← Κύπρος

VOLKSWAGEN BANK GMBH ν. Ελευθερία Χριστοδούλου κ.α., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 683/2015, 27/11/2017

VOLKSWAGEN BANK GMBH ν. Ελευθερία Χριστοδούλου κ.α., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 683/2015, 27/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 683/2015 ΜΕΤΑΞΥ: VOLKSWAGEN BANK GMBH Εναγόντων -και-

  1. Ελευθερία Χριστοδούλου
  2. Μιχάλη Χριστοδούλου Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 27.11.2017 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση꞉ κ. Μιχαήλ, για κα Δώνα Κωνσταντίνου, για Γιώργος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους - Αιτητές꞉ κ. Φ. Φανή, για Νίκος Δαμιανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ---------------------------------------------------------------------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 2.3.2017 ΥΠΟ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 - ΑΙΤΗΤΩΝ ΓΙΑ ΑΚΥΡΩΣΗ ΚΑΙ/Ή ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡ. 30.6.2016 ------------------------------------------------------ Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία βασίζεται στη Δ.2 θ.2, Δ.5 θ.9, Δ.6, Δ.16 θ.θ. 5,9, Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.θ. 1, 2 10, 14, Δ.33 θ.θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, Δ.48, θ..θ. 1, 3 , 9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη - Αιτήτρια ζητεί από το Δικαστήριο: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για ακύρωση ή/και παραμερισμό (SETTING ASIDE) της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.6.2016 εναντίον τους στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Β. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή/και θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη ή/και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Γ. Έξοδα.». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση, ημερ. 2.3.2016, του κ. Μιχάλη Χριστοδούλου (Εναγομένου 2) από τη Λάρνακα, ο οποίος δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από την Εναγομένη 1 για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Προωθούνται κατ' ουσίαν δύο λόγοι παραμερισμού με την ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2꞉ Πρώτον, ότι η απόφαση χωρεί παραμερισμού ex debito justitiae, καθότι εκδόθηκε ερήμην των Εναγομένων 1 και 2, ενόσω αυτοί είχαν ήδη καταχωρημένο σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Δεύτερον, ότι η απόφαση χωρεί παραμερισμού λόγω του ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και/ή τα γεγονότα αποκαλύπτουν καλή υπεράσπιση. Παραθέτω πιο κάτω όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 αναφορικά με τον πρώτο λόγο παραμερισμού: «
  3. Η παρούσα αγωγή μας επιδόθηκε στις 18/06/
  4. Άµεσα επισκέφτηκα τους Δικηγόρους µας όπου και τους έδωσα οδηγίες να καταχωρήσουν σηµείωµα εµφάνισης.
  5. Οι Δικηγόροι µου καταχώρησαν σηµείωµα Εµφάνισης εντός του Δικαστικού φακέλου κατά την 1/7/2015, επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 αντίγραφο του σηµειώµατος εµφάνισης που καταχωρήθηκε.
  6. Τo πιο πάνω εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και είχα πληροφορηθεί από τους δικηγόρους µου αφέθηκε και στη δικαστική θυρίδα των εναγόντων.
  7. Εξ όσων με είχαν πληροφορήσει οι δικηγόροι μου, αφ' ης στιγμής καταχωρείται σημείωμα εμφάνισης, η υπόθεση δεν μπορούσε να προωθηθεί περαιτέρω χωρίς να λάβουμε γνώση.
  8. Όπως προκύπτει από το τεκµήριο 1 πιο πάνω αυτό έχει σφραγιστεί και χρονολογηθεί από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας γεγονός που αποτελεί απόδειξη για την καταχώριση του.
  9. Περί τις 14/02/2017 επικοινώνησε µαζί µου δικαστικός επιδότης για να µου αναφέρει ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον µου και µε πληροφόρησε ότι έχει στην κατοχή του ένταλµα κατάσχεσης κινητής περιουσίας.
  10. Τότε εγώ αποτάθηκα στους δικηγόρους µου για να πληροφορηθώ το τι συνέβη.
  11. Σε συνάντηση που είχα στο γραφείο των δικηγόρων µου περί την 14/02/2017 πληροφορήθηκα ότι ουδέποτε επεδόθη οποιαδήποτε αίτηση για απόφαση και ότι εν πάση περιπτώσει θα προέβαιναν σε έρευνα στο φάκελο του δικαστηρίου.
  12. Πράγµατι από έρευνα στο φάκελο του δικαστηρίου διαπιστώθηκε οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 08/04/2016, µονοµερή αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης σηµειώµατος εµφάνιση. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 αντίγραφο της αίτησης ηµεροµηνίας 8/4/
  13. Η αίτηση των Εναγόντων ορίστηκε για ακρόαση και το Δικαστήριο αφού άκουσε τους μάρτυρες των Εναγόντων για μια απαίτηση που στηρίχθηκε σε γεγονότα που δεν τέθηκαν ποτέ υπόψη μας, επιφύλαξε την απόφασή του στις 30.6.
  14. Στις 30/06/2016 εξεδόθη απόφαση εναντίον όλων µας ως Εναγόµενοι, επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 αντίγραφο της Δικαστικής Απόφασης ηµεροµηνίας 30/6/
  15. Τα πιο πάνω εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μου.». Παραθέτω ακολούθως τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 αναφορικά με το δεύτερο λόγο παραμερισμού: «
  16. Αναφορικά µε την ουσία της υπόθεσης πιστεύω ότι έχουµε πολύ καλή υπεράσπιση και είναι δίκαιο και πρέπον όπως µας δοθεί η ευκαιρία να προβάλουµε την υπεράσπιση µας αφού παραµεριστεί η απόφαση εναντίον µας.
  17. Διαζευκτικά με τα ανωτέρω έχουμε καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση να εγείρουμε τα εξής꞉ (α) Η παράγραφος 4(β)(iii) της έκθεσης απαίτησης, που αναφέρεται σε δικαίωμα επιβολής επιπρόσθετου τόκου υπερημερίας προς 7,9% ετησίως, σε περίπτωση μη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης, είναι καταχρηστικός, αόριστος ασαφής, επιβάλλει δυσανάλογα ψηλή αποζημίωση υπέρ των εναγόντων και συνιστά ποινική ρήτρα. Για την εφαρμογή της πρέπει να αποδείξει η άλλη πλευρά ειδική ζημιά ώστε να του επιδικαστεί αυτή η απαίτηση από το Δικαστήριο. Εξ όσων με έχει πληροφορήσει ο δικηγόρος μου δεν έχει αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και εν πάση δε περιπτώσει σύµφωνα και µε συµβουλή του δικηγόρου µου πρέπει να λάβει χώρα πλήρης ακροαµατική διαδικασία για απόδειξη του ανωτέρω και να µου παρασχεθεί το δικαίωµα αντεξέτασης και αµφισβήτησης των ισχυρισµών της άλλης πλευράς. (β) Εξ όσων µε πληροφορούν οι δικηγόροι µας η απόφαση που εκδόθηκε ερήµην µας πάσχει αφού το πιο πάνω θέµα ως νοµικό έπρεπε να ελεγχθεί αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο κατά το στάδιο της απόδειξης της υπόθεσης. (γ) Οι όροι που προβάλλονται στη παράγραφο 4 της εκθέσεως απαιτήσεως, αναφορικά µε το δικαίωµα των εναγόντων να τροποποιούν το βασικό επιτόκιο, την προσαύξηση, τον τόκο υπερηµερίας, τις προµήθειες και τραπεζικά δικαιώµατα είναι όροι καταχρηστικοί που παρά την απαίτηση καλής πίστης δηµιουργούν ιδιαίτερη ανισορροπία ανάµεσα στα δικαιώµατα και υποχρεώσεις των µερών και εν πάσει περιπτώσει είναι αντίθετοι µε τις πρόνοιες του Νόµου που εισάγει περιοριστικές διατάξεις αναφορικά µε ορισµένες καταχρηστικές ρήτρες σε συµβάσεις που συνάπτονται µε καταναλωτές Νόµος 93

(1)/1996 και εν πάση περιπτώσει είναι όροι αόριστοι και ανεφάρµοστοι και κατά συνέπεια παράνοµοι και άκυροι. (δ) Αναφορικά µε τη παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης την αρνούµαι, αµφισβητώ το εν λόγω ποσό που ως διαφαίνεται και από την έκθεση απαιτήσεων, συµπεριλαµβανοµένου των τόκων υπερηµερίας και τις µονοµερείς ενέργειες των εναγόντων να τροποποιούν το βασικό επιτόκιο, την προσαύξηση, τον τόκο υπερηµερίας, τις προµήθειες και τραπεζικά δικαιώµατα ως και τον υπολογισµό του και σύµφωνα και µε συµβουλή του δικηγόρου µου πρέπει να λάβει χώρα πλήρης ακροαµατική διαδικασία για απόδειξη του ανωτέρω και να µου παρασχεθεί το δικαίωµα αντεξέτασης και αµφισβήτησης των ισχυρισµών της άλλης πλευράς (ε) Η έκθεση απαίτησης πάσχει για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν καταγράφει ότι έλαβε χώρα νόµιµος τερµατισµός, άρα, συµφώνα και µε συµβουλή του δικηγόρου µου, δεν µπορούσαν οι ενάγοντες να προχωρήσουν σε απόδειξη χωρίς να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου τη δικογραφηµένη θέση τους η οποία είναι το αποκλειστικό υπόβαθρο που πλαισιώνει τη δίκη. (η) Εν πάση δε περιπτώσει δεν έλαβε χώρα νόµιµος τερµατισµός της συµφωνίας ούτε ειδοποίησης µου, για τερµατισµό συµφώνα µε το Νόµο. (ζ) Σε απόλυτη συνάρτηση με τα ανωτέρω, άνευ βλάβης της θέσης μου ότι είναι άκυρη η συμφωνία δανείου ή/και ενεχυρίασης που αναφέρουν στην έκθεση απαιτήσεως οι ενάγοντες, αναφέρω ότι δεν αποδέχομαι το περιεχόμενο των σχετικών παραγράφων της έκθεσης απαιτήσεως, σύμφωνα και με συμβουλή του δικηγόρου μου για τους εξής επιπρόσθετους λόγους꞉ i. Στο εν λόγω ποσό συνυπολογίστηκε τόκος υπερηµερίας που ως αναφέρω σχετικά είναι καταχρηστικός αόριστος ασαφής, επιβάλει δυσανάλογα ψηλή αποζηµίωση υπέρ των εναγόντων και συνιστά ποινική ρήτρα. ii. Στον υπολογισµό του εν λόγω ποσού έλαβαν χώρα χρεώσεις που στηρίχθηκαν σε παράνοµη συµβατική πρόνοια ως καταγράφει η παράγραφος 4 της έκθεσης απαίτησης που ως έχω ήδη αναφέρει συµφωνα και µε συµβουλή του δικηγόρου µου, το δικαίωµα των εναγόντων να τροποποιούν το βασικό επιτόκιο, την προσαύξηση, τον τόκο υπερηµερίας, τις προµήθειες και τραπεζικά δικαιώµατα είναι όροι καταχρηστικοί που παρά την απαίτηση καλής πίστης δηµιουργούν ιδιαίτερη ανισορροπία ανάµεσα στα δικαιώµατα και υποχρεώσεις των µερών και εν πάσει περιπτώσει είναι αντίθετοι µε τις πρόνοιες του Νόµου που εισάγει περιοριστικές διατάξεις αναφορικά µε ορισµένες καταχρηστικές ρήτρες σε συµβάσεις που συνάπτονται µε καταναλωτές Νόµος 93
(1)/1996 και εν πάση περιπτώσει είναι όροι αόριστοι και ανεφάρµοστοι και κατά συνέπεια παράνοµοι και άκυροι.
  1. Ταυτόχρονα επιθυµώ ν' αναφέρω ότι όπως µε συµβουλεύει ο δικηγόρος µου όλα τα ανωτέρω συνιστούν νοµικό θέµα που αποτελεί υπεράσπιση στην αγωγή.
  2. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ισχυρισµούς που εάν αποδειχθούν µπορούν να συνιστούν υπεράσπιση στην αγωγή.». Καταλήγει ο Εναγόμενος 2 στις τελευταίες παραγράφους της ένορκης δήλωσής του να αναφέρει ότι꞉ · Η έκδοση της απόφασης ερήμην των Εναγομένων 1 και 2 δεν οφείλεται σε λάθος δικό τους ή των δικηγόρων τους και ότι αυτοί ενήργησαν έγκαιρα για τον παραμερισμό της απόφασης,γι' αυτό και η έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος εξυπηρετεί τους σκοπούς της ορθής απονοµής της δικαιοσύνης. · Η µη έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες στην πλευρά των Εναγομένων, αφού θα προχωρήσουν τα µέτρα εκτέλεσης εναντίον της περιουσίας τους. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση των Εναγομένων. Η ένσταση στηρίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.17 θ.θ. 1-10, Δ.26 θ.14, Δ.33 θ.θ. 2, 3, 5, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 4, 7 και 9(h), Δ.40 θ.7(Β) 11 και επί του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/6028, θ. 1- 6 και 11, Δ.48, θ.θ. 1 - 4, 8 και 9, Δ.57, Δ.64, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Εγείρονται οι εξής λόγοι ένστασης꞉
  1. «Η εκδοθείσα απόφαση δεν μπορεί να παραμεριστεί καθότι εκδόθηκε νομότυπα και ακολουθήθηκε η ορθή και νομότυπη διαδικασία και δεν φαίνεται να πληρούνται σε καμία περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραμερισμού και δεν παρουσιάζονται σοβαροί και/ή επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων όπως έχουν καθοριστεί από τη σχετική νομολογία επί του θέματος.
  2. Η Αίτηση ηµεροµηνίας 02/03/2017 είναι νοµικά και πραγµατικά αβάσιµη και αστήρικτη εφόσον η Ένορκη Δήλωση που την στηρίζει δεν βασίζεται σε πραγµατικά γεγονότα, είναι παραπλανητική και περιέχει ψευδείς και/ή ατεκµηρίωτες δηλώσεις.
  3. Οι Εναγόµενοι/Αιτητές απέτυχαν ή/και δεν αποκάλυψαν καλή και νόµιµη Υπεράσπιση ούτε και παρουσίασαν ή αποκάλυψαν οποιεσδήποτε ικανοποιητικές λεπτοµέρειες, περιστατικά και στοιχεία για το ότι έχουν καλή και συζητήσιµη εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση επί της επίδικης διαφοράς τους µε τους Εναγόντες/Καθ' ων η Αίτηση.
  4. Οι Εναγόµενοι/Αιτητές επέδειξαν συµπεριφορά ασυγχώρητα περιφρονητική µέχρι βαθµού καταφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας καθώς και των δικαιωµάτων των Εναγόντων / Καθ' ων η Αίτηση, αφού ουδέποτε έδειξαν ενδιαφέρον για την πρόοδο και το στάδιο που βρισκόταν η αγωγή, στο διάστηµα 20 µηνών (περίπου δύο χρόνια) που µεσολάβησε από την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλµατος στις 22/05/2015 ή έστω από την ισχυριζόµενη καταχώρηση Σηµειώµατος Εµφάνισης ηµερ. 1/07/2015 µέχρι τις 02/03/
  5. Οι Εναγόµενοι / Αιτητές καθυστέρησαν αδικαιολόγητα στην καταχώρηση της υπό τον πιο πάνω αριθµό και τίτλο Αίτησης ηµερ. 02/03/2017 και δεν προβαίνουν σε οποιαδήποτε επαρκή αιτιολόγηση για την καθυστέρηση της.
  6. Η Αίτηση των Εναγόµενων/Αιτητών γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά και αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης για την αποφυγή λήψης µέτρων εκτέλεσης της Απόφασης ηµερ. 30/06/2016 και τυχόν έκδοση των διαταγµάτων συνεπάγει άµεσο επηρεασµό των δικαιωµάτων των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση και πρόκληση ανεπανόρθωτης ζηµιάς στους Εναγόντες/Καθ' ων η Αίτηση αφού θα εµποδιστεί από το να εισπράξουν το εξ αποφάσεως λαβείν τους και είναι άδικο τα εν λόγω διατάγµατα να δοθούν υπό τις περιστάσεις.
  7. Η παρούσα Αίτηση γίνεται καταχρηστικά, κακόπιστα και µε µοναδικό σκοπό την καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης πλήττοντας καίρια την διασφάλιση του δικαιώµατος των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση για την άνευ προσκόµµατος αποπεράτωση της υπόθεσης και την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας και του Δεδικασµένου των δικαστικών αποφάσεων (finality of judgements).
  8. Το θεµελιώδες δικαίωµα πρόσβασης στο Δικαστήριο αποτελεί ταυτόχρονα και εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας και οπωσδήποτε πρέπει να συµβαδίζει µε το δικαίωµα της ακρόασης της υπόθεσης µέσα σε εύλογο χρόνο.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Ελισάβετ Σαββίδου, ημερ. 24.3.2017, η οποία, όπως δηλώνει, είναι συνεργάτιδα δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Γιώργος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. στη Λευκωσία, οι οποίοι είναι δικηγόροι των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση. Η κα Σαββίδου δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτηµένη από τους Εναγόντες/Καθ' ων η Αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση για σκοπούς υποστήριξης της ένστασης στην αίτηση παραμερισμού. Η ίδια δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται από πληροφόρηση που έλαβε από τους Ενάγοντες / Καθ' ων η Αίτηση και τους αντιπροσώπους τους, καθώς επίσης και λόγω της άµεσης εµπλοκής της σε αυτά. Περαιτέρω, λόγω του ότι οι Ενάγοντες εδρεύουν στο εξωτερικό και συγκεκριµένα στην Ελλάδα, δεν ήταν εφικτό να προσέλθει κάποιος αντιπρόσωπός τους στην Κύπρο, για να ορκιστεί την ένορκη δήλωση τη δεδομένη στιγμή. Η κα Σαββίδου υιοθετεί και επαναλαμβάνει στην παρα. 5 (5.1 - 5.8) τους λόγους ένστασης που δικογράφησαν οι Ενάγοντες και απορρίπτει όσα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι - Αιτητές. Δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω, παρά μόνον επισημαίνω ότι στην παρα. 5.5 της Ε/Δ της, προς επίρρωση του λόγου ένστασης που αφορά στην αδικαιολόγητη καθυστέρηση που επέδειξαν οι Εναγόμενοι σε ό,τι αφορά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η κα Σαββίδου παραπέμπει στο περιεχόμενο ένορκης δήλωσης ιδιώτη επιδότη, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στη δική της Ε/Δ, και λέγει ότι, ως εκείνος την πληροφορεί, οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν από τον ίδιο περί τον Ιούλιο του 2016 για την ύπαρξη της απόφασης. Αναφορικά με τον 1ο λόγο παραμερισμού꞉ ότι ο παραμερισμός δικαιολογείται ex debito justitiae. Προχωρεί η κα Σαββίδου και δηλώνει τα εξής꞉ «6.
  9. Στην παράγραφο 2-6 της Ένορκης Δήλωσης του κου Μιχάλη Χριστοδούλου που συνοδεύει την υπό εξέταση Αίτηση, αναφέρεται ότι οι Εναγόµενοι/Αιτητές καταχώρησαν µέσω των Δικηγόρων τους το Σηµείωµα Εµφάνισης ηµ. 01/07/
  10. Παρόλα αυτά παρά το γεγονός ότι το Σηµείωµα Εµφάνισης φαίνεται να είναι υπογραµµένο από τον Πρωτοκολλητή, δεν εξυπακούεται ότι έχει καταχωρηθεί στο Πρωτοκολλητείο Λάρνακας ή έστω στο σωστό Πρωτοκολλητείο. Ακόµη και αν έχει καταχωρηθεί νοµότυπα, στο σωστό Πρωτοκολλητείο, και στην αποµακρυσµένη περίπτωση που το Σηµείωµα Εµφάνισης απωλέσθηκε καl/ή δεν τοποθετήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου, είναι σχεδόν αδύνατον την ίδια ηµέρα να απωλέσθηκε και από την θυρίδα του Δικηγόρου των Εναγόντων. Εξάλλου, είναι πρόδηλο και παραδεκτό ότι η επίδοση της Αγωγής έγινε στις 18/06/2015 νοµότυπα και έκτοτε ουδεµία ενέργεια έγινε από µέρους των Εναγοµένων για να µάθουν και ενηµερωθούν για την εξέλιξη της υπόθεσης τους, µέχρι την στιγµή που ήρθαν αντιµέτωποι µε τις συνέπειες της Απόφασης. Περαιτέρω, να αναφέρω ότι στον φάκελο του Δικαστηρίου της παρούσας υπόθεσης, ουδέποτε καταχωρήθηκε το Σηµείωµα εµφάνισης και ουδέποτε οι δικηγόροι των Εναγόντων παρέλαβαν το εν λόγω σηµείωµα αφού πρωτίστως, εάν το Δικαστήριο αντιλαµβανόταν ότι καταχωρήθηκε το Σηµείωµα εµφάνισης, τότε σε καµία περίπτωση δεν θα προχωρούσε σε έκδοση Απόφασης. 6.
  11. Σε σχέση µε την παράγραφο 10 της Ένορκης Δήλωσης του κου Μιχάλη Χριστοδούλου είναι η θέση των Εναγόντων ότι αφού οι Εναγόµενοι/Αιτητές προχώρησαν σε έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου, δεν διευκρινίζουν εάν όντως στον φάκελο ήταν καταχωρηµένο οποιοδήποτε Σηµείωµα Εµφάνισης ή όχι κάτι το οποίο αποδυναµώνει την θέση και καθιστά την µαρτυρία τους αναξιόπιστη και παραπλανητική και είναι η θέση τους ότι ουδέποτε καταχωρήθηκε το Σηµείωµα Εµφάνισης και σε κάθε περίπτωση, δεν καταχωρήθηκε µε τον ορθό τρόπο και/ή στο ορθό δικαστήριο και/ή ουδέποτε τοποθετήθηκε στην θυρίδα των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση.» Αναφορικά με τον 2ο λόγο παραμερισμού꞉ ότι αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Διαφωνεί η κα Σαββίδου και δηλώνει τα εξής꞉ «6.
  12. Αναφορικά µε την παράγραφο 14 και 15 (α), (β), (γ) (δ) και (ζ) της Ένορκης Δήλωσης του κου Μιχάλη Χριστοδούλου όπως αναφέρθηκε και προηγουµένως η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση, όπως προκύπτει από τις σχετικές πρόνοιες του Νόµου Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών θεµάτων του 1999 (160(Ι)/1999) απαγορεύεται οιαδήποτε χρέωση επιτοκίου υπερηµερίας πέραν του
  13. Ως εκ τούτου, από την ηµεροµηνία ισχύς του Νόµου, η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση προσάρµοσε τον τόκο υπερηµερίας σύµφωνα µε τις πρόνοιες του Νόµου ως όφειλε να πράξει. Όπως αποδεικνύεται και από την Απόφαση ηµερ. 30106/2016 η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση δεν κινήθηκε σε καµία περίπτωση δόλια. Διαφαίνεται ξεκάθαρα στην Ένορκη Δήλωση Απόδειξης ηµερ. 18/05/216, ότι τροποποιήθηκε η απαίτηση των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση σχετικά µε τον τόκο υπερηµερίας και αιτήθηκε Απόφαση ως οι πρόνοιες του σχετικού Νόµου. Συµπερασµατικά, τόσο η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση όσο και το Δικαστήριο έπραξαν ορθόδοξα και καθόλα νόµιµα. 6.
  14. Αναφορικά µε τους ισχυρισµούς της παραγράφου 14, 15(ε)(η), 16 και 17 της Ένορκης Δήλωσης του κου Μιχάλη Χριστοδούλου, οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση, σύµφωνα µε τη συνήθη διαδικασία που ακολουθείται σχετικά µε τους τερµατισµούς δανείων, τερµάτισαν νόµιµα την συµφωνία αποστέλλοντας ξεχωριστές επιστολές προειδοποίησης αναφορικά µε τις καθυστερηµένες δόσεις τους τόσο στην πρωτοφειλέτιδα αλλά και στον εγγυητή. Η ίδια πρακτική ακολουθήθηκε µε τις επιστολές τερµατισµού του δανείου. Ως εκ τούτου, οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση τερµάτισαν νόµιµα την Συµφωνία Δανείου αποστέλλοντας τις σχετικές επιστολές, οι οποίες βρίσκονται και στον φάκελο του Δικαστηρίου. 6.
  15. Σχετικά µε τις παραγράφους 18, 19, 20 και 21 και τους ισχυρισµούς που προβάλλονται σε αυτούς, είναι η θέση των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση ότι αποσκοπούν αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης για την αποφυγή λήψης µέτρων εκτέλεσης εναντίον τους από τους Εναγόντες/Καθ' ων η Αίτηση και εκµηδενισµό των πιθανοτήτων είσπραξης των επιδικασθέντων ποσών, καθώς και το όχηµα ΚΖΙ778, το οποίο αποτελεί και περιουσία των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση, αφού ως προς την εξασφάλιση των Εναγόντων/Καθ'ων η Αίτηση οι Εναγόµενοι/Αιτητές υπέγραψαν την συµφωνία ενεχυρίασης η οποία εµπεριέχεται στην Συµφωνία Δανείου ηµερ. 16/05/11 και έχει ήδη κατατεθεί σαν τεκµήριο και βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Παρά τους ισχυρισµούς των Εναγόµενων/Αιτητών ότι η προαναφερόµενη συµφωνία δανείου είναι άκυρη αναφέρουµε στο Δικαστήριο ότι οι Ενανόµενοι/Αιτητές υπέγραψαν την Συµφωνία Δανείου, παρέλαβαν το αυτοκίνητο το οποίο βρίσκεται στην κατοχή τους µέχρι και σήµερα και επιπλέον ξεκίνησαν την αποπληρωµή του δανείου. Αποτελεί σήµερα Υπεράσπιση τους ότι δεν δέχονται την Συµφωνία Δανείου παρόλα αυτά συνεχίζουν να καρπώνονται και να χρησιµοποιούν περιουσία των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση όχι µόνο χωρίς να έχουν καταβάλει το αντίτιµο της, αλλά θέλοντας να αποποιηθούν πλήρως την συµβατική τους ευθύνη. 6.
  16. Είναι η θέση των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση ότι οι όλοι οι ισχυρισµοί που προβάλουν οι Ενανόµενοι/Αιτητές αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις καθώς για αποφυγή των συµβατικών τους καθηκόντων και καθυστέρησης της διαδικασίας.» Αναφορικά με τον ισχυρισμό των Εναγομένων - Αιτητών ότι κινήθηκαν έγκαιρα για τον παραμερισμό της απόφασης. Επισημαίνει η κα Σαββίδου τα εξής꞉ «6.
  17. Στην παράγραφο 22 ο κος Μιχάλης Χριστοδούλου αναφέρεται στον χρόνο που παρήλθε για να καταχωριστεί η Αίτηση για Απόφαση λόγω µη καταχώρησης Σηµειώµατος Εµφάνισης ηµερ. 08/04/2016 και ο ισχυρισµός των Εναγοµένων/Αιτητών είναι ότι οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν την Αίτηση για Απόφαση λόγω µη καταχώρησης Σηµειώµατος Εµφάνισης ηµερ. 08/04/2016 δέκα περίπου µήνες µετά την επίδοση του Κλητήριου Εντάλµατος επειδή γνώριζαν ότι υπήρχε Σηµείωµα Εµφάνισης και δεν θα µπορούσαν να προχωρήσουν µε την αίτηση αυτή πάσχει λογικής. Οι λόγοι που δεν καταχώρησαν αµέσως την Αίτηση για Απόφαση λόγω µη καταχώρησης Σηµειώµατος Εµφάνισης είναι άνευ σηµασίας και εν πάση περιπτώσει δεν έχουν καµία σηµασία στην παρούσα φάση. Εξ' όσων γνωρίζω και ενηµερώνοµαι δεν υπάρχει κανένας περιορισµός ή νοµολογία που να θέτει οποιοδήποτε χρονικό περιθώριο στην καταχώρηση της Αίτησης για Απόφαση.». Καταληκτικά, η κα Σαββίδου εισηγείται ότι οι Εναγόµενοι/Αιτητές απέτυχαν να προωθήσουν τους λόγους που συνέβαλαν στο να µην καταχωρήσουν Σηµείωµα εµφάνισης στην αγωγή και δεν επέδειξαν σε καµία περίπτωση ότι έχουν καλή Υπεράσπιση στην αγωγή. Ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων δεν ζητήθηκε να αντεξεταστεί. Δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η εκδίκαση της αίτησης ολοκληρώθηκε στη βάση των γραπτών αγορεύσεων που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο οι συνήγοροι των διαδίκων και στις οποίες γίνεται αναφορά, όπου χρειάζεται, πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, κ.α.). Οι εν λόγω αρχές συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Φυλακτού κ.α. ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204, 210, ως ακολούθως, (σε μετάφραση): «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως, από τη μια, του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, 833). Το αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να εφευρίσκει τρόπους αφαίρεσης από τους διαδίκους του δικαιώματος τους να ακουστούν στην υπόθεσή τους εφόσον αποκαλύπτουν υπεράσπιση. Ωστόσο το δικαστήριο, μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης.» Μέσα στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών, η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης παραμερισμού (Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω)). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 - «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.». Επίσης, στην απόφαση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθος Κούρτη
(1997)1B ΑΑΔ 941, επεξηγήθηκε η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στη σελ. 945, αναφέρεται: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου [...]. [...] Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους, το θέμα συνοψίσθηκε ως εξήςː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae, και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι, αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333. [...] Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] Επομένως, όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». Στην κατηγορία των υποθέσεων όπου η επίδοση του κλητηρίου κρίνεται παράτυπη και άκυρη, δικαιολογείται ex debito justitiae ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης, έτσι ώστε ο Εναγόμενος να έχει την ευκαιρία να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και να ακουστεί η υπεράσπισή του στην αγωγή. Θεωρείται ότι εφόσον δεν έλαβε νομότυπα γνώση για την έγερση της αγωγής, δεν επέδειξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης σε αυτήν. Δεν καταδικάζεται στα έξοδα της αίτησης παραμερισμού σε τέτοια περίπτωση ο αιτητής. Παραπέμπω, συναφώς, στην απόφαση ημερομηνίας 15/6/2006 στην Πολιτική Έφεση 12230, Γεώργιος Π. Γεωργίου Εμπορευόμενος υπό τη μη εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία GPG Electronics Ltd v. Minico House Ltd
(2006)ΙΑ Α.Α.Δ 550, στην Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Χριστοφή Πέππη
(2005)ΙΑ Α.Α.Δ 213, White v. Weston
(1968)2 ALL ER 842, στην Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, καθώς και στην Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. 1. Ιωάννη Κυριακίδπ 2. Σάλωνα Συμεού
(2000)ΙΑ Α.Α.Δ 601) όπου αναφέρθηκαν τα εξής από τον, Χρυσοστομή, Δ., ο οποίος έδωσε την απόφαση του Εφετείου, στη σελίδα 250: "Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 3.3 (α) και (β) του Συντάγματος)." Στη δεύτερη κατηγορία όμως, δηλαδή στις υποθέσεις εκείνες που το Δικαστήριο κρίνει νομότυπη την επίδοση του κλητηρίου, τότε αποκτά μεγάλη σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, το κατά πόσον ο εναγόμενος - αιτητής έδειξε τέτοια καθυστέρηση, αφενός, στην καταχώριση εμφάνισης στην αγωγή και αφετέρου στην καταχώριση αίτησης παραμερισμού, η οποία να συνιστά περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και να υπονομεύει το δικαίωμα του ενάγοντος να εκδικασθεί η υπόθεσή του μέσα σε εύλογο χρόνο. Παραπέμπω στη σχετικά πρόσφατη απόφαση, ημερ. 21.5.2015, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, Ανδρέας Ψαράς ν Ιωάννης Γιάγκου, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς το ότι είναι αναγκαίο να εξισορροπείται, αφενός, το δικαίωμα του διάδικου που αιτείται τον παραμερισμό απόφασης να ακουστεί στην αγωγή και, αφετέρου, του δικαιώματος του επιτυχόντος διάδικου - ενάγοντα να κριθεί η υπόθεσή του εντός ευλόγου χρόνου. Σχετικό το εξής απόσπασμα꞉ «Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το συνταγματικό δικαίωμα ενός ατόμου να ακούγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αντισταθμίζεται και εξισορροπείται από την υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίζει την ολοκλήρωση μιας υπόθεσης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, η οποία υποχρέωση επίσης κατοχυρώνεται συνταγματικά (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος). Διαφορετικά, ανέφερε, η υιοθέτηση άλλης προσέγγισης και αντιμετώπισης θα ισοδυναμούσε με αυτόματη, μονόπλευρη και ανεπιφύλακτη αποδοχή του εκάστοτε αιτητή για παραμερισμό δικαστικής απόφασης, παραβιάζοντας το συνταγματικό δικαίωμα του ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσής του μέσα σε εύλογο χρόνο και, συνεπώς, θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών απονομής δικαιοσύνης και έτσι θα τον εξέθετε σε χλευασμό (Μουγής ν. Σπανούδης
(1996)1 ΑΑΔ 997 και Ανδρέας Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 364). Θεωρούμε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ορθή και συμβατή με τη νομολογία. Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδης (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδης (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 ΑΑΔ 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)).» Στην Mine and Quarry Services Ltd., ανωτέρω, η αγωγή κατατέθηκε στις 3/2/88 και επιδόθηκε τον ίδιο μήνα. Στις 2/7/88 εκδόθηκε, στην απουσία του εφεσίβλητου, απόφαση εναντίον του. Μετά από ένα
(1)περίπου χρόνο (15/7/89) ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης, η οποία πρωτοδίκως έγινε δεκτή. Κατ' έφεση, οι εφεσείοντες αντέταξαν ότι πριν από την έγερση της αγωγής, αλλά και μετέπειτα, ο εφεσίβλητος επανειλημμένα ζήτησε από το δικηγόρο τους ή τους ίδιους απευθείας διευκολύνσεις για την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Χωρίς ποτέ να προβάλει τις αιτιάσεις που αναφέρει στην ένορκη δήλωση του για να επιτύχει ακύρωση της απόφασης. Το Εφετείο δέχθηκε πως μπροστά σε αυτή την κατάσταση ο εφεσίβλητος είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί. Και θα μπορούσε μπρος στην κατεύθυνση αυτή να προσάξει προφορική μαρτυρία όπως αποφασίστηκε στην Krashias Shoe Factory Limited, also trading as K" Shoes v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1989)1 C.L.R. (E) 750. Βλέπε επίσης Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520 και Luis Vuitton v. Dermosak Limited & Another,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Έκρινε εν τέλει πως ο εφεσίβλητος σκόνταψε στο εμπόδιο που δημιούργησε η αργοπορημένη ενέργεια του την οποία, όπως προελέχθη, δεν δικαιολόγησε. Είχε περάσει «ολόκληρος χρόνος» για να υποβάλει αίτηση και η αντίδραση του συνέπεσε με την προώθηση αίτησης να κηρυχθεί σε πτώχευση. Η έφεση κατά της απόφασης παραμερισμού επετράπη από το Εφετείο. Στη Miluca, ανωτέρω, οι εναγόμενοι-εφεσείοντες δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφανίσεως στο ειδικά οπισθογραφημένο Kλητήριο Ένταλμα αγωγής για αποζημιώσεις, ούτε εμφανίστηκαν όταν ήταν ορισμένη η αίτηση για την έκδοση απόφασης λόγω της παράλειψης τους να εμφανιστούν. Μετά από πάροδο εννέα
(9)περίπου μηνών από την έκδοση της απόφασης, καταχώρησαν αίτηση για επαναφορά της υπόθεσης η οποία απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Εφετείο συμφώνησε πως η εμφάνιση δεν έπρεπε να είχε γίνει δεκτή· αλλά ούτε η καταχώριση της εμφάνισης είχε οποιαδήποτε συνέχεια. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στην ένορκη ομολογία για τα παρεπόμενα - ότι οι εφεσείοντες αφέθηκαν με την εντύπωση ότι η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση το Νοέμβριο του 1994 - δεν αποδείχθηκαν, αφενός - (βλ. Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και Άλλης
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453 και Νεάρχου v. Χαραλάμπους, (ανωτέρω)) - και δε στέκουν στη λογική, αφετέρου. Όπως υποδεικνύει το Δικαστήριο, ήταν αδύνατο να οριστεί υπόθεση για ακρόαση, χωρίς να προηγηθεί η καταχώριση υπεράσπισης. Συμφώνησε το Εφετείο με τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν αποκαλύφθηκε οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να μετριάζει την αδιαφορία των εφεσειόντων για την τύχη της αγωγής. Το ενδιαφέρον τους ζωπυρώθηκε όταν ήλθαν αντιμέτωποι με την εκτέλεση της απόφασης. Τότε είναι που αποτάθηκαν για τον παραμερισμό της. Κέντρισμα αποτέλεσε η επιθυμία για την αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Το Εφετείο δέχθηκε πως, παρά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορούσαν βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Στην Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «ΒΟΘΡΟΤΕΞ» ΛΤΔ, v. Πραξιτέλη Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε στις 31/10/96 απόφαση υπέρ των εναγόντων-εφεσειόντων ερήμην του εναγομένου-εφεσίβλητου. Δεκαέξι
(16)μήνες μετά την έκδοση της απόφασης οι εφεσείοντες προχώρησαν σε εκτέλεση της απόφασης. Τότε ο εφεσίβλητος αντέδρασε με την καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. Ισχυρίστηκε ότι έλαβε για πρώτη φορά γνώση της αγωγής και της εναντίον του απόφασης όταν πήρε ειδοποίηση για εκτέλεση εντάλματος κατασχέσεως της κινητής του περιουσίας και, παράλληλα εξέθεσε γεγονότα σχετικά με την ουσία της υπεράσπισης του στην αγωγή των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η παράλειψη του εφεσίβλητου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης ήταν αδικαιολόγητη. Ωστόσο, αφότου έκρινε ότι ο εφεσίβλητος είχε συζητήσιμη υπεράσπιση, το Δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση της 31/10/
  1. Ο εφεσείων αμφισβήτησε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Αποφασίστηκε, κατ' έφεση, ότι στην προκειμένη περίπτωση ήταν πρόδηλο ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για παραμερισμό της απόφασης, στόχευε αποκλειστικά στην αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο εφεσίβλητος επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εφεσειόντων. Ο πρωτόδικος Δικαστής άσκησε εσφαλμένα τη δικαστική του ευχέρεια σε τέτοια έκταση ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου. Παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εκ μέρους του εφεσίβλητου, η πρωτόδικη απόφαση ακυρώθηκε. Υπό το φως της προπαρατεθείσας νομολογίας, προχωρώ να εξετάσω αν δικαιολογείται, υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, να παραμεριστεί η απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον των Εναγομένων 1 και
  2. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ. Δύο είναι κατά την κρίση μου τα ζητούμενα που αναφύονται꞉ Πρώτα και κύρια, αν θα πρέπει να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο η εκδοχή των Εναγομένων - Αιτητών ότι αυτοί είχαν ήδη καταχωρήσει Σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, καθ' ον χρόνο εκδόθηκε η απόφαση ερήμην τους. Αν η εκδοχή αυτή γίνει αποδεκτή, τότε τίθεται το ερώτημα κατά πόσον ο παραμερισμός της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην τους με νομική βάση, ως αυτή εμφαίνεται στο πρακτικό της εκκαλούμενης απόφασης, τη Δ.17, θ.13, δικαιολογείται ως χρέος προς τη δικαιοσύνη (ex debito justitiae). Δεύτερον, αν υπήρξε τυχόν ασύγνωστη αμέλεια ή περιφρόνηση προς τη δικαστική διαδικασία από μέρους των Εναγομένων, η οποία δύναται να αναιρέσει το δικαίωμά τους για παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae. Κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού, στο δικαστικό φάκελο φαινόταν καταχωρημένο το Σημείωμα Εμφάνισης των Εναγομένων χρονολογημένο ενώπιον του πρωτοκολλητή από 1.7.
  3. Οι Ενάγοντες αμφισβητούν ότι ήταν από τότε στο φάκελο του Δικαστηρίου και δη αμφισβητούν ότι ευρισκόταν στο φάκελο του Δικαστηρίου την 8.4.2016 που αιτήθηκαν την έκδοση απόφασης ερήμην των Εναγομένων. Αν οι Ενάγοντες γνώριζαν για την καταχώρηση του Σημειώματος Εμφάνισης, θα αναμένετο να λάμβαναν άλλα μέτρα εναντίον των Εναγομένων, όπως είναι η καταχώρηση αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης. Απεναντίας, εύλογα αυτοί αμφισβητούν ότι υπήρχε στο δικαστικό φάκελο το Σημείωμα Εμφάνισης, αφού ούτε το Δικαστήριο το είχε δει όταν αποδέχθηκε να προχωρήσουν σε απόδειξη της αγωγής. Αμφισβητούν οι Ενάγοντες ότι έλαβαν οποτεδήποτε στη θυρίδα τους αντίγραφο του Σημειώματος Εμφάνισης που κατ' ισχυρισμόν καταχώρησαν από 1.7.2015 οι Εναγόμενοι και το οποίο όφειλαν οι Εναγόμενοι να τους παραδώσουν την ίδια μέρα που το καταχωρούσαν στο Πρωτοκολλητείο (βλ. Δ.16, θ.2).[1] Οι Εναγόμενοι αντιτάσσουν ότι αυτοί δεν ευθύνονται για την όποια αβλεψία των αντιδίκων τους ή του Δικαστηρίου ή για οποιαδήποτε αμέλεια του πρωτοκολλητείου να θέσει το Σημείωμα Εμφάνισης στο φάκελο του Δικαστηρίου. Παρατηρώ όμως ότι οι Εναγόμενοι δεν έδωσαν καμία εξήγηση μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένστασή τους, πώς συμβαίνει ενώ αυτοί θέλουν το Δικαστήριο να πιστέψει ότι είχαν καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης από 1.7.2015, να μην καταχώρησαν ποτέ Έκθεση Υπεράσπισης μέχρι 14.2.2017 που ως ισχυρίζονται έλαβαν γνώση για την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Αυτή η παράλειψη ενέργειας και η παράλειψη αιτιολόγησής της δημιουργεί εύλογα και έντονα ερωτηματικά στο μυαλό του Δικαστηρίου για την αλήθεια της εκδοχής τους. Παραμένουν αβέβαιες οι συνθήκες σε ό,τι αφορά στην καταχώρηση του Σημειώματος Εμφάνισης στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 2.3.2017 με στόχο τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε στις 30.6.2016, δηλαδή 8 μήνες μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι δεν επέδειξαν ασύγνωστη αμέλεια ή καθυστέρηση στη λήψη του ένδικου μέσου του παραμερισμού της απόφασης, εφόσον η έκδοση αυτής περιήλθε σε γνώση τους μόλις στις 14.2.2017 όταν δικαστικός επιδότης επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2 και τον πληροφόρησε ότι έχει στην κατοχή του το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας (βλ. παρα. 7 της Ε/Δ του Εναγομένου 2). Επισημαίνω ότι, στην προμνησθείσα παρα. 7 της Ε/Δ του, ο Εναγόμενος 2 δεν αναφέρει να του έγινε επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ή/και του προαναφερθέντος μέτρου εκτέλεσης αυτής, παρά μόνον αναφέρει ότι έλαβε την πληροφορία για την ύπαρξη τέτοιας απόφασης μέσω επιδότη. Δεν αναφέρει ο Εναγόμενος 2 στην Ε/Δ του από ποιον επιδότη έλαβε την πληροροφία αυτή. Η ενόρκως δηλούσα για την υπόθεση των Εναγόντων, κα Σαββίδου, επιχειρεί να διαψεύσει τον πιο πάνω ισχυρισμό γεγονότων σε ό,τι αφορά το χρόνο που οι Εναγόμενοι έλαβαν για πρώτη φορά γνώση για την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Συγκεκριμένα, στη δική της Ε/Δ, η κα Σαββίδου ισχυρίζεται, επικαλούμενη την ένορκη δήλωση ημερ. 24.3.2017 του ιδιώτη επιδότη Ανδρέα Χ''Δαυίδ από τη Λάρνακα, η οποία ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ της κας Σαββίδου που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση, ότι (βλ. παρα. 2 της Ε/Δ του κ. Χ''Δαυίδ) είναι από τον Ιούλιο του 2016 που πρέπει να έλαβαν γνώση, αφού ο επιδότης ενόρκως δηλώνει ότι, από τον Ιούλιο 2016 που αυτός παρέλαβε το αντίγραφο της εκκαλούμενης απόφασης προς επίδοση στους Εναγομένους, έκανε επανειλημμένα τηλεφωνήματα στους Εναγομένους 1 και 2 πληροφορώντας τους ότι ήταν να τους επιδώσει την απόφαση, αλλά εκείνοι απέφευγαν να τον συναντήσουν. Ισχυρίζεται ο επιδότης κ. Χ''Δαυίδ (βλ. παρα. 3 της Ε/Δ του) ότι «ο λόγος που δεν επισκέφθηκα την οικία τους για να επιδώσω την Απόφαση μέχρι και σήμερα είναι διότι κατά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχα με τον Εναγόμενο 1 μου έλεγε ότι θα επικοινωνούσε μαζί μου για να παραλάβει ο ίδιος προσωπικά την απόφαση, πράγμα που δεν είχε κάνει ποτέ αν και είχε ενημερωθεί για την έκδοση της απόφασης εναντίον του». Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι, από την προπαρατεθείσα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ανάλυση της νομικής πτυχής της αίτησης), προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι - Αιτητές έχουν στους δικούς τους ώμους το βάρος ν' αποδείξουν ότι αυτοί δεν έδειξαν ασύγνωστη αμέλεια και καθυστέρηση στη λήψη μέτρων παραμερισμού μιας κατ' ισχυρισμόν παράτυπα εκδοθείσας δικαστικής απόφασης εναντίον τους. Επομένως, εφόσον η ένορκη δήλωση του κ. Χ''Δαυίδ εκρίνετο έγκυρη, το Δικαστήριο θα ανέμενε από τους Εναγόμενους - Αιτητές να ζητούσαν την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα επιδότη Χ''Δαυίδ, για να κλονίσουν την αλήθεια του ισχυρισμού του ότι είχε επικοινωνήσει μαζί τους πολύ πριν τον Φεβρουάριο του 2017 και δη από τον Ιούλιο του 2016 και τους γνωστοποίησε την ύπαρξη απόφασης στην αγωγή. Διαζευκτικά, θα αναμένετο από τους Εναγόμενους - Αιτητές να ζητούσαν να καταχωρήσουν μια Συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησής τους από την Εναγόμενη 1, για να αντικρουστούν τα λεγόμενα του κου Χ''Δαυίδ που την εμπλέκει σε προγενέστερη επικοινωνία μαζί του. Ουδέν τέτοιο μέτρο (αντεξέταση ή Συμπληρωματική ένορκη δήλωση) έλαβαν οι Εναγόμενοι - Αιτητές. Ωστόσο, προσεκτική μελέτη της ένορκης δήλωσης του κ. Χ''Δαυίδ (Τεκμήριο 1 επισυνημμένο στην Ε/Δ της κας Ελισάβετ Σαββίδου) αποκαλύπτει ότι αυτή δεν είναι έγκυρη, διότι δεν είναι υπογραμμένη από αυτόν που λαμβάνει τον όρκο, όπως ρητά απαιτεί η Δ.39, θ.9, ούτε είναι χρονονολογημένη.[2] Φέρει μόνον ακυρωμένο στις 24.3.2017 χαρτόσημο με σφραγίδα του πρωτοκολλητή για να χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της κας Σαββίδου, αλλά τούτο δεν θεραπεύει την μη τήρηση της προϋπόθεσης της Δ.39, θ.9 προκειμένου να θεωρηθεί ως κανονική και έγκυρη ένορκη δήλωση του κ. Χ''Δαυίδ. Ελλείψει υπογραφής της ένορκης δήλωσης από τον ομνύοντα, δεν χωρεί αντεξέτασης ο «ομνύων» επί του περιεχομένου του όρκου του. Κατ' επέκταση, ούτε το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του τα λεγόμενα του φερόμενου ως ενόρκως δηλούντα, εφόσον δεν αποτελούν ένορκη μαρτυρία. Παραμένουν ενώπιον του Δικαστηρίου μόνον ως εξ ακοής μαρτυρία της κας Ελισάβετ Σαββίδου (εισαχθείσα στην παρα. 5.5 της δικής της ένορκης δήλωσης) ότι οι Εναγόμενοι έμαθαν μέσω του κ. Χ''Δαυίδ από τον Ιούλιο του 2016 για την έκδοση της απόφασης και ότι, επομένως, αργοπόρησαν από τον Ιούλιο 2016 μέχρι τον Μάρτη του 2017 στο να προβούν, μέσω των δικηγόρων τους, σε έρευνα στο φάκελο για να διαπιστώσουν αν πράγματι εκδόθηκε ερήμην τους απόφαση και ακολούθως να αιτηθούν τον παραμερισμό της ως κατ' ισχυρισμόν παράτυπης. Δεν υπήρξε αντεξέταση της ίδιας της κας Σαββίδου από τους Ενάγοντες, για να κριθεί η δική της αξιοπιστία υπό οποιοδήποτε άλλο φακό. Αν και δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρχε αντεξέταση (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491), εντούτοις, εκεί όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α 624). Εν πάση περιπτώσει, είτε οι Εναγόμενοι έμαθαν για την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης τον Ιούλιο του 2016 είτε έμαθαν γι' αυτήν το Φεβρουάριο του 2017, το μέτρο κρίσης του μεγέθους της αμέλειας τους ή/και της περιφρόνησης τους προς τη δικαστική διαδικασία της αγωγής τοποθετείται κατά την κρίση μου χρονικά από το σημείο που γνώριζαν για την έγερση της αγωγής. Η ειδοποιός διαφορά της παρούσας υπόθεσης από οποιανδήποτε άλλη έχω μνημονεύσει ανωτέρω έγκειται στο γεγονός ότι εδώ οι Εναγόμενοι είχαν προσωπική γνώση του γεγονότος ότι εκκρεμούσε η αγωγή εναντίον τους, εφόσον δεν αμφισβητούν ότι το κλητήριο ένταλμα αυτής είχε επιδοθεί δεόντως και νομότυπα σε αυτούς, από 18.6.
  1. Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται σημαντικά από άλλες προμνησθείσες υποθέσεις όπου η αίτηση παραμερισμού στηριζόταν στην αμφισβήτηση της επίδοσης του κλητηρίου, όπου οι Εναγόμενοι έπειθαν το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζαν ποτέ για την ύπαρξη της αγωγής πριν λάβουν γνώση για την έκδοση απόφασης σε αυτήν, γι' αυτό και δεν είχαν καταχωρίσει ποτέ σημείωμα εμφάνισης και κατ΄επέκταση υπεράσπιση. Σε εκείνην την περίπτωση, το χρέος προς τη δικαιοσύνη (ex debito justitiae), που εκπλήρωνε το Δικαστήριο με το να παραμερίσει την απόφαση, αφορούσε στο να δοθεί η δυνατότητα τους εναγομένους να λάβουν γνώση για την εναντίον τους υπόθεση. Απεναντίας, στην παρούσα υπόθεση οι αιτούντες τον παραμερισμό Εναγόμενοι, ζητούν από το δικαστήριο τη θεραπεία, για να μην απωλέσουν το δικαίωμα να ακουστεί η υπεράσπισή τους, την ίδια ώρα που οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι είχαν καταχωρημένο Σημείωμα Εμφάνισης από 1.7.2015 και δεν ενδιαφέρθηκαν για έναν ολόκληρο χρόνο να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης (ήτοι μέχρι τις 30.6.2016 που εκδόθηκε ερήμην τους η απόφαση). Δεν δίδουν την παραμικρή μαρτυρία ότι επιχείρησαν οποτεδήποτε μέσα στους επόμενους 8 μήνες (ήτοι μέχρι το Μάρτη του 2017) να καταχωρήσουν έκθεση υπεράσπισης. Ζητούν τώρα για πρώτη φορά να λάβουν το δικαίωμα καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης. Αφήνουν, συγχρόνως, να αιωρείται η αμφιβολία που έσπειρε η κα Στυλιανού (που δεν την αντεξέτασαν) ότι γνώριζαν από τον Ιούλιο του 2016 για την έκδοση της απόφασης. Όλα τα πιο πάνω, δεν ικανοποιούν το Δικαστήριο ότι δεν έδειξαν ασύγνωστη αμέλεια ή περιφρόνηση για την τύχη της εναντίον τους εν γνώση τους υπαρκτής δικαστικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Εναγόμενοι αποκαλύπτουν μέσω της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 2 εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και καλή υπέράσπιση. Αν και έχουν δίκαιο να ισχυρίζονται ότι η επίδικη στην αγωγή συμφωνία δανείου προέβλεπε σταθερό βασικό επιτόκιο 7,95% και επιπρόσθετο επιτόκιο υπερημερίας 7,9 % ετησίως (βλ. στο δικαστικό φάκελο την παρα. 6 της Ε/Δ ημερ. 18/5/2016 για σκοπούς απόδειξης της αγωγής), εντούτοις, η απόφαση στην αγωγή ζητήθηκε από τον ενόρκως δηλούντα εκ μέρους των Εναγόντων να εκδοθεί με νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας 2% βάσει του Ν.160(Ι)/99 αντί 7,9%, και κατ' επέκταση για συνολικό επιτόκιο 9,95% αντί για 15,85% που αξιωνόταν στην έκθεση απαίτησης. Αόριστη αναφορά σε καταχρηστικές ρήτρες της σύμβασης δανείου δεν δύναται να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, αν δεν φανεί ότι η εκδοθείσα απόφαση εδράζεται σε τέτοιες καταχρηστικές ρήτρες. Οι Ενάγοντες είχαν δικογραφήσει στην παρα. 7 της Έκθεσης Απαίτησης τον τερματισμό της συμφωνίας βάσει της συμφωνίας δανείου κατόπιν γραπτής ειδοποίησης προς τους Εναγόμενους ημερ. 26.1.2015 λόγω μη αποπληρωμής προσηκόντως των μηνιάιων δόσεων και συνεπώς δεν γίνεται αντιληπτό υπό ποία έννοια οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες «δεν δικογράφησαν» νόμιμο τερματισμό στην Έκθεση Απαίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω να απορρίπτω την αίτηση παραμερισμού. Δεν υπάρχει λόγος παρέκκλισης από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, γι' αυτό και τα δικηγορικά έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης (αν υπάρχουν) επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]
  2. A defendant shall enter his appearance to a writ of summons by delivering to the Registrar of the Registry mentioned in Rule 1 of this Order a memorandum in writing in conformity to the provisions of Rule 3 thereof, and by delivering at the plaintiff's address for service, on the same day as he delivers the memorandum to the Registrar, a duplicate of the memorandum dated, signed and sealed by the Registrar. [2]
  3. There shall be appended to every affidavit a note showing on whose behalf it is filed, and no affidavit shall be filed or used without such note, unless the Court or a Judge shall otherwise direct. And before an affidavit is used in the Court for any purpose, the original shall be filed in the Court.
  4. An affidavit may be sworn before a Judge or Registrar of any Court. 8.[ ...]
  5. The affidavit when sworn shall be signed by the deponent or, if he cannot write, marked by him with his mark, in the presence of the person administering the oath. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.