AGATHOCLEOUS (LARNACA) LIMITED ν. Παρασκευής Άσπρου κ.α., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 525/2013, 28/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 525/2013 ΜΕΤΑΞΥ: AGATHOCLEOUS (LARNACA) LIMITED Εναγόντων -και-
- Παρασκευής Άσπρου
- Ευάγγελου Μουστάκα Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 28.11.2017 Εμφανίσεις꞉ Για τους Ενάγοντες - Αιτητές ꞉ κ. Γ. Πέτρου, για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση꞉ κ. Χ. Χαραλάμπους, για Θέμη Θωμά & Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ ΗΜΕΡ. 2/10/2017 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ------------------------------------------------------ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει από τους Εναγόμενους 1 και 2 ποσό €1.188,30σ. ως υπόλοιπο τιμήματος εμπορευμάτων ή και λογαριασμού, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα πλέον 18% ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Στην παρα. 1 της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα εταιρεία (AGATHOCLEOUS (LARNACA) LIMITED) περιγράφεται ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομοτύπως εγγεγραμμένη, με έδρα τη Λάρνακα, που ασχολείται με πωλήσεις ειδών υγιεινής, οικοδομής, επενδύσεις τοίχων, πατωμάτων κλπ. Στην παρα. 2 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι «Κατά ή περί την περίοδο από 6.8.2008 μέχρι 24.6.2011 οι ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους εναγόμενους εμπορεύματα της ειδικότητας τους και τους εχρέωσαν με το συμφωνηθέν ή και λογικό τίμημα και τους επίστωσαν με οποιεσδήποτε τυχόν πληρωμές. (Λεπτομέρειες του λογαριασμού δυνατόν να χορηγηθούν εφ' όσον ζητηθούν.)». Καταλήγει στην παρα. 3 της Έκθεσης Απαίτησης να αναφέρει ότι «Παραταύτα ο λογαριασμός των εναγομένων στους ενάγοντες εξακολουθεί να δείχνει χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόμενο σε €1.188,30σ. το οποίο αρνούνται ή αμελούν να καταβάλουν.». Με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, αυτοί αρνήθηκαν μεταξύ άλλων τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο
- Αφού συμπληρώθηκε όλη η δικογραφία και καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της αξίωσής τους, οι Ενάγοντες παρουσίασαν ως πρώτη μάρτυρα στο Δικαστήριο την κα Κατερίνα Χαραλάμπους (ΜΕ1), η οποία στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήρια καταστάσεις λογαριασμού και ένα τιμολόγιο, τα οποία έφεραν στην επιγραφή που έδειχνε ως εκδότη είτε την εταιρεία «CHR. AGATHOCLEOUS (LARNACA) LTD» είτε την «AGATHOCLEOUS (LARNACA) GROUP, LAVORY GENERAL TRADING LTD». Η ΜΕ1 ερωτηθείσα συναφώς από το συνήγορο των Εναγόντων δήλωσε ότι «CHR. AGATHOCLEOUS (LARNACA) LTD» είναι η ίδια εταιρεία ακριβώς με την εταιρεία «LAVORY GENERAL TRADING LTD». Αρχικά ήταν με το όνομα «LAVORY GENERAL TRADING LTD» και όταν αγοράστηκε από τη «CHR. AGATHOCLEOUS LTD» στη Λ/σια, μετονομάστηκε σε «CHR. AGATHOCLEOUS (LARNACA) LTD». Η κατάθεση των εν λόγω εγγράφων ως τεκμηρίων προσέκρουσε σε ένσταση του συνηγόρου που εκπροσώπησε τους Εναγόμενους 1 και 2 κατά την ακροαματική διαδικασία λόγω έλλειψης σχετικότητας με τα επίδικα θέματα εφόσον προερχόταν από διαφορετικό νομικό πρόσωπο απ' ό,τι είναι οι Ενάγοντες. Η ένσταση στην κατάθεση των εγγράφων εδραζόταν και στη βάση ότι δεν παρουσιάστηκε κανένα έγγραφο του Εφόρου Εταιρειών που να δείχνει ότι επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο. Η ένσταση έγινε δεκτή από το Δικαστήριο όσον αφορά το προτεινόμενο τεκμήριο τιμολόγιο ημερ. 25.8.2009 που έφερε ως εκδότη την «AGATHOCLEOUS (LARNACA) GROUP, LAVORY GENERAL TRADING LTD». Διακόπηκε η ακροαματική διαδικασία στο σημείο αυτό. Αμέσως πριν την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση τροποποίησης. Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία βασίζεται στη Διαταγή 9, θ.θ. 1 - 13, Δ.25 και Δ.48, θ.θ. 1- 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες - Αιτητές εξαιτούνται άδεια τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης꞉ «Α. Δια της διαγραφής του ονόματος της Ενάγουσας από τον τίτλο της αγωγής και την αντικατάσταση του με το όνομα «LAVORY GENERAL TRADING LIMITED, HE 24627». Β. Δια της προσθήκης στο τέλος της πρώτης παραγράφου της Έκθεσης Απαίτησης, της ακόλουθης παραγράφου꞉ «Η Ενάγουσα σε διάφορα χρονικά διαστήματα διεξήγε εργασίες υπό το όνομα Χρίστος Αγαθοκλέους (Λάρνακα) Λίμιτεδ ή/και Χρ. Αγαθοκλέους (Λάρνακα) Λτδ ή/και Chr. Agathocleous (Larnaca) Ltd ή/και υπό την εμπορική επωνυμία Χρίστος Αγαθοκλέους (Λάρνακα) ή/και υπό τον όμιλο εταιρειών Agathocleous (Larnaca) Group.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση, ημερ. 2.10.2017, της κας Κατερίνας Χαραλάμπους από τη Λάρνακα. Όπως αναφέρει στην παρα. 1 της ένορκης δήλωσής της η ομνύουσα είναι υπεύθυνη καταστήματος της Ενάγουσας εταιρείας και έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα που παραθέτει, καθώς επίσης λαμβάνει πληροφόρηση από τον κ. Αγαθοκλή Αγαθοκλέους, διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας. Στην παρα. 3 της ένορκης δήλωσης, η ομνύουσα δηλώνει ότι η Ενάγουσα εταιρεία ιδρύθηκε και διεξήγαγε εργασίες υπό το όνομα LAVORY GENERAL TRADING LIMITED. Το όνομα της άλλαξε σε Χρίστος Αγαθοκλέους (Λάρνακα) Λίμιτεδ και ακολούθως ξανά άλλαξε σε LAVORY GENERAL TRADING LIMITED. Στην παρα. 4 η ομνύουσα δηλώνει ότι εκ παραδρομής στον τίτλο της αγωγής γράφτηκε το όνομα AGATHOCLEOUS (LARNACA) LIMITED, κάτι που η ομνύουσα διαπίστωσε κατά την ακρόαση της αγωγής στις 21.9.
- Αμέσως αυτή επικοινώνησε με το διευθυντή των Εναγόντων, κ. Αγαθοκλή Αγαθοκλέους ο οποίος έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους να προχωρήσουν με καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης. Επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της ομνύουσας, ως Τεκμήριο 1, τα έντυπα που αυτή εκτύπωσε από την επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών, μετά από σχετική έρευνα. Εισηγείται η ομνύουσα ότι αν η αιτούμενη τροποποίηση δεν επιτραπεί, τότε η αγωγή θα απορριφθεί για τυπικούς λόγους, ενώ αν η τροποποίηση επιτραπεί, η όποια ζημιά των Εναγομένων θα μπορεί να θεραπευθεί με τη διαταγή του δικαστηρίου όπως επιδικασθούν υπέρ τους τα έξοδα της αίτησης και αυτά που θα προκληθούν. Γι'αυτό η ομνύουσα εισηγείται ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η τροποποίηση. ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ 1 ΚΑΙ 2 Η πλευρά των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση στις 9.10.
- Η ένσταση στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα , 2, 4, 5, 9, 14 και 73, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 2, 21, 29, 30, 31, 32 και 42, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, θ.θ. 1- 13, Δ.25 θ.θ. 1-6, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1- 12, Δ.59, Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, την πρακτική επί του κοινοδικαίου και επί των αρχών της επιείκειας. Εγείρονται συνολικά 18 λόγοι ένστασης, τους οποίους θα επιχειρήσω να συνοψίσω ή/και ομαδοποιήσω꞉ Νομικά και πραγματικά αβάσιμη αίτηση (βλ. λόγους 1, 2, 4) Μη αποκάλυψη όλων των οσυιωδών γεγονότων (βλ. λόγο 3). Μεγάλη καθυστέρηση, ώστε να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (Βλ. λόγους 5, 6, 7, 9, 10, 11, 12, 17). Ζημιά μη επανορθώσιμη με διαταγή για έξοδα καθότι οι Ενάγοντες ήταν και συνεχίζουν να είναι νομικά ανύπαρκτο πρόσωπο το οποίο δεν δικαιούται να ενάγει ούτε να καταχωρεί αιτήσεις και λοιπά διαδικαστικά διαβήματα, γι' αυτό και δεν γίνεται αντιληπτό ποιος θα αποζημιώσει τους Εναγομένους για τα έξοδα που θα επιδικάσει το Δικαστήριο (βλ. λόγους ένστασης 13 και 14, 18). Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση των Εναγομένων περιέχονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 9.10.2017, της κας Παρασκευούλας Άσπρου από τη Λάρνακα. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσια όσα αναφέρει στις παρα. 1 έως 7 της ενόρκου δηλώσεως꞉ «
- Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση και τα γεγονότα τα οποία αναφέρω στην παρούσα ένορκη δήλωση τα γνωρίζω από προσωπική μου γνώση και όσα θέματα είναι νομικής φύσης έχω πάρει συμβουλή από τους δικηγόρους μου. 3.Έχω διαβάσει προσεκτικά την αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών ημερομηνίας 02/10/2017 και την Ένορκο Δήλωση που την υποστηρίζει. Απορρίπτω πλήρως και κατηγορηματικά τα αιτητικά διατάγματα στις παραγράφους Α και Β της παρούσας αίτησης των Εναγόντων - Αιτητών και αρνούμαι τις παραγράφους 1 μέχρι 10 της Ένορκης Δήλωσης της κυρίας Κατερίνας Χαραλάμπους που υποστηρίζει την αίτηση. Επαναλαμβάνω και υιοθετώ πλήρως τους λόγους ένστασης της παρούσας ειδοποίησης ένστασης που υποστηρίζεται από την δική μου Ένορκο Δήλωση. Διαφωνώ πλήρως με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της κυρίας Κατερίνας Χαραλάμπους, καθ' ότι αυτή δεν άπτεται της πραγματικότητας. 4.Αρνούμαι το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και περαιτέρω καλώ την ενόρκως δηλούσα σε περαιτέρω απόδειξη των ισχυρισμών της. Οι Ενάγοντες-Αιτητές είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, επομένως οι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από τους Ενάγοντες και από τον διευθυντή των Εναγόντων, ήτοι κάποιον κ. Αγαθοκλή Αγαθοκλέους, είναι ψευδείς και αναληθείς και ουσία αβάσιμοι και κρίνονται ως απορριπτέοι ως μη ανταποκρινόμενοι στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, είναι σαφές ότι μια ανύπαρκτη εταιρεία δεν έχει την ικανότητα να ενάγει.
- Αρνούμαι το περιεχόμενο των παραγράφων 2 έως και 5 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και περαιτέρω καλώ τους Ενάγοντες - Αιτητές σε περαιτέρω απόδειξη των ισχυρισμών τους και περαιτέρω αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας ως αυτοί εμφαίνονται στην παραγραφο 4, θεωρώ ότι είναι προδήλως ψευδείς καθότι ο τίτλος της παρούσας αγωγής δεν αναγράφηκε εκ παραδρομής ως «AGATHOCLEOUS (LARNACA) LIMITED». Περαιτέρω, με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η οποία καταχωρίστηκε κατόπιν δικών μου οδηγιών και του εναγομέvου 2 προς τους δικηγόρους μας απαντούσα στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων-Αιτητών και είχα προ πολλού και δη από τις 17/05/2013 καταστήσει σαφές στους Ενάγοντες-Αιτητές ότι αρνιόμουν ότι οι Ενάγοντες ήταν υπαρκτό και νομίμως εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί από τις 17/05/2013 μέχρι και την ημερομηνία ακρόασης της αγωγής, ήτοι στις 21/09/2017 οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έπραξαν το οτιδήποτε, γεγονός που δεν δηλώνει παραδρομή αλλά εσκεμμένη και ηθελημένη προσπάθεια να ξεγελασθεί το Δικαστήριο, εγώ η ίδια και ο Εναγόμενος
- Περαιτέρω, μόνον όταν οι δικηγόροι μου υπέδειξαν στο Δικαστήριο την πραγματική κατάσταση αναφορικά με την ταυτότητα των Εναγόντων - Αιτητών και της συσχέτιση; αυτών και των εγγράφων τους με το κλητήριο ένταλμα αυτοί έσπευσαν να διορθώσουν τις ηθελημένες παραλείψεις τους. (β) Περαιτέρω, το Τεκμήριο 1 το οποίο επισυνάπτεται με την παρούσα ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, ημερομηνίας 02110/2017, κρίνεται ως άσχετο με την παρούσα υπόθεση. Στο εν λόγω έγγραφο παρατίθενται τα ονόματα τεσσάρων εταιρειών οι οποίες παρουσιάζουν να έχουν ως κοινό αριθμό εγγραφής το νούμερο υπ'αριθμόν
- Ο εν λόγω αριθμός εγγραφής δεν προκύπτει και δεν εμφαίνεται σε κανένα από τα δικόγραφα, ήτοι την Έκθεση Απαίτησης, ημερομηνίας 11/02/2013 των Εναγόντων-Αιτητών και την Απάντηση στην Έκθεση Υπεράσπισης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση των Εναγόντων-Αιτητών ημερομηνίας 23/05/2013, όπως επίσης και σε κανένα από τα λοιπά έγγραφα τα οποία έχουν προσκομίσει οι Ενάγοντες-Αιτητές μέχρι στιγμής στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία. Ούτε και βέβαια επεξηγεί η ενόρκως δηλούσα από πού προκύπτει ο εν λόγω αριθμός. (γ) Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας ως αυτοί εμφαίνονται στην παράγραφο 3, κρίνονται ως αβάσιμοι και μη ουσιαστικοί και μη ικανοποιητικοί και ανεπαρκείς για να στηρίξουν τα όσα αβασίμως και ψευδώς θέλει να παρουσιάσει στο δικαστήριο. Οι Ενάγοντες ουδέποτε ιδρύθηκαν καθότι δεν προκύπτει από κανένα έγγραφο ότι έχουν ιδρυθεί και ούτε παρουσιάζεται το οποιοδήποτε επίσημο πιστοποιητικό εκ μέρους της ενόρκως δηλούσας που να το αποδεικνύει. Περαιτέρω, οι υπόλοιπες εταιρείες δεν συνδέονται με τον οποιοδήποτε τρόπο με τους Ενάγοντες- Αιτητές νοουμένου ότι οι Ενάγοντες είναι ανύπαρκτοι, επομένως είναι φυσικώς αδύνατο να αντιληφθώ πως μπορεί να μετονομαστεί μια νομική οντότητα που δεν υπάρχει. (δ) Περαιτέρω, αρνούμαι τα αιτητικά Α και Β ως αυτά εμφαίνονται στην παράγραφο 2 της Ένορκης Δήλωσης. Επιπρόσθετα, θα ήθελα να αναφέρω ότι το μοναδικό τεκμήριο το οποίο κατατέθηκε από τους δικηγόρους των Εναγόντων - Αιτητών κατά την ακροαματική διαδικασία και έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 της αγωγής δεν φαίνεται να έχει καμία σχέση είτε με την υπό την ονομασία εταιρεία «LAVORY GENERAL TRADING LIMITED» ούτε και με τον αριθμό εγγραφής υπ'αριθμόν 24627 που συνοδεύει αυτήν. Πρόκειται για εντελώς διαφορετικό νομικό πρόσωπο και το οποίο δεν σχετίζεται με το μέχρι στιγμής κατατεθειμένο στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 της αγωγής έγγραφο. Για να γίνω πιο συγκεκριμένη, θα ήθελα να αναφέρω ότι στο Τεκμήριο 1 της αγωγής το οποίο έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία εμφαίνεται ως η εκδίδουσα το τιμολόγιο εταιρεία η υπό την ονομασία «CHR.AGATHOCLEOUS (LARNACA) LTD». Είναι άξιον απορίας πως η τελευταία συνδέεται με τους Ενάγοντες-Αιτητές και κατ'επέκτασην πως συνδέεται με τον αριθμό εγγραφής 24267 και τέλος πως συνδέεται και με την εταιρεία υπό την ονομασία «LAVORY GENERAL TRADING LIMITED» δεδομένου ότι πουθενά σε αυτό το έγγραφο δεν φαίνονται να παρουσιάζουν κοινά σημεία. Ομοίως, πουθενά στο Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην παρούσα αίτηση, ημερομηνίας 02/10/2017, η εταιρεία υπό την ονομασία «CHR. AGATHOCLEOUS (LARNACA) LTD» δεν αναγράφεται. (ε) Περαιτέρω, το αιτητικό Β εμφανίζει να αντικρούει και να μην έχει καμία σχέση με το Τεκμήριο 1 της παρούσας Αίτησης, ημερομηνίας 02/10/2017, καθώς ούτε η υπό την ονομασία εταιρεία «Χρ. Αγαθοκλέους (Λάρνακα) Λτδ», ούτε η «Chr. Agathocleous (Lamaca) Ltd» ούτε η Χρίστος Αγαθοκλέους (Λάρνακα)» αλλά ούτε και η «Agathocleous (Larnaca) Group» παρουσιάζονται στο εν λόγω Tεκμήριo 1 της παρούσας ένορκης δήλωσης, η οποία συνοδεύει την Αίτηση ημερομηνίας 02/10/
- Με αποτέλεσμα, να γίνεται μια προσπάθεια από τους Ενάγοντες - Αιτητές να εντάξουν μια πληθώρα ονομασιών οι οποίες και δεν φαίνονται να σχετίζονται με τους ανύπαρκτους Ενάγοντες-Αιτητές.» Δεν υπήρξε αίτημα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, ούτε καταχωρήθηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ολοκληρώθηκε η εκδίκαση της αίτησης στη βάση γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων των δύο πλευρών. Θα αναφερθώ στις εκατέρωθεν προβληθείσες θέσεις ενόσω θα αναλύω τη νομική πτυχή του ζητήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παλαιά Διαταγή 25, ως εξακολουθεί να ισχύει αναφορικά με αγωγές που καταχωρήθηκαν πριν την 1.1.2015, προβλέπει τα εξής꞉ «
- Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιον τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.». Στην Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 4/3/2013, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, συνόψισε τις εν λόγω αρχές με αναφορά στα πιο κάτω αποσπάσματα από τις υποθέσεις Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Clive Preece) "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος, μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου.) Η έκδοση ενός Διατάγματος Τροποποίησης προϋποθέτει μια διεργασία προσδιορισμού αυτού που είναι αναγκαίο για επίλυση της ουσίας της διαφοράς κατά τρόπο που να επιτυγχάνεται η αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και η αποτροπή της πολλαπλότητας των δικαστικών διαδικασιών. Είναι έργο του Δικαστηρίου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατάλληλα προς εξασφάλιση των στόχων αυτών. Έργο που επιτελείται μετά τη συνεκτίμηση όλων των παραγόντων που αφορούν στην κάθε περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων και επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237). Ακόμη και εκεί όπου η απαιτούμενη τροποποίηση είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, η τροποποίηση μπορεί να εγκριθεί, νοουμένου ότι δεν θα προκαλέσει αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη κ.α., Πολιτική Έφεση 79/2009, 4.5.2012). Τούτο, βεβαίως, εφόσον ο αιτητής, δεν ενεργεί κακόπιστα. Σχετικά με τον παράγοντα καθυστέρηση, στην απόφαση ημερ. 20.3.2014 στις Πολιτικές Εφέσεις 137/13 και 138/13, IKOS CIF LTD v Martin Coward, λέχθηκαν τα εξής꞉ «(σ)ταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).». Τέλος, στην πιο πάνω απόφαση IKOS CIF LTD επισημάνθηκε ότι- «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Σε ό,τι ειδικότερα αφορά την αντιμετώπιση των αιτήσεων για τροποποίηση του ονόματος διαδίκου από τα Δικαστήρια, ο συνήγορος των Εναγόντων - Αιτητών στην υπό κρίση αίτηση παραπέμπει μέσα από τη γραπτή του αγόρευση, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες αυθεντίες꞉ Στην απόφαση Bauer Spezial Tienfbau Gmbh ν Divnogorsk Shipping Co Ltd
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 618, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η οµολογουµένως πτωχή δικαιολογία που έδωσαν οι ενάγοντες αναφορικά µε την υποβολή της αίτησης για τροποποίηση στο προχωρηµένο αυτό στάδιο της διαδικασίας και µάλιστα ύστερα από την τόσο µεγάλη καθυστέρηση που έχει σηµειωθεί, νοµίζω πως από µόνη της δεν οδηγεί στην απόρριψη του αιτήµατος. Εδώ πρέπει να σηµειωθεί πως δεν έχω διακρίνει κακοπιστία ή καταχρηστική χρήση των θεσµών όπως ισχυρίζονται οι εναγόµενοι.» Στην απόφαση WiIIiams and Glyn's Bank Ltd v. Τhe Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106, από την οποία προκύπτει ότι η διόρθωση λανθασµένου ονόµατος είναι θέµα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτοµα να αποκτούν πλεονέκτηµα από µια λανθασµένη περιγραφή ονόµατος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγµατικότητα. Στην υπόθεση SpyropouIIos v. Τransavia HoIIand Ν. v. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421, όπου σημειώθηκε ότι υπήρχε πάντα μια εταιρεία των Εναγόντων με την οποία συναλλάχτηκαν οι Εναγόμενοι, ότι η αγωγή κινήθηκε στο όνομα εκείνης της εταιρείας με κάποιο σφάλμα / περικοπή αυτού, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως misnomer και το οποίο θα μπορούσε οπωσδήποτε να διορθωθεί με τροποποίηση. Το σφάλμα αυτό δεν θα μπορούσε να καταστήσει ανύπαρκτη την εταιρεία ως αναφερόταν στον τίτλο της αγωγής. Το ότι μετά την έγερση της αγωγής άλλαξε το όνομα της εταιρείας και πάλιν δεν σήμαινε ότι άλλαξε η εταιρεία ή ότι καθίστατο ανύπαρκτη η ενάγουσα εταιρεία υπό το προηγούμενό της όνομα. Λέχθηκαν επακριβώς τα εξής꞉ «We do not subscribe to this contention. The respondents placed before the trial Court sufficient material to justify it grant the application. There all along existed a company with which the appellant had contracted. The proceedings were instituted in the name of that company in a somewhat abbreviated form, but as it was before it was changed by an amendment of its memorandum and articles of association. The original misnomer could definitely be amended under the Rules. The change V of the name of the company could not render the company under its previous name as non-existent, so as to bring the case within the principle of the case of Tetlow v. Orela (supra). The plaintiff company was an existing company referred to by a mistake in its name and whilst so existing it had its name changed and the proceedings commenced in its previous name. The Company never ceased to exist, it was only a matter of an action commenced with a wrong name; it is a case of misnomer and leave should have been given to amend on the principle of the Alexander Mountain & Co. case where the text of an article in the Law Journal of May 9, 1942 at p. 150 was quoted.» Αξίζει να σημειώσω ότι τη συνέχιση της νομικής οντότητας μιας εταιρείας παρά την αλλαγή του ονόματός της και τη συνέχιση της δικαιοπρακτικής της δυνατότητας ως επίσης και τυχόν δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν υπό το προηγούμενό της όνομα, διασφαλίζουν οι πρόνοιες των εδαφίων
(3)και
(4)του άρθρου 19 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, που προβλέπουν τα εξής꞉ «Αλλαγή ονόματος 19.-
(3)Όταν εταιρεία αλλάζει το όνομα της βάσει του άρθρου αυτού, ο έφορος καταχωρεί στο μητρώο, στη θέση του προηγούμενου ονόματος το νέο όνομα και εκδίδει πιστοποιητικό σύστασης αλλαγμένο για να αντιμετωπίσει τις περιστάσεις της υπόθεσης.
(4)Αλλαγή ονόματος από εταιρεία που έγινε βάσει του άρθρου αυτού δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα ή υποχρεώσεις της εταιρείας ή καθιστά ελαττωματική οποιαδήποτε νομική διαδικασία από ή εναντίον της και οποιαδήποτε νομική διαδικασία που δυνατό να συνεχίζεται ή άρχισε εναντίον της με το προηγούμενο της όνομα, δύναται να συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της με το νέο της όνομα.» Στην προμνησθείσα απόφαση WiIIiams and Glyn's Bank Ltd v. Τhe Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106 έγινε επίκληση των εν λόγω διατάξεων για να καταδειχθεί η δυνατότητα συνέχισης της δικαστικής διαδικασίας παρά την αλλαγή του ονόματος, εφόσον τούτο δεν καθιστούσε ανύπαρκτο το νομικό πρόσωπο εξ ονόματος του οποίου είχε εγερθεί η αγωγή. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα꞉ «Under the provisions of section 18
(4)of the English Companies Act, 1948, which has been incorporated verbatim in our Companies Law, Cap. 113, section 19
(4), provision is made as to the effect in legal proceedings of the change in the name of a company as follows: "A change of name by a company under this section shall not affect any rights or obligations of the company or render defective .any legal proceedings by or against the company, and any legal proceedings that might have been continued or commenced against it by its former name may be continued or commenced against it by its new name". Section 18 deals with the position arising when a change of the name occurs, either by special resolution with the approval of the Eoard of Trade or on the directions of the Board of Trade in the circumstances provided therein. (Such section was copied by the drafters of our Companies Law, Cap. 113 and embodied in section 19 with the substitution of the word "Board, )f Trade" by the word Council of Ministers. On the material before me I am satisfied that the plaintiff company has never ceased to exist and that by operation of law, the plaintiff, being "an old company as defined in the law" had to be re-registered under the 1980 Act, as a result of which its original description according to the certificate of re-registration such description being "Williams and Glyn's Bank Plc". The change of such name does not affect or render defective the present legal proceedings which were instituted in the original name of the plaintiff. (See section 19
(4)of our Companies Act, Cap. 113 and section 18
(4)of the English Companies Act, 1948 (supra)).» Κρίνω πως δεν χρειάζεται να αναφερθώ στις υπόλοιπες αυθεντίες που έθεσε υπόψιν του Δικαστηρίου ο συνήγορος των Εναγόντων. Αρκεί να επισημάνω ότι η παρούσα υπόθεση προσομοιάζει στην υπόθεση SpyropouIIos v. Τransavia HoIIand Ν. v. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421, και θα πρέπει να τύχει ανάλογης αντιμετώπισης, για τους εξής λόγους꞉ Υπήρχε πάντα μια εταιρεία με την οποία συναλλάχτηκαν οι Εναγόμενοι, την ύπαρξη της οποίας οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν, αφού ως παρατηρώ, έχουν εγείρει ανταπαίτηση εναντίον αυτής ακριβώς που είναι η ενάγουσα στην αγωγή. Η εταιρεία με την οποία συναλλάχθηκαν οι Εναγόμενοι είχε δύο διαφορετικά ονόματα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές όπως φαίνονται στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (βλ. Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση)꞉ προηγουμένως το όνομα ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ (ΛΑΡΝΑΚΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ και τελευταίως το όνομα «LAVORY GENERAL TRADING LIMITED». Επρόκειτο για την ίδια εταιρεία που ενεγράφη στις 3.7.1985 με αριθμό εγγραφής ΗΕ24627 (βλ. το Τεκμήριο 1).[1] Η αγωγή κινήθηκε στο όνομα της εταιρείας με κάποιο σφάλμα που συνίσταται, ως το αντιλαμβάνομαι, στην περικοπή του αρχικού ονόματος «ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ (ΛΑΡΝΑΚΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ» αντί «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ (ΛΑΡΝΑΚΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ» που ήταν το πλήρες όνομά της. Εδώ έγκειται το misnomer, δηλαδή η εσφαλμένη περιγραφή ενός υπαρκτού νομικού προσώπου. Το ότι το όνομα τέθηκε στα αγγλικά αντί στα Ελληνικά ήταν λάθος καλόπιστο, υπό την έννοια ότι η εταιρεία χρησιμοποιούσε το όνομα μεταφρασμένο στα αγγλικά πάνω στις καταστάσεις λογαριασμού της, ως διαφάνηκε κατά τη δίκη (βλ. Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α). Το σφάλμα αυτό μπορεί βάσει της SpyropouIIos να διορθωθεί με τροποποίηση δυνάμει της Δ.25, θ.1, διότι δεν μπορεί αφ' εαυτού να καταστήσει ανύπαρκτη την εταιρεία. Η αλλαγή του ονόματος της ίδιας εταιρείας σε «LAVORY GENERAL TRADING LIMITED» χωρεί αντιμετώπισης στη βάση του άρθρου 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου. Ακόμη και χωρίς τροποποίηση του ονόματος της εταιρείας στον τίτλο της αγωγής, θα μπορούσε να συνεχίσει υπό το νέο της όνομα. Εφόσον όμως ζητείται η τροποποίηση, δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα των Εναγομένων, εφόσον οι Ενάγοντες διατηρούν εκ του Νόμου το δικαίωμα να διατηρήσουν την αγωγή υπό το νέο όνομα της εταιρείας. Συνεπώς, δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης του ονόματος στον τίτλο της αγωγής. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν διαβλέπω να υπάρχει κίνδυνος για την επίλυση όλων των θεμάτων που είναι επίδικα στην παρούσα αγωγή και κατ' επέκταση στην ανταπαίτηση, αν επιτραπεί ως το Α, και κατ' επέκταση για το Β, παρά μόνον θα προκληθεί κάποια καθυστέρηση η οποία είναι επανορθώσιμη με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα της αίτησης. Καταλήγω να εγκρίνω τα αιτητικά «Α» και «Β», επιδικάζοντας τους Ενάγοντες στην υποχρέωση να καταβάλουν τα έξοδα της αίτησης όπως και αυτά που θα προκληθούν υπέρ των Εναγομένων - καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι αμέσως πληρωτέα. (Υπ.) .................................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Επισημαίνω, σε απάντηση σχετικής παρατήρησης του συνηγόρου των Εναγομένων, ότι, κατά την κρίση μου, το γεγονός ότι ο Έφορος Εταιρειών εμφανίζει στο στάδιο έρευνας στο Μητρώο εταιρειών και τα στοιχεία που αφορούν σε άλλο μητρώο, ήτοι των εμπορικών επωνυμιών, δεν θεωρώ ότι αλλοιώνει με οποιονδήποτε τρόπο τα στοιχεία που αφορούν στο Μητρώο εταιρειών, αφού οι αριθμοί φέρουν διαφορετικό διακριτικό ψηφίο (ΗΕ για εταιρείες και ΕΕ για εμπορικές επωνυμίες). Συνεπώς το ότι η έρευνα, ως το Τεκμήριο 1 της Ε/Δ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, κατέδειξε ότι υπάρχει εμπορική επωνυμία με αριθμό ΕΕ24627, δεν επηρεάζει το γεγονός ότι υπάρχει ξεχωριστή νομική οντότητα εταιρείας με αριθμό ΗΕ24627 που είναι η επίδικη στην παρούσα αγωγή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο