← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. K.I.A. CONSTRUCTORS & DEVELOPERS LTD, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 2618/2015, 5/12/2017

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. K.I.A. CONSTRUCTORS & DEVELOPERS LTD, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 2618/2015, 5/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A166 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 2618/2015 ΜΕΤΑΞΥ꞉ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Εναγόντων και K.I.A. CONSTRUCTORS & DEVELOPERS LTD (HE 186381) Εναγομένων Ημερομηνία: 5.12.2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα. Δέσποινα Χριστοδούλου, για Αναστάσιος Μυλωνάς & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Γιώργος Χατζηκωστής. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €1725,00 (χίλια επτακόσια είκοσι πέντε ευρώ μόνο) «ως οφειλόμενα αποχετευτικά τέλη και/ή ως επιβάρυνση», πλέον νόμιμο τόκο, πλέον δικηγορικά έξοδα, Φ.Π.Α., έξοδα επίδοσης και €16.50 έξοδα προειδοποιητικής επιστολής πλέον ΦΠΑ. Η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων είναι η εξής:

  1. Οι Ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπεύθυνο για την εγκαθίδρυση, συντήρηση και λειτουργία του αποχετευτικού συστήματος της Λάρνακας.
  2. Οι Ενάγοντες έχουν εξουσία με βάση τους περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμους και Κανονισμούς να επιβάλλουν στους ιδιοκτήτες και/ή κατόχους ακινήτου ιδιοκτησίας μέσα στα όρια της περιοχής τους, οι οποίοι εξυπηρετούνται ή/και πρόκειται να εξυπηρετηθούν από τα συστήματα αποχετεύσεων λυμάτων ή επωφελούνται ή/και πρόκειται ή/και μπορούν να εξυπηρετηθούν από τα έργα αυτά, τέλη, δικαιώματα και επιβαρύνσεις για τη μη έγκαιρη εξόφληση των τελών.
  3. Ο Εναγόμενος ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος της πιο πάνω περιγραφόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται μέσα στα όρια της πόλης της Λάρνακας η οποία εξυπηρετείται ή/και πρόκειται να εξυπηρετηθεί από το σύστημα αποχετεύσεων λυμάτων των εναγόντων. Περιγραφή ακίνητης ιδιοκτησίας: Αρ. Περιουσίας 011/00-009193 (που στο εξής θα αναφέρεται ως «η επίδικη περιουσία»).
  4. Με βάση τα πιο πάνω ο Εναγόμενος όφειλε να καταβάλει στους ενάγοντες ως αποχετευτικά τέλη και επιβαρύνσεις για τα έτη 2011, 2012 και 2013 το συνολικό ποσό των €
  5. Ο Εναγόμενος, αν και κλήθηκε από τους Ενάγοντες και τους δικηγόρους τους με συστημένη επιστολή ημερ. 19.9.2014, η οποία τους στάλθηκε με συστημένη επιστολή, αρνήθηκε και/ή αμέλησε να πληρώσει το πιο πάνω ποσό των €1725 και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να το οφείλει στους ενάγοντες. Από την άλλη, με το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι αρνούνται τους πιο πάνω ισχυρισμούς των Εναγόντων και τους καλούν σε αυστηρή απόδειξη. Προχωρούν, περαιτέρω, οι Εναγόμενοι και λένε ότι στην επίδικη περιουσία έχει ανεγερθεί οικοδομή, η οποία αποτελείται από 5 ανεξάρτητες μονάδες με κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους. Όλες οι μονάδες της οικοδομής αυτής έχουν πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα κατά το έτος 2007 και έχουν παραδοθεί σε αυτούς πολύ πριν το έτος
  6. Επιπλέον, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι εξυπηρετούνται από το σύστημα αποχετεύσεων λυμάτων των Εναγόντων και ως εκ τούτου δεν υποχρεούνται να καταβάλουν στους Ενάγοντες οποιοδήποτε αντάλλαγμα και/ή ποσό. Έπειτα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν προσδιόρισαν επακριβώς στην Έκθεση Απαίτησης πώς προκύπτει το ποσό το οποίο αξιώνουν από τους Εναγόμενους και για ποιες μονάδες της οικοδομής που ανεγέρθηκε στην επίδικη περιουσία αναφέρονται. Τέλος, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε παρέλαβαν οποιαδήποτε επιστολή από το δικηγόρο των Εναγόντων. Ήταν με την παραλαβή του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής αυτής που έμαθαν για πρώτη φορά οι Εναγόμενοι ότι οι Ενάγοντες τους έστειλαν επιστολή μέσω του δικηγόρου τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι Εναγόμενοι αξιώνουν την απόρριψη της αγωγής, με έξοδα πλέον ΦΠΑ εναντίον των Εναγόντων. Στην Απάντηση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες εμμένουν στις δικογραφημένες θέσεις τους ότι, πρώτον, δυνάμει του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου, οι Εναγόμενοι ως ιδιοκτήτες της επίδικης περιουσίας έχουν κάθε υποχρέωση να καταβάλουν τα αποχετευτικά τέλη, δεύτερον, ότι οι Εναγόμενοι εξυπηρετούνται από το σύστημα αποχετευτικών λυμάτων και, τρίτον, ότι οι Εναγόμενοι έχουν παραλάβει την επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων, εφόσον αυτή στάλθηκε συστημένη και ουδέποτε επεστράφηκε ως μη παραληφθείσα. Η άρνηση ότι την παρέλαβαν είναι εκ των υστέρων σκέψη των Εναγομένων. Η ακροαματική διαδικασία Δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά την 1.1.2015 και είναι σε κλίμακα κάτω των €3.000, η εκδίκασή της διεξήχθη τηρουμένων των προνοιών της νέας Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Καταχωρηθηκαν γραπτές ένορκες δηλώσεις των μαρτύρων εκατέρωθεν, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30, θ.5

(1)
(2)
(5)και οι συνήγοροι των διαδίκων εφοδίασαν το Δικαστήριο με τις γραπτές τελικές αγορεύσεις τους, ολοκληρώνοντας έτσι την ακρόαση της αγωγής. Οι μάρτυρες Από πλευράς Εναγόντων υπήρξε ένας μάρτυρας και από πλευράς Εναγομένων επίσης ένας μόνο μάρτυρας. Η μαρτυρία της ΜΕ1 Για τους Ενάγοντες μαρτυρία έδωσε η κα Άννα Γεωργίου Παπαδημητρίου από τη Λάρνακα (στο εξής «η ΜΕ1») με ένορκη δήλωση ημερ.13.4.
  1. Η ομνύουσα ενόρκως δηλώνει ότι εργάζεται ως γραμματέας στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Γνωρίζει καλά τα γεγονότα τόσο από προσωπική γνώση όσο και από έγγραφα και πληροφορίες που έχει στην κατοχή της. Έχει μελετήσει την Έκθεση Απαίτησης και συμφωνεί με όσα αναγράφονται σε αυτήν. Η ομνύουσα κατέθεσε μέσω της ένορκης δήλωσής της επικαιροποιημένα στοιχεία σε ό,τι αφορά την επίδικη περιουσία και το ποσό που παραμένει οφειλόμενο στην αγωγή. Συγκεκριμένα: Σε ό,τι αφορά την επίδικη περιουσία: Η επίδικη περιουσία, μετά από κάθετο διαχωρισμό, έχει αλλάξει αριθμό από 011/00-009193 που ήταν προηγουμένως σε - Α) 011/00-012145 Β) 011/00-012146 Γ) 011/00-012147 Δ) 011/00-012148 Ο αριθμός «011» αντιπροσωπεύει την περιοχή Λειβάδια, Δήμος Λάρνακος, ο αριθμός «)» το Τμήμα και οι τελευταίοι έξι αριθμοί αντιπροσωπεύουν τον αριθμό εγγραφής της ακίνητης ιδιοκτησίας. Όλες οι ρηθείσες περιουσίες είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι των Εναγομένων, οι οποίοι είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες. Όλες οι ρηθείσες εγγεγραμμένες περιουσίες εξυπηρετούνται από το σύστημα αποχετευτικών λυμάτων των Εναγόντων. Σε ό,τι αφορά το αξιούμενο ποσό: Οι Εναγόμενοι σήμερα οφείλουν το ποσό των €466.20 αντί του ποσού της Έκθεσης Απαίτησης, καθώς μετά την καταχώρηση της αγωγής, οι Εναγόμενοι έχουν προβεί σε διάφορες πληρωμές για τα επίδικα τέλη. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α, η τρέχουσα κατάσταση λογαριασμού. Στην προαναφερθείσα Κατάσταση Λογαριασμού αναφέροναι τα αποχετευτικά τέλη για τα έτη 2011, 2012, 2013, καθώς και οι επιβαρύνσεις. Οι επιβαρύνσεις για την μη καταβολή των αποχετευτικών τελών του έτους 2013 εμφανίζονται στο έτος
  2. Το ποσοστό επιβάρυνσης που χρεώνεται είναι 20% επί των οφειλομένων αποχετευτικών τελών. Η ομνύουσα προχώρησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωσή της αντίγραφο της επιστολής ημερ. 19.9.2014 που οι δικηγόροι των Εναγόντων απέστειλαν στους Εναγόμενους και με την οποία τους ενημέρωναν για την οφειλή τους. Η μαρτυρία του ΜΥ
  3. Για τους Εναγόμενους μαρτυρία έδωσε ο κ. Ιωάννης Ιωάννη από τη Λάρνακα (στο εξής «ο ΜΥ1») με ένορκη δήλωση ημερ.13.6.
  4. Όπως ενόρκως δηλώνει είναι ο Διευθυντής των Εναγομένων και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Για ν' αποδείξει τον δικογραφημένο ισχυρισμό ότι όλες οι μονάδες που ανήγειραν οι Εναγόμενοι επί της επίδικης περιουσίας με αριθμό 011/00-009193 πωλήθηκαν σε τρίτα πρόσωπα και παραδόθηκαν σε αυτά πολύ πριν το έτος 2011, ο ομνύων δήλωνε πρόθεση να καταθέσει επισυνημμένα στην ένορκη δήλωσή του τα αντίγραφα των πωλητηρίων εγγράφων πώλησης των μονάδων. Εκ παραδρομής, δεν επισυνάφθηκαν, παράλειψη που διορθώθηκε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 11.10.2017 κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Τα πωλητήρια έγγραφα περιγράφονται και επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Α έως Ε στην Συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Ιωάννη και περαιτέρω επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Στ τίτλοι ιδιοκτησίας που εκδόθηκαν αναφορικά με τις πέντε οικιστικές μονάδες. Κατά τα λοιπά, ο ομνύων επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε χρησιμοποίησαν ή χρησιμοποιούν το σύστημα αποχετευτικών λυμάτων των Εναγόντων και ότι δεν υποχρεούνται να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό ως αντάλλαγμα στους Ενάγοντες. Αρνήθηκε επίσης ο ομνύων την παραλαβή της επιστολής που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι απέστειλαν στους Εναγόμενους. Δεν υπήρξε αίτημα για αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ανωτέρω μαρτύρων. Η εκατέρωθεν νομική επιχειρηματολογία Ήταν η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καταφέρει ν' αποδείξουν την απαίτησή τους για το ποσό των €466,20 που παραμένει απλήρωτο, διότι: Α) Οι Ενάγοντες δεν έχουν καταφέρει ν' αποδείξουν τον τρόπο υπολογισμού του οφειλόμενου υπολοίπου με αποτέλεσμα να μην δύναται το Δικαστήριο να μπορεί να διαπιστώσει την αλήθεια του ισχυρισμού τους κατά πόσο το ποσό αυτό το οποίο αξιώνουν είναι ορθό ή όχι. Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου θα είναι ακροσφαλής. Β) Οι Ενάγοντες δεν έχουν λάβει σοβαρά υπόψη τους το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι, αν και είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της επίδικης περιουσίας, εντούτοις δεν απολάμβαναν οι ίδιοι τις υπηρεσίες του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας διότι πώλησαν τις 5 οικιστικές μονάδες σε τρίτα πρόσωπα και τις παρέδωσαν στους αγοραστές πολύ πριν από το έτος
  5. Ειδικότερα, είναι η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι, εάν κάποιος ανατρέξει στο άρθρο 30
(1)σημεία (β) έως (ε) του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971 (Ν.1/1971), μπορεί εύκολα να διαγνώσει ότι, εκτός από τους ιδιοκτήτες, υποχρέωση για την καταβολή τελών έχουν και οι κάτοχοι, πράγμα που φανερώνει ότι τα αποχετευτικά τέλη θα πρέπει να καταβάλλονται από τους χρήστες, αν αυτοί είναι άλλοι από τους ιδιοκτήτες των υποστατικών που εξυπηρετούνται από το Συμβούλιο Αποχετεύσεως. Εν προκειμένω, εφόσον οι Ενάγοντες παρέδωσαν την κατοχή και χρήση των μονάδων, δεν χρησιμοποιούσαν τις υπηρεσίες του Συμβουλίου και δεν θα έπρεπε να είναι υπόχρεοι στην καταβολή των τελών. Από την άλλη η συνήγορος των Εναγόντων εισηγείται ότι η υπεράσπιση των Εναγομένων θα πρέπει ν' απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους꞉ Οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των επίδικων ακινήτων στο Κτηματολόγιο. Έχουν εκ του Νόμου δικαίωμα να επιβάλουν στους ιδιοκτήτες τα αποχετευτικά τέλη. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε έφεραν οποιανδήποτε ένσταση στην επιβολή των τελών σε αυτούς πριν την έγερση της αγωγής. Οι Εναγόμενοι κωλύονται να αρνούνται τις οφειλές που έχουν έναντι των Εναγόντων, καθώς, μετά την καταχώρηση της αγωγής, έχουν καταβάλει έναντι του οφειλόμενου ποσού σε διάφορες ημερομηνίες διάφορα ποσά, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να έχει μειωθεί στο ποσό των €466,20σ. Το γεγονός ότι υπάρχουν καταχωρημένα πωλητήρια έγγραφα στο Κτηματολόγιο, δεν προσδίδει οποιανδήποτε βαρύτητα, καθότι ο Νομοθέτης δίδει ξεκάθαρα τη διακριτική ευχέρεια στο Συμβούλιο να επιβάλει τα τέλη στους ιδιοκτήτες αντί στους κατόχους. Εν πάση περιπτώσει, δεν αποτελεί υποχρέωση των Εναγόντων να γνωρίζουν πότε τα ακίνητα περιήλθαν στην κατοχή των αγοραστών. Το βάρος της απόδειξης. Σε αστικής φύσεως υποθέσεις, η μαρτυρία αξιολογείται, για να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, έτσι ώστε να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται, ήτοι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι δηλαδή η εκδοχή του είναι πιο πιθανόν να είναι αληθής παρά να μην είναι. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Αξιολόγηση της μαρτυρίας και ευρήματα γεγονότων. Η αξιοπιστία καθενός μάρτυρα αξιολογείται ανεξαρτήτως βάρους απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Όπως λέχθηκε στην Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Με δεδομένο ότι οι Ενάγοντες είναι πρόσωπο δημοσίου δικαίου, συσταθέν με Νόμο (Βλ. το άρθρο 6 του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971 (Ν.1/71), και την απόφαση Αρχή Λιμένων Κύπρου ν Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας
(2000)3 Α.Α.Δ. 311), είναι λογικό και αποδεκτό η ένορκη δήλωση να γίνεται από φυσικό πρόσωπο που είναι υπάλληλός τους (βλ., μεταξύ άλλων, την Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, σελ. 136 - 138, την προμνησθείσα απόφαση Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794). Εδώ, εν προκειμένω, η ένορκη μαρτυρία για την υπόθεση των Εναγόντων προέρχεται από τη γραμματέα του Συμβουλίου και είμαι ικανοποιημένη ότι είναι πρόσωπο που έχει τη φυσική και προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε. Επί της ουσίας, η μαρτυρία της κας Παπαδημητρίου έχει μείνει ακλόνητη στα ουσιώδη σημεία της, αφού, ως παρατηρώ, δεν έχει αμφισβητηθεί η δήλωσή της ότι, κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, οι Εναγόμενοι ήταν και είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας με τα στοιχεία εγγραφής ως φαίνονται στην παρα. 4 της Ε/Δ ημερ. 13.4.2017, ούτε έχει αμφισβητηθεί ότι η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία εξυπηρετείται από το σύστημα αποχετεύσεως των Εναγόντων. Παραπέμπω συναφώς στις παρα. 4 έως 6 της Ε/Δ ημερ. 13.4.
  1. Όσα εκεί αναφέρονται αποτελούν και δικαστικό εύρημα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Όσον αφορά το ύψος των αποχετευτικών τελών που αξιώνουν οι Ενάγοντες, η κα Παπαδημητρίου επεξηγεί επαρκώς στις παρα. 7 έως 9 της Ε/Δ της, με παραπομπή στο Τεκμήριο Α, ποιο ποσό αφορά σε τέλη που επιβλήθησαν και ποιο ποσό αφορά σε τέλος επιβάρυνσης. Δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής της ή επί του Τεκμηρίου Α η κα Παπαδημητρίου. Ούτε διατυπώθηκε οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με το Τεκμήριο Α, στο βαθμό που αυτό είναι άλλης ημερομηνίας από τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερ. 31.10.
  2. Αξίζει να επισημάνω ότι τα διάφορα άλλα έγγραφα τα οποία οι Ενάγοντες είχαν αποκαλύψει στο στάδιο που καταχώρισαν ένορκη δήλωση αποκάλυψης (βλ. 31.10.2016) και τα οποία δεν έτυχαν χρήσης ή επίκλησης στη συνέχεια από τη ΜΕ1, δεν δύνανται να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στο πλαίσιο της αξιολόγησης της δοθείσας μαρτυρίας. Απ' ό,τι, λοιπόν, φαίνεται στο Τεκμήριο Α, το οποίο αποτελεί κατάσταση λογαριασμού του πελάτη «K.I.A. CONSTRUCTORS & DEVELOPERS LTD» που εκτυπώθηκε στις 24.3.2017, τα ετήσια τέλη για τα έτη 2011, 2012 και 2013 ανέρχονταν σε €177,50 και η ετήσια επιβάρυνση για την καθυστέρηση πληρωμής των τελών για τα έτη 2012 και 2013 ήταν €55,
  3. Συνολικά την 24.3.2017 εκκρεμούσε το ποσό των €466.
  4. Αν και δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρχε αντεξέταση (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491), εντούτοις, εκεί όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α 624). Δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο για να αμφισβητήσω ως αυθαίρετο ή αβάσιμο το ύψος των αποχετευτικών τελών που οι Ενάγοντες εμφανίζουν στην κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων ως το Τεκμήριο Α. Ως εκ τούτου, καταλήγω σε εύρημα ότι το οφειλόμενο ποσό για τα αποχετευτικά τέλη για έτη 2011, 2012 και 2013 των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες κατά το χρόνο που εκδίδεται η παρούσα απόφαση ανέρχεται σε €466.20. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το αξιόπιστο της μαρτυρίας του κ. Ιωάννη ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή ως το Τεκμήριο Β που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τους έστειλαν. Είναι γεγονός ότι, αν και η επιστολή αυτή περιγράφεται ως συστημένη και όχι ως επιστολή που στάληκε με απλό ταχυδρομείο, εντούτοις δεν έχει επισυναφθεί η απόδειξη του Ταχυδρομείου για την ημερομηνία αποστολής της ως συστημένης. Δεν είναι ασφαλώς διπλοσυστημένη για να αναμενόταν να παρουσιαστεί και η απόδειξη του Ταχυδρομείου για τη μέρα και το πρόσωπο που την παρέλαβε. Ελλείψει όμως της απόδειξης αποστολής της ως συστημένης, είναι αβέβαιο ενώπιον μου αν αυτή πράγματι στάληκε ως τέτοια στις 19.9.2014 που αναγράφεται στην ίδια την επιστολή ως το Τεκμήριο Β. Ωστόσο, κρίνω ότι το γεγονός ότι δεν απεδείχθη ενώπιον μου η αποστολή της συστημένης επιστολής, δεν καθιστά βάσιμη τη γραμμή υπεράσπισης των Εναγομένων ότι αυτοί δεν οφείλουν να καταβάλουν τα αποχετευτικά τέλη εφόσον δεν έλαβαν τέτοια επιστολή. Εξηγώ πιο κάτω, στο πλαίσιο της νομικής πτυχής της υπόθεσης, τους λόγους για τους οποίους μια τέτοια γνωστοποίηση διά επιστολής, συστημένης ή άλλως πως, δεν είναι εκ του Νόμου προβλεπόμενη ως αναγκαία. Ομοίως, εξηγώ πιο κάτω, στο πλαίσιο της ανάλυσης της νομικής πτυχής, τους λόγους για τους οποίους κρίνω ότι, έστω και αν ο κ. Ιωάννης δεν έδωσε στο Δικαστήριο μαρτυρία για τη συγκεκριμένη ημερομηνία από την οποία απέκτησαν κατοχή των επίδικων ακινήτων οι αγοραστές αυτών (παρά μόνο ανέφερε πολύ γενικά ότι ανέκτησαν κατοχή πολύ πριν το 2011) ή/και για την ακριβή ημερομηνία που καταχωρήθηκαν στο Κτηματολόγιο τα αγοραπωλητήτια συμβόλαια, τούτο εν πάση περιπτώσει δεν μεταβάλλει ούτε αναιρεί το γεγονός ότι η ιδιοκτησία των επίδικων ακινήτων εξακολουθεί να παραμένει στο όνομα των Εναγομένων και ότι τούτο είναι καθοριστικό για το βάσιμο της παρούσας αγωγής. Νομική πτυχή. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί της Εγκαθιδρύσεως και Κατασκευής Αποχετευτικών Συστημάτων, του Ελέγχου και Διαχειρίσεως Τούτων, δια την Επεξεργασίαν και Διάθεσιν Λυμάτων και περί Ετέρων Συναφών Ζητημάτων Νόμου αρ. 1/71 (όπως έχει έκτοτε τροποποιηθεί), το Υπουργικό Συμβούλιο έχει τη διακριτική ευχέρεια να κηρύξει μια περιοχή ότι εμπίπτει μέσα στις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου, εφόσον ικανοποιηθεί ότι στην περιοχή αυτή δεν υφίστανται κατάλληλα συστήματα αποχέτευσης ή ότι τα ήδη υπάρχοντα συστήματα αποχέτευσης είναι ανεπαρκή και δεν λειτουργούν ικανοποιητικά. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου 1/71 το Υπουργικό Συμβούλιο κήρυξε στις 16/1/85 την περιοχή της Λάρνακας ως "περιοχή" για τους σκοπούς του νόμου και όρισε ως μέλη του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας το εκάστοτε Δημοτικό Συμβούλιο Λάρνακας με Πρόεδρο το Δήμαρχο και τους εκάστοτε Κοινοτάρχες των Λειβαδιών, Ορόκλινης και Πύλας ως εκπροσώπους των συμφερόντων των περιοχών αυτών. Το Συμβούλιο Αποχετεύσεων μεριμνά μεταξύ άλλων για την κατασκευή, συντήρηση και λειτουργία κατάλληλων και επαρκών συστημάτων αποχέτευσης, συλλογής και επεξεργασίας λυμάτων ή ομβρίων υδάτων (άρθρο 12 του Νόμου). Πρέπει να τονιστεί ότι από την καθίδρυση του Συμβουλίου Αποχετεύσεων για μια ορισμένη περιοχή, απαγορεύεται η εγκαθίδρυση, λειτουργία ή συντήρηση, από οποιαδήποτε αρχή ή πρόσωπο, συστημάτων αποχέτευσης λυμάτων ή ομβρίων υδάτων στην περιοχή αυτή (άρθρο 11 του Νόμου) και έκαστος ιδιοκτήτης ή κάτοχος υποστατικού οφείλει μέσα στη χρονική προθεσμία που του καθορίζει το Συμβούλιο να κατασκευάσει σχέδιο οικοδομής και ιδιωτική υπόνομο οικοδομής και να διοχετεύει όλα τα λύματα του μέσα σε δημόσια υπόνομο οικοδομής (άρθρο 33 του Νόμου). Το άρθρο 30 του Νόμου 1/71 παρέχει στο Συμβούλιο ευχέρεια να εισπράττει꞉ ένα δικαίωμα για τη σύνδεση και εγκατάσταση υπονόμων οικοδομής (άρθρο 30
(1)(α)), ένα τέλος επί των ιδιοκτητών ή κατόχων ακίνητης ιδιοκτησίας που επωφελούνται ή πρόκειται να εξυπηρετηθούν από τα συστήματα αποχέτευσης λυμάτων (άρθρο 30
(1)(β)), ένα τέλος επί των ιδιοκτητών ή κατόχων ακίνητης περιουσίας που εξυπηρετούνται ή πρόκειται να εξυπηρετηθούν από συστήματα αποχέτευσης ομβρίων υδάτων (άρθρο 30
(1)(γ)), ένα τέλος για τη χρήση των συστημάτων αποχέτευσης λυμάτων (άρθρο 30
(1)(δ)), και ένα τέλος για τη χρήση των συστημάτων αποχέτευσης ομβρίων υδάτων (άρθρο 30
(1)(ε)). Σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)(β) του Νόμου 1/71 το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας έχει εξουσία να επιβάλλει τέλη επί των ιδιοκτητών ή κατόχων ακίνητης περιουσίας οι οποίοι εξυπηρετούνται ή πρόκειται να εξυπηρετηθούν στο μέλλον. Παραθέτω αυτούσιο το εδάφιο
(1)(β) του άρθρου 30 του Νόμου 1/71꞉ «Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Συμβούλιον κέκτηται εξουσίαν όπως, εντός των ορίων της περιοχής του, επιβάλλη και εισπράττη δια τοιαύτην χρονικήν περίοδον και κατά τοιούτον τρόπον, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή- (β) εν τέλος επί των ιδιοκτητών ή κατόχων ακινήτου ιδιοκτησίας, οίτινες εξυπηρετούνται ή μέλλουν να εξυπηρετηθώσιν υπό των συστημάτων αποχετεύσεως λυμάτων ή επωφελούνται ή μέλλουν ή δύνανται να επωφεληθώσιν εκ των τοιούτων έργων, είτε ομοιομόρφου ύψους επί εκάστης λίρας ή κλασματικού μέρους λίρας της εκτεμιμένης αξίας της ακινήτου ιδιοτησίας, αναφορικώς προς την οποία καταβάλλεται το τέλος ή δια προοδευτικής φορολογίας, εδραζόμενης επί τοιαύτης αξίας. [.]». Κατά την κρίση μου, το διαζευκτικό «ή» στο άρθρο 30 του Ν.1/71 δεν μπορεί να διαβάζεται διαφορετικά παρά μόνο ότι παρέχει ευχέρεια επιβολής των τελών είτε στον ιδιοκτήτη είτε στον κάτοχο της ακίνητης ιδιοκτησίας ή/και ότι ότι υπόχρεος για πληρωμή των τελών είναι είτε ο ιδιοκτήτης είτε ο κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας. Δεν επιβάλλεται ποτέ και στους δύο. Συγχρόνως, τονίζω ότι οι διατάξεις του Ν.1/71 πρέπει να διαβάζονται σε συνδυασμό με τους περί Αποχετεύσεων Λάρνακας Κανονισμούς του 1991, όπως έκτοτε τροποποιήθηκαν. Το ζήτημα του προσώπου από το οποίο αναζητείται η είσπραξη των τελών διαφωτίζουν οι διατάξεις των κανονισμών 32, 33, 33Α, 34, 36 των περί Αποχετεύσεων Λάρνακας Κανονισμών του 1991 έως 2011, Κ.Δ.Π. 350/91 έως Κ.Δ.Π. 424/2011, υπό το φως και του κανονισμού 37, στον οποίο προβλέπονται τα πιο κάτω: "
  1. Όπου προβλέπεται στους παρόντες Κανονισμούς ότι τέλος είναι πληρωτέο από τον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχο κάποιου υποστατικού, το τέλος αυτό θα επιβάλλεται ως ακολούθως: (α) Για τις περιπτώσεις των Κανονισμών 32, 33 και 34, θα επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη, εκτός αν δεν μπορεί να βρεθεί ο ιδιοκτήτης, οπότε θα επιβάλλεται στον κάτοχο. (β) Για τις περιστάσεις του Κανονισμού 36, θα επιβάλλεται στον εκάστοτε κάτοχο για την αντίστοιχη περίοδο κατά την οποία ήταν κάτοχος, εκτός αν ο κάτοχος αυτός δεν μπορεί να βρεθεί, οπότε θα επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη." Ο Κανονισμός 32 αφορά στα ετήσια τέλη για τα ακίνητα που εξυπηρετούνται από σύστημα αποχέτευσης λυμάτων και ομβρίων υδάτων, τα οποία ευρίσκονται μέσα στην περιοχή του Συμβουλίου, ενώ ο Κανονισμός 33 για εκείνα που ευρίσκονται έξω από την περιοχή του Συμβουλίου. Ο κανονισμός 34 δίνει την ευχέρεια στο Συμβούλιο να ζητήσει από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο να υπολογίσει την αξία τυχόν οικοδομών που περιλαμβάνονται στο ακίνητο και οι οποίες δεν φαίνονται ακόμη εγγεγραμμένες επί του ακινήτου, για να υπολογιστεί ορθά η εκτιμημένη αξία του ακινήτου για τους σκοπούς επιβολής των τελών. Ο Κανονισμός 36 αφορά τέλος για την κατανάλωση νερού. Πρόδηλα, η περίπτωση τελών που ενδιαφέρουν για σκοπούς της παρούσας αγωγής είναι αυτά στα οποία αναφέρεται ο Κανονισμός
  2. Συνεπώς, όπως ρητά προβλέπεται στον κανονισμό 37 που παράθεσα πιο πάνω, τα τέλη επιβάλλονται στον ιδιοκτήτη, στη συγκεκριμένη περίπτωση στους εναγομένους, εκτός εάν δεν μπορεί να βρεθεί ο ιδιοκτήτης οπότε και θα επιβάλλεται στον κάτοχο. Εδώ οι Εναγόμενοι ως ιδιοκτήτες εντοπίστηκαν από τους Ενάγοντες και νομίμως τους επέβαλαν τα τέλη. Εάν ο ιδιοκτήτης πώλησε τα επίδικα ακίνητα, αλλά δεν έχει ακόμη γίνει η μεταβίβασή τους στους αγοραστές, ο ίδιος εξακολουθεί να εμφαίνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και συνεπώς είναι υπόχρεος στην καταβολή των αποχετευτικών τελών. Το ότι στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια (βλ. παρα. 7 και 8), ο ιδιοκτήτης προνόησε για συμβατική υποχρέωση των αγοραστών να αποπληρώνουν τα αποχευτευτικά τέλη από την ημερομηνία ανάληψης κατοχής των ακινήτων ακόμη και εκκρεμούσης της μεταβίβασης της ιδιοκτησίας, τούτο είναι ζήτημα που αφορά στη σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ πωλητή και αγοραστή και δεν επιδρά στη σχέση δημοσίου δικαίου μεταξύ διοίκησης και διοικούμενου. Στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής με την οποία η διοίκηση αναζητεί να εισπράξει χρέος πληρωτέο από τον διοικούμενο ιδιοκτήτη των επίδικων ακινήτων στον οποίο νομίμως επέβαλε τα τέλη, ο ιδιοκτήτης.θα έπρεπε να αξιοποιήσει άλλα ένδικα διαβήματα, όπως για παράδειγμα να εκδώσει ειδοποίηση τριτοδιαδίκου έναντι των αγοραστών και να αναζητήσει από αυτούς ως θεραπεία την κάλυψη / αποζημίωση για τα τέλη που ο ίδιος καλείται να καταβάλει στη διοίκηση. Στις διατάξεις του Ν.1/71 δεν υφίσταται οποιαδήποτε διάταξη, από την οποία να απορρέει υποχρέωση του Συμβουλίου Αποχετεύσεων να αποστέλλει ατομική ειδοποίηση με επιστολή στους ιδιοκτήτες ακίνητης ιδιοκτησίας για τον καθορισμό των τελών. Ειδικότερα, δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη προς εκείνην, για παράδειγμα, του άρθρου 57[1] περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου αρ. 95(I)/2000, ώστε το βάσιμο ή μη της απαίτησης να εξαρτάται από την απόδειξη παραλαβής τέτοιας επιστολής (σύγκρινε με απόφαση ημερ. 12.3.2014, στην Ποινική Έφεση Αρ. 178/2011, Θέμη Θωμά ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας). Η μόνη διάταξη η οποία φαίνεται να ρυθμίζει το θέμα του καθορισμού των ετήσιων τελών αποχέτευσης και της εξωτερίκευσής της προς τους οφειλέτες είναι αυτή του Κανονισμού 34 των περί Αποχετεύσεων Λευκωσίας Κανονισμών (ΚΔΠ 144/73). Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 34 καθορίζει ότι꞉ «Τα τέλη τα επιβαλλόμενα δυνάμει των Κανονισμών 32 και 33 είναι πληρωτέα καθ' έκαστον έτος υπό των προσώπων και καθ' ον χρόνον ή χρόνουςκαι εις ον τόπον ή τόπους και εν ω τρόπω το Συμβούλιο ήθελε εκάστοτε καθορίσειν δια γνωστοποιήσεως δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.». Έχω εντοπίσει τις γνωστοποιήσεις που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.ως Κανονιστικές Διοικητικές πράξεις για τον καθορισμό των ετήσιων τελών αποχέτευσης για τα έτη 2011, 2012 και 2013 (βλ. τις ΚΔΠ 202/2011, ΚΔΠ 203/12 και ΚΔΠ 430/2013, για τις οποίες τα Δικαστήρια έχουν δικαστική γνώση) και διαπιστώνω ότι, πράγματι, σε κάθε μια από αυτές τις Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις, το Συμβούλιο Αποχετεύσεως καθορίζει το ύψος του ετήσιου τέλους αποχέτευσης (τέλους αποχέτευσης λυμάτων και τέλους αποχέτευσης ομβρίων υδάτων), τον τρόπο πληρωμής, την προθεσμία πληρωμής και τον τόπο πληρωμής με βάση τους κανονισμούς 32, 33, 33Α, 34, 35 και 36 των Κανονισμών. Για κατοικίες και/ή άλλα ακίνητα ή υποστατικά (πλην των ξενοδοχείων και αδειούχων διαμερισμάτων (service flats), ή τις βιομηχανικές οικοδομές για τα οποία επιβάλλεται τέλος 1,2 σεντ) επιβάλλεται τέλος 0,4 σεντ για κάθε ευρώ πάνω στην εκτιμημένη αξία του ακινήτου σε τιμές του 1980, όπως αυτή είναι εγγεγραμμένη ή καταχωρημένη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Το ετήσιο τέλος για τα όμβρια ύδατα καθορίζεται σε 0,10 σεντ για κάθε ευρώ της εκτιμημένης αξίας του επίδικου ακινήτου. Από το σύνολο της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι γνωστοποιήσεις τις οποίες δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας κάθε έτος το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας αποτελούν και συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες μπορούν να προσβληθούν βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος μόνο με Προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, είναι το μόνο αρμόδιο να ελέγξει την εγκυρότητα και νομιμότητα των γνωστοποιήσεων αυτών στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας και κανένα Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει παρόμοια εξουσία (βλ. Kanika Hotels Ltd. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού
(1996)3 ΑΑΔ 169 και Ε.Ο.Ε Tourist Enterprises Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2000)3 ΑΑΔ 441). Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας
(2000)3 ΑΑΔ 311 η απόφαση που περιέχεται στην γνωστοποίηση αποτελεί ατομική πράξη. Παρότι δεν κατ' ονομάζει οποιονδήποτε, καθορίζει την πραγματική βάση που εξ αντικειμένου εξατομικεύει το περιεχόμενο της. Το μόνο που απομένει είναι η μηχανική εργασία αντιστοίχισης της κάθε περίπτωσης προς τα κριτήρια που τέθηκαν, προς εκτέλεση της απόφασης που ήδη λήφθηκε. Έτσι, εφόσον η χρηματική απαίτηση στην οποία αναφέρεται η αγωγή είναι το αποτέλεσμα εκτελεστής διοικητικής πράξης, για την ορθότητα της οποίας το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί, αφ' ης στιγμής δεν προσβλήθηκε η εγκυρότητα της, η οφειλή θεωρείται ως δεδομένη (βλ. Νίτσα Κυριάκου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)3 ΑΑΔ 589 και Philippa Estates Ltd κ.α. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2001)3 ΑΑΔ 1026). Στην υπόθεση L΄ Union Nationale (Tourism & Sea Resorts) Ltd κ.α. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(1998)3 ΑΑΔ 513 καταληκτικά αναφέρθηκε για γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα ότι «η επίδικη γνωστοποίηση ήταν ικανή να θέσει σε κίνηση την προθεσμία που ορίζεται από το Άρθρο 146.3 του Συντάγματος». Επομένως, η προθεσμία για προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά με οποιοδήποτε έτος επιβολής φορολογίας για τα οποία αναφέρεται η επίδικη αγωγή έχει πλέον παρέλθει προ καιρού. Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι όντως τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση ο λόγος (ratio) της απόφασης Kanika Hotels Ltd v Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού
(1996)3 ΑΑΔ 169, και η νομολογία που την έχει επιβεβαιώσει ή/και ακολουθήσει (βλ. ειδικότερα τις αποφάσεις L΄ Union Nationale (Tourism & Sea Resorts) Ltd κ.α. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(1998)3 ΑΑΔ 513, Philippa Estates Ltd κ.α. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2001)1Β ΑΑΔ 1026 και Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας
(2000)3 ΑΑΔ 311). Ό,τι δηλαδή η απόφαση για τον καθορισμό των τελών, περιλαμβανομένου του τόπου, τρόπου και χρόνου πληρωμής τους) που περιέχεται σε γνωστοποίηση όπως προβλέπεται από τον προπαρατεθέντα Κανονισμό 34 αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και ως τέτοια δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, με επακόλουθο, εφόσον παρέλθει η προβλεπόμενη από το Άρθρο 146 του Συντάγματος προθεσμία των 75 ημερών για την καταχώριση προσφυγής κατά της εν λόγω πράξης, αυτή να μην επιδέχεται πλέον οποιασδήποτε αμφισβήτησης και να εγείρεται βάσιμα από πλευράς των Εναγόντων η αγωγή για την είσπραξη των καθορισθέντων τελών. Επομένως οι οφειλές των Εναγομένων δυνάμει των εκδοθεισών έγκυρων εκτελεστών διοικητικών πράξεων είναι δεδομένες σύμφωνα με την υφισταμένη νομολογία. Οι Εναγόμενοι, που δεν έχουν προσβάλει με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο τις επιβολές τελών, δεν δύνανται να προβάλουν οποιαδήποτε βάσιμη υπεράσπιση σε σχέση με τα οφειλόμενα ποσά σε αυτό το στάδιο διότι αυτό θα ισοδυναμούσε με κατ' αντίθεση προς το Άρθρο 146 του Συντάγματος και την προθεσμία που υποβάλλεται σε αυτό διαδικασία προσβολής μιας διοικητικής πράξης. Τέλος, σημειώνω ότι όσον αφορά τον κάθετο διαχωρισμό της ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων, αυτός φαίνεται από το Τεκμήριο Στ της Ε/Δ του κ. Ιωάννη να έγινε στις 18.5.2015, που είναι ημερομηνία κατά πολύ μεταγενέστερη της ημερομηνίας επιβολής των τελών για τα έτη 2011 έως 2013 και συνεπώς δεν δημιουργούσε οποιαδήποτε πρόσθετη υποχρέωση στους Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο επιβολής των τελών, για να αναζητούσαν από το Κτηματολόγιο κάποια διαφορετική εκτίμηση της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας ως αυτήν για την οποία το άρθρο 30Α του Νόμου 1/71 του παρέχει τη δυνατότητα να ζητά.[2] ΚΑΤΑΛΗΞΗ Οι Ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεσή της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι αυτή δικαιούται να της καταβληθεί από τους Εναγόμενους το ποσό των €466.20, συμπεριλαμβανομένων των επιβαρύνσεων ως το Τεκμήριο Α της Ε/Δ της κας Παπαδημητρίου, για την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία των Εναγομένων ως περιγράφεται στην παρα. 3 της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω επιδικάζεται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων νόμιμος τόκος επί του ποσού αυτού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής (ήτοι από 23.11.2015), πλέον τα δικηγορικά έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ και €11 έξοδα επίδοσης. (Υπ.) .............. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «57. Οποιαδήποτε γνωστοποίηση, απαίτηση, απόφαση, οδηγία ή άλλη πράξη που πρέπει να επιδοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου μπορεί να κοινοποιηθεί με επιστολή που απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο ή στον αντιπρόσωπο του για σκοπούς Φ.Π.Α. και η οποία αποστέλλεται με συστημένη επιστολή ταχυδρομικώς στην τελευταία δηλωθείσα ή συνηθισμένη διαμονή ή έδρα της επιχείρησης του προσώπου αυτού ή του αντιπροσώπου του ή παραδίδεται προσωπικώς στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται ή τον αντιπρόσωπό του.» [2] Δυνατότητα Συμβουλίου να ζητά από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας πληροφορίες απαραίτητες για την άσκηση των εξουσιών του 30Α. Το Συμβούλιο δύναται, με αίτησή του, να ζητεί από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας πληροφορίες όσον αφορά το όνομα του ιδιοκτήτη ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται μέσα στα όρια της περιοχής στην οποία τούτο ασκεί τις αρμοδιότητές του, τη διεύθυνση του ιδιοκτήτη και την αξία γενικής εκτίμησης της ιδιοκτησίας αυτής, όπως αυτές είναι καταχωρημένες στα βιβλία ή άλλα Μητρώα του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. 32. Για σκoπoύς επιβoλής oπoιoυδήπoτε τέλoυς σε ακίvητη ιδιoκτησία δυvάμει τoυ άρθρoυ 30
(1)(β) και 30
(1)(γ) τoυ παρόvτoς Νόμoυ, θα λαμβάvεται υπόψη η αξία γενικής εκτίμησης της ακίvητης ιδιoκτησίας, όπως αυτή καθoρίστηκε με βάση τη γεvική εκτίμηση της ακίvητης ιδιoκτησίας πoυ διεvεργήθηκε με βάση τις διατάξεις τoυ άρθρoυ 69 τoυ περί Ακιvήτoυ Iδιoκτησίας (Διακατoχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμoυ. Εάν, μετά τη διενέργεια της τελευταίας γενικής εκτίμησης, η εν λόγω ιδιοκτησία - (α) έχει οικοδομηθεί· ή (β) έχει ουσιωδώς επανοικοδομηθεί· ή (γ) έχει υποστεί κάθετο ή οριζόντιο διαχωρισμό· ή (δ) έχει διαχωριστεί σε οικιστικά, βιομηχανικά, κτηνοτροφικά ή άλλης χρήσης οικόπεδα· ή (ε) έχει υποστεί οποιασδήποτε άλλης μορφής ανάπτυξη με αποτέλεσμα να επέλθει αλλαγή στη χρήση της· ή (στ) έχει ενταχθεί σε άλλη πολεοδομική ζώνη ή βρίσκεται σε πολεοδομική ζώνη που έχει αναθεωρηθεί, ως αξία γενικής εκτίμησης της λαμβάνεται η αξία που ο Διευθυντής του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος καθόρισε προσωρινά για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, σύμφωνα με τις επιφυλάξεις του άρθρου 66 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, νοουμένου ότι ο καθορισμός έγινε με βάση τις αγοραίες αξίες των ακινήτων κατά την τελευταία γενική εκτίμηση της ακίνητης ιδιοκτησίας που διενεργήθηκε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 69 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.