ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ κ.α., Αγωγή Αρ.: 750/2016, 19/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 750/2016 Μεταξύ: ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Ενάγοντα -και-
- ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, ΗΕ 109044
- ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, ΗΕ109043 Εναγομένων Ημερομηνία: 19.12.2017 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κα Αγάθη Νικολάου, για Α. Νικολάου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 - Αιτητές: κ. Φλουρέντζου για Ε. Φλουρέντζου & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει: «Α. Ποσό εκ €7.000- ως ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης συμφωνίας ασφάλισης μηχανοκίνητου οχήματος ή/και αθέτησης γραπτής συμφωνίας με αρ. 121009335 ή/και ζημιές επί του μηχανοκίνητου οχήματος. Β. Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης από μέρους των εναγομένων. Γ. Τιμωρητικές αποζημιώσεις. Δ. Νόμιμο τόκο επί των ανωτέρω ή/και επί των αποζημιώσεων που δύναται να επιδικάσει το Δικαστήριο. Ε. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. ΣΤ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Η εκδοχή γεγονότων επί των οποίων εδράζονται οι πιο πάνω αξιώσεις του Ενάγοντος, δικογραφήθηκε με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις14.4.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 10.5.2016 και ακολούθως, στις 13.9.2016, καταχώρησαν την Έκθεση Υπεράσπισης τους. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 23.9.2016 με την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Κατόπιν καταχώρησης εκ μέρους του Ενάγοντος κλήσης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30, η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου στις 25.11.2016, οπόταν διατάχθηκε η καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης. Στη συνέχεια κατά τη δικάσισμο ημερ. 7.2.2017 και αφότου οι διάδικοι είχαν ήδη καταχωρήσει αμφότεροι τον Ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και τη Σύνοψη της μαρτυρίας που θα προσκομίζετο κατά τη δίκη, δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για καταχώρηση εγγράφως της προτιθέμενης μαρτυρίας. Αμέσως μετά την εν λόγω δικάσιμο και ενόσω εκκρεμούσε η προθεσμία καταχώρησης της γραπτής μαρτυρίας των διαδίκων, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν στις 11.4.2017 την υπό κρίση αίτηση. Παράλληλα, από 30.3.2017 μέχρι 11.4.2017 συμπληρώθηκε η καταχώρηση της γραπτής μαρτυρίας των μαρτύρων για την υπόθεση του Ενάγοντος. B. Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αιτούνται꞉ «Α. Άδεια και/η διαταγή του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης ως εξής: Την προσθήκη μετά την παράγραφο 1 ως υποπαραγράφου 1α της προδικαστικής ένστασης ως ακολούθως: «1α. Οι εναγόμενες εγείρουν προδικαστική ένσταση και αναφέρουν ότι ο ενάγοντας κωλύεται απο το να εγείρει την παρούσα αγωγή και να αξιοί ως η απαίτηση του καθώς η αξίωση του έχει παραγραφεί σύμφωνα με τον όρο 6 του Μέρους Ι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου». Β. Οιανδήποτε και/η περαιτέρω θεραπεία. Γ. Έξοδα.». Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Δικαστικούς Θεσμούς Δ.25 Θ. 1 - 6, Δ.27, Δ.48 Θ. 1 - 4 και 9, Δ.64,το άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του ανθρώπου, στις αρχές της Δίκαιας Δίκης, στο Δίκαιο της Επιείκιας και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση της Νικολέττας Αλεξάνδρου εκ Λευκωσίας ημερ. 11.4.2017, την οποία και παραθέτω꞉
- «Είμαι δικηγόρος και εργάζομαι στο δικηγορικό γραφείο Ε. Φλουρέντζου & Σια ΔΕΠΕ, δικηγόρων των εναγομένων στην παρούσα αγωγή και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη παρ' αυτούς να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω.
- Είμαι η δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση και που είχε προετοιμάσει την έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων.
