← Κύπρος

Petrolina (Holdings) Public Co. Ltd. ν. Tachidomi Ltd., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 2/2013, 9/11/2017

Petrolina (Holdings) Public Co. Ltd. ν. Tachidomi Ltd., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 2/2013, 9/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 2/2013 ΜΕΤΑΞΥ: Petrolina (Holdings) Public Co. Ltd. Ενάγουσας -και- Tachidomi Ltd., από τη Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 9.11.2017 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση꞉ κα Γεωργία Δημητρίου, για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενη - Αιτήτρια꞉ κα Χριστιάνα Ζαντή, για Δημήτρης Κούτρας & Σία. ---------------------------------------------------------------------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ - ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 15/06/2016 ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ------------------------------------------------------ Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία βασίζεται στην Διαταγή 28 θ.θ. 1-6,11 και Διαταγή 48 θ.θ.1, 2, 7 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη - Αιτήτρια ζητεί από το Δικαστήριο: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους ενάγοντες όπως αποκαλύψουν ενόρκως εις την εναγόμενη ή τους δικηγόρους αυτής 9172 αποδείξεις παραλαβής καυσίμων, οι οποίες ευρίσκονται εις την κατοχή ή/και τον έλεγχο αυτών και οι οποίες σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση ως περιλαμβάνεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 21.1.2016. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η εν λόγω ένορκη γνωστοποίηση γίνει από τον ενάγοντα σε επτά

(7)ημέρες από την επίδοση σε αυτόν του πιο πάνω αιτούμενου διατάγματος ή μέσα σε χρονικό διάστημα το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως οι ενάγοντες επιτρέψουν στην εναγόμενη ή στους δικηγόρους της να επιθεωρήσουν, να λάβουν αντίγραφα των ανωτέρω εγγράφων τα οποία εκτίθενται στην εν λόγω ένορκη δήλωση εντός 7 ημερών από της ημερομηνίας καταχωρήσεως της ενόρκου δηλώσεως. (Δ) Έξοδα της παρούσας αιτήσεως, επίδοσης, πλεον ΦΠΑ». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση, ημερ. 15.6.2016, του κ. Ανδρέα Σιαμμά, που, ως ορκίζεται και λέγει στην παρα. 1 αυτής, είναι ο διευθύνων σύμβουλος της Εναγόμενης. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιες τις παρα. 2 έως10 της ενόρκου δηλώσεως του: «
  1. Τα δικόγραφα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής έχουν συμπληρωθεί.
  2. Στην έκθεση απαίτησης της εναγόμενης τίθενται ισχυρισμοί και γίνεται αναφορά σε έγγραφα, τα οποία η πλευρά των Εναγομένων τα αγνοεί.
  3. Έτσι αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων στην προσπάθειά τους να περιορίσουν τα επίδικα θέματα και να καταλήξουν σε εξώδικο συμβιβασμό, λόγω του μεγάλου αριθμού των εγγράφων 9172 (αποδείξεις παραλαβής καυσίμων) με κοινή δήλωση των στο Δικαστήριο ημερ. 21.1.2016 (η οποία λανθασμένα ανέγραφε 21/6/16) αντίγραφον επισυνάπτεται ως ΤΕΚ. Α, συνεφωνήθη όπως η εναγόμενη διορίσει λογιστή του οποίου θα πληρώσει όλα τα έξοδα και ο οποίος σε συνεργασία με τον λογιστή των εναγόντων θα εξετάσουν τα τιμολόγια και τις αποδείξεις καυσίμων όλης της περιόδου συνεργασίας των διαδίκων και τα ποσά που θα καταλήξουν θα δηλωθούν στο Δικαστήριο.
  4. Έτσι στις 26.4.2016 μεταβήκαμε 3 άτομα στα υποστατικά των εναγόντων στη Λάρνακα και συναντήσαμε τον κ. Μάριο Γεωργίου διά να προβούμε στον έλεγχο των αποδείξεων παραλαβής ως περιλαμβάνεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου.
  5. Προς έκπληξη μας διαπιστώσαμε ότι υπήρχαν μόνο 630 αποδείξεις παραλαβής καυσίμων αντί 9172 που κάλυπτε την περίοδο συνεργασίας από το Σεπτέμβρη 2008 μέχρι τον Ιούλη του
  6. Πιστεύω ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος με σκοπό την ένορκη αποκάλυψη και επιθεώρηση του εν λόγω εγγράφου τα οποία ευρίσκονται στην κατοχή των εναγόντων αφού σε κάθε παραλαβή υπογράφετο η απόδειξη παραλαβής καυσίμων εκ μέρους μας, έτσι ώστε δια του τρόπου αυτού θα αποδειχθεί και η όλη υπόθεση.
  7. Αντί αυτού οι ενάγοντες εξέδωσαν μονομερώς τιμολόγια χωρίς την υπογραφή μας αποκρύπτοντας τις σχετικές αποδείξεις παραλαβής καυσίμων έτσι ώστε να επιτύχουν την έκδοση απόφασης δια το αξιούμενο ποσό.
  8. Η εναγόμενη - αιτήτρια έχει ζητήσει επανειλημμένως την αποκάλυψη των ανωτέρω εγγράφων και οι ενάγοντες μέχρι σήμερα δεν μας τα έχουν παραδώσει.
  9. Είναι η θέση της εναγόμενης - αιτήτριας ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν επηρεάζονται τα συμφέροντα της ενάγουσας. Αντίθετα, είναι δυνατό η αποκάλυψη και επιθεώρηση των εγγράφων να βοηθήσει στην επίλυση της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς ή/και στον περιορισμό των επίδικων θεμάτων, αφού πρόκειται για 9172 έγγραφα.» Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση στηρίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, θ. 1- 6 και 11, Δ.48, θ.θ. 1 - 4, 8 και 9, Δ.57, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στις αρχές της επιείκειας, στις αρχές της νομολογίας, στον περί Ερμηνείας Νόμο, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Εγείρονται οι εξής λόγοι ένστασης꞉ Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση υποβλήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα. Η αίτηση είναι αχρείαστη. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος. Τα έγγραφα είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα και/ή θα περιπλέξουν την υπόθεση και/ή βρίσκονταν στην κατοχή των εναγομένων. Η αίτηση γίνεται με σκοπό να προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στη διαδικασία και/ή για αλλότριους σκοπούς και/ή με σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων στο δικαστήριο. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 1.11.2016, της κας Μαρίας Μορφή από τη Λάρνακα. Πρόκειται για υπαλληλο στο γραφείο των δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση, η οποία γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από το φάκελο της δικογραφίας, από πληροφορίες που λαμβάνει από τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη, για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η κα Μορφή υιοθετεί τους πιο πάνω λόγους ένστασης και κατ'ουσίαν τους επαναλαμβάνει. Για χάριν όμως απόδοσης της ακριβούς εικόνας της Ε/Δ της, παραθέτω πιο κάτω αυτούσιες τις παραγράφους 3 έως 10 αυτής: «
  10. Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι την παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση.
  11. Παραδέχομαι την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση.
  12. Αρνούμαι την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι Αιτητές έλαβαν γνώση για έγγραφα τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα.
  13. Από τις παραγράφους 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, παραδέχομαι ότι δηλώθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο Α. Είναι περαιτέρω η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι έθεσαν στη διάθεση των Αιτητών όσα έγγραφα σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής και ότι η παρούσα αίτηση είναι αχρείαστη και έχει καταχωρηθεί με σκοπό την καθυστέρηση της υπόθεσης.
  14. Αρνούμαι τις παραγράφους 7 και 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και ισχυρίζομαι περαιτέρω ότι σε καμία περίπτωση απέκρυψαν οτιδήποτε από τους Αιτητές οι Καθ' ων η αίτηση αφού αποκαλύφθηκαν και τέθηκαν στη διάθεσή τους οποιαδήποτε έγγραφα είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και πρόκειται να χρησιμοποιηθούν κατά την ακρόαση της αγωγής. Είναι περαιτέρω η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση είναι αχρείαστη και μοναδικός στόχος των Αιτητών είναι να περιπλέξουν τα γεγονότα της υπόθεσης προκειμένου να δημιουργήσουν εντυπώσεις στο Δικαστήριο και να μην εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο που οφείλουν στους καθ' ων η αίτηση. Εξ όσων με ενημερώνουν αρμόδιοι υπάλληλοι των Αιτητών, η επίδικη αίτηση είναι αχρείαστη καθότι τα έγγραφα που ζητούν οι Αιτητές αφορούν παλαιότερα ποσά τα οποία έχουν ήδη καταβληθεί από τους ίδιους στα πλαίσια της συνεργασίας τους με τους Καθ' ων η αίτηση και όχι τα επίδικα.
  15. Αρνούμαι την παράγραφο 9 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω έγγραφα από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και έχουν ήδη τεθεί στη διάθεση των Αιτητών για επιθεώρηση.
  16. Αρνούμαι τις παραγράφους 10 και 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα προκληθεί μεγάλη αδικία εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση καθότι πρόκειται για υπόθεση που εκκρεμεί από το 2013 και τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει τεράστια καθυστέρηση, την οποία επιδιώκουν οι Αιτητές, αλλά και θα περιπλέξει τα γεγονότα της υπόθεσης.
  17. Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι δεν έχει αιτιολογηθεί η ανάγκη για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω, αξιώνω απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση.». Ακολούθησε η καταχώρηση νέας αίτησης από τους Εναγόμενους - Αιτητές, ημερ. 10.11.2016, για αντεξέταση της πιο πάνω ενόρκως δηλούσας, κας Μαρίας Μορφή, η οποία προσέκρουσε σε ένσταση της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και η οποία εν τέλει απορρίφθηκε από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) στις 16.12.
  18. Αντίγραφο της απόφασης δόθηκε στους συνηγόρους των δύο πλευρών. Προωθήθηκε η εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης, ημερ. 15.6.2016 στη βάση γραπτών αγορεύσεων, οι οποίες παραδόθηκαν στο παρόν Δικαστήριο από τους συνηγόρους. Είχα την ευκαιρία να τις μελετήσω με προσοχή και αποφαίνομαι πιο κάτω επί των εκατέρωθεν επιχειρημάτων και εισηγήσεων. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ Προτού αναφερθώ στη νομική πτυχή της αίτησης, κρίνω κατάλληλη μια επιγραμματική αναφορά στα στοιχεία του δικαστικού φακέλου σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των δικογράφων και την πορεία της δίκης μέχρι το χρονικό σημείο της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Κατ΄αρχάς, στην Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες δικογραφούν τα εξής꞉ Ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχές, εγγεγραμμένη με έδρα τη Λάρνακα και ασχολούνται με την εμπορία πετρελαιοειδών και άλλων εμπορευμάτων. Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λάρνακα και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτες των εναγόντων. Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες πωλούσαν και παρέδιδαν στους Εναγόμενους εμπορεύματα και υπηρεσίες με την υπόσχεση ότι οι Εναγόμενοι θα τους ξοφλούσαν εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Κατόπιν προφορικής και/ή γραπτής συμφωνίας και/ή συνεννόησης με τους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες εξέδωσαν προς τους Εναγόμενους πιστωτικές κάρτες καυσίμων, με τις οποίες οι εναγόμενοι εξασφάλιζαν την αγορά καυσίμων και/ή άλλων πετρελαιοειδών επί πιστώσει παρουσιάζοντας τις εν λόγω κάρτες στις αυτόματες μηχανές / αντλίες πώλησης πετρελαιοειδών στα πρατήρια των εναγόντων για τα οχήματα ιδιοκτησίας των εναγομένων. Οι Ενάγοντες εξέδωσαν προς τούτο σχετικά τιμολόγια και άνοιξαν εμπορικό λογαριασμό αρ. 20062 στον οποίο καταχωρούνταν οι δοσοληψίες τους με τους Εναγόμενους. Ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε κατά ή περί την 30.9.2012 χρεωστικό υπόλοιπο €37.033,39σ., ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι αμελούν και/ή αρνούνται να πληρώσουν. Απεναντίας, στην Έκθεση Υπεράσπισής τους (στο εξής «η Ε/Υ») οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι παραδέχονται εν μέρει το περιεχόμενο της συμφωνίας που δικογραφούν οι Ενάγοντες, αλλά προσθέτουν ότι υπήρχε και ρητή συμφωνία να παρουσιάζουν οι Ενάγοντες στους Εναγόμενους τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία στη βάση των οποίων οι Εναγόμενοι να μπορούν να επιβεβαιώνουν την ορθότητα των τιμολογίων. Οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν εκείνα τα τιμολόγια τα οποία ουδέποτε υπέγραψαν και με επιστολές διαφόρων ημερομηνιών ως αναφέρονται στην παρα. 3 της Ε/Υ απαίτησαν από τους Ενάγοντες να τους παρουσιάσουν αποδεικτικά στοιχεία προς επιβεβαίωση των ποσών που αναφέροντο στα τιμολόγια. Αρνήθηκαν ότι οφείλουν το ποσό των τιμολογίων εφόσον οι Ενάγοντες δεν τους εφοδίασαν με αποδείξεις παραλαβής των καυσίμων, ως ήτο η μεταξύ τους συμφωνία. Επιπρόσθετα οι Εναγόμενοι αξίωσαν από τους Ενάγοντες να τους εφοδιάσουν με τις αποδείξεις υπογραφής των χρεώσεων και όχι με τα τιμολόγια τα εκδίδονταν μονομερώς από τους Ενάγοντες. Εφόσον οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να εφοδιάσουν τους Ενάγοντες με τα στοιχεία αυτά, οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να προβούν στις πληρωμές των ποσών που αξιώνουν οι Ενάγοντες. Συνεπεία των πιο πάνω, η συμφωνία, η οποία άρχισε περί το έτος του 2009, τερματίσθη από τους Εναγόμενους το
  19. Ανταπαιτούν οι Εναγόμενοι την έκδοση Δικαστικού διατάγματος διατάττον τους Ενάγοντες όπως παράσχουν στους εναγόμενους λεπτομερείς αποδείξεις παραλαβής καυσίμων από τους εναγόμενους για όλη την περίοδο συνεργασίας από το έτος 2009 έως το έτος
  20. Οι Ενάγοντες απαντούν ότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεως και ότι ουδέποτε οχλήθηκαν από τους Εναγομένους, ο δε τερματισμός της συμφωνίας έγινε νόμιμα και κανονικά από τους Ενάγοντες. Προκύπτει από το δικαστικό φάκελο ότι, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου ημερ. 13.3.2014, καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης των εγγράφων που οι διάδικοι είχαν στην κατοχή τους και τα οποία προόριζαν να καταθέσουν κατά την ακρόαση ως αποδεικτικά στοιχεία. Συγκεκριμένα, από πλευράς Εναγόντων καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση από τον υπάλληλο αυτών, κ. Μάριο Γεωργίου στις 27.3.2014, όπου δηλώνει ότι οι ενάγοντες έχουν στην κατοχή τους τα έγγραφα που περιγράφονται στον επισυνημμένο «Πίνακα Α», ως ακολούθως: «ΠΙΝΑΚΑΣ Α
  21. Κατάσταση λογαριασμού.
  22. Τιμολόγια.
  23. Αναλύσεις τιμολογίων.
  24. Αποδείξεις από τα πρατήρια.». Από πλευράς Εναγομένων, καταχωρήθηκε στις 15.4.2014 ένορκη δήλωση της κας Γαλάτειας Πέτσα, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων, η οποία δήλωνε ότι οι Εναγόμενοι έχουν στην κατοχή τους τα έγγραφα που περιγράφονται στον επισυνημμένο «Πίνακα Α», υπό στοιχείο 1 στον Πίνακα, η αναφορά «Τιμολόγια PETROLINAS» όπου απαριθμούνται 45 τιμολόγια με αναλυτικά στοιχεία έκαστου τιμολογίου για το ποσό, την ημερομηνία έκδοσης και τον αριθμό τιμολογίου, για συνολικό αρθροιστικό ποσό €397.448,32σ.και, υπό στοιχείο 2 στον Πίνακα, η αναφορά «Καταστάσεις λογαριασμού PETROLINAS από 30/9/08 μέχρι 30/9/12». Στις 6.5.2014 δηλώθηκε στο Δικαστήριο ότι συμπληρώθηκε και για τις δύο πλευρές η διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων. Κατά τις επόμενες δικασίμους που η υπόθεση ήταν ορισμένη είτε για ακρόαση είτε για οδηγίες, γινόταν συστηματικά αναφορά σε πρόθεση διευθέτησης της υπόθεσης και ζητείτο χρόνος για υλοποίηση της πρόθεσης αυτής. Κατέληξαν τα πράγματα κατά τη δικάσιμο ημερ. 21.1.2016 στη δήλωση από μέρους του συνηγόρου των Εναγομένων, κου Κούτρα (ως αποτυπώνεται και στο Τεκμήριο Α της Ένορκης Δήλωσης του κ. Ανδρέα Σιαμμά ημερ. 15.6.2016 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση) ότι: «Η Εναγόμενη έχει αποδεχθεί να διορίσει λογιστή, του οποίου θα καταβάλει τα έξοδα, ο οποίος σε συνεργασία με λογιστή των εναγόντων θα εξετάσουν τα τιμολόγια και αποδείξεις παραλαβής καυσίμου όλης της περιόδου συνεργασίας των διαδίκων[1] και τα ποσά που θα καταλήξουν οι λογιστές από τον έλεγχό τους και, εφόσον συμφωνηθούν και από τους διαδίκους, θα δηλωθούν. Διαφορετικά η υπόθεση θα συνεχίσει. Ζητούμεν χρόνο για υλοποίηση τούτου». Συμφώνησε με τη δήλωση αυτή και ο συνήγορος των Εναγόντων (κ. Α. Ζαχαρίου) και αναβλήθηκε η αγωγή για οδηγίες στις 30.3.2016, χρόνος που παρατάθηκε στη συνέχεια μέχρι και τις 16.5.
  25. Η αγωγή παραμένει μέχρι και σήμερα για οδηγίες, λόγω των ενδιάμεσων αιτήσεων που καταχωρήθηκαν στο μεσοδιάστημα και οι οποίες εκδικάσθηκαν από το Δικαστήριο υπό διαφορετική σύνθεση. Μία εκ των αιτήσεων αυτών ήταν η αίτηση ημερ. 1.11.2016 που καταχώρησαν οι Ενάγοντες με σκοπό να παραμερισθεί και διαγραφεί η ένορκη δήλωση αποκάλυψης που είχαν καταχωρήσει οι Εναγόμενοι, ως μη συνάδουσα με τους σχετικούς κανονισμούς. Η αίτηση αυτή ήταν επιτυχής στην έκδοση Δικαστικού Διατάγματος ημερ. 22.3.2017 για παραμερισμό της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης, ημερ. 15.4.2014, της κας Γαλάτειας Πέτσα και Διατάγματος διά του οποίου τάχθηκε προθεσμία για την καταχώρηση από τους Εναγομένους νέας ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων εντός 30 ημερών από την έκδοση της εν λόγω απόφασης. Η πλευρά των Εναγομένων συμμορφώθηκε και καταχώρησε στις 29.3.2017 πανομοιότυπου περιεχομένου ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, την οποία ορκίστηκε αυτή τη φορά ο κ. Γιαννάκης Λεωνίδου που είναι στην υπηρεσία των Εναγομένων. Συνεπώς, τα έγγραφα που αποκάλυψαν οι Εναγόμενοι είναι εκείνα που εξ αρχής είχαν αποκαλύψει ότι έχουν στην κατοχή τους. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Στη γραπτή αγόρευσή τους οι συνήγοροι των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση εισηγούνται ότι꞉ (βλ. παρα. 8.5, σελ. 3 της αγόρευσης) «Είναι ολοφάνερο ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού ζητείται η αποκάλυψη εγγράφων τα οποία δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και δεν υπάρχουν, αφού οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή των καθ' ων η αίτηση έχουν αποκαλυφθεί.», (βλ. παρα. 8.6 της αγόρευσης) «Πρόκειται για έγγραφα τα οποία αφορούν ποσά που έχουν καταβληθεί από τους εναγόμενους και δεν έχουν αμφισβητηθεί και σε καμία περίπτωση σχετίζονται με το επίδικο οφειλόμενο υπόλοιπο η ύπαρξη του οποίου αμφισβητείται.», (βλ. παρα. 8.9 της αγόρευσης) «Περαιτέρω, οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι η αποκάλυψη εγγράφων των καθ' ων η αίτηση υπήρξε ελλιπής ούτως ώστε να απαιτείται η έκδοση ειδικού διατάγματος αποκάλυψης». (βλ. παρα. 9.2 της αγόρευσης) Η τεράστια καθυστέρηση καταχώρησης της αίτησης φανερώνει την κακοπιστία και καταχρηστικότητα της αίτησης. (βλ. παρα. 10.
  26. της αγόρευσης) «Η ύπαρξη του αιτητικού αναφορικά και με επιθεώρηση των εγγράφων αποτελεί κατάχρηση από την πλευρά των αιτητών καθότι οι ίδιοι παραδέχονται ότι έχουν προβεί σε επιθεώρηση των αποκαλυφθέντων εγγράφων στα γραφεία των αιτητών. Αν όμως ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι δεν τίθεται ζήτημα κατάχρησης, τότε είναι η θέση μας ότι το εν λόγω αίτημα είναι πρόωρο και ως τέτοιο θα έπρεπε να απορριφθεί, διότι δεν έχει επιδοθεί στην πλευρά των καθ' ων η αίτηση οποιαδήποτε ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων με σκοπό την επιθεώρηση. Παράλειψη η οποία δεν είναι θεραπεύσιμη, διότι οι αιτητές δεν περιέλαβαν στη νομική βάση της αίτησής τους τη Δ.64.» (βλ. παρα. 12 της αγόρευσης) «[...] Πέραν αυτού είναι η θέση μας ότι τα έγγραφα την αποκάλυψη των οποίων ζητούν οι αιτητές βρίσκονται και στη δική τους κατοχή καθότι αυτά υπογράφονταν κατά την έκδοση τους με την αγορά καυσίμων και αφού υπογράφονταν τότε τους δινόταν κα αντίγραφο. [...]» Από την άλλη, στη γραπτή αγόρευσή του ο συνήγορος των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση αιτιολογεί την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ως εξής꞉ παραπέμπει κατ' αρχάς στην κοινή δήλωση στην οποία προέβηκαν οι δικηγόροι αμφότερων των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου στις 21.1.2016 (βλ. Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση), έπειτα αναφέρει ότι στις 26.4.2016 έγινε συνάντηση κατά την οποία παρουσιάσθηκαν «μόνο 630 αποδείξεις αντί 9172» και «δεν κάλυπταν όλη την περίοδο συνεργασίας των διαδίκων ως διαλαμβάνεται στη συμφωνία επί Δικαστηρίου». Εξηγεί ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι όταν λέγει ότι οι 630 αποδείξεις δεν κάλυπταν όλη την περίοδο συνεργασίας των Εναγόντων με τους Εναγόμενους, εννοεί την περίοδο «από Σεπτέμβρη του 2008 μέχρι τον Ιούλιο του 2012». Θέτει δηλαδή ως δεδομένο ο συνήγορος των Εναγομένων - Αιτητών ότι τον Ιούλιο του 2012 οι αποδείξεις παραλαβής καυσίμων ανήλθαν στον αριθμό «9172» (βλ. τελευταία παράγραφο σελ. 3 της γραπτής αγόρευσης). Εισηγείται ο συνήγορος των Εναγομένων - Αιτητών ότι (βλ. σελ. 4 της αγόρευσης) «Συνεπώς με την παρούσα αίτηση το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης και επιθεώρησης ως η αίτηση, οπόταν θα εξακριβωθεί εάν τα ζητούμενα έγγραφα έχουν δοθεί ή όχι». Ως νομική βάση της αίτησης ο συνήγορος των Εναγομένων - Αιτητών επικαλείται στη γραπτή αγόρευσή του τη Δ.28, θ.θ.1 και
  27. Συνεχίζει όμως και προτείνει ότι ακόμη και η ίδια η συμφωνία που περιέχεται στην κοινή δήλωση στην οποία προέβηκαν οι δικηγόροι αμφότερων των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου στις 21.1.2016 (βλ. Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση) αποτελεί ικανή, επαρκή και κατάλληλη νομική βάση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σχετικό το εξής απόσπασμα από τη σελ. 5 - 6 της γραπτής αγόρευσής του꞉ «Πέραν των ανωτέρω, οι αιτητές κάμνουν αναφορά και στο ΤΕΚ. Α το οποίο συνοδεύει την αίτηση των αιτητών το οποίον προέκυψε και ενκρίθει υπό του Δικαστηρίου από δηλώσεις και παραδοχές των δύο πλευρών, με συνέπεια να δεσµεύσουν τους διαδίκους νοουµενου ότι τούτο προέκυψε από λεχθέντα και τους χειρισµούς των συνηγόρων (Βλ. Πιττάλης -v- Ianira Enterprises Ltd
(1997)ΙΒ AAD 814, και αποτελούν εκ πρώτης όψεως µαρτυρία εναντίον των διαδίκων (Πιερίδου -v- Στυλιανίδου
(1990)1 AAD 954, καθότι ο Δικηγόρος δεσµεύει τον πελάτη µου και περιλαµβάνει εξουσία περιορισµού των επιδίκων θεµάτων. Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθη στην υπόθεση Καλαμαράς -ν- Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1 (Ε) ΑΑD
  1. Επίσης σχετικά αποσπάσματα αναφέρονται στο Σύγγραμμα Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη σελίς 304, 305, 306, 307 όπου ελέχθη «Η φωνή και ο λόγος του δικηγόρου είναι η φωνή και ο λόγος του Κατηγορούμενου». Κατά συνέπεια ότι έχει λεχθεί και δηλωθεί υπό των δύο δικηγόρων στο ΤΕΚ. Α αποτελεί υποχρέωση αμφοτέρων των διαδίκων να την υλοποιήσουν αφού πέραν τούτου ενεκρίθη και υπό του Δικαστηρίου και ουδέποτε ανακλήθη από οιονδήποτε διάδικοςν το ΤΕΚ Α, το οποίο αποτελεί κοινή δήλωση και παραδοχή των δικηγόρων των διαδίκων.». Τέλος, ο συνήγορος των Εναγομένων απαντά στη θέση της ομνύουσας Μαρίας Μορφή εκ μέρους των Εναγόντων ότι δήθεν αυτοί έδωσαν κατά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο υλοποίησης της συμφωνίας ως το ΤΕΚ. Α. όλα τα σχετικά έγγραφα. Λέγει ο συνήγορος της Ενάγουσας ότι η εν λόγω ομνύουσα δεν δύναται να ορκισθεί περί τούτου του ισχυρισμού θετικά, καθότι η ίδια δεν ήταν παρούσα στην συνάντηση που πραγµατοποιήθηκε σύµφωνα µε το ΤΕΚ. Α το οποίο ορίζει ποια πρόσωπα θα παρίσταντο, ήτοι λογιστής από την πλευρά των αιτητών και λογιστές από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση. Η Ενόρκως Δηλούσα ως δικηγορική υπάλληλος αποκλείετο από τη συνάντηση και ως εκ τούτου επειδή δεν παρίστατο και δεν ηδύνατο να ισχυριστεί στις παρ. 6, 7, 8 της Ε/Δ στην Ένσταση ότι εδόθησαν τα έγγραφα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Αναφορικά με την αποκάλυψη εγγράφων Βάσει των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι εξουσίες του Δικαστηρίου για ρύθμιση του θέματος της αποκάλυψης εγγράφων καλύπτουν τις ακόλουθες περιπτώσεις꞉ 1η περίπτωση - Διαταγή Δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης διαδίκου, για αποκάλυψη εγγράφων σχετικών με τα επίδικα θέματα. Η Δ.28 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ποιες οι εξουσίες του Δικαστηρίου για το χειρισμό αίτησης για την έκδοση διατάγματος που να αναγκάζει έναν διάδικο να προβεί ενόρκως σε αποκάλυψη των εγγράφων που είναι ή ήταν στην κατοχή ή τον έλεγχό του και που σχετίζονται με το υπό εξέταση ζήτημα. Το Δικαστήριο μπορεί είτε να αρνηθεί ή να την αναβάλει, αν ικανοποιηθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία ή δεν είναι αναγκαία σε τέτοιο στάδιο του ζητήματος ή να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, είτε γενικό είτε περιορισμένο για ορισμένη κατηγορία εγγράφων, που θα κρίνει ότι είναι αναγκαίο. Η αποκάλυψη δεν θα διατάσσεται όταν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαία είτε για τη δίκαιη περίπτωση του ζητήματος ή για εξοικονόμηση εξόδων (Βλ., μεταξύ άλλων, Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 2). Αν εκδοθεί διάταγμα για αποκάλυψη, τέτοιο διάταγμα θα ειδικεύει το χρόνο εντός του οποίου ο διάδικος που διατάσσεται θα καταχωρήσει την ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Η Δ.28, θ.2 προσδιορίζει τον τύπο που θα πρέπει να λάβει η ένορκη δήλωση αποκάλυψης που αναφέρεται στη Δ.28, θ.
  2. Η Δ.28, θ.3 προβλέπει τις συνέπειες που θα έχει κατά τη διάρκεια της ακρόασης τυχόν παράλειψη συμμόρφωσης ενός διαδίκου με τη διαταγή του Δικαστηρίου για αποκάλυψη εγγράφων βάσει της Δ.28, θ.
  3. Η Δ.28, θ.4 προβλέπει για την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την προσαγωγή εγγράφων που το Δικαστήριο κρίνει ορθό. 2η περίπτωση - Διαταγή Δικαστηρίου να αποκαλυφθεί κατά πόσον ειδικό έγγραφο ή τάξη εγγράφων είναι ή ήταν στην κατοχή του αντιδίκου και τί απέγινε. Η εν λόγω Δ.28, θ.11 προνοεί ότι꞉ - το Δικαστήριο μπορεί, - κατόπιν αίτησης από οποιονδήποτε διάδικο, - σε οποιοδήποτε χρόνο, - ανεξάρτητα αν μια ένορκη δήλωση εγγράφων έχει ή δεν έχει διαταχθεί ή γίνει, - να εκδώσει διάταγμα που να ζητεί από οποιονδήποτε διάδικο να δηλώσει με ένορκη δήλωση κατά πόσο οποιοδήποτε ειδικό έγγραφο ή τάξη εγγράφων που καθορίζεται στην αίτηση είναι ή ήταν καθ'οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχό του, πότε τα αποξενώθηκε και τί απέγιναν. - Αίτηση δυνάμει της Δ.28, θ.11 απαιτείται να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση που να αναφέρει ότι εξ' όσων κάλλιον πιστεύει ο ενόρκως δηλών, εκείνος ο διάδικος εναντίον του οποίου γίνεται η αίτηση, έχει ή είχε σε κάποιο στάδιο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχό του το ειδικό έγγραφο ή την τάξη εγγράφων που καθορίζονται στην αίτηση και ότι αυτά σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα ή με μερικά ή με ένα από αυτά. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στην Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά τη ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα (βλ. σελ.683 της Ετήσιας Δικονομικής Πρακτικής (Annual Practice) του 1958 όπου αναφέρονται τα εξής: «Time or stage of discovery The Court will not, save in very exceptional circumstances, order a defendant to produce documents in his possession before the plaintiff has delivered his statement of claim. (Gale v. Denman Picture Houses Ltd
(1930)1 K.B. 588, C.A.; Speyside Estate and Trust Co Ltd v. Wreymond Freeman (Blenders) Ltd
(1949)65 T.L.R. 681), and nor is it the practice to allow a plaintiff discovery before defence: see Union Bank v. Manby 13 Ch. D. 239, explaining Hancock v. Guerin 4 Ex. D. 3; Harbord v. Monk 9 Ch. D. 616, and Augustinus v. Nerinckx, 13 Ch. D. 13. The issues must be defined (Britich Thomson - Houston Co Ltd. v. Duran
(1915)1 Ch. 823, C.A.).» Ορθό, πάντως, είναι να γίνεται αξιοποίηση του σταδίου, αμέσως μετά το κλείσιμο των δικογράφων, κατά το οποίο ορίζεται η αγωγή για οδηγίες δυνάμει της Διαταγής 30, προκειμένου να υποβάλλεται το αίτημα το ταχύτερο δυνατό στην πορεία της δίκης. Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στην λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι «σχετικά» με την διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Διευκολύνει την ορθή παρουσίαση της υπόθεσης, την αποφυγή αχρείαστων εξόδων και την αποτροπή αιφνιδιασμού κατά την διάρκεια της δίκης. Την ίδια συμβολή έχει και η προσαγωγή και επιθεώρηση εγγράφων πριν την δίκη. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, αλλά δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας. (βλ. Ανδρέας Χριστοδούλου Τηλλυρή ή Δημητρίου, άλλως Ανδρέας Δημητριάδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271). Στην υπόθεση Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271, λέχθηκε ότι «κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως την υπόθεση είναι σχετικό». Αναφορικά με την επιθεώρηση εγγράφων 1η περίπτωση - Διαταγή Δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης διαδίκου, για επιθεώρηση εγγράφων που δεν αναφέρονται στα δικόγραφα. Η Δ.28, θ.5 προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα επιθεώρησης εγγράφων εκτός από αυτά που αναφέρονται στα δικόγραφα, στις λεπτομέρειες ή ενόρκους δηλώσεις ενός διαδίκου. Η αίτηση για την έκδοση τέτοιου διατάγματος πρέπει να στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που να δείχνει, πρώτον, για ποια έγγραφα ζητείται επιθεώρηση, δεύτερον, ότι ο αιτητής δικαιούται να τα επιθεωρήσει, και, τρίτον, ότι τα έγγραφα αυτά βρίσκονται στην κατοχή ή έλεγχο του άλλου διάδικου. 2η περίπτωση - Διαταγή του Δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης Δικαστηρίου, για προσαγωγή εγγράφων που αναφέρονται στα δικόγραφα. Διαταγή επιθεώρησης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την Ειδοποίηση προσαγωγής. Η Δ.28, θ.6 προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει, κατόπιν γραπτής αίτησης ενός διαδίκου, την προσαγωγή σε αυτόν ορισμένων εγγράφων που αναφέρονται στα δικόγραφα του αντιδίκου του στον οποίο έδωσε ειδοποίηση προσαγωγής. Διάδικος που παραλείπει να συμμορφωθεί με τέτοια ειδοποίηση, δεν θα δύναται να χρησιμοποιήσει τα έγγραφα αυτά κατά τη δίκη. Η Δ.28, θ.7 καθορίζει τον τύπο που πρέπει να λαμβάνει η ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων κατά τα αναφερόμενα στη Δ.28, θ.
  1. Η Δ.28, θ.8 καθορίζει το χρόνο εντός του οποίου ένας διάδικος οφείλει να συμμορφώνεται με ειδοποίηση που του δόθηκε βάσει της Δ.28, θ.θ.5 και
  2. Η Δ.28, θ.9 καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα επιθεώρησης εγγράφων με το οποίο να αναγκάζει έναν διάδικο, στον οποίο επιδόθηκε ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων βάσει της Δ.28, θ.6 και ο οποίος παρέλειψε να δώσει ειδοποίηση, ως απαιτεί η Δ.28,θ.8, για το χρόνο εντός του οποίου θα προσαγάγει τα έγγραφα προς επιθεώρηση. Σημειωτέον ότι στο Annual Practice του 1958, σελ. 718, αναφέρεται ότι δεν θα διαταχθεί διάδικος να προσαγάγει κάποιο έγγραφο εκτός εάν αμέσως ή εμμέσως έχει παραδεχθεί τόσο την κατοχή όσο και την σχετικότητα του. Η διαταγή για προσαγωγή εγγράφων που αναφέρονται στα δικόγραφα έχει σκοπό να δώσει στον αιτούντα διάδικο το ίδιο πλεονέκτημα που θα υπήρχε εάν τα έγγραφα τίθονταν αυτούσια στα δικόγραφα (βλ. Annual Practice 1958 σελ. 721-722). ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ. Γενική αποκάλυψη, ως αυτή που καλύπτεται από τη Δ.28, θ.1, δεν έχει νόημα να διαταχθεί στο παρόν στάδιο της δίκης, εφόσον τέτοιο διάταγμα είχε ήδη εκδοθεί και τηρηθεί από την Ενάγουσα με την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης του κ. Μάριου Γεωργίου, ημερ. 27.3.
  3. Η δικογραφία δεν έχει αλλάξει έκτοτε και συνεπώς δεν καθιστά αναγκαία την εκ νέου έκδοση της ίδιας διαταγής περί γενικής αποκάλυψης εγγράφων. Ούτε και είναι όμως αυτό το ζητούμενο της αίτησης. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν αξιώνουν την έκδοση Διατάγματος αποκάλυψης από τους Ενάγοντες όλων αδιακρίτως των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή των Εναγόντων, αλλά αντίθετα αξιώνουν την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης συγκεκριμένης τάξης ή κατηγορίας εγγράφων, ήτοι των αποδείξεων παραλαβής καυσίμων (όχι των τιμολογίων ή των καταστάσεων λογαριασμού ή οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων από αυτά που αναφέρονταν στη γενική αποκάλυψη εγγράφων). Συνεπώς, κατά την κρίση μου, η αίτησή τους θα πρέπει να αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο της Δ.28, θ.
  4. Το ερώτημα που ακολουθεί είναι κατά πόσον οι Εναγόμενοι - Αιτητές έχουν αποδείξει εκ πρώτης όψεως, στη βάση της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτησή τους, ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης που προηγήθηκε, ήτοι που καταχωρήθηκε ήδη στο Δικαστήριο από τους Ενάγοντες βάσει της Δ.28, θ.1, ήταν ανεπαρκής ή ελλιπής, όπως βέβαια θα πρέπει να αποδείξουν και τη σχετικότητα με τα επίδικα θέματα της ζητούμενης προς αποκάλυψη κατηγορίας εγγράφων (βλ., μεταξύ άλλων, την TBF (CYPRUS) Ltd v Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 153, 159). Κρίνω δίκαιο να παρατηρήσω ότι η προηγηθείσα ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης που καταχώρησαν οι Ενάγοντες στο Δικαστήριο, χαρακτηρίζεται από αοριστία, διότι αναφέρεται κατά τρόπο εντελώς γενικό στο ότι οι Ενάγοντες έχουν στην κατοχή τους «
  1. Κατάσταση λογαριασμού,
  2. Τιμολόγια,
  3. Αναλύσεις τιμολογίων και
  4. Αποδείξεις από τα πρατήρια», χωρίς καμία περαιτέρω λεπτομέρεια επαρκή για τον προσδιορισμό τους (π.χ. ημερ. έκδοσης, ποσό και αύξων αριθμό έκδοσης), στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε διατάξει όπως οποιοδήποτε απ' αυτά τα έγγραφα προσαχθούν για επιθεώρηση. Μια τόσο γενική και αόριστη αποκάλυψη εγγράφων δεν είναι η ενδεικνυόμενη ή αναμενόμενη (βλ. Annual Practice 1958 σελ. 716). Στο Annual Practice 1955 σελ. 522, επεξηγείται το τί συνιστά επαρκή περιγραφή των εγγράφων για σκοπούς αποκάλυψης. Παραθέτω τη σχετική περικοπή꞉ «Sufficient description of documents. It is sufficient if the documents are described in such a manner as to enable the production, if ordered, to be enforced (Taylor v Betten, QBD pp 87 - 88, Budden v Wilkinson [1893] 2 QB 432). The proper practice where they are numerous is to tie them in bundles, to schedule the bundles, and number the documents, or otherwise ear-mark them in such a way that the other party may ask for those which he wants to see. [.]». Εν προκειμένω, η προηγηθείσα ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης, αν και αποκαλύπτει ότι οι Ενάγοντες έχουν στην κατοχή τους «αποδείξεις από τα πρατήρια» εντούτοις δεν τις περιγράφει, δεν λέει ποιες είναι αυτές και πότε χρονολογούνται, με αποτέλεσμα να μην είναι αντιληπτό από τους Εναγομένους ποιες αφορούν στο αξιούμενο ποσό ως η Έκθεση Απαίτησης. Αξίζει στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι ούτε στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφούνται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τα τιμολόγια που παραμένουν απλήρωτα ή/και για τις κάρτες αγοράς καυσίμων επί πιστώσει που έμειναν απλήρωτες. Τούτο αλυσιδωτά, οδηγεί τους Εναγόμενους να αιτούνται μια εξίσου διευρυμένη αποκάλυψη της συγκεκριμένης κατηγορίας εγγράφων ως είναι οι αποδείξεις παραλαβής καυσίμων. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι ζητούν να διαταχθούν οι Ενάγοντες να αποκαλύψουν το σύνολο των 9172 αποδείξεων παραλαβής καυσίμων, που ως οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, εκδόθηκαν για όλη την περίοδο συνεργασίας τους με τους Ενάγοντες. Δεν μου διαφεύγει ότι η αιτούμενη αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων είναι τέτοιου εύρους που συμπίπτει κατ' ουσίαν με τη θεραπεία που αξιώνουν οι Εναγόμενοι ανταπαιτητικά. Θυμίζω ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ανταπαιτούν οι Εναγόμενοι την έκδοση Δικαστικού διατάγματος διατάττον τους Ενάγοντες όπως παράσχουν στους εναγόμενους λεπτομερείς αποδείξεις παραλαβής καυσίμων από τους Εναγόμενους για όλη την περίοδο συνεργασίας από το έτος 2009 έως το έτος
  5. Κατ' ουσίαν ζητείται από το Δικαστήριο να χορηγήσει τη θεραπεία αυτή, πριν αρχίσει η ακρόαση της ανταπαίτησης. Ωστόσο, είναι εδώ που αποκτά όντως αξία το γεγονός ότι υπάρχει καταγεγραμμένη κοινή δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων στο πρακτικό ως το ΤΕΚ. Α που δείχνει ότι οι Ενάγοντες έχουν κατ'ουσίαν δηλώσει στο Δικαστήριο ότι έχουν αποδεχθεί, εξωδικαστικά, αυτό που αξιώνουν ανταπαιτητικά οι Εναγόμενοι, διότι το να εξετάσουν οι λογιστές των Εναγομένων τα τιμολόγια και τις αποδείξεις παραλαβής καυσίμου όλης της περιόδου συνεργασίας των Εναγόντων με τους Εναγόμενους, προϋποθέτει την αποκάλυψη και επιθεώρηση όλων των τιμολογίων και των αποδείξεων παραλαβής καυσίμων της εν λόγω περιόδου. Όπως λέχθηκε στην απόφαση ημερ. 24.4.2015 στην Πολιτική Έφεση αρ. 126/10 «Ο δικηγόρος αντιπροσωπεύει τον πελάτη του και στη βάση της φαινόμενης πληρεξουσιότητας (austonsible authority) οι παραδοχές και οι διαβεβαιώσεις στις οποίες προβαίνει δεσμεύουν τον πελάτη του (βλ. μεταξύ άλλων, Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enterprises κ.α.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 814, Πιερίδου ν. Στυλιανίδου
(1990)1 Α.Α.Δ. 954, Καλαμαράς ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 343).» Και αυτό καθότι συνιστούσαν κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel by contact or estoppel in pais) και σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 253 το οποίο τυγχάνει πλήρους εφαρμογής υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι διαβεβαιώσεις του δικηγόρου του Δήμου έγιναν ενώπιον Δικαστηρίου. [...] Διαφορετικά δεν θα είχαν νόημα οι αρχές που διαχρονικά έχει διαμορφώσει η νομολογία επί του ζητήματος και θα εκμηδενιζόταν η αξία των δηλώσεων ή διαβεβαιώσεων στις οποίες προβαίνουν οι δικηγόροι ενώπιον του Δικαστηρίου, με όλες τις αντισυστημικές για την απονομή της δικαιοσύνης συνέπειες.». Κατά την κρίση μου, εμποδίζονται οι Εναγόμενοι να ισχυρίζονται στο παρόν στάδιο της δίκης, ήτοι μετά την πιο πάνω καταγραφείσα συμφωνία τους ως το ΤΕΚ. Α, ότι «οι αποδείξεις παραλαβής καυσίμου όλης της περιόδου συνεργασίας των Εναγόντων με τους Εναγόμενους» δεν είναι κατάλληλο να αποκαλυφθούν. Προχωρώ εν πάση περιπτώσει να εξετάσω αν αναφύεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση οποιοσδήποτε επιμέρους λόγος που να καθιστά μη δικαιολογημένο το αίτημα των Εναγομένων - Αιτητών στο παρόν στάδιο της δίκης. Απλή αντιπαραβολή της παρα. 6 της Ε/Δ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση των Εναγομένων - Αιτητών, με την αντίστοιχη παρα. 6 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση, φανερώνει τα εξής꞉ ότι ο μεν ομνύων εκ μέρους των Εναγομένων - Αιτητών ορκίζεται και λέγει ότι κατά τη συνάντηση προς υλοποίηση της συμφωνίας που περιέχεται στο ΤΕΚ. Α οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση τους προσκόμισαν προς επιθεώρηση «μόνο 630 αποδείξεις παραλαβής καυσίμων αντί 9172 που κάλυπτε την περίοδο συνεργασίας από το Σεπτέμβρη 2008 μέχρι τον Ιούλη του 2012», η δε ομνύουσα εκ μέρους των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση ορκίζεται και λέγει ότι «οι Καθ' ων η αίτηση έθεσαν στη διάθεση των Αιτητών όσα έγγραφα σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής», χωρίς όμως να αμφισβητεί τους απόλυτους αριθμούς των αποδείξεων παραλαβής καυσίμων που επικαλείται ο ομνύων εκ μέρους των Εναγομένων είτε ως του ακριβούς αριθμού αποδείξεων που δόθηκαν στους Εναγομένους κατά την προαναφερθείσα συνάντηση (ήτοι 630 αποδείξεις) είτε ως του συνολικού αριθμού αποδείξεων που έχουν εκδοθεί κατά τη συγκεκριμένη περίοδο συνεργασίας (ήτοι 9172 αποδείξεις). Επισημαίνω ότι δεν αμφισβητείται από την ομνύουσα εκ μέρους των Εναγόντων ότι αυτή είναι η έκταση της χρονικής περιόδου συνεργασίας μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων (κάτι που στην ίδια την Έκθεση Απαίτησης δεν προσδιορίζεται ρητά) ή/και το κατά πόσον όντως υπάρχουν στην κατοχή των Εναγόντων το σύνολο του αριθμού αποδείξεων που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι πρέπει να βρίσκονται στην κατοχή των Εναγόντων. Είναι σιωπηρή η Ε/Δ της επί τούτου. Για πρώτη φορά προβάλλεται άρνηση της ύπαρξης των ζητούμενων εγγράφων μέσω της παρα. 8.5, σελ. 3 της αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόντων. Δεν είναι όμως κατάλληλο να εισαχθεί ισχυρισμός γεγονότος (είτε θετικά είτε ως άρνηση) μέσω της γραπτής αγόρευσης παρά μόνο μέσω ένορκης δήλωσης. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι το Δικαστήριο από μόνο του δεν μπορεί να γνωρίζει για την ορθότητα του αριθμού αποδείξεων που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εκδόθηκαν από τους Ενάγοντες και οι οποίες πρέπει να βρίσκονται στην κατοχή τους, ούτε και είναι όμως κατάλληλο στάδιο να καταλήξει σε εύρημα γεγονότων για αυτό το στοιχείο και εφόσον τα δύο μέρη, δηλώνοντας τη συμφωνία ως το ΤΕΚ. Α ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπεισήλθαν σε αυτή τη λεπτομέρεια, σε ό,τι αφορά τον ακριβή αριθμό αποδείξεων που συμφωνούσαν να επιθεωρήσουν, κρίνω πως δεν είναι κατάλληλο να διαταχθεί η αποκάλυψη ή/και επιθεώρηση ενός συγκεκριμένου αριθμού. Προχωρούν οι συνήγοροι των Εναγόντων και λένε ότι αυτά που ζητούν οι Εναγόμενοι ν' αποκαλυφθούν έχουν εξοφληθεί, χωρίς όμως τούτο να είναι εύκολο να ελεγχθεί κατά τη δίκη από τους αντιδίκους τους ή/και από το Δικαστήριο, για να διακριβωθούν τα επίδικα, εφόσον, αφενός, στην Έκθεση Απαίτησης απουσιάζουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τα τιμολόγια ή/και για τις κάρτες αγοράς καυσίμων από το πρατήριο που εκκρεμούν για πληρωμή και, αφετέρου, στην ήδη καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση αποκάλυψης γίνεται γενικευμένη αναφορά σε «τιμολόγια» και σε «αποδείξεις από τα πρατήρια» χωρίς να δίδονται λεπτομέρειες αυτών που είναι επίδικα, ως προς τον αριθμό έκδοσης, την ημερομηνία έκδοσης και το ποσό που αφορά καθένα από αυτά. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, κρίνω πως, παρά την καθυστέρηση με την οποία υποβλήθηκε η αίτηση, εντούτοις είναι πράγματι αναγκαίο και θα βοηθήσει στην επίλυση του επίδικου στην αγωγή ζητήματος να προβούν οι Ενάγοντες σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης με ικανοποιητική λεπτομέρεια περιγραφής των αιτούμενων εγγράφων (ήτοι των αποδείξεων παραλαβής καυσίμων από τα πρατήρια) στα οποία θα βασισθούν κατά τη διάρκεια της δίκης για ν' αποδείξουν το αξιούμενο, ως οφειλόμενο, ποσό. Καταληκτικά, εκδίδεται Διάταγμα ως το αιτητικό «Α», υπό το εξής διαφοροποιημένο λεκτικό: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους ενάγοντες όπως αποκαλύψουν ενόρκως εις τους εναγόμενους ή τους δικηγόρους τους όλες τις αποδείξεις παραλαβής καυσίμων, οι οποίες αφορούν σε όλη την περίοδο συνεργασίας μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων και οι οποίες ευρίσκονται εις την κατοχή ή/και τον έλεγχο αυτών και οι οποίες σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση.» Ακολουθώντας τα προβλεπόμενα στη Δ.28, θ.11, εάν οι Ενάγοντες έπαυσαν να έχουν καθ'οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή τους, φύλαξη τους ή έλεγχό τους, οποιαδήποτε από τα έγγραφα που διατάττονται να αποκαλύψουν, τότε να δηλώσουν ενόρκως πότε τα αποξενώθηκαν και τί απέγιναν. Δεδομένου του μεγάλου αριθμού αποδείξεων που οι Ενάγοντες αναμένεται να αποκαλύψουν με κατάλληλη περιγραφή, εκδίδω Διάταγμα ως το αιτητικό «Β», με τη διαφοροποίηση ότι παρέχεται χρόνος 1 μηνός από την επίδοση σε αυτούς του Διατάγματος που εκδόθηκε ως το «Α» ανωτέρω. Όσον αφορά το αιτητικό «Γ» της αίτησης, κρίνω ότι, προς εξοικονόμηση χρόνου και δεδομένης της συμφωνίας που περιέχεται στο ΤΕΚ. Α, είναι δίκαιο να εκδοθεί, υπό το εξής διαφοροποιημένο λεκτικό: «Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως οι ενάγοντες επιτρέψουν στους Εναγόμενους ή στους δικηγόρους τους να επιθεωρήσουν τα έγγραφα που θα αποκαλυφθούν από τους Ενάγοντες με την ένορκη δήλωση που διατάχθηκε ως το Α ανωτέρω, εντός 1 μηνός εφόσον δοθεί ειδοποίηση προσαγωγής σε αυτούς από τους Εναγόμενους.» Δεν υπάρχει λόγος παρέκκλισης από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, γι' αυτό και τα δικηγορικά έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης (αν υπάρχουν) επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .................................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.