, if the instrument so provides. The insured becomes entitled to the entire amount recovered from the wrong-doer, that is, not only the amount that the insured had paid to the assured, but also any amount received in excess of what was paid by it to the assured, if the instrument so provides.». 9. Σε αυτή την Αγωγή, κατά τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, αυτή, σε κάθε ουσιώδη, προς την επίδικη υπόθεση, χρόνο, ήταν ασφαλιστική εταιρεία. Την 18/03/2004, της υπεβλήθη πρόταση από τον Μάριο Πάπα, για ασφάλιση πυρός και διάρρηξης. Σύνηψε τελικά με το εν λόγω πρόσωπο, την σύμβαση ασφάλισης υπ' αρ. 150683, η οποία κάλυπτε την οικοδομή και το περιεχόμενο της, συμπεριλαμβανομένου και του υπόγειου υποστατικού, ιδιοκτησίας του Μάριου Πάπα, που βρίσκεται επί της οδού Στυμφαλίδων 1 και Αλέξανδρου Ραγκαβή στη Λάρνακα. Η εν λόγω ασφαλιστική σύμβασης, προνοούσε για την αποζημίωση του Μάριου Πάπα, για ζημιά προερχόμενη, μεταξύ άλλων, από: «(α) Καταιγίδα, τυφώνα, σίφουνα ή άλλη θύελλα ή βίαιη θύελλα και πλημμύρα, (β) Διαφυγή υδάτων από οποιαδήποτε υδατοδεξαμενή, συσκευή, ή σωλήνα που προκαλείται από ρήξη ή ξεχείλισμα τέοιων εγκαταστάσεων, σπάσιμο σωλήνων.». Την 06/12/2009, ο Μάριος Πάπα, υπέστη ζημιά από κίνδυνο που κάλυπτε η εν λόγω ασφαλιστική σύμβασης. Δηλαδή, ζημιά στο υπόγειο υποστατικό του και αντικειμένων που βρίσκονταν εντός αυτού, από όμβρια ύδατα που εισήλθαν σε αυτό μετά από «συνηθισμένη και όχι ιδιαίτερα δυνατή ή μεγάλης έκτασης, βάσει των μετρολογικών δεδομένων της περιοχής και του χρόνου που κράτησε η βροχόπτωση, βροχή», ύψους €43.388. Κατά την Ενάγουσα, η ζημιά αυτή του Μάριου Πάπα, ήταν συνακόλουθη της αμέλειας των Εναγομένων, ή/και της παράβασης των καθηκόντων που τους εναποθέτει ο νόμος, συντήρησης και/ή λειτουργίας των συστημάτων αποχέτευσης των όμβριων υδάτων στην περιοχή όπου βρίσκεται το υποστατικό. Ζημιά του Μάριου Πάπα, που, η Ενάγουσα, βάσει της μεταξύ τους προαναφερόμενης ασφαλιστικής σύμβασης, κάλυψε στον εν λόγω ασφαλιζόμενο, εξ ολοκλήρου. Εξ ου και η καταχώρηση της Αγωγής αυτής εναντίον των Εναγομένων. 10. Αμφότεροι οι Εναγόμενοι, δια των εκθέσεων υπερασπίσεως τους, ήγειραν ζήτημα νομιμοποιήσεως της Ενάγουσας να εγείρει αυτή την Αγωγή (βλ. παράγραφο 2 της έκθεσης υπεράσπισης του Εναγομένου 1 και την παράγραφο 2 της έκθεσης υπεράσπισης του Εναγομένου 2). Η Ενάγουσα, είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι, δια της απαντήσεως της, δικογραφικά και προδικαστικά, απλά αρνήθηκε τον εν λόγω ισχυρισμό των Εναγομένων. Η θέσης αυτή των Εναγομένων, δεν προδικάστηκε και ως τούτου, η νομιμοποίησης της Ενάγουσας να εγείρει την παρούσα Αγωγή, ως ζήτημα, παρέμεινε ανοικτό προς εξέταση και για απόφαση από το Δικαστήριο, μετά το πέρας της δίκης. 11. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, μαρτυρία για την υπόθεση της Ενάγουσας, παρουσίασαν τα εξής έξι πρόσωπα: Δώρα Μιχαήλ (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ1»), Ιωάννης Θεοδοσίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2»), Νίκος Τσιουρτή (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ3»), Γιώργος Βούβακος (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ4») Μάκης Χαραλάμπους (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ5») και Πολύκαρπος Γρηγορίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ6»). Από πλευράς Εναγομένου 1, σημειώνεται, δεν παρουσιάστηκε καμία μαρτυρία. Ενώ, από πλευράς Εναγομένου 2, μαρτύρησαν προς υποστήριξη της υπεράσπισης του τα εξής δύο πρόσωπα: Μιχαήλ Γεωργίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2.1» και Κώστας Κωνσταντίνου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2.2»). 12. Σε ότι αφορά το προαναφερόμενο ζήτημα, της νομιμοποίησης της Ενάγουσας να εγείρει αυτή την Αγωγή εναντίον των Εναγομένων, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αποκαλύπτει τα εξής. Η ΜΕ1, που υποστήριξε ότι είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας στο τμήμα Απαιτήσεων Γενικού Κλάδου, αναφέρθηκε στην ισχυριζόμενη από πλευράς Ενάγουσας πρόταση του «Μάριου Παπαϊωάννου» προς την Ενάγουσα για ασφάλιση πυρός και διάρρηξης, ημερομηνίας 18/03/2004 και στην ισχυριζόμενη από πλευράς Ενάγουσας σύμβαση ασφάλισης υπ' αριθμό 150683 στην οποία τελικά προσήλθαν Ενάγουσα και Μάριος Παπαϊωάννου, «που κάλυπτε την οικοδομή, τα μηχανήματα και το περιεχόμενο της, συμπεριλαμβανομένου και του υπόγειου υποστατικού, επί της οδού Στυμφαλίδων 1 και Αλέξανδρου Ραγκαβή στη Λάρνακα, ιδιοκτησίας του». Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της περί τα γεγονότα αυτά, η ΜΕ1, παρουσίασε και κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας της [μεταξύ άλλων]: (α) αντίγραφο της εν λόγω πρότασης ασφάλισης πυρός και διάρρηξης ημερομηνίας 18/03/2004, Τεκμήριο ΔΜ4•, (β) έγγραφο που παρουσιάζει την αναφορά «Πίνακας Συμβολαίου Πυρός Βεβαίωση Ανανέωσης», Τεκμήριο ΔΜ5.5, που ως καταγράφεται σε αυτό, αφορά την περίοδο ασφάλισης από 24/03/2009 έως και 23/03/2010 και το οποίο η μάρτυρας υποστήριξε ότι είναι η ισχυριζόμενη από πλευράς Ενάγουσας σύμβαση ασφάλισης υπ' αρ. 150683 [ως αυτή παρουσιάζεται να ανανεώθηκε κατά την 24/03/2009 (βάσει και του Τεκμηρίου ΔΜ5.4)]• και, (γ) έγγραφο το οποίο παρουσιάζεται με αναφορά «Δείγμα Ασφαλιστηρίου», Τεκμήριο ΔΜ6, το οποίο η μάρτυρας υποστήριξε ότι περιλαμβάνει τους όρους της ισχυριζόμενης από πλευράς Ενάγουσας σύμβασης ασφάλισης υπ' αρ. 150683. Αξίζει εδώ να σημειωθεί, ότι, σύμφωνα με τον όρο 8 του Τεκμηρίου ΔΜ6, που επιγράφεται «Υποκατάσταση», προνοείται, ότι: «Οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση δυνάµει του Ασφαλιστηρίου αυτού υποχρεούται, κατόπιν παράκλησης και µε έξοδα της Εταιρίας, να προβεί και να συγκατατεθεί στη διενέργεια και να επιτρέψει την διενέργεια όλων των πράξεων και διαβημάτων που δυνατόν να απαιτηθούν ή να ζητηθούν εύλογα από την Εταιρία µε σκοπό τη διεκδίκηση κάθε δικαιώματος ή θεραπείας ή για την εξασφάλισης απαλλαγής ή αποζημίωσης από τρίτους στα οποία η Εταιρία θα υποκατασταθεί ή στα οποία αυτή δικαιούται αφού καταβάλει ή επανορθώσει οποιαδήποτε καταστροφή ή ζημιά δυνάμει του Ασφαλιστηρίου αυτού, αδιάφορα αν οι πράξεις ή οι ενέργειες αυτές είναι ή θα καταστούν ή θα απαιτηθούν αναγκαίες ή θα απαιτηθούν πριν ή μετά την καταβολή αποζημίωσης από την Εταιρία.». Η ΜΕ1, υποστήριξε επίσης, ότι, την 06/12/2009, μετά από μία «εύλογα προβλεπτή, συνηθισμένη και όχι ιδιαίτερα δυνατή και όχι μεγάλης έντασης, βάσει και των μετρολογικών δεδομένων της περιοχής αλλά και του χρόνου βροχόπτωσης», το υπόγειο υποστατικό του ασφαλιζόμενου της Ενάγουσας έναντι των προαναφερόμενων κινδύνων, υπέστη «εκτεταμένες ζημιές από όμβρια ύδατα που εισήρθαν στο υποστατικό [λόγω] της αμέλειας και της παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας των Εναγομένων, οι οποίοι είχαν την υποχρέωση συντήρησης και λειτουργίας των συστημάτων αποχέτευσης όμβριων υδάτων». Προς υποστήριξη της θέσης αυτής της Ενάγουσας, ότι, η ζημιά στο ασφαλισμένο, από αυτήν, έναντι των προαναφερόμενων κινδύνων, υποστατικό, του Μάριου Παπαϊωάννου, οφείλεται σε αμέλεια των Εναγομένων, η ΜΕ1, επικαλέστηκε έκθεση («Υδρολογική και Υδραυλική Μελέτη») πραγματογνώμονα, Τεκμήριο ΔΜ7, του ΜΕ3, την οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ως υποστήριξε περαιτέρω, η ΜΕ1, ως αποτέλεσμα της αμέλειας των Εναγομένων «προκλήθηκε συσσώρευση νερού και λάσπης στο υπόγειο υποστατικό . του Μάριου Παπαϊωάννου με αποτέλεσμα να υποστούν εκτεταμένες ζημιές σε όλα τα αντικείμενα εντός της οικοδομής . όπως επίσης και ζημιές επί του . υποστατικού.». Δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης ασφάλισης υπ' αρ. 150683, μεταξύ της Ενάγουσας και του Μάριου Παπαϊωάννου, ανέφερε περαιτέρω η ΜΕ1, «η Ενάγουσα κατέβαλε όλο το ποσό που αφορούσε τις . ζημιές κατόπιν σχετικού εντύπου απαίτησης που συμπληρώθηκε από τον . Μάριο Παπαϊωάννου». Έντυπο -που επιγράφεται «Έντυπο Απαίτησης Κλάδου Περιουσίας»- το οποίο και παρουσίασε η ΜΕ1 στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΔΜ8. Σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΕ1, η Ενάγουσα, προχώρησε σε έρευνα προς διερεύνηση και εκτίμηση των ζημιών που υπέστη ο Μάριος Παπαϊωάννου. Αυτή, ανατέθηκε στον πραγματογνώμονα, ΜΕ2, της Εμμανουήλ Ν. Μάνος Λτδ, ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση, το Τεκμήριο ΔΜ9, που η μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ως υποστήριξε η ΜΕ1, βάσει της γνώμης του ΜΕ2, ο Μάριος Παπαϊωάννου υπέστη ζημιά που καλύπτει η σύμβασης ασφάλισης υπ' αρ. 150683, ύψους €39.499. Εντούτοις, ως περαιτέρω υποστήριξε «το τελικό ποσό αποζημίωσης . ήτο €39.499 και λόγω μείωσης απαλλαγής 5% επί του πιο πάνω ολικού ποσού αποζημίωσης, το πραγματικό κόστος αποζημίωσης ήτο €37.524.». Αυτό καταβλήθηκε από την Ενάγουσα στον Μάριο Παπαϊωάννου, την 17/06/2010. Προς τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού της Ενάγουσας, η ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο ΔΜ10, που, ως το ίδιο το έγγραφο επιγράφεται (και αναφέρει στο μέρος του που φέρει την αναφορά «Αιτιολογία / Reference») και η ίδια η μάρτυρας υποστήριξε, είναι έντυπο μεταφοράς του προαναφερόμενου ποσού των €37.524 σε λογαριασμό του Μάριου Παπαϊωάννου. Σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΕ1, η Ενάγουσα υπέστη το κόστος της πραγματογνωμοσύνης που επιστρατεύθηκε προς διερεύνηση της υπόθεσης και της εκτίμησης της ζημιάς του Μάριου Παπαϊωάννου, ύψους €6.164. Προς υποστήριξη του οποίου ισχυρισμού της, η ΜΕ1, παρουσίασε τα δελτία πληρωμής της Ενάγουσας, Τεκμήρια ΔΜ11.1 και ΔΜ11.2. Ως καταληκτικά υποστήριξε η ΜΕ1 «οι ειδικές ζημιές της Ενάγουσας ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €43.388» και «οι Εναγόμενοι μετά την έγερση της Αγωγής ουδέν ποσόν κατέβαλαν εις την Ενάγουσα». Στις ίδιες γραμμές, πρέπει να σημειωθεί, κινήθηκε και η μαρτυρία του αναπληρωτή διευθυντή της Ενάγουσας, ΜΕ6. 13. Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει, ότι, η Ενάγουσα, δεν μπορούσε να εγείρει η ίδια αυτή την Αγωγή εναντίον των Εναγομένων, καθότι, ανεξαρτήτως του κατά πόσο αυτοί ευθύνονται για την ζημιά του Μάριου Παπαϊωάννου, κατά τον τρόπο που υποστηρίχθηκε από την Ενάγουσα κατά την ακρόαση της υπόθεσης, το νομικό δικαίωμα παράστασης προς το Δικαστήριο («locus standi») και αξίωσης θεραπείας από αυτούς επί της βάσης που αυτή κινήθηκε, είχε ο Μάριος Παπαϊωάννου και όχι η Ενάγουσα, η οποία, είχε απλά δικαίωμα υποκατάστασης του («subrogation») και εξ ονόματος του να κατευθύνει [/ελέγξει] την δικαστική διαδικασία που αυτός θα ήγειρε, προς διεκδίκηση από αυτόν του εσόδου τυχόν αποζημίωσης του [από τους Εναγομένους ή κάποιον από αυτούς] που θα διέταζε το Δικαστήριο. Καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο από πλευράς Ενάγουσας που θα δικαιολογούσε δικαίωμα της, είτε από εκχώρηση δικαιωμάτων («assignment»), είτε από υποκατάσταση και εκχώρηση δικαιωμάτων («subrogation-cum-assignment»), να εγείρει αυτή την Αγωγή εναντίον των Εναγομένων. 14. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η απαίτηση της Ενάγουσας απορρίπτεται. 15. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Διαφορετική είναι η περίπτωση όταν υπάρχει εκχώρησης δικαιωμάτων από τον ασφαλιζόμενο στον ασφαλιστή, οπότε ο ασφαλιστής μπορεί να εγείρει την αγωγή στο δικό του όνομα καθόσον με την εκχώρηση αποκτά ίδιο δικαίωμα (βλ. Gold Seal Shipping Company Ltd ν Standard Fruit Company (Bermuda) Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1552, Π. Τ. Ασουρανσι Τοκιο Μαριν Ιντονησια ν ΣΗΣΚΟΠ Ναβικεϊσιον Λτδ κ. α. (Αρ. 1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1378 και Chrysostomou v. G.S. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10. και το σύγγραμμα των J. Birds και N. J. Hird, Bird's Modern Insurance Law, 5η έκδοση, στην σελίδα 303). Περαιτέρω και σε ότι αφορά την προαναφερόμενη νομολογία, σημειώνεται πως, σε κάποιο βαθμό, διαφοροποιείούνται οι αρχές της υποκατάστασης και locus standi σε υποθέσεις ναυτοδικείου, βάσει των Κανονισμοί 30 και 31 των περί Ναυτοδικείου της Κύπρου Κανονισμών (βλ. Gold Seal Shipping Company Ltd ν Standard Fruit Company (Bermuda) Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1552). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.