- Μετά την Κλήση για Οδηγίες και για σκοπούς ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων οι πελάτες μας, μας εφοδίασαν με διάφορα έγγραφα μεταξύ των οποίων και οι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που είχαν συνάψει με τον ενάγοντα. Να σημειωθεί ότι το βιβλιαράκι των όρων δεν το είχα αυτούσιο κατά την ετοιμασία της Έκθεσης Υπεράσπισης, παρά μόνο όταν τα έγγραφα της πλευράς μας θα επιθεωρούντο απο την άλλη πλευρά.
- Στις 7/2/17 το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως ετοιμασθούν και καταχωρηθούν ένορκες δηλώσεις μαρτύρων ως η νέα Διαταγή 30 προνοεί.
- Κατά την προετοιμασία και μελέτη των εγγράφων ούτως ώστε να ετοιμαστούν οι γραπτές ένορκες δηλώσεις μαρτύρων εντόπισα το συμβατικό όρο που υπήρχε για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος μετά την πάροδο 12 μηνών από την ημερομηνία που συνέβηκε το γεγονός για το οποίο προκύπτει η απαίτηση και την απαλλαγή της εναγόμενης αρ.1 εταιρείας για αποζημίωση.
- Ο ενάγοντας υπέβαλε την απαίτηση του στην εναγομένη αρ. 1 στις 31/3/2014 και η εναγομένη αρ. 1 με επιστολή της την απέρριψε στις 29/8/
- Σύμφωνα με τον όρο 6 του συμβολαίου υπάρχει απαλλαγή υποχρέωσης για αποζημίωση από την εναγομένη αρ. 1 εταιρεία σε περίπτωση που δεν εγερθεί αγωγή εντός 3 μηνών από την απόρριψη της απαίτησης και εν πάσει περιπτώσει εάν παρέλθει προθεσμία 12 μηνών από την ημερομηνία του συμβάντος. Αντίγραφο του εν λόγω όρου της σύμβασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ο ενάγοντας κατεχώρησε την παρούσα αγωγή 2 χρόνια μετά την επέλευση του συμβάντος για το οποίο ζητά αποζημίωση και συγκεκριμένα στις 14/4/2016, συνεπώς η αξίωση του έχει παραγραφεί με βάση τον όρο του συμβολαίου.
- Ως αναφέρω και ανωτέρω κατά τον χρόνο προετοιμασίας της Έκθεσης Υπεράσπισης δεν είχα τους όρους του συμβολαίου παρά μόνο τον όρο εξαίρεσης με βάση τον οποίο απορρίφθηκε η απαίτηση και εκ παραδρομής και καλόπιστα δεν εντόπισα νωρίτερα τον εν λόγω όρο παραγραφής εφόσον δεν είχα στην κατοχή μου το βιβλιαράκι των όρων για να μπορώ να τον εγείρω στην υπεράσπιση που ετοίμασα.
- Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι συντρέχει η εξαίρεση του θεσμού 3 της Διαταγής 25 και συγκεκριμένα το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος εφόσον μετά την Κλήση για Οδηγίες υπέπεσε στην αντίληψη μου ο ουσιώδης αυτός συμβατικός όρος και για το λόγο αυτό θεωρώ ορθό όπως επιτραπεί η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μας με την προσθήκη της Προδικαστικής Ένστασης αναφορικά στην παραγραφή.
- Τονίζω δε, ότι στην Ένορκη του γραπτή μαρτυρία ο ίδιος ο ενάγοντας επεσύναψε τον εν λόγω όρο παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος επομένως δεν αμφισβητεί την ύπαρξη του εν λόγω όρου.
- Εξ' όσον κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και συμβουλεύομαι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται σε στάδιο που ακόμα η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει και η παρούσα αίτηση γίνεται χωρίς καθυστέρηση και αμέσως μόλις εντοπίστηκε το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος.
- Πιστεύω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν πρόκειται να επηρεάσει τον Ενάγοντα καθ' οιονδήποτε τρόπο ο οποίος να μην θεραπεύεται με έξοδα, ενόψει του ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν γίνεται με κακή πίστη, ούτε ανατρέπει το πρόγραμμα εκδίκασης της υποθέσεως για να προκύπτει θέμα τυχόν καθυστέρησης και/ή δεν τίθεται θέμα καθυστερημένης καταχώρησης της παρούσης με βάση τα όσα έχουν εκτεθεί, αφού δεν έχει καν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία αλλά αντίθετα γίνεται στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης των γενικότερων συμφερόντων της δικαιοσύνης και της γενικότερης φιλοσοφίας που διέπει το δικαιϊκό μας σύστημα, με δεδομένο ότι τα Δικαστήρια μας έχουν Νομολογιακά χαρακτηρισθεί ως Δικαστήρια ουσίας. Εν όψει όλων των όσων έχουν εκτεθεί πιστεύω ότι το αίτημα μου είναι ορθό και δίκαιο και ως εκ τούτου θα πρέπει να εγκριθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.». Γ. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ Η πλευρά του Ενάγοντα ενίσταται στην αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχωρήθηκε στις 9.6.2017 εγείρονται συνολικά 21 λόγοι ένστασης, ως εξής꞉ «
- Η αίτηση είναι δικονομικά και/ή επί της ουσίας ανυπόστατη και/ή αβάσιμη και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης της, διά της προσθήκης προδικαστικής ένστασης.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
- Η αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα του Ενάγοντα για δίκαιη δίκη αφού έχει ήδη αποπερατώσει την μαρτυρία του υπό την μορφή έγγραφης μαρτυρίας και σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιτρέψει την τροποποίηση δεν θα είναι σε θέση να αντικρούσει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ή/και την προδικαστική ένσταση την οποία θέλουν οι Αιτητές - Εναγόμενοι να προσθέσουν στην υπεράσπισης τους.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική, προκαλεί ζημιά στον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η αίτηση εφόσον σκοπό έχει να ανατρέψει το βάθρο των γεγονότων τα οποία έχουν μέχρι σήμερα καθορισθεί και αποσαφηνισθεί από τα δικόγραφα.
- Η αιτούμενη υπό τους Αιτητές, τροποποίηση αν επιτραπεί θα παραβιάσει την αρχή περί ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων και θα φέρει τον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση σε δυσμενή θέση αφού έχει ήδη αποπερατώσει την δική του μαρτυρία.
- Δεν τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των Αιτητών.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και ανεπίτρεπτη στο παρών στάδιο, αφού καταχωρείται με μεγάλη καθυστέρηση και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της ενάγουσας με την μορφή έγγραφης μαρτυρίας συμφώνως των οδηγιών του Δικαστηρίου.
- Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και/ή με υπερβολική αργοπορία χωρίς ικανοποιητική εξήγηση των λόγων καθυστέρησης, αφού οι αιτούμενοι προς προσθήκη ισχυρισμοί ή/και προδικαστική ένσταση ήτο γνωστοί ή/και έπρεπε να ήτο γνωστοί προ της καταχώρησης της Υπεράσπισης.
- Ουδεμία αιτιολογία δίδεται αναφορικά με την καθυστέρηση των Εναγόμενων - Αιτητών από την καταχώρηση της Εκθέσεως Υπεράσπισης μέχρι να αποταθεί εν τέλει στο Δικαστήριο με την παρούσα αίτηση ημερ. 11/04/
- Η καθυστέρηση της καταχώρησης της παρούσας αίτησης από τους Εναγόμενους - Αιτητές είναι τέτοιας έκστασης που υπονομεύει το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου.
- Η αιτούμενη τροποποίηση δεν βασίζεται σε ύπαρξη νεοδημιουργηθέντων γεγονότων (nova producta), ούτε σε ύπαρξη νεοανακαλυφθέντων γεγονότων (nova reperta) και/ή εν πάση περιπτώσει αφορά γεγονότα που ακόμα και αν δεν ήταν εις γνώση τους εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τους Εναγόμενους - Αιτητές και/ή τους δικηγόρους τους και να συμπεριληφθούν στην έκθεση υπεράσπισης τους από την αρχή και όχι μετά την αποπεράτωση της μαρτυρίας και των δύο πλευρών.
- Δεν προβάλλεται κανένας ουσιαστικός ή ικανοποιητικός λόγος ή δικαιολογία η οποία μπορεί να ελεγχθεί για την αληθοφάνεια της, γιατί οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που επιδιώκονται να προστεθούν στην έκθεση υπεράσπισης δεν έχουν προβληθεί στο παρελθόν αφού τα γεγονότα εις τα οποία στηρίζονται ήταν στην σφαίρα γνώση των Aιτητών.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα πλήξει τα συνταγματικά δικαιώματα του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση ως αυτά προβλέπονται ή/και προστατεύονται επί του άρθρου 30 του Συντάγματος για την διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου, στερώντας τους δια τούτου την ελευθερία τους και την ισότητα τους έναντι του Νόμου. Περαιτέρω η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα οδηγήσει στον εκτροχιασμό της διαδικασίας εφόσον και οι δύο πλευρές έχουν καταχωρήσει τις έγγραφες μαρτυρίες τους ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου.
- Η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει ριζική αντικατάσταση και/ή μετατροπή στη φύση και/ή στον χαρακτήρα της υπεράσπισης των Eναγόμενων - Αιτητών.
- Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται ουσιαστικά, η αντικατάσταση της υφιστάμενης έκθεσης υπεράσπισης και η εισαγωγή νέων πραγματικών ισχυρισμών και/ή γεγονότων τα οποία συνιστούν προδικαστική ένσταση, και θεμελιώνουν νέα γραμμή υπεράσπισης, τυχόν αποδοχή της οποίας θα σήμαινε την δημιουργία νέας υπεράσπισης, επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και διεύρυνση του νομικού και πραγματικού πλαισίου της δίκης.
- Οι Αιτητές σε κάθε περίπτωση είχαν την δυνατότητα να προβούν ή/και να λάβουν τα αναγκαία διαβήματα ως προς την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος σε χρόνο προγενέστερο της παρούσας αίτησης και πριν την παρουσίαση ή/και κατάθεση των έγγραφων μαρτυριών από τους διαδίκους ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου.
- Με την παρούσα αίτηση, οι Αιτητές επιχειρούν να θεραπεύσουν την ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος από μέρους τους.
- Οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν ουσιώδη γεγονονότα τα οποία είναι ουσιώδη για την ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου επί τούτου.
- Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση και τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσης αιτήσεως είναι σε κάθε περίπτωση ψευδή και/ή ασαφώς εκτεθέντα και/ή ελλειπή και/ή δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
- Οι Εναγόμενοι - Αιτητές παραποιούν ουσιώδη για την εδώ διαδικασία γεγονότα τα οποία συνιστούν σε κάθε περίπτωση εκ των υστέρων επινοήματα προκειμένου να διορθώσουν ή/και αποκαταστήσουν το σφάλμα ή/και την αμέλεια στην οποία έχουν υποπέσει, παρά την αδικαιολόγητη καθυστέρηση από πλευράς τους, καταχρώμενη την διαδικασία και βασιζόμενοι στο δυσαπόδεικτο της αναλήθειας των παρατιθέμενων ισχυρισμών τους.
- Οι παραλείψεις και/ή αβλεψίες των συνηγόρων των Εναγόμενων - Καθ' ων η αίτηση δεν αποτελούν υπό τις περιστάσεις σφάλμα το οποίο μπορεί να συγχωρεθεί από το Δικαστήριο. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση του Ενάγοντος εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 9.6.2017 της κας Στέλλας Καγιά, από την Λάρνακα, η οποία, ως δηλώνει, είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη υπό τον Ενάγοντα, για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα από προσωπική γνώση, καθώς επίσης από πληροφόρηση που έλαβε από τον Ενάγοντα, αλλά και από το φάκελο της δικογραφίας που τηρείται στο γραφείο των εν λόγω δικηγόρων. Ο λόγος για τον οποίο προβαίνει η κα Καγιά στην ένορκη δήλωση είναι η απουσία του Ενάγοντα στο εξωτερικό, καθ'ότι είναι μόνιμος κάτοικος Αγγλίας. Η κα Καγιά καταγράφει τη διαφωνία της με την αιτούμενη θεραπεία που επιδιώκουν οι Εναγόμενοι. Υιοθετεί και επαναλαμβάνει στην Ε/Δ της τους λόγους ένστασης που δικογραφήθηκαν και καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, προς το Δικαστήριο τα εξής꞉ «
- Οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η αίτηση επιδιώκουν να τροποποιήσουν την Έκθεση Υπεράσπισης τους, ημερ. 13/09/2016, έξι
(6)μήνες μετά την καταχώρηση αυτής και αφότου καταχωρίσθηκαν και από τις δύο πλευρές οι έγγραφες μαρτυρίες τους και η αγωγή ήτο ένα βήμα πριν την Ακρόαση της, προφασιζόμενοι ότι δεν βρισκόταν στην κατοχή τους το ασφαλιστήριο έγγραφο, το οποίο επήλθε στην κατοχή τους κατά την ετοιμασία της έγγραφης μαρτυρίας.
- Οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία είναι ουσιώδη για την ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου επί τούτου.
- Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση και τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσης αιτήσεως είναι σε κάθε περίπτωση ψευδή και ασαφώς εκτεθέντα και ελλειπή και δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
- Οι Εναγόμενοι - Αιτητές παραποιούν ουσιώδη για την εδώ διαδικασία γεγονότα τα οποία συνιστούν σε κάθε περίπτωση εκ των υστέρων επινοήματα προκειμένου να διορθώσουν και αποκαταστήσουν το σφάλμα και την αμέλεια στην οποία έχουν υποπέσει, παρά την αδικαιολόγητη καθυστέρηση από πλευράς τους, καταχρώμενη την διαδικασία και βασιζόμενοι στο δυσαπόδεικτο της αναλήθειας των παρατιθέμενων ισχυρισμών τους.
- Είναι η θέση μου ότι ήταν αδύνατο να μην τα γνωρίζουν ή να μην ήταν στην σφαίρα γνώσης τους, καθότι το ασφαλιστήριο έγγραφο ήταν στην κατοχή των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους Εναγόμενους κατά την επιθεώρηση εγγράφων που διενεργήθηκε μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων. Ο ισχυρισμός αυτός των Εναγόμενων - Αιτητών δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη λόγω της αληθοφάνειας του και ως τέτοιος θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο καθότι θα μπορούσε εύκολα να εξακριβωθεί από την καταχώρηση της υπεράσπισης και όχι μετά την πάροδο τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος.
- Εξ' όσων με έχουν ενημερώσει οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και ανεπίτρεπτη στο παρών στάδιο, αφού καταχωρείται με μεγάλη καθυστέρηση και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της ενάγουσας με την μορφή έγγραφης μαρτυρίας συμφώνως των οδηγιών του Δικαστηρίου. [
- - 13]
- Η αιτούμενη τροποποίηση δεν βασίζεται σε ύπαρξη νεοδημιουργηθέντων γεγονότων (nova producta), ούτε σε ύπαρξη νεοανακαλυφθέντων γεγονότων (nova reperta) και εν πάση περιπτώσει αφορά γεγονότα που ακόμα και αν δεν ήταν εις γνώση τους, εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τους Εναγόμενους - Αιτητές ή τους δικηγόρους τους και να συμπεριληφθούν στην έκθεση υπεράσπισης τους από την αρχή και όχι μετά την αποπεράτωση της μαρτυρίας και των δύο πλευρών. [15.]
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα πλήξει τα συνταγματικά δικαιώματα του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση ως αυτά προβλέπονται και προστατεύονται επί του άρθρου 30 του Συντάγματος για την διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου, στερώντας τους δια τούτου την ελευθερία τους και την ισότητα τους έναντι του Νόμου. Περαιτέρω η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα οδηγήσει στον εκτροχιασμό της διαδικασίας εφόσον και οι δύο πλευρές έχουν καταχωρήσει τις έγγραφες μαρτυρίες τους ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου.
- Η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει ριζική αντικατάσταση και μετατροπή στη φύση και στον χαρακτήρα της υπεράσπισης των Eναγόμενων - Αιτητών.
- Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται ουσιαστικά, η αντικατάσταση της υφιστάμενης έκθεσης υπεράσπισης και η εισαγωγή νέων πραγματικών ισχυρισμών και γεγονότων τα οποία συνιστούν προδικαστική ένσταση και θεμελιώνουν νέα γραμμή υπεράσπισης, τυχόν αποδοχή της οποίας θα σήμαινε την δημιουργία νέας υπεράσπισης, επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και διεύρυνση του νομικού και πραγματικού πλαισίου της δίκης. [
- - 20]
- Η αίτηση είναι δικονομικά και επί της ουσίας ανυπόστατη και αβάσιμη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης της, διά της προσθήκης προδικαστικής ένστασης. [22 - 27]
- Συνακόλουθα των ανωτέρω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι ειδικές περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης για παράταση της προθεσμίας.
- Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, θεωρώ ότι η αίτηση των Εναγόμενων - Αιτητών ουδεμία εκ των προϋποθέσεων που θέτουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας καθώς και η πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί τούτου πληρούν, γίνεται προς κατάχρηση της διαδικασίας και στηρίζεται επί αναληθών γεγονότων και είναι συνεπώς δίκαιο, εύλογο και ορθό να απορριφθεί με έξοδα εναντίον τους.» ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η τροποποίηση δικογράφων ρυθμίζεται βάσει της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Από 1.1.2016 τυγχάνουν καθολικής εφαρμογής ανεξαρτήτως κλίμακας, σε όλες τις αγωγές που καταχωρήθηκαν μετά την 1.1.2015, οι Διατάξεις της νέας Δ.
- Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι οι θεσμοί 1 έως 3 της νέας Δ.25, όπου προβλέπονται τα εξής꞉ «Δ.25, θ.1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Είναι αμέσως εμφανής η διαφοροποίηση του θεσμικού πλαισίου που επικρατεί βάσει της νέας Δ.25, θ.θ. 1 έως 3 συγκριτικά προς ό,τι ίσχυε προηγουμένως βάσει της παλαιάς Διαταγής 25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Είναι πολύ πιο περιοριστικό το πλαίσιο της νέας Δ.
- Δεν επιτρέπεται πλέον η τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Περιορίζεται σε δύο μόνο περιπτώσεις η ευχέρεια τροποποίησης δικογράφων άπαξ και εκδοθεί η κλήση για οδηγίες꞉ (α) εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και (β) νέα δεδομένα. Απεναντίας, η παλαιά Διαταγή 25 προέβλεπε ότι: «
- Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιον τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.». Η παλαιά Δ.25, θ.1 είχε ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 4/3/2013, λέχθηκαν τα εξής: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Clive Preece) "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος, μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου.) Η έκδοση ενός Διατάγματος Τροποποίησης δυνάμει της παλαιάς Δ.25, θ.1 προϋπόθετε μια διεργασία προσδιορισμού αυτού που είναι αναγκαίο για επίλυση της ουσίας της διαφοράς κατά τρόπο που να επιτυγχάνεται η αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και η αποτροπή της πολλαπλότητας των δικαστικών διαδικασιών. Ήταν έργο του Δικαστηρίου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατάλληλα προς εξασφάλιση των στόχων αυτών. Έργο που επιτελείται μετά τη συνεκτίμηση όλων των παραγόντων που αφορούν στην κάθε περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων και επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν, στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237). Μέσα στο πιο πάνω πλαίσιο της παλαιάς Δ.25, ακόμη και εκεί όπου η απαιτούμενη τροποποίηση ήταν το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, μπορούσε να εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης, νοουμένου ότι δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη κ.α., Πολιτική Έφεση 79/2009, 4.5.2012). Τούτο, βεβαίως, εφόσον ο αιτητής, δεν ενεργούσε κακόπιστα. Σχετικά με τον παράγοντα καθυστέρηση, στην απόφαση ημερ. 20.3.2014 στις Πολιτικές Εφέσεις 137/13 και 138/13, IKOS CIF LTD v Martin Coward, λέχθηκαν τα εξής꞉ «(σ)ταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).». Τέλος, στην πιο πάνω απόφαση IKOS CIF LTD επισημάνθηκε ότι- «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Η προαναφερθείσα γραμμή της νομολογίας, προσαρμοσμένη ασφαλώς κατά το μέτρο του δυνατού στο πλαίσιο της νέας Δ.25, θ.θ. 1 - 3, εξακολουθεί να είναι καθοδηγητική. Δεδομένου ότι η επιδιωκόμενη στην παρούσα υπόθεση τροποποίηση αφορά στην εισαγωγή προδικαστικού νομικού σημείου στην έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά και στις αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα. Αναφέρομαι στις αρχές αυτές, προκειμένου να αξιολογήσω κατά πόσον η εισαγωγή και έγερση προδικαστικού σημείου στο παρόν στάδιο της δίκης είναι καθυστερημένη σε βαθμό ανεπίτρεπτο. Η προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων διέπεται από τις Διαταγές 27 και 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υπάρχει πλούσια νομολογία που τις ερμηνεύει (Βλ., μεταξύ άλλων, Χ''Οικονόμου Ιωάννης Νικόλα ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, Castas Mavromoustaki v. Iacovos Ν. Yeroudss as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, 5 Maroula Athanassi Michaelides (Wife of Aiistotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichaeJ Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport (mi) 1 CLR 322). Οι νομολογημένες αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: (α) Σχετική αίτηση εκδίκασης νομικών σημείων κατά προτεραιότητα πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. (β) Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). (γ) Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. (δ) Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Πάντως, σύμφωνα με τη Διαταγή 27, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να αποφασίσει προδικαστικό νομικό σημείο που εγείρεται στα δικόγραφα σε οποιοδήποτε στάδιο του φαίνεται κατάλληλο. Συνεπώς, δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο από το να αποφασίσει αυτεπάγγελτα την κατά προτεραιότητα εκδίκαση νομικού σημείου, ακόμη και αν δεν το αιτηθούν οι διάδικοι, εφόσον φαίνεται σε αυτό ότι θα είναι καθοριστικό για την έκβαση της δίκης ή ενός ουσιώδους θέματος στη δίκη. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ. Όπως σαφώς αναφέρθηκε πιο πάνω, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει της νέας Δ.25, θ.3 να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων άπαξ και έχει εκδοθεί η κλήση για οδηγίες περιορίζεται σε δύο μόνο περιπτώσεις꞉ (α) όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι υπήρξε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και (β) όπου έχουν προκύψει νέα δεδομένα. Είναι πρόδηλο, στην όψη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ότι αυτή δεν προωθείται στη βάση νέων δεδομένων τα οποία να ανέκυψαν ή να ανακαλύφθηκαν μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που διέπει τη σχέση Ενάγοντα και Εναγομένων ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήτοι από την ημερομηνία έγερσης της αγωγής μέχρι και την ημερομηνία που εκδόθηκε η κλήση για οδηγίες, το ίδιο. Συνεπώς, ο όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στον οποίο οι Εναγόμενοι επιδιώκουν να στηρίξουν το προδικαστικό νομικό σημείο ήταν εξ αρχής εντός του πεδίου γνώσης των Εναγομένων και κατ' επέκταση θα μπορούσε να ήταν με εύλογη επιμέλεια εντός του πεδίου γνώσης των δικηγόρων τους. Επομένως, η επιδιωκόμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης για εισαγωγή τέτοιου προδικαστικού νομικού σημείου, αναμφίβολα, εκπίπτει της 2ης περίπτωσης της Δ.25, θ.3. Είναι εξίσου εμφανές ότι η παράλειψη των Εναγομένων να εγείρουν το προτεινόμενο προδικαστικό νομικό σημείο στην Έκθεση Υπεράσπισής τους αποτελούσε λάθος των ιδίων ή/και των δικηγόρων τους. Ήταν κατ' αρχάς ευθύνη των Εναγομένων να εφοδιάσουν τους δικηγόρους τους έγκαιρα με τα αποδεικτικά στοιχεία, εν προκειμένω με το βιβλιάριο που περιέχει τους όρους του ασφαλιστήριου συμβολαίου, που είχαν στην κατοχή τους και τα οποία θα προόριζαν να παρουσιάσουν στη δίκη, ώστε να προωθούσαν με επάρκεια την υπεράσπισή τους, ανεξαρτήτως του πότε θα αποκάλυπταν τα έγγραφα αυτά στους αντιδίκους τους ή/και ανεξαρτήτως του πότε θα τα έθεταν στη διάθεση των αντιδίκων τους για επιθεώρηση. Ήταν συγχρόνως και ευθύνη των δικηγόρων των εναγομένων να συμβουλεύσουν τους πελάτες τους ως προς τα έγγραφα που χρειαζόταν να τους εφοδιάσουν για να προβούν σε πλήρη μελέτη και προετοιμασία της υπεράσπισής τους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, κρίνω πως το λάθος που έγινε ήταν καλόπιστο και όχι κακόπιστο, αφού δεν απεκρύβη κάτι το οποίο να ωφελούσε τον Ενάγοντα ή τη δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα. Η υπόθεση του Ενάγοντα ήταν και παραμένει η ίδια, στηριγμένη στους όρους του ίδιου ασφαλιστήριου συμβολαίου. Η μαρτυρία την οποία αυτός έχει εισάξει είναι αυτή στην οποία και οι Εναγόμενοι επιθυμούν να στηρίξουν το προδικαστικό νομικό τους σημείο. Το νομικό σημείο που οι Εναγόμενοι επιδιώκουν να εισάξουν ως προδικαστικό στην Έκθεση Υπεράσπισής τους ενδέχεται να είναι καθοριστικό για την τύχη της αγωγής, αφού άπτεται της παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής κατά των Εναγομένων. Η όποια καθυστέρηση θα προκληθεί από την τροποποίηση των δικογράφων είναι κατά κανόνα αποζημιώσιμη με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα, ενώ αντίθετα η άρνηση χορήγησης της άδειας τροποποίησης του δικογράφου θα αποστερήσει από τους Εναγόμενους την ευχέρεια να εγείρουν ένα ουσιώδες νομικό ζήτημα το οποίο αναφύεται μέσα από το μαρτυρικό υλικό (τους όρους του ασφαλιστήριου συμβολαίου) που βρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Καταλήγω να κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθεί η άδεια τροποποίησης και εγκρίνω την αίτηση ως το αιτητικό «Α» αυτής. Δεδομένου του κανόνα ότι τα έξοδα μιας δίκης ακολουθούν το αποτέλεσμα, και εφόσον εδώ ηγέρθη ένσταση η οποία απορρρίπτεται, τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών και εναντίον του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα, όμως, που θα προκληθούν συνεπεία της τροποποίησης κρίνεται δίκαιο να επιδικασθούν υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)............................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο