DENIS ZOLOTUKHIN ν. S.C. BLUE AIR-AIRLINE MANAGEMENT SOLUTIONS S.R.L. κ.α., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 189/2016, 10/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 189/2016 ΜΕΤΑΞΥ: DENIS ZOLOTUKHIN, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα -και-
- S.C. BLUE AIR-AIRLINE MANAGEMENT SOLUTIONS S.R.L.
- ORTHODOXOU GROUP OF COMPANIES LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 10.11.2017 Εμφανίσεις꞉ Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση꞉ κα Κωνσταντίνου, για Γεώργιος Παπαντωνίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους αρ. 1 - Αιτητές꞉ κ. Φ. Φανής, για κ. Νίκο Δαμιανού Για Εναγόμενους αρ. 2 - Καθ' ων η αίτηση꞉ κ. Α. Πλουτάρχου ---------------------------------------------------------------------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΑΡ. 1 - ΑΙΤΗΤΩΝ ΗΜΕΡ. 21/08/2017 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ------------------------------------------------------ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει από τους Εναγόμενους 1 και 2 ποσό €2,962.31σ. ως αποζημίωση λόγω παράβασης σύμβασης και/ή πρόκλησης ζημιάς λόγω παράνομων πράξεων και/ή αμέλειας και/ή άλλως πως, πλέον γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή αμέλειας για τη ζημιά που υπέστηκε, πλέον νόμιμο τόκο από 6.9.2015, πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Ο Ενάγων κινεί την αγωγή κατά των Εναγομένων 1 ως εταιρείας που δραστηριοποιείται στον τομέα των αερομεταφορών και που κατ' ισχυρισμόν αντιπροσωπεύεται στην Κύπρο από τους Εναγόμενους
- Στην Έκθεση Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α») ο Ενάγων εγείρει τους εξής ισχυρισμούς γεγονότων꞉ (βλ. παρα. 1 της Ε/Α) - Ότι αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε σκοπό να ταξιδέψει στο Βουκουρέστι με σκοπό να παρακαθίσει σε επαγγελματικές εξετάσεις λογιστικής ACCA. (βλ. παρα. 4 της Ε/Α) - «Προς το σκοπό να παρακαθίσει τις εξετάσεις λογιστικής ACCA, ο Ενάγοντας ζήτησε/έκοψε αεροπορικό εισιτήριο μέσω διαδικτύου με αεροπλάνο της Εναγομένης 1 και/ή ο Ενάγων σύναψε σύμβαση μεταφοράς από το αεροδρόμιο Λάρνακας προς το Βουκουρέστι την 6/9/2015 περί ώρα 21꞉30 και επιστροφής με άλλη εταιρεία. [...] Το ταξίδι του ήταν προγραμματισμένο να κρατήσει μια εβδομάδα, δηλαδή από 6/9/2015 μέχρι 12/9/2015, όσο δηλαδή χρειαζόταν για να τελειώσουν οι εξετάσεις του.» (βλ. παρα. 5 της Ε/Α) - Κατά ή περί την 6/9/2015 ο Ενάγων προσήλθε στο αεροδρόμιο Λάρνακας κατά την προκαθορισμένη ώρα, ήτοι περί τις 20꞉00 για την προγραμματισμένη μετάβασή του στο Βουκουρέστι στη Ρουμανία. Κατά τη διαδικασία ελέγχου του εισιτηρίου του «ckeck in» οι υπαλλήλοι και/ή αντιπρόσωποι της Εναγομένης 2 του ανέφεραν ότι κατόπιν εντολών της, έπρεπε να απαγορευτεί στον Ενάγοντα πρόσβαση και επιβίβαση στο αεροπλάνο της Εναγομένης 1 για το λόγο ότι δεν είχε τα απαραίτητα έγγραφα εισόδου στη Ρουμανία, που όπως πληροφορήθηκε ήταν η βίζα (visa). (βλ. παρα. 5 της Ε/Α) - Ο Ενάγοντας αντέδρασε και τους ανέφερε ότι δεν ήταν απαραίτητη η ειδική visa για τη Ρουμανία, εφόσον είχε την Κυπριακή, αλλά οι υπάλληλοι ή αντιπρόσωποι της Εναγομένης 2 επέμεναν στη θέση τους. (βλ. παρα. 5 της Ε/Α) - Ο Ενάγοντας ζήτησε να του δοθούν γραπτώς οι λόγοι της μη επιβίβασής του στο αεροπλάνο από τους υπαλλήλους των Εναγομένων πράγμα που αρνήθηκαν. (βλ. παρα. 5 της Ε/Α) - Για την ανάγκη έκδοσης visa ποτέ δεν του υποδείχθηκε από την Εναγόμενη 1 ούτε και έθετε προϋποθέσεις ή όρους αγοράς του εισιτηρίου την έκδοση visa, ούτως ώστε να γνώριζε και να το διευθετούσε ο Ενάγοντας από προηγουμένως. (βλ. παρα. 6 της Ε/Α) - Λόγω της διαμονής του στην Κύπρο ο Ενάγων είχε visa της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατόπιν αμοιβαίας αναγνώρισης της απόφασης αρ. 565/2014/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου η Κυπριακή visa ισχύει στη Ρουμανία και είναι ισχυρή και έγκυρη για μετάβασή του στη Ρουμανία, γι' αυτό και δεν χρειαζόταν να εκδώσει νέα, όπως του επιβεβαίωσε και η Ρουμανική πρεσβεία πριν το ταξίδι του. (βλ. παρα. 7 της Ε/Α) - Η Εναγόμενη 2 ενήργησε παράνομα και /ή καταχρηστικά και/ή αμελώς με την απόφασή της να μην επιτρέψει στον Ενάγοντα να ταξιδέψει στη Ρουμανία (α) χωρίς εξήγηση, (β) χωρίς έγκυρη προειδοποίηση, (γ)(δ) κάτω από άγνοια του Νόμου και των Κανονισμών, (ε) παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή αυθαίρετα, (στ) αμελώς. Με Έκθεση Υπεράσπισης (στο εξής «η Ε/Υ») που καταχώρησαν στις 10.5.2016, οι Εναγόμενοι ουσιαστικά προέβησαν σε πλήρη άρνηση των ισχυρισμών του Ενάγοντος. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις παρα. 4 και 5 της Ε/Α και συγκεκριμένα σε ό,τι αφορά τα σημεία που εμφαίνονται με έντονα γράμματα, οι Εναγόμενοι 1 δικογράφησαν προς αντίκρουσή τους (μεταξύ άλλων) τα εξής꞉ (βλ. παρα. 4(α) της Ε/Υ) - Οι Εναγόμενοι 1 αρνούνται ότι ο Ενάγοντας συνήψε την ισχυριζόμενη σύμβαση μεταφοράς με αυτούς ή/και ότι είχαν σχέση με τη σύμβαση μεταφοράς του από το αεροδρόμιο Λάρνακας προς το Βουκουρέστη ή ότι ο Ενάγοντας είχε προγραμματισμένες εξετάσεις λογιστικής. [...] (βλ. παρα. 4(β)) - Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι υπάλληλοι της Εναγομένης 2 αρνήθηκαν την επιβίβαση ή ανάφεραν τα όσα ισχυρίζεται ο Ενάγοντας περί απαγόρευσης. Υπάλληλος τρίτης εταιρείας ή/και το πρόσωπο που διεκπεραίωνε τον έλεγχο ενημέρωσε τις αρχές της Ρουμανίας με τα στοιχεία του Ενάγοντα και την επικείμενη μετάβαση του στο Βουκουρέστι. Η απαγόρευση ή άρνηση μετάβασης εισόδου του Ενάγοντα προερχόταν καθαρά από τις Ρουμανικές αρχές. Καμία ευθύνη δεν φέρουν ευθύνη οι Εναγόμενοι
- (βλ. παρα. 4(ε)) - Αρνούνται οι Εναγόμενοι ότι ο Ενάγοντας ζήτησε να του δοθούν γραπτώς οι λόγοι της μη επιβίβασής τους, αλλά ούτε και μπορούσαν να του δοθούν λόγω του ότι δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τους λόγους μη επιβίβασης του και δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές τους. Στο στάδιο οδηγιών δυνάμει της Δ.30, δόθηκαν οδηγίες για εκατέρωθεν αποκάλυψη εγγράφων. Ο Ενάγων καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης στις 27.10.2016 στην οποία δήλωνε ότι είχε στην κατοχή του, μεταξύ άλλων εγγράφων, και το αεροπορικό εισιτήριο, το οποίο θα παρουσίαζε κατά την ακροαματική διαδικασία. Στη δε σύνοψη μαρτυρίας που καταχώρισε στις 28.11.2016 η πλευρά του Ενάγοντος αναφερόταν ότι ο Ενάγων θα κατέθετε λεπτομέρειες σχετικά με τη συμφωνία του και πως αυτή συνήφθη «με τον Εναγόμενο» για τη μετάβασή του στη Ρουμανία. Με οδηγίες του αδελφού Δικαστή που επιλαμβανόταν της υπόθεσης στις 2.3.2017, καθορίστηκε ότι η ακρόαση της αγωγής θα διεξαγόταν στη βάση έγγραφης γραπτής μαρτυρίας δυνάμει των προνοιών της Δ.30, θ.
- Στο πλαίσιο αυτών των οδηγιών, ο Ενάγων καταχώρισε Ένορκη Δήλωση προς εισαγωγή της γραπτής του μαρτυρίας στις 27.4.
- Στην παρα. 4 της εν λόγω γραπτής μαρτυρίας του, ημερ. 27.4.2017, ο Ενάγων κατέγραψε τον ίδιο ακριβώς ισχυρισμό γεγονότος με το ίδιο λεκτικό όπως αναγράφεται στην παρα. 4 της Έκθεσης Απαίτησής του. Ότι δηλαδή, «Προς το σκοπό να παρακαθίσω τις εξετάσεις λογιστικής ACCA, ζήτησα/έκοψα εισιτήριο μέσω διαδικτύου με αεροπλάνο της Εναγομένης 1 και σύναψα σύμβαση μεταφοράς από το αεροδρόμιο Λάρνακας προς το Βουκουρέστι την 6/9/2015 περί ώρα 21꞉30 και επιστροφής με άλλη εταιρεία. [...]. Προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού του ο Ενάγων επισύναψε στη γραπτή του μαρτυρία ως Τεκμήριο 4 το εισιτήριο 6.9.2015 από Λάρνακα προς Βουκουρέστι μετ' επιστροφής. Είναι αυτό το έγγραφο (Τεκμήριο 4) που αποτέλεσε το έναυσμα για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων αρ.
- Η αίτηση καταχωρείται προτού οι Εναγόμενοι αρ. 1 καταχωρήσουν τη δική τους γραπτή μαρτυρία. Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία βασίζεται στη Διαταγή 25 θ.θ.1-4, Δ.9, θ.10, Δ.12, θ.θ. 1 - 5, Δ.30 θ. 5
(1)
(2)
(9), Δ.48 θ.θ. 1 - 4, 8 και Δ.57, θ.2, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι Εναγόμενοι αρ. 1 - Αιτητές (στο εξής «οι Αιτητές») εξαιτούνται꞉ «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ή και να επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δια της προσθήκης νέας παραγράφου 4Β με το εξής λεκτικό ως ακολούθως꞉ «4Β. Ο ενάγοντας δεν συμβλήθηκε σε αγορά εισιτηρίων με τους εναγόμενους 1, ούτε και με τους εναγόμενους 2, οι οποίοι δεν έχουν καμιά σχέση απολύτως μαζί τους ούτε και τους αντιπροσώπευαν ποτέ, αλλά συμβλήθηκε ή/και συμφώνησε την αγορά από τρίτους ή και άλλη εταιρεία ή και Γραφείο στο εξωτερικό και επομένως δεν συνήψε ο ενάγοντας σύμβαση μεταφοράς μαζί τους και ουδεμία υποχρέωση παρέβηκαν οι εναγόμενοι 1.» Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να καθορίζεται ο χρόνος εντός του οποίου θα γίνει η ως άνω τροποποίηση σε δεκαπέντε
(15)μέρες από τη σύνταξη του εν λόγω διατάγματος ή και στο χρόνο που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο ως εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις καθώς και ο χρόνος καταχώρησης Απάντησης στην τροποποιημένη Υπεράσπιση των εναγομένων 1 σε δέκα
(10)μέρες από της παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης ή και εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο. Γ. Διάταγμα δίδον νέες οδηγίες για καταχώρηση ενόρκου δηλώσεως μαρτυρίας ή και διατάττον την παράταση του χρόνου καταχώρησης της μαρτυρίας των εναγομένων 1 στον χρόνο που ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Δ. Οιαδήποτε άλλη θεραπεία ή και διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση, ημερ. 21.8.2017, του κ. Δαμιανού Μηνά από τη Λάρνακα. Όπως αναφέρει στην παρα. 1 της ένορκης δήλωσής του, ο ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Νίκου Δαμιανού στη Λάρνακα, δικηγόρου των Εναγομένων 1 - Αιτητών και είναι εξουσιοδοτημένος υπό των εναγομένων 1 να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Οι Εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία στη Ρουμανία και κανένας αξιωματούχος τους ή υπάλληλος τους δεν θα μπορούσε εύκολα και για σκοπούς της παρούσας αίτησης να είναι στην Κύπρο για να προβεί σε ένορκη δήλωση. Ο ενόρκως δηλών γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο από προσωπική γνώση όσο και από μελέτη της δικογραφίας, αλλά και από πληροφόρηση που λαμβάνει από τους Εναγομένους 1 - Αιτητές. Συγκεκριμένα, στην παρα. 2 της ένορκης δήλωσης, ο κ. Μηνά εξηγεί πώς προέκυψε η ανάγκη τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και λέγει ότι꞉ «Μετά την παραλαβή της ένορκης δήλωσης μαρτυρίας του ενάγοντα, η οποία με βάση την ηλεκτρονική καταχώρηση της στο φάκελο της δικογραφίας του Δικηγόρου των εναγομένων 1 έγινε στις 3-05-2017 μέσα από τη δικαστική θυρίδα του Γραφείου, έγινε προσπάθεια για λήψη οδηγιών από τους εναγόμενους 1 και το γραφείο "Orthodoxou Aviation" που αντιπροσωπεύει. Μετά από εβδομάδες που χρειάστηκαν για το σκοπό αυτό και σχετική επικοινωνία που έγινε, σε προ δέκα περίπου ημερών νέα μελέτη της υπόθεσης, αφού ο Δικηγόρος του Δικηγορικού Γραφείου του Δικηγόρου Αναστάσιος Φλουρέντζου που χειριζόταν την υπόθεση έπαυσε να εργάζεται στο εν λόγω Γραφείο, προέκυψε η ανάγκη τροποποίησης της Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και ειδικότερα της συγκεκριμένης τροποποίησης με το λεκτικό που τίθεται στο αιτητικό της παρούσας αίτησης και το οποίο παραθέτω πιο κάτω. Η τροποποίηση αφορά προσθήκη νέας υποπαραγράφου 4Α και κατέστη φανερή από την εν λόγω μελέτη και το έγγραφο στα Ρουμανικά (τεκμήριο 4) που επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση που μας δόθηκε σε αντίγραφο όπως πιο πάνω περιγράφω꞉ [παρατίθεται το αιτητικό Α ως ανωτέρω]». Προχωρεί ο κ. Μηνά στην παρα. 3 και λέγει ότι, το πιο πάνω αναφερόμενο έγγραφο στα Ρουμανικά (Τεκμήριο 4 της γραπτής ένορκης μαρτυρίας του Ενάγοντος) δεν υπήρχε κατά το χρόνο σύνταξης της αρχικής Έκθεσης Υπεράσπισης. Εισηγείται ο κ. Μηνά ότι είναι αναγκαίο για την πλήρη και δίκαιη εκδίκαση και αποπεράτωση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα ή εγείρονται μεταξύ των διαδίκων όπως εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων
- Ουδεμία ζημιά θα υποστεί ο Ενάγων και κανένα ουσιαστικό δικαίωμά του θα επηρεαστεί, ενώ θα μπορεί να τύχει αποζημίωσης με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. ΜΗ ΥΠΑΡΞΗ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ 2 Η πλευρά των Εναγομένων αρ. 2 εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο στις 9.10.2017 και δήλωσε, μέσω του συνηγόρου της, κ. Πλουτάρχου, ότι δεν φέρει ένσταση στην αίτηση και δεν ζητεί έξοδα. ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Ωστόσο, η πλευρά του Ενάγοντος - Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση. Η ένσταση στηρίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, θ.θ. 1- 11, Δ.19, θ.4-5, Δ.25, θ.θ. 1-5, Δ.27 θ.θ. 1, 2,3 και Δ.48 θ.1-4 και στη διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Εγείρονται οι εξής λόγοι ένστασης꞉ Η αίτηση στερείται νομικής και πραγματικής βάσης. Η αίτηση προκαλεί αδικία στον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση γιατί η τροποποίηση που επιδιώκεται δεν είναι αναγκαία και/ή χρήσιμη. Η αίτηση γίνεται μετά από μεγάλη καθυστέρηση και κανένας σοβαρός λόγος δεν δίδεται για αυτή την καθυστέρηση. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη, αβάσιμη και δεν δίδει κανένα βάσιμο και/ή άλλο λόγο για να εξηγήσει τη μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην αίτηση για τροποποίηση. Επιχειρείται η εισαγωγή θεμάτων άσχετων με τη δικογραφία αφού ο επίδικος χρόνος της αγωγής ήταν η άφιξη του ενάγοντα στο αεροδρόμιο και όχι η σύναψη της σύμβασης με τους εναγόμενους. Η Αίτηση για τροποποίηση γίνεται μετά την προσαγωγή μαρτυρίας. Κανένας βάσιμος λόγος δεν δίδεται για την τροποποίηση που ζητείται και/ή ο λόγος που δίδεται είναι ανεπαρκής και/ή δεν είναι αρκετός για να δικαιολογήσει τροποποίηση 2 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Ο Αιτητής είχε πολλές ευκαιρίες να προβεί σε τροποποίηση της υπεράσπισης του, τις οποίες άφησε ανεκμετάλλευτες ενώ πρόκειται για στοιχεία τα οποία κατείχε και/ή τα οποία γνώριζε και τα οποία ο Καθ' ου η αίτηση είχε αναφέρει εξ αρχής στην Έκθεση Απαίτησης της και θα έπρεπε να τους ήταν γνωστά εξ αρχής. Ο Αιτητής γνώριζε εξ αρχής όλα τα γεγονότα και/ή έλαβε γνώση όλων των ισχυρισμών της Ενάγουσας από την καταχώρηση της αγωγής και/ή θα μπορούσε να κάνει αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και να είχε τη δυνατότητα να προβεί σε τροποποίηση νωρίτερα και όχι με τόσο μεγάλη καθυστέρηση. Η αίτηση στερεί την Ενάγουσα από το δικαίωμα της να εκδικαστεί η υπόθεση σε εύλογο χρόνο λαμβανομένου κυρίως υπόψη ότι πρόκειται για υπόθεση ταχείας εκδίκασης και την παρασέρνει σε περαιτέρω χρονοβόρες διαδικασίες. Η αίτηση εκτροχιάζει την δίκη και την προσδιορισθείσα της πορεία. Η παρούσα αίτηση είναι αχρείαστη και εκβιαστική και σκοπό έχει να καθυστερήσει τη διαδικασία. Ο Εναγόμενος καταχράται των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική για τον Ενάγοντα και σκοπό έχει να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Ο Εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια ή όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση του Ενάγοντος περιέχονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 19.9.2017, του κ. Κωνσταντίνου Παπαντωνίου, που, ως ενόρκως δηλώνει στην παρα. 1, είναι ο δικηγόρος του Ενάγοντος. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσια όσα αναφέρει στις παρα. 2 έως 11 της ενόρκου δηλώσεως꞉ «
- Έχω μελετήσει την αίτηση του Εναγομένου και διαφωνώ πλήρως με αυτή. Ισχυρίζομαι δε ότι τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο Εναγόμενος του ήταν γνωστά από την αρχή της διαδικασίας και όφειλε να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο κατά την καταχώρηση της Υπεράσπισής του και ότι θα ήταν άδικο να με συμπαρασύρει σε περαιτέρω χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες για δική του ανευθυνότητα ή για λάθος ή για παραδρομή ή αμέλεια στην καταχώρηση και καταχώρηση όπως ισχυρίζεται προσχεδίου υπεράσπισης. Τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της αίτησης τροποποίησης δεν φαίνεται να συνιστούν λεπτομερή αναφορά ή προώθηση των θέσεων που αρχικά η Εναγόμενη προέβαλε στην υπεράσπισή της και που να είναι ουσιαστικά γι' αυτήν, συνεπώς δε τίθεται θέμα εισαγωγής νέας βάσης της υπεράσπισης. Επιπλέον διαφαίνεται μέσα από το αιτητικό της επίδικης αίτησης ότι τα όποια στοιχεία παρατίθενται στην προτεινόμενη υπεράσπιση, δεν αφορούν σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς και παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά υπεράσπιση σε καταχωρηθείσα μαρτυρία. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση επιφέρει αχρείαστες και μη αναγκαίες αλλαγές στην Υπεράσπιση οι οποίες καμιά ουσιαστική χρησιμότητα έχουν και δεν πρόκειται για ουσιαστικές αλλαγές, αλλά πιο λεπτομερή επεξήγηση της ήδη υπάρχουσας υπεράσπισης μπορούν να προβληθούν κατά την Ακρόαση και την κατάθεση των αντίστοιχων εγγράφων και αποτελούν μαρτυρία. Η αιτούμενη τροποποίηση και η προσθήκη γεγονότων που επικαλείται ο Ενόρκως Δηλων δεν έχουν καμία σχέση με τα επίδικα γεγονότα της Αγωγής, ήτοι το ουσιαστικό γεγονός του συμβάντος είναι η απαγόρευση στον ενάγοντα να εισέλθει στο αεροπλάνο για το ταξίδι του στη Ρουμανία από τους υπαλλήλους των Εναγομένων. Δεν έχει σχέση με ποιον συμβλήθηκε για την έκδοση του εισιτηρίου. Αυτό είναι άσχετο με τα ουσιώδη γεγονότα της αξίωσης. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 27/1/16 και έχει ήδη προκληθεί μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση σε υπόθεση που αφορά ταχεία εκδίκαση. Σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα που επικαλείται σήμερα ήταν ευθύς εξ αρχής γνωστά του και τα στοιχεία ήταν στα χέρια του ή μπορούσαν να τα διερευνήσουν μετά την κατάθεση της υπεράσπισής τους. Είναι εισήγησή μου ότι ο Εναγόμενος προσπαθεί με κάθε τρόπο να καθυστερήσει την παρούσα διαδικασία εις βάρος των δικαιωμάτων του ενάγοντα επιβαρύνοντας την υπόθεση διαρκώς με νέα έξοδα. Η όλη καθυστέρηση δε της συγκεκριμένης υπόθεσης οφείλεται κατ' αποκλειστικότητα σε υπαιτιότητα του εναγομένου
- Η αίτηση του Εναγομένου και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπη και εκβιαστική και σκοπό έχει να παρασύρει τον ενάγοντα σε περαιτέρω δικαστικούς αγώνες. Περαιτέρω, η αίτηση είναι νομικά αστήρικτη. Είναι ισχυρισμός μου ότι η παρούσα αίτηση γίνεται προς καταστρατήγηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου και έχω δικαίωμα σε γρήγορη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Στη γραπτή αγόρευσή του, ο συνήγορος των Εναγομένων 1 - Αιτητών εισηγείται ότι꞉ · Η ένσταση του Ενάγοντος - Καθ' ου η αίτηση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, εφόσον συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου του Ενάγοντος, χωρίς αυτός να δώσει κάποια ή επαρκή εξήγηση γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση αντί ο πελάτης του, δηλ. ο Ενάγων. Παραπέμπει συναφώς στα λεχθέντα στην απόφαση DMITRY RYBOLOVLEL ν ΕLENA RYBOLOVLEVA
(2010)1 Α.Α.Δ. 82. · Ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καλόπιστα και δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εφόσον καταχωρήθηκε σχεδόν αμέσως μετά την έλευση στην αντίληψη των Εναγομένων αρ. 1 του γεγονότος ότι ο Ενάγων συμβλήθηκε με άλλη εταιρεία για τη μεταφορά του. · Η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά το στάδιο οδηγιών (Δ.25, θ.3) μέσα από νέα γεγονότα που αποκαλύφθηκαν στη μαρτυρία του Ενάγοντος. · Εάν το Δικαστήριο απορρίψει την αίτηση, η ζημιά που θα υποστούν οι Εναγόμενοι αρ. 1 θα είναι μεγαλύτερη σε αναλογία με τη ζημιά του Ενάγοντος - Καθ' ου, αφού θα επηρεάσει το συνταγματικό τους δικάιωμα στην καλύτερη δυνατή υπεράσπιση, ενώ η ζημιά του Ενάγοντος θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Από την άλλη, στη δική του γραπτή αγόρευση ο συνήγορος του Ενάγοντα που την υπογράφει, που είναι σημειωτέον ο ίδιος ο ομνύων προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση, παρατηρεί ότι꞉ Με την εν λόγω τροποποίηση οι εναγόμενοι 1 δεν ζητούν τροποποίηση τέτοιων γεγονότων που θα προσδιορίσουν την ουσία της διαφοράς ούτε με τη συγκεκριμένη τροποποίηση θα αποτρέψουν την πολλαπλότητα των νομικών διαδικασιών. Τις αλλαγές που ζητά ο Αιτητής, θα μπορούσε να τις είχε αντιληφθεί και/ή να τις γνώριζε από την καταχώρηση της αγωγής και να μη χρειάζεται να αποταθεί στο Δικαστήριο για τη θεραπεία σ' αυτό το στάδιο της δίκης, αφού περιήλθε σε γνώση του πλέον πλήρως οι ισχυρισμοί και μαρτυρία όλων των διαδίκων. Επιπλέον, η νέα Διάταξη 25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών απαγορεύει την τροποποίηση μετά την κλήση για οδηγίες και με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, ή ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής. Αυτά δεν έχουν καταδειχθεί με την αίτηση για τροποποίηση ούτε και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Η αίτηση καταχωρεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής. Είναι καταχρηστική και καταπιεστική. Αν εγκριθεί, θα πρέπει να καταχωρηθεί τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και να εισαχθεί νέα μαρτυρία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κατ' αρχάς, είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι η Έκθεση Απαίτησης, που είναι ειδικά οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου εντάλματος, αποτελεί το δικόγραφο με το οποίο η Ενάγουσα εισάγει την υπόθεσή της. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 λέχθηκε ότι: "Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.LR. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως, η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophvtou and Οthers
(1983)1 C.LR. 669, 680) Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης.». Υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες δικογράφησης που οφείλουν να τηρούν οι διάδικοι. Σύμφωνα με τη Δ.19, θ.4꞉ «Κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει και να περιέχει μόνο, σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που καταχωρεί το δικόγραφο στηρίζει την απαίτηση του ή την υπεράσπιση του αναλόγως της υπόθεσης, αλλά όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα και πρέπει όπου είναι αναγκαίο να διαιρείται σε παραγράφους αριθμημένες κατά σειρά. Οι ημερομηνίες, τα ποσά και οι αριθμοί πρέπει να αναγράφονται με αριθμούς και όχι λέξεις. Τα δικόγραφα θα πρέπει να υπογράφονται από τον δικηγόρο ή τον διάδικο αν μηνύει ή αν υπερασπίζεται προσωπικά.» Είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό του πιο πάνω δικονομικού θεσμού ότι δεν απαιτείται αλλά και ούτε επιτρέπεται να εισαχθεί μαρτυρία μέσα στα δικόγραφα. Η τροποποίηση δικογράφων ρυθμίζεται βάσει της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Από 1.1.2016 τυγχάνουν καθολικής εφαρμογής ανεξαρτήτως κλίμακας, σε όλες τις αγωγές που καταχωρήθηκαν μετά την 1..1.2015, οι Διατάξεις της νέας Δ.25. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι οι θεσμοί 1 έως 3 της νέας Δ.25, όπου προβλέπονται τα εξής꞉ «Δ.25, θ.1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Είναι αμέσως εμφανής η διαφοροποίηση του θεσμικού πλαισίου που επικρατεί βάσει της νέας Δ.25, θ.θ. 1 έως 3 συγκριτικά προς ό,τι ίσχυε προηγουμένως βάσει της παλαιάς Διαταγής 25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Είναι πολύ πιο περιοριστικό το πλαίσιο της νέας Δ.
- Δεν επιτρέπεται πλέον η τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Περιορίζεται σε δύο μόνο περιπτώσεις η ευχέρεια τροποποίησης δικογράφων άπαξ και εκδοθεί η κλήση για οδηγίες. Απεναντίας, η παλαιά Διαταγή 25 προέβλεπε ότι: «
- Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιον τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.». Η νομολογία στην οποία παραπέμπουν το Δικαστήριο οι συνήγοροι των Εναγομένων αρ. 1 - Αιτητών αφορά στην παλαιά Δ.25, θ.
- Ειδικότερα, παραπέμπουν το Δικαστήριο στην Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 4/3/
- Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, συνόψισε τις εν λόγω αρχές με αναφορά στα πιο κάτω αποσπάσματα από τις υποθέσεις Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Clive Preece) "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος, μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου.) Η έκδοση ενός Διατάγματος Τροποποίησης δυνάμει της παλαιάς Δ.25, θ.1 προϋπόθετε μια διεργασία προσδιορισμού αυτού που είναι αναγκαίο για επίλυση της ουσίας της διαφοράς κατά τρόπο που να επιτυγχάνεται η αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και η αποτροπή της πολλαπλότητας των δικαστικών διαδικασιών. Ήταν έργο του Δικαστηρίου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατάλληλα προς εξασφάλιση των στόχων αυτών. Έργο που επιτελείται μετά τη συνεκτίμηση όλων των παραγόντων που αφορούν στην κάθε περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων και επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν, στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237). Μέσα στο πιο πάνω πλαίσιο της παλαιάς Δ.25, ακόμη και εκεί όπου η απαιτούμενη τροποποίηση ήταν το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, μπορούσε να εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης, νοουμένου ότι δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη κ.α., Πολιτική Έφεση 79/2009, 4.5.2012). Τούτο, βεβαίως, εφόσον ο αιτητής, δεν ενεργούσε κακόπιστα. Σχετικά με τον παράγοντα καθυστέρηση, στην απόφαση ημερ. 20.3.2014 στις Πολιτικές Εφέσεις 137/13 και 138/13, IKOS CIF LTD v Martin Coward, λέχθηκαν τα εξής꞉ «(σ)ταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).». Τέλος, στην πιο πάνω απόφαση IKOS CIF LTD επισημάνθηκε ότι- «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Η προαναφερθείσα γραμμή της νομολογίας, προσαρμοσμένη ασφαλώς κατά το μέτρο του δυνατού στο πλαίσιο της νέας Δ.25, θ.θ. 1 - 3, εξακολουθεί να είναι καθοδηγητική. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα του νομότυπου της ένστασης του Ενάγοντος - Αιτητή, επί τω ότι συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του συνηγόρου του, αντί του ιδίου του Ενάγοντος, παρατηρώ τα εξής. Στην DMITRY RYBOLOVLEL ν ΕLENA RYBOLOVLEVA
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 λέχθηκε ότι꞉ «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). [...] Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. [...]». Στην παρούσα υπόθεση, παρά το ανεπιθύμητο του να προβαίνει σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης ο δικηγόρος του Ενάγοντος αντί ο ίδιος ο διάδικος, εντούτοις επιβάλλεται να σημειωθεί ότι ο εν λόγω συνήγορος δεν έχει ορκιστεί επί γεγονότων για τα επίδικα θέματα, παρά μόνον υιοθέτησε τους νομικούς λόγους της ένστασης και τους ανέπτυξε με νομική χροιά. Γι' αυτό το λόγο, δεν θα θεωρούσα καταλυτικής σημασίας, έτσι ώστε να απορρίψω την ένσταση, το γεγονός ότι ομνύων είναι ο συνήγορος που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους του Ενάγοντος. Προχωρώ και αποφαίνομαι επί της ουσίας της αίτησης. Είναι πρόδηλο ότι οι Εναγόμενοι 1 δεν προωθούν την αίτηση στη βάση του ότι υπήρξε «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας τους», αφού δεν εντοπίζουν τέτοιο λάθος στη δικογραφία τους. Απεναντίας, στηρίζουν το αίτημά τους στο δεύτερο σκέλος της νέας Δ.25, θ.3, ήτοι ότι έχουν προκύψει «νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας». Το νέο δεδομένο κατά τους Εναγομένους είναι το εισιτήριο που παρουσίασε ο Ενάγων στο πλαίσιο της ένορκης μαρτυρίας του. Προτού το παρουσιάσει ο Ενάγων, οι Εναγόμενοι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι ο Ενάγων αγόρασε από άλλη εταιρεία (ούτε από τους Εναγόμενους 1 ούτε από τους Εναγόμενους 2) το εισιτήριο για την αερομεταφορά του. Το εισιτήριο αποτελεί ασφαλώς μαρτυρία και τούτο δεν αναμενόταν από τον Ενάγοντα να το περιλάβει στο κλητήριο ένταλμά του. Εναπόκειτο σε αυτόν να το καταθέσει κατά την ακρόαση προκειμένου να αποδείξει τη δικογραφηθείσα εκδοχή του. Το ζήτημα είναι κατά πόσο αυτό το αποδεικτικό στοιχείο υπό το φως της δικογραφίας του Ενάγοντος δείχνει να έχουν καταληφθεί εξ απίνης οι Εναγόμενοι κατά την ακρόαση και αν θα ήταν δίκαιο έστω και σε αυτό το στάδιο να τους δοθεί άδεια τροποποίησης της Υπεράσπισής τους για να έχουν πλήρη και αποτελεσματική υπεράσπιση και για να προσφέρουν αντικρουστική μαρτυρία. Ο Ενάγων είχε δικογραφήσει την εκδοχή ότι σύναψε σύμβαση μεταφοράς με την Εναγόμενη 1 και ότι υπήρξε παραβίαση της εν λόγω σύμβασης από τους Εναγομένους 2 ως αντιπροσώπους της Εναγομένης 1. Η αντισυμβατική συμπεριφορά των Εναγομένων 2 ως αντιπροσώπων των Εναγομένων 1 ήταν κατ΄ισχυρισμό το ότι αρνήθηκαν στον Ενάγοντα να ταξιδέψει με αεροσκάφος της Εναγομένης 1 λόγω του ότι δεν κατείχε visa για τη Ρουμανία, ενώ «(βλ. παρα. 5 της Ε/Α) Για την ανάγκη έκδοσης visa ποτέ δεν του υποδείχθηκε από την Εναγόμενη 1 ούτε και έθετε προϋποθέσεις ή όρους αγοράς του εισιτηρίου την έκδοση visa, ούτως ώστε να γνώριζε και να το διευθετούσε ο Ενάγοντας από προηγουμένως.». Άφηνε να νοηθεί ότι η Εναγόμενη 1 είχε ανάμειξη στην έκδοση του εισιτηρίου. Ενδεχομένως λόγω κακής ή ασαφούς διατύπωσης της παρα. 4 της Ε/Α, εκεί έλεγε ότι ζήτησε/ έκοψε εισιτήριο μέσω διαδικτύου με αεροπλάνο της Εναγομένης 1 για Βουκουρέστη «και επιστροφής με άλλη εταιρεία», αφήνοντας ενδεχομένως να νοηθεί ότι μόνον το εισιτήριο επιστροφής ήταν με άλλη εταιρεία ή ότι μόνον η μεταφορά του θα ήταν με άλλη εταιρεία. Ωστόσο, οι Εναγόμενοι 1 από την αρχή της καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης αρνήθηκαν ότι συνήψαν σύμβαση μεταφοράς με τον Ενάγοντα. Ουδέποτε δικογράφησαν παραδοχή αγοράς του εισιτηρίου του Ενάγοντος από αυτούς. Επομένως, αυτό που οι Εναγόμενοι 1 περιγράφουν ως «το νέο δεδομένο», ότι δηλαδή με τη μαρτυρία που κατέθεσε ο Ενάγων (μετά την κλήση για οδηγίες) φάνηκε ότι το εισιτήριο, για την αερομεταφορά του με αεροπλάνο των Εναγομένων 1, ο Ενάγων το είχε αγοράσει από άλλη εταιρεία (όχι απευθείας από τους Εναγόμενους 1 ή μέσω των Εναγομένων 2), δεν συγκρούεται με την ήδη δικογραφηθείσα εκδοχή των Εναγομένων 1, ώστε να διαφαίνεται ως αναγκαία για την επίλυση του ζητήματος η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Εξάλλου, δεν ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να εισάξουν οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία εν σχέση προς το Τεκμήριο 4 της Ε/Δ του Ενάγοντος. Θεωρώ πως είναι η πλευρά του Ενάγοντος εκείνη που θα έπρεπε να είχε σπεύσει να αιτηθεί τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης για διασαφήνιση της εκδοχής του, έτσι ώστε η μαρτυρία του να συνάδει με αυτήν. Εκείνος ως Ενάγων είναι που έχει το βάρος να αποδείξει ότι αγόρασε εισιτήριο ή/και σύναψε σύμβαση μεταφοράς από τους Εναγομένους 1, κάτι που είναι μέσα στο πεδίο γνώσης του. Συνεπακόλουθα, έστω και αν δεν διαβλέπω ότι θα προκαλείτο στον Ενάγοντα οποιαδήποτε ζημιά μη επανορθώσιμη με τη διαταγή ως προς τα έξοδα της αίτησης και αυτών που θα προκαλούνταν, αν επέτρεπα την τροποποίηση που αξιώνουν οι Εναγόμενοι 1, εντούτοις δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης προκειμένου να αποφασισθεί το «ζήτημα» στη δίκη στη βάση των υφιστάμενων δικογράφων υπό το φως και της μαρτυρίας του Ενάγοντος. Απορρίπτω τα αιτητικά Α και Β της αίτησης και εκδίδω Διάταγμα ως το αιτητικό Γ, παρατείνοντας το χρόνο εντός του οποίου οι Εναγόμενοι 1 οφείλουν να καταχωρήσουν την ένορκη δήλωση μαρτυρίας τους σε 45 ημέρες από σήμερα. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση, με γραπτές αγορεύσεις στις 12.2.2018 και ώρα 10 π.μ. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος - καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όπως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο