Ιntergaz Ltd ν. Ιωάννης Θεοδώρου και Υιός (Κτηνοτροφικές Επιχειρήσεις) Λτδ, Αγωγή αρ. 3133/2014, 21/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝː Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3133/2014 Μεταξύ: Ιntergaz Ltd, από τη Λάρνακα Ενάγουσας και Ιωάννης Θεοδώρου και Υιός (Κτηνοτροφικές Επιχειρήσεις) Λτδ, από τη Λάρνακα Εναγομένης 21 Δεκεμβρίου, 2017 Εμφανίσειςː Για την Ενάγουσα / Αιτήτριαː κ. Π. Χατζηχριστοφής, για Μάμας Χατζηχριστοφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτησηː κα. Μ. Μιχαήλ, για Γιώργος Α. Βασιλείου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση ημερ. 12.1.2017 της Ενάγουσας για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και προσθήκη δύο νέων εναγομένων. Με την πιο πάνω αίτηση της Ενάγουσας - Αιτήτριας ζητείται διάταγμα Δικαστηρίου ως εξής꞉ «Α. Την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό διά της προσθήκης του Θεόδωρου Θεοδώρου ως εναγόμενου αρ. 2, του Ιωάννη Θεοδώρου ως εναγομένου αρ. 3 και της αρίθμησης της υφιστάμενης εναγόμενης ως εναγομένης αρ.
- Β. Την αντικατάσταση της φράσης «η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης είναι» στο αιτητικό της Έκθεσης Απαίτησης με την φράση «η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα ή/και ξεχωριστά είναι». Γ. Την προσθήκη της φράσης «ή/και δυνάμει συμφωνίας εγγύησης» μετά την φράση «ως ποσό που οφείλεται δυνάμει συμφωνίας» στην αιτούμενη θεραπεία Α της Έκθεσης Απαίτησης. Δ. Την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου ως παραγράφου 2Α μετά την υφιστάμενη παράγραφο 2 και πριν την υφιστάμενη παράγραφο 3: «Σε κάθε ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 ήταν και εξακολουθούν να είναι αξιωματούχοι ή/και διευθυντές ή/και διοικητικοί σύμβουλοι ή/και μέτοχοι της εναγόμενης αρ.1». Ε. Την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου ως παραγράφου 4Α μετά την υφιστάμενη παράγραφο 4 και πριν την υφιστάμενη παράγραφο 5: «Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 27/09/2012 η εναγόμενη αρ. 1 αναγνώρισε ή/και αποδέχτηκε ότι όφειλε στην ενάγουσα την εν λόγω ημερομηνία το ποσό των €23.856,49- το οποίο θα αποπλήρωνε με την καταβολή 12 μηνιαίων δόσεων. Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 ανέλαβαν προσωπικά την πληρωμή των τιμολογίων και όλων των υπολοίπων, χρεών και υποχρεώσεων της εναγομένης αρ. 1 προς την ενάγουσα.» ΣΤ. Την αντικατάσταση του λεκτικού της υφιστάμενης παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης με το ακόλουθο λεκτικό: «Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας, οι εναγόμενοι αμελούν ή/και παραλείπουν ή/και αρνούνται να εξοφλήσουν και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να οφείλουν το ποσό των €17.601,48-.» Ζ. Την αντικατάσταση της φράσης «εναντίον της εναγόμενης» στην υφιστάμενη παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης με την φράση «εναντίον των εναγομένων». Η. Οποιαδήποτε θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαια υπό τις περιστάσεις. Θ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης.». Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.9, θ. 4 - 11, Δ.25 θ.1 - 6, Δ.48 Θ.1 - 9, Δ.63 Θ. 1- 2 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 31, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην Ένορκη Δήλωση, ημερ. 12.1.2017, του κ. Ελευθέριου Ελευθερίου από τη Λάρνακα, ο οποίος δηλώνει ότι είναι διοικητικός σύμβουλος στην υπηρεσία της Ενάγουσας και έχει εξουσιοδοτηθεί να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Για όσα γεγονότα δεν έχει ο ίδιος προσωπική γνώση, αναφέρει την πηγή της γνώσης του, ενώ για τα νομικά θέματα έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Προχωρεί ο κ. Ελευθερίου και δηλώνει τα εξής꞉ «Μετά από πρόσφατο έλεγχο που διενεργήσαμε στα αρχεία μας διαπιστώσαμε ότι όταν δώσαμε οδηγίες στους δικηγόρους μας για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, από αβλεψία δεν τους προμηθεύσαμε με μια γραπτή συμφωνία που είχαμε υπογράψει με την εναγομένη ημερ. 27/09/2012, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη αποδέχτηκε ότι μέχρι την εν λόγω ημερομηνία όφειλε στην εταιρεία μας το ποσό των €23.856,49-, το οποίο θα αποπλήρωνε με την καταβολή 12 μηνιαίων δόσεων. Δυνάμει την ίδιας συμφωνίας, ο κ. Θεόδωρος Θεοδώρου (Α.Δ.Τ.697421) και οι διοικητικοί σύμβουλοι και οι μέτοχοι της εναγομένης εγγυήθηκαν προσωπικά την πληρωμή των τιμολογίων και όλων των υπολοίπων, χρεών και υποχρεώσεων της εναγομένης προς την ενάγουσα (η εν λόγω συμφωνία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α). Οι αξιωματούχοι και μέτοχοι της εναγομένης κατά την εν λόγω ημερομηνία ήταν και εξακολουθούν να είναι οι κ.κ. Θεόδωρος Θεοδώρου και ο Ιωάννης Θεοδώρου (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β σχετική έρευνα στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη). Όπως προκύπτει από την εν λόγω έρευνα, τα αναφερόμενα πρόσωπα είναι οι μόνοι διευθυντές και μέτοχοι της εναγομένης και έχουν την ίδια διεύθυνση με την εναγομένη. Λαμβάνω νομική συμβουλή ότι η αβλεψία μας αυτή στερεί από την ενάγουσα το δικαίωμα να διεκδικήσει από τα πιο πάνω πρόσωπα το ποσό που ήδη απαιτεί από την εναγόμενη. Η προσθήκη των πιο πάνω προσώπων ως εναγομένων στην παρούσα αγωγή συνάδει απόλυτα με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στην Έκθεση Απαίτησης, αφού έχουν εγγυηθεί προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης προς την ενάγουσα. Η προσθήκη των πιο πάνω προσώπων ως εναγομένων στην παρούσα αγωγή είναι απολύτως αναγκαία ώστε να βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου προς αποτελεσματική επίλυση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στην Έκθεση Απαίτησης. Πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μας ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα, ενώ πιθανή επιτυχία της αίτησης μας θεωρώ ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων. Περαιτέρω, πληροφορούμαι ότι για την εξασφάλιση της ενάγουσας είναι αναγκαίο να περιληφθεί στην Έκθεση Απαίτησης ότι η εναγόμενη αποδέχτηκε πως μέχρι την 27/09/2012 όφειλε στην ενάγουσα το ποσό των €23.856,49-, το οποίο ανέλαβε να αποπληρώσει με την καταβολή 12 μηναίων δόσεων. Εισηγούμαι ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης είναι απολύτως δικαιολογημένη, καθώς η καταχώρηση της έγινε χωρίς χρονοτριβή, ευθύς μόλις αντιληφθήκαμε ότι κατά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν είχαμε προμηθεύσει στους δικηγόρους μας την πιο πάνω συμφωνία. Λαμβάνω νομική συμβουλή ότι οι αιτούμενες προσθήκες και τροποποιήσεις δεν αλλοιώνουν με οποιονδήποτε τρόπο της βάση της παρούσας αγωγής. Υπάρχει ανάγκη τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ώστε να δικογραφηθεί η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των πιο πάνω προσώπων. Οι δικηγόροι μας με πληροφορούν ότι σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η παρούσα αίτηση, η ενάγουσα θα υποχρεωθεί να καταχωρήσει ξεχωριστή αγωγή που θα βασίζεται στα ίδια γεγονότα με την παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω με πληροφορούν ότι η προσθήκη των πιο πάνω προσώπων είναι αναγκαία ώστε όλα τα επίδικα θέματα που πηγάζουν από την αναφερόμενη συμφωνία να εξεταστούν ταυτόχρονα στην ίδια υπόθεση αντί η διαδικασία να κατακερματιστεί με την καταχώρηση διαφορετικών αγωγών. Εισηγούμαι ότι με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα εξοικονομηθούν έξοδα και δικαστικός χρόνος και θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα δικαστικών διαβημάτων μεταξύ των μερών για τα ίδια ακριβώς επίδικα θέματα. Είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ώστε αφενός να δοθεί στην ενάγουσα η δυνατότητα να παρουσιάσει ορθά και δίκαια την υπόθεση της και αφετέρου να διεκδικήσει τα όσα νόμιμα δικαιούται από τα πιο πάνω πρόσωπα. Με την αιτούμενη προσθήκη θεωρώ ότι θα καταστεί δυνατόν να συνενωθούν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι στην αγωγή και με τον τρόπο αυτό θα τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου όλοι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που αφορούν την επίδικη διαφορά προκειμένου το Δικαστήριο να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικά για όλα τα ζητήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα προσθήκης και τροποποίησης θεωρώ ότι η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη απώλεια και ζημιά αφού δεν θα μπορεί να απαιτήσει τα ποσά που νόμιμα δικαιούται από τα πιο πάνω πρόσωπα δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 27/09/2012, τα οποία από καλόπιστο λάθος δεν συμπεριλήφθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης. Το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως εγκριθεί η παρούσα αίτηση δεδομένου ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Η αιτούμενη τροποποίηση υποβάλλεται καλόπιστα και στα πλαίσια της διακρίβωσης της πραγματικής διαφοράς μεταξύ της ενάγουσας και των προτεινόμενων συνεναγομένων. Περαιτέρω οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν καμία βλάβη ή ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού θα έχουν την ευχέρεια να καταχωρήσουν Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και σε κάθε περίπτωση θα μπορούν να αποζημιωθούν με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Εφόσον η αιτούμενη τροποποίηση εγκριθεί, δεν θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση καθώς η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης μπορεί να καταχωρηθεί αμέσως και χωρίς χρονοτριβή. Ως εκ τούτου, εισηγούμαι ότι είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.». Ενίσταται η Εναγόμενη στην έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων για τους ακόλουθους λόγουςː
- «Η αίτηση είναι παράνομη ή/και αντικανονική ή/και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που δεν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις ή/και δεν συνάδει με τον Νόμο ή/και τους Κανονισμούς ή/και την πρακτική του Δικαστηρίου, και ως τούτου θεωρείται ότι η αίτηση δεν συνοδεύεται από έγκυρη ένορκη δήλωση.
- Η υπό εξέταση αίτηση υποβάλλεται σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας ή/και με αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή/και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αιτιολογείται επαρκώς η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης.
- Η Αιτήτρια με την υπό εξέταση αίτηση προσπαθεί να εισάγει νέα στοιχεία ή/και γεγονότα ή/και ισχυρισμούς, που θα διαφοροποιήσουν εντελώς την υφιστάμενη βάση της αγωγής ή/και την προέλευση του οφειλόμενου ποσού, γεγονός που θα ανατρέψει το πλαίσιο της διαδικασίας ή/και την γραμμή εκδίκασης της αγωγής και θα οδηγήσει σε επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων.
- Η παρούσα αίτηση είναι παράνομη ή/και αντικανονική ή/και αντίκειται στο Νόμο ή/και τους Κανονισμούς αναφορικά με την προστασία των μετόχων ή/και των διευθυντών ή/και των ιδιοκτητών εταιρείας περιορισμένης ευθύνης.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Ενάγουσας, όπως αυτές απορρέουν από τη Νομολογία και την πρακτική του Δικαστηρίου.
- Τυχούσα έγκριση της υπό εξέτασης αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα της Εναγομένης, αλλά και τα συμφέροντα εν γένει της Δικαιοσύνης και ειδικά το δικαίωμα διεξαγωγής της δίκης εντός εύλογου χρόνου βάσει του άρθρου 30 του Συντάγματος.
- Τυχούσα έγκριση της υπό εξέτασης αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στα συμφέροντα της Εναγόμενης, που δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.
- Οι προτεινόμενοι συνεναγόμενοι καμία προσωπική σχέση διατηρούν ή/και έχουν με την επίδικη διαφορά ή/και με την Ενάγουσα και/ή με τις εμπορικές δραστηριότητες της Εναγόμενης.
- Η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων.
- Γενικά, η αίτηση είναι νομικά ή/και πραγματικά αβάσιμη ή/και ανυπόστατη ή/και συνιστά κατάχρηση εξουσίας ή/και της δικαστικής διαδικασίας.» Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.9, θ. 4 - 11, Δ.25 θ.1 - 6, Δ.48 Θ.1 - 9, Δ.63 Θ. 1- 2 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 31, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ημερ. 22.3.2017, του κ. Θεόδωρου Θεοδώρου, που είναι διευθυντής της Εναγόμενης και ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, έχει δε λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της Εναγομένης. Υιοθετεί τους λόγους ένστασης που δικογραφήθηκαν και προσθέτει τα εξής꞉
- «Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωση του Ελευθέριου Ελευθερίου ημερομηνίας 12/07/2017, που συνοδεύει την υπό εξέταση Αίτηση, και αρνούμαι τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτή, πλην όσων ισχυρισμών πιο κάτω ρητά αναφέρω ότι παραδέχομαι.
- Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης, αφού η υπό εξέταση αίτηση υποβάλλεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, χωρίς να δίνεται επαρκής λόγος για την αναφερόμενη καθυστέρηση και ενώ η υπόθεση είχε τροχοδρομηθεί ενώπιον του φυσικού της Δικαστή, γεγονός που θα επιφέρει καταλυτικές συνέπειες στα συμφέροντα και δικαιώματα της Εναγόμενης.
- Περαιτέρω, είναι η θέση μου ότι ο ισχυρισμός του Ελευθέριου Ελευθερίου ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να δώσει στους δικηγόρους της τη συμφωνίας, στην οποία βασίζουν την αιτούμενη τροποποίηση, είναι εκ των υστέρων σκέψεις και σίγουρα δεν αποτελεί επαρκής αιτιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Η κατ' ισχυρισμό παρατυπία θα μπορούσε να εντοπιστεί από πολύ νωρίτερα και ενόσω η υπόθεση βρισκόταν ακόμα σε πρώιμο στάδιο, και ιδιαίτερα κατά τη συλλογή των εγγράφων για την ετοιμασία της αποκάλυψης εγγράφων του.
- Είναι φανερό ότι η Αιτήτρια με την καταχώρηση της υπό εξέτασης Αίτησης επιδιώκει την καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης, παραβιάζοντας ταυτόχρονα τα συνταγματικά δικαιώματα της Εναγόμενης και δημιουργώντας αδικαιολόγητη κωλυσιεργία, που επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα και δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση, κατά τρόπο που δεν μπορούν να αποκατασταθούν με την καταβολή αποζημίωσης ή/και εξόδων.
- Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, η Αιτήτρια με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρεί να εισάγει νέους ισχυρισμούς που θα μεταβάλουν την υφιστάμενη βάση αγωγής και θα οδηγήσει σε επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Συγκεκριμένα, ενώ στην αρχική απαίτηση η Αιτήτρια αναφέρει ότι το εν λόγω ποσό οφείλεται δυνάμει χρεωστικού υπολοίπου που δημιουργήθηκε κατά την 27/05/2013, με την αιτούμενη τροποποίηση μεταβάλει τη βάση της αγωγής ισχυριζόμενη ότι η προέλευση εν τέλει του οφειλόμενου ποσού προκύπτει από συμφωνία μεταξύ της Αιτήτριας, και τρίτων προσώπων τους οποίους επιδιώκει να προσθέσει ως συνεναγόμενους. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια προσπαθεί με δόλιο τρόπο να διορθώσει τη βάση αγωγής της εφόσον με την υφιστάμενη βάση αγωγής υπάρχει μεγάλο ενδεχόμενο αποτυχίας της αγωγής.
- Επιπρόσθετα στα πιο πάνω, η Αιτήτρια προσπαθεί με δόλιο τρόπο να προσθέσει ως εναγομένους τους μετόχους της Καθ' ης η Αίτηση, κατά παράβαση της αρχής του εταιρικού πέπλου (corporate veil), που εισάγει ο Νόμος αναφορικά με την προστασία των μετόχων και των ιδιοκτητών εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και της προσωπικής τους περιουσίας.
- Καθώς με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, οι προτιθέμενοι συν-εναγόμενοι δεν μπορούν να εναχθούν προσωπικά, εφόσον δεν υπάρχουν από μέρους τους και ούτε η Αιτήτρια έχει παρουσιάσει προσωπικές εγγυήσεις, ενώ ταυτόχρονα η εταιρεία διατηρεί δική της ξεχωριστή νομική οντότητα, ανεξάρτητα από τους διευθυντές της. Επίσης, προσθήκη των προτιθέμενων συνεναγομένων είναι δυνατό να περιπλέξει τα επίδικα θέματα και να εκτροχιάσει τη διεξαγωγή της δίκης.
- Ως εκ των ανωτέρω, ευσεβάστως εισηγούμαι ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως απορριφθεί η αίτηση της Αιτήτριας με έξοδα εις βάρος της.» Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε χωρίς την καταχώριση οποιασδήποτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή αίτησης για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Νομική πτυχή. Υπάρχουν δύο ξεχωριστά ζητήματα τα οποία χρήζουν ανάλυσης: αφενός, είναι οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει αν θα επιτρέψει την τροποποίηση των δικογράφων και αφετέρου είναι οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει αν θα επιτρέψει αλλαγή στους διάδικους (προσθήκη ή διαγραφή αυτών). Το πρώτο ζήτημα ρυθμίζεται από τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενώ το δεύτερο ζήτημα ρυθμίζεται βάσει της Δ.
- Η Διαταγή 25, ως ισχύει για αγωγές που καταχωρήθηκαν πριν την 1.1.2015 σε κλίμακα άνω των €10.000, προβλέπει ότι: «
- Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιον τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.». Η πιο πάνω διάταξη έχει ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 4/3/2013, λέχθηκαν τα εξής: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Clive Preece) "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος, μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου.) Σχετικά με τον παράγοντα καθυστέρηση, στην απόφαση ημερ. 20.3.2014 στις Πολιτικές Εφέσεις 137/13 και 138/13, IKOS CIF LTD v Martin Coward, λέχθηκαν τα εξής꞉ «(σ)ταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).». Τέλος, στην πιο πάνω απόφαση IKOS CIF LTD επισημάνθηκε ότι- «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της προσθήκης διαδίκων, η γενική αρχή (βλ. Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(1951)Ch. 33, στη σ. 38) είναι ότι ο Ενάγων έχει δικαίωμα επιλογής του προσώπου εναντίον του οποίου θα στρέψει την αξίωσή του και ότι δεν μπορεί κατά γενικό κανόνα να εξαναγκαστεί να στραφεί εναντίον άλλων προσώπων χωρίς να το επιθυμεί: "Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue." Αν όμως η προσθήκη άλλου εναγομένου είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί τέτοια προσθήκη, τότε το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (ίδε Hadjievangelou v. Dorami Marine Ltd et at
(1978)1 CLR 545). Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου υπέρ της προσθήκης θα πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή και να αιτιολογείται δικαστικά. Κρίνω κατάλληλο να παραθέσω αυτούσια τη Διαταγή 9, θεσμό 10, η οποία ρυθμίζει στην Κύπρο το δικονομικό πλαίσιο της ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την προσθήκη εναγομένου:- «10. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the course or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.) Προκύπτει εκ του πιο πάνω Θεσμού Πολιτικής Δικονομίας ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για προσθήκη διαδίκου θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα να καταστεί αποτελεσματική η εκδίκαση όλων των επίδικων διαφορών μεταξύ όλων όσοι δυνατόν να επηρεάζονται. Στην Byrne and Another v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου ως εξής: «One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought it should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it.» Σε ελληνική μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία.». Ανάλογη ήταν και η ερμηνεία που αποδόθηκε δικαστικά στη Δ.9, θ.10 στην Κύπρο. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Perihan Mustafa Korkut ν.Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ. 10 (βλ.) Anion v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1 (Β) Α.Α.Δ. 772).». Κατά την ευρύτερη ερμηνεία δεν απαιτείται ταυτότητα των επίδικων θεμάτων ή της μαρτυρίας. Αρκεί η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα να είναι στα ίδια πλαίσια, έτσι ώστε το δικαστήριο να αποφασίσει πλήρως επί των δικαιωμάτων όλων των μερών (Hepa Underwriting Management Ltd v. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών
(1997)1 Α.Α.Δ 773). Εφαρμογή στην υπό κρίση αίτηση. Αρχίζοντας από το ζήτημα της τροποποίησης των δικογράφων, είναι κατά την κρίση μου πρόδηλο στην όψη της αίτησης και της ένστασης, αλλά και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν, ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση αφορά στην εισαγωγή νέων ισχυρισμών γεγονότων στην Έκθεση Απαίτησης, οι οποίοι ισχυρισμοί διαφοροποιούν τη βάση της αγωγής ή/και εγείρουν νέα βάση αγωγής. Συγκεκριμένα, όπως παρατηρώ, η υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης περιέγραφε ως πραγματικό υπόβαθρο για την έγερση της αγωγής το ότι η Εναγόμενη εταιρεία διατηρούσε εμπορικές συναλλαγές με την Ενάγουσα για την αγοραπωλησία υγραερίου από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη με πίστωση σε λογικές ή/και συμφωνημένες τιμές ή/και τρέχουσες τιμές και ότι για τις συναλλαγές αυτές η Ενάγουσα τηρούσε λογαριασμό με όλες τις χρεωπιστώσεις. Ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε στις 27.5.2013 χρηματικό υπόλοιπο €17.601,48σ., το οποίο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη, η τελευταία παραλείπει να το εξοφλήσει. Για τούτο και εγείρεται η αγωγή δυνάμει εκκαθαρισμένου λογαριασμού ή/και δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού ή συμφωνίας ή τιμολογίων. Απεναντίας, με την επιδιωκόμενη τροποποίηση, η Ενάγουσα σκοπεί να εισάξει νέα αξίωση εναντίον νέων διαδίκων, με πραγματικό υπόβαθρο ως αυτό που περιγράφεται στην παρα. Ε του αιτητικού της αίτησης τροποποίησης. Αφενός μεν, περιορίζει την αξίωσή της στο ποσό ως φαίνεται μέχρι σήμερα επί της Έκθεσης Απαίτησης (ήτοι, €17.601,48σ. - βλ. το αιτητικό Στ της αίτησης), αφετέρου δε, επιδιώκει να παρουσιάσει τούτο ως «αναγνωρισμένο χρέος δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 27.9.2012», με την οποία η υφιστάμενη Εναγόμενη εταιρεία αναγνώρισε το χρέος και δεσμεύτηκε για τον τρόπο αποπληρωμής του, δια μηνιαίων δόσεων (βλ. την πρώτη πρόταση της παρα. Ε του αιτητικού της αίτησης). Αυτή είναι η πρώτη επιδιωκόμενη διαφοροποίηση στη βάση της αγωγής. Η δεύτερη διαφοροποίηση της βάσης της αγωγής αφορά στο ότι επιδιώκεται να εισαχθεί νέα βάση αγωγής, «η συμφωνία εγγύησης ημερ. 27.9.2002», επί τω ότι δυνάμει αυτής της συμφωνίας οι Εναγόμενοι 2 και 3 ανέλαβαν προσωπικά την πληρωμή των τιμολογίων και όλων των υπολοίπων, χρεών και υποχρεώσεων της εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα. Δεδομένων των πιο πάνω παρατηρήσεων και επισημάνσεών μου, απορρίπτω την εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας - Αιτήτριας (βλ. σελ. 5 της αγόρευσής του) ότι δεν αλλοιώνεται η βάση της αγωγής ή/και ότι απλώς συμπληρώνει μια πτυχή της συμβατικής σχέσης μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης. Θα εξετάσω αναπόφευκτα το κατά πόσον το Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως τέτοια συμφωνία αναγνώρισης χρέους ή/και συμφωνία εγγύησης, ως αυτήν που διατείνονται οι Ενάγοντες ότι έχουν εντοπίσει και στην οποία στηρίζουν την αίτησή τους. Τούτο, με το σκεπτικό ότι αν δεν αποκαλύπτεται τέτοια βάση αγωγής έστω εκ πρώτης όψεως, τότε είναι εντελώς θεωρητικό ή/και ανυπόστατο το αίτημα τροποποίησης ή/και προσθήκης νέων διαδίκων. Το Τεκμήριο Α είναι πεντασέλιδο έγγραφο σε επιστολόχαρτο της Ενάγουσας εταιρείας το οποίο φέρει ημερομηνία 27.9.2012 και το οποίο τιτλοφορείται «Συμφωνία προμήθειας υγραερίου χύμα». Απευθύνεται προς «Κυρίους IOANNIS THEODOROU & SON (Αρ. Εγγ. Ετ. 10195), 9 Μάρκου Δράκου, 7510 Ξυλοτύμπου, Λάρνακα, Διά προσοχή κ. Θεόδωρος Θεοδώρου». Δεν έχει οποιαδήποτε εισαγωγική - προοιμιακή παράγραφο συμφωνίας, παρά μόνο απαριθμεί διάφορες πρόνοιες με τίτλο «
- Προϊόν,
- Παράδοση,
- Ποσότητα,
- Τιμή,
- Περίοδος Συμφωνίας,
- Τερματισμός,
- Όροι πληρωμής,
- Εγγύηση». Εξ αυτών, στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, η Ενάγουσα φαίνεται να στηρίζεται στους όρους 7Β και 8, όπου προβλέπονται τα εξής꞉ «7Β. Το υφιστάμενο χρέος της εταιρείας σας προς την Εταιρεία Intergaz Ltd, όπως παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού του Παραρτήματος Β, ανέρχεται σε €23.856,49σ. και θα πρέπει να εξοφληθεί σε 12 μηνιαίες δόσεις ως ακολούθως꞉ [Παραρτίθεται πίνακας μηνιαίων δόσεων από 30.11.2012 έως 30.4.2013].
- Όλα τα υπόλοιπα λογαριασμών και άλλες υποχρεώσεις προς την Εταιρεία Intergaz Ltd θα θεωρείται ότι είναι εγγυημένες από τους τωρινούς και μελλοντικούς διοικητικούς συμβούλους / μετόχους και από τα πρόσωπα που υπογράφουν από κάτω.». Στο τέλος των πιο πάνω όρων εμφαίνεται η υπογραφή ενός μόνο προσώπου, ήτοι «Ανδρέας Χατζησέργης, Τεχνικός Διευθυντής, Intergaz Ltd». Ακολούθως, κάτω από την προμνησθείσα υπογραφή υπάρχει με μικρά μαυρισμένα γράμματα μία σημείωση ως εξής꞉ «Εμείς οι κάτωθι υπογεγραμμένοι αποδεχόμαστε τους όρους της προσφοράς της Εταιρείας Intergaz Ltd και αναλαμβάνουμε προσωπική υποχρέωση και εγγυόμαστε και υποσχόμαστε να διατηρήσουμε αποζημιωμένη την πληρωμή των τιμολογίων και άλλων χρεών της Εταιρείας μας προς την Εταιρεία Intergaz Ltd με βάση το παρόν έγγραφο.». Τη σημείωση αυτή προσυπογράφει μόνο ένα άτομο, ο κ. Θεόδωρος Θεοδώρου, με μάρτυρα της υπογραφής του τον Ελευθέριο Ελευθερίου. Εκ πρώτης όψεως, από το πιο πάνω έγγραφο δεν αναδεικνύεται έγγραφη συμφωνία της υφιστάμενης Εναγόμενης εταιρείας να αναγνωρίσει το χρέος που περιγράφεται στην παρα. 7Β, αφού μόνο «οι κάτωθι υπογεγραμμένοι» αποδέχονται τους ανωτέρω «όρους προσφοράς» και εκεί ο μόνος που φαίνεται να υπέγραψε είναι ο κ. Θεόδωρος Θεοδώρου, όχι εξ ονόματος της εταιρείας, αλλά ως μέτοχος (βλ. «ιδιοκτήτης») χωρίς σφραγίδα της εταιρείας και χωρίς ανάληψη δέσμευσης για την εταιρεία, παρά μόνο εμφανίζεται να ανέλαβε «προσωπική υποχρέωση εγγύησης αποπληρωμής των χρεών της εταιρείας». Αντίστοιχη υπογραφή δεν υπάρχει επί του Τεκμηρίου Α από τον κ. Ιωάννη Ελευθερίου που είναι αποδεδειγμένα ο έτερος Διευθυντής της Εναγόμενης από τότε μέχρι και σήμερα (βλ. Τεκμήριο Β). Αυτός, δεν έχει προσυπογράψει τους όρους της πιο πάνω προσφοράς της Ενάγουσας εταιρείας ή/και τον προπαρατεθέντα όρο της ούτω καλούμενης συμφωνίας εγγύησης. Έχει δίκαιο ο συνήγορος της Εναγόμενης εταιρείας να θυμίζει ότι, βάσει του Κυπριακού εταιρικού δικαίου, μια εταιρεία έχει τη δική της νομική οντότητα, ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα με χωριστή δικαιοπρακτική ικανότητα από εκείνην των μελών ή/και διοικητικών συμβούλων της και δεν δύναται να εξισωθεί η ανάληψη δεσμεύσεων εξ ονόματος μιας εταιρείας με την ανάληψη δεσμεύσεων προσωπικά από τα μέλη ή τους διευθυντές της, όπως ούτε και το αντίστροφο. Επομένως, όπως είναι διατυπωμένη η παράγραφος 4Α που η Αιτήτρια επιδιώκει να εισάξει στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. το αιτητικό Ε της αίτησης), εκ πρώτης όψεως δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α, ιδίως όσον αφορά την ισχυριζόμενη αναγνώριση χρέους από την Εναγόμενη 1 και την ισχυριζόμενη ανάληψη προσωπικής εγγύησης από τον προτεινόμενο Εναγόμενο
- Τούτο από μόνο του, συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης τροποποίησης στο βαθμό που τους αφορά. Πέραν του πιο πάνω στοιχείου, αξίζει επισημάνω και το γεγονός ότι το Τεκμήριο Α περιέχει συμφωνία που φέρεται να συντάχθηκε στις 27.9.2012 (άγνωστο πότε υπογράφηκε από τον κ. Θεόδωρο Θεοδώρου), για να ρυθμίσει στο μέλλον - ήτοι από την ημερομηνία της υπογραφής της συμφωνίας - τους όρους των εμπορικών συναλλαγών των μερών. Στο στάδιο αποκάλυψης εγγράφων, η Ενάγουσα έδειξε να στηρίζει το ποσό που αξιώνει ως υπόλοιπο δυνάμει τιμολογίων τα οποία έχει στην κατοχή της και τα οποία χρονολογούνται το αργότερο μέχρι την 30.9.
- Επομένως, η περίοδος εφαρμογής της συμφωνίας ως το Τεκμήριο Α εκφεύγει του χρονικού πλαισίου της διαφοράς που είναι επίδικη στη βάση της υφιστάμενης δικογραφίας και δεν είναι αναγκαίο να κριθεί στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Τέλος, ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε δύο χρόνια αργότερα από την ημερομηνία σύνταξης της συμφωνίας ως το Τεκμήριο Α, ήτοι στις 30.12.2014, οι Ενάγοντες οι οποίοι είχαν συμφέρον να παρακολουθήσουν την τήρηση της ισχυριζόμενης συμφωνίας αναγνώρισης χρέους από τον Εναγόμενο 2 ή/και εγγύησης του χρέους από από τον προτεινόμενο Εναγόμενο 2 προσωπικά, απέτυχαν να τη θέσουν υπόψη των δικηγόρων τους κατά την έγερση της αγωγής και ήρθαν με σημαντική καθυστέρηση περαιτέρω 2 ετών (ήτοι την 12.1.2017) να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση τροποποίησης, αφότου έκλεισαν τα δικόγραφα και ορίστηκε για ακρόαση η αγωγή. Η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής στη βάση του Τεκμηρίου Α, που να αφορά τον Εναγόμενο 2 προσωπικά, θα καθυστερήσει αδικαιολόγητα την πορεία της αγωγής μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων των οποίων η σχέση δεν φαίνεται να διέπεται από τη συμφωνία ως το Τεκμήριο Α. Διά όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω την αίτηση, με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας - Αιτήτριας και υπέρ της Εναγόμενης - Καθ' ης η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ............................................ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